.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Πότε ζηλεύει ὁ Θεός;...




"Ἐγώ εἰμί Κύριος ὁ Θεός σου, Θεός ζηλωτής" (Ἔξοδ. κ΄ 5). "Τήν δόξαν μου ἑτέρῳ οὐ δώσω" (Ἡσ. μβ΄ 8). Ὅταν ξεστρατίζω ἀπό τό ἅγιο θέλημά Του καί ἡ καρδιά μου στρέφεται πρός τίς ματαιότητες, ὁ Θεός δείχνει τή ζηλοτυπία του, τή λύπη του γιά τό ὅτι δίνω τή δόξα, πού Τοῦ ὀφείλω, σέ ἄλλα ἀντικείμενα. 


Ἀκούω τότε τή φωνή Του μέσα μου νά λέγη: Δέν δίνω τή δόξα μου σέ ἄλλον. Θά σέ παιδεύσω μέ τή ράβδο τῆς ἀληθείας μου, γιά νά μάθης ὅτι κανείς ἄλλος δέν μπορεῖ νά οἰκειοποιηθῆ τή δόξα μου. Στρέψε τήν καρδιά σου πάλι σ' ἐμένα, πού μοῦ ἀνήκει. Ὀφείλεις ἐμένα νά ἀγαπᾶς πάνω ἀπό τό κάθε τί, νά τιμᾶς ἐμένα, νά εἶσαι ἀφωσιωμένος σ' ἐμένα. 
Ἐγώ ἔπλυνα μέ τό αἷμα μου τίς ἁμαρτίες σου καί τίς ἔκαμα λευκότερες ἀπό τό χιόνι. 
Ἔδωσα στήν ψυχή σου εἰρήνη καί χαρά. Σέ ἀγάπησα πιό πολύ ἀπ' ὅ,τι ἀγαπᾶ μία μητέρα τά παιδιά της. Ἐγώ εἶμαι πού σέ ἔσωσα ἀπό τόν αἰώνιο θάνατο. Ποιός λοιπόν μπορεῖ νά σφετερισθῆ τή δική μου δόξα; Εἶμαι ὁ Παντοκράτωρ.


Ἄν ζωγραφίσεις μία καρδιά πάνω στήν ἄμμο, θά τήν διαλύσουν ὁ ἀέρας καί τά κύματα τῆς θάλασσας.
Μάταιος κόπος.
Ἔτσι καί ἡ καρδιά πού δέν δίνεται στόν Χριστό, δέν ἀσφαλίζει τήν ἀγάπη της.
Εἶναι σάν νά τήν ζωγραφίζει κανείς  πάνω στήν ἄμμο αὐτοῦ τοῦ μάταιου κόσμου πού παρέρχεται.
Θά την διαλύουν ὁ ἀέρας πού θά ἀφήνουν πίσω στό φευγειό τους τά περαστικά πρόσωπα 
τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας καί τά κύματα τῶν πρόσκαιρων ἐπιθυμιῶν γιά πράγματα και καταστάσεις πού κάθε λίγο θά ξεσηκώνονται.

Μ.Σ. ἐκπ/κός

http://kaiomenivatos.blogspot.gr/