.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Μη μένεις στα σκαλοπάτια της Εκκλησίας...



Τό 1928 πῆρε τό βραβεῖο Νόμπελ τῆς λογοτεχνίας ἡ νορβηγίδα Σίγκριντ Οὔντ­σετ. Οἱ γονεῖς της ἦταν πολύ μορφωμένοι, ἀλλά δέν εἶχαν καμμιά σχέση μέ τήν Ἐκκλησία. Τό σπίτι της (ὅπως ἔλεγε ἡ ἴδια) ἦταν «ἐργαστήριο πολιτισμοῦ», ἀλλά ἐπικρατοῦσε … ἀντιχριστιανική ἀτμόσφαιρα.
Γιά πρώτη φορά πάτησε τό πόδι της σέ ναό, ὅταν ἦταν ἐννέα ἐτῶν, μέ πα­ρα­κί­νηση τῆς ὑπηρέτριας τους. Μεγαλώνοντας, τήν θυμόταν αὐ­­τή τήν ἐμπειρία, χωρίς ὅμως νά ἀλλάξει τήν στάση της ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία. Τήν ἔβλεπε σάν «ἕνα γραφικό ἐρείπιο, πού ἀνῆ­κε στό πα­ρελ­θόν»· οὔτε κἄν σάν ἕνα σπίτι· πόσο μᾶλλον σάν ἕνα … ζεστό σπίτι!
Κάποτε ἦρθε καί ἡ ὥρα γιά τά δικά της «εἰσόδια». Ὁ πόνος τῆς σοβαρῆς ἀρ­ρώ­στειας τοῦ τρίτου παιδιοῦ της, καθώς καί οἱ πλη­γές πού ἄνοιξε ὁ Α΄ Παγκό­σμιος Πό­λεμος, ὁδήγησαν τήν ὥριμη Σίγκριντ … στά σκα­λιά τῆς Ἐκκλησίας. 
Ἐκεῖ ἄρχισε νά γεύεται τό φῶς καί τήν ζεστασιά, πού ἔβγαιναν ἀπό μέσα.
«Εἶναι πολλοί», ἔ­γρα­φε κάπου, «πού τούς ἀρέσει νά κάθονται στά σκαλιά τῆς Ἐκκλησίας καί νά λιά­ζονται…».


Αὐτή, ὅμως, δέν ἔμεινε γιά πολύ στά σκαλιά τῆς εἰσόδου. Μπῆκε μέσα καί ἐμεινε. Κατάλαβε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι οὔτε «γραφικό ἐρείπιο», οὔτε φολκλόρ, οὔτε χῶρος γιά ψυχο­λο­γι­κό βόλεμα: 
«Εἶναι εὔκολο νά παριστάνεις τόν καλό χρι­στια­νό», ἔγραφε κάπου ἀλλοῦ, «ὅσο ἀκοῦς γλυκειές ψαλμωδίες στήν Ἐκκλησία, καί ὅσο αἰσθά­νε­σαι τό πατρικό χέρι τοῦ Θεοῦ νά σέ χαϊδεύει. Ἡ πίστη σου, ὅμως, θά δοκιμασθῆ ‘ὡς χρυσός ἐν χωνευτηρίῳ’, ὅταν ὁ Θεός ἐπιτρέψει κάτι, πού ἐσύ δέν τό θέ­λεις…»!
Μέ αὐτήν τήν ὑπομονή καί τήν παραμονή μέσα στήν Ἐκκλησία ἡ Σίγκριντ Οὔντσετ καθάρισε τήν καρδιά της, καί δυνάμωσε τήν πίστη της. Παραμέρισε τήν οἴηση, μέ τήν ὁποία τήν «φούσκωνε» ἡ μόρφωση καί ἡ καταγωγή της, καί πίστεψε στόν Χριστό μέ τήν ἁπλότητα μικροῦ παιδιοῦ.
Καί τά δικά της εἰσόδια μέσα στήν Ἐκκλησία ἔγιναν πηγή φωτισμοῦ, γιά ὅσους τήν ἄκουσαν στίς πολλές διαλέξεις της σέ Εὐρώπη καί Ἀμερική, καί γιά ὅσους διάβασαν τά – μετά τήν μεταστροφή της – ἔργα της.
Γιά πάντα θά παραμένει ἀληθινή ἡ διαπίστωση – προφητεία της:
«Ὅσο ἡ Εὐρώπη ἀρνεῖται τόν Χριστιανισμό, τόσο θά ἐπικρατεῖ μιά ἐφιαλτική ΞΗΡΑΣΙΑ…!».

Ἀρχιμ. Β.Λ.