.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ



Οι «εξουσίες» στον κόσμο

Η βασιλεία τού Χριστού δεν είναι «εκ τού κόσμου τούτου», δεν είναι «εντεύθεν», δηλαδή από εδώ (Ιω. ιη’ 36)˙ είναι βασιλεία πνευματική όχι υλική. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε στις χιλιαστικές μεσσιανικές προσδοκίες των Ιουδαίων, με αποτέλεσμα να απο­γοητευθούν. Επροτίμησε να οδηγηθεί στον σταυρό, για να νικήσει όχι ένα κοσμικό εχθρό, αλλά τον προαιώνιο εχθρό τού ανθρώπου, τον θάνατο.

Ο Χριστός δεν είχε πρόβλημα να αποδώσει «τα τού καίσαρος τω καίσαρι» (Ματθ. κθ’ 21. Μάρκ. ιθ’ 17. Λουκ. κ’ 25). Όμως υπογράμμιζε πως πρέπει να αποδίδονται «τα τού Θεού τω Θεώ»! Το θέλημα τού Θεού έχει προτεραιότητα για τον χριστιανό, ακόμη και εάν αυτό τον οδηγήσει σε ταλαιπωρίες. Η Εκκλησία δεν μπορεί λόγου χάρη να εγκαταλείψει το ευαγγέλιο της μεταμόρ­φωσης τού ανθρώπου και τού κόσμου για να κηρύξει «άλ­λο ευαγγέλιο», προσαρμοσμένο στις απόψεις τού καίσα­ρα ή των ανθρώπων «τού κόσμου τούτου». Η Εκκλησία δεν μπορεί να εκκοσμικεύσει το έργο της υπακούοντας σε οποιεσδήποτε εξουσίες.
Σε μια τέτοια περίπτωση οι απόστολοι δήλωσαν ενώ­πιον τού συνεδρίου: «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. ε’ 29).
Οι χριστιανοί αναγνωρίζουν τις ανθρώπινες κυβερ­νήσεις, ανεξάρτητα από το αν οι κυβερνώντες είναι χρι­στιανοί ή όχι. Σέβονται τους νόμους και αποδίδουν τιμή στις κοσμικές εξουσίες (Ρωμ. ιγ’ 1˙7. Α’ Πέτρ. θ’ 13˙16. Τίτ. γ’ 1. Παροιμ. η’ 15˙16. Σοφ. Σολ. στ’ 1˙3. Ιερεμ. λδ’ 6, εβραϊκό κείμενο: κζ’ 7. Πράξ. κβ’ 17˙29). Μάλιστα εύ­χονται για τους άρχοντες και τους αξιωματούχους της Πολιτείας, ώστε να επικρατεί ειρήνη και ευνομία, «ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάσι ευσεβεία και σεμνότητι» (Α’ Τιμ. β’ 1˙2).
Η δημοκρατία
Η Ορθοδοξία συνιστά κατ’ εξοχήν κοινωνία «μετά πάντων των αγίων», κοινωνία πίστεως, λατρείας, ζωής, που αποτελεί το κατ’ εικόνα της ζωής τού Τριαδικού Θεού, δηλαδή ενότητα, αρμονία, αγάπη.
Ο άνθρωπος της πτώσεως έχασε αυτή την αρμονική και αγαπητική σχέση, ακολούθησε ένα τρόπο ζωής «πα­ρά φύσει» και οδηγήθηκε σε μεγάλα υπαρξιακά κενά. Στην προσπάθεια του να ξεπεράσει υπαρξιακά αδιέξοδα στα οποία τον οδήγησε η αυτονομία του, κατεσκεύασε ειδικές δομές, μεταξύ των οποίων και διαφόρους τύπους δημοκρατίας.
Κατά την αρχαιοελληνική αντίληψη δημοκρατία εσήμαινε τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, με κριτή­ριο το «κοινώς δοκούν», δηλαδή τα χρηστά ήθη τού λαού. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε δημοκρατία, δηλαδή η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δεν έχει ουσιαστική σχέση με την αρχαιοελληνική δημοκρατία. Μάλιστα ό­ταν η δημοκρατία αυτή προσδιορίζεται από ένα δογματι­κό πλουραλισμό, στον οποίο καταργούνται όλες οι αξίες και οι Ιεραρχικές δομές ή ακόμη και η διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, τότε έχουμε αντιστροφή ή μάλ­λον διαστροφή της δημοκρατίας με την πρώτης τη έν­νοια.
Η δημοκρατία ως επίτευγμα τού αυτονομημένου ανθρώπου με σκοπό να λύσει τα προβλήματα που εδημιούργησε η αυτονομία του αξιολογείται θετικά από την Ορθοδοξία. Όμως οι δομές αυτές δεν μπορούν να οδηγή­σουν τον άνθρωπο στην υπέρβαση τού εγωισμού του, α­τομικού, ομαδικού (κομματικού) ή και εθνικού. Αυτό που δεν μπορεί να επιτύχει ο αυτονομημένος άνθρωπος, επι­τυγχάνεται στη νέα πραγματικότητα της Εκκλησίας τού Χριστού.
Στο πρόσωπο τού Ιησού Χριστού ο Θεός οδήγησε τα διεσκορπισμένα τέκνα τού Θεού «εις εν» («εις εν Χριστώ») και τα κατέστησε «αλλήλων μέλη». Με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία υπερβαίνει κάθε είδος ολοκλη­ρωτισμού και όλες τις μορφές της σύγχρονης δημοκρα­τίας, που για το χριστιανό λογίζονται ως κάτι πολύ λίγο.
Το φρόνημα των πιστών είναι το ίδιο το φρόνημα τού Χριστού, που από αγάπη εκένωσε τον εαυτό του εν ελευ­θερία για να εξυψώσει τον άνθρωπο. Ο πιστός που μέσα στην Εκκλησία βιώνει αυτή την κενωτική αγάπη εν ε­λευθερία, ξεπερνάει την αντίληψη των «ατομικών δι­καιωμάτων» και παύει να θέτει στο κέντρο τον εαυτό του η αγάπη αυτή «ου ζητεί τα εαυτής».
Κάθε χριστιανός μετέχει ενεργά «στα κοινά», δηλαδή στη ζωή τού όλου Σώματος της Εκκλησίας. Τα χαρίσμα­τα που έλαβε δεν τα χρησιμοποιεί για τον εαυτό του, αλ­λα για την οικοδομή τού Σώματος της Εκκλησίας. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει τίποτε το ιδιωτικό στα πλαίσια της ζωής τού Σώματος˙ ο καθένας συμβάλλει στην αύξηση τού Σώματος και συναυξάνεται μ’ αυτό.
Αυτή η συμμετοχή τού κάθε πιστού στη ζωή τού Σώ­ματος, στην οικοδομή και στην αύξηση του, που είναι καρπός αγάπης και ελευθερίας, δεν συνιστά μείωση τού ανθρωπίνου προσώπου αλλά εξύψωσή του.
Η κοινωνική ευθύνη των χριστιανών
Ο άνθρωπος καλείται σε ελευθερία απέναντι στον κόσμο. Τελικά τα πάντα είναι γι’ αυτόν «σκουπίδια» («σκύβαλα») σε σχέση με το μοναδικό θησαυρό, τον Χρι­στό (Φιλιπ. γ’ 8). Τούτο όμως δεν δίνει το δικαίωμα στον χριστιανό να διαχωρίσει την ευθύνη του για την τύχη τού κόσμου και για τα προβλήματα των αδελφών.
Το καθήκον αυτό απορρέει από την ίδια τη φύση τού ανθρώπου, από το γεγονός τού «κατ’ εικόνα» τού Τριαδικού Θεού. Σκοπός τού χριστιανού είναι να ζήσει «κατ’ εικόνα» Θεού, δηλαδή τριαδικά, με πρότυπο τη ζωή των τριών Θείων Προσώπων.Αυτό σημαίνει να ζήσει με τον αδελφό του ή καλλίτερα «μέσα στον αδελφό του», γιατί και ο Πατήρ είναι «εν τω Υιώ» και ο Υιός «εν τω Πατρί», όπως και το Πνεύμα το Άγιον βρίσκεται αιώνια «εν τω Πατρί και εν τω Υιώ» (πρβλ. Ιω. ιζ’ 21).
Αυτή την πραγματικότητα καλούνται να ζήσουν οι πι­στοί στη θεία λειτουργία και να την μεταβάλουν σε καθη­μερινή πράξη (πρβλ. Α’ Κορ. Γ 16˙17).
Στη θεία λειτουργία ο πιστός ξαναζεί μαζί με ολόκληρη τη δημιουργία τη χαμένη ενότητα. Όλα προσλαμβά­νονται στο αγιασμένο σώμα του Χριστού.Όλα προσφέ­ρονται και πάλι ευχαριστία στον Θεό (πρβλ. Ζαχ. ιδ’ 20˙21)· «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτή είναι μία ευχή που επαναλαμβάνεται στη θεία λειτουργία. Εδώ δεν υπάρ­χουν περιθώρια εγωιστικά. Το κέντρο γίνεται και πάλι «Χριστός ο Θεός ημών»· και τού εαυτού μας, και τού α­δελφού μας, ολόκληρης της ζωής μας.
Στο πρόσωπο τού αδελφού μας παρουσιάζεται καθη­μερινά ο Χριστός. Περιμένει τους καρπούς τού κόπου και τού μόχθου μας. Ο πιστός οφείλει να παραθέσει «Χριστώ τω Θεώ» όλη τη ζωή του και όλες τις δυνάμεις και δυνατότητες του με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: μέσω των αδελφών (Ματθ. κε’ 40)· θέτοντάς τις στην υπηρεσία των αδελφών τού Χριστού.
Αυτό σημαίνει πως οι δυνατότητες τού ανθρώπου, και εκείνες που απορρέουν από την πραγματική του φύση («κατ’ εικόνα Θεού») δεν έχουν σαν κέντρο το δικό του εγωιστικό συμφέρον, αλλά την αγάπη τού Χριστού μέσω των αδελφών. Ο άνθρωπος ως «κατ’ εικόνα Θεού» μετέ­χει της πανσοφίας και παντοδυναμίας τού Θεού (πρβλ. Γέν. α’ 28. Ψαλμ. η’ 1˙10. Σοφ. Σειρ. ιζ 2˙4. Σοφ. Σολ. Γ 2). Όμως η πανσοφία και η παντοδυναμία δεν είναι δυνα­τόν να λειτουργούν ανεξάρτητα από την αγάπη και να α­ποτελούν αυτοσκοπό. Αν τούτο γίνει, πρόκειται για δαι­μονική κατάσταση, για αλλοτρίωση τού ανθρώπου και παρά φύση επέμβαση του στη δημιουργία τού Θεού.
Ο απόστολος Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά πως αν μιλάει όλες τις ανθρώπινες και τις αγγελικές γλώσσες, αν γνωρίζει όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έ­χει τη δύναμη να μετακινεί βουνά, όμως δεν έχει αγάπη, δεν είναι απολύτως τίποτα (Α’ Κορ. ιγ’ 1˙2). Και ο Ιάκω­βος ο αδελφόθεος διακρίνει τη «σοφία» σε «άνωθεν κατερχομένην» και σε «επίγειο, ψυχική, δαιμονιώδη». Η σοφία η «άνωθεν κατερχόμενη», λέγει, είναι «πρώτον μεν αγνή, έπειτα ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή ελέους και καρπών αγαθών» (Ιακ. γ’ 16˙17).
Η κοινωνική ευθύνη των χριστιανών απορρέει από την ίδια τη φύση τού ανθρώπου, από τη χριστιανική αν­θρωπολογία. Θεμελιώνεται βαθιά στην ίδια την ύπαρξη τού ανθρώπου ως «κατ’ εικόνα Θεού». Σε αυτό το βάθος πρέπει να θεμελιώσουμε τη συμμετοχή που έχει κάθε χρι­στιανός στην αντιμετώπιση των προβλημάτων τού αδελ­φού και ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας.
Ο λόγος τού Θεού μας καλεί να κλαίομε με εκείνους που κλαίουν (Ρωμ. ιθ’ 15).Αλλά η προσπάθεια μας για αποτελεσματική βοήθεια του αδελφού αποτελεί καθήκον που δεν πηγάζει απλώς από το συναίσθημα, αλλά από την ίδια τη φύση μας.
Η κοινωνική ευθύνη των πιστών είναι μεγάλη και με­ταφράζεται σε πράξη για την αντιμετώπιση συγκεκριμέ­νων αναγκών: «Εάν ένας αδελφός ή μια αδελφή δεν έ­χουν επαρκή ενδύματα και στερούνται της καθημερινής τροφής, τους είπει δε κάποιος από σάς, πηγαίνετε στο κα­λό, ζεσταίνεσθε και χορταίνετε, και δεν τους δώσει τα α­ναγκαία δια το σώμα, ποια η ωφέλεια;» (Ιακ. β’ 15˙16, πρβλ. Ης. νη’ 1˙14).

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ