.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Προσκόλληση στον Πλάστη

«Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω Σου, 
εμού δε αντελάβετο η δεξιά Σου» 
(Ψαλμ. ξβ΄ 9)

Πεφιλημένε μοι Κύριε, ακούων τους λόγους τούτους εξερχομένους εκ της καρδίας του θείου Δαβιδ καταλαμβάνομαι υπό λύπης και αθυμίας · διότι ορώ την καρδίαν μου διατεθειμένην προς σε όλως αδιάφορον και αυχμώσαν και προς τα κάτω, τα γήινα και φθαρτά, προσκεκολλημένην. Αλλά και η λύπη αύτη, Κύριέ μου, μικρά εστι λίαν και διαλείπουσα, ότι η γνώσις, ην περί σου έχω, ελαχίστη τυγχάνει και αμυδρά. Αλλ’ έως πότε, ερασμιώτατέ μοι Κύριε, η κατάστασις αύτη διαμένει εν εμοί; έως πότε έσομαι τοιούτος οίος ειμι; Πάντες οι πατέρες μου κατενόησάν σε και ηγάπησάν σε, εγώ δε στερούμαι αμφοτέρων · πάντες οι άγιοί σου ηρνήθησαν τα πάντα και προσεκολλήθησαν εις σε μετά φόβου και χαράς · εγώ δε ο άθλιος ουδέν τοιούτον μέχρι του νυν εδοκίμασα · εν πάσαις γαρ ταις περιστάσεσει καθ’ άς πρέπει αναφαίνεσθαί με αφωσιωμένον και πεποιθότα εις σε, ορώ εμαυτόν ταραττόμενον και σφόδρα ενδιαφερόμενον και διά τα μηδαμινώτατα. Ευρίσκομαι, Κύριέ μου, εν τη αθλία ταύτη καταστάσει, διότι αγνοώ σε, το όντως αγαθόν, αγνοώ σε, την πηγήν της ζωης και της δόξης, αγνοώ σε, τον ανεκτίμητον θησαυρόν, όστις ουκ ανταλλάσσεται δι’ όλων. Κυλίομαι κάτω εν τοις εφημέροις και φθαρτοίς ως ο σκώληξ εν τη κόπρω και ως ο χοίρος εν τω βορβόρω · διότι ου δύναμαι κατιδείν το έκλαμπρον και πλήρες χαρίτων πρόσωπόν σου. Ανιώμαι και τήκομαι διά τα άξια περιφρονήσεως και αποστροφής, διότι τυφλός τυγχάνει ο νους μου και ορά τα φαινόμενα και τα δοκούντα · τα δ’ αληθή και πραγματικά ουδόλως νοεί και βλέπει. Επεθύμουν σφόδρα, Λόγε μου, θεραπευθήναι και απαλλαγήναι εκ πάντων ων κατέχομαι κακών και όλως αφοσιωθήναι εις σε και κολληθήναι οπίσω σου, ον τρόπον εκολλήθη και η ψυχή του θειοτάτου Δαβίδ. Αλλ’ αι ψευδείς δόξαι των ανθρώπων, και αι αφανείς παγίδες του διαβόλου κατέχουσί με αιχμάλωτον και δέσμιον. Εφίεμαι, Λόγε μου, κολληθήναι οπίσω σου αναποσπάστως, ως εκολλήθη ο κατά πάντα μιμητής σου θείος Παύλος, και αναφωνείν μετ’ αυτού «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού…;», αλλ’ η εν εμοί οικούσα αμαρτία φραγμός εστιν ανυπέρβλητος, κωλύων με επιτυχείν της εφέσεως. Ιμειρόμην, Χριστέ μου, αιχμαλωτισθήναι και τρωθήναι υπό της αγάπης σου, ως ετρώθη και ηχμαλωτίσθη η τεκούσα σε μήτηρ, αλλά το περικαλύπτον με σκότος και η της καρδίας μου ακαθαρσία ποιούσι με ψυχρόν και νεκρόν. Αποσόβησον ουν πάντα τα κωλύοντά με, όπως προσκολληθώ όλος σοί, τω ποιητή μου και πλάστη μου. Αμήν