.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Χριστουγεννιάτικες εμπειρίες του Φωτίου Κόντογλου



Τότε πού ήμουνα σε μικρή ηλικία, περνούσα με τους δικούς μου τις γιορτές απάνω σ’ ένα θαλασσοδαρμένο βουνό, στην Αγιά Παρασκευή.

Τις περισσότερες ώρες πήγαινα και καθόμου­να μέσα στη μικρή ευωδιασμένη εκκλησιά, όχι μο­ναχά κατά τις ακολουθίες, αλλά και την ώρα πού δεν ήτανε μέσα κανένας άλλος, παρεκτός από μέ­να. Διάβαζα τ’ αρχαία τροπάρια, και βρισκόμουνα σε μια κατάσταση πού δεν μπορώ να τη μεταδώσω στον άλλον. Προ πάντων ό Ιαμβικός Κανόνας «»Ε­σωσε λαόν», με κείνες τις παράξενες και μυστη­ριώδεις λέξεις, μ’ έκανε να θαρρώ πώς βρίσκουμαι στις πρώτες μέρες της δημιουργίας, όπως ήτανε πρωτόγονη ή φύση πού μ’ έζωνε, ό θεόρατος βρά­χος πού κρεμότανε απάνω από τη μικρή εκκλησιά, ή θάλασσα, τ’ άγρια δέντρα καί τα χορτάρια, οι κα­θαρές πέτρες, τα ρημονήσια πού φαινόντανε πέρα στο πέλαγο, ό παγωμένος βοριάς πού φυσούσε κ’ έκανε να φαίνουνται όλα κατακάθαρα, τ’ αρνιά πού βελάζανε, οι τσομπάνηδες ντυμένοι με προβιές, τ’ άστρα πού λάμπανε σαν παγωμένες δροσοσταλί­δες τη νύχτα!

Όλα τα ‘βλεπα μέσ’ από τους χριστουγεννιά­τικους ύμνους, μέσ’ από εκείνα τα αποκαλυπτι­κά λόγια.

Αλίμονο! Ο Χριστός κατάργησε την προπατο­ρική αμαρτία,πού είχε κάνει τον κόσμο άγριο καί τρελλόν από τη σαρκική ακολασία, ανοίγοντας τη θύρα της λύτρωσης σε όσους θέλουνε να σω­θούνε. Μα για κείνους πού δεν ακούνε τα λόγια του και δεν νοιάζουνται για τη σωτηρία της ψυχής τους, ή θύρα αυτή της ευσπλαχνίας είναι και απο­μένει κλειστεί στον αιώνα.

Σήμερα ό κόσμος είναι πάλι «αφηνιασμένος» και βουτηγμένος μέσα στην αγριωπή αμαρτία πού είναι γεμάτη υπερηφάνεια, τρελαμένη από τον οίστρο της ακολασίας, όπως ήτανε τον καιρό πού γεννήθηκε ό Κύριος και Λυτρωτής μας και ακόμα περισσότερο.

Γι’ αυτό, είναι καλότυχοι όσοι έχουνε μέσα στην καρδιά τους τον Χριστό. Καλότυχοι όσοι κόψανε κάθε ελπίδα από τούτον τον «άγριωπόν» και κατάμαυρον κόσμο, και πήγανε κοντά στον Χριστό πού κείτεται στη φάτνη, μαζί με το αθώο βόδι καί το ήμερο γαιδουράκι. Σ’ αυτούς τους λίγους και τους καταφρονεμένους δόθηκε ή βασιλεία.

Λοιπόν, ας ευχαριστηθούνε τον Κύριο με χα­ροποιά δάκρυα κι ας ψάλλουνε με γλυκόφωνα στό­ματα τον έπινίκειον ύμνο:

«Ω έθνη, πού είσαστε πριν βουτηγμένα στη φθορά και στον θάνατο, και πού ξεφύγατε ολότε­λα από την καταστροφή του πονηρού διαβόλου, υψώσετε τα χέρια σας με χαρά κοί με αγαλλίαση, λατρεύοντας μοναχά τον Χριστό, τον ευεργέτη σας, πού ήρθε στον κόσμο μας από συμπόνεση, για να μας σώσει».

Από το βιβλίο «Το Αϊβαλί, η Πατρίδα μου», εκδόσεις ΑΣΤΗΡ