.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

«Μήν φοβᾶσαι τίς θλίψεις, νά φοβᾶσαι μόνον τόν Κύριον...»!

Ἀπὸ αὐτὸ θὰ ἐξαπλωθοῦν παντοῦ αἱρέσεις καὶ θὰ πλανήσουν πολλοὺς ἀνθρώπους
Ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους θὰ ἐνεργεῖ μὲ πονηρία, μὲ σκοπὸ νὰ ἑλκύση ἐντὸς τῆς αἱρέσεως ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἀκόμη καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.

Δὲν θὰ ἀρχίσει κατ᾽ εὐθείαν νὰ ἀπορρίπτη τὰ δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὴν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀρετὴ τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ θὰ ἀρχίση ἀνεπαισθήτως νὰ διαστρέφη τὶς διδασκαλίες καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ πραγματικὸ νόημά τους, ὅπως μᾶς παρεδόθησαν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ὀλίγοι θά ἀντιληφθοῦν αὐτές τίς πανουργίες τοῦ ἐχθροῦ, ἐκεῖνοι μόνον οἱ πλέον πεπειραμένοι εἰς τήν πνευματικήν ζωήν. Οἱ αἱρετικοί θά πάρουν τήν ἐξουσίαν ἐπί τῆς Ἐκκλησίας καί θά τοποθετήσουν ἰδικούς των ὑπηρέτας παντοῦ, οἱ δέ πιστοί θά καταφρονῶνται.

Ὁ Κύριος εἶπεν: «ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτοὺς» καὶ ἔτσι ἀπὸ τοὺς καρπούς των, ὅπως ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τῶν αἱρετικῶν, ἀγωνίσου νὰ διακρίνης αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς ποιμένας. Αὐτοὶ εἶναι πνευματικοὶ ληστές, λεηλατοῦντες τὸ πνευματικὸν ποίμνιον καὶ θὰ εἰσχωροῦν εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων (τὴν Ἐκκλησίαν) ἀναβαίνοντες ἀλλαχόθεν (καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν πύλην), ὅπως ἀκριβῶς προεῖπεν ὁ Κύριος. 

Θὰ εἰσχωροῦν παρανόμως, μεταχειριζόμενοι βίαν καὶ καταπατοῦντες τοὺς θείους θεσμούς. Ὁ Κύριος τοὺς ἀποκαλεῖ κλέπτας (Ἰω. ι΄ 1). Πράγματι, τὸ πρῶτο ἔργο ποὺ θὰ κάνουν θὰ εἶναι ὁ διωγμὸς τῶν ἀληθινῶν ποιμένων, ἡ φυλάκισις καὶ ἡ ἐξορία τους, διότι χωρὶς αὐτὸ θὰ εἶναι ἀδύνατον σ’ αὐτοὺς νὰ λεηλατήσουν τὰ πρόβατα.

Γι᾽ αὐτὸ παιδί μου, ὅταν ἴδης τὴν παραβίασιν τῆς πατερικῆς παραδόσεως καὶ τῆς Θείας Τάξεως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τῆς Τάξεως ποὺ ἐγκαθιδρύθη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γνώριζε ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ἔχουν ἤδη ἐμφανισθεῖ, ἂν καὶ πρὸς τὸ παρὸν μπορεῖ νὰ ἀποκρύπτουν τὴν ἀσέβειά τους. Ἀκόμη θὰ διαστρέφουν τὴν Ἁγίαν Πίστιν (Ὀρθοδοξίαν) ἀνεπαισθήτως μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιτύχουν, καλύτερα νὰ παραπλανήσουν καὶ δελεάσουν τοὺς ἀπείρους στὰ δίκτυά τους.

Ὁ διωγμός δέν θά στρέφεται μόνον ἐναντίον τῶν ποιμένων, ἀλλά ἐναντίον ὅλων τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Θεοῦ, διότι ὅλοι ἐκεῖνοι πού θά κυβερνῶνται ἀπό τήν αἵρεσιν δέν θά ἀνέχονται τήν εὐσέβειαν. 

Νὰ ἀναγνωρίζης αὐτοὺς τοὺς λύκους μὲ ἔνδυμα προβάτων, ἀπὸ τὶς ὑπερήφανες διαθέσεις τους καὶ τὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴν ἐξουσία. Θὰ εἶναι συκοφάντες, προδότες, ἐνσπείροντες πανταχοῦ ἔχθραν καὶ κακίαν. 

Οἱ ἀληθινοὶ ὑπηρέται τοῦ Θεοῦ εἶναι ταπεινοί, ἀγαποῦν τὸν πλησίον καὶ εἶναι ὑπήκοοι εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Οἱ Μονάζοντες θὰ καταπιέζονται μεγάλως ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ὁ μοναχικὸς βίος θὰ περιφρονεῖται. 
Τὰ Μοναστήρια θὰ λιγοστεύσουν, ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν θὰ μειωθεῖ καὶ αὐτοὶ ποὺ θὰ μένουν θὰ ὑποφέρουν ποικίλους ἐκβιασμούς. 
Αὐτοὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ μοναχικοῦ βίου, τέλος πάντων, ἔχοντες ἐμφάνισιν μόνον εὐσεβείας, θὰ προσπαθοῦν νὰ ἑλκύουν τοὺς μοναχοὺς μὲ τὸ μέρος τῶν, ὑποσχόμενοι σ’ αὐτοὺς προστασία καὶ γήινα ἀγαθά, κακοποιοῦντες τοὺς ἀντιτιθεμένους σ’ αὐτοὺς μὲ διώξεις. 

Αὐτὲς οἱ κακοποιήσεις θὰ προξενοῦν μεγάλη ἀπόγνωση στοὺς ὀλιγοψύχους, ἀλλὰ ἐσὺ παιδί μου νὰ χαίρεσαι, διότι ἔχεις ζήσει μέχρι τοῦτον τὸν καιρόν, ἐπειδή σύμφωνα μέ τόν λόγον τοῦ Κυρίου (Ματθ. ι´ 32), οἱ πιστοί τότε, πού δέν ἔχουν δείξει τίποτα ἄλλες ἀρετές, θά λάβουν στεφάνους μόνον καί μόνον ἐπειδή ἐστάθησαν στέρεοι εἰς τήν πίστιν. 

Νὰ φοβῆσαι τὸν Κύριον, παιδί μου. Νὰ φοβῆσαι μήπως ἀπολέσης τὸν στέφανον ποὺ ἑτοιμάσθηκε γιὰ σένα. Νὰ φοβῆσαι μὴν ἀποβληθῆς παρὰ τοῦ Κυρίου εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον καὶ τὴν αἰώνιον κόλασιν. 

Στέκε ἀνδρείως εἰς τήν πίστιν καί ἐάν εἶναι ἀναγκαῖον ὑπόμενε διωγμούς καί ἄλλες θλίψεις, διότι ὁ Κύριος θά εἶναι μαζί σου καί οἱ ἅγιοι Μάρτυρες καί Ὁμολογηταί θά βλέπουν μέ χαρά τούς ἀγῶνας σου.

Ὅμως ἀλλοίμονον στοὺς ἀνθρώπους σ᾽ αὐτὲς τὶς ἡμέρες ποὺ θὰ εἶναι δεμένοι μὲ ὑπάρχοντα καὶ πλούτη, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀγάπης, τῆς «εἰρήνης» θὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τοὺς αἱρετικούς. Αὐτοὶ θὰ ἀποκοιμίζουν τὴν συνείδησή τους μὲ τὸ νὰ λένε «ἐμεῖς συντηροῦμε καὶ σώζομε τὸ μοναστήρι, καὶ ὁ Κύριος θὰ μᾶς συγχωρήση». Οἱ ταλαίπωροι καὶ τυφλοὶ δὲν ἀντιλαμβάνονονται ὅτι διὰ μέσου τῆς αἱρέσεως οἱ δαίμονες θὰ εἰσέρχονται στὸ μοναστήρι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι πλέον τότε ἕνα ἅγιο μοναστήρι, ἀλλὰ γυμνοὶ τοῖχοι ἀπὸ ὅπου ἡ χάρις θὰ ἀποχωρεῖ.

Ὁ Θεός ὁπωσδήποτε εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό τούς ἐχθρούς καί ποτέ δέν θά ἐγκαταλείψη τούς ὑπηρέτας του. Ἀληθινοί Χριστιανοί θά εὑρίσκονται ἕως τέλους τοῦ αἰῶνος τούτου, μόνον πού θά προτιμοῦν νά ζοῦν σέ ἀπομακρυσμένους καί ἐρημικούς τόπους. 

Νά μήν φοβῆσαι τίς θλίψεις, ἀλλά μᾶλλον νά φοβῆσαι τήν ὀλέθριον αἵρεσιν, διότι αὐτό εἶναι πού μᾶς γυμνώνη ἀπό τήν θεία χάρη καί μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Χριστόν. 
εἶναι καὶ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ θεωροῦμε τοὺς αἱρετικοὺς σὰν Χριστοκαπήλους καὶ εἰδωλολάτρας. Καὶ ἔτσι παιδί μου ἐνδυναμοῦ μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βιάσου νὰ ὁμολογήσεις ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ νὰ ὑπομένεις θλίψεις σὰν καλὸς στρατιώτης τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ (Β Τιμ. β´ 1-3), ὁ ὁποῖος εἶπε «γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἀποκ. β´ 10). 

Εἰς Αὐτὸν σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι ἂς εἶναι Δόξα, Τιμὴ καὶ Κράτος εἰς αἰῶνα αἰώνων. Ἀμήν.

Όσιος στάρετς Ανατόλιος ο νέος της Όπτινα (+30 Ιουλίου 1922)