.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδαμάντιος Τσακίρογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδαμάντιος Τσακίρογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἡ όρθόδοξη πίστη καὶ ἡ «νέα πίστη» ἤγουν ἀπιστία τῶν οἰκουμενιστῶν «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. 18, 8)

Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀσπίδα μας (Ἐφ. 6, 16), εἶναι ἡ βασικὴ προϋπόθεση καὶ ἡ μία ὁδὸς τῆς σωτηρίας μας. Διότι ὅπως λέει ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του: «καθὼς γέγραπται· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται... δικαιοσύνη δὲ Θεοῦ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας·... λέγομεν γὰρ ὅτι ἐλογίσθη τῷ ᾿Αβραὰμ ἡ πίστις εἰς δικαιοσύνην». 
Ἡ θεμελιακὴ σημασία της φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος ρωτοῦσε τοὺς ἀνθρώπους πρὶν τοὺς θεραπεύσει ἂν πιστεύουν. Ἀκολούθως ἡ πίστη εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς συνειδητῆς ὑπακοῆς, συμπόρευσης καὶ συνεργείας τοῦ ἀνθρώπου στὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς μόνον Θεό, τὶς ἐντολές Του ὡς ἀπαράβατες προϋποθέσεις σωτηρίας, Τὸν ἐπικαλεῖται καὶ Τὸν ἀκολουθεῖ ἀνεξαρτήτως κόστους ἢ ἐπιπτώσεων.

Μὲ τὴν πίστη ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του καὶ διακρίνει τὸν πραγματικὸ σκοπό της· μὲ τὴν πίστη ἀποφεύγει ὁ ἄνθρωπος τὶς πλᾶνες καὶ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματά τους. Λέγοντας πίστη δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἀποδοχὴ κάποιων θρησκευτικῶν καὶ ἠθικῶν ἀληθειῶν ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Τριαδικὸ Θεό, στὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὴ σάρκωση, τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση του Κυρίου. Οἱ Ἅγιοι, τοὺς ὁποίους τιμοῦμε καὶ καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε, ὁμολόγησαν τὸν Χριστό, ὄχι μόνο πιστεύοντας σ’ Αὐτὸν ἀλλὰ καὶ τηρώντας τὶς ἐντολές Του καὶ θυσιάζοντας μὲ χαρὰ ἀκόμα καὶ τὴ ζωή τους: «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιππ. 1, 21). Πίστη καὶ τήρηση τῶν Ἐντολῶν, εἶναι ἀλληλοπεριχωρούμενα πράγματα. Ἡ τήρηση τῶν Ἐντολῶν αὐξάνει τὴν πίστη καὶ ἡ πίστη εἶναι βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς θελήσεως, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ τηρήσει τὶς θεῖες Ἐντολὲς καὶ μέσῳ τῶν Ἐντολῶν νὰ ἔχει, κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο, μέσα του τὸν Θεῖο Λόγο «ταῖς Ἐντολαῖς σωματούμενον». Ἄνευ τῆς τήρησης τῶν Ἐντολῶν Του ἡ πίστη μας εἶναι νεκρή (Ἰακ. 2, 20). Λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «ἡ πίστη τελειοῦται, ὅταν τηροῦμε μὲ εὐσέβεια τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ καὶ πράττουμε τὶς Ἐντολὲς Αὐτοῦ ποὺ μᾶς ἀνακαίνισε» (Ἔκθεσις ἀκριβής, 4,1). 

Καὶ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Ὑπόμνημα εἰς τὰς Ἐπιστολάς) γράφει: «Μέγα μὲν ἡ πίστις… ἀλλ’ οὐκ ἀρκεῖ καθ’ ἑαυτήν…, ἀλλὰ δεῖ καὶ πολιτείας ὀρθῆς… Ὥστε διὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος… παραινεῖ λέγων· Σπουδάσωμεν εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν ἐκείνην· σπουδάσωμεν, φησίν, ὡς οὐκ ἀρκούσης τῆς πίστεως, ἀλλ’ ὀφείλοντος προτεθῆναι καὶ τοῦ βίου, καὶ πολλὴν τὴν σπουδὴν γίνεσθαι. Δεῖ γὰρ ὄντως καὶ πολλῆς σπουδῆς ὥστε εἰσελθεῖν εἰς τὸν οὐρανόν».

Ὁ προφητάναξ Δαυίδ μᾶς δίδαξε, ὅτι ἡ πίστη εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Χριστὸ «ἐπίστευσα διὸ ἐλάλησα» (115, 10) καὶ ἡ τήρηση τῶν Ἐντολῶν Του μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ντροπὴ ἀπέναντι στὸν Θεὸ «τότε οὐ μὴ αἰσχυνθῶ ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπὶ πάσας τὰς Ἐντολάς σου» (118, 8). 

Γιὰ τὸν ὀρθόδοξο πιστὸ οἱ Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν δικανικὸ χαρακτῆρα, ὅπως στὸν Παπισμό, ἀλλὰ λειτουργοῦν ὡς ἀσφαλιστικὲς δικλεῖδες, ποὺ κρατοῦν τὸν ἄνθρωπο μακρυὰ ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τὴν πλάνη. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὶς Ἐντολές Του ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁ ἄνθρωπος τὶς τηρεῖ ἀπὸ ἀγάπη καὶ πίστη στὸν Θεό. Φυλάττοντας ὁ ἄνθρωπος τὶς Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ λόγῳ πίστεως, φυλάει τὸν ἑαυτό του. «φύλαττε τὰς Ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, μᾶλλον δὲ σεαυτὸν διὰ τῶν Ἐντολῶν φύλαττε» (Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Ἠθικά, 2, 7, 277). 

Ἀκόμα, πιστεύοντας στὸν ἐνανθρωπίσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάττοντας τὶς ἐντολές του, γινόμαστε ὑπερασπιστὲς τῆς Ἀλήθειας. Τότε μόνο ἡ ζωή μας ἀληθεύει ἐν Χριστῷ. Ὁ ἀείμνηστος Ἰ. Κορναράκης ἔγραψε σὲ μία ἐπιστολή του: «Τὸ βασικὸ πρόβλημα τῆς ὑπάρξέως μας εἶναι σὲ ποιό μέτρο ἀληθεύει ἡ ζωή μας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὁ Χριστός, ἡ κατ' ἐξοχήν ἀνυπέρβατη ἀλήθεια, μᾶς ὑποχρεώνει, ἐφ' ὅσον θέλουμε «ὀπίσω αὐτῆς περιπατεῖν», νὰ ἀληθεύουμε ἐν παντί. Ὅταν δὲν τὸ κάνουμε, «παίζουμε ἐν οὐ παικτοῖς», στὸ τραπέζι τῶν εὐαγγελικῶν ἀληθειῶν».

Ὡς ἐκ τούτου ἡ τήρηση αὐτὴ τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτομάτως τῆς πίστεως σημαίνει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕναν συνεχὴ πόλεμο, μία ἀδιάκοπη μάχη μὲ τὰ πάθη του καὶ μὲ τὸν Διάβολο, ποὺ θέλει νὰ μᾶς σπρώξει, μὲ ἢ χωρὶς τὴν θέλησή μας, στὴν μὴ τήρηση –καὶ ἀκόμα χειρότερα– στὴν κατάργηση τῶν ἐντολῶν αὐτῶν: «Διότι δὲν πράττω αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς θέλω, ἀλλὰ κάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μισῶ... Τώρα δὲ δὲν πράττω ἐγὼ τὸ κακόν, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία κατοικεῖ μέσα μου καὶ μὲ ἐξουσιάζει. Διότι δὲν πράττω τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς μὲ ὅλην μου τὴν θέλησιν ἐπιθυμῶ, ἀλλὰ τὸ κακόν, ποὺ δὲν θέλω, αὐτό πράττω» (Ρωμ. 7, 15- 19). 

Σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο μᾶς σώζει μόνο ἡ ταπείνωση, ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας μας καὶ ἡ πίστη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πιστεύοντας ὁμολογεῖ τότε τὴν ἀδυναμία του «ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» γιὰ νὰ σωθεῖ διὰ τῆς πίστεως. Ἀντιθέτως ἂν δὲν κατέχουμε τὰ παραπάνω καὶ πιστεύουμε περισσότερο στὶς δυνατότητές μας ἀπ’ ὅ,τι στὸν Θεό, τότε ἡ πίστη μας νοσεῖ (Ἰσσὰκ ὁ Σύρος, Λόγος 12, 16), καταλήγει σὲ ἀπιστία καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀναίρεση τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν κατάργησή τους. 

Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται πιὰ στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ἀλλὰ στὸν κατήφορο τῆς ἀπωλείας. Βυθίζεται ὅπως ὁ Πέτρος στὴν θάλασσα τῆς ἀπιστίας του (Ματθ. 14, 28) καὶ ἀντὶ νὰ συνεργεῖ, ἀντιμάχεται τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Πολλὲς εἶναι οἱ αἰτίες ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀποφεύγουν, παρερμηνεύουν, διαστρέφουν τὶς θεῖες Ἐντολὲς καί, βέβαια, τὴν παραδοθεῖσα Πίστη, καὶ δημιουργοῦν -σὲ ἀντικατάσταση αὐτῶν τῶν Ἐντολῶν- ἄλλες διαφοροποιημένες ἢ καὶ ἀντίθετες ἀπ’ ἐκεῖνες ποὺ ἔδωσε ὁ Θεός. Δηλαδὴ δημιουργοῦν τὶς αἱρέσεις. Βασικὲς αἰτίες εἶναι ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἡ παραθεώρηση, ἡ ἄρνηση τῶν Ἐντολῶν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος συνειδησιακά γνωρίζει τὴν πτώση του καὶ ποιόν ἀρνεῖται, δημιουργεῖ μὲ τὴν αἵρεση, μία «νέα πίστη», προσαρμοσμένη στὶς ἐπιθυμίες του, ἑλκυστικὴ στὴν ἐπιφάνεια μὰ σάπια στὴν οὐσία της, διαστρεβλωμένη, ψευδή, καταστροφικὴ γιὰ τὸν ἴδιο καὶ τοὺς συνανθρώπους του.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τῶν οἰκουμενιστῶν (ποὺ δυστυχῶς, κοινωνοῦντες μαζί τους, τὴν προσεταιρίζονται, ἢ τὴν προσλαμβάνουν, τὴν ἀποδέχονται καὶ οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες καὶ πιστοί). Μία πίστη ποὺ δὲν ὁδηγεῖ στὴν Ζωὴ ἀλλὰ στὸν πνευματικὸ θάνατο. Οἱ Οἰκουμενιστὲς εἶναι σὰν τὸν ἐπίσκοπο τῶν Σάρδεων (Ἀποκ. 3, 1) σωματικὰ μὲν ζωντανοί, ἀλλὰ πνευματικὰ νεκροί. Νοσοῦντες τῇ πίστει (δηλ. ἀπιστοῦντες ἀπέναντι στὸν Θεό), δημιούργησαν μία νέα πίστη, τὸν Οἰκουμενισμό. Οἱ Οἰκουμενιστὲς διαστρέφοντας τὴν πίστη, ὁμοιάζουν μὲ αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «καθὼς δὲν ἔκριναν καλὸν καὶ δὲν θέλησαν νὰ κατέχουν τὴν ἀληθῆ καὶ σοφῆ γνώση περὶ τοῦ Θεοῦ, παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ παραδοθοῦν καὶ ὑποδουλωθοῦν εἰς νοῦν ἀνίκανον νὰ διακρίνη τὸ ὀρθόν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαπράττουν αὐτὰ τὰ ἀπρεπῆ καὶ ἐπαίσχυντα. Καὶ ἔτσι γέμισαν καὶ διεποτίσθησαν, κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, ἀπὸ κάθε ἀδικίαν, πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν· ἐγέμισαν ἀπὸ φθόνον, φόνον, φιλόνικη διάθεση, δολιότητα καὶ κάθε κακοήθειαν. Ἔγιναν κρυφοὶ κατήγοροι σιγοψιθυρίζοντες μεταξύ των εἰς βάρος τῶν ἄλλων, θρασεῖς συκοφάντες τῶν ἀπόντων, γεμάτοι μῖσος ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὑβριστές, φαντασμένοι καὶ κομπαστές, ἐπιδειξιομανεῖς, ἐπινοητὲς κακῶν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, ἀσεβεῖς καὶ ἀνυπάκοοι ἀπέναντι τῶν γονέων· ἄνθρωποι χωρὶς σύνεση, ποὺ χωρὶς ντροπὴ καταπατοῦν τὸν λόγον τους καὶ τὶς συμφωνίες ποὺ ἔχουν κάνει, ἄστοργοι ἀπέναντι τῶν οἰκείων τους, ἀδιάλλακτοι καὶ μνησίκακοι, σκληροὶ καὶ ἀνάλγητοι στὴν ξένη δυστυχία. Αὐτοί, μολονότι γνώρισαν καλὰ τὸ θέλημα καὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, ὅτι δηλαδὴ ὅσοι διαπράττουν τέτοια πονηρὰ ἔργα εἶναι ἄξιοι θανάτου (σημ. ψυχικοῦ), ὄχι μόνον πράττουν αὐτά, ἀλλὰ ἀπὸ ψυχικὴ πώρωση καὶ κακότητα ἐπιδοκιμάζουν μὲ ὅλη τους τὴν καρδιὰ καὶ ἐκείνους ποὺ τὰ πράττουν» (Ρωμ. 1, 28-32).

Δημιούργησαν ἕνα «νέο σύμβολο τῆς πίστεως» (https://paterikiparadosi.blogspot.de/2017/07/blog-post_71.html) καταργώντας τὸ ἕνα Σύμβολο τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Δημιούργησαν «νέους Κανόνες», καταργώντας τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὀνομάζοντάς τους «τείχη τοῦ αἴσχους» (http://aktines.blogspot.de/2016/12/blog-post_851.html).

Δημιούργησαν «νέου τύπου Ἁγίους», ὅπως ὁ Φραγκίσκος τῆς Ἀσίζης (http://www.amen.gr/article/oi-agioi-modestos-kai-fragkiskos-prostates-twn-zwwn), καταργώντας τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχέκακου ὄφεως» (http://www.impantokratoros.gr/5B7D31CF.el.aspx).

Δημιούργησαν μία «νέα Ἐκκλησιολογία» (Π.Σ.Ε.) καταργώντας τὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

Δημιούργησαν μία «νέα θεολογία» (μεταπατερική, βαπτισματική, περὶ διηρημένης Ἐκκλησίας, περὶ πρωτείου, ἐπισκοποκρατία κλπ.), καταργώντας τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων.

Δημιούργησαν μία «νέα εὐσέβεια» (γεροντισμός, ἐκκοσμίκευση, νεοσχολαστικισμός, ὀνοματοκρυπτισμός, κλπ.) καταργώντας τὸ ὀρθόδοξο ἦθος.

Δημιούργησαν ἕναν «νέο Ἐπίσκοπο-Δεσπότη», καταργώντας τὸν Ἐπίσκοπο-Ποιμένα.

Δημιούργησαν ἕνα «νέο συνοδικὸ σύστημα» τῆς ψήφου μόνο τῶν προκαθημένων, τῶν αἱρετικῶν παρατηρητῶν, τῶν μπράβων, τῶν συναυλιῶν, τῶν ἐκλεκτῶν ἐδεσμάτων (Κολυμπάρι), καταργώντας τὸν ὁμολογιακὸ χαρακτῆρα τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων.

Δημιούργησαν τὶς συζητήσεις τῶν συνεδρίων, τῶν σαλονιῶν καὶ τοῦ ἐκλεκτισμοῦ καταργώντας τὸ κήρυγμα, τὴν κατήχηση καὶ τὸν σεβασμὸ ἀκόμα καὶ στὸν μικρότερο τοῦ ποιμνίου.

Ἐμεῖς καλούμαστε νὰ διαλέξουμε: θὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε ἢ θὰ ἀκολουθήσουμε μιμούμενοι τὸν Παῦλο, ποὺ μᾶς προειδοποίησε καὶ μᾶς δίδαξε: «ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται. σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον...»; Ἂν ἀκολουθήσουμε τὸν Παῦλο, ἴσως κάποτε νὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε καυχώμενοι ἐν Κυρίῳ «τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα» (Β Τιμ. 4, 3-7). 

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ἀναζητοῦνται πνευματικοὶ πατέρες



«Οὐαὶ τῷ ἑνί, ὅταν πέσῃ καὶ μὴ ᾖ δεύτερος τοῦ ἐγεῖραι αὐτόν» 
(Ἐκκλ. 4, 10)

Μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἀπώλειες τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἐπέτρεψε τὴν ἐξάπλωση καὶ ἑδραίωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι ἡ ἔλλειψη -ἐκτὸς ἐλαχίστων λαμπρῶν ἐξαιρέσεων- πραγματικῶν πνευματικῶν πατέρων, ποὺ νὰ ἀκολουθοῦν καὶ νὰ βιώνουν τὴν ἁγιοπατερικὴ Παράδοση. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι τὸ ποίμνιο, περικυκλωμένο ἀπὸ τὴν ἐκκοσμίκευση, τὸν γεροντισμό, τὴν ἀσυνέπεια καὶ τὸν εὐσεβισμό, βρίσκεται σὲ πλήρη σύγχυση καὶ ἀδυνατεῖ νὰ προβάλει τὴν δέουσα ἀντίσταση καὶ νὰ ἀνταποκριθεῖ πνευματικὰ στὸν ὁμολογιακὸ ἀγῶνα ἐνάντια στὴν Παναίρεση.

Ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ πιστὸς ἔχει πάντα ἀνάγκη ἀπὸ ἕναν ἔμπειρο ὁδηγό, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν προφυλάξει ἀπὸ τὶς παγίδες, τὶς πλᾶνες καὶ τὴν ἀπογοήτευση τῆς ἑκάστοτε πιθανῆς πτώσης του καὶ θὰ τὸν στηρίξει, συνοδεύοντάς τον στὴν πραγματοποίηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν σωτηρία του. Ὁ πνευματικὸς πατέρας εἶναι ἀναγκαῖος, διότι χωρὶς πνευματικὴ καθοδήγηση καὶ στήριξη ἡ πτώση μας παρουσιάζεται πολὺ πιθανή «οἷς μὴ ὑπάρχει κυβέρνησις, πίπτουσι ὥσπερ φύλλα» (Παροιμ. 11, 44). Ἐὰν δὲν ἔχουμε πνευματικὸ πατέρα πρέπει νὰ βροῦμε· «εἰ δὲ ὁδηγὸς οὐκ ἔστι, χρῆ ζητεῖν ἐμπόνως» (Νικηφόρος Μοναχός, Περὶ νήψεως). Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει πνευματικὸ πατέρα γίνεται, κατὰ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, ἐχθρὸς τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του. Ποιά πρέπει ὅμως νὰ εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀληθινοῦ πνευματικοῦ πατέρα κατὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία;

Ὁ πνευματικὸς πατέρας εἶναι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πού, ἀφοῦ μαθήτευσε ἐπιμελῶς ὁ ἴδιος σὲ δικό του πατέρα καὶ διέσχισε τὸν προσωπικό του δρόμο πάλης μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες του, νίκησε τοὺς πειρασμούς του καὶ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστὸ γίνεται μιμητὴς Χριστοῦ, ἀναλαμβάνοντας τὸ πραγματικὰ μαρτυρικὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης τοῦ ποιμνίου Του. «Μὲ ἀγαπᾶς Πέτρο; Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου» (Ἰω. 21, 15-16), τὸ ὁποῖο χρειάζεται ποιμένα καὶ ἰατρό (Ματθ. 9, 12). 
Ἀκολούθως ζητάει ὑπακοὴ ὑπακούοντας πρῶτα ὁ ἴδιος στὸν Χριστὸ καὶ στὶς ἐντολές Του· ζητάει ὀρθοπραξία κατέχοντας πρῶτα ὁ ἴδιος καὶ ὑπερασπίζοντας τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων· ζητάει τάξη στὸν οἶκο τῶν πνευματικῶν του τέκνων ἔχοντας βάλει πρῶτα ὁ ἴδιος τάξη στὸν οἶκο του· «εἰ δέ τις τοῦ ἰδίου οἴκου προστῆναι οὐκ οἶδεν, πῶς Ἐκκλησίας Θεοῦ ἐπιμελήσεται;» (Α’ Τιμ. 3, 5)· ζητάει καὶ προωθεῖ τὴν πνευματικὴ ὑγεία ἔχοντας πρῶτα ὁ ἴδιος θεραπευτεῖ «ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν». 
Ἐὰν δὲν ἰσχύουν αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις τότε χάνονται καὶ οἱ δύο, καὶ πατέρας καὶ τέκνον «τυφλὸς τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. 15, 14).

Ἡ σχέση μεταξὺ πνευματικοῦ πατέρα καὶ πνευματικοῦ τέκνου πρέπει νὰ διακατέχεται ἀπὸ τὴν κοινὴ ὀρθὴ πίστη, τὴν ἀγάπη, τὸν σεβασμό, καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη. Παρόλα αὐτὰ εἶναι φυσιολογικό, νὰ τηρεῖ ὁ πιστὸς στὴν ἀρχὴ μία συνεσταλμένη στάση καὶ νὰ διακατέχεται ἀπὸ μία ἐπιφυλακτικότητα, ἰδιαίτερα μάλιστα στοὺς σημερινοὺς καιροὺς τῆς ἀπόλυτης σύγχυσης. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ συμβουλὴ τῶν Πατέρων· «μὴ ἀπεῖρῳ... διδασκάλῳ ἑαυτὸν ἐκδῷς, ἵνα μὴ ἀντὶ εὐαγγελικῆς διαβολικὴν πολιτείαν διδαχθῇς» (Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια διάφορα, 1, 48). Μόλις ὅμως διαπιστωθεῖ τὸ ὀρθὸ φρόνημα τοῦ πνευματικοῦ πατέρα τότε ἀκολουθοῦν ἡ ἐμπιστοσύνη, ἡ ἄρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος, ἡ ὑπακοή. 
Ὁ πιστὸς ἐναποθέτει τὰ πάντα στὸν πνευματικό του καὶ ἔτσι προχωράει μὲ ἀσφάλεια στὶς ἀντιξοότητες τῆς βιωτῆς του. Ὁ πνευματικὸς πατέρας γίνεται τότε δάσκαλος μὲ συγκεκριμένη, ὀρθόδοξη καὶ ὄχι ἀφηρημένη διδασκαλία· γίνεται ὁδηγὸς μὲ συγκεκριμένη καὶ ὄχι ἀφηρημένη κατεύθυνση· γίνεται πατέρας μὲ συγκεκριμένη καὶ ὄχι ἀφηρημένη πατρότητα. Ὁ πνευματικὸς πατέρας δὲν ἐξουθενώνει, δὲν συντρίβει τὸ πνευματικὸ τέκνο του στὰ τυχόν του λάθη, δὲν ἀρνεῖται καὶ ξαναδέχεται τὴν ἐπικοινωνία ἀνάλογα μὲ τὸν χρόνο καὶ τὴν ὄρεξη ποὺ ἔχει. Ἀντιθέτως τὸ γεννάει πνευματικά, ὅπως ὁ Παῦλος τὸν Ὀνήσιμο «παρακαλῶ σε περὶ τοῦ ἐμοῦ τέκνου, ὃν ἐγέννησα ἐν τοῖς δεσμοῖς μου, ᾿Ονήσιμον, τὸν ποτέ σοι ἄχρηστον, νυνὶ δὲ σοὶ καὶ ἐμοὶ εὔχρηστον, ὃν ἀνέπεμψα· σὺ δὲ αὐτόν, τοῦτ' ἔστι τὰ ἐμὰ σπλάγχνα» (Πρὸς Φιλήμονα 10-12), τὸ συνοδεύει συνεχῶς, πονάει, χαίρεται, νιώθει ἰσοδύναμα μαζί του καὶ λαμβάνει τὴν ὑπακοὴ ὡς δυνατότητα τῆς ἐν Χριστῷ ἐγγύτητας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ μόρφωσης «τεκνία μου, οὓς πάλι ὠδίνω μέχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς» (Γαλ. 4, 11). Ὁ πιστὸς μιλάει ἀνοιχτὰ τὸν πνευματικό του πατέρα καὶ ἀκούει ἀπὸ αὐτὸν λόγια ἀληθείας βιώνοντας τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη. 

Ὁ Οἰκουμενισμὸς διέβρωσε καὶ μὲ ἐξαίρεση ἐλαχίστων πατέρων καὶ πιστῶν κατέστρεψε αὐτὴν τὴν σημαντικότατη γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ζωὴ πνευματικὴ σχέση. Σήμερα ὑπάρχουν πολλοὶ πατέρες ἀλλὰ ἐλάχιστοι πνευματικοί. Οἱ περισσότεροι «ποιμένες ἄνδρες ἀδόκιμοι ἀρετῆς, ἄπιστοι... μὴ διακρίνοντες τὴν δεξιὰν ὁδὸν ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, ἀμελεῖς, φιλομέριμνοι, τὰ πρωτεῖα μὲ δῶρα ἁρπάζοντες... μὴ γνωρίζοντες κατηχεῖν καὶ νουθετεῖν τὸ ποίμνιον» (Ἀββᾶς Μωϋσής, Προφητεία) ἀυτοανακηρύττονται σὲ πνευματικοὺς καὶ ζητοῦν ἀπόλυτη ὑπακοή, θυμίζοντας στοὺς πιστοὺς τὰ λόγια τοῦ Παύλου «πείθεσθαι τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε». Παραλείπουν, ὅμως νὰ τοὺς θυμίσουν τό: «Ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ᾿ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους· ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω» (Β΄Κορ. 9, 18-22). Ἔτσι, ζητοῦν ὑπακοὴ στὴν Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἴδιοι τὴν πολεμοῦν, νοθεύοντας τὰ δόγματα, καταργώντας τοὺς Κανόνες, καταπιέζοντας ἀντὶ ἐλευθερώνοντας τὸ ποίμνιό της, ἀφήνοντάς το βορὰ τῶν λύκων, διώκοντας τοὺς θέλοντες «εὐσεβῶς ζῆν». Μιλοῦν στὸ ποίμνιο λὲς καὶ μιλοῦν σὲ ἄβουλους καὶ ἀδαεῖς ὑπηκόους, ποὺ ἔχουν τὴν ὑποχρέωση νὰ ἀκολουθοῦν κατὰ γράμμα, ὅ,τι τοὺς λένε, χωρὶς εὔλογη διαμαρτυρία, ἀκυρώνοντας τους τὸ δικαίωμα διάκρισης καὶ ὑπακοῆς μόνο στὴν Ἀλήθεια. Ρίχνουν τὶς εὐθύνες σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς τους. Μιλοῦν γιὰ σκάνδαλα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι σκανδαλίζουν. Ξεχνοῦν τὴν παραίνεση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ· Βλέπετε μὴ ἀπολείψῃ πρόβατον ἐκ τῆς ποίμνης. Τοῦτο γάρ ἐστε γινώσκοντες, ὅτι ἐὰν ἓν πρόβατον ἀπολείψῃ γενόμενον θηριάλωτον ἐξ ὑμετέρας ἀμελείας, πάντα τὸν βίον ὑμῶν κατέλυσεν· τὸ γὰρ αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν ἀπαιτήσει ὁ Κριτής» (Λόγος περὶ ψευδοπροφητῶν, καὶ ψευδοδιδασκάλων, καὶ ἀθέων αἱρετικῶν, καὶ περὶ σημείων τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου). Ξεχνοῦν τὴν προφητεία τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὅτι στοὺς ἔσχατους χρόνους «Οἱ κληρικοὶ θὰ γίνουν οἱ χειρότεροι καὶ ἀσεβέστεροι τῶν ὅλων».

Ἂς μὴν χάνουμε ὅμως τὴν ἐλπίδα μας καὶ ἂς μὴν ἀποποιούμαστε τῶν εὐθυνῶν μας, διότι καὶ ἐμεῖς εὐθυνόμαστε γι’ αὐτὴν τὴν τὴν κατάσταση. Στὸ μυαλό μας ἂς εἶναι πάντα πρώτα ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ἂν χάνουμε τὸ θάρρος μας τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἀνατολίου τῆς Ὄπτινα: «Ὁ Θεὸς ὁπωσδήποτε εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἐγκαταλείψη τοὺς ὑπηρέτας του... Νὰ μὴν φοβῆσαι τὶς θλίψεις, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ φοβῆσαι τὴν ὀλέθριον αἵρεσιν, διότι αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς γυμνώνη ἀπὸ τὴν θεία χάρη καὶ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Χριστόν... Καὶ ἔτσι παιδί μου ἐνδυνάμου μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ».

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου



«Ἔνοχος ἔνοχον οὐ ποιεῖ» (νομικό ἀξίωμα). Τὸ ζωτικὸ ψεῦδος τῶν «ἀντιοικουμενιστῶν»

Ἂν διαβάσουμε προσεκτικὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη θὰ διαπιστώσουμε, ὅτι ὁ ἁμαρτωλὸς συνήθως δὲν κατονομάζεται. Ἀντιθέτως ὁ προδότης, ὁ παραχαράκτης καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἀναφέρεται πάντα μὲ τὸ ὄνομά του: Ὁ Ἰούδας, ὁ Ἀνανίας, ἡ Σαπφείρα, ὁ Σίμων, ὁ Ὑμέναιος, ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Φιλητός κλπ. 

Αὐτὴ ἡ διαπίστωση εἶναι μιὰ πρώτη ἰσχυρὴ ἔνδειξη γιὰ τὸ ἱερὸ καθῆκον ποὺ ἔχουμε ὅλοι μας νὰ καταδεικνύουμε πάντα τὸν ἔνοχο καὶ ψεύτη σὲ θέματα πίστεως, διότι ἔτσι δείχνουμε τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἀγάπη μας στὸν Θεὸ καὶ στὸν συνάνθρωπο, προστατεύοντάς ἐμᾶς καὶ αὐτὸν ἀπὸ τὶς ὀλέθριες γιὰ τὴν σωτηρία μας ἐπιρροὲς τῶν ἑκάστοτε ἐνόχων σὲ θέματα Πίστεως. 

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σὰν ἀληθινοὶ ποιμένες, μᾶς δίδαξαν μὲ ἔργα καὶ λόγους αὐτὴ τὴν στάση καὶ κατέδειξαν τὴν ποιμαντική της σπουδαιότητα. Πάντοτε κατονόμαζαν τοὺς αἱρετικούς γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ τοὺς ἴδιους νὰ συνειδητοποιήσουν καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ λάθος τους, καὶ τὸ ποίμνιο νὰ προφυλαχθεῖ καὶ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τοὺς συγκεκριμένους αἱρετικοὺς ψευδοποιμένες καὶ λαϊκούς, τοὺς βαρεῖς «λύκους» ποὺ μὲ ἔνδυμα προβάτου θέλουν νὰ κατασπαράξουν τὰ πρόβατα. Ὁ Ἄρειος καὶ ὁ Νεστόριος, ὁ Πραξέας καὶ ὁ Νοητός, ὁ Βαρλαάμ κ.ἄ, ἦσαν αἱρετικοὶ πρὶν καταδικασθοῦν ἀπὸ Σύνοδο, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ποιμένες καὶ πιστοὶ ἐπεσήμαναν τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τους καί, βέβαια, τοὺς καλοῦσαν σὲ διόρθωση. Ἐξ ἄλλου γι’ αὐτὸ συγκλήθηκε ἡ ἑκάστοτε Σύνοδος, γιὰ νὰ τοὺς καταδικάσει, ἀφοῦ δὲν μετανοοῦσαν καὶ ἐπέμεναν σ’ αὐτές. 

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τοὺς ὀνόμαζαν αἱρετικοὺς καὶ «λύκους», πρὶν καταδικασθοῦν καὶ ἔγραφαν λόγους ἐναντίον τῶν «ὀρθοδόξων» στὸ ὄνομα, ἀλλ’ αἱρετικῶν στὸ φρόνημα, ποὺ μπορεῖ νὰ κατεῖχαν ἱερατικὰ ἀξιώματα καὶ θρόνους Ἐπισκοπικούς, ἀλλὰ ἀπεδεικνύοντο ἐχθροὶ τῆς Πίστεως καὶ «βαρεῖς λύκοι», ὡς αἱρετικοί. Ἔτσι ἔκανε π.χ. ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κ.ἄ. 

Ἡ ἄρνηση τοῦ ἑκάστοτε Χριστιανοῦ, Ποιμένος καὶ μή, νὰ κατονομάσει τοὺς ἑκάστοτε κακόδοξους καὶ αἱρετικούς, εἶναι πράξη ἀνεύθυνη καὶ ἀφιλάδελφη, ἀφοῦ τοὺς ἀφήνει στὴν πλάνη τους ἀνεξέλεγκτους καὶ ἀβοήθητους νὰ ἀπωλεσθοῦν καὶ νὰ ὁδηγοῦν καὶ τοὺς ἄλλους στὴν ἀπώλεια. Ἂν γνωρίζουμε τὸν ἔνοχο σὲ θέματα πίστεως καὶ δὲν τὸν ὀνομάζουμε, δὲν τὸν καταδεικνύουμε γιὰ νὰ προστατεύσουμε τὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ αὐτόν, τότε καταντοῦμε καὶ ἐμεῖς ψεῦτες καὶ, ὡς ἐκ τούτου, τὸ ἴδιο ἔνοχοι. 
Διότι γιὰ νὰ συγκαλύψουμε τὸ ψεῦδος, λόγω προσωπικῶν συμφερόντων ἢ ἀκόμα καὶ δειλίας, παρουσιάζουμε στοὺς ἑαυτοὺς μας καὶ στοὺς ἄλλους, ὡς δῆθεν ἀγωνιστές, μία μισὴ ἀλήθεια, ἀκατονόμαστη, κρύβοντας παράλληλα τὴν πραγματικὴ ὀδυνηρὴ ἀλήθεια, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ αὐτὴ θὰ ἀπαιτοῦσε ἀπὸ ἐμᾶς αὐταπάρνηση καὶ μία φυσικὴ συνέπεια λόγων καὶ πράξεων.

Καὶ παράξενο· Αὐτὸ τὸ ψεῦδος μᾶς κρατάει στὴν ζωὴ ὡς ὑποτιθέμενους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας. Ὁ Νορβηγὸς θεατρικὸς συγγραφέας Ἑρρῖκος Ἴψεν ἐφηῦρε γιὰ αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ ψεύδους τὸν ὅρο «ζωτικὸ ψεῦδος». Κάθε ζωτικὸ ψεῦδος ἀπαιτεῖ τεχνάσματα συγκάλυψης ποὺ ἐξυπηρετοῦν τοὺς σκοπούς μας καὶ ἀποσιωποῦν τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια. Αὐτὴ ἡ συγκάλυψη καὶ ἡ ὀνοματικὴ ἀπόκρυψη τοῦ ἐνόχου μᾶς καθιστᾶ αὐτομάτως ἐνόχους. Διότι ὁ ἔνοχος δὲν κατονομάζει τὸν ἔνοχο.

Ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης προχώρησε ἀκόμα περισσότερο καὶ χαρακτήρισε σὲ ὁμιλία του αὐτὴν τὴν συγκάλυψη καὶ ὀνοματικὴ ἀπόκρυψη τῶν ἐνόχων σὲ θέματα πίστεως ὡς μία ἐπὶ μέρους αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸν «ὀνοματοκρυπτισμὸ» (Μάρτιος 2013). 

Πρόκειται γιὰ μία σύγχρονη μὴ ὁμολογιακή, προδοτικὴ τακτικὴ καὶ συνήθη πρακτικὴ ὅλων σχεδὸν τῶν σημερινῶν Ἐπισκόπων, ἱερέων, διακόνων, μοναχῶν, θεολόγων καὶ θρησκευτικῶν Ἀδελφοτήτων. Ὅλοι αὐτοὶ κατ΄ ἰδίαν καὶ δημοσίως ὁμιλοῦν μὲν γιὰ τὰ κακῶς κείμενα στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, γιὰ τὰ σκάνδαλα ποὺ ὑποβιβάζουν καὶ ἐξευτελίζουν τὴν νύμφη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία στὰ μάτια τοῦ κόσμου, καὶ τέλος γιὰ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καταφέρονται γενικὰ ἐναντίον ὅλων αὐτῶν τῶν φαινομένων, ἀλλὰ δὲν ὀνομάζουν τοὺς ἑκάστοτε αἱρετίζοντες θεολόγους, ἱερεῖς, Ἐπισκόπους, Μητροπολίτες, Πατριάρχες κ.λπ., διότι ὁ ὀνοματισμὸς θὰ ἀπαιτοῦσε τὴν συνέπεια τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων: Ἡ κατονομασία τους θὰ ἀπαιτοῦσε -κατὰ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων- μαζὶ μὲ τὴν ὁμολογία, τὴν ἐφαρμογὴ τῶν Κανόνων καὶ τὴν διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μαζί τους.

Βλέπουμε λοιπὸν π.χ. τὸν μητροπολίτη Ναυπάκτου νὰ μιλάει γιὰ μεταπατερικοὺς θεολόγους, ποὺ προετοίμασαν καὶ προώθησαν τὸ δράμα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς κατονομάζει· βλέπουμε τὸν Πειραιῶς νὰ μιλάει γιὰ αἱρετίζοντες οἰκουμενιστὲς καὶ μεταπατερικοὺς μέσα στὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς κατονομάζει· βλέπουμε τὸν Λεμεσοῦ νὰ μιλάει γιὰ τραγικὲς ἀντιορθόδοξες μεθόδους στὸ Κολυμπάρι ἀλλὰ νὰ μὴν κατονομάζει· βλέπουμε τὸν ἡγούμενο τῆς Γρηγορίου νὰ μιλάει μὲ παραδείγματα γιὰ τὴν κατάντια τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς κατονομάζει· ἀκοῦμε τὴν Ἱ. Μ. Παρακλήτου νὰ μιλάει γιὰ ἀπίστευτα σκάνδαλα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ νὰ μὴν τὰ κατονομάζει· ἀκοῦμε Ἐπισκόπους, ἱερεῖς, θεολόγους, μοναχοὺς νὰ γνωρίζουν σημεῖα καὶ τέρατα, ποὺ καταβροχθίζουν τὴν εὐσέβεια καὶ τὸ φρόνημα τοῦ ποιμνίου, ἀλλὰ νὰ μὴν τὰ κατονομάζουν. 
Πολλοὶ μάλιστα, ὅπως ὁ Κορίνθου, ὁ Ἀργολίδος, ὁ Θεσσαλονίκης, ὁ Σιδηροκάστρου, κ. ἄ δὲν κατονομάζουν κἂν τὴν ὕπαρξη τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καὶ μετὰ μένουν ὅλοι –παραδόξως– κατάπληκτοι, πῶς προχωράει καὶ ἑδραιώνεται αὐτὴ ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Φθάσαμε πιὰ στὸ τραγικὸ παράδοξο νὰ ἀναγνωρίζουμε, ἂν τὸ ἀναγνωρίζουμε, ὅτι ὑπάρχει αἵρεση καὶ νὰ μὴν κατονομάζουμε, ποιός εἶναι ἐπιτέλους ὁ αἱρετικός.

Τὸ «γνώσεσθε τὴν ἀλήθεια καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. 8, 32) γιὰ τοὺς περισσοτέρους καταργήθηκε. Ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ ποῦν καὶ ἄλλοι δὲν ἀπαιτοῦν νὰ μάθουν. Ὅμως ἡ ἀλήθεια ἔχει ὄνομα, Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία του καὶ τὸ ψεῦδος ἔχει ὄνομα, Διάβολος/Βεελζεβούλ/Ἑωσφόρος, αἵρεση καὶ οἱ ὑπηρέτες τους ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. 

Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπηρετοῦμε καὶ τὰ δύο. Ἢ θὰ μισήσουμε τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσουμε τὸν ἄλλον ἤ θὰ στηριχτοῦμε στὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσουμε τὸν ἄλλο (Ματθ. 6, 24). Ὅσοι δὲν κατονομάζουν εἶναι καὶ μὲ τοὺς δύο κυρίους, λένε τὴν μισὴ ἀλήθεια καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἔνοχοι ἀπέναντι στὴν Ἀλήθεια. Τὸ ἀποτέλεσμα; Ὁ «ἔνοχος» ἔνοχον οὐ ποιεῖ, ἡ ἀλήθεια πολεμεῖται καὶ τὸ ψεῦδος κυριαρχεῖ.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ἡ ταπείνωση τῶν Ἀποστόλων καὶ ἡ ὑπερηφάνεια τῶν Οἰκουμενιστῶν

Δὲν μπορεῖ κάποιος παρὰ νὰ γεμίσει μὲ θαυμασμό, ὅταν ἀναρωτηθεῖ, ἐρευνώντας τὸ ὑπεράνθρωπο ἔργο τῶν Ἀποστόλων: Πῶς κατάφεραν οἱ Ἀπόστολοι, ἄνθρωποι σκηνοποιοί, ψαράδες, τελῶνες, ἄνθρωποι χωρὶς κοσμικὴ ἐξουσία καὶ δύναμη νὰ διαδώσουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σὲ μία ἐποχή, στὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχαν οἱ εὐκολίες καὶ ἡ ταχύτητα διάδοσης ἰδεολογιῶν καὶ μηνυμάτων, ὅπως σήμερα. 
Διότι εἶναι φυσικὸ νὰ ρωτήσει κάποιος, πῶς τὰ κατάφεραν οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἄνθρωποι νὰ ἀνταπεξέλθουν στὶς δυσκολίες τῶς ἐποχῆς ἐκείνης, ποιά ἦταν τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ζῆλο γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου; 
Σὲ μία τέτοια ἐρώτηση ἡ ἀπάντηση θὰ πρέπει νὰ εἶναι: Ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος «ἔχει μετρήσει καί τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας» (Ματθ. 10, 30), βαθειὰ συνειδητοποίηση ὅτι ὁ Θεὸς ὁλοκλήρωνε κάθε δική τους προσπάθεια, οὐσιαστική, ἀληθινὴ ταπείνωση καὶ ἀποδοχὴ, ὅτι «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» καὶ ὅτι ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἔργου ὀφειλόταν στὸν «αὐξάνοντα Θεό», μεγάλη ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους τους, ὡς ἀνταπόδοση τῆς ἀπέραντης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ πρὸς αὐτούς. 
Κι ὅλα αὐτὰ τὰ συντηροῦσαν καὶ τὰ αὔξαναν μὲ τὴν τήρηση τῶν Ἐντολῶν Του, μὲ τὶς κακουχίες, τὶς νηστεῖες, τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, τὴν αὐτοκριτικὴ καὶ τὴν αὐτομεμψία, τὴν ταπείνωση. Γράφει ὁ Παῦλος:

«Δυστυχισμένος καὶ ταλαιπωρημένος ἐγὼ ἄνθρωπος! Ποιός θὰ μὲ ἐλευθερώσει καὶ θὰ μὲ γλυτώσει ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦτο, μέσα στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος» (Ρωμ. 7, 24); «Ποιανοῦ ἡ πίστη ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἀσθενῶ κι ἐγώ;
Ποιός ὑποκύπτει στὸν πειρασμό καὶ δὲν ὑποφέρω κι ἐγώ; Ἄν πρέπει νὰ καυχηθῶ, θὰ καυχηθῶ γιὰ τὰ παθήματά μου» (Κορ. 2, 11, 23). «Μοῦ φαίνεται πώς ὁ Θεός σ' ἐμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἔδωσε τὴν ἐλεεινότερη θέση, σὰν νὰ εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ πεθάνουμε στὸ στάδιο… Γίναμε θέαμα γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ ἀγγέλους καὶ γι' ἀνθρώπους. Ἐμεῖς παρουσιαζόμαστε μωροί γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ... εἴμαστε ἀδύναμοι... εἴμαστε περιφρονημένοι... Στούς ἐμπαιγμούς ἀπαντᾶμε μὲ καλὰ λόγια, στοὺς διωγμούς μὲ ὑπομονή, στὶς συκοφαντίες μὲ λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σὰν τὰ σκουπίδια ὅλου τοῦ κόσμου, ὥς αὐτὴ τὴν ὥρα θεωρούμαστε τὰ ἀποβράσματα τῆς κοινωνίας» (Κορ. 1, 4, 9). «Δέν ἀποφύγαμε τήν ἐργασία ὅταν ἤμασταν κοντά σας, οὔτε ἐπιβαρύναμε κανέναν μέ τή διατροφή μας, ἀλλά ἐργαζόμασταν μέρα νύχτα μέ κόπο καί μόχθο, γιά νά μή γίνουμε βάρος σέ κανένα σας» (Β' Θεσ. 3, 7-9). «Οἱ ἀθλητές ποὺ ἑτοιμάζονται γιὰ τὸν ἀγῶνα, ὑποβάλλονται σὲ κάθε εἴδους ἀποχή· γιὰ νὰ λάβουν, ἐκεῖνοι ἕνα στεφάνι ποὺ μαραίνεται, ἐμεῖς ὅμως ἕνα ἀμάραντο. Ἐγώ, λοιπόν, ἔτσι τρέχω, μὲ τὰ μάτια στηλωμένα στὸ τέρμα· ἔτσι πυγμαχῶ, ὄχι σὰν κάποιον ποὺ δίνει γροθιές στὸν ἀέρα. Ἀλλά μὲ σκληρὲς ἀσκήσεις ταλαίπωρῶ τὸ σῶμα μου καὶ τὸ ὑποδουλώνω, ἀπὸ φόβο μήπως, ἐνῶ θὰ ἔχω κηρύξει στοὺς ἄλλους, ἐγὼ ὁ ἴδιος κριθῶ ἀκατάλληλος» (Κορ. 1, 9. 27).

Οι Ἀπόστολοι ἔκαναν τὸν ἀγῶνα τους χωρὶς νὰ ὑψώνουν τοὺς ἑαυτούς τους, ἐπειδὴ τοὺς ἐπέλεξε ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐξισώνοντάς τους ἀκόμα καὶ μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ καὶ ἀσήμαντο πιστό, δεχόμενοι ἀκόμα καὶ ἔλεγχο καὶ κριτική. Γιατὶ πίστευαν καὶ δίδασκαν, ὅτι στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει μικρὸς καὶ μεγάλος ἀλλὰ ὅλοι ἔχουν τὸν ρόλο καὶ τὴν εὐθύνη τους. Ἔτσι ὅταν οἱ ἐκ περιτομῆς Χριστιανοὶ ἔλεγξαν μὲ παρρησία τὸν Πέτρο γιὰ τὸ ὅτι βάπτισε ἐθνικούς, αὐτός ὄχι μόνο δὲν δυσανασχέτησε, ἀλλὰ ἀντιθέτως δέχθηκε τὸν ἔλεγχο καὶ μὲ ἀγάπη καὶ ἠρεμία ἀπολογήθηκε, ἐξηγώντας τους γιατὶ τὸ ἔκανε (Πράξ. 11, 1-18) θεωρώντας δίκαιο νὰ τὸν ἐρωτοῦν ἀλλὰ καὶ αὐτὸς νὰ ἀπαντήσει καὶ μένοντας πιστὸς στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Κυρίου «ποίμαινε τὰ προβατά μου» (Ἰω. 21, 15-16).

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόδειξη, ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἔκαναν τὸν ἀγῶνα τους ὑπακούοντας ταπεινὰ στὶς ἐντολὲς καὶ στοὺς Κανόνες τοῦ Χριστοῦ «Κι ὅταν κάποιος μετέχει σέ ἀθλητικούς ἀγῶνες, δέν παίρνει τό στεφάνι τῆς νίκης, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ σύμφωνα μέ τούς κανόνες» (Β' Τιμ. 2, 5), διότι γνώριζαν ὅτι ὑπάρχει ἀπὸ τὸν διάβολο μιά καλοστημένη παγίδα, ἕνας μεγάλος κίνδυνος· ὑπάρχει ὁ πολύ μεγάλος κίνδυνος τῆς ὑπερηφάνειας. 
Τὸν γνώρισε ὁ Πέτρος αὐτὸν τὸν κίνδυνο, ὅταν εἶπε «καὶ ἂν ὅλοι σκανδαλισθοῦν, ἀλλ’ ἐγώ ὄχι» καὶ τὸν νίκησε μὲ τὴν ἀπευθείας κατάκριση τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τὴ σφοδρὴ λύπη καὶ μετάνοια καὶ μὲ τὸ δραστικότερο πρὸς ἐξιλέωση φάρμακο, τὰ πικρὰ δάκρυα (Λουκ. 22, 54, 62). 
Αὐτὴ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ταπείνωση τῶν Ἀποστόλων, δίπλα στὴν ἔλλειψη ἀκτημοσύνης, ὑπακοῆς στοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ἐμπιστοσύνης στὴν Θεία Πρόνοια, ἄρνησης τοῦ ἰδίου θελήματος, δακρύων μετανοίας, τὸ κύριο γνώρισμα πολλῶν συγχρόνων χριστιανῶν, πρῶτος ἐγώ, ἀλλὰ κυρίως παρατηρεῖται στὸ χῶρο τῶν Οἰκουμενιστῶν, γιατὶ ὄχι, καὶ στὸ χῶρο ὅσων «ἀντι-Οἰκουμενιστῶν» παραβαίνουν τὶς Ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του. Αὐτὴ ἡ ὑπερηφάνεια τῶν Οἰκουμενιστῶν μπορεῖ νὰ διακριθεῖ σὲ τρία εἴδη:

α) Τὴν κενοδοξία. Ἡ κενοδοξία ὑφίσταται στὴν ἐπινόηση τρόπων καὶ μεθόδων γιὰ τὴν ἀνάδειξη ἑνὸς ἀτόμου καὶ τὴν ἀνάλογη ἀπόκτηση ἐξουσίας καὶ ἀγαθῶν. Ὁ κενόδοξος Οἰκουμενιστὴς ἐπιδεικνύει τὴν ἀλαζονεία του, τὰ πτυχία του καὶ τὶς γνώσεις του, ἐπιθυμεῖ νὰ θαυμάζεται, νὰ ἐπαινεῖται, νὰ κολακεύεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. 
Ἔτσι κυκλοφοροῦν ἀμέτρητα ἡμερολόγια καὶ συλλεκτικοὶ τόμοι μὲ εἰκόνες καὶ ἐγκώμια τοῦ Πατριάρχη ἢ ἄλλων Ἐπισκόπων· ἱερεῖς γράφουν συνεχῶς καὶ αὐλικῶς κολακευτικοὺς ἐγκωμιαστικοὺς λόγους γιὰ τοὺς Ἐπισκόπους τους μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ γίνουν κάποτε καὶ αὐτοὶ Ἐπίσκοποι ἢ Μεγάλοι Πρωτοπρεσβύτεροι· λαϊκοὶ γιὰ νὰ γίνουν Μεγάλοι Ὀφφικιάλιοι· Ψάλτες γιὰ νὰ γίνουν μεγάλοι Ἱεροψάλτες ἢ Λαμπαδάριοι κλπ. 
Ὁ κενόδοξος διψᾶ γιὰ ἐξουσία καὶ πρωτεῖα (βλεπ. Δεσποτοκρατία, ἐπιστημονικὴ θεολογικὴ ἔπαρση), γιὰ ἐπίδειξη τῶν νοητικῶν, γλωσσικῶν καὶ γραφικῶν γνώσεων, γιὰ ἐπίδειξη τῶν σχέσεων του μὲ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τὴν παράλληλη περιφρόνηση τῶν ἀδυνάτων ὡς ἀναγνώριση τῆς ἀξίας του. Ἡ κενοδοξία ἀποτελεῖ μανία «Μανία τις ἐστι ἡ κενοδοξία» (Ἰ. Χρυσόστομος, περὶ κενοδοξίας, 10), ὅπως μανιακοὶ στὴν ὑπεράσπιση τῆς αἵρεσης εἶναι οἱ Οἰκουμενιστές.

β) Τὴν ὑπερηφάνεια. Ἡ ὑπερηφάνεια δὲν διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Μόνο ποὺ στὴν κενοδοξία ἡ ἐξουσία, ἡ ἀναγνώριση καὶ οἱ ἔπαινοι ἀναμένονται ἀπὸ τὸν κενόδοξο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος τὰ ἀπονέμει ὅλα αὐτὰ ὁ ἴδιος στὸν ἑαυτό του. 
Ὁ ὑπερήφανος ἐξυψώνει τὸν ἑαυτό του ὑποβιβάζοντας παράλληλα τὸν συνάνθρωπό του (βλέπε τὰ ὑποτιμητικὰ σχόλια περὶ ἀγραμματωσύνης τοῦ Δεσπότου Σιδηροκάστρου γιὰ τὸν π. Φώτιο ποὺ ἀποτειχίστηκε, τοῦ Ἀργολίδος γιὰ τὸ ποίμνιό του κλπ.) καὶ φθάνει στὸ τραγικὸ σημεῖο νὰ τὸν «εὐτελίζει σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει» (Δωρόθεος Γάζης, διδασκαλία, 2, 31). 
Ὁ ὑπερήφανος βλέπει τὸν ἑαυτό του ἐκτὸς κριτικῆς καὶ ἐλέγχου ἀπὸ τοὺς ὑποδεέστερους συνανθρώπους του «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης» (Λουκ. 18, 11). Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο ἀπαιτεῖ πρωτοκαθεδρεῖες καὶ πρωτεῖα (Ζηζιούλεια «θεολογία περὶ πρωτείου»), ὑβρίζει καὶ διώκει ἀδιακρίτως αὐτοὺς ποὺ ἀντιστέκονται (βλέπε διωγμοὺς καὶ ὕβρεις τῶν Οἰκουμενιστῶν στοὺς ἀρνούμενους τὴν αἵρεση), ἀποφασίζει μόνος του καὶ διατάζει μὴ ὑπακούοντας σὲ Κανόνες, ἀπαιτώντας ταυτόχρονα ἀπόλυτη ὑπακοή (βλέπ. Κολυμπάρι). 
Δὲν ἐπιδιώκει σχέσεις μὲ ἁπλοὺς θνητούς, παρὰ μόνο μὲ ἰσχυροὺς καὶ δυνατούς (βλέπ. σχέσεις Ἐπισκόπων μὲ λόμπυ καὶ ἰσχυρούς). 
Ὁ ὑπερήφανος Οἰκουμενιστὴς εἶναι δοκησίσοφος (κατὰ τὸν Ἅγ. Θεόδωρο τὸν Στουδίτη), ἰσχυρογνώμων, εἴρων, αὐτοδικαιωμένος, αὐτοδιοικούμενος καὶ αὐτοπρόβλητος.

γ) Τὴν οἴηση. Ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος ἀνυψώνει τὸν ἑαυτό του ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους του, ὁ πεφυσιωμένος ἀνυψώνει τὸν ἑαυτό του ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ στρέφεται ἐναντίον του. Πρῶτος διδάξας ὁ ὁ Ἀδάμ, δεύτερος ὁ Ἄρειος, τρίτος ὁ Νεστόριος κλπ., μετὰ ὁ Πάπας, τώρα οἱ Οἰκουμενιστές. Ἡ οἴηση εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ αἰτία τῆς κάθε εἴδους αἵρεσης καὶ δὴ τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 
Ὁ πεφυσιωμένος πιστεύει, ὅτι δὲν χρειάζεται τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀνάγκη, τὴν ἀναζήτηση γιὰ τὸ Θεῖο καὶ τὴν ὑπακοή του σ’αὐτό. Τὰ ἔχει βρεῖ ἤδη ὅλα μόνος του καὶ τὰ κάνει μόνος του. Γι’ αὐτὸ καὶ κατρακυλάει στὴν ἀσέβεια καὶ στὴν ἀμφισβήτηση, στὴν ἄρνηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἐπινοώντας παράλληλα ἕναν δικό του Θεό (βλέπ. τὰ μηνύματα τοῦ Πατριάρχη Κων/πόλεως, τοῦ Ἀλεξανδρείας γιὰ τὸ Ραμαζάνι). Ὁ κατεχόμενος ἀπὸ οἴηση οἰκουμενιστὴς δὲν θεωρεῖ ἀναγκαῖο νὰ ὑποταχθεῖ στοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, διότι αὐτὸς μπορεῖ καὶ ξέρει καλύτερα ἀπὸ τὸν Χριστό καὶ τοὺς Ἁγίους Του. Δὲν θεωρεῖ ἀναγκαῖο νὰ ὑπερασπίσει τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ ψευδοδιδασκαλίες, γιατὶ παντοῦ βλέπει ἕναν ἄλλο Θεό, τὸν δικό του Θεό (βλέπ. συμπροσευχές καὶ διαθρησκειακές ἐκδηλώσεις). Τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τὸν ἀμφισβήτησε καὶ τὸν ἔχασε, ἀνακηρύττοντας παράλληλα τὸν ἄνθρωπο σὲ Θεό, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ μηδενισμοῦ, τὴν τελικὴ πτώση τοῦ ἀνθρώπου «προσδοκήσας γὰρ ἔσεσθαι Θεός, καὶ ὅπερ εἶχεν ἀπώλεσε» (Ἰ. Χρυσόστομος, Ματθαῖος ὁμιλία, 15, 2, PG 57, 224).

Ἀκτήμονες λοιπὸν οἱ Ἀπόστολοι, πλούσιοι οἱ Οἰκουμενιστές· διωκόμενοι οἱ Ἀπόστολοι, διῶκτες οἱ Οἰκουμενιστές· αὐτοκατηγορούμενοι οἱ Ἀπόστολοι, κατηγοροῦντες καὶ αὐτοδικαιομένοι οἱ Οἰκουμενιστές· περιφρονημένοι καὶ θέαμα γιὰ τὸν κόσμο οἱ Ἀπόστολοι, ἀναδεδειγμένοι καὶ τρανοὶ οἱ Οἰκουμενιστές· ψαράδες καὶ σκηνοποιοί οἱ Ἀπόστολοι, διδ(κτ)άκτορες οἱ Οἰκουμενιστές· μὲ τοὺς πιστοὺς ἀσθενοῦν οἱ Ἀπόστολοι, τοὺς πιστοὺς ἀγνοοῦν οἱ Οἰκουμενιστές· πιστοὶ στοὺς Κανόνες καὶ στὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου οἱ Ἀπόστολοι, ἄπιστοι καὶ τοὺς Κανόνες καταργοῦντες οἱ Οἰκουμενιστές· μαρτυρήσαντες οἱ Ἀπόστολοι, συνθηκολογήσαντες οἱ Οἰκουμενιστές· τὸ Εὐαγγέλιο διέδωσαν καὶ πάμπολλους ὡς σταθεροὺς στὴν πίστη ἔφεραν παρὰ τὶς ἀντιξοότητες, τὶς μεγάλες ἀποστάσεις, τοὺς κινδύνους, τὰ μαρτύρια οἱ Ἀπόστολοι, τὸ Εὐαγγέλιο κατήργησαν καὶ κανέναν στὴν πίστη (καὶ ἂν τὸν ἔφεραν τὸν ἔκαναν χειρότερο ἀπὸ αὐτούς, Ματθ. 23, 15) παρὰ τὴν σύγχρονη τεχνολογία καὶ τὴν εὐκολία οἱ Οἰκουμενιστές.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς τοὺς Ἀποστόλους ἀκολουθοῦμε καὶ τοὺς Οἰκουμενιστὲς ἀρνούμαστε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, πιστεύοντας ὅτι πρεσβείαις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ μέσω τῆς προσωπικῆς μας ὁμολογίας ὁ Θεὸς θὰ μᾶς χαρίσει τὴν σωτηρία. 

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Κατηγορῶ

Ἐδῶ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα, καὶ βιώνοντας –ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ἐπικοινωνίας μὲ συμπατριῶτες– τὴν ἔλλειψη τῆς «φίλης Ὀρθοδοξίας» καὶ τῶν οἴκων της, ποὺ κατέχουν οἱ αἱρετικοί.

Κατηγορῶ τοὺς οἰκουμενιστές, διότι κατέλαβαν τὶς ἐκκλησίες καὶ μᾶς στέρησαν μέσω τῆς αἱρέσεως τους τοὺς ναοὺς καὶ τὸ καταφύγιο ποὺ μόνο ἡ κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ Ὀρθόδοξου Ναοῦ προσφέρει. Μᾶς στέρησαν τὴν παρηγοριὰ τῶν εἰκόνων, τὴν χαρὰ καὶ ὀμορφιὰ τῶν Ἀκολουθιῶν, τὴν ἐξαϋλωτικὴ καὶ περιϊπτάμερνη μυρωδιὰ τοῦ λιβανιοῦ καὶ τοῦ κεριοῦ, τὴν μέσῳ τῆς Θείας Λειτουργίας ὑπενθύμηση, ὅτι ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος ἀνώτερος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ βιώνουμε, ὁ κόσμος τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων, ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ.

Κατηγορῶ τοὺς οἰκουμενιστές, διότι ἀντάλλαξαν τὴν Ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα, τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων, τὴν μωρία καὶ τὸ σκάνδαλο τοῦ Παύλου μὲ τὴν πανεπιστημιακὴ γνώση καὶ τὴν κοσμικὴ ἀποδοχή, τὴν φτώχεια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ πλούτη τοῦ κόσμου, τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία μὲ τοὺς τρεῖς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου στὴν ἔρημο.

Κατηγορῶ τοὺς οἰκουμενιστές, διότι παραχάραξαν καὶ ἀκύρωσαν τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερά, τὶς μοναδικὲς ἀξίες ποὺ ἀνυψώνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν φέρνουν πιὸ κοντὰ στὸν Θεὸ ἀπομακρύνοντάς τον παράλληλα ἀπὸ φροῦδες καὶ ἀπατηλὲς φαντασιώσεις καὶ φιλοδοξίες, ἀκύρωσαν τὰ ὑπερκόσμια καὶ τὰ ἀντάλλαξαν μὲ ἐγκόσμια, ἀπαρνήθηκαν τοὺς ἁγίους καὶ ἀποδέχθηκαν καθηγητὲς πανεπιστημίων, ἀρνήθηκαν τὴν θέση τοῦ ἔσχατου ποὺ ὑψώνει καὶ προτίμησαν τὰ πρωτεῖα καὶ τὰ ἀξιώματα τοῦ ἀλάστορος ποὺ ταπεινώνει.

Κατηγορῶ τοὺς οἰκουμενιστές, διότι ἀντάλλαξαν τὴν ὁμόνοια τῆς πίστεως μὲ τὴν ἑτερότητα τῆς ἀπιστίας, τὴν ὁμολογία τῆς Ἀληθείας μὲ τὴν παθολογία τῆς δειλίας καὶ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀσεβείας, τὸν σεβασμὸ τοῦ μικροῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἀσέβεια τῆς ἐπιβολῆς τῆς πλειοψηφίας, τὸν διωγμὸ τῶν μαρτύρων μὲ τὴν συμπόρευση μετὰ τῶν διωκτῶν.

Κατηγορῶ τοὺς οἰκουμενιστές, διότι μόλυναν τὰ ἱερὰ ἄμφια καὶ τὸ ράσο, τὸ ἐμποτισμένο αὐτὸ μὲ ἄσκηση, δάκρυα, κόπο, ἀγάπη καὶ αἷμα ἔνδυμα ποὺ ἔδινε στὸν ἄνθρωπο τὴν βεβαίωση, ὅτι μπορεῖς νὰ ζεῖς μέσα στὸν κόσμο καὶ παρόλα αὐτὰ νὰ μὴν εἶσαι ἐκ τοῦ κόσμου. Τὸ ἔνδυμα αὐτό, πάνω στὸ ὁποῖο μπορούσαμε μὲ παιδικὴ ἀφέλεια νὰ ἀφήσουμε τὰ δακρυά μας καὶ γεμᾶτοι ἐμπιστοσύνη νὰ ἐναποθέσουμε τὶς ἁμαρτίες μας γνωρίζοντας, ὅτι μόνο σὲ αὐτὸ θὰ βροῦμε καταφύγιο καὶ παρηγοριά.

Κατηγορῶ τοὺς οἰκουμενιστές ἀλλὰ καὶ ὅλους ὅσους ἐνοχοποίησαν τὴν ἀθωότητα, ἐκλογίκευσαν τὴν ἐν Κυρίῳ μωρότητα, ὁριοθέτησαν τὴν ἐλευθερία, ἐκκοσμίκευσαν τὰ οὐράνια καὶ νόθευσαν τὴν ἁγνότητα, σιωποῦν ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ μιλοῦν καὶ μιλοῦν ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ σιωποῦν. Ὅλους ὅσους ὑπερασπίζονται τὴν ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ καταδικάζουν τὸν ἑκάστοτε διαφωνοῦντα ἢ αὐτὸν ποὺ ἐκφράζει τὴν ἀμφιβολία του. 
Ὅλους ὅσους μετέτρεψαν τὴν καθαρότητα τοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας σὲ λόγο ἐλεύθερο σὲ κάθε λογῆς πειραματισμὸ καὶ ἀπὸ κήρυκες κατήντησαν χριστέμποροι.

Κατηγορῶ τοὺς οἰκουμενιστές ἀλλὰ καὶ ὅλους ὅσους δὲν σπλαχνίζονται τοῦ ποιμνίου, παρὰ τὸ ἄφησαν ἀκατήχητο καὶ ἀποίμαντο, ἐγκαταλελειμένο, βορὰ τοῦ κάθε λύκου, ψευτοδιδασκάλου καὶ ψευδοποιμένα. Τὸ ἄφησαν ἀπαρηγόρητο καὶ ἀβοήθητο. Αὐτοὺς ποὺ προσδοκοῦν τὴν προσωπικὴ ἀνάδειξη καὶ φήμη, ποὺ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ψυχικὴ στήριξη τῶν πιστῶν σὲ καιροὺς ἀπολύτου σχιζοφρένειας, σὲ καιροὺς κρίσης ὑλικῆς, πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς. Αὐτοὺς ποὺ βλέπουν μόνο τὴν προσωπικὴ ἀνωτερότητα καὶ ξεχνοῦν τὴν πρὸς τὸν συνάνθρωπο ἀγάπη τοῦ Παύλου. Αὐτοὺς ποὺ περιφρονοῦν τὸν φτωχό, τὸν ἡλικιωμένο, τὸν βιοπαλαιστὴ καὶ κολακεύουν τὸν πλούσιο καὶ διάσημο.

Κατηγορῶ τὸν ἑαυτό μου, ποὺ ἐθελοτυφλοῦσε θρησκοληπτώντας δεκαετίες ὁλόκληρες, ποὺ ἔβλεπε καὶ ἀπέβλεπε σὲ γέροντες καὶ δεσποτικὲς μορφὲς καὶ ξεχνοῦσε τὸν Δεσπότη Χριστό· ποὺ θαμπωνόταν ἀπὸ τὴν αὐτοπροβαλλόμενη δύναμη τῆς προσωπικότητας καὶ ἀγνοοῦσε τὴν θεοπρόβλητη δύναμη τῆς ταπείνωσης· ποὺ ἀναπαύομενος νόμιζε, ὅτι ἡ λύση τῆς ἀκρίτου ὑπακοῆς ἐξαφάνιζε τὸ βάρος τῆς εὐθύνης· ποὺ ἀποποιοῦταν τὴν μυστική, ἔκπλαγη ὡραιότητα τῆς πατερικῆς διδασκαλίας καὶ ἐμπιστευόταν τοὺς πομφόλυγες τοῦ κάθε ἐκμοντερνιστῆ.

Κατηγορῶ, διότι ὡς πιστὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος, ποὺ μάχεται παρὰ τὶς ἁμαρτίες του γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ἔχω αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ κυρίως διότι οἱ Οἰκουμενιστὲς πραγματοποιοῦν τὸ πιὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα, τὴν φοβερότερη κλεψιά: ἐπιχειροῦν νὰ κλέψουν τὸν Παράδεισο, τὴν Ἀγάπη, τὸν Χριστὸ ἀπὸ μένα καὶ τὰ ἀδέλφια μου! 

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Δήλωση συμπαράστασης στὸν ἡρωϊκὸ π. Φώτιο Τζούρα καὶ ἀπάντηση στὸν κακόδοξο Δεσπότη Σιδηροκάστρου Μακάριο




Δόξα τῷ Παναγάθῳ Θεῷ. Ἀκόμα ἕνας ἱερέας τοῦ Ὑψίστου, ὁ π. Φώτιος Τζούρας διάλεξε τὸν μαρτυρικὸ δρόμο τῆς ὁμολογίας καὶ ἀψηφώντας τὰ προβλήματα τῆς βιωτῆς του διάλεξε τὴν ἀγαθὴ μερίδα, τὸν Χριστό. Εὐχόμαστε ὁ Θεὸς νὰ δίνει σ’ αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειά του δύναμη, ὑπομονή, σοφία καὶ κάθε εὐλογία. 

Διότι μὲ τέτοιο Δεσπότη θὰ τὴν χρειαστεῖ ὁ π. Φώτιος. Ἕναν Δεσπότη, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν διακοπὴ μνημοσύνου του ἀπὸ τὸν ταπεινὸ ἱερέα, ποὺ δήλωσε ὅτι παρόλα αὐτὰ τὸν σέβεται, εἶπε τὰ ἑξῆς τρομερά:



«Δὲν μπορεῖ ἕνας ἱερεὺς νὰ εἶναι περισσότερο ὀρθόδοξος ἀπὸ τὸν μητροπολίτη!!! Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν εἶναι τῶν παπάδων, εἶναι τῶν Συνόδων, εἶναι τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Ἀρχιεπισκόπων!!! Ὁ παπὰς εἶναι γιὰ νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἐνορία του. Τίποτε ἄλλο. Εἴδατε τίποτα κακὸ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη; Ἔδωσε τίποτα στὸν Πάπα; Ὁ π. Φώτιος εἶναι ἀγράμματος. Πού τὰ ἔμαθε αὐτά;».

Καὶ μετὰ εἶπε τὸ ἑξῆς, ἐπίσης ἀπίστευτο: «Ἐγὼ εἶμαι εἴλωτας ἐδῶ στὴν Ἐπισκοπή μου, τρέχω ἀπὸ τὸ πρωΐ μέχρι τὸ βράδυ, δὲν πῆγα ποτὲ στὸ ἐξωτερικό!!!». Ἥρωας ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός. Δὲν πῆγε ποτὲ στὸ ἐξωτερικό. Πραγματικὰ τί θυσία γιὰ τὸ ποίμνιό του! Ἐνῶ οἱ ἄλλοι Ἐπίσκοποι πᾶνε συνεχῶς ταξίδια στὸ ἐξωτερικό, διότι αὐτό ὁμολογεῖ, αὐτὸς ἔμεινε στὸ Σιδηρόκαστρο καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπαινεῖται.
Ἐὰν ὑπῆρχε βραβεῖο ἔπαρσης ὁ Ἐπίσκοπος αὐτὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι στοὺς πρώτους ὑποψηφίους:

Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑποστηρίζει τὴν κακοδοξία τοῦ «γέροντος» τῶν οἰκουμενιστῶν Ζηζιούλα περὶ πρωτείου καὶ ἀνυπαρξία Ἐκκλησίας ἄνευ Ἐπισκόπου, ἀκόμα καὶ ἂν αὐτὸς αἱρετίζει· ἐκτὸς τοῦ ὅτι θεωρεῖ τὸ ποίμνιο ἐντελῶς ἀφελὲς καὶ νομίζει, ὅτι δὲν βλέπει καὶ δὲν ἀκούει καὶ δὲν ἐνημερώνεται γιὰ τὸ πόσο ἔχουν προχωρήσει οἱ Οἰκουμενιστὲς στὰ πρωτογνωρα ἀντιορθόδοξα σχέδιά τους· ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑποβιβάζει τὸν ἱερέα του ὡς ἀγράμματο καὶ ἀκολούθως ἀνίκανο νὰ κατανοήσει Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας –ξέχασε ὁ λυκοποιμένας, ὅτι μόλις τὴν περασμένη Κυριακὴ διάβασε στὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Χριστὸς διάλεξε ψαράδες– καταργεῖ ὅλη τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ βρεῖ τὸ ἄδικο δίκιο του.

Δηλαδὴ τὰ ἁγιογραφικὰ χωρία «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε...» (Β΄Κορινθ. 6,17), «ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καί οὐκ ἠσχυνόμην» (Ψαλμ. 118,46), «στέλλεσθε ἀπό παντός ἀτάκτως περιπατοῦντος» (Β΄Θεσ. 3,6), «οὐκ ἐκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος» (Ψαλμ. 25,4), «ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων» (Ψαλμ. 25,5) καί τόσα ἄλλα, δὲν ἀφοροῦν Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους; Ἀκυρώνεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοση, ἡ ὁποία βοᾶ γιὰ τὸν τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν αἱρετικῶν, καί ὁ κ. Μακάριος μᾶς προτείνει τὸν οἰκουμενιστικὸ συμβιβασμὸ καί τὴν συνοδοιπορεία καί τὴν συμπόρευση μὲ ὅλους καὶ ὅλα, διαφημίζοντας τό ὑπνωτικό τῆς ὑπακοῆς, εἰς βάρος τῆς ἀληθινῆς καὶ Ὀρθοδόξου πίστης;
Δὲν διάβασε ὁ κ. Μακάριος, ὅτι τὰ λόγια τοῦ Ἁγ. Ἰγνατίου ἀφοροῦν καὶ Ἐπισκόπους:

«Πᾶς ὁ λέγων παρὰ τὰ διατεταγμένα ἤ πράσσων κἄν ἀξιόπιστος ᾖ, κἄν νηστεύῃ, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ φθορὰν προβάτου κατεργαζόμενος». (Ἅγιος Ἰγνάτιος Θεοφόρος P.G.5, 912).

Τὰ γνωρίζει γι’ αὐτὸ φοβᾶται τὸν ταπεινὸ ἱερέα του καὶ τὸν μειώνει καὶ τὸν συκοφαντεῖ, ὅτι τάχα ἔπεσε θῦμα ἄλλων. Γνωρίζει ὅτι οἱ Ἅγιοι πρώτους τοὺς Ἐπισκόπους ἔλεγχαν. Ἔτσι ἐπιβεβαιώνονται οἱ Ἅγιοι γιὰ τὴν πτώση τῶν σημερινῶν «ποιμένων»:

«Τὸ πάλαι ὑπὲρ τῶν προβάτων ἀπέθνησκον οἱ Ποιμένες, νῦν δὲ μᾶλλον ἀναιροῦσι αὐτοί τὰ πρόβατα· τότε νηστείαις τὸ σῶμα ἐσωφρόνιζον, νῦν δὲ τρυφαῖς παρασκευάζουσι σκιρτᾶν. Τότε τὰ ἑαυτῶν τοῖς δεομένοις διένειμον, νῦν δὲ τὰ τῶν πενήτων σφετερίζονται· τότε τὴν ἀρετῆν ἤσκουν, νῦν δὲ τοὺς τὴν ἀρετὴν ἀσκοῦντας ἐξοστρακίζουσι. Τότε οἱ φιλάρετοι πρὸς τὴν ἱερωσύνην ὑπήγοντο, νῦν δὲ οἱ φιλάργυροι· τότε οἱ τὸ πρᾶγμα φεύγοντες διὰ τὸ μέγεθος τῆς ἀρχῆς, νῦν δὲ οἱ τὸ πρᾶγμα ἐπιτρέχοντες μεθ’ ἡδονῆς. Τότε οἱ ἀκτημοσύνη ἐναβρυνόμενοι,νῦν δὲ οἱ πλεονεξίᾳ ἑκουσίως χρηματιζόμενοι. Τότε οἱ πρὸ ὀφθαλμοῦ ἔχοντες τὸ θεῖον δικαστήριον, νῦν δὲ οἱ μηδὲ εἰς ἔννοιαν τοῦτο λαμβάνοντες. Τότε οἱ τύπτεσθαι νῦν δὲ οἱ τύπτειν ἕτοιμοι.. Καὶ τότε μὲν τὴν ἁγνείαν ἐξεθείαζον, νῦν δέ, ἀλλ’ οὐδέν βούλομαι δυσχερὲς εἰπεῖν...». (Αγ. Ισιδώρου Πηλουσιώτου PG 78, 905).

Ἐμεῖς θὰ προσθέσουμε: Τότε δὲ παρέμεναν εὐχαρίστως στὶς Ἐπισκοπές τους θυσιάζοντας ἀκόμα καὶ τὶς ζωὲς τους γιὰ τὸ ποίμνιο, νῦν δὲ ὑποφέρουν ποὺ μένουν στὸν τόπο τοῦ ποιμνίου τους καὶ θεωροῦν θυσία, τὸ ὅτι δὲν κάνουν ταξίδια.

Ἂς διαβάσει ὁ κ. Μακάριος τοὺς Κανόνες καὶ μετὰ νὰ προσπαθήσει νὰ μᾶς ἐξηγήσει ἂν ὁ κ. Βαρθολομαῖος δὲν ἔχει κάνει τίποτα τὸ μεμπτό.


Ἀπὸ τοὺς Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων:

Κανών ΜΕʹ: «Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, ΜΟΝΟΝ, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω».

Κανὼν Ιʹ: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω». 

Κανὼν ΞΕʹ: «Εἴ τις κληρικὸς, ἤ λαϊκὸς εἰσέλθοι εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἤ αἱρετικῶν προσεύξασθαι καὶ καθαιρείσθω καὶ ἀφοριζέσθω».


Ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους:

Κανὼν ΛΒʹτῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου: «οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσίν ἀλογίαι μᾶλλον, ἤ εὐλογίαι». 

Κανών ΣΤʹ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ: «Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντος τῇ αἱρέσει».

Κανὼν ΛΓʹ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου: «Οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι». 

Κανών Βʹ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ: «Ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω».
Οἱ Ἀπόστολοι στὸν ἐπίλογο τῶν Κανόνων: Οἱ θεῖοι Κανόνες πρέπει νὰ τηροῦνται ἀπὸ ὅλους χωρὶς ἀλλαγές. Ὅσοι δὲν τοὺς τηροῦν ὑποβάλλονται σὲ φρικτὰ ἐπιτίμια. Αὐτά, Ἐπίσκοποι, σᾶς διατάζουμε γιὰ τοὺς Κανόνες. Ἐὰν μείνετε σὲ αὐτές τὶς διαταγές, θὰ σωθεῖτε καὶ θὰ ἀποκτήσετε εἰρήνη, ἐάν ὅμως γίνετε ἀνυπάκοοι, θὰ κολασθεῖτε καὶ θὰ ἔχετε συνεχὴ πόλεμο μεταξύ σας, ὡς πρέπουσα καταδίκη, διότι δὲν ἀκούσατε καὶ δὲν ὑπακούσατε στὰ λόγια μας.

Ἀκοῦτε κ. Μακάριε; Γιὰ ἐσᾶς μιλοῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, γι’ αὐτὸ πρέπει καὶ αὐτοὺς νὰ τοὺς καλέσετε εἰς τάξιν καὶ εἰς ὑπακοήν. Πῶς τολμοῦν νὰ σᾶς ἀμφισβητοῦν;

Προτείνουμε λοιπὸν τὸ ἑξῆς: Κάντε ἐσεῖς ἕνα ταξιδάκι στὸ ἐξωτερικὸ σὰν Ἐπίσκοπος ποὺ εἶστε καὶ ἀφῆστε τὸν π. Φώτιο νὰ ὁμολογήσει Χριστὸ καὶ νὰ κερδίσει τὸν Παράδεισο. Γιατὶ ἀντιθέτως μὲ ἐσᾶς ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε, ὅτι ὁ Παράδεισος θὰ εἶναι τόπος ἐκπλήξεων.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ὁ Οἰκουμενιστὴς ὡς ἄνθρωπος πλήρης γνώσεως, ἀλλὰ κενὸς Θεοῦ!

Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ οἰκουμενιστῆ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐπηρμένη θεμελίωση του πάνω στὴν γνώση. Ὅλοι οἱ Οἰκουμενιστές, μὲ πρῶτο τὸν Πατριάρχη, ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν πολλαπλὲς πανεπιστημιακὲς σπουδὲς σὲ γνωστὰ πανεπιστήμια τοῦ κόσμου μὲ μία πληθώρα πτυχίων, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθότητα τῶν λόγων τους καὶ νὰ ἀποδείξουν τὸ ἀκαταμάχητο τῶν ἐπιχειρημάτων τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια ἐπιχειρήματα ποὺ χρησιμοποιοῦν εἶναι: «Εἶναι δυνατὸν ὁ τάδε Ἐπίσκοπος ἢ ὁ δεῖνα θεολόγος νὰ κάνει λάθος μὲ τόσες σπουδὲς καὶ τόσα πτυχία»;

Πολλοὶ πιστοὶ μάλιστα, τυφλωμένοι ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν πτυχίων, τῶν γνώσεων καὶ τῆς κοσμικῆς ἀναγνώρισης καὶ ἀποδοχῆς, ὑπακούουν στὴν κάθε κακοδοξία καὶ δὲν τολμοῦν νὰ ἀντιφέρουν λόγο, θεωρώντας τοὺς ἑαυτούς τους πολὺ μικροὺς γιὰ νὰ χτυπήσουν τέτοιους «γίγαντες τοῦ πνεύματος καὶ τῆς γνώσεως», δυσκολεύονται δὲ νὰ ἐμπιστευθοῦν ἄλλους κληρικοὺς ἢ μοναχοὺς μὲ λιγότερες γνώσεις καὶ πτυχία, ἀλλὰ μὲ φόβο Θεοῦ καὶ πιστότητα στὴν ἁγιοπατερική μας Παράδοση. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ νοοτροπία, δυστυχῶς, ἔχει περάσει καὶ στὸ χῶρο τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι μολυσμένοι ἀπὸ τὸν ἴδιο δυσδιάκριτο ἰὸ χρησιμοποιοῦν τὴν ἴδια τακτικὴ νομίζοντας, ὅτι ὁ πλοῦτος τῶν γνώσεων καὶ τὸ κῦρος ποὺ ἐπιφέρει, θὰ δώσει καὶ τὴν νίκη ἐναντίον τῆς αἱρέσεως.

Μά, θὰ ρωτήσει κάποιος εἶναι κακὴ ἡ γνώση; Ἡ γνώση εἶναι καλή, ὅταν ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ γνωρίσει τὰ πάντα μέσα ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὡς ἀγαπητικὴ προσφορὰ στοὺς συνανθρώπους· καὶ κακή, ὅταν ἀποκλείει ἢ παρερμηνεύει τὸν Θεό, τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ θέλημά Του. 
Ὁ Θεὸς μᾶς δώρησε τὴν γνώση ὡς μέσο γιὰ νὰ πλησιάσουμε καὶ νὰ πετύχουμε τὴν θέωση ποὺ εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ὑπάρξεως μας. Μέσω τῆς γνώσης ἐν Θεῷ καὶ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητά μας γνωρίζουμε τὰ αἰσθητὰ καὶ νοερὰ δημιουργήματά Του, τὴν κτίση, ἀναγνωρίζουμε τὴν σοφία Του καὶ τὸ ἐλεός Του καὶ ἐρχόμαστε σὲ ἐπικοινωνία μαζί Του (Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, πρὸς Θαλάσσιον, 59, PG 90). 

Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, συνεργαζόμενος πάντα μὲ τὴν καρδιά, ἀναγνωρίζει τὸν ἐν ταπεινώσει τὸν Θεὸ ὡς δημιουργὸ καὶ μοναδικὴ ἀλήθεια, ὑπηρετεῖ τὸ θέλημά Του καὶ τὸν ὁμολογεῖ. Ὅταν ὅμως ἡ γνώση δὲν λαμβάνεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὡς δῶρο Θεοῦ ἀλλὰ ὡς ἀποτέλεσμα προσωπικῶν κόπων καὶ δυνατοτήτων μὲ σκοπὸ τὴν ἐκπλήρωση σκοπῶν καὶ φιλοδοξιῶν, τότε ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὸν Θεό, δίνει στὸν ἄνθρωπο τὸ ψευδὲς αἴσθημα τῆς αὐταρκείας, ἢ κάνει τὸν ἄνθρωπο ἄφρονα καὶ τὸν ὁδηγεῖ νὰ λέει «δὲν ὑπάρχει Θεός» (Ψαλμ. 13, 1) ἢ ὑπάρχει ἕνας ἄλλος Θεὸς ἀντίθετος μὲ αὐτὰ ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς ἀποκάλυψε. 

Ἡ γνώση αὐτὴ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ ἄλλες ἀτραπούς, σὲ σκέψεις περίπλοκες, διασκορπισμένες καὶ ἀσταθεῖς, οἱ ὁποῖες συνεχῶς πολλαπλασιάζονται, ἀνανεώνονται, γίνονται δυσνόητες γιὰ τὸν συνάνθρωπο καὶ τελικὰ τὸν φέρνουν σὲ ρήξη μὲ τὸν σκοπὸ τῆς ὑπάρξεως του (Νικήτας Στηθᾶτος, κεφάλαια γνωστικά, 19). Ἡ γνώση αὐτὴ εἶναι κατὰ τοὺς Ἁγίους μία γνώση κοσμική, μία γνώση ζώων χωρὶς συνείδηση καὶ ὄχι ἀνθρώπων μὲ συνείδηση (Κλήμης Ἀλεξανδρείας, Παιδαγωγός, 1, 13).

Αὐτὴ ἡ κοσμικὴ γνώση εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας μας καὶ βασίζεται πάνω στὰ πάθη μας μὲ κύριους πυλῶνες, τὴν ἔπαρση καὶ τὴν ματαιοδοξία. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς πεπτωκώς, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ διακρίνει τὴν φύση, τὸ ἔργο καὶ τὴν σοφία τοῦ Θεοῦ καὶ φτάνει σὲ αὐθαίρετα συμπεράσματα καί, ἀντὶ γνώσης, ἔχει ἄγνοια τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ παύει νὰ Τὸν ὁμολογεῖ, Τὸν ἀρνεῖται ἢ Τὸν παρερμηνεύει καὶ Τὸν ἀνταλάσσει μὲ ἄλλον, δικό του Θεό. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑμνεῖ καὶ ὑπερασπίζεται τὴν φύση καὶ ἀρνεῖται ἢ ἀγνοεῖ τὸν Δημιουργό.

Αὐτὴν τὴν γνώση κατέχει ὁ οἰκουμενιστής, ὁ ὁποῖος ἀποστρεφόμενος τὸν Θεὸ καὶ τὶς ἐντολές Του «ὠδίνησεν ἀδικίαν, συνέλαβε πόνον καὶ ἔτεκεν άνομίαν» (Ψαλμ. 7, 15), γέννησε τὴν αἵρεση καὶ κατήργησε τὴν ὁμολογία. Ὁ οἰκουμενιστὴς βρίσκεται σὲ ἕνα μηδενιστικὸ παραλήρημα παραφροσύνης καὶ ἀσέβειας, μεγιστοποιώντας καὶ ὁλοκληρώνοντας τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου: Ἀποτελεῖ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ὁ νοῦς του βρίσκεται σὲ πελάγη ματαιοδοξίας καὶ αὐτοϊκανοποίησης. Γι’ αὐτὸν ὁ Θεὸς εἶναι ἀπών, ἡ αὐθεντία τῶν θεοφόρων Πατέρων δὲν ἰσχύει πιὰ καὶ μοναδικὴ αὐθεντία εἶναι μόνο αὐτὸς ὁ ἴδιος. Κοιτάει ἀφ’ ὑψηλοῦ τὸν ἁπλὸ Χριστιανὸ ἐπιδιώκοντας σχέσεις μόνο μὲ ὑψηλοὺς καὶ ἰσχυροὺς τοῦ ἐπιπέδου του. Θεοποιώντας τὸν ἑαυτό του βρίσκεται πιὰ σὲ μία κατάσταση παραφροσύνης καὶ Θεομαχίας ἀντὶ Θεογνωσίας.

Δὲν ἀπέχουν καὶ πολὺ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες οἱ Οἰκουμενιστές, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραψε:

«...διότι γνόντες τὸν Θεὸν οὐχ ὡς Θεὸν ἐδόξασαν ἢ εὐχαρίστησαν, ἀλλ᾿ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία· φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν, καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου... οἵτινες μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει, καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα...» (Ρωμ. 1, 21-25) καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος: «...ὅμως ἄνθρωποι παράφρονες, παραγκωνισάμενοι τὴν πρὸς Τοῦτον γνῶσιν καὶ εὐσέβειαν... πρᾶγμα πάσχοντες ἀνόητον καὶ δυσσεβές» (Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ Ἑλλήνων, 47).

Ὁ Οἰκουμενιστὴς ἄνθρωπος ἔχει ἀνταλλάξει μέρος τῆς Ἀλήθειας μὲ τὸ ψέμα καὶ ἀπὸ ὑπερασπιστὴς ἔγινε πολέμιός Της. Ὑμνεῖ τὴν γνώση καὶ ἀσεβεῖ πρὸς τὴν πηγὴ τῆς γνώσης. Ἔγινε λάτρης τοῦ γνωστικοῦ ἐκλεκτισμοῦ, γνωσιολάτρης καὶ ἀκολούθως εἰδωλολάτρης ἔχοντας ἀποκτήσει μία κοσμικὴ γνώση καὶ ὑποκύψει στὰ πάθη καὶ στὰ θέλγητρα τοῦ κόσμου. Πιστεύει, ὅτι τὰ βλέπει καὶ τὰ γνωρίζει ὅλα, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἔκλεισε τὰ μάτια του στὸν Θεὸ καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι τυφλὸς «ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε» (Ἡσαΐας, 6, 9-10). Ὁ Οἰκουμενιστὴς ἄνθρωπος εἰσάγει –γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς σκοπούς του– τὴν μεγαλύτερη σύγχυση ποὺ ἔγινε ποτὲ στὴν ἱστορία τῆς πραγματικότητας καὶ θεωρεῖ, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (Τριᾶδες, 2, 3, 73 –τὸν ὁποῖον οἱ Οἰκουμενιστὲς πολεμοῦν καὶ προσπαθοῦν νὰ τὸν διαγράψουν), τὴν ἀλήθεια ψέμα καὶ τὸ ψέμα ἀλήθεια, τὸ κακὸ ὡς καλὸ καὶ τὸ καλό ὡς κακό, τοὺς θεοφόρους Πατέρες φανατικοὺς καὶ τοὺς φανατικοὺς φορεῖς τῆς ἀγάπης, τὸν ἐχθρὸ τοῦ Θεοῦ φίλο καὶ τὸν φίλο ἐχθρό, «...τὸ πονηρὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν πονηρόν, ...τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος, ...τὸ πικρὸν γλυκὺ καὶ τὸ γλυκὺ πικρόν» Ἡσαΐας, 6, 9).

Ὁ Οἰκουμενιστὴς μπορεῖ νὰ εἶναι πλήρης γνώσεως ἀλλὰ κενὸς Θεοῦ.

Αὐτὴ ὅμως ἡ ἐπηρμένη θεοποίηση τῆς γνώσης καὶ ἡ ἐπιδίωξη τῆς κατάκτησής της ἔχει ἐπεκταθεῖ μέσῳ τῆς πολύχρονης κοινωνίας μὲ τὸν Οἰκουμενισμό, σὲ σχεδὸν ὅλους τοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους. Ἀναγνωρίζουμε καὶ προσκυνοῦμε διπλώματα καὶ πτυχία παραβλέποντας τὸ ἐρώτημα, ἄν ὑπάρχει σὲ αὐτὰ πραγματικὴ σοφία· βλέπουμε τὸ κατρακύλισμα τοῦ κόσμου καὶ ἀκόμα θαυμάζουμε τοὺς «σοφούς», ποὺ τὸ προκάλεσαν· ὑψώνουμε «μεγάλους» καὶ περιφρονοῦμε «μικρούς»· ἀκολουθοῦμε καὶ δίνουμε πρωτοκαθεδρίες σὲ ἀνθρώπους μὲ θέσεις καὶ ἀξιώματα μὲ ὑποτιθέμενη κατοχὴ γνώσεως ξεχνώντας, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίδαξε, ὅτι ὁ καθηγητὴς τῆς ἐρήμου Μέγας Ἀντώνιος ἔμαθε τὴν ταπείνωση ἀπὸ ἕναν τσαγκάρη καὶ ὁ Ἀββὰς Ποιμὴν ἀπὸ μία πόρνη. Πόσα πτυχία κατεῖχαν ὁ τσαγκάρης καὶ ἡ πόρνη; Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως μὲ τὰ τόσα πτυχία ἔπλενε τὶς τουαλέτες τῆς Ριζαρίου γιὰ νὰ μὴν πεινάσει ὁ καθαριστής. Τί τὸν ἐμπόδισαν τὰ πτυχία νὰ κάνει αὐτὸ τὸ ἔργο; 

Ἂν βλέπουμε τὸ ἀποκρουστικὸ ἀποτέλεσμα τῆς λατρείας καὶ θεοποίησης τῆς γνώσεως στοὺς ἄλλους/Οἰκουμενιστές, ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὅλοι κινδυνεύουμε ἀπὸ τὴν ἴδια ἐπίδραση καὶ μάλιστα ἐμεῖς ποὺ τὰ ἐπισημαίνουμε στοὺς ἄλλους, κι ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἀποβάλλουμε αὐτὴν τὴν γνωσιολατρεία ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ προωθεῖ τὴν αἵρεση καὶ ἂς προσπαθήσουμε νὰ γίνουμε λάτρεις τῆς πραγματικῆς γνώσης, τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ φθάσουμε κοντά Του, μὴ ξεχνῶντας τὸν Σολομῶντα «Αὐτὸς γάρ μοι ἔδωκε τῶν ὄντων γνῶσιν... ὅσα τέ ἐστι κρυπτὰ καὶ ἐμφανῆ ἔγνων» (Σοφ. Σολ. 7, 17-21).

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Νέο βιβλίο για το Ημερολογιακό: "Ου βουλόμεθα ζην ψευδολογούντες"

Πρόκειται για μια νέα θαυμάσια μελέτη τοῦ κ. Ἰωάννη Ρίζου.

Ὅπως ὁ ἴδιος σημειώνει: «η μελέτη αυτή επικεντρώνεται με ουσιαστική ιστορική τεκμηρίωση στα καίρια σημεία του προβλήματος της εορτολογικής ασυμφωνίας που εμφανίστηκε ανά τους αιώνες μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Παρουσιάζεται ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε αυτή η ασυμφωνία με αποκορύφωμα το ημερολογιακό Σχίσμα του 1924».

Πιστεύουμε, ὅσοι μελετήσουν τὰ νέα στοιχεῖα ποὺ παραθέτει ὁ συγγραφέας, νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι τὸ Ἡμερολόγιο, παρ’ ὅτι κακῶς εἰσήχθη, δὲν ἀποτελεῖ δόγμα, οὔτε ἅπτεται κάποιου δόγματος. 
Σὲ καιρὸ Παναιρέσεως ἐσχατολογικῆς (ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὁ Οἰκουμενισμός), ὅσοι θέλουν νὰ εἶναι Ὀρθόδοξοι καὶ νὰ πολεμήσουν τὴν Παναίρεση, πρέπει νὰ εἶναι ἑνωμένοι στὴν Πίστη, ἀφήνοντες μὴ δογματικὰ θέματα γιὰ ἀργότερα.
«Π.Π.»



«Οὐ βουλόμεθα ζῆν ψευδολογοῦντες»

Τοῦ κ. Ἰωάννη Ρίζου

Α΄ μέρος

Πρόλογος

Η μελέτη αυτή, παρ΄ όλο που επιδιώχθηκε να είναι σύντομη, επικεντρώνεται με ουσιαστική ιστορική τεκμηρίωση στα καίρια σημεία του προβλήματος της εορτολογικής ασυμφωνίας που εμφανίστηκε ανά τους αιώνες μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Παρουσιάζεται ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε αυτή η ασυμφωνία με αποκορύφωμα το ημερολογιακό Σχίσμα του 1924. 
Αυτή η εργασία δεν άπτεται δευτερογενών και τριτογενών ζητημάτων, τα οποία νομίζω τακτοποιούνται και αξιολογούνται με βάση την παρούσα πρωταρχική και ουσιώδη ανάλυση. 
Η παρούσα εργασία δεν γράφτηκε για την ενίσχυση της αντιπαράθεσης, αλλά αντιθέτως για την δυνατότητα διευθέτησής της και είναι δεκτική ελέγχου από κάθε ειδικό, ο οποίος θα διαπιστώσει διαφωνία ανάμεσα στα γραφόμενα, την ιστορία και την Πατερική διδασκαλία.

Ευχαριστώ θερμά τον κ. Αδαμάντιο Τσακίρογλου, κλασσικό φιλόλογο, και ιστορικό, για τα σημαντικά στοιχεία που μου παρείχε αναφορικά με την πολύ δύσκολη –από άποψη ιστορικών πηγών– χρονική περίοδο του 4ου-6ουμ.Χ. αιώνα και που εν πολλοίς εμφανίζονται για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία.

Ευχαριστώ θερμά αυτούς που ανήκουν στο παλαιό ημερολόγιο και θέλησαν να με βοηθήσουν, μπαίνοντας στη θυσία να μου διαθέσουν αξιόλογη βιβλιογραφία απαραίτητη στην παρούσα έρευνα.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Πρόλογος
2. Εισαγωγή
3. Τι όρισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος 
4. Ιουλιανό και Γρηγοριανό ημερολόγιο 
5. Το Πανορθόδοξο Συνέδριο του 1923
6. Το «άγιο» Ιουλιανό ημερολόγιο 
Πρίν την Α΄ Οικουμενική 
Μετά την Α΄ Οικουμενική 
Το τέλος της διαμάχης 
Συμπεράσματα 
7. Ήταν το πρώτο βήμα του Οικουμενισμού; 
8. Οι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι του 1583, 1587,1593 
9. Η αντικανονική απόφαση 
10. Η αθέτηση των Παραδόσεων 
11. Επίλογος 


© Ιωάννης Ε. Ρίζος 2017
24630-27005, κιν. 6976786356.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι έκφραση του αγίου Ομολογητού και Μάρτυρα Ιουστίνου.


Εισαγωγή

Από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα, η εαρινή ισημερία[1]συνδέθηκε με ορισμένες θρησκευτικές γιορτές. Σηματοδοτούσε την γιορτή των Αρχαίων Αιγυπτίων, το "Πισάχ", που στα Αιγυπτιακά σημαίνει διάβαση και εννοούνταν η διάβαση του Ηλίου από τον Ισημερινό, σηματοδοτόντας το τέλος του χειμώνα και τον ερχομό της άνοιξης. 
Είναι επίσης γιορτή των Εβραίων, το "Πεσάχ" (peshah), που σημαίνει επίσης διάβαση, άλλα με αυτό οι Εβραίοι γιόρταζαν την διάβαση τους δια της Ερυθράς θαλάσσης και σηματοδοτούσε την απελευθέρωση του Εβραϊκού λαού από την αιγυπτιακή αιχμαλωσία και την πορεία τους προς τηΓη της Επαγγελίας. 
Είναι και γιορτή των Χριστιανών, το Πάσχα, που θεωρείται η διάβαση από τον θάνατο προς την ζωή. Συμβολίζει δηλαδή, την διάβαση από τον θάνατο της αμαρτίας προς την ζωή της αληθείας που πραγματώθηκε με τον θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού.
Επειδή οι πρώτοι Χριστιανοί, προέρχονταν από τους Εβραίους και επειδή το Μαρτύριο και η Ανάσταση του Ιησού έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του Εβραϊκού Πάσχα, παρέλαβαν αυτή την ονομασία και για την εορτή της ανάμνησης της Αναστάσεως. Κατά τα πρώτα χρόνια, οι Χριστιανοί, συνεόρταζαν μαζί με τους άλλους Εβραίους το Πάσχα. 
Η διαφορά ήταν ότι το Πάσχα των πρώτων Χριστιανών τελούνταν με χαρά, διότι προεικόνιζε και την μέλλουσα ζωή, ενώ των Εβραίων ήταν μια θλιβερή εορτή.
Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, το Εβραϊκό Πάσχα (λέγεται και Νομικό Φάσκα) ορίζεται να εορτάζεται την ημέρα όπου συνέπιπτε η πρώτη εαρινή πανσέληνος. Με το εβραϊκό μηνολόγιο, ο μήνας, του οποίου η πανσέληνος συμβαίνει αμέσως μετά την εαρινή ισημερία, καλείται Νισάν και είναι ο πρώτος μήνας του θρησκευτικού εβραϊκού έτους. 
Είναι γνωστό, ότι η πανσέληνος απέχει από την νέα σελήνη περίπου δεκατέσσερις ημέρες και επομένως, η 14η Νισάν θεωρείται ως σταθερή ημερομηνία εορτασμού του Νομικού Φάσκα.
Η συνήθεια αυτή του εορτασμού του Πάσχα μαζί με τους Ιουδαίους παρέμεινε σε μερικούς Χριστιανούς μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. 
Όμως, το 51 μ.Χ. όταν συνήλθε η πρώτη Σύνοδος των Αγίων Αποστόλων θεωρείται ότι σε αυτήν την Σύνοδο αποφασίστηκε να μην εορτάζεται το χριστιανικό Πάσχα με το Εβραϊκό. Έτσι ο έβδομος Κανόνας των αγίων Αποστόλων, αποδοκίμαζε αυτούς, που εόρταζαν το Πάσχα μαζί με τους Εβραίους την 14η του Νισάν που αποκαλούνταν "τεσσαρεσκαιδεκατίτες" ή «Τετραδίτες». 
Παρά ταύτα, ειδικά στην Ανατολή εξακολουθούσαν οι Χριστιανοί να γιορτάζουν το Πάσχα μαζί με το Ιουδαϊκό Πάσχα, ενώ στη Δύση το Πάσχα τελούνταν την επόμενη Κυριακή της εβραϊκής εβδομάδας των Αζύμων. Άλλοι Χριστιανοί γιόρταζαν το Πάσχα την 15η Νισάν, άλλοι την 16η Νισάν ακόμη και ημέρες διαφορετικές της Κυριακής. Και ενώ η Σύνοδος της Εφέσου αποφάσισε όπως το Πάσχα να εορτάζεται στις 14 Νισάν, η Σύνοδος της Ρώμης το 196 μ.Χ. αποφάσισε να εορτάζεται Κυριακή, πράγμα που δεν συνέπιπτε με την απόφαση της Εφέσου.
Φυσικά, καταβλήθηκαν προσπάθειες εναρμονισμού, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Λύση στο ζήτημα δεν έδωσε ούτε η Σύνοδος στην Αρελάτη το 314 μ.Χ. υπό τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος επανέφερε το ζήτημα και στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ., αξιώνοντας το Πάσχα να εορτάζεται κοινή μέρα για όλους τους Χριστιανούς μετά από το Εβραϊκό Πάσχα και ημέρα Κυριακή, επειδή ήταν γνωστό ότι η Ανάσταση του Κυρίου έλαβε χώρα την μία του Σαββάτου, δηλαδή την επόμενη μέρα από το Σάββατο, που αργότερα ονομάστηκε "Κυριακή", δηλαδή ημέρα του Κυρίου. Η επιθυμία αυτή του νεοφώτιστου στην πίστη αυτόκράτορα Κωνσταντίνου είχε μάλλον πολιτικά κίνητρα –ενότητα στην αυτοκρατορία– κι όχι θεολογικά. 
Αυτόν τον ισχυρισμό τον στηρίζω στο γεγονός ότι –ένα χρόνο πριν– σε επιστολή του προς τον Άρειο, ο Κωνσταντίνος δείχνει παντελή άγνοια για την σημασία της διαμάχης μεταξύ Αρειανών και Ορθοδόξων. Γράφει πώς θεωρεί το σημείο της έριδας μεταξύ ορθοδόξων και αρειανών «ειλικρινώς ασήμαντο» και «ουσιαστικά μηδαμινό και μικρής χρονικής διάρκειας».[2]
Η Σύνοδος της Νίκαιας –Α΄ Οικουμενική– καταδίκασε τους "τεσσαρεσκαιδεκατίτες" και προχώρησε σε ρυθμίσεις του εορτασμού του Πάσχα. Επειδή η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ήταν τότε πνευματικό και αστρονομικό κέντρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με εξ ίσου μεγάλο κύρος και στην Δυτική, ανατέθηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και ειδικότερα στον αστρονόμο και Επίσκοπο Χωνών Αχιλλέα Τάτιο να καθορίζει την ημέρα του Πάσχα, αλλά και να την μεταδώσει στον πρώτο τη τάξη Επίσκοπο Ρώμης, ο οποίος θα την ανακοίνωνε και σε όλες τις απομακρυσμένες Χριστιανικές Εκκλησίες της Δύσης. 
Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας εξέδωσε έναν κανόνα για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα που ονομάστηκεΠασχάλιος Κανών.
Η Εκκλησία της Ρώμης διατύπωσε διαφωνίες στον τρόπο υπολογισμού του Πασχαλίου Κανόνα, διατηρώντας έναν πασχάλιο κανόνα, που είχε εισάγει πολλά χρόνια νωρίτερα ο Ρωμαίος μαθηματικός και επίσκοπος Ωστίας (μετέπειτα Ρώμης) άγιος Ιππόλυτος. 
Έτσι, το Πάσχα στη Δύση εορταζόταν σε διαφορετικές ημέρες από ότι στην Ανατολή. Μετά από πέντε αιώνες (περίπου τέλη 8ου αι.) ο Καρλομάγνος επέβαλε στη Δύση τον κανόνα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και τότε επήλθε συμφωνία μεταξύ των Χριστιανών, οι οποίοι πλέον εόρταζαν το Πάσχα την ίδια Κυριακή μέχρι το 1582. 
Εκείνη τη χρονιά, ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ'αντικατέστησε το Ιουλιανό ημερολόγιο με ένα νέο, που ονομάστηκε Γρηγοριανό. Από τότε μέχρι σήμερα ο εορτασμός του Πάσχα από την Δυτική και την Ανατολική Εκκλησία δεν είναι κατά κανόνα ταυτόχρονος.
Το 1924 ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος –με τρόπο αντικανονικό– εφαρμόζοντας τις αποφάσεις ενός Πανορθόδοξου συνεδρίου του 1923, προέβη σε μια ημερολογιακή-εορτολογική μεταβολή υιοθετώντας το Γρηγοριανό ημερολόγιο για τις ακίνητες εορτές του εκκλησιαστικού έτους και το Ιουλιανό ημερολόγιο (το παλαιό) για το τμήμα των κινητών εορτών στο οποίο περιλαμβάνεται και η εορτή του Πάσχα. Αυτή η ημερολογιακή μεταβολή δημιούργησε Σχίσμα στο σώμα της Εκκλησίας της Ελλάδος το οποίο διαρκεί μέχρι σήμερα.

1. Tι όρισε η Α΄ Οικουμενική,
ο Ζ΄ Αποστολικός Kανόνας
και ο Α΄ Αντιοχείας.


Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος άρχισε στις 19 Ιουνίου 325 μ.Χ. και έληξε στις 25 Αυγούστου[3] στη Νίκαια της Βιθυνίας: «Εν υπατείᾳ Παυλίνου και Ιουλιανού των λαμπροτάτων, έτους από Αλεξάνδρου χλς΄, εν μηνί Δεσίω ιθ΄ τη προ ιγ΄ καλανδών Ιουλίων εν Νικαίᾳ τη Μητροπόλει Βιθυνίας»[4] έληξε δε «Εν μηνί Λώω, προ ζ΄ καλανδών Γορπιαίω». 
Η πρώτη εντυπωσιακή παρατήρηση που κάνουμε διαβάζοντας τα Πρακτικά της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, τα οποία περιγράφουν κάποια στοιχεία της Α΄ Οικουμενικής[5], είναι ότι, ενώ η Εκκλησία μέχρι την Α΄ Οικουμενική ακολουθούσε το Μακεδονικό ημερολόγιο (του Μ. Αλεξάνδρου, στο οποίο το έτος είχε 354 ημέρες), εμμέσως πλην σαφώς στις εργασίες της Συνόδου Νίκαιας έγινε αποδεκτό το Ιουλιανό ημερολόγιο (των 365, 25 ημερών) ως πολύ ακριβέστερο. Δηλαδή εμφανίζεται εδώ η πρώτη αλλαγή ημερολογίου, χωρίς κάποια καταγεγραμμένη συνοδική και επίσημη πράξη. 
Την εισαγωγή του Ιουλιανού ημερολογίου ενέκριναν κατ΄ αρχήν οι Πατέρες της Συνόδου και ανέθεσαν στον Επίσκοπο Χωνών Αχιλλέα Τάτιο, να συνεννοηθεί με τους αστρονόμους της Αλεξάνδρειας για την εισαγωγή του Ιουλιανού ημερολογίου και τη διόρθωση ισημεριών και πανσελήνων σε σχέση με το Μακεδονικό. Βεβαίως δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες της απόφασης με την οποία έγινε αυτή η μεταβολή, όχι μόνο σε ότι αφορούσε στα ονόματα των μηνών του Μακεδονικού ημερολογίου που άλλαξαν με εκείνα του λατινικού ημερολογίου, άλλα και στην προσθήκη των 11,25 επιπλέον ημερών που προσμετρούσε το Ιουλιανό ημερολόγιο ως διάρκεια του έτους!
Το Μακεδονικό ημερολόγιο που ακολουθούσαν μέχρι τότε οι άγιοι Απόστολοι και όλη η Εκκλησία δεν φαίνεται να αποτελούσε «ιερά παράδοση» γιατί αλλιώς δεν θα το άλλαζαν ασχολίαστα οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής. Αντιθέτως δέχτηκαν την εισήγηση των αστρονόμων να εισαχθεί το ακριβέστερο Ιουλιανό, θεωρώντας το θέμα μη δογματικό. Αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε από την απουσία σχετικής αναφοράς στους Κανόνες και Όρους της Συνόδου που αφορούν το ζήτημα. 
Γιατί τα δογματικά ζητήματα πάντα και πρωτίστως εμπεριέχονταν στους Κανόνες και Όρους κάθε Συνόδου. Η Σύνοδος δέχτηκε επί της αρχής θα λέγαμε τη διόρθωση της ισημερίας, κατά 3 ημέρες, (από τις 24 Μαρτίου στις 21 Μαρτίου), που της προτάθηκε από τους αστρονόμους, χωρίς να ορίσει κάποια απαγόρευση μελλοντικής μεταβολής του ημερολογίου. 
Δεν εμφάνισε το ημερολόγιο ως Κανόνα και Όρο Πίστεως, κάτι που επιβεβαιώνει ο Σωζομενός: «Παυσαμένη τε της περί τα δογματικά συζητήσεως, έδοξε [αποφάσισε] τη Συνόδω και την Πασχάλιον εορτήν…..».[6]
Οι θεοφόροι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής αποφάσισαν να υπάρχουν 4 απαράβατοι κανόνες για τον εορτασμό του Πάσχα[7]:
1. Να εορτάζεται μετά την εαρινή ισημερία.[8]
2. Να εορτάζεται μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας.
3. Να εορτάζεται μετά το Εβραϊκό Πάσχα (Νομικό Φάσχα.)
4. Να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά από όλα τα παραπάνω.

Αυτές οι 4 προϋποθέσεις ονομάστηκαν «Πασχάλιος Κανόνας».

Ο Πασχάλιος Κανόνας που έκανε δεκτό η Α΄ Οικουμενική, εξασφάλιζε ότι το χριστιανικό Πάσχα δεν θα εορτάζονταν ποτέ μαζί ή πριν από το Εβραϊκό Πάσχα και έτσι ικανοποιούσε και την απαίτηση του Ζ΄ Αποστολικού Κανόνα που όριζε το χριστιανικό Πάσχα να μην εορτάζεται πριν την εαρινή ισημερία, μαζί ή πριν από το Εβραϊκό.[9]
Όταν έλαβε χώρα η Α΄ Οικουμενική η ισημερία έπεφτε στις 21 Μαρτίου, όμως τόσο η Α΄ Οικουμενική, όσο και ο Ζ΄ Αποστολικός δεν καθιέρωσαν μια συγκεκριμένη και ενιαία ημερομηνία για τον εορτασμό του Πάσχα, επειδή ο χρόνος της εαρινής ισημερίας ποικίλει ανάλογα με το γεωγραφικό μήκος που βρίσκεται κανείς σε διάφορα σημεία της γης. 
Δέν υπάρχει τέτοιος όρος στην απόφαση της Συνόδου που να επιβάλλει αυτήν την ημερομηνία ως μόνιμη ισημερία. Πουθενά δεν αναφέρεται η λέξη: «Δύστρου κα΄» (21 Μαρτίου) στην απόφαση των Πατέρων. Δεν συντάχθηκε κανένας Πασχάλιος πίνακας στα πλαίσια των εργασιών της Συνόδου και ούτε φυσικά εγκρίθηκε κάποιος τέτοιος για τα επερχόμενα χρόνια. Στην Σύνοδο έγινε αποδεκτό, ότι η σύνταξη του πίνακα για τις ημέρες εορτασμού του Πάσχα –που ικανοποιούν τον Πασχάλιο Κανόνα– είναι δουλειά των αστρονόμων και όχι της εν Αγίω Πνεύματι αποφασίζουσας Συνόδου. 
Η τήρηση βεβαίως του όποιου πασχαλίου πίνακα θα έφτιαχναν οι αστρονόμοι τηρώντας τον Πασχάλιο Κανόνα, θα ήταν υποχρεωτική για όλους κατά την απαίτηση της Συνόδου. (Θα δούμε παρακάτω πόσο και πότε τηρήθηκε).
Δείξαμε ότι οι υπολογισμοί της εαρινής ισημερίας από τους χριστιανούς της Ρώμης και της Αλεξάνδρειας δεν συμφωνούσαν πάντα, έτσι ακόμα και το επόμενο έτος της Συνόδου της Νικαίας, το 326 μ.Χ., οι Εκκλησίες της Ρώμης και της Αλεξάνδρειας εόρτασαν το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες!
Ο Α΄ Κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας[10] επίσης ορίζει να μην εορτάζεται το χριστιανικό Πάσχα μαζί με το Πάσχα των Εβραίων επισύροντας την ποινή της καθαίρεσης όχι μόνο για τους ιερείς που διέπραξαν αυτήν την παρανομία άλλα και για αυτούς που κοινωνούν με τους παρανομούντες. Δεν ορίζει τίποτε άλλο! Το ίδιο ισχύει και με τον Ζ΄ Αποστολικό Κανόνα.[11]

2. Ιουλιανό και Γρηγοριανό ημερολόγιο από αστρονομική άποψη.


Εμείς οι απλοί άνθρωποι όταν δούμε στο ημερολόγιο μια ημερομηνία π.χ. 18 Απριλίου 2017, λέμε ότι πέρασε ακριβώς ένας χρόνος από την αντίστοιχη ημερομηνία του προηγούμενου έτους, δηλαδή από τις 18 Απριλίου 2016.
Όμως η πραγματική κυκλική πορεία του ήλιου, στην πλήρη ολοκλήρωση της οποίας ολοκληρώνεται ένα πλήρες (πραγματικό) ηλιακό έτος, ολοκληρώνεται λίγο πιο γρήγορα από την αντίστοιχη ημερολογιακή ολοκλήρωση του. Έτσι το Ιουλιανό ημερολόγιο, σηματοδοτεί την ολοκλήρωση του έτους με μια καθυστέρηση 0,007783 ημέρες αργότερα από την πραγματική (ηλιακή) ολοκλήρωση του έτους. Αυτή η απειροελάχιστη διαφορά στο πέρασμα 800 ετών δημιουργεί μια καθυστέρηση 6,22 ημερών. Δηλαδή ενώ το πραγματικό έτος (ένας κύκλος του ήλιου) έχει ολοκληρωθεί στον ουράνιο θόλο, στο ημερολόγιο που έχουμε στο σπίτι, χρειάζεται να περάσουν ακόμα 6 έξι μέρες για να ολοκληρωθεί και εκεί η ημερολογιακή χρονιά.

Το 1582, ο αστρονόμος Lilio για να διορθώσει αυτό το πρόβλημα αποφάσισε να αφαιρέσει τις ημέρες κάποιων δίσεκτων ετών ώστε αφαιρουμένων αυτών να μην υπάρχει αυτή η διαφορά. Ο πάπας Γρηγόριος ο ΙΓ΄ υιοθέτησε την πρόταση του αστρονόμου και την εισήγαγε στην Δύση ως Γρηγοριανό ημερολόγιο, με την διόρθωση να περιλαμβάνει την προώθηση του ημερολογίου κατά 13 ημέρες. Πράγματι αστρονομικώς η διόρθωση αυτή ήταν σωστή.
Όμως ο Πάπας έκανε ένα σοβαρότατο εκκλησιαστικό λάθος. Προσάρμοσε σε αυτό το ημερολόγιο του και τον εορτασμό του Πάσχα, παραβαίνοντας τον Πασχάλιο Κανόνα, με αποτέλεσμα το Πάσχα του Γρηγοριανού, να εορτάζεται πότε μαζί με το Εβραϊκό και πότε πριν από αυτό.
Η υιοθέτηση του Γρηγοριανού ημερολογίου το 1924 από την Εκκλησία της Ελλάδας, όμως, δεν συμπεριέλαβε την μεταβολή τον εορτασμό του Πάσχα και των κινητών εορτών που εξαρτώνται από την ημέρα εορτασμού του Πάσχα (Πεντηκοστή κ.λ.π) και στην οποία προέβησαν οι Λατίνοι. Συνεπώς η αποδοχή του Γρηγοριανού ημερολογίου ήταν μόνο στο αστρονομικό, πολιτικό-κοινωνικό του τμήμα και δεν αθέτησε τον Πασχάλιο Κανόνα.
Και οι αποκαλούμενοι Παλαιοημερολογίτες και οι αντιστοίχως αποκαλούμενοι Νεοημερολογίτες[12] εορτάζουν το Πάσχα κοινά και σε συμφωνία με τον Πασχάλιο Κανόνα, τον Ζ΄ Αποστολικό και τον Α΄ Αντιοχείας. 
Όμως οι νεοημερολογίτες έχουν ημερολόγιο κατά 13 ημέρες πιο μπροστά (για την διόρθωση) από αυτό των παλαιοημερολογιτών.
Αυτή η μικρή απόκλιση που έχουν το Γρηγοριανό και το διορθωμένο Γρηγοριανό δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει παρατηρήσιμη διαφορά, μέχρι το 2800 μ.Χ. Εξ αιτίας αυτού οι παλαιοημερολογίτες λένε, ότι τα δύο ημερολόγια είναι ταυτιζόμενα. Μετά το 2800 όμως γίνεται εμφανής η διαφορά. Έτσι, το 2800 την ίδια ημέρα, το Ιουλιανό ημερολόγιο θα δείχνει 10 Φεβρουαρίου, το Γρηγοριανό 29 Φεβρουαρίου και το διορθωμένο Ιουλιανό 1 Μαρτίου.
Δύο καράβια που ξεκινάνε ταυτόχρονα από την Πορτογαλία και έχουν διαφορά στην πυξίδα τους ένα χιλιοστό της μοίρας, μπορεί να δείχνουν ότι πλέουν παράλληλα για πολλές εκατοντάδες μίλια και κάποιος μπορεί να πει ότι έχουν ταυτόσημη πορεία. Όμως το ένα καράβι θα καταλήξει στην Βραζιλία και το άλλο στον Παναμά και τότε θα γίνει φανερό ότι η αρχική επί μίλια παράλληλη πλεύση δεν ήταν μια ταυτόσημη πορεία.

3. To Πανορθόδοξο Συνέδριο του 1923.


Στις 10.5.1923 συγκλήθηκε στην ΚΠολη Πανορθόδοξο Συνέδριο, με βασικό σκοπό τη διόρθωση της ισημερίας και την εξ αυτού του λόγου διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, και όχι την επίτευξη του κοινού εορτασμού ανάμεσα στις Εκκλησίες, γιατί αυτός υπήρχε. Εκπροσωπήθηκαν οι Εκκλησίες ΚΠόλεως, Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Ελλάδος και Κύπρου. 
Δεν παρέστησαν οι Εκκλησίες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Οι μετέχοντες στο Συνέδριο αποφάσισαν να αναθέσουν στους αστρονόμους Σέρβο Μιλάνκοβιτς και Ρουμάνο Δράγγιτς, που μετείχαν στο Συνέδριο να προβούν στη διόρθωση της ισημερίας. Έτσι, προέκυψε μια διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου κατά 13 ημέρες. 
Με τις ρυθμίσεις αυτές το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο έχει 365.242222221 ημέρες, ενώ το Γρηγοριανό 365.2425 ημέρες και το Ιουλιανό (παλαιό) 365.25 ημέρες. Από τα στοιχεία αυτά φαίνεται σαφώς, ότι το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο και το Γρηγοριανό δεν έχουν –σε επιστημονικό επίπεδο– καμία σχέση μεταξύ τους. Η διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου έφερε την επιτακτική ανάγκη της διόρθωσης και του Πασχαλίου. Προς τούτο το Συνέδριο παρακάλεσε τους αστρονόμους των Αστεροσκοπείων Αθηνών, Βελιγραδίου, Βουκουρεστίου και Πετρούπολης να καταρτίσουν πίνακες του Πασχαλίου, βάσει του νέου ημερολογίου, πλην όμως η Εκκλησία της Ελλάδος παρακάλεσε το Πατριαρχείο ΚΠολης να μην προβεί στη διόρθωση του Πασχαλίου «άχρι καιρού». Η διόρθωση του ημερολογίου απαιτούσε να προστεθούν 13 μέρες στην τρέχουσα ημερομηνία. Έτσι όταν έφτασε η 10η Μαρτίου ονομάστηκε 23ηΜαρτίου. Το Πάσχα θα εορταζόταν με όλες τις Εκκλησίες την ίδια ημέρα, με μόνη διαφορά την αρίθμηση της ημερομηνίας.
Το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο ακολούθησαν τελικά 10 από τις 14 Ορθόδοξες Εκκλησίες. Όπως παλαιότερα η Ρώμη, δεν ακολούθησε την απόφαση της Α΄ Συνόδου, χωρίς να υπάρξει τότε σχίσμα, έτσι και εδώ οι Εκκλησίες συνέχισαν την μεταξύ τους εκκλησιαστική κοινωνία. Η διόρθωση αυτή έγινε δεκτή από το Συνέδριο και το Πατριαρχείο κλήθηκε να την εφαρμόσει.
H Ελληνική Πολιτεία με το Νομοθετικό Διάταγμα της 18.1.1923 εισήγαγε το Γρηγοριανό ημερολόγιο που είχε ήδη υιοθετήσει η υπόλοιπη Ευρώπη, με την προσθήκη 13 ημερών στο Ιουλιανό ημερολόγιο, δηλ. εισήγαγε «εν ταις πολιτικαίς και κοινωνικαίς σχέσεσι το Γρηγοριανόν, λεγόμενον, ημερολόγιο».[13]
Έτσι, η Ελληνική Πολιτεία ακολουθεί έκτοτε το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Όμως το Πανορθόδοξο Συνέδριο της ΚΠολης το 1923 δέχτηκε μεν το Γρηγοριανό στην αστρονομική του ακρίβεια άλλα με διαφοροποιήσεις σε ότι αφορά το Πασχάλιο και τις κινητές εορτές, για να μη συμμετέχει στην αναίρεση της Α΄ Οικουμενικής, του Ζ΄ Αποστολικού και Α΄ Αντιοχείας στην οποία ενέπεσαν οι παπικοί. 
Αυτό το μείγμα αρχικού Ιουλιανού και Γρηγοριανού η Πανορθόδοξη το ονόμασε «διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο», και το οποίο φυσικά δεν ταυτίζεται με το εκκλησιαστικό Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Σήμερα μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας, ότι οι Νεοημερολογήτες που εφαρμόζουν το «διορθωμένο» Ιουλιανό, εορτάζουν το Πάσχα πάντα μαζί με τους Παλαιοημερολογίτες που κρατούν το «αυθεντικό» Ιουλιανό. Άρα άξιον απορίας είναι, ότι οι Παλαιοημερολογίτες κατηγορούν τους Νεοημερολογίτες, ότι βρίσκονται κάτω από τα αναθέματα των Οικουμενικών Συνόδων και του Ζ΄ Αποστολικού για την ημερολογιακή καινοτομία τους.
Το 1924, όταν έγινε η ημερολογιακή και εορτολογική μεταβολή, οι υπερασπιστές του αμετάβλητου Ιουλιανού ημερολογίου διακήρυξαν ότι αυτή η μεταβολή επιφέροντας διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε αυτούς που το αποδέχτηκαν και σε αυτούς που δεν την αποδέχτηκαν, διέσπασε το δόγμα περί ενότητας της Εκκλησίας και έτσι προκλήθηκε αθέτηση του 9ου άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως περί της «…Μίας, Αγίας και Καθολικής Εκκλησίας». Εκλήφθηκε δε, ως επαρκής λόγος για την καταγγελία της Ελλαδικής Εκκλησίας ως σχισματικής.[14]Και μέχρι σήμερα οι διδάσκαλοι του παλαιούημερολογίου διατηρούν και κηρύττουν την ίδια θέση.[15]

[1] Ισημερία είναι η ημέρα κατά την οποία η νύχτα έχει ίση διάρκεια με την ημέρα.
[2] Ευσεβίου Καισαρείας, Βίος του Κωνσταντίνου 2.64-65, 68.
[3] Λεπτομερείς πληροφορίες για τη διεξαχθείσα συζήτηση δεν υπάρχουν, το μόνο γνωστό είναι ότι διεξήχθη με ηρεμία και ομοφωνία: «Περί του Πάσχα ομοφωνήσαντες» (Σωκράτους Εκκλ. Ιστορία Ε΄). Πληροφορίες για την απόφαση έχουμε από την εγκύκλια επιστολή της Συνόδου, αλλά και από την επιστολή του βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄, προς τους Επισκόπους και τους λαούς (Σωκράτους. Εκκλ. Ιστ. Ε΄). Επίσης και ο Κύπρου Επιφάνιος την αναφέρει στο βιβλίο του: Περί αιρέσεων, 7.
[4] Μήλια Σπ., Πρακτικά Οικουμενικών Συνόδων, Β΄ πράξη της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
[5] Τα πρακτικά της Α΄ Οικουμενικής δεν διασώθηκαν.
[6] Ερμείου Σωζομενού (400-450 μ.Χ.), Εκκλ. Ιστορία, τ. Α΄.κεφ. κα΄P.G.67, 924B.
[7] Πηδαλίον, σελ. 9 και Ἰω. Καρμίρη, Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα..., τόμος α΄, σελ. 121.
[8] Δηλ. η ημέρα της Άνοιξης που η διάρκεια της είναι ίση με την διάρκεια της νύχτας. Όταν έγινε η Α΄ Οικουμενική η ισημερία έπεφτε στις 21 Μαρτίου.
[9] Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Ζ΄ Αποστολικός Κανόνας επικυρώθηκε επίσημα στην εν Τρούλλω Σύνοδο το 692 μ.Χ. Δεν είναι κατά τον άγιο Νικόδημο επιβεβαιωμένος ως «αυτολεξεί βεβαιούμενος» ως Αποστολικός Κανών, άλλα ούτε και εμπεριέχεται και στους «κατ΄ όνομα» Αποστολικούς (σελ.21 Πηδαλίου).
[10] Κανὼν Α´ Συνόδου Αντιοχείας. «Πάντας τοὺς τολμῶντας παραλύειν τὸν ὅρον τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης συνόδου τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς εὐσεβείας τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου, περὶ τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινωνήτους καὶ ἀποβλήτους εἶναι τῆς ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρὸς τὰ καλῶς δεδογμένα, καὶ ταῦτα εἰρήσθω περὶ τῶν λαϊκῶν. Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς ἐκκλησίας, ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, μετὰ τὸν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπὶ διαστροφῇ τῶν λαῶν καὶ ταραχῇ τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν, καὶ μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τὸ Πάσχα· τοῦτον ἡ ἁγία σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς ἐκκλησίας, ὡς οὐ μόνον ἑαυτῷ ἁμαρτίας ἐπισωρεύοντα, ἀλλὰ πολλοῖς διαφθορᾶς καὶ διαστροφῆς γινόμενον αἴτιον· καὶ οὐ μόνον τοὺς τοιούτους καθαιρεῖ τῆς λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς τολμῶντας τούτοις κοινωνεῖν μετὰ τὴν καθαίρεσιν. Τοὺς δὲ καθαιρεθέντας ἀποστερεῖσθαι καὶ τῆς ἔξωθεν τιμῆς, ἧς ὁ ἅγιος Κανὼν καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ ἱερατεῖον μετείληφεν».
[11] Ζ΄ Ἀποστολικὸς Κανών: «Εἲ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, τὴν ἁγίαν τοῦ Πάσχα ἡμέραν πρὸ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας μετὰ Ἰουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω».
[12] Αναγκαστικά θα δεχτούμε αυτούς τους όρους από εδώ και πέρα.
[13] Αρχ. Αθηνών Χρυσόστομος Α΄, αγόρευση ενώπιον της ΙΣΙ στις 16.4.1923.
[14] Άπαντα πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδη, τ. Α΄, σελ. 81, εκδ. Ι. Μ. Αγ. Νικοδήμου Γορτυνίας, 1997. Και Θεοδωρήτου Ιερομονάχου Αγιορείτου, Παλαιόν και Νέον, εκδ. β΄, Αγιον Όρος 2000, σελ. 25-28.
[15] Θεοδωρήτου Ιερομονάχου Αγιορείτου, Παλαιόν και Νέον, εκδ. β΄, Αγιον Όρος 2000, σελ.25-28. Αυγουστίνος Αγιοβασιλειάτης, Το ημερολογιακό σχίσμα από ιστορικής και κανονικής απόψεως εξεταζόμενον, Αθήνα 2008, σελ. 308.

4. Το "άγιο" Ιουλιανό ημερολόγιο


Ένας από τους πρωτεργάτες της απόσχισης εξαιτίας της ημερολογικής-εορτολογικής μεταβολής, και ηγέτης του εορτολογικού αγώνα, ο πρώην επίσκοπος Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, αποδίδει στο Ιουλιανό ημερολόγιο «τον φωτοστέφανον», και το ονομάζει «προπύργιον ακαθαίρετον της ορθοδόξου πίστεως και λατρείας»,[1] που «υπερασπίζει [το ημερολόγιο]την ανεξαρτησία της ορθοδόξου Εκκλησίας από την παπική απολυταρχία».[2] 
Κατ΄ αυτόν, το ημερολόγιο είναι τόσο σημαντικό που σχετίζεται ακόμα και με την χριστιανική ηθική.[3] Αιτία της σχεδόν αγιοποίησης του Ιουλιανού ημερολογίου είναι, ότι πιστεύει πως οι θεοφόροι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής συνέδεσαν την ημέρα εορτής του Πάσχα με την ισημερία που ίσχυε τότε, αυτήν δηλαδή της 21ης Μαρτίου. Θεώρησε έτσι ότι, οι άγιοι Πατέρες συνέδεσαν οριστικά και αμετάκλητα τον εορτασμό του Πάσχα με το Ιουλιανό ημερολόγιο. Την ίδια άποψη ακολουθούν και οι νεότεροι παλαιοημερολογίτες[4], αναφέροντας συχνά ότι το Ιουλιανό αντιπροσωπεύει την «Πατροπαράδοτη θεία τάξη των εορτών, νηστειών, τυπικών κλπ.».[5] Θεωρώντας λοιπόν αγκιστρωμένη την εορτή του Πάσχα με την τότε ισημερία[6] του Ιουλιανού ημερολογίου, ο Χρ. Καβουρίδης και οι συν αυτώ[7] κατέληξαν πως κάθε ημερολογιακή μεταβολή θίγοντας τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής, θίγει [συγχρόνως] και το Δόγμα της ενότητας, της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.[8] «Και τούτο διότι το Δόγμα της ενότητος της Εκκλησίας δεν έγκειται μόνον εις την ταυτότητα της πίστεως και της θ. λατρείας, αλλά και εις την ταυτόχρονον και ομοιόμορφον βίωσιν και έκφανσιν αυτής»[9]… «Δια της εν έτει 1924 επελθούσης ημερολογιακής μεταβολής διεφθάρη το ιερόν πηδάλιον και ενηργήθη ιεροσυλία και βλασφημία του Αγ. Πνεύματος, του όλου ζητήματος αναγομένου πλέον εις την περιοχήν όχι της ακριβείας ή της οικονομίας αλλά της σωτηρίας».[10]
Βέβαια, ο άγιος Νικόδημος στην ερμηνεία του Ζ΄ Αποστολικού κανόνα, στην πρώτη υποσημείωση δείχνει να έχει αντιδιαμετρικά αντίθετη θέση λέγοντας: «Το να κάνει τις το Πάσχα μετά της 21ην Μαρτίου ως κάμνομεν εμείς οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα. Το να σχίση όμως την Εκκλησίαν είναι αμάρτημα ασυγχώρητον». Όμως τελικά, αποτέλεσμα των θέσεων των παλαιοημερολογιτών ήταν να κηρύξουν σχισματική την Εκκλησία της Ελλάδος[11] και φυσικά όσους την ακολουθούν. Για να δούμε όμως αναλυτικότερα αν τα παραπάνω τα επικυρώνει η ιστορία της Εκκλησίας.
Οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων χρησιμοποιούσαν κατά τόπους τρία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους ημερολόγια. Το Ρωμαϊκό, το Ελληνικό, και το Αιγυπτιακό. 
Στα ελληνικά ή ελληνόφωνα μέρη χρησιμοποιούσαν το ημερολόγιο του Μ. Αλεξάνδρου, το Μακεδονικό μέχρι τα χρόνια του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641 μ.Χ.). 
Γι᾿ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (345 - 407) στην ομιλία του Εις το Γενέθλιον του Χριστού[12] μετράει τους δώδεκα μήνες του έτους με τα μακεδονικά ονόματα τους (Δίος, Απελλαίος, Αυδηναίος κ.λ.π). Όμως οι μήνες των τριών ημερολογίων δεν συνέπιπταν ακριβώς μεταξύ τους· λ.χ. στο μακεδονικό ημερολόγιο οι 11 μήνες είχαν από 30 ημέρες και ο τελευταίος, ο Υπερβερεταίος είχε 35 μέρες. Το ημερολόγιο αυτό σε 120 χρόνια έχανε έναν μήνα! Αυτό το πολύ ατελές ημερολόγιο χρησιμοποιούν κι άλλοι Πατέρες όπως ο συγγραφέας του Πασχάλιου Χρονικού (γράφτηκε γύρω στο 600 μ.Χ.). Η ελληνόγλωσση εκκλησία χρησιμοποιούσε αυτό το ημερολόγιο μέχρι τα χρόνια του Μ. Φωτίου (9ος αι.). Μετά το 641 μ.Χ. μερικοί και μετά το 900 μ.Χ. όλοι, άρχισαν να χρησιμοποιούν το Ρωμαϊκό Ιουλιανό.
Δεν είναι αλήθεια αυτό που γράφεται από τους παλαιοημερολογίτες ότι η Α΄ Οικουμενική θέσπισε να εορτάζεται το Πάσχα με το Ιουλιανό ημερολόγιο. Ο Μ. Αθανάσιος σύνεδρος και πρωταγωνιστής της Α΄ Οικουμενικής, στις Εορταστικές Επιστολές του, τις οποίες έστελνε επί 45 χρόνια (328-373) στις εκκλησίες για την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα πάντα έγραφε: «Εσείς που είστε σε εκείνες τις χώρες θα το εορτάσετε στις τόσες του μηνός του δικού σας ημερολογίου, και εσείς που είστε σε εκείνες τις χώρες θα το εορτάσετε στις τόσες του μηνός του δικού σας ημερολογίου…κ.λ.π.». 
Και ο ίδιος όταν ήταν στην Αλεξάνδρεια το εόρταζε στις τόσες του μηνός Φερμουθί του Αιγυπτιακού ημερολογίου, ενώ όταν ήταν εξόριστος στη Γαλλία, το εόρταζε στις τόσες Απριλίου του λατινικού ημερολογίου. Διέφεραν δε τα ημερολόγια πάρα πολύ ακόμα και στον αριθμό των ημερών του έτους και των μηνών.[13]

Πρίν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.

Το 150 μ.Χ. ο άγιος Πολύκαρπος (επίσκοπος Σμύρνης), μεταβαίνει στην Ρώμη και συναντά τον Πάπα Ανίκητο για να συζητήσουν την επίλυση του ζητήματος του κοινού εορτασμού του Πάσχα. Οι δύο άγιοι Πατέρες δεν συμφώνησαν γιατί ο μεν Πολύκαρπος έλεγε ότι για τον χρόνο εορτασμού του Πάσχα τηρεί την διδασκαλία που παρέλαβε από τον μαθητή του Κυρίου άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο άλλα και από τον Απόστολο Φίλιππο.[14] 
Ο Ανίκητος έλεγε κι αυτός, ότι κρατά την διδασκαλία που παρέλαβε από τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Οι δύο Πατέρες ενώ έφτασαν σε αδιέξοδο συλλειτούργησαν ειρηνικά και αποχωρίστηκαν. Σαράντα χρόνια αργότερα, το 198 μ.Χ., και ενώ η διαφωνία δεν είχε επιλυθεί, ο Πάπας Βίκτωρας αποπειράθηκε να διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τον τότε επίσκοπο Σμύρνης Πολυκράτη και την τοπική εκκλησία της Μικράς Ασίας για το ίδιο λόγο, αυτόν δηλαδή του διαφορετικού χρόνου στον εορτασμό του Πάσχα.
Ο άγιος Ειρηναίος επίσκοπος στη Γαλλία, επενέβηκε νουθετώντας τον Βίκτωρα να μη προβεί σε διακοπή της κοινωνίας και έτσι αποφεύχθηκε το κακό.[15] 
Παρόλη αυτήν την εκκρεμότητα και διαφωνία για τον κοινό εορτασμό, οι άγιοι της εποχής δεν είδαν κάποια δογματική ανατροπή της ενότητας. Δεν προέκριναν δηλαδή την διακοπή της κοινωνίας μεταξύ τους επειδή δεν έβλεπαν ότι υπάρχει κίνδυνος για την Πίστη και την σωτηρία. Η αιτία αυτής της διαφοροποίησης στην ημέρα εορτασμού του Πάσχα ήταν ο διαφορετικός αστρονομικός τρόπος υπολογισμού κι όχι θεολογικής ή εκκλησιολογικής φύσεως διαφωνία.[16] 
Αυτή η διαφοροποίηση του υπολογισμού ακόμα και το 326 μ.Χ. δηλαδή την επομένη χρονιά της Α΄ Οικουμενικής προκάλεσε διαφορά 8 ημερών στην ημέρα εορτασμού του Πάσχα σε Ανατολή και Δύση, ενώ το 387 η διαφορά έφτασε τις 5 εβδομάδες![17]
Τρείς αιώνες περίπου μετά την Θεία Ανάσταση του Κυρίου μας (μέχρι το 325 μ.Χ.), η Εκκλησία πορεύθηκε χωρίς κοινή συμφωνία για τον χρόνο εορτασμού του Πάσχα, αλλά συνεπώς και χωρίς πάντα κοινό εορτολόγιο. Σε αυτά τα χρόνια ο αμπελώνας του Κυρίου μας φωταγωγήθηκε από χιλιάδες θεόπτες Πατέρες, ποτίστηκε από τα ζωογόνα ύδατα της Πατερικής διδασκαλίας και κοσμήθηκε από την πορφύρα των αιμάτων ένδεκα περίπου εκατομμυρίων αγίων Μαρτύρων και Ομολογητών της Πίστεως στους σκληρότατους διωγμούς. Η απουσία του κοινού εορτολογίου, κοινού εορτασμού του Πάσχα, και η χρήση διαφόρων ασύμφωνων μεταξύ τους ημερολογίων δεν εμπόδισε να σωθούν «οι θέλοντες σωθήναι».

Μετά την Α΄ Οικουμενική.

Η Σύνοδος της Νικαίας αποδέχθηκε τον Αλεξανδρινό τρόπο υπολογισμού για την εύρεση κοινής ημέρας εορτασμού του Πάσχα. Όμως στην πραγματικότητα αυτή η συμφωνία δεν εφαρμόζονταν παρά μόνο σποραδικά επί σχεδόν 3 αιώνες !
Πασχάλιος πίνακας. Είναι εκείνος ο Πίνακας, ο οποίος καταγράφει τις διάφορες ημερομηνίες των κινητών εορτών με βάση την ημέρα εορτασμού του Πάσχα, αλλά και πότε συμβαίνει το εβραϊκό. Αναφέρει δε επιπροσθέτως και τους βασικούς παράγοντες ευρέσεως της ημερομηνίας του Πάσχα, όπως Ηλίου κύκλους, Σελήνης Κύκλους, Σελήνης θεμέλιο κ.λπ. Οι Πασχάλιοι Πίνακες δεν σχηματίσθηκαν αμέσως, ως εφαρμογή της απόφασης της Α΄ Συνόδου, αλλά είναι παρεπόμενοι των Πασχαλίων Γραμμάτων, τα οποία άρχισαν να συντάσσονται εις επιταγήν της αποφάσεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί εορτασμού του Πάσχα, αμέσως μετά το 325. 
Ο Πασχάλιος Πίνακας δεν δημιουργήθηκε ούτε εγκρίθηκε από τους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Το ανωτέρω αποτελεί μύθευμα, καθότι η Α΄ Οικουμενική στην απόφασή της περί της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα έθεσε τους 4 όρους εορτασμού και τίποτε άλλο. Η αποστολή των «πασχαλίων γραμμάτων» από τον Αλεξανδρείας σταμάτησε μετά την Δ΄ Οικουμενική, επειδή στην Αλεξάνδρεια επικράτησαν Μονοφυσίτες Επίσκοποι και έτσι διακόπηκαν οι σχέσεις Ορθοδόξων Εκκλησιών και Μονοφυσιτών.[18]

Δέκα επτά χρόνια μετά την Νίκαια, η Σύνοδος της Αντιόχειας(341 μ.Χ.) «αναγκάζεται» πάλι να επιβάλει το επιτίμιο της ακοινωνησίας σε όσους δεν ακολουθήσουν την απόφαση της Νικαίας για το πασχάλιο, κάτι που φανερώνει, ότι πολλές περιοχές της αυτοκρατορίας δεν είχαν ακόμα συνταχθεί με την απόφαση αυτή. Όμως, ενώ η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ανέθετε στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας να αναγγέλλει την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα, σε όλες τις Εκκλησίες, η Τοπική Σύνοδος της Σαρδικής του 347 ανέτρεψε την απόφαση αυτή. Η ανατρεπτική απόφαση της Συνόδου αυτής δεν βρίσκεται στους 21 Κανόνες που εξέδωσε, αλλά σε μια από τις πέντε αποφάσεις της, οι οποίες ήταν: α) η αποκήρυξη των παρανόμως τοποθετηθέντων Επισκόπων Αλεξανδρείας, Αγκύρας και Γάζας, β) η καταδίκη των προβιβασμών αρειανών Επισκόπων, γ) η αποκατάσταση των διωχθέντων από αρειανούς, δ) η καθαίρεση εκβιαστών αρειανών και ε) η έγκριση περί του Πάσχα:«όπως επί 50 έτη οι Επίσκοποι Ρώμης και Αλεξανδρείας αγγέλωσιν απανταχού ως έθος την ημέραν της εορτής του Πάσχα»,[19] ο μεν Ρώμης εις τας Εκκλησίας της Δύσεως, ο δε Αλεξανδρείας εις τας της Ανατολής. Σε μια πρώτη ματιά δεν φαίνεται κάποιο πρόβλημα με την απόφαση αυτή. Όμως στην ουσία υπήρξε μεγάλο πρόβλημα και ανατροπή του υπολογισμού του Πασχαλίου πίνακα από την Αλεξάνδρεια, γιατι η Ρώμη υπολόγιζε με διαφορετικό τρόπο την εαρινή ισημερία. 
Η Ρώμη την υπολόγιζε να εμφανίζεται στις 18 Μαρτίου, ενώ οι Αλεξάνδρεια στις 21 Μαρτίου. Πράγματι, στη Ρώμη, ο άγιος Ιππόλυτος, είχε καθορίσει πολύ πριν από την Α΄ Σύνοδο Πασχάλιο κανόνα, με ισημερία στις 18 Μαρτίου. Η Ρώμη ουδέποτε αναγνώρισε τον αλεξανδρινό κανόνα, μέχρις ότου της επεβλήθη τελικά από τον Καρλομάγνο (από την πολιτική εξουσία) κάποιους αιώνες αργότερα!
O Μέγας Αθανάσιος γράφει το 359 μ.Χ.[20] ότι οι Σύριοι είναι οι μόνοι που υπάκουσαν στην απόφαση της Νικαίας. 
Οι ενορίες της Μεσοποταμίας όμως και της Κιλικίας δεν ακολούθησαν την απόφαση αυτή. Αλλά, από ό,τι φαίνεται, ακόμα και στους Σύριους η τήρηση του πασχάλιου δεν είναι βέβαιη μιας και το 370 στην επιστολή του προς τον Επιφάνιο Σαλαμίνος[21] ο Αθανάσιος αναφέρει ότι στους αιρετικούς ανήκουν και όσοι γιορτάζουν με τους Εβραίους το Πάσχα, και το 387 έπρεπε ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος να διδάξει στην Αντιόχεια το ποίμνιο του με τα γνωστά κηρύγματα για τον σωστό εορτασμό του Πάσχα. 
Ο άγιος Μελέτιος Αντιοχείας εφάρμοσε το Αλεξανδρινό Πασχάλιο το 379 μ.Χ.[22], δηλαδή 54 χρόνια μετά την απόφαση της Νίκαιας!
Περίπου μεταξύ 397 και 404, δεν είναι εξακριβωμενο[23], ο Επίσκοπος Γαβάλων της Συρίας Σεβηριανός εκφώνησε στην Κωνσταντινούπολη ένα λόγο έναντίον των Νοβατιανών αλλά και όλων αυτών που γιορτάζουν λάθος το Πάσχα, πράγμα που φανερώνει, ότι και την εποχή εκείνη υπήρχαν ενορίες που δεν γιόρταζαν στην ίδια ημερομηνία.
Τον 4ο αιώνα, από το 328 (με τον Μ. Αθανάσιο ως Πατριάρχη Αλεξανδρείας) μέχρι το έτος της τρίτης ομιλίας του Χρυσοστόμου «Κατά Ιουδαίων» το 387, συνέβησαν:
α) Έξι ημερολογιακές διαφορές εορτασμού του Πάσχα μεταξύ Ρώμης και Αλεξανδρείας, τις οποίες γνωρίζουμε από τις πασχάλιες Επιστολές του Μ. Αθανασίου προς την Ρώμη. Τρεις φορές συμβιβάστηκε η Αλεξάνδρεια με το ημερολόγιο της Ρώμης (333, 346, 349) και τρεις φορές η Ρώμη με αυτό της Αλεξάνδρειας (330, 340, 341).[24]
β) Τουλάχιστον 9 φορές εορτάστηκε το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες –με απόκλιση 30-35 ημερών– το 326, 337, 343, 350, 357, 358, 360, 373 και 387,[25] παρόλο που, όπως μαθαίνουμε από την Σύνοδο της Σαρδικής (347 μ.Χ.), συμφωνήθηκε μεταξύ Δύσεως και Μ. Αθανασίου να γιορτάζουν το Πάσχα από κοινού για 50 χρόνια![26] 
Έχει σημασία να αναφέρουμε ότι μεταξύ των συμφωνιών περί κοινού εορτασμού, δεν αναφέρονται η Συρία και η Αντιόχεια, διότι γιόρταζαν το Πάσχα σε άλλη ημερομηνία. Πραγματικά ο Μ. Αθανάσιος αναφέρει ότι η Συρία, η Μεσοποταμία και η Κιλικία γιόρταζαν το Πάσχα μαζί με τους Ιουδαίους![27] Η Σύνοδος της Σαρδικής μας αναφέρει επίσης, ότι υπήρχαν δύο ομάδες, η ανατολική και η δυτική. Η ανατολική ομάδα θεωρούσε σωστό τον κύκλο (τον τρόπο υπολογισμού) που θεσμοποίησε ο Επίσκοπος Στέφανος Αντιοχείας, κι όχι της Αλεξάνδρειας και προφανώς συνέχιζε να εορτάζει διαφορετικά.[28]
Το 387 μ.Χ. οι Ρωμαίοι γιόρτασαν Πάσχα στις 21 Μαρτίου, οι Αλεξανδρινοί όμως στις 25 Απριλίου.[29] 
Ο αυτόκράτορας Θεοδόσιος ζήτησε εξηγήσεις από τον Επίσκοπο Θεόφιλο Αλεξανδρείας. Αυτός –μαζί με τον άγιο Αμβρόσιο Μεδιολάνων– συντάχτηκε,[30]με τους Αλεξανδρινούς. 
Ο δε Κύριλλος Αλεξανδρείας, σε μία επιστολή του προς τον Λέοντα τον Α΄, του υπέδειξε τα λάθη του περί του χρόνου εορ-τασμού του Πάσχα.[31]
Το ίδιο έπραξαν και οι Επίσκοποι Πασχασινός του Λιλυβαίου[32] και Προτέριος Αλεξανδρείας.[33] Ο Πάπας όμως παρέμεινε πιστός στο ρωμαϊκό σύστημα προσδιορισμού της ημερομηνίας μέχρι που ο Βικτώριος από την Ακουιτάνια βελτίωσε το σύστημα αυτό, το οποίο και αποδέχθηκαν η Γαλατία και η Ιταλία.
Στην λίστα που ακολουθεί φαίνονται οι διαφορές εορτασμού του Πάσχα μεταξύ Αλεξανδρείας, Ρώμης και Σαρδικής σύμφωνα με τον Κώδικα της Veronensis 60 μεταξύ του 328 και 387 μ.Χ.

Ετος Σαρδική Αλεξάνδρεια Ρώμη

328 14. Απριλ. 14. Απριλ. 14. Απριλ.

329 30. Μαρτ. 6. Απριλ. 6. Απριλ.

330 19. Απριλ. 19. Απριλ. 19. Απριλ.

331 11. Απριλ. 11. Απριλ. 11. Απριλ.

332 2. Απριλ. 2. Απριλ. 2. Απριλ.

333 22. Απριλ. 15. Απριλ. 15. Απριλ.

334 7. Απριλ. 7. Απριλ. 7. Απριλ.

335 30. Μαρτ. 30. Μαρτ 30. Μαρτ

349 23. Απριλ. 26. Μαρτ. 26. Μαρτ.

350 15. Απριλ. 8. Απριλ. 15. Απριλ.

364 11. Απριλ. 4. Απριλ. 4. Απριλ.

367 8. Απριλ. 1. Απριλ. 1. Απριλ.

368 23. Μαρτ. 20. Απριλ. 20. Απριλ.

374 20. Απριλ. 13. Απριλ. 13. Απριλ.

384 31. Μαρτ. 24. Μαρτ 24. Μαρτ

385 20. Απριλ. 13. Απριλ. 13. Απριλ.

387 28. Μαρτ. 25. Απριλ. 18. Απριλ.

Διαφορετικός εορτασμός του Πάσχα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση έλαβε χώρα και το 414 μ.Χ και το 417,[34] αφού οι υπολογισμοί των Αλεξανδρινών (δηλ. των ορισθέντων απο την Α΄ Οικουμενική) δεν έγιναν δεκτοί από την Ρώμη. Πέρα όμως από το φαινόμενο πρόκειται και για αθέτηση της εντολής της Α΄Οικουμενικής για το ποιός θα ορίζει την πασχάλιο ημέρα.
Και πως αντέδρασαν οι άγιοι Πατέρες και οι επό-μενες Οικουμενικές Σύνοδοι σε όλη αυτή τη κατάσταση; Είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι δεν αντέδρασαν καθόλου! Συνέχισαν να σώζουν, να σώζονται, να θαυματοποιούν, να ομολογούν, να μαρτυρούν και να διδάσκουν αγνοώντας αυτή την εορτολογική αταξία! Και συνέχιζαν να παραμένουν ενωμένοι, παρά την ημερολογιακή διαφορά!
Η ανυπακοή αυτή διήρκεσε επί 5 αιώνες με ένα ελά-χιστο διάλυμα 17 ετών, καθότι ο πάπας Λέων Α΄ το 444 μ.Χ. ήλθε σε συνεννόηση με τον Αλεξανδρείας Κύριλλο και απόδέχτηκε τον αλεξανδρινό κανόνα, αλλά αυτό μέχρι το 461, οπότε ο νέος πάπας Ιλάριος και οι μετά αυτόν πάπες επανήλθαν στον κανόνα του Ιππόλυτου τον οποία τήρησαν σχεδόν μέχρι τον 6ο αιώνα.[35] 
Έκτοτε υπήρξαν προσπάθειες από τον Σεβίλλης Ισίδωρο, τον ηγούμενο Διονύσιο το Μικρό, τον άγγλο μοναχό Βέδα το Σεβαστό (675-735) και τελικά τον Καρλομάγνο (742-814), ο οποίος και επέβαλε τον Αλεξανδρινό κανόνα στη Δύση και έτσι επιτεύχθηκε η ενότητα στην Εκκλησία στο θέμα αυτό μέχρι το 1582.[36]
Από τα παραπάνω εμφανίζεται μία σοβαρή παρατηρηση. Στις Οικουμενικές Συνόδους Α΄, Γ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ (δηλ. σε όλες πλην της Β΄και Δ΄), οι Πατέρες Ανατολής και Δύσης παρακάθονταν και συναποφάσιζαν ώς μέλη της ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ και ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ενώ εόρταζαν την μεγάλη εορτή του Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες και προφανώς οι κινητές εορτές που συνδέονται με το Πάσχα, εορτάζονταν και αυτές σε διαφορετικές ημερομηνίες!
Πώς λοιπόν οι θεοφόροι Πατέρες δεν αλληλοκατηγορήθηκαν λόγω αυτής της εορτολογικής διαφοροποίησης που, μάλιστα, ελεγχόταν ευθέως από Αποστολικό Κανόνα και Οικουμενική Σύνοδο; Γιατί κανείς από τους αγίους Πατέρες των 5 Οικουμενικών Συνόδων δεν μίλησε καν για αθέτηση του περί της ενότητας δόγματος, και περί της αθέτησης του Συμβόλου της Πίστεως που κατά τους παλαιοημερολογίτες επισυμβαίνει με τον μη εορτολογικό συντονισμό; Και πώς δεν κατάλαβαν οι άγιοι μας ότι: «Δια της επελθούσης ημερολογιακής μεταβολής ενηργήθη ιεροσυλία και βλασφημία του Αγ. Πνεύματος, του όλου ζητήματος αναγομένου πλέον εις την περιοχήν όχι της ακριβείας ή της οικονομίας αλλά της σωτηρίας» σύμφωνα με τις εντυπωσιακές ρήσεις του Χρυσοστόμου Καβουρίδη που υιοθετήθηκαν από όλους τους επόμενους υποστηρικτές της απόσχισης;
Οι Πασχάλιοι δέλτοι που ετοιμάστηκαν για τον Κύριλλο Αλεξανδρείας προσδιόριζαν το Πάσχα για τα έτη 437 έως 532 μ. Χ. και υιοθετήθηκαν και από τις εκκλησίες της Ρώμης. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο πρώτος μακροχρόνιος συντονισμός στον εορτασμό του Πάσχα στο σύνολο της Ορθόδοξης τότε Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε 95 χρόνια μετά την Α΄ Οικουμενική. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας προσπάθησε να επιφέρει την ενότητα στον εορτασμό του Πάσχα που είχε διαταραχθεί εξαιτίας του παλιού ρωμαϊκού τρόπου υπολογισμού και του γεγονότος, ότι η Αλεξάνδρεια, που εξέδιδε τις πασχάλιες επιστολές, είχε πέσει στα χέρια των Αρειανών.
Η Αλεξάνδρεια μετακινούσε το Πάσχα αν έπεφτε με-τά τις 21 Απριλίου. Η Ρώμη αν έπεφτε πριν τις 22 Μαρτίου, και δεν συμφωνούσαν πάντα μεταξύ τους. Οι πασχάλιοι πίνακες ήταν μέσα βοηθείας και όχι υποχρεωτικοί Κανόνες γιατί τον τελευταίο λόγο τον είχε πάντα ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας και Ρώμης.
Το 455 συνέβη η μεγάλη πασχάλια διαμάχη μεταξύ Ρώμης και Αλεξανδρείας. Η Αλεξάνδρεια όρισε το Πάσχα για την χρονιά εκείνη στις 24 Απριλίου, πράγμα που δεν αποδέχθηκε η Ρώμη. Ο αγιότατος πάπας Ρώμης Λέων[37] τέσσερα χρόνια πριν (δηλαδή το 451) έστειλε επιστολή στον Αυτοκράτορα που του έλεγε, ότι «τόσο αργά δεν έπεσε το Πάσχα ποτέ». Ο Αυτοκράτορας έστειλε την επιστολή στην Αλεξάνδρεια αλλά δεν έλαβε απάντηση. Τελικά η Αλεξάνδρεια απάντησε μετά το Πάσχα του 454 (Μάϊο),δηλαδή μόλις ένα χρόνο πριν το Πάσχα του 455, γεγονός που δεν άφηνε περιθώρια για διαβουλεύσεις, με απευθείας επιστολή στον Πάπα στην οποία ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας λακωνικά δίδασκε τον Πάπα λέγοντας του, ότι ή θα ακολουθήσει την Αλεξάνδρεια και όλη την Ανατολή στο Πασχάλιο και ειδικότερα στον εορτασμό του 455 (24 Απριλίου) ή θα προκαλέσει σχίσμα. 
Η Ρώμη υπάκουσε και γιόρτασε το 455 στις 24 Απριλίου.
Όμως σημαντικότατη είναι η παρατήρηση, ότι ο Λέων το 451, παρόλο που έστειλε την διαμαρτυρική επιστολή στον Αυτοκράτορα, συμμετείχε στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας χωρίς να προβληθεί ζήτημα κάποιας τάχα δογματικής ανατροπής περί της ενότητας της Εκκλησίας λόγω της εκκρεμότητας του μη ταυτόσημου χρόνου εορτασμού του Πάσχα ακόμα και μετά το 455.
Στη Ρώμη που είχε το δικαίωμα αναγγελίας της ημερομηνίας του Πάσχα του επόμενου χρόνου οι πασχάλιες λίστες του Βικτωρίου είχαν στις ενδείξεις πολλών ετών διπλές ημερομηνίες. Ήταν υπόθεση του εκάστοτε Πάπα να ορίσει την τελική ημερομηνία του Πάσχα. Αυτό το δικαίωμα του έδινε μία δύναμη, η οποία επεκτάθηκε και στον πολιτικό τομέα. Το έτος 498 η σύγκλητος εξέλεξε τον φιλικά στην Κωνσταντινούπολη προσκείμενο Λαυρέντιο σαν αντιπάπα, ενώ ο πάπας Σύμμαχος είχε πάρει το μέρος του βασιλιά των Οστρογότθων Θεοδώριχου. Ο Σύμμαχος επεδίωξε να ασκήσει την επιρροή του εκτός από την πολιτική και στο θέμα του ημερολογιακού ορισμού του Πάσχα. Έτσι ενώ το έτος 501 το Πάσχα έπρεπε να γιορτασθεί, σύμφωνα με την λίστα του Βικτωρίου και τις μετρήσεις των Αλεξανδρινών, στις 22 Απριλίου ο Σύμμαχος το γιόρτασε στις 25 Μαρτίου, όπως το όριζε η παλαιορωμαϊκή Supputatio.[38]
Το έτος 514, ο εκλεγμένος Πάπας Χορσμίδας άλλαξε πάλι την διπλωματία της Ρώμης και την έκανε φιλοβυζαντινή. 
Γι’αυτόν τον λόγο απευθύνθηκε στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως για να ορίσουν από κοινού το Πάσχα του έτους 520. Ηημερομηνία 19 Απριλίου επιβεβαιώθηκε και πιστοποιήθηκε στα Πασχαλινά χρονικά.
Κανονικά δεν υπήρχε πρόβλημα με αυτήν την ημερομηνία, γιατί και ο Βικτώριος την είχε ορίσει στην λίστα του. Ο Πάπας όμως το έκανε για δύο λόγους: α) Για να επιτύχει την ενότητα του εορτασμού σε Ανατολή και Δύση, β) για να μάθει πιο πολλές λεπτομέρειες για τον τρόπο ορισμού της ημερομηνίας του Πάσχα από τους Αλεξανδρινούς, πράγμα που φανερώνει, ότι στην Δύση δεν ήταν ακόμα όλες οι λεπτομέρειες γνωστές, συνεπώς οι διαφοροποιήσεις συνεχίζονταν.
Ο Διονύσιος ο Μικρός (Dionysius Exiguus) έζησε ανάμεσα στο 470 και 540 μ.Χ. Καταγόταν από την σημερινή Δοβρουτσά της Ρουμανίας. Εκεί εκάρη μοναχός και έζησε μέχρι το 496 περίπου, όταν με πρόσκληση του πάπα Γελάσιου Α', ήρθε στην Ρώμη για να αναλάβει μια γραμματειακή θέση στην παπική αυλή. Ο λόγος για τον οποίο τον κάλεσε ο πάπας ήταν η εξαιρετική του μόρφωση. Υπήρξε σπουδαίος θεολόγος, μαθηματικός, αστρονόμος, ασχολήθηκε με την συγκέντρωση και την καταγραφή κανόνων και δογμάτων που θεσπίστηκαν από τους πάπες από την εποχή του Σιρίκιου (384-389) μέχρι τον Αναστάσιο Β' (496-498), ενώ μετέφρασε και στην λατινική πολλά έργα Ελλήνων συγγραφέων (κάποια απ' αυτά έφτασαν μέχρι τις μέρες μας χάρη σ' αυτές τις μεταφράσεις). 
Το 525 μ.Χ. ο Πάπας Ιωάννης Α΄, συνειδητοποιώντας πως οι Αλεξανδρινές Πασχάλιες δέλτοι κόντευαν να λήξουν ζήτησε από τον Διονύσιο τον Μικρό να ετοιμάσει μια συνέχεια των Αλεξανδρινών δέλτων για τα έτη μετά το 531 μ.Χ. και έτσι η εντολή της Α΄ Οικουμενικής να συντάσσει τα Πασχάλια η εκκλησία της Αλεξάνδρειας δεν εφαρμοζόταν πλέον. Άλλωστε οι πασχάλιες επιστολές της Αλεξάνδρειας έπαψαν να εκδίδονται μετα το 451 μ.Χ. όταν η Αλεξάνδρεια περιήλθε στα χέρια των Μονοφυσιτών.[39]
Ο Διονύσιος άρχισε τις έρευνες του και το έργο του, το οποίο τελικά πραγματοποίησε μετά από καιρό, επικράτησε σε όλην την αυτοκρατορία. Ο Διονύσιος ανακάλυψε ότι η ημερομηνία του Πάσχα του 526 ήταν προβληματική, μιας και μεταξύ του υπολογισμού με το ημερολόγιο της εποχής του Διοκλητιανού[40] και του υπολογισμού με το Κοπτικό ημερολόγιο της Αλεξανδρείας, προέκυπτε διαφορά (γιατί η κοπτική 1 Ιανουαρίου δεν ήταν ίδια με την Ρωμαϊκή) την οποία θέλησε να διορθώσει.[41] Ο Βενεδικτίνος Beda Venerabilis, ολοκλήρωσε τον πίνακα του Διονυσίου (532–626) σε ένα δεύτερο αλεξανδρινό κύκλο (Zyklus (532–1063). Η ημερολογιακή αλλαγή του Διονυσίου του Μικρού έγινε δεκτή από την αυτοκρατορία και την Εκ-κλησία.[42]
Μετά τον θάνατο του Πάπα Ιωάννη Α΄, οι διάδοχοι του απέρριψαν το σύστημα του Διονυσίου, μέχρι που το 731 μ.Χ. περίπου, υιοθετήθηκε εκ νέου από τον Βέδα τον Αιδέσιμο και εμφανίστηκε πάλι ο εορτολογικός συντονισμός περί του Πάσχα σε ανατολική και δυτική εκκλησία.[43]

Το τέλος της ημερολογιακής διαμάχης

Ο Διονύσιος ο Μικρός κατάφερε να κάνει τις Αλεξανδρινές ημερολογιακές μετρήσεις κατανοητές και για τους Λατίνους. Έτσι έγιναν οι αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας παντού δεκτές.[44]
Γενικά η εργασία του Διονυσίου για την μέτρηση της ημερομηνίας του Πάσχα μπορεί να κατάνοηθεί σε πέντε κύριες πηγές[45], στις οποίες πάντα τονίζει την αυθεντία και την ακρίβεια των 318 Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου αλλά και του Μ. Αθανασίου και Κυρίλλου.
Το 562 δημοσιεύτηκε ένας μικρός πασχαλινός Κανόνας, ο οποίος λανθασμένα αποδίδεται στον Κασσιόδωρο. Γεγονός είναι ότι από τα μέσα του 6ου αιώνα όλη η Ανατολή γιόρταζε το Πάσχα κατά την Αλεξανδρινή μέτρηση. 
Οι Τεσσαρεσκαιδεκατίτες όπως και οι Πρωτοπασχίτες είχαν εξαφανισθεί. Αλλά και στην Βόρεια Ιταλία, το Μιλάνο, την Ραβέννα κ.α. ακολουθούσαν τον εορτασμό του Πάσχα της Ανατολής. Οι Πάπες είχαν μεν το δικαίωμα να ανακοινώ-νουν το Πάσχα κατά την βούληση τους, ακολουθούσαν όμως τον δρόμο της ενότητας.[46]
Όταν ο βασιλιάς της Νορθούμπρια Oswy (ο οποίος επανέφερε την λειτουργική παράδοση της αυτοκρατορίας) γιόρταζε το 664 το Πάσχα, η βασίλισσα του γιόρταζε την Κυριακή των Βαΐων, γιατί η καταγωγή της ήταν από το Κεντ, το οποίο ακολουθούσε τον ρωμαϊκό κύκλο, ενώ ο Oswy τον κελτικό του Βικτωρίου. Στην σύνοδο του Whitby το 664 ο Oswy και οι επίσκοποι, Chad του York και Colman του Lindisfarne, υποστήριξαν το κελτικό, ιρλανδοσκωτσέζικο πασχάλιο, ενώ την Ρώμη υποστήριξαν οι γιοί του Oswy Ealhfrith, Wilfrid και ο επίσκοπος Agilbert. Οι Κέλτες είχαν ως βάση τους τον Αγ. Ιωάννη τον Θεολόγο και τον Αγ. Columba, ενώ οι πρίγκιπες τον Αγ. Πέτρο και την Σύνοδο της Νικαίας. Τελικά ο βασιλιάς δήλωσε ότι δεν τολμάει να τα βάλει με τον Αγ. Πέτρο και αποδέχθηκε το Πασχάλιο του Διονυσίου του Μικρού.[47]
Μια πιθανή ένσταση των Παλαιοημερολογιτών μπορεί να είναι: Ναι, αλλά αυτό το Ημερολόγιο κάποτε, μετά από τόσες αλλαγές, έγινε Παράδοση της Εκκλησίας. Σύμφωνοι, αλλά όπως αποδείχτηκε, αυτή η παράδοση δεν είχε δογματικό χαρακτήρα και δεν έθιγε την λειτουργική ενότητα της Εκκλησίας. Αν θιγόταν η λειτουργική και δογματική ενότητα, θα το είχαν παρατηρήσει οι θυσιασθέντες χαριτωμένοι Άγιοι των προηγούμενων αιώνων και δεν θα περίμεναν τον Χρυσόστομο Καβουρίδη και τους ομοίους τους να το εφεύρουν. 
Γι’ αυτό και η Εκκλησία (όλες οι άλλες τοπικές Εκκλησίες που παρέμειναν στο Παλαιό) δεν διέκοψαν την κοινωνία με την Εκκλησία Ελλάδος που προχώρησε μονομερώς στην αλλαγή, οικονομώντας την κατάσταση. Εκτός από τους Παλαιοημερολογίτες, που χωρίς να υπάρχει αίρεση, και αναλαμβάνοντες να δράσουν ως «η Εκκλησία» διέκοψαν την κοινωνία με όλες τις τοπικές Εκκλησίες κι όχι μόνο με την καινοτομούσα Εκκλησία της Ελλάδος.
Και όπως, κάθε διόρθωση του ημερολογίου γινόταν παράδοση της εκκλησίας, έτσι και εκείνη του 1923 έγινε, κατά κάποιο τρόπο, παράδοση της εκκλησίας που και πάλι στο μέλλον, μπορεί για κάποιους λόγους να αλλάξει, εφ΄ όσον δεν είναι δόγμα.
Η Γαλατία κράτησε τον υπολογισμό του Βικτώριου ακόμα και μετά την επικράτηση των αλλαγών του Dionysius Exiguus.[48] Οι Βρετανοί κράτησαν και αυτοί τον Κύκλο των Ρωμαίων με κάποιες βελτιώσεις του Sulpitius Severus πράγμα που προκάλεσε αναστατώσεις που μεταφυτεύ-τηκαν στην Γαλατία μέσω του Αγίου Columban. Μόλις το 729 μ.Χ. δέχθηκαν οι Βρετανοί τον 19ετή κύκλο του και τελικά στο τέλος του 8ου αιώνα τόν κοινό εορτασμό του Πάσχα.[49] Επιτέλους οι διαμάχες είχαν τελειώσει και η αυτόκρατορία γιόρταζε πια ενωμένη την Ανάσταση του Κυρίου.[50]

Συμπεράσματα

Άν προσθέσουμε τα τριακόσια χρόνια της Εκκλησίας μέχρι την Α΄Οικουμενική Σύνοδο και τα τετρακόσια χρόνια που χρειάστηκαν ώστε ο Πασχάλιος Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής να καθιερωθεί σε όλη την Εκκλησία, συμπεραίνουμε ότι επί επτακόσια χρόνια ανάμεσα στις Εκκλησίες σποραδικά υπήρχε ταυτόχρονος εορτασμός στην εορτή του Πάσχα. 
Από την Α΄ Οικουμενική έως περίπου το 800 μ.Χ., έλαβαν χώρα άλλες 6 Οικουμενικές Σύνοδοι και πολλές Τοπικές. Ποτέ δεν τέθηκε θέμα ότι τάχα έχει διασπαστεί η ενότητα της Εκκλησίας και μάλιστα να προκύψει και σχίσμα.
Σε αυτούς τους αιώνες όχι μόνο κανείς από τους μεγάλους αγίους και διδασκάλους της Εκκλησίας δεν θεώρησε το ζήτημα δογματικό, ή μια θανατηφόρα αθέτηση του δόγματος της ενότητας και αθέτηση των αποφάσεων της Α΄ Οικουμενικής, άλλα αντιθέτως αδιαφόρησαν για αυτήν την «λειτουργική αταξία» που για τους παλαιοημερολογίτες ήταν και είναι ζήτημα σωτηρίας. Γράφει ο Μητρ. Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός: «Είναι αυτό [δηλ. η εορτολογική διαφορoποίηση] ενότης πίστεως; Είναι αυτό «Μία» Εκκλησία; Είναι κοινή λατρεία; Κοινή θρησκεία;».[51]
Δυστυχώς για αυτόν η απάντηση είναι καταφατική, όπως αποδεικνύουν τα ιστορικά στοιχεία.
Όταν ο Μ. Αθανάσιος εξορίζονταν από τη σύνοδο της Τύρου το 336, κατέφυγε στη Γαλλία (Τρέβη) για να τύχει υποστήριξης από την Τοπική Εκκλησία. Το ίδιο πράττει το 339 πηγαίνοντας στη Ρώμη[52]. Το 352 προσκαλείται πάλι στη Ρώμη από τον Πάπα Λιβέριο για την συζήτηση της υποθέσεως του διωγμού του. 
Και με τον ιερό Χρυσόστομο συμβαίνει κάτι ανάλογο, όταν διωκόμενος από τη σύνοδο της Δρυός καταφεύγει δια επιστολών στον Πάπα Ιννοκέντιο, στους επισκόπους Βενέριο του Μιλάνο και Χρωμάτιο Ακυληίας. Το ίδιο πράττει πολύ αργότερα και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στην επιδίωξη του για σύγκλιση συνόδου στην Ρώμη κατά των Μονοθελητών. Κανείς από τους άγιους Πατέρες δεν κατάγγελλε την άλλη Εκκλησία (της Ρώμης εν προκειμένω) ως σχισματικής, ή ως καταπατούσας την Α΄Οικουμενική ή τον Ζ΄Αποστολικό, ή τον Α΄Αντιοχείας, ή το 9ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως περί της ενότητας, αλλά κοινωνούσαν με αυτήν. Και αν αυτή ήταν η στάση τους για το σοβαρότατο θέμα του εορτασμού του Πάσχα, μπορούμε να φανταστούμε το πόσο υποδεέστερο θέμα θεωρούσαν τις από το Πάσχα παρελκόμενες εορτολογικές μεταβολές. 
Τα αγιολόγια της Εκκλησίας βρίθουν από αγίους αυτών των αιώνων και διάφορων γεωγραφικών περιοχών που δεν βίωναν πάντα μεταξύ τους τον κοινό πασχάλιο εορτασμό ακόμα και μετά την Α΄Οικουμενική. 
Άλλωστε η έννοια της λειτουργικής ενότητας ως δόγμα, δεν εμφανίζεται ούτε στη δογματική του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού,[53] ούτε στη δογματική το αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων[54], ούτε στην νεότερη βιβλιογραφία της Ορθόδοξης Δογματικής.
Η σύνδεση του χρονικού λειτουργικού συντονισμού ανάμεσα στις Εκκλησίες, ήταν πάντα στόχος και ζητούμε-νο, όμως ποτέ οι άγιοι μας δεν του έδωσαν σωτηριολογικό περιεχόμενο, όπως το έκαναν κάποιοι επίσκοποι, κληρικοί και λαϊκοί το 1924.
Η Εκκλησία έχει αποκλειστικό δικαίωμα να καθορίζει τις ημερομηνίες των διαφόρων εορτών. Όμως δεν είναι αντικείμενο της να καθορίζει το πότε είναι οι ισημερίες, οι πανσέληνοι, πότε αρχίζουν ή τελειώνουν οι εποχές και οι μήνες του έτους, κάτι που αποτελεί αντικείμενο της αστρονομικής επιστήμης. Η Εκκλησία δέχεται και πρέπει να δέχεται το αστρονομικό ημερολόγιο, στο οποίο προσαρμόζει, με αποκλειστική της ευθύνη το εορτολόγιο. Αυτό μας αποδεικνύουν και όλα τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία που παραθέσαμε.
Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Εί τω δείνα μηνί, εί τω δείνα μηνί, εορτάσητε το Πάσχα ουδείς ποτέ εκολάσθη ουδέ ενεκλήθη [ούτε κλήθηκε σε απολογία]». Συνεπώς και οι εορτές που είναι συνδεδεμένες χρονικά με την εορτή του Πάσχα, και ο εορτασμός όλου του υπολοίπου εορτολογίου είναι άσχετος με την σωτηρία και τα δόγματα, όπως έχουν δογματοποιήσει οι παλαιοημερολογίτες.[55]

[1] Άπαντα, Χρ.Καβουρίδου, τ. Α΄, σελ. 106, εκδ.Ι.Μ.Αγ.Νικοδήμου Ελληνικού Γορτυνίας, 1997.
[2] Ό.ά. σελ.119.
[3] Ό.ά. σελ. 115.
[4] π. Νικολάου Δημαρᾶ, Περιοδικό Ἅγιοι Κολλυβάδες, τεῦχος 28, σελ. 22.
[5] Θεοδωρήτου Ιερομονάχου, Παλαιόν και Νέον, σελ.27, Αγιον όρος 2000
[6] Ό.ά. σελ.210-211.
[7] Θεοδωρήτου Ιερομονάχου, ό.ά. σελ. 28.
[8] Ό.ά. σελ.163.
[9] πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομου, Θέσεις του εορτολογικού ζητήματος….., σελ. 55.
[10] π. Β. Σακκά,Απάντηση εις τον αιδεσ. π.Ε. Θεοδωρόπουλο, 1969, σελ. 15.
[11] Ό.ά. σελ.165.
[12] P.G. 49,358, § 4-5.
[13]Δρ. ΣιαμάκηςΚ. http://www.philologus.gr/2008-08-02-10-20-04/37--sp-736/293-2016-10-04-20-07-16.
[14] Σωζομενός , P.G.67,1474 , κεφ.ιθ΄
[15] Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδου, Ἱστορική καί κανονική θεώρησις..., σελ. 137.
[16] Στην Ανατολή δέχτηκαν ως ισημερία την 21η Μαρτίου και ως Πασχάλιο κύκλο τον 19ετή. Ενώ στην Δύση δέχτηκαν ως ισημερία την 17η Μαρτίου και ως Πασχάλιο κύκλο τον 84ετή.
[17] Φ. Βαφείδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος α΄, § 84, 3, σελ. 306.
[18] Εν τω μεταξύ είχαν συνταχθεί Πασχάλιοι πίνακες από τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο και τον Κύριλλο Α΄ και έτσι καταργήθηκαν τα πασχάλια γράμματα.
[19] Εόρτιος επιστολή Αλεξανδρείας Αθανασίου. Προοίμιον.
[20] De Synodis 5, 2.
[21] Chronikon paschale, S. 9, ed. Dindorf I.
[22] Αδ.Τσακίρογλου από E. Schwartz, Zur Kirchengeschichte des 4. Jahrhunderts, ZNW 34 (1935) 129-213 (198) = ders., Ges. Schr. IV, Berlin 1960, 1-110 (91). 
[23] Σωκράτους,Εκκλησιαστική Ιστορία VII, 12, 5.
[24] Αδ. Τσακίρογλου, Henry R. Persival, The Seven Ecumenical Councils of the Undivided Cherch, 1991, p.55.
[25] Μητρ. Κυζίκου Καλλίνικου, Η Πρώτη εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος,σ. 325.
[26] Αδ. Τσακίρογλου, Martin Heimgartner, Der Ostertermin der sogenannten «Protopaschiten» in der dritten Rede gegen die Juden von Johannes Chrysostomus, ThZ, 2/60, 2004.
[27] De Synodis 5,1f.
[28] Αδ. Τσακίρογλου, Το κείμενο υπάρχει στην συριακή γλώσσα στον Κώδικα Parisinus syr. 62 και στην λατινική στον Theodosius Diaconus, 60 (7ος αιώνας) της βιβλιοθήκης Capitolareτης Βερόνας.
[29] Geoffry Moorhouse, Sun Dancing, New York Harcourt Brace , 1997,p.216.
[30] Αδ. Τσακίρογλου, Ep. 23 ad. episc. per Aemiliam, Migne, PP. lat. XVI, 1026 sqq).
[31]Αδ. Τσακίρογλου, Migne. PP. lat. LIV, 601 sqq.
[32]Αδ. Τσακίρογλου, Leon. I Ep. 3, bei Migne l. c. 606 sqq.
[33]Αδ. Τσακίρογλου, Leon. I Ep. 133, bei Migne l. c. 1084 sqq.
[34] Α. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 459.
[35] Μητρ. Κυζίκου Καλλίνικου, Η Πρώτη εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος, σελ. 325.
[36] Δελικάνη Κ., Η πρώτη εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος.
[37] Εορτάζει 18 Φεβρουαρίου.
[38] λατ. τρόπος υπολογισμού.
[39] Θ.Η.Ε. τ.10, σ.117-118.
[40] Ευσέβιος Καισαρείας, ημερολόγιο με βάση την εποχή των Μαρτύρων.
[41] Εκτός αυτού δεν ήθελε να συνδέσει το όνομα του μισητού Διοκλητιανού με τον εορτασμό του Πάσχα. Για την εργασία του είχε στην διάθεση του ένα μεγάλο αρχείο πηγών. Μετάφρασε στα Λατινικά τα έγγραφα που έλαβε ο πάπας Χορσμίδας και το 525 έκδοσε το έργο του που μετρούσε πια από το έτος γεννήσεως του Κυρίου, την 3η Ινδικτίωνα, στην υπατεία του Πρόμπριου. Εκτός αυτού διέθετε και έναν πίνακα για τον 13 Κύκλο της Διοκλητιανής εποχής (229–247 = 513–531 μ. Χ.). Ενδιάμεσα όμως είχε συγγραφεί από τον αιγύπτιο μοναχό Ανιανό ο Αλεξανδρινός κύκλος των 532 ετών (532 = 19 × 28), οποίος ένωνε τον 19ετή Μετωνικό Σεληνιακό κύκλο με τον 28ετή ηλιακό κύκλο. Ο Διονύσιος ανακάλυψε το έτος 241 (εποχή του Διοκλητιανού) δηλ το έτος 525, το ακόλουθο: Με το έτος 247 (εποχή του Διοκλητιανού) δηλ. το έτος 531 θα κλείσουν 13 Μετωνικοί κύκλοι. Ήξερε όμως από τις πηγές του, ότι θα έπρεπε να έχουν περάσει 15 Μετωνικοί κύκλοι. Αποφάσισε λοιπόν να αρχίσει τους χρονολογικούς του πίνακες από το έτος 248 (εποχή του Διοκλητιανού) με τον αρχή του χρόνου από την 1 Ιανουαρίου (ρωμαϊκή μέτρηση) δηλ. 4 μήνες αργότερα από την κοπτική 1 Ιανουαρίου (1. Tout) με την αναφορά «anni ab incarnatione Domini» «από την ενσάρκωση του Κυρίου».
[42] Αδ. Τσακίρογλου, Michael Richter: Dionysius Exiguus. In: Theologische Realenzyklopädie (TRE). Band 9, de Gruyter, Berlin/New York 1982).
[43] Ralph Martin Novar, Χριστιανισμός και Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Εκδ. Κονιδάρη, σελ.404
[44] βλέπε και Fragments from Victor of Capua.
[45] Στην επιστολή προς τον επίσκοπο Πετρόνιο (άγνωστος σε εμάς επίσκοπος), στους πασχάλιους πίνακες του Κυρίλλου, στα Argumenta paschalia των Αιγυ-πτίων, στην επιστολή προς τον πριμικάριο Βονιφάτιο και τον Μπόνους, στα έγ-γραφα περί της πασχάλιας διαμάχης για τα έτη 444 και 445 μ.Χ. (Αδ.Τσακίρογ-λου).
[46] Αδ.Τσακίρογλου, Beda Venerabilis, Historia ecclesiastica gentis Anglorum, III, 29, in MPL 95, Sp. 168 ff.: "Quamobrem oportet vestram celsitudinem, utpote membrum existens Christi, in omnibus piam regulam sequi perenniter principis apostolorum, sive in pascha celebrandum sive in omnibus quae tradiderunt sancti apostoli Petrus et Paulus, qui ut duo luminaria caeli illuminant mundum, sic doctrina eorum corda hominum quotidie inlustrat credentium").
[47] Arnold Angenendt: Das Frühmittelalter. Die abendländische Christenheit von 400 bis 900. Stuttgart 2001. S. 226f.
Nicole Zeddies: Häresiegesetzgebung in der Spätantike und im frühen Mittelalter. In:Christoph Auffarth: Religiöser Pluralismus im Mittelalter? Berlin 2007. S. 70.
[48] Αδ.Τσακίρογλου, Kraus, Real-Encykl. II. 558.
[49] Αδ.Τσακίρογλου, Hilgenfeld, Der Paschastreit der alten Kirche, Halle 1860;
[50] Επιπλέον βιβλιογραφία: Schmid, Joseph, Die Osterfestberechnung in der abendländischen Kirche vom 1. allgemeinen Konzil von Nicäa bis zum Ende des VIII. Jahrhunderts = Strassburger theologische Studien IX, 1,Freiburg 1907
Grosjean, P. La date des Pâques et le Concile de Nicée, in: Bulletin de la classe des sciences de l'académie royale de Belgique, sér. 5, 48 (1962), 55-66 , reprinted in: Ciel et Terre; Bulletin de la Société Belge d'Astronomie, de Météorologie et de Physique du Globe, 78 (1962), 20-30.Hilgenfeld, Adolf, Der Paschastreit der alten Kirche, Halle 1860. Jones, Charles W. (Hrsg.), Bedae Opera De Temporibus, Cambridge, Massachusetts 1943.
Krusch, Bruno, Studien zur christlich-mittelalterlichen Chronologie. Die Entstehung unserer heutigen Zeitrechnung. I. Victorius. Ersatz der fehlerhaften Ausgabe Mommsens in den M.G. II. Dionysius Exiguus, der Begründer der christlichen Ära, [ Abhandlungen der Preussischen Akademie der Wissenschaften, phil. - Hist. Klasse, Jahrgang 1937, Nr. 8], Berlin 1938.
Mahler, Eduard, The Subject of Easter at the Councils of Nice and of Antioch 
in: Proceedings of the Society of Biblical Archæology, 26 (1904), 153-162 und 197-206, London 1904.
Schwartz, Eduard,Osterbetrachtungen,in: Zeitschrift für die neutestamentliche Wissenschaft und die Kunde des Urchristentums, Bd. VII, 1906, S. 1 – 33,Gieszen 1906.
Strobel, August,Ursprung und Geschichte des frühchristlichen Osterkalenders
[Texte und Untersuchungen zur Geschichte altchristlicher Literatur, Bd. 121],Berlin 1977.
van de Vyver, Andre, L'évolution du comput alexandrin et romain du IIIe au Ve siècle
in: Revue d'histoire ecclésiastique, 52 (1957), 5-25. 
[51] Ιερ.Θεοδώρητος Μαύρος, Παλαιόν και Νέον, σελ. 30.
[52] Μ. Αθανάσιος ,σελ.149 εκδ. ΖΩΗ
[53] «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως».
[54] Στις Κατηχήσεις.
[55]Περιοδικό Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καί Μαρτυρία, τεῦχος 14, σελ. 22. Χρυσοστόμου πρώην Φλωρίνης, Ἀκριβής θέσις τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος, σελ. 12. Περιοδικό Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καί Μαρτυρία, τεῦχος 15, σελ. 28. Εὐγενίου Τόμπρου, Ὑπόμνημα τῆς ἁγίας καί ἱερᾶς συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, σελ. 11.

1. Η εορτολογική καινοτομία είναι το πρώτο βήμα του οικουμενισμού;

Ένα πολύ διαδεδομένο αλλά τεχνητό επιχείρημα των παλαιοημερολογιτών, ως υπερασπιστικό της επανάστασης τους, είναι ότι η ημερολογιακή μεταβολή ήταν το πρώτο βήμα του Οικουμενισμού. «Το εορτολόγιον ετέθη ως προφυλακή του Οικουμενισμού»,[1] λένε και γράφουν. Αυτή η άποψη είναι τεχνητή και δημιουργήθηκε πολλές δεκαετίες αργότερα από το Σχίσμα, μια που δεν την συναντάμε σε κανέναν κείμενο των πρώτων είκοσι πέντε ετών των πρωταγωνιστών παλαιοημερολογιτών. Όταν έγινε το Σχίσμα αυτό έπρεπε να έχει τεκμηριωθεί πλήρως για να νομιμοποιηθεί κι όχι να τεκμηριωθεί αναδρομικά με γεγονότα που θα συνέβαιναν δεκαετίες αργότερα και κανείς δεν δήλωνε προκαταβολικά ότι θα συνέβαιναν. Έπρεπε να υπάρχουν ταυτόχρονα και πλήρη κατατεθειμένα στην διακήρυξη της διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας όλα τα στοιχεία που θα απεδείκνυαν την αναγκαιότητα της απόσχισης.
Τότε όμως κανείς δεν ήξερε ούτε τον οικουμενισμό, ούτε κάποια επερχόμενη αίρεση με οποιοδήποτε όνομα. Όποια επιχειρηματολογία λοιπόν γράφτηκε τότε, αφορούσε μόνο το ημερολόγιο και την ημερολογιακή μεταβολή. Προς επίρρωση των παραπάνω θέτουμε υπ΄οψιν του αναγνώστου τα εξής:
1) Το 1920 δημοσιεύεται μία εγκύκλιος από το πατριαρχείο ΚΠόλεως που περιγράφει τα βήματα με βάση τα οποία οι φιλενωτικοί του Φαναρίου σκοπεύουν να προωθήσουν την προσέγγιση των αιρέσεων –που για πρώτη φορά ονομάζονται «εκκλησίες»– με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πολύ περιέργως οι αντιδράσεις του «ευαίσθητου» κλήρου και λαού που σε δύο χρόνια θα επαναστατούσαν μόνο στην ημερολογιακή–εορτολογική μεταβολή ήταν ανύπαρκτες σχετικά με αυτήν την εγκύκλιο.


2) Το 1922 γίνεται κάτι ακόμα χειρότερο. Το πατριαρχείο ΚΠολης αναγνωρίζει την ιεροσύνη των Αγγλικανών, τους αποδίδει έτσι εκκλησιαστικότητα, τους αναγνωρίζει δηλαδή ως εκκλησία αναγνωρίζοντας και τα μυστήριά τους.[2]
Την στιγμή αυτή που διαπράχθηκε αυτή η απόλυτη (οικουμενιστική) προδοσία σε επίπεδο δογμάτων και Πίστεως δεν αντέδρασε κανείς. Δεν έγραψε κανείς τίποτα, κλήρος και λαός που χάλασαν τον κόσμο για το ημερολόγιο δεν ασχολήθηκαν καθόλου! Μοιάζει σα να μπήκαν ήδη οι εχθροί της Πίστεως μέσα στο κάστρο, και οι φύλακες, όχι μόνο δεν αντέδρασαν άλλα γύρισαν τα κιάλια τους στον κάμπο και αναγνώρισαν ότι οι εχθροί έρχονται από μακριά με πολιορκητικό κριό το ημερολόγιο. Ακόμα και 13 χρόνια μετά, το 1937 οι τρεις επίσκοποι ανέλαβαν την ηγεσία της παλαιοημερολογίτικης κίνησης, στην επιστολή απόσχισης τους δεν γράφουν απολύτως τίποτα για την προδοσία με τους Αγγλικανούς! Και ούτε επίσης αναφέρουν τίποτα για την προτεσταντική «θεωρία των κλάδων» που εισήγαγε επίσημα ο πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ στην εγκύκλιο του 1902, μιλώντας για «αναδενδράδες». Αυτός ήταν ο οικουμενισμός που κανείς δεν είδε να γεννιέται. Δεν δικαιούνται να διαπιστώνουν λοιπόν μετά από δεκαετίες ότι ήταν αυτοί κατάλαβαν και είδαν το πρώτο βήμα του.
3) Το 1923 συμβαίνει κάτι καταπληκτικό! Το Βατικανό με Πάπα τον Πίο τον 11ο, και την εγκύκλιο του Mortalium Animos ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την πατριαρχική εγκύκλιο του 1920 ζητώντας από τους Ορθοδόξους να μετανοήσουν και να επιστρέψουν υπό την ηγεσία του Πάπα.[3]


Κι όμως ένα χρόνο μετά λαμβάνει χώρα το Σχίσμα με αιτία υποτίθεται την εφαρμογή της εγκυκλίου του 1920 σε ό,τι αφορά την εορτολογική προσέγγιση με τους παπικούς, την οποία οι παπικοί απέρριψαν! Κάτι που απλά σημαίνει, ότι και χωρίς την εκ των υστέρων αναγνώριση του εχθρού της αίρεσης η ημερολογιακή καινοτομία αποτελούσε για τους παλαιοημερολογίτες αυτόνομο και ανεξάρτητο λόγο απόσχισης. Άρα διακήρυξη τους ότι το ημερολόγιο ήταν το πρώτο βήμα προς τον οικουμενισμό είναι απατηλό. Αυτό το επιχείρημα θα μπορούσαμε με σχετική ακρίβεια να πούμε ότι προστέθηκε τουλάχιστον 24 χρόνια μετά από το Σχίσμα, με την ίδρυση του Π.Σ.Ε.
4) Το πιο σπουδαίο όμως στοιχείο είναι το εξής: Από το Σχίσμα του 1054 έως το 1582 που εισήχθη το Γρηγοριανό στη Δύση, δηλαδή για 528 χρόνια οι Ορθόδοξοι είχαν κοινό ημερολόγιο, εορτολόγιο και Πασχάλιο με τους παπικούς, προτεστάντες και αγγλικανούς. Επί 528 χρόνια δηλαδή οι Ορθόδοξοι εόρταζαν απολύτως ταυτόχρονα κινητές και ακίνητες εορτές με τους συνοδικά αναθεματισμένους και κατεγνωσμένους αιρετικούς παπικούς, και αυτό δεν προκάλεσε σε κανέναν τα αβάσταχτα συμπεράσματα που προκάλεσε στους παλαιοημερολογίτες η μερική και ασφαλής απόδοχή του Γρηγοριανού η οποία σύμφωνα με αυτούς μας ενώνει με την αίρεση. Πόσο λοιπόν παραπλανητικά δηλώνει ο π. Θεοδώρητος Μαύρος ότι «Με την εισαγωγή του δυτικού εορτολογίου στην Εκκλησία της Ελλάδος πραγματοποιήθηκε η εορτολογική ένωση με τους παπικούς και τους προτε-στάντες».[4]
Γιατί αυτή η κοινή εορτολογική συμπόρευση επι τόσους αιώνες δεν αναφέρεται ως προδοσία της Πίστεως και αναφέρεται ως προδοσία της Ορθοδοξίας η εισαγωγή του μισού Γρηγοριανού το 1924; Ο λόγος είναι ο απλός. Αν έλεγαν ότι στα 528 χρόνια ο κοινός εορτασμός με τους αιρετικούς της Δύσης ήταν το πρώτο βήμα της ένωσης με την παπική αίρεση θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με ένα τεράστιο πρόβλημα: Πως οι άγιοι Πατέρες, Διδάσκαλοι, Μάρτυρες και Ομολογητές αυτών των αιώνων δεν είδαν και δεν κατάλαβαν, ότι αυτός ο κοινός εορτασμός με τους αιρετικούς ήταν προδοσία της πίστεως και η εκπλήρωση του πρώτου βήματος για την προσχώρηση στην αίρεση; Πώς δεν το είδαν οι εκατοντάδες άγιοι και Ομολογητές (Μάρκος Ευγενικός, Ιωσήφ Βρυέννιος, Μελέτιος, Νικηφόρος, Γρηγόριος Παλαμάς κ.ά), και το «είδαν» οι παλαιοημερολογίτες το 1924; Δεν θα μπορούσαν να το δικαιολογήσουν για αυτό και «ξέχασαν» αυτά τα 528 χρόνια που αναιρούσαν τις θέσεις τους!

2. Οι τρείς Πανορθόδοξοι Σύνοδοι.

Το 1582 μ.Χ. ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ εισήγαγε στη Δύση το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, ακριβέστερο μεν αστρονομικά, απορριπτέο δε από τους Ορθοδόξους γιατί επέτρεπε τον εορτασμό του Πάσχα ταυτόχρονα ή και πρίν από το Εβραϊκό και έτσι συγκρούονταν με τον όρο της Α΄ Οικουμενικής, τον Ζ΄Αποστολικό και τον Α΄ Κανόνα Αντιοχείας. O Πάπας Γρηγόριος πρότεινε στον τότε Πατριάρχη Κπόλεως Ιερεμία Β΄ να εισαχθεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο και στην Ορθόδοξη Εκκλησία με κρυφό σκοπό βέβαια να υποβοηθήσει το προσηλυτιστικό έργο των παπικών.
Ο Ιερεμίας συγκάλεσε στις 20 Νοεμβρίου 1583 Πανορθόδοξη Σύνοδο στην οποία υπέγραψε και το πατριαρχείο Αλεξανδρείας με τον πατριάρχη Σύλβεστρο. Συγχρόνως ο διαπρεπής Πρωτοσύγγελος του πατριαρχείου Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς συνέγραψε τον «Αλεξανδρινόν Τόμον», μια ειδική πραγματεία για το ζήτημα και μέσω της οποίας αποδείκνυε ότι το Γρηγοριανό ημερολόγιο προσκρούει στις διατάξεις της αρχαίας Εκκλησίας για τον εορτασμό του Πάσχα.[5] Εξ αιτίας της «πασχαλίου μεταβολής»[6], δηλαδή της ακύρωσης του «παραδοθέντος και κρατούντος κανονίου»,[7] το Γρηγοριανό ημερολόγιο απορρίφθηκε. Την ίδια αιτία απόρριψης αναφέρει και ο ιστορικός Φιλάρετος Βαφείδης.[8]
Τέσσερα χρόνια μετά, το 1587, ξαναγίνεται Σύνοδος όπου εκτός από τα πατριαρχεία ΚΠόλεως και Αλεξανδρείας συμμετέχει και αυτό των Ιεροσολύμων. Σε αυτή τη Σύνοδο «αποβάλλεται η «διόρθωση» του Αγίου Πάσχα ως επισφαλής, ως μη αναγκαία και αντικειμένη των ιερών κανόνων».[9]
Το 1593 συνήλθε τρίτη Σύνοδος με την συμμετοχή των πατριαρχείων ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και τον εκπρόσωπο της Μόσχας όπου όρισε στην 10η πράξη της «…ίνα το Πάσχα γίνηται καθώς το εδιώρισεν η πρώτη σύνοδος και το νέον καλεντάριον [αφού ανατρέπει τον διορισμό της πρώτης συνόδου] να αναθεματίζεται».[10]
Από την μελέτη των πρακτικών αυτών των Συνόδων είναι πασιφανές ότι αυτές απορρίπτουν το Γρηγοριανό ημερολόγιο επειδή ανατρέπει τονΠασχάλιο κανόνα κι όχι γιατί συμβαίνει μιά μεταβολή στο ημερολόγιο και εορτολόγιο. Δεν δηλώνουν πουθενά οι Πατέρες αυτών των τριών Συνόδων ότι απαγορεύεται και κάθε μελλοντική μεταβολή στο ημερολόγιο που ήθελε προκύψει λόγω αστρονομικών μεταβολών επειδή -όπως ισχυρίζονται οι παλαιοημερολογίτες[11]- θα επέφερε προβλήματα στο υπόλοιπο εορτολόγιο. Γιατί αν η ερμηνεία του πράγματος είναι ότι απαγορεύεται κάθε ημερολογιακή μεταβολή για να μη διαταραχθεί και το λοιπό εορτολόγιο, οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής δεν θα παρέπεμπαν το θέμα της εύρεσης της πασχαλίου ημέρας στους αστρονόμους της Αλεξάνδρειας –πράγμα που επισημοποιεί την μεταβλητότητα των αστρονομικών παραμε-τρων, άρα και την μεταβλητότητα των εορταστικών ημερομηνιών– άλλα θα όριζαν μία σταθερή ημέρα για το Πάσχα (π.χ. την 21η Μαρτίου) για να παραμείνει αμετακίνητο και το ημερολόγιο-εορτολόγιο εις τους αιώνας των αιώνων. Αυτό λοιπόν που καταδίκασαν οι τρείς Πανορθόδοξοι Σύνοδοι του ΙΣΤ΄ αιώνα είναι η τροποποίηση του Πασχαλίου που επέρχεται δια της ακριβούς εφαρμογής του Γρηγοριανού ημερολογίου.
Οι λόγοι για τους οποίους ο ιερός Δοσίθεος ωνόμαζε «αίρεση» το Γρηγοριανό ημερολόγιο ήταν αυτός ακριβώς, ότι δηλαδή με αυτό ανατρέπονταν το Συνοδικά κατοχυρωμένο Πασχάλιο κι όχι γιατί η Α΄ Οικουμενική απαγόρευσε κάθε ημερολογιακή μεταβολή. Γράφει ο Ιερεμίας ο Β΄: «Διό ημείς την των πατέρων ορθήν πίστιν, ή περι του πασχαλίουεχρησμοδότησαν θεία εμφάσει, κρείττονα ηγησά-μενοι ως αληθή και άπταιστον και εις αεί διαμένουσαν, την του νέου Καλενδαρίου ως ψευδή και ουτιδανήν μακράν αφ΄ ημών απεσκορακίσαμεν».[12] 
Δηλαδή, εμείς την ορθή πίστη, που μας παρέδωσαν οι Πατέρες με θείο φωτισμό για το Πασχάλιο, αυτή, νομίζουμε αλάνθαστη και παντοτινά διαμένουσα. Την δε νέα [περί του πασχαλίου πίστη που εμ-φανίστηκε] με το νέο ημερολόγιο [του πάπα Γρηγορίου] την αποδιώξαμε[την στείλαμε στους κόρακες, δηλ. στον διάβολο].
Τα πρακτικά της Πανορθοδόξου Συνόδου της Κπόλεως του 1593 αρχίζουν ως εξής: «Πράξις συνοδική εν ή και αποβολή του νέου καλενταρίου,ήτοι της περι το πάσχα λατίνων καινοτομίας».[13]
Ακόμα και στην επικεφαλίδα των πρακτικών της, η Σύνοδος δηλώνει ότι η αποβολή του Γρηγοριανού συμβαίνει εξ΄ αιτίας της περί του Πάσχα καινοτομίας. Δηλαδή της ανατροπής του Πασχαλίου Κανόνα. Κάτι που επιπροσθέτως εμφανίζεται στον 8ο Κανόνα της Συνόδου.
Κανών 8ος: Ασάλευτον διαμένειν βουλόμεθα το τοις πατράσι διορισθένπερι του αγίου και σωτηρίου πάσχα. Έχει δε ούτως: άπαντας τους τολμώντας παραλύειν τους όρους της αγίας και οικουμενικής μεγάλης συνόδου της εν Νικαία συγκροτηθείσης … περι της αγίας εορτής του σωτηριώδους Πάσχα, ακοινωνήτους και αποβλήτους είναι της Εκκλησίας εί επιμένοιεν…κλπ». Είναι οφθαλμοφανές ότι ο Κανόνας αναφέρεται μόνο στην εορτή του Πάσχα.
Και στην επιστολή του ο Μελέτιος Πηγάς ως πατριάρχης πλέον Αλεξανδρείας το 1596[14], πάλι διευκρινίζει τον λόγο άρνησης του Γρηγοριανού: «Την νέαν ταύτην των Πασχαλίων εισαγωγήν, του λεγομένου Γρηγοριανού Καλενδαρίου, οι της Ανατολικής των ορθοδόξων εκκλησίας ευσεβείς παίδες ου παραδεχόμενοι». Νομίζω πιο σαφές δεν μπορεί να γίνει. Οι παλαιοημερολογίτες δεν το βλέπουν. Ο περισέβα-στος του πατρίουαρχιμ. Χρυσόστομος Σπύρου –όπως και πολλοί άλλοι[15]– γράφει ότι οι Σύνοδοι του 1583, 1587, 1593 «είχαν αφορίσει[16] πάντας όσους θα εδέχοντο την γρηγοριανήν μεταρύθμισιν»,[17] όμως η Σύνοδοι δεν αποφάσισαν τίποτα τέτοιο. Ο ιερός Δοσίθεος διασαφίζει ότι για το Πασχάλιο απορρίφθηκε το Γρηγοριανό.[18] Το 1924, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν ενσωμάτωσε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, ούτε τροποποίησε το πασχάλιο. Άρα δεν υπόκειται σε καμία παράβαση των αποφάσεων των Συνοδικών αποφάσεων του 1583, 1587 και 1593.


Ο πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄ (1575) εκθειάζεται ιδιαίτερα από τους παλαιοημερολογίτες για την Ορθοδοξία του λόγω της αρνητικής απάντησης που έδωσε στην πρόταση του πάπα να υιοθετήσει το Γρηγοριανό ημερολόγιο άλλα κυρίως γιατί αυτή του η στάση εξυπηρετεί την υπεράσπιση τους. Όμως περιέργως η ευαισθησία των παλαιοημερολογιτών τελειώνει εδώ, αγνοώντας σκανδαλωδώς πολύ σπουδαιότερα ζητήματα στα οποία ο Ιερεμίας εμφανίζεται προδοτικός. Ο Ιερεμίας λοιπόν εγκαθίδρυσε στην Βενετία ορθόδοξο μητροπολίτη. Όμως ο Πάπας Ρώμης Κλήμης ο Η΄ (1595) επέβαλε στις περιοχές που υπήρχαν Ορθόδοξοι να επικρατούν τα εξής:
α) Το Χρίσμα των ορθόδοξων κληρικών θεωρούνταν άκυρο και έπρεπε να το ξαναπάρουν από τον παπικό επίσκοπο.
β) Οι ορθόδοξοι κληρικοί για να ιερουργούν έπρεπε να δέχονται την Ένωση και να έχουν ειδική παπική άδεια. Για την λήψη αυτής της άδειας απαιτούμενο ήταν η αποδοχή του filioque !
γ) Στους μικτούς γάμους η ορθόδοξη πλευρά έπρεπε να γυρίσει στον παπισμό κι όχι το αντίθετο.
δ) Οι Ορθόδοξοι έπρεπε να εορτάζουν τις κατά τόπους λατινικές εορτές.
Επίσης, στα Ιόνια νησιά (που ήταν δικαιοδοσία του Ιερεμία) την ίδια περίοδο έπρεπε οι ορθόδοξοι ιερείς να μνημονεύουν στην Θ. Λειτουργία τον τοπικό παπικό επίσκοπο (!)[19]
Αυτά λοιπόν τα αποδέχτηκε ο Ιερεμίας(!) και οι παλαιοημερολογίτες βλέποντας επιλεκτικά τα αγνοούν, επαινόντας τον για το ημερολογιακό, και αναδεικνύοντας την «ορθοδοξία» του μετά 450 χρόνια.
3. Η αντικανονική απόφαση της Εκκλησίας

Τό «Πανορθόδοξο Συνέδριο» του πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη –με τις έντονες πιέσεις της πολιτείας[20]– τελικά αποφάσισε «όλως ανοήτως και ανωφελώς»[21] να «διορθωθεί» το Ιουλιανό ημερολόγιο με την αφαίρεση 13 ημερών, δεχόμενο στην ουσία την διόρθωση του Γρηγοριανού, χωρίς όμως να δέχεται την αλλαγή στο Πασχάλιο που μένει αμετακίνητο. Έτσι για την αφαίρεση των 13 ημερών ορίστηκε να αριθμηθεί η 1η Οκτωβρίου του 1923 ως 14η Οκτωβρίου, οι δε εορτές των παραλειπόμενων εορτών να εορταστούν εφ΄ άπαξ την 14η Οκτωβρίου και εφεξής ή όπως ορίσει ο Αρχιερεύς της επαρχίας.[22]
Δεν θα αναφερθούμε στο τί ακριβώς κάνει αυτήν την απόφαση αντικανονική και αντισυνοδική.[23]
Δεχόμαστε ότι η καινοτομία του 1924 ήταν αντικανονική, αντισυνοδική και αντιποιμαντική, για να πάμε στο σπουδαιότερο κατά την γνώμη μας. Κι αυτό είναι το πώς διδάσκει η δισχιλιετής ιστορία της Εκκλησίας, ότι πρέπει να αντιδρούμε σε ανάλογες περιπτώσεις, σε περιπτώσεις δηλαδή που εμφανίζονται σύνοδοι που αποφασίζουν με τρόπο αντικανονικό. Έτσι ελπίζουμε να διαφανεί αν οι παλαιοημερολογίτες αντέδρασαν σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παρακαταθήκη.

Σύμφωνα με την διακήρυξη των τριών αρχιερέων Δημητριάδος Γερμανού, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και Ζακύνθου Χρυσοστόμου που αποσχίστηκαν το 1935 από την Εκκλησία της Ελλάδας και ανέλαβαν την ηγεσία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (Γ.Ο.Χ.), οι οποίοι μέχρι τότε ποιμαίνονταν μόνο από ιερείς δήλωσαν ότι: «οι διοικούντες νύν την Ελληνικήν Εκκλησίαν δια της μονομερούς και αντικανονικής και αψυχολογήτου εισαγωγής του Γρηγοριανού ημερολογίου, απέσχισαν εαυτούς του καθολικού κορμού της Ορθοδοξίας και εκήρυξαν εαυτούς κατ΄ουσίαν Σχισματικούς απέναντι των Ορθοδόξων Εκκλησιών»[24]. «Η Εκκλησία της Ελλάδος χωρισθείσα, εν τη εισαγωγή του διορθωμένου ημερολογίου, των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών κατέστη, εκ του λόγου τούτου, σχισματική, αποκοπείσα εκ του σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας»[25]. Παρόλο που ο Χρυσόστομος Καβουρίδης αλλού παραδέχεται, ότι η καινοτομία δεν αφορά την εισαγωγή ολόκληρου του Γρηγοριανού.[26]
Επίσης με την υπ. αρ. 13/26.9.1950, η Ι. Σύνοδος των ΓΟΧ χαρακτηρίζει την Εκκλησία της Ελλάδος, ως σχισματική.[27] Αντίθετα όμως 10 από τις 14 Ορθόδοξες Εκκλησίες δέχτηκαν το διορθωμένο Ιουλιανό, οι δε υπόλοιπες 4, που εξακολούθησαν να έχουν το Ιουλιανό δεν διέκοψαν κοινωνία με τις άλλες. Άρα, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν κατέστη σχισματική έναντι των υπολοίπων Εκκλησιών. Άς δεχτούμε, λοιπόν ότι η Εκκλησία έκανε λάθος στην εισαγωγή του διορθωμένου Γρηγοριανού, ποια θα έπρεπε να ήταν η αντίδραση κατά την διδασκαλία των Πατέρων; Μας την κατάδεικνύει ο ιερός Χρυσόστομος: «Κι αν ακόμα η Εκκλησία διέπραττε σφάλμα, για το ότι δεν τηρήθηκαν με ακρίβεια οι χρόνοι, δεν θα ήταν τόσο σημαντικό το θέμα όσο σημαντικό θα ήταν το έγκλημα της διαίρεσης και του σχίσματος».[28] «Δεν έχει σημασία για τον Θεό η τήρηση του καιρού».[29]
Η διακήρυξη των τριών επισκόπων «χωλαίνει και από τα δύο πόδια», γιατί σχισματικός καθίσταται κανείς με δύο τρόπους. Πρώτον,αν εφαρμόζει ανυποχώρητα κάτι που απαγορεύεται από τους Ιερούς Κανόνες, οπότε η Εκκλησία (ή και οι άλλες Εκκλησίες) τον χαρακτηρίζουν ως σχισματικό και δεύτερον, αν ο ίδιος αποσχίζεται για κάποιους λόγους από την Εκκλησία από την οποία μέχρι πρότινος βρίσκονταν σε κοινωνία. Τι από τα παραπάνω συνέβη το 1924; Τίποτα. Ούτε η Εκκλησία της Ελλάδος με την ημερολογιακή μεταβολή δήλωσε ότι αποσχίζεται, ούτε οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες την θεώρησαν ως αποσχισθείσα. Αφού λοιπόν οι άλλες Τοπικές Εκκλησίες της Ορθοδοξίας δεν θεώρησαν την Ελληνική και το Πατριαρχείο ως σχισματικό –μιά που η μονομερής αυτή πράξη τους δεν έθιγε το σωτηριολογικό δόγμα– με ποιο ιεροκανονικό στήριγμα οι τρείς επίσκοποι έκριναν σχισματικές δύο Τοπικές Εκκλησίες; (την Ελλαδική και του Πατριαρχείου Κπόλεως). Ποιος ιερός Κανόνας απαγορεύει την μεταβολή των ημερολογίων; Κανείς. Και είδαμε εκτενώς στο κεφάλαιο 4, ότι ακόμα και ο κοινός εορτασμός της ημέρας του Πάσχα δεν τηρούνταν επι τρείς αιώνες μετά την Α΄Οικουμενική και καμία Εκκλησία δεν θεωρούσε κάποια άλλη σχισματική για αυτόν τον λόγο.
Κάποιοι θα έπρεπε να ελέγξουν και να εκτιμήσουν με μεγαλύτερη σοβαρότητα τα παραδεδομένα από τον βίο των αγίων Πατέρων. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε από την σύνοδο της Δρυός που συστάθηκε και αποφάσισε παράνομα εναντίον του. Πώς αντέδρασε ο ίδιος τη στιγμή που μάλιστα οι οπαδοί του (Ιωαννίτες) είχαν στις τάξεις τους και 40 επισκόπους;[30]
Αναθεμάτισε την τότε κρατούσα Εκκλησία; Την ονόμασε Σχισματική; Διακήρυξε ακυρότητα των Μυστηρίων της; Όχι, άλλα απευθύνθηκε στον Πάπα Ιννοκέντιο και στους επιφανείς επισκόπους της Δύσης Βενέριο Μιλάνου και Χρωμάτιο Ακυληίας, ζητώντας τους να συγκαλέσουν Σύνοδο που θα δικάσει νόμιμα την υπόθεση του. Και μάλιστα εκείνη την περίοδο η Ρώμη δεν είχε κοινό εορτασμό του Πάσχα με την Ανατολή αφού αυτός επιτεύχθηκε το 444 μ.Χ. επι Πάπα Λέοντος Α΄και μάλιστα μόνο μέχρι τον θάνατο του δηλαδή για 17 χρόνια.
Ο Μ. Αθανάσιος όχι μόνο κοινωνούσε με την Δύση αλλά όταν διώχθηκε και καθαιρέθηκε από την σύνοδο της Τύρου το 336, αλλά πήγε στη Γαλλία,(Τρέβη) και έζησε εκεί επιδιώκοντας να ασκήσει έφεση στην καταδίκη του. Το 352 πήγε στη Ρώμη μετά από πρόσκληση του Πάπα Λιβέριου πάλι για να εξεταστεί η υπόθεση του.[31]
Σε αυτές τιςπεριόδους Δύση και Ανατολή είχαν διαφορετικό Πασχάλιο εορτασμό και φυσικά και το υπόλοιπο εορτολόγιο.
Είναι φανερό ότι σε ανάλογες περιπτώσεις οι άγιοι μας δεν έφτιαχναν τις δικές τους εκκλησίες, συνόδους και επισκόπους διακόπτοντας της εκκλησιαστική κοινωνία, αναθεματίζοντας ή διακηρύσσοντας ακυρότητα Μυστηρίων άλλα επεδίωκαν την διόρθωση και θεραπεία των προβλημάτων από τις άλλες Τοπικές εκκλησίες.
Το 1937 ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος κάνει μια δήλωση με την οποία επιχειρεί να διορθώσει την διακήρυξη των τριών επισκόπων με την οποία δήλωναν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος έγινε σχισματική, ερμηνεύοντας ότι δεν εννοούσαν ότι όλη η Εκκλησία έγινε σχισματική, άλλα μόνο ο αρχιεπίσκοπος και η Ιεραρχία που υπέγραψαν την καινοτομία. Επιπροσθέτως ανακάλεσε αυτό στο οποίο προέβησαν οι τρείς επίσκοποι δύο χρόνια πρίν λέγοντας ότι: «το δικαίωμα τούτο, ήτοι του ιδρύειν και καταλύειν μίαν Εκκλησίαν» ανήκει μόνο στην Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, «ης την έγκυρον γνώμην και τελεσίδικον απόφασιν διερμηνεύει η Οικουμενική και Πανορθόδοξος Σύνοδος... Τούτων ούτως εχόντων προτεσταντίζει η λατινίζει πας η πάσα επί μέρους Εκκλησία όταν οικειοποιείται η σφετερίζεται το δικαίωμα της πανορθοδόξου συνόδου και προβαίνει δια μίαν αντικανονικήν απόφασιν της Συνόδου μιας Εκκλησίας (την ημερολογιακή εν προκειμένω μεταρρύθμισι) εις την κήρυξιν αυτής ως σχισματικής» [32]
Ο πρώην Φλωρίνης έκανε και μια μεγάλη στροφή στο κατά πόσον η ημερολογιακή καινοτομία έθιγε τα δόγματα της πίστεως. Έτσι με νέα του τοποθέτηση η διόρθωση ήταν μία πλάνη «μη αφορώσα απ ευθείας δόγμα πίστεως, αλλ΄ αναφερομένη εις αντικανονικότητας και παρατυπίας Εκκλησιαστικάς ιασίμους κατά τον Μ. Βασίλειον», δηλαδή στο «Τυπικόν και Διοικητικόν μέρος της Εκκλησίας»[33].
 Συνεπώς οι τότε Γ.Ο.Χ. έκαναν μια σημαντική στροφή αντιτασσόμενοι πλέον όχι σε μια σχισματική Εκκλησία άλλα απλώς «σέ μίαν αντικανονικήν της Συνόδου απόφασιν» καί «διατελούν εν ακοινωνησίᾳ πρός την καινοτομήσασαν Ιεραρχίαν... προσωρινώς διά λόγους κανονικούς» καί όχι δογματικούς.[34]
Οι Γ.Ο.Χ. προς υπεράσπιση τους αναφέρουν την δήλωση του Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου (τότε αρχιμανδρίτη) σε ειδική συνοδική επιτροπή που έλεγε ότι: «Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν δύναται να χωρισθή των λοιπών Εκκλησιών και να αποδεχτεί νέον ημερολόγιον χωρίς να καταστή σχισματική απέναντι των άλλων».[35]
Η δήλωση αυτή όμως δεν την εκλαμβάνουμε καθόλου ως αξιόλογη και είναι αδιάφορη, ισχνότατη και παντελώς άχρηστη εξ αιτίας του ότι την τεκμηρίωση που επιζητούμε για την αντιμετώπιση του προβλήματος δεν την αναζητούμε σε δηλώσεις του κάθε αρχιμανδρίτη και μάλιστα του ενόχου, άλλα στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων, των Συνόδων και το βίωμα της Εκκλησίας. Στο consensusPatrum.

4. Η αθέτηση των παραδόσεων[36]

Οι Ζηλωτές του πατρίου ισχυρίζονται ότι: «Το Ιουλιανόν συνδεθέν μετά του Πασχαλίου και μετά του κύκλου πασών των εορτών κινητών και ακινήτων επί 1622 έτη εθεωρήθη ως ιερά παράδοσις...»[37] Όμως, άλλοι παλαιοημερολογίτες δη-λώνουν ότι το εορτολόγιο των «πρώτων χρόνων»ήταν «ακαθόριστον».[38]
Άρα, πώς το εορτολόγιο μπορεί να είναι και «ακαθόριστον» και «ιερά παράδοσις» συγχρόνως; Αντιθέτως, η τότε Εκκλησία της Ελλάδος τους κατηγόρησε ότι «ανήγαγον εις δόγμα πίστεως το ημερολόγιον και περιέπεσαν εις την πλάνην της λατρείας του χρόνου “μη νοούντες μήτε α λέγουσι μήτε περί τίνων διαβεβαιούνται” (Τιμ. Α΄ 1. 7)θεωρούντες ως θρησκευτικήν παράδοσιν την διαφοράν των 13 ημερών».[39]
Στην Εκκλησία υπάρχουν «παραδόσεις και παραδόσεις, παραδόσεις άθικτοι, ιεραί, θείαι, αμετάβλητοι, αμετακίνητοι, άθικτοι και παραδόσεις τοπικαί, τυπικαί, ουδεμίαν προς τας πρώτας σχέσιν έχουσαι, μεταβληταί, ρευσταί, αδιάφοροι, άσχετοι προς την πίστιν, εις ουδένα υποκείμεναι Κανόνα, ουδέ κολάζουσαι τους παραβάτες και αθετητάς».[40]
Πώς ο Μ. Βασίλειος περιέκοψε κατά 2 ώρες την Θ. Λειτουργία του αγίου Ιακώβου; Πώς ο ιερός Χρυσόστομος έφτιαξε δική του Θ. Λειτουργία; Πώς καταργήθηκαν οι τάξεις των μετανοούντων, των προσκλαιόντων, των κατηχουμένων και πώς έγιναν τοσες άλλες αλλαγές; Έγιναν Πανορθόδοξες Σύνοδοι για όλα αυτές τις αλλαγές;
Οι Ζηλωτές λοιπόν, εξέλαβαν το Ιουλιανό ως ιερά πα-ράδοση λόγω του ότι πάνω σε αυτό «τοποθετήθηκαν» οι εκκλησιαστικές εορτές. Όμως το Ιουλιανό ημερολόγιο δεν είναι μια σταθερή βάση. Η μεταβλητότητα είναι στη φύση όλων των ημερολογίων, μια που τα ημερολόγια έχουν βάση αστρονομική κι όχι δογματική (αμετάβλητη). 
Συνεπώς η μεταβλητότητα του εορτολογίου –άλλα, κατά συνέπεια, και των ημερών των νηστειών– ήταν ένα χαρακτηριστικό που φυσικά είχαν υπόψιν οι Πατέρες της Α΄Οικουμενικής, αφού παρέπεμψαν την εύρεση της ημέρας εορτασμού του Πάσχα στους αστρονόμους και δεν την αποφάσισαν οι ίδιοι για να λήξει έτσι οριστικά το ζήτημα. Οι ίδιοι ήξεραν ότι, το πότε θα είναι ισημερία και πανσέληνος σε κάθε μελλοντική χρονιά, καθορίζεται με μαθηματικούς και αστρονομικούς υπολογισμούς. Η ανθρώπινη αγιότητα δεν είναι πανσοφία! Οι φυσικοί κανόνες και οι νόμοι, με τους οποίους ο Θεός οργά-νωσε να λειτουργεί το σύμπαν, ανακαλύπτονται δια της επιστήμης κι όχι δια της θεολογίας των αγίων Συνόδων.
Παράδοση της Εκκλησίας π.χ. είναι το να εορτάζεται η εορτή του αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου, αλλά δεν αποτελεί Παράδοση το πότε είναι η 26η Οκτωβρίου. Το πρώ-το το καθορίζει η Εκκλησία, το δεύτερο η Αστρονομία. Πα-ράδοση είναι να εορτάζεται το Πάσχα την 1η Κυριακή, μετά την 1η εαρινή πανσέληνο και πάντοτε μετά το Ιουδαϊκό πάσχα. Το πότε είναι όμως η εαρινή πανσέληνος δεν είναι παράδοση της Εκκλησίας, ούτε την καθορίζει η Εκκλησία, αλλά η Αστρονομία.

Α. Η παράβαση της απόφαση της Α΄ Οικ. Συνόδου από το Ιουλιανό.

Και όμως το «άγιο» Ιουλιανό παραβιάζει τον Πασχάλιο Κανόνα της Α΄Οικουμενικής. Κάτι τέτοιο βλέπουμε για παράδειγμα το 2013, όπου το Πάσχα εορτάστηκε την 2η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο (και όχι την 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο), κατά παράβαση της απόφασης. Έτσι: Η εαρινή ισημερία του 2013 έλαβε χώρα στις 20 Μαρτίου (με το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο), στις 13.02 ώρα Ελλάδος[41]. Η 1ηπανσέληνος έλαβε χώρα στις 27 Μαρτίου, στις 11.51 ώρα Ελλάδος, (οπότε εορτάζεται το Ιουδαϊκό πάσχα και συγκεκριμένα από το βράδυ της 26ηςΜαρτίου, κατά το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος). Η 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο έλαβε χώρα την Κυριακή 31 Μαρτίου. Σύμφωνα λοιπόν με την από-φαση της Α΄ Συνόδου, αυτή την Κυριακή θα πρέπει να εορτάζεται το χριστιανικό Πάσχα. Πλην όμως αυτό εορτάστη-κε την Κυριακή 5 Μαϊου! Γιατί όμως; Διότι, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, η εαρινή ισημερία επισυμβαίνει στις 3 Απριλίου, η 1ηπανσέληνος στις 30 Απριλίου και όχι στις 25 Απριλίου, όπως είναι στην πραγματικότητα, γιατί, όπως στην ισημερία, υπάρχει υστέρηση 13 ημερών, έτσι και στις πανσελήνους υπάρχει υστέρηση 5 ημερών. Με όλες όμως αυτές τις αλχημείες καταστρατηγήθηκε η απόφαση της Συνόδου και έτσι το χριστιανικό Πάσχα εορτάστηκε τη 2η Κυριακή, μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο.
Ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη, η εορτολογική ακρίβεια δεν είναι ένας ανελαστικός νόμος όπως τον βλέπουν οι παλαιοημερολογίτες. Λέει ο Μωσαϊκός νόμος: «Όσοι για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορείτε να εορτάσετε το πάσχα στις τόσες του μηνός, θα το εορτάσετε την ίδια μέρα του επομένου μηνός».[42] Και μια φορά επί προφήτου Εζεκίου και Ησαΐου επειδή δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες για τον εορτασμό, τον ανέβαλαν για την ίδια μερα του επομένου μηνός για όλο το έθνος[43] και κανείς δεν είχε αντίρρηση ως παράβαση κάποιας θεόσδοτης εντολής.

Β. Αθέτηση της παράδοσης για την χρονολόγηση.

Η Εκκλησία μέχρι την Πενθέκτη Οικουμενική δεν εί-χε επίσημα καθορίσει σημείον αναφοράς, ως αρχής χρονολόγησης της ζωής στη γή. Στην Α΄ Οικουμενική βλέπουμε να ισχύει η χρονολόγηση από Μ. Αλεξάνδρου. Έτσι, για πρώτη φορά στον γ΄ κανόνα της Πενθέκτης βρίσκουμε αρίθμηση από Κτίσεως Κόσμου ως έτος 6199 (και όχι από Χριστού γεννήσεως) (691 μ.Χ.), θέτουσα έτσι, ως έτος κτίσεως του κόσμου, το έτος 5508 π.Χ. Η αρίθμηση αυτή από Κτίσεως Κόσμου διήρκεσε επί 1000 περίπου χρόνια, στην Ανατολή, μέχρις ότου, το Πατριαρχείο ΚΠόλεως το άλλαξε (αλλάζοντας τον προσδιορισμό χρονολόγησης από Κτίσεως Κόσμου σε χρονολόγηση από Χριστού γεννήσεως) με τον Κύριλλο Α΄ Λούκαρη. Το ερώτημα είναι αν μια Πατριαρχική Σύνοδος μπορεί να αλλάξει την χρονολόγηση, που υπάρχει σε Κανόνα μιας Οικουμενικής Συνόδου. Μετά το τέλος της Πενθέκτης Οικουμενικής (αρχές 8ου αι.), πολλοί λόγιοι χριστιανοί άρχισαν να συντάσσουν Πίνακες, που εμφάνιζαν κάθε έτος από Κτίσεως Κόσμου και την ημέρα ή την ημερομηνία των κινητών εορτών, που συνδέονται με την εορτή του Πάσχα. Κάθε τέτοιος Πίνακας ονομάσθηκεΠασχάλιος.
Σε κάθε Πασχάλιο Πίνακα, μετά την αναγραφή του έτους από Κτίσεως Κόσμου, σημειώνεται το Κανόνιο του Πάσχα, δηλ. οι Ινδικτιώνες, οι κύκλοι Ηλίου, Σελήνης και το θεμέλιο αυτής. Το έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και αναγράφεται ευθύς αμέσως η παραμονή των Χριστουγέννων, ο αριθμός ημερών κρεωφαγίας, η ημερομηνία έναρξης του Τριωδίου, και η Κυριακή της Απόκρεω. Ακολουθεί η ημερομηνία του Ευαγγελισμού, το Νομικό πάσχα και ακολούθως το χριστιανικό Πάσχα και η νηστεία των αγίων Αποστόλων. Αργότερα (δηλ. μετά το 1582) προστέθηκε η ημερομηνία του Πάσχα των Λατίνων, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή, η εορτή των αγίων Πάντων και ακόμη αργότερα προστέθηκε η ημέρα μνήμης των αγίων Αποστόλων. Για τη σύνταξη του Πασχαλίου χρησιμοποιήθηκε αρχικά η Μετώνεια επακτή(365.26315 ημέρες ανα έτος), η οποία αργότερα διορθώθηκε (με την πιο ακριβή Καλλίπεια επακτή) (365.25 ημέρες άνα έτος), όπως επίσης διορθώθηκε (μετά το 1628, επί Πατρι-αρχίας Κύριλλου Α΄ Λούκαρη) η μέτρηση από Κτίσεως Κόσμου, σε μέτρηση από Χριστού γεννήσεως.[44] Τα γράφω αυτά για να πώ ότι όλες αυτές οι προσθήκες και οι διορθώ-σεις έγιναν χωρίς συνοδική Πανορθόδοξη απόφαση, αλ-λά με συνεννοήσεις μεταξύ των Εκκλησιών.

Γ. Περι της μη τήρησης ταυτόχρονου εορτασμού των εορτών και νηστειών.

Οι Ζηλωτές υποστηρίζουν ότι η αθέτηση του Ιουλιανού ημερολογίου οδήγησε στο να μην εορτάζουν ταυτόχρονα όλες οι Εκκλησίες μία και την αυτή εορτή και να μη επικρατεί η αυτή τάξη ως προς τις νηστείες.[45]
Ισχυρίζονται επίσης ότι «ο κοινός εορτασμός των χριστιανικών εορτών είναι παράδοσις» και ως εκ τούτου όσοι ακολούθησαν το νέο ημερολόγιο-εορτολόγιο «βρίσκονται κάτω από τα φρικτά αναθέματα της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου»[46] που αναθεματιζει όσους αθετούν τις ιερές παραδόσεις. Με βάση τα παραπάνω αποτελεί επιβεβλημμένη για αυτούς αιτία η απόσχιση τους.[47]
Απέδειξαν έτσι ότι αγνοούν δραματικά την θέση του ιερού Χρυσοστόμου που λέει: «Ούτε και η Εκκλησία αναγνώριζε την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Άλλα επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους Πατέρες που ήταν διασκορπισμένοι παντού να συνέλθουν και να ορίσουν την ημέρα αυτή [εννοεί του Πάσχα], η Εκκλησία τιμώντας πάντοτε την συμφωνία αποδέχτηκε την απόφαση… Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα να νηστεύουμε αυτή ή την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα –και μάλιστα συγχώρητο και άξιο καταδίκης και προδοσία μεγάλης τιμωρίας– είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η διασπορά της διχόνοιας…»[48]
Αφού αποδείχθηκε, ότι επι 7 αιώνες στην Εκκλησία δεν είχε επιτευχθεί η τήρηση του κοινού εορτασμού της ημέρας του Πάσχα, χωρίς να θέσουν οι άγιοι Πατέρες και οι άγιες Σύνοδοι ζήτημα διάσπασης της ενότητας της «Μίας Αγίας και Καθολικής Εκκλησίας», αναρωτιέται κανείς, πώς μπορεί να στηριχθεί η ίδια κατηγορία εναντίον κάποιου ημερολογίου εξ αιτίας του μη κοινού εορτασμού των υπολοίπων εορτών του εορτολογίου. Ο κοινός εορτασμός ήταν πάντα στόχος, άλλα όταν δεν ελάμβανε χώρα δεν έπαυε η ενότητα στην Εκκλησία, ούτε ποτέ προκάλεσε κανείς αυτό που προκάλεσαν οι παλαιοημερολογίτες.
Τα Χριστούγεννα εορτάζονταν σε διαφορετικές ημερομηνίες από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες επί δύο και πλέον αιώνες. Στη Ρώμη η εορτή εισήχθηπερί το 335 μ.Χ.[49]
Στις Εκκλησίες Κωνσταντινούπολης το 380, και της Αντιόχειας εισήχθη γύρω στο 400 μ.Χ. Στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας περι το 450 μ.Χ. και στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων γύρω στον 6ο αιώνα,[50] η οποία μάλιστα «ηρνείτο να συμμορφωθή προς την απόφασιν των άλλων Εκκλησιών».[51]
Γενικά, όλες οι άλλες εορτές καθορίσθηκαν με αποφάσεις των κατά τοπους Εκκλησιών. Η εορτή της αρχής του εκκλησιαστικού έτους (αρχή της Ινδίκτου), από την 1η Ιανουαρίου ως το 325, μετατοπίσθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου και αργότερα στις 1 Σεπτεμβρίου. Η εορτή του Ιω. Χρυσόστομου μετατοπίσθηκε από τις 14 Σεπτεμβρίου, στις 13 Νοεμβρίου. Η εορτή της Περιτομής του Χριστού εισήχθη στην Ανατολή τον 6ο αι. ενώ στη Δύση τον 7ο αι.
Η γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος εισήχθη στην Ανατολή μεταξύ του 5ου και 7ου αιώνα, ενώ στη Δύση μετα από αιώνες.[52] Η γιορτή των Αγίων Πάντων εισήχθη στην Ανατολή κατά τον 4ο αιώνα, ενώ στη Δύση κατά το 610 μ.Χ.[53]
Μέχρι τον 7ο αιώνα γιορτάζονταν στην Ανατολή η γιορτή των αγίων Αποστόλων στις 28 Δεκεμβρίου, ενώ στην Δύση στις 29 Ιουνίου.[54] Η Εκκλησία Ιεροσολύμων απέδιδε την γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις 22 Αυγούστου, ενώ η Μονή Στουδίου την τέταρτη ημέρα της Κοιμήσεως δηλ. την 18η Αυγούστου. Στις άλλες περιώνυμες Μονές της Κωνσταντινουπόλεως η απόδοση γινόταν στις 23 Αυγούστου, ενώ στο Άγιο Όρος στις 28 Αυγούστου.[55]
Η εορτή των Τριών Ιεραρχών στην ΚΠολη και τα Μοναστήρια εορταζόταν στις 30 Ιανουαρίου αλλά στα Ιεροσόλυμα κρατώντας αρχαία παράδοση την τελούσαν στις 23 Αυγούστου.[56] Η εορτή της Υπαπαντής εορταζόταν αρχικά τον 5ο αι. στη Δύση, στις αρχές Φεβρουαρίου, ενώ στην Ανα-τολή καθιερώθηκε στις αρχές του 6ου αι. στην ΚΠολη από τον αυτοκράτορα Ιουστίνο Α΄, στις 2 Φεβρουαρίου, ενώ καθιερώθηκε σ’ όλη την αυτοκρατορία από τον Ιουστινιανό Α΄, στις 14 Φεβρουαρίου και αργότερα επανήλθε στις 2 Φεβρουαρίου και μετετράπη από Δεσποτική εορτή (όπως το επι-τάσσει η θεολογία και η υμνολογία της) σε Θεομητορική.[57]
Δεν θέλω να κουράσω αναφέροντας διαφοροποιήσεις μεταξύ των αρχαίων Τυπικών όπου η κατάσταση νηστειών και εορτών πολύ συχνά δεν είναι ταυτόσημη. Πώς λοιπόν οι άγιοι μας και οι Σύνοδοι δεν ανακάλυψαν πουθενά την «μεγάλη προδοσία» που ανακάλυψαν οι παλαιοημερολογίτες το 1924; Και πώς όλες αυτές οι μεταβολές, έγιναν χωρίς αποφάσειςΟικουμενικής ή Τοπικής Συνόδου, παρά μόνο με συνεννοήσεις μεταξύ των Εκκλησιών;

Δ. Διαφοροποίηση των Εκκλησιών στις νηστείες.

Ποτέ οι διαφοροποιήσεις στις νηστείες δεν αποτέλεσαν λόγο ώστε να προκύψει σχίσμα και ρήξη ανάμεσα στις Εκκλησίες. Φυσικά ήταν πάντα ζητούμενο να υπάρχει συντονισμός και ταύτιση χρόνων και τρόπων στις νηστείες αλλά όταν δεν υπήρχε αυτή, η μία Εκκλησία δεν αναθεμάτιζε την άλλη ως σχισματική και άμοιρη Μυστηρίων! Κάτι που επισημαίνει και ο Σωζομενός από τον 4ο ακόμα αιώνα: «ού γάρ δη τας αυτάς παραδόσεις περί πάντα ομοίας, κάν ομό-δοξοι είεν, εν πάσαις ταις Εκκλησίαις ευρείν έστιν [αν και όλες οι Εκκλησίες είναι ομόδοξες, δεν βρίσκουμε παντού τις ίδιες παραδόσεις]».[58]
Μεγάλη διαφοροποίηση υπάρχει ως προς την τήρηση των νηστειών της Τεσσαρακοστής τους πρώτους αιώνες γιατί αυτή η νηστεία: «δε ήταν ακόμα από όλους η ίδια, ούτε κατά τον χρόνο, ούτε κατά τον τρόπο, γιατι άλλοι νήστευαν μόνο 3 εβδομάδες, άλλοι 7, άλλοι 6, και άλλοι απέχαν από όλα τα κρέατα, άλλοι έτρωγαν ψάρια, άλλοι και πτηνά, άλλοι και από ακρόδρυα, άλλοι κι από αυγά. Άλλοι έτρωγαν μόνο ξερό άρτο, άλλοι αφού νήστευαν μέχρι την 9η ώρα μετά έτρωγαν διάφορα».[59] «Και γάρ οι της αυτής πίστεως όντες, διαφωνούσι περι τα έθη προς εαυτούς[κι ενώ αυτοί ήταν της ίδιας πίστεως, διαφωνούσαν για τα έθιμα μεταξύ τους]», γράφει ο ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός.[60]
Τον 8ο αιώνα εμφανίζονται ασυμφωνίες περι των νηστειών κατά τον Ιωάννη Δαμασκηνό.[61]
Οι νηστείες των Χρι-στουγέννων, των αγίων Αποστόλων και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εμφανίζονται αρχικά στους Μοναχούς τον 6ο αιώνα. Αργότερα εξαπλώθηκαν στους λαϊκούς. Όμως μέχρι τον 12ο αιώνα ήταν αμφισβητούμενες για το αν έπρεπε να τηρούνται μόνο από τους Μοναχούς ή και τους λαϊκούς. Στα τέλη του 6ου αι., ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης αναφέρει ότι πολλοί Αρχιερείς δίδασκαν λανθασμένα τόσο για τον αριθμό των νηστειών του έτους, όσο και για τον αριθμό των ημερών της κάθε νηστείας.[62]
Και τον 11ο και 12ο αιώνα πάλι εμφανίζονται διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους Ορθοδόξους ως προς την τήρηση της νηστείας του δεκαπενταύγουστου. Για το ίδιο ζήτημα εμφανίζονται διαφοροποιήσεις στα συγγράμματα του Αναστασίου Καισαρείας και αγίου Νίκωνος,[63] ο οποίος μάλιστα θεωρεί ότι και η νηστεία της Δευτέρας –εκτός από αυτήν της Τετάρτης και Παρασκευής– είναι υποχρεωτική.[64]
Επίσης η ερώτηση του πατριάρχη Αλεξανδρείας Μάρκου στον κανονολόγο Θεόδωρο Βαλσαμώνα τον 12ο αι. αναφέρει ότι πολλοί μόνο την Μεγάλη Τεσσαρακοστή νηστεύουν, και τις άλλες νηστείες ούτε τις λογαριάζουν, σα να μην υπάρχουν, «τας δε λοιπάς ού μόνον παραχαράττοντας αλλά και ως μηδέν ούσας λογιζόμενους σχεδόν».[65]
Σύμφωνα με τις Αποστολικές Διατάξεις[66] η νηστεία των αγίων Αποστόλων άρχιζε μία εβδομάδα μετά την Πεντηκοστή και κράταγε 3 μήνες! Φυσικά αυτή η διάρκεια έχει αλλάξει. Αυτές όμως οι μεγάλες διαφοροποιήσεις στις νηστείες πόσα «δίκαια» και «αγανακτισμένα» σχίσματα δημιούργησαν; Κανένα! Πώς ανέχτηκαν οι άγιοι και οι Σύνοδοι και όλη η Εκκλησία «άλλοι να νηστεύουν κι άλλοι να τρώνε» και μόνο το 1924 είδαν προδοσία των ιερών παραδόσεων; Διαφορές εμφάνιζε στις νηστείες και η Δυτική Εκκλησία όπως σημειώνει ο Μ.Φώτιος.[67]
Είναι συγκλονιστική η δήλωση του Μ. Φωτίου:
«Παρά τας των λειτουργικών ετερότητας , τας εν ταις ευχαίς, τας ταις επικλήσεσι, τας εν τάξει και ακολουθία, τας εν του χρόνου μήνει και τη βραχύτητι, τας εν πλήθει και ολιγότητι…ώ του θαύματος! Ο κοινός άρτος εις σώμα Χριστού μεταβάλλεται, και ο κοινός οίνος αίμα χρηματίζει[γίνεται]».[68]
Λειτουργική αταξία όμως υπάρχει και στο παλαιό ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατό να συμβεί ο εορτασμός της Υπαπαντής μαζί με την Καθαρά Δευτέρα ή άλλη μέρα της Σαρακοστής. Μία ημέρα δηλαδή χαρμόσυνη Δεσποτικής εορτής, να εορταστεί ταυτόχρονα με μία μέρα πένθους και νηστείας που μας εισαγάγει η Καθαρά Δευτέρα. Με το παλαιό ημερολόγιο επίσης μπορεί να τύχει η γιορτή του Ευαγγελισμού να εορταστεί τη Μεγάλη Εβδομάδα, και να πρέπει να ψάλουμε ταυτόχρονα χαρμόσυνους ύμνους μαζί με πένθημους. «Σήμερον κρεμάται επι ξύλου…»και «Σήμερον χαράς ευαγγέλια…»! Αυτά όμως ποτέ δεν μπορούν να συμβούν με το «διορθωμένο Γρηγοριανό» των Νεοημερολογιτών!
Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης ανα-φέρεται στον 56ο και 19ο Κανόνα της Πενθέκτης και Γάγγρας Συνόδου, λέγοντας ότι αυτοί οι κανόνες «Ρητώς παραγγέλουσι επι ποινή καθαιρέσεως, αφορισμού και αναθέματος, όπως επικρατεί η αυτή τάξις εις όλας τας εκκλησίας, ίνα εορτάζουσι και νηστεύουσι ομού [εν τω αυτώ τόπω, μαζί, συγχρόνως, εν συνόλω[69]] τας ιδίας ημέρας».[70]
Η ερμηνεία του αυτή όμως δεν φαίνεται να βρίσκει σύμφωνους τους Πατέρες και τις Συνόδους των αιώνων που περιγράψαμε στα ανωτέρω. Δεν επιχείρησε να ερμηνεύσει το ζήτημα με την θέση των Πατέρων, αλλα με την δική του γνώμη. Γιατί αν αναζητούσε την ερμηνεία των Πατέρων θα μάθαινε από τον ιερό Χρυσόστομο ότι: «Ο Χριστός όχι μόνο δεν διέταξε να φυλάσσουμε ορισμένες ημέρες, άλλα και μας απάλλαξε από την υποχρέωση αυτή».[71]
Οι νηστείες κατά τον ιερό Χρυσόστομο δεν γίνονται για την επικείμενη εορτή άλλα για τις αμαρτίες μας. Νηστεύουμε για να προετοιμαστούμε για το κάθε Πάσχα που συμβαίνει σε κάθε Θ.Λειτουργία. Η πρέπουσα προσέλευση μας στην Θεία Ευχαριστία δεν εξαρτάται από την τήρηση των καιρών αλλά από την καθαρή συνείδηση. Συνάρτηση της κάθαρσης της συνειδήσεως δεν αποτελεί ο καιρός και ο χρόνος των νηστειών άλλα η νηστεία αυτή καθ΄εαυτή, η μετάνοια, η ελεημοσύνη, το πένθος, οι προσευχές, τα δάκρυα, η εξομολόγηση.[72] «Ο Θεός αδιαφορεί για την φύλαξη ορισμένων ημερών… Κανείς δεν τιμωρήθηκε, ούτε αποκλείστηκε από τον παράδεισο επειδή ετέλεσε Πάσχα αυτόν ή τον άλλον μήνα».[73]
Και άλλού ο άγιος μας λέει: «Το να διαφωνούμε στο χρόνο της νηστείας και να λέμε, τώρα ή ύστερα νηστεύουμε, δεν είναι έγκλημα».[74] Και αλλού: «Ο χριστιανός δεν πρέπει να γιορτάζει σύμφωνα με τους μήνες ή τις νουμηνίες ή τις Κυριακές, αλλά σε όλη του τη ζωή πρέπει να ζεί με την πρέπουσα γιορτή. Αν έχεις καθαρή συνείδηση, έχεις πάντοτε γιορτή».[75] Άρα λοιπόν και δια του Χρυσορρήμονος ο πρώην Φλωρίνης και οι παλαιοημερολογίτες σφάλλουν οικτρά.
Επιπλέον όμως, αυτοί οι Κανόνες άλλα λένε από αυτά που δηλώνει ο πρώην Φλωρίνης.
Ο 56ος της Πενθέκτης λέει: «Επίσης μάθαμε ότι στη χώρα των Αρμενίων και σε άλλους τόπους,τα Σάββατα και τις Κυριακές τις αγίας Τεσσαρακοστής, μερικοί τρώνε αυγά και τυρί. Αποφασίστηκε λοιπόν και αυτό, σε όλη την του Θεού εκκλησία ανα την οικουμένη, μία τάξη [κοινή] να ακολουθήται στην επιτέλεση της νηστείας, και να απέχετε όπως από όλα τα κρέατα, έτσι κι από τα αυγά και το τυρί. Άν δε,[αυτό] δεν το τηρούν κάποιοι, αν είναι κληρικοί να καθαιρεθούν, αν είναι λαϊκοί να αφοριστούν».
Είναι φανερό ότι η κοινή «τάξη»στην οποία αναφέρεται ο κανόνας μιλά για το τι δεν πρέπει να τρώνε ΟΣΟΙ νηστεύουν τα Σάββατα και τις Κυριακές τις Σαρακοστής και δεν αναφέρεται στον χρόνο επιτέλεσης της νηστείας. Με άλλα λόγια λέει, αυτοί που νηστεύουν τα Σάββατα και τις Κυριακές τις Σαρακοστής να μη τρώνε αυγά και τυρί. Μιλάει ο Κανόνας για τον τρόπο της νηστείας αυτών που νηστεύουν σε εκείνες τις μέρες. Οι τρώγοντες αυγά και τυρι καθαιρούνται και αναθεματίζονται.
Ο δε 19ος της Γάγγρας απλά λέει: Όποιος δεν νηστεύει στις παραδεδομένες υπο της εκκλησίας νηστείες χωρίς σωματική ανάγκη να είναι αναθεματισμένος.
Ο άγιος Νικόδημος στην Ερμηνεία του στους δύο παραπάνω Κανόνες πουθενά δεν κάνει νήξη ή υπονοεί κάτι περί του χρόνου των νηστειών, αυτά δηλαδή που ο Χρ. Καβουρίδης διαπιστώνει και οι παλαιοημερολογίτες διακηρύσσουν.
Γράφει ο π. Θεοδώρητος Μαύρος: «Όταν στην Ευρώπη ακούς τις καμπάνες της Ελληνικής Εκκλησίας να καλούν τους πιστούς, οι καμπάνες τις Ρωσικής [επειδή έχουν το παλαιό ημερολόγιο] παραμένουν βουβές. Και τότε διερωτάται κανείς είναι οι δύο εκκλησίες Ορθόδοξες;».[76]
Ας μου επιτραπεί να αναρωτηθώ κι εγώ. Όταν στην Πτολεμαΐδα ο ναός των παλαιοημερολογιτών στη μια ενορία χτυπάει την καμπάνα για αγρυπνία, οι πιστοί θα κοινωνήσουν και μετά θα καταλύσουν στα σπίτια τους, ενώ η καμπάνα του άλλου παλαιοημερολογίτικου ναού μένει βουβή και οι πιστοί αυτής της ενορίας κοιμούνται νηστικοί για να πάνε στην εκκλησία όταν ξημερώσει και να κοινωνήσουν έχουμε ταυτόχρονο εορτασμό και νηστεία; Στον έναν ναό έχουν πεί το «Δι΄ ευχών...» και τρώνε κρέας και στον άλλον ακόμα δεν είπαν το «Ευλογημένη η Βασιλεία...» και νηστεύουν. Πρόκειται για διαφορετικές εκκλησίες;
Στον Συναξαριστή μηνός Φεβρουαρίου[77], στον Πρόλογο ο άγιος Νικόδημος ερμηνεύει τα λόγια των Συναξαριστών που λένε: «Τη αυτή ημέρα μνήμη του αγιού (τάδε) τελείται η σύναξις αυτού εν τω Ναώ π.χ. του Τιμίου Προδρόμου». Ο άγιος Νικόδημος μας εξηγεί ότι: «Ο άγιος του οποί-ου είναι [αφορά] το συναξάριον της ημέρας, δεν εορτάζετο εις όλους τους ναούς και εκκλησίες τας ευρισκομένας εις όλον τον κόσμον άλλα εγένετο εκείνου η σύναξις ήτοι η συνάθροισις των χριστιανών και εορτή και λειτουργία εις μερικούς μόνον ναούς και εκκλησίας».


Λέει ο άγιος Φώτιος: «Αι Εκκλησίαι του Χριστού υποχρεωτικώς οφείλουσι τηρείν κυρίως τάς αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων, ενώ κατά τά άλλα, ώς εν τοις εθίμοις καί ετέραις διατάξεσι δύναται νά υπάρχη διαφορά άνευ βλάβης της ενότητος της πίστεως».[78]
Την ίδια στάση κρατά και η υπόλοιπη Εκκλησία που δια στόματος του αγίου Ευλογίου Αλεξανδρείας λέει: «μέχρι τούτου τα της οικονομίας ο ορθός λόγος ανέχεται,μέχρις αν ουδέν καινοτομείται των της Εκκλησίας δογμάτων... ότε το δόγμα της ευσεβείας ουδέν παραβλάπτεται». Στην εξωτερική, λειτουργική ζωήκαι λατρεία, στα ήθη και έθιμα, καθώς και στις διοικητικές μορφές καί σχήματα της Εκκλησίας, «εν οις ουκ έστι πίστις το αθετούμενον, ουδέ κοινού τε και καθολικού ψηφίσματος έκπτωσις»[79], [δεν αποτελεί πτώση], συνεπώς είναι ανεκτές και επιτρεπτές ορισμένες κατά τόπους παραλλαγές και διαφοροποιήσεις. Μήπως η Ανατολική Εκκλησία δεν έδειχνε ανοχή στην αναγκαστική αγαμία του κλήρου που επέβα-λαν οι Δυτικοί κατά παράβαση διατάξεων της ΣΤ΄ Οικουμενικής;[80]
Ή επίσης δεν έδειχναν ανοχή για την αντίληψη των Λατίνων ότι μόνο οι επίσκοποι έχουν δικαίωμα να τελούν το μυστήριο του χρίσματος;[81] Ή ακόμα το πολύ χειρότερο το οποίο ήταν η εφ΄άπαξ κατάδυση στο βάπτισμα κι όχι η τριπλή;[82]
Η «ακρίβεια» του π. Θεοδωρήτου και των άλλων παλαιοημερολογιτών είναι αμάρτυρη και αστήρικτη από τους αγίους μας και συνεπώς αντιπατερική και δεν δικαιολογεί σχίσμα της Εκκλησίας ιδιαίτερα σε καιρό αίρεσης. Όταν ο Μ. Φώτιος «ανεχόταν» τα έθιμα της Ρώμης παρά την «αντίφαση τους προς την καθιερωμένη παράδοση και κανονική τάξη»[83], χρειάζεται να έχει κανείς πολύ αυτοπεποίθεση ώστε να επιλέξει όχιμόνο αυστηρότερες θέσεις αλλά και να υποστηρίξει ένα σχίσμα για παρόμοιους λόγους. Και είναι να απορεί κανείς γιατί αυτή η «ακρίβεια» εμφανίστηκε μόνο για το εορτολόγιο κι όχι για το θέμα των μικτών γάμων (δηλ. γάμος Ορθοδόξου με ετερόδοξο) που πρόσφατα (1850[84]-1878[85]) η Σύνοδος επέτρεψε για πρώτη φορά επίσημα, κατά παράβαση τωνιερών Κανόνων. Γιατί αυτό το σπουδαίο ζήτημα αγνοήθηκε από τους κατά τα άλλα ευαίσθητους;
Πόσο καινοφανή διδασκαλία έφεραν οι παλαιοημε-ρολογίτες σε σχέση με αυτήν των αγίων Πατέρων! Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Αν προσέλθεις με καθαρή συνείδηση κάνεις Πάσχα, όποτε κι αν κοινωνείς, είτε σήμερα, είτε αύριο, είτε οποτεδήποτε. Διότι δεν έχει σχέση το πνευματικό Πάσχα με εποχές και καιρούς, άλλα με την καθαρή συνείδηση κρίνεται η συμμετοχή μας στη θεία Κοινωνία».[86] Κι αν αυτά τα λέει για την εορτή των εορτών και την πανήγυρη των πανηγύρεων, σκεφτείτε τι θα έλεγε για ένα σχίσμα που δημιουργήθηκε εξαιτίας της αταξίας που αφορά την τάξη στις υπόλοιπες εορτές.
Πώς οι τότε και οι επόμενοι Πατέρες δεν επαναστάτησαν από τα «έθιμα» των Λατίνων άλλα μόνο όταν προσβλήθηκε το δόγμα με το filioque επήλθε η ρήξη; Μήπως κάθε καταστρατήγηση των ιερών Κανόνων οδηγούσε (ή έπρεπε να οδηγεί) σε σχίσμα; 
Αν για κάθε παρεκτροπή από τις πολλές που περιγράφει ο άγιος Νικόδημος στο Πηδάλιο[87] γινόταν κι ένα σχίσμα από τους «αγανακτισμένους» Χριστιανούς, η Ορθόδοξη Εκκλησία θα είχε γίνει από αιώνες ένα σύνολο αλληλοαναθεματιζόμενων παρατάξεων!
Την αλήθεια μας την δίνουν ξεκάθαρα οι άγιοι Πατέρες: «ένθα μή Θεός ή πίστις τό κινδυνευόμενον, νεύειν αεί πρός τό ειρηνικόν και φιλάδελφον [όταν υπάρχει διαφωνία άλλα από αυτήν δεν κινδυνεύει η Πίστη, τότε καλό είναι να ρέπουμε προς την συνδιαλλαγή και την ειρήνη]», κατά τον πατριάρχη Πέτρο Αλεξανδρείας.[88]

Επίλογος

Οι Ευσταθιανοί αναθεματίστηκαν ως αιρετικοί από την Σύνοδο της Γάγγρας επειδή ανήγαγαν σε δόγματα δευτερεύοντα ζητήματα. Κήρυτταν, λ.χ. ότι αυτός που τρώει κρέας ή που παντρεύεται δεν θα σωθεί. Οι παλαιοημερολογίτες λένε, ότι αυτός που άφησε το Ιουλιανό και άλλαξε ημερολόγιο δεν θα σωθεί!
Το εορτολογικό Σχίσμα τελικά εξυπηρέτησε με τον καλύτερο τρόπο τα σχέδια των Μασόνων και των μετέπειτα οργανωμένων Οικουμενιστών, γιατί ένα μεγάλο τμήμα του ευσεβούς λαού και κλήρου ξεκόπηκε και αντιμάχονταν το υπόλοιπο σώμα της Εκκλησίας, μαχόμενο σε έναν εμφύλιο πόλεμο για ένα ημερολόγιο που θεωρήθηκε «άγιο». Έτσι η αιρετική χολέρα σχεδόν ανενόχλητη κατέλαβε όλη την Εκκλησία. Το «εξαγιασμένο» Ιουλιανό ημερολόγιο δεν έσωσε ούτε τους παλαιοημερολογίτες που αφού διέσπασαν την Εκκλησία, αλληλοαναθεματίστηκαν κατακερματίζοντας το δόγμα και της δικής τους ενότητας, ενώ και το άγιο Όρος που διακράτησε το (αυθεντικό) Ιουλιανό δεν γλίτωσε από την αίρεση και εξελίχθηκε σε άνδρο της.
Η εμμονή κάποιων στη σταθερή ημερομηνία της ισημερίας, κάτι που δεν θεσμοθετήθηκε ποτέ από την Εκκλησία, κι ούτε ποτέ αποτέλεσε ιερά παράδοση όμως εκλήφθηκε ως κάτι το ιερό και αμετακίνητο, έκανε μόνο κακό στην Εκκλησία.
O Σωζομενός γράφει πριν περίπου 17 αιώνες κάτι σχεδόν προφητικό. «Αυτοί που έσχισαν την εκκλησία για ασήμαντους λόγους –«δια ευτελούς προφάσεως» γράφει, –δεν θα μείνουν μόνο σε μια διαίρεση –«και περί τούτου ου μίαν μόνην διαίρεσιν έχουσιν».[89]
Οι πρώτοι αποσχισθέντες για το ημερολόγιο, αποσχίστηκαν μεταξύ τους τόσες φορές, σε σημείο τα ίχνη των περισσότερων ομάδων να ανακαλύπτονται μόνο μετά από επίπονη σχολαστική έρευνα.
«Αὐτὰ παθαίνουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνίζονται διὰ τὸ ἀγαθὸν καὶ τὴν εἰρήνη μὲλάθος τρόπο, καὶ ἀγαποῦν τὸν Θεὸν μὲ ἄλλον τρόπο ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺσυμφέρει. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται μὲν νὰ παλεύει κανεὶς ἔξω ἀπὸ τὰκεκανονισμένα ὅρια, οὔτε νὰ ἀγωνίζεται παρὰ τὸν νόμο. Διότι θὰἀποδοκιμασθεῖ, καὶ θὰ ντροπιασθεῖ, καὶ θὰ χάσει τὴν νίκη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖοςξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ ἀγωνίζεται κατ’ ἄλλον τρόπον, χωρὶς νὰ ἐφαρμόζειτοὺς ὅρους τοῦ ἀγῶνος, ἔστω κι ἂν εἶναι γενναῖος καὶ πολὺ τεχνίτης. Ἐὰν δὲἀγωνισθεῖ κάποιος διὰ τὸν Χριστόν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἀντίθετον μὲ τὶςἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μήπως προσφέρει τίποτε στὴν εἰρήνη μὲ τὸ νὰἀγωνίζεται γι’ αὐτὴ κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον;»[90]
«Μὴν ἀπορεῖτε καὶ μὴν ἐκπλήσεστε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ποὺ ἀκόμα καὶμερικοὶ ὁμολογητὲς φθάνουν στὰ ἄκρα, ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι ὑποπίπτουν σὲτόσο σοβαρὰ κι ἀνόσια ἁμαρτήματα. Διότι καμία ὁμολογία δὲν ἀπαλάσσει τὸνἄνθρωπο ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου, οὔτε προστατεύει ἕναν ἄνθρωπο ποὺβρίσκεται ἀκόμα σὲ τοῦτο τὸν κόσμο μὲ μία μόνιμη ἀσπίδα ἀπὸ τοὺςπειρασμούς, τοὺς κινδύνους, τὶς προσβολὲς καὶ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ κόσμου...Εἶναι ὁμολογητης, αλλὰ μετὰ τὴν ὁμολογία ὁ κίνδυνός του εἶναι μεγαλύτερος, γιατὶ εἶναι μεγαλύτερη πρόκληση γιὰ τὸν ἀντίπαλο. Εἶναι ὁμολογητής. Γι’ αὐτὸ ὀφείλει νὰ στέκει στὸ πλευρὸ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου, διότι ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο ἔχει λάβει τὴν δόξα τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Κύριος λέει: «Ἀπὸ αὐτόν, στὸν ὁποῖο δόθηκαν περισσότερα, θὰ ζητηθοῦν περισσότερα. Καὶ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ δόθηκε περισσότερο κῦρος θὰ ζητηθεῖ περισσότερο ἔργο...».[91]

Και τω θεώ Δόξα.


ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

1. Οι ληστές της θείας Διδασκαλίας, Μέρος Α΄ (2014)
(Η αίρεση του Οικουμενισμού και οι ψευδοδιδάσκαλοι)
2. Οι ληστές της θείας Διδασκαλίας, Μέρος Β΄ (2016)
(Δοκίμιο στην Αποτείχιση)
3. Το μικρό Πηδάλιον. (2017)
(Σε συνεργασία με τον κ. Αδ. Τσακίρογλου. Επιλογή και μετάφραση Ιερών Κανόνων που αναφέρονται σε λαϊκούς).
4. Ού βουλόμεθα ζήν ψευδολογούντες (2017)
(Το ημερολογιακό Σχίσμα του 1924).



[1] π. Β. Σακκά, υπόμνημα… σελ. 37 και Αρχιμ. Χρυσοστόμου Σπύρου, Η αποτείχισις μου, σελ. 85, Σπέτσαι 2008.
[2] Στεφανίδου Β., Εκκλησιαστική ιστορία, σελ. 711
[3] Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, σελ. 930.
[4] Ιερομ. Θεοδωρήτου Μαύρου, Παλαιόν και Νέον, σελ. 92.
[5] Νικολάου Μάννη, Διπλούς πέλεκυς, σελ. 94, Αθήνα 2005.
[6] Επιστολή Μελετίου Πηγά προς τον Καρδινάλιο Santa Severina. Ό.ά. σελ. 37.
[7] Τόμος Αλεξανδρινός Μελετίου Πηγά, Προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Σίλβεστρο. Ό.ά. σελ.81.
[8] Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος γ΄, § 216, 2, σελ. 125.
[9] Δωδεκάβιβλος, Δοσίθεου, βιβλίο ΙΑ΄ κεφ. Η΄.
[10] Ό.ά. κεφ. ΙΑ΄.
[11]Αυγουστίνου Μοναχού Αγιοβασιλειάτου, Το ημερολογιακό σχίσμα…, ό.ά. σελ. 150.
[12] Επιστολή πατριάρχου ΚΠόλεως Ιερεμίου προς τους εν Τυβίγγη Διαμαρτυρομένους, Νικ. Μάννη, Ό.ά. σελ.106.
[13] Νικ. Μάννη, ό.ά. σελ. 125.
[14] Νικ. Μάννη, ό.ά. σελ. 153, Επιστολή Προς τους Ορθοδόξους της Δύσεως.
[15] Θεοδωρήτου ἱερομονάχου, Παλαιόν καί νέον, σελ. 24.
[16] Το ζήτημα αυτών των αναθεματισμών αμφισβητείται σοβαρά από τους μελετητές ως νοθεία. Δεν θα το εξετάσουμε καθόλου πιστεύοντας ότι εξετάσαμε το σπουδαιότερο.
[17] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Σπύρου, Η αποτείχισις μου, σελ. 86, Σπέτσαι, 2008.
[18] Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος αγάπης, σελ. 538-539.
[19] Ό.ά. σελ. 697
[20] Ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια περὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου, Ἀθῆναι 1924, ἐπανέκδοση ἀπὸ Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1977, σελ. 201-203.
[21] Ἀρχιμ. Γαβριηλ Διονυσιατης, «Τὸ Ἡμερολογιακὸν Ζήτημα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος», εἰς Τὸ Ἡμερολογιακὸν Ζήτημα (Μικρὰ συμβολὴ εἰς τὴν ἐπίλυσίν του), Ἐκδ. «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 2004, σελ. 18-20.
[22] Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου (10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923), ἐν Κωνσταντινουπόλει, Ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου 1923, σελ. 67.
[23] Η Εκκλησία της Ρωσίας, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας διαφώνησαν άλλα δεν θεώρησαν το ζήτημα αρκετά σοβαρό για να διακόψουν εκλησιαστική κοινωνία και δεν καταδίκασαν Συνοδικά την καινοτομία μη βλέποντας δογματική παρεκτροπή. Επίσης, η εισαγωγή της διόρθωσης υπήρξε κατά τους παλαιοημερολογίτες παράνομη ως αντιβαίνουσα στο Ν.Δ. της 18/25 Ιανουαρίου 1923, δια του οποίου είχε ορισθεί, ότι ως προς την Εκκλησία και τα θρησκευτικά ζητήματα θα παρέμενε σε ισχύ το Ιουλιανό ημερολόγιο (Ζαχαρία Α. Παράνομοι κυβερνητικοί διωγμοί παλαιοημερολογιτών. Φ.Ο. 1954, φ. 174, σελ. 5). Αντιθέτως, «η πράξις της Ι. Συνόδου δι’ ης εισήχθη εν τη Εκκλησία της Ελλάδος το διορθωμένον Ιουλιανόν ημερολόγιον, ούσα τυπικώς διοικητική πράξις, εφ’ όσον δεν ανεκλήθη υπό της Εκκλησίας ή δεν ηκυρώθη δι’ αποφάσεως του ΣτΕ εξακολουθεί, καίτοι παραβιάζουσα κατά τινα εκδοχήν τον νόμον, να είναι ισχυρά μη δυναμένη άλλως τε να προσβληθή δι’ αίτήσεως ακυρώσεως…..» (Μαρίνου Αν. Η θρησκευτική ελευθερία, 1972, σελ. 313, 314).
[24] Χρυσοστόμου πρώην Φλωρίνης, Ἅπαντα, τόμος α΄, σελ. 81.
[25] Φ.Ο. 1950, φ. 94, σελ. 2.
[26] Ηλία Αγγελοπούλου, Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, σελ. 81.
[27] Φ.Ο. 1950, φ. 86, σελ. 7.
[28] Ε.Π.Ε. 34, σελ. 189.
[29] Ό.ά.
[30] P.G. 47, 27-28.
[31] Μ. Αθανάσιος, σελ. 152, εκδ. ΖΩΗ.
[32] Ἠλία Ἀγγελοπούλου, Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, σελ. 79.
[33] Ό.ά. σελ. 17-18.
[34] Περιοδικό Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καί Μαρτυρία, τεῦχος 24-25, σελ. 299.
[35] Ἰω. Βώκου, Ἡ διάσπασις τῆς Ὀρθοδοξίας, σελ. 14-15.
[36] Θα περιοριστούμε σε παραδόσεις που αφορούν χρόνους, καιρούς και εορτές.
[37] Διαυλείας Πολύκαρπου, Το Α΄ Πανελλαδικόν….., σελ. 74.
[38] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Σπύρου, Η αποτείχισις μου, σελ. 86, Σπέτσαι 2008.
[39] Αρχιεπ. Χρυσόστομου, Ημερολογιακά Β΄ 1929, σελ. 6, 7.
[40] Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Το εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
[41] Ώρα 11.02 UTC.
[42] Αρ. 9, 6-11.
[43] Β΄ Παραλ. 30,13-27.
[44] Θ.Η.Ε. τ. Ι΄, σελ. 118.
[45] π. Νικολάου Δημαρά, Περιοδικό Άγιοι Κολλυβάδες, τ. 28, σελ. 60.
[46] Ό.ά.
[47] Θεοδωρήτου ἱερομ., Ὅταν οἱ φύλακες προδίδουν, περιοδικό Ἐκκλησιαστική Παράδοσις, φ. 117, σελ. 22,23.
[48] Ε.Π.Ε. 34, σ.158 κ.ε.
[49] Β. Στεφανίδου, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 313.
[50] Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ἔλεγχος παραποιήσεως συνοδικῶν πράξεων καί πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἐν περιοδικῷΓρηγόριος Παλαμᾶς, τεῦχος 193, σελ. 66-67.
[51] Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδου, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σημείωσις 36, σελ. 7.
[52] Β. Στεφανίδου, ό.ά. σελ. 314,315
[53] Φ. Βαφείδου, ἔνθ᾿ ἀνωτ. § 86, 1, σελ. 313.
[54] Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου, Ἡμερολογιτικῶν κατηγοριῶν ἔλεγχος, σελ. 27.
[55] Σωφρ. Εὐστρατιάδου, Το εορτολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας σελ. 25.
[56] Ό.ά.
[57] Θ.Η.Ε. τ. 11, σελ. 952.
[58] Ἑρμείου Σωζομενοῦ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος ζ΄, κεφ. ιθ΄, P.G.67, 1476A.
[59] Φ. Βαφείδου, ἔνθ᾿ ἀνωτ. § 85, 4, σελ. 307. P.G.67, 632B-636A.
[60] P.G.67, 632B-636A.
[61] Οσίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Περί των αγίων νηστειών, κεφ. γ΄, P.G.95, 68AB.
[62] P.G.89, 1392A. Λόγος δ΄.
[63] Θεοδώρου Βαλσαμῶνος, Ἀποκρίσεις..., ἐρώτησις γ΄, P.G.138, 940D-941A.
[64] Γ. Α. Ράλλη - Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, τόμος δ΄, σελ. 591.
[65] Ό.α., σελ. 566, 577.
[66] Βιβλίο ε΄, κεφ. κ΄, P.G.1, 900B-901A.
[67] Μεγάλου Φωτίου, Ἐπιστολή ιγ΄, βιβλίο α΄, κεφ. ε΄, P.G.102, 724CD. Και Β. Στεφανίδου, ό.ά. σελ. 323.
[68] Ἐπιστολή β΄, βιβλίο α΄, P.G.102, 608B.
[69] Λεξικό Δ.Δημητράκου.
[70] Καραμήτσου Σ. Ο σύγχρονος ομολογητής της Ορθοδοξίας, σελ. 86, εκδ. Ορθ. Σύλλογος Παναγία η Θεοτόκος, Αθήνα,1990.
[71] Ε.Π.Ε 34, σελ. 179.
[72] Ό.ά.
[73] Ό.ά. σελ. 183.
[74] Ε.Π.Ε. 34, 190.
[75] Ε.Π.Ε. 31,472.
[76] Ιερομ. Θεοδωρήτου Μαύρου, Παλαιόν και Νέον, σελ. 98.
[77] Ματθαίου Λαγγή, εκδ. 1987.
[78] Μεγάλου Φωτίου, Ἐπιστολή β΄, βιβλίο α΄, P.G.102, 604CD. Και Φ. Βαφείδου, ό.ά. § 110, 3, σελ. 52.
[79] P.G.102, 605C.
[80] ιγ΄ κανών ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, P.G.137, 560B.
[81] Μεγάλου Φωτίου, Ἐπιστολή ιγ΄, βιβλίο α΄, κεφ. στ΄, P.G.102, 725A.
[82] Ιω. Καρμίρη, ό.ά. σελ. 341-342.
[83] Β. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος β΄, σελ. 113.
[84] Ι. Κοτσώνη, Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων, § 26, σελ. 230.
[85] Ἱ. Κοτσώνη, Προβλήματα τῆς «ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας», § 11, σελ. 27.
[86] Ε.Π.Ε. 34, 180.
[87] Πηδάλιον, σελ. 190, 231­232, σημείωση α΄, σελ. 235, σημ. α΄, σελ. 237 καί σημ. α΄, σελ. 299, σελ. 281, σημ. στ΄, σελ. 696.
[88] Κεφ. κβ΄, ιδ΄, P.G.120, 796-816.
[89] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, τ. Ε΄, σελ.384.
[90] Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου «Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς φυγῆς εἰς τὸν Πόντονἢ περὶ Ἱερωσύνης».[91] De Catholicae Ecclesiae unitate 20-21, μετάφρασηΑδ. Τσακίρογλου.