.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Τα στάδια προς την εν Χριστώ τελείωση

Πνευματική ζωή εἶναι ὅλα ὅσα κάνουμε, συνεργαζόμενοι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, γιά νά πετύχουμε τόν σκοπό τῆς ὕπαρξής μας πού εἶναι ἡθέωση. 
Η πνευματική ζωή είναι μια δυναμική πορεία. Αρχίζει με το βάπτισμα, που είναι κάθαρση του κατ’ εικόνα, και συνεχίζεται με την ασκητική ζωή για να φθάση ο άνθρωπος στο καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή στην κοινωνία με τον Θεό. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η πνευματικότητα δεν είναι κάτι το αφηρημένο, ούτε κάτι που συνδέεται με την λογική, το συναίσθημα, την αισθητική, αλλά η ενότητα του Χριστιανού με τον Χριστό και η κοινωνία του με το Άγιον Πνεύμα. Οπότε, η ορθόδοξη πνευματικότητα είναι συνώνυμη με την ορθόδοξη εκκλησιαστική πνευματική ζωή. Η πνευματικότητα δεν είναι κάτι που παρεμβάλλεται μεταξύ του Χριστιανού και του Θεού, αλλά είναι έκφραση της ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό, δεν είναι κάτι που γίνεται έξω από την Εκκλησία, αλλά η ζωή μέσα στην Εκκλησία.
Ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του κάνει λόγο για πνευματικό, ψυχικό και σαρκικό άνθρωπο. Πνευματικός άνθρωπος είναι εκείνος που έχει κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ Ιησού, δια του Αγίου Πνεύματος, ψυχικός είναι εκείνος που στηρίζεται απλώς στις ψυχικές του δυνάμεις και σαρκικός είναι εκείνος που δεν έχει το Άγιον Πνεύμα. Πολλές φορές ο ψυχικός άνθρωπος ταυτίζεται με τον σαρκικό.
Η πνευματική ζωή δέν εἶναι ἡ ζωή τῆς κουλτούρας καί τοῦ πολιτισμοῦ ἀλλά ἡ ζωή τοῦ πολιτισμοῦτῆς ψυχῆς, ἡἁγιοπνευματική, ἡ ζωή «ἐν ἁγίῳ Πνεύματι» καί ὁπωσδήποτε ἡ ζωή «ἐν τῷ Πατρί καί ἐν τῷΥἱῷ»,ἀφοῦἡ Ἁγία Τριάς εἶναι ἀχώριστη.

Η πνευματική ζωή του αγωνιζομένου χριστιανού εμπερικλείει τις ακόλουθες φάσεις:
α) την μετάνοια - αναγνώριση της πνευματικής τύφλωσης που προκαλεί η αμαρτία (γενικώς).
β) την επιθυμία απαλλαγής από την τύφλωση αυτή.
γ) το πλησίασμα του Θεού, που επιτυγχάνεται με την ταπείνωση. Ο Θεός «ταπεινοίς δίδωσι χάριν».
δ) τη σωτηρία του ανθρώπου από τα πάθη και τις αμαρτίες μέσω του βαπτίσματος και της ενσυνείδητης εξομολόγησης που είναι ανανέωση του βαπτίσματος.
ε) τον πόλεμο των δαιμόνων κατά του αγωνιζομένου χριστιανού.
στ) τη σταθερότητα του αγωνιζομένου στην πνευματική ζωή, άσχετα με το κόστος που τυχόν θα έχει αυτή η στάση.
ζ) την αποκάλυψη, τέλος, του Θεού στον άνθρωπο. Την τέλεια γνώση του Θεού, η οποία δίνεται ως δώρο στους αγαθούς δούλους του Θεού. 
η) την απόκτηση της αγάπης, η οποία πλυμμηρίζει την ύπαρξη του ασκητή-χριστιανού λόγο της ύπαρξης της Χάριτος στην ζωή του. 
Το αποτέλεσμα είναι ο άνθρωπος να προοδεύει προς την κατα χάριν θεανθρωπία χωρίς ο ίδιος να συναισθάνεται την "αξιότητά" του (λόγο της ταπείνωσης που έχει) και δι' αυτού του τρόπου να επιτυχάνει τον σκοπό της δημιουργίας του, ο οποίος είναι η εν Χριστώ τελείωσίς του.

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ, ΠΡΟΣΟΧΗ, ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ



Πρέπει, όποιος κάνει τον εσωτερικό αγών, αν έχει κάθε στιγμή τα παρακάτω τέσσερα πράματα μέσα του:ταπείνωση, απόλυτη προσοχή, αντίρρηση και προσευχή.

Ταπείνωση, για να έχει, επειδή πρέπει να παλέψει με αντιπάλους τους περήφανους δαίμονες, πρόχειρη τη βοήθεια του Χριστού. Ο Κύριος μισεί τους περήφανους (Παροιμ. Γ’ 34). 

Προσοχή, για να έχει την καρδιά του ελεύθερη από κάθε λογισμό κι αν ακόμα φαίνεται τάχα αγαθός.

Αντίρρηση, για να προβάλλει μόλις ίδη να έρχεται ο πονηρός αμέσως αντιρρήσεις με οργή. «Και αποκριθήσομαι, λέει ο Ψαλμωδός, τοις ονειδίζουσί μου κακά, ουχί τω Θεώ υποταγήσεται η ψυχή μου;» (θα αποκριθώ σ’ αυτούς που με κατηγορούν και μου αποδίδουν κακά, δεν πρέπει να υποταχθή στον Θεό η ψυχή μου; – Ψαλμ. Ξα’ 2).

Προσευχή, για να κράξη η ψυχή στον Χριστό με αλάλητους στεναγμούς αμέσως μετά την αντίρρηση. Και τότε ο ίδιος ο αγωνιστής θα ιδή να διαλύεται ο εχθρός ή να διώχνεται μαζί με όλες τις φαντασίες του με τη δύναμη του προσκυνητού ονόματος όπως χάνεται το λεπτό χώμα ή ο καπνός στο φύσημα του ανέμου.

Ησυχίου πρεσβυτέρου
«Μικρή Φιλοκαλία» 

www.agioritikovima.gr

Να συνειδητοποιήσουμε την αμαρτωλότητά μας!

«Ότι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστιν διὰ παντὸς»
(Ψαλμ. 50,5 )


Πριν από κάθε θεραπεία είναι απαραίτητη η διάγνωση. Χωρίς διάγνωση , κάθε θεραπευτική αγωγή ριψοκινδυνεύει τη ζωή μας. Αλλά η διάγνωση του γιατρού στηρίζεται κυρίως στην εξιστόρηση των συμπτωμάτων της αρρώστιας εκ μέρους του ασθενούς. Και είναι απαραίτητο, προκειμένου να υποβληθεί κανείς στον κόπο της θεραπείας, να γνωρίζει πρώτο μεν ότι είναι άρρωστος κι έχει ανάγκη γιατρού και δεύτερο να είναι σε θέση να πει ποιό μέλος του σώματός του πάσχει, πού αισθάνεται ενοχλήσεις, ποίο είναι το μέγεθος και ο βαθμός των ενοχλήσεων , καθώς και κάθε σύμπτωμα της αρρώστιας του. Αυτό αφ’ ενός μεν διευκολύνει τον γιατρό, αφ’ ετέρου δε οδηγεί στην κατάλληλη θεραπεία και γιατρεύει εύκολα και γρήγορα.
Αλλά και όταν οδηγούμεθα στο ιατρείο και το θεραπευτήριο της ψυχής, την ιερά δηλαδή Εξομολόγηση, πρέπει απαραίτητα να έχουμε κι εμείς γνώση των ψυχικών μας ασθενειών. Είναι ανάγκη να γνωρίζουμε λεπτομερώς την πνευματική μας κατάσταση. Να ξέρουμε σε ποια αμαρτήματα είμαστε ένοχοι, τι ελαττώματα και αδυναμίες έχουμε. 
Πού και πώς έχουμε παραβεί τις εντολές του Θεού. 
Ποια είναι η έκταση της αμαρτίας στην ψυχή μας. Δηλαδή να γνωρίζουμε ακριβώς την ηθική μας κατάσταση. Αν προσέλθουμε στο Μυστήριο χωρίς τις γνώσεις αυτές, μοιάζουμε με τον κουτοπόνηρο εκείνο χωρικό, ο οποίος ενώ επισκέφθηκε τον γιατρό για να ανακουφιστεί από τους πόνους, δεν του έλεγε πού ακριβώς πονάει, για να δοκιμάσει, όπως πίστευε ,την πείρα και τις γνώσεις του γιατρού. Οι σχετικές ερωτήσεις του τον έκαναν να αμφιβάλλει για την ικανότητα του γιατρού να κάνει μόνος του, αμέσως και χωρίς τη βοήθεια του χωρικού, τη διάγνωση!
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην ιερά Εξομολόγηση. Είναι λυπηρό αυτό που αρκετές φορές γίνεται στη διάρκειά της: Αδιαφώτιστοι ,συνήθως, χριστιανοί πηγαίνουν, από συνήθεια ίσως, στον πνευματικό και μάλιστα κατά τις παραμονές των μεγάλων εορτών και δεν του λένε σε τί φταίνε, αλλά περιμένουν να τους κάνει ερωτήσεις ο Εξομολόγος. Όχι σπάνια, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να εξαναγκάζουν τον Ιερέα, να τους βγάζει με το «τσιγκέλι» την ομολογία ενοχής.
Αυτό όμως δεν είναι Εξομολόγηση, είναι μάλλον ανάκριση. Βέβαια δεν υποστηρίζουμε ότι πρέπει να καταργηθούν οι ερωτήσεις του εξομολόγου. Όχι. Θα χρειαστεί κάποτε ο Πνευματικός να κάνει ερωτήσεις για να βοηθήσει τον εξομολογούμενο και μάλιστα όταν αυτός είναι αδιαφώτιστος ή δυσκολεύεται να ομολογήσει όλες τις αμαρτίες του. Αλλά το τέλειο είναι να ομολογεί μόνος του ο εξομολογούμενος τα αμαρτήματά του, με ειλικρίνεια και τόλμη. Αυτό, και συναίσθηση αποδεικνύει και τον εξομολόγο διευκολύνει και τον Μυστήριο τιμά.
Πώς όμως θα ομολογήσει κανείς τα πταίσματα και τις αμαρτίες του, αν προηγουμένως δε τις γνωρίζει; Πώς θα νιώσει συντριβή για κάτι που αγνοεί; Πώς θα ζητήσει το έλεος του Θεού , αφού δεν πιστεύει ότι Τον παρόργισε; Και πώς θα πάρει την απόφαση να μην επαναλάβει το σφάλμα που δεν γνωρίζει ότι διέπραξε; Ναι, ας μην τρέχουμε αυταπάτες: Εξομολόγηση χωρίς πλήρη γνώση της εσωτερικής μας κατάστασης, είναι νόθος, όχι γνήσια, όχι θεάρεστη. 

Διότι , όπως τονίσαμε και στα προηγούμενα κεφάλαια, δεν νοείται Εξομολόγηση χωρίς μετάνοια. Μετάνοια δε χωρίς γνώση της αμαρτωλότητάς μας είναι αδιανόητα.
Αλλά πώς θα αποκτήσει ο χριστιανός αυτή τη γνώση; Να ένα σημείο στο οποίο πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα. Είναι ζήτημα σοβαρό κι απ’ αυτό εξαρτάται και η επιτυχία μας στο Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως. Και το μέσο για απόκτηση της αυτογνωσίας μας είναι ένα: Το να εξετάζει κανείς τον εαυτό του με το φως του Ευαγγελίου, να καθρεπτίσει τη συνείδησή του και να ελέγξει το εσωτερικό του. Με την αντικειμενική και προσεκτική αυτοεξέταση θα μπορέσει ο χριστιανός να γνωρίσει το εγώ του, να λάβει γνώση των αμαρτιών του και των άλλων αδύνατων σημείων του χαρακτήρα του.
Αυτή ,όμως, η αυτοεξέταση και αυτοανάκριση δεν είναι κάτι το εύκολο. Έχει τις δυσκολίες της. Και τα αποτελέσματά της εξαρτώνται από τον βαθμό γνώσης του θελήματος του Θεού που έχουμε. Ένας που αγνοεί το νόμο του Θεού, που είναι θρησκευτικώς ακαλλιέργητος , που η ψυχή του είναι χέρσα γη και δεν έχει ποτισθεί από τη βροχή της θείας Χάριτος,κι επομένως δεν γνωρίζει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του, δεν θα μπορέσει ποτέ να λάβει σαφή και ολοκληρωμένη γνώση των σφαλμάτων του. Πολλές πράξεις του κι ενέργειες που προσκρούουν στο θέλημα του Θεού θα τις βλέπει καλές και θεάρεστες . Θα θεωρεί τον εαυτό του αθώο, αφού δεν θα έχει ιδέα από τις εντολές του Κυρίου. Ανάλογα με τη θρησκευτική μας καλλιέργεια και γνώση και πρόοδο , είναι και τα αποτελέσματα της αυτοκριτικής μας.
Πολύ συχνά συναντούμε στη ζωή μας τέτοιους ανθρώπους. Έχουν ελαφριά , όπως λένε, τη συνείδηση, διότι ούτε σκότωσαν , ούτε έκλεψαν, ούτε ψέματα είπαν στα δικαστήρια, ούτε όρκους καταπάτησαν, ούτε έβλαψαν κανέναν. Λες και ο ηθικός νόμος περιορίζεται μόνο σ’ αυτά , τα κάπως χονδρικά αμαρτήματα. Αυτοί πιστεύουν ότι στις εντολές του Θεού περιλαμβάνονται μόνο ορισμένες απαγορεύσεις. Και αγνοούν ότι ο νόμος του Θεού είναι νόμος ηθικής τελείωσης του ανθρώπου. Ότι είναι κανόνας ζωής και πυξίδα που οφείλει να οδηγεί, ακόμη και στις λεπτομέρειές του, το σκάφος της ζωής μας. Και από λεπτομέρειες είναι γεμάτη η ζωή του καθενός μας. Μήπως άλλωστε πολλές μαζί λεπτομέρειες δεν συνιστούν τα σπουδαιότερα από τα σφάλματά μας;…
… Αλλά πώς θα διαγνώσει όλα αυτά τα σφάλματα, πώς θα αντιληφθεί τα συμπτώματά τους, όταν αγνοεί το νόμο του Θεού; Πώς θα διαφωτισθεί όταν δεν γνωρίζει το φως του Ευαγγελίου; Μέγιστο δυστυχώς μειονέκτημα των Ελλήνων είναι η άγνοια του Ευαγγελίου. Τόσα άλλα πράγματα καθημερινώς διαβάζουμε: εφημερίδες, περιοδικά, μυθιστορήματα, βιβλία διάφορα. Το Ευαγγέλιο, το βιβλίο των βιβλίων, το έχουμε περιφρονημένο ή στο ..εικονοστάσι. Έτσι παρουσιάζουμε το θλιβερό φαινόμενο να ζουν πολλοί στα τυφλά, χωρίς φως, χωρίς οδηγό. Να ζουν χαμηλή και άσκοπη ζωή. Χωρίς ευγενικές και άγιες επιδιώξεις. Χωρίς πτήσεις πνευματικές και άγιες επιδιώξεις. Ξένοι προς την «βίωσιν του αγίου» , που είναι ο σκοπός της παρουσίας μας πάνω στη γη. Μόνη καθημερινή φροντίδα το φαγητό, το επάγγελμα, το χρήμα, η διασκέδαση. Τίποτε το ανώτερο, το μεταφυσικό, το πνευματικό. Μόνον ό,τι ικανοποιεί τη σάρκα, την ύλη , τη ματαιότητα. Κι όμως! Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε μόνο για τη γη, για τα φθαρτά, τα προσωρινά και τα μάταια. Πλάστηκε για τον ουρανό, την αιώνια πατρίδα του, για το μέλλον το παντοτινό. Κι όμως, τόσοι πολλοί στους καιρούς μας, γι’ αυτά τα παροδικά και γήινα μόνο ζουν, γι’ αυτά και μόνο αναπνέουν.
Πώς ,λοιπόν, άνθρωποι μ’ αυτή τη νοοτροπία , την αρρωστημένη, την ξένη προς κάθε σκίρτημα ιερό, είναι δυνατόν να έχουν ακριβή γνώση των ασχημιών της ψυχής τους, των παρεκτροπών της ζωής; Κι αν ακόμη θελήσουν να ερευνήσουν κάπως τον εαυτό τους, πάλι αθώο θα τον βρουν, αφού λείπει από μέσα τους το ζωηφόρο φως του Ευαγγελίου, που φωτίζει και τις πλέον ελάχιστες πτυχές και τις πλέον απρόσιτες γωνίες του μυστηριώδους είναι μας…

Από το βιβλίο: «ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ»
Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΣΟΥ
ΑΘΗΝΑ 2012
Εκδόσεις: “ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ


Η ζωή στο σπίτι την Μεγάλη Τεσσαρακοστή

Στις Σαρακοστές καλό είναι να γνωρίζεις μόνο εκκλησία και σπίτι, τίποτ’ άλλο. Φτάνεις, λοιπόν, στο σπίτι. Τί θα κάνεις εκεί; Θα αγωνιστείς μ’ όλη σου τη δύναμη να διατηρήσεις την προσήλωση του νου και της καρδιάς στον Κύριο. Αμέσως μετά την εκκλησία, τρέξε στο δωμάτιό σου και κάνε αρκετές μετάνοιες, ζητώντας ευλαβικά από τον Θεό να σε βοηθήσει, ώστε να αξιοποιήσεις το χρόνο της παραμονής σου στο σπίτι με τρόπο ωφέλιμο για την ψυχή σου.

Ύστερα κάθισε και ξεκουράσου για λίγο. Αλλά και τότε μην αφήνεις τους λογισμούς σου να ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, επαναλάμβανε νοερά την ευχή : “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!”. Αφού ξεκουραστείς πρέπει ν’ ασχοληθείς με κάτι, είτε προσευχή είτε εργόχειρο. Τί εργόχειρο θα κάνεις δεν έχει σημασία∙ ξέρεις ήδη τί σου αρέσει.

Είναι, βλέπεις, αδύνατο να ασχολείσαι όλη την ώρα με πνευματικά πράγματα∙ χρειάζεται να έχει και κάποιο ευχάριστο εργόχειρο. Μ’ αυτό θα καταπιάνεσαι, όταν η ψυχή σου είναι κουρασμένη, όταν δεν έχεις τη δύναμη να διαβάσεις ή να προσευχηθείς. Αν, βέβαια, οι πνευματικές σου ενασχολήσεις πηγαίνουν καλά, το εργόχειρο δεν είναι απαραίτητο. Εκπληρώνει μόνο την ανάγκη αξιοποιήσεως του χρόνου, που αλλιώς θα σπαταλιόταν σε απραξία. Και η απραξία είναι πάντα ολέθρια, πολύ περισσότερο όμως στον καιρό της νηστείας.

Πώς πρέπει να προσεύχεται κανείς στο σπίτι; Σωστά σκέφθηκες ότι τη Σαρακοστή οφείλουμε να προσθέτουμε κάτι στον συνηθισμένο κανόνα προσευχής. Νομίζω, ωστόσο, πως αντί να διαβάζεις περισσότερες προσευχές από το Προσευχητάρι, είναι καλύτερο ν’ αυξήσεις τη διάρκεια της άμεσης επικοινωνίας σου με τον Κύριο. Κάθε μέρα, πριν αρχίσεις και αφού τελειώσεις την ορθρινή και βραδυνή ακολουθία, να απευθύνεσαι με δικά σου λόγια στον Κύριο, την Υπεραγία Θεοτόκο και τον φύλακα άγγελό σου, ευχαριστώντας τους για την προστασία τους και παρακαλώντας τους για την ικανοποίηση των πνευματικών σου αναγκών.

Ζήτα τους να σε βοηθήσουν, ώστε, πρώτα απ’ όλα να γνωρίσεις τον εαυτό σου, να αποκτήσεις αυτογνωσία και, όταν την αποκτήσεις, να σου χαρίσουν ζήλο και δύναμη, ώστε να θεραπεύσεις τις πληγές της ψυχής σου. Ζήτα τους, ακόμα, να γεμίσουν την καρδιά σου με το αίσθημα της ταπεινώσεως και της συντριβής. Η ταπείνωση είναι η πιο ευάρεστη στον Θεό θυσία. Έτσι να προσεύχεσαι. Μην επιβάλεις, όμως, στον εαυτό σου έναν προσευχητικό κανόνα μακρύ και βαρύ, έναν κανόνα που θα υπερβαίνει τα μέτρα των ψυχοσωματικών σου δυνάμεων και θα σε καταβάλλει. Καλύτερα είναι να προσεύχεσαι συχνότερα στη διάρκεια της ημέρας και, όταν ασχολείσαι μ’ οποιαδήποτε άλλη εργασία, να έχεις το νου σου στο Θεό.

Μετά την προσευχή, διάβαζε για λίγο με αυτοσυγκέντρωση. Η μελέτη δεν αποσκοπεί στο φόρτωμα του μυαλού σου με διάφορες πληροφορίες και γνώσεις, αλλά στην ψυχική σου ωφέλεια και εποικοδομή. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να διαβάζεις πολλά. Διάβαζε όμως με προσοχή μεγάλη και με καρδιακή συμμετοχή.

“Τί να διαβάζω;”, θα με ρωτήσεις. Μόνο πνευματικά βιβλία, φυσικά. Η προσεκτική ανάγνωση τέτοιων βιβλίων εμπνέει την ψυχή περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Αν πάντως, στη διάρκεια της μελέτης γεννιέται ο πόθος της προσευχής, ν’ αφήνεις το βιβλίο και να προσεύχεσαι.

Θα διαβάζεις, λοιπόν, θα προσεύχεσαι, θα κάνεις μετάνοιες. Και μ’ όλα αυτά, ωστόσο, δεν θα μπορέσεις να κρατήσεις το νου και την καρδιά σου σε κατάσταση συνεχούς και έντονου αγώνα. Είναι αναπόφευκτο να κουράζεσαι. Τότε, όπως σου είπα, θα ασχολείσαι με κάποια πρακτική εργασία.

Σκέφτεσαι, καθώς μου γράφεις, να μειώσεις την ποσότητα του καθημερινού σου φαγητού. Σωστή κι ωφέλιμη η σκέψη σου∙ σωστή, γιατί το σώμα, που με τις παρεκτροπές του σε αναγκάζει να μετανοείς, οφείλει να καταβάλει στη διάρκεια της Σαρακοστής τους μόχθους που του αναλογούν∙ και ωφέλιμη, γιατί με τη νηστεία το σώμα δουλαγωγείται, ο νους καθαρίζεται, η καρδιά μαλακώνει, τα πάθη νεκρώνονται. Μόνο μην το παρακάνεις. Ήδη τρως τόσο λίγο. Πρέπει να έχεις δυνάμεις για να στέκεσαι στην εκκλησία και για ν’ αγωνίζεσαι στο σπίτι. Κοίτα να τρως τόσο, όσο χρειάζεται για να μην εξασθενήσεις.

Καλό θα ήταν επίσης, να μείωνες λίγο το χρόνο του ύπνου και της αναπαύσεώς σου. Είναι μία θυσία για σένα, αλλά κάθε λογής θυσία ταιριάζει σ’ αυτή την περίοδο.

Και με τις συζητήσεις τί θα γίνει; Τη Σαρακοστή τουλάχιστον, οι συζητήσεις με τους άλλους ας περιοριστούν σε πνευματικά θέματα. Ακόμα καλύτερες είναι οι κοινές πνευματικές αναγνώσεις, που δίνουν αφορμές για την ανταλλαγή εποικοδομητικών σκέψεων και για την εξαγωγή ωφέλιμων συμπερασμάτων. Κατάλληλοι γι’ αυτό τον σκοπό είναι οι Βίοι των Αγίων. Αρκετά έγραψα. Θα προσθέσω ό,τι άλλο χρειάζεται αργότερα.

Από το βιβλίο: ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Ο Δρόμος της Ζωής, Γράμματα σε μια Ψυχή
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000

Η μετάνοια και η εξομολόγηση...



Κάποια στιγμή στον ουρανό ζήτησε ο Θεός από τους αγγέλους να του φέρουν τα πιο πολύτιμα πράγματα, που υπάρχουν στη γη.

Οι άγγελοι ξεκίνησαν και έψαξαν ολόκληρη τη γη. Πολλοί ομολογουμένως έφεραν πολλά ωραία και πολύτιμα πράγματα. Ξεχώρισαν όμως τρείς.

Ο ένας έφερε και απέθεσε στον θρόνο του Θεού ένα ωραιότατο μαργαριτάρι. Ήταν μια σταγόνα ιδρώτα. Είχε πέσει από το μέτωπο κάποιου που τίμια προσπαθούσε να ζήσει την οικογένειά του.
-Ωραίο το εύρημα σου, είπε ο Θεός, αλλά υπάρχει και πιο ωραίο από αυτό.

Ήρθε τότε δεύτερος άγγελος. Αυτός απέθεσε με σεβασμό μπροστά στον Θεό ένα κατακόκκινο ρουμπίνι. Ήταν μια σταγόνα αίματος ενός ήρωα, που είχε πέσει στο πεδίο της τιμής. Οι άγγελοι έμειναν εκστατικοί. Ασφαλώς αυτός θα κέρδιζε το βραβείο.

-Υπάρχει κάτι πιο πολύτιμο ακόμη, είπε ο Θεός.

Τότε όλοι στράφηκαν προς το μέρος του τρίτου αγγέλου, που εκείνη την ώρα ερχόταν και με πολλή ευλάβεια άφησε να κυλίσει στον θρόνο του Θεού ένα αστραφτερό διαμάντι, που όμοιο μ 'αυτό ποτέ δεν είχαν δει. Ήταν ένα δάκρυ κάποιου αμαρτωλού, που γονατιστός ομολογούσε τις αμαρτίες του μπροστά στον πνευματικό.

-Αυτό είναι το πιο πολύτιμο πράγμα, είπε τότε ο Θεός και το βραβείο δόθηκε στον τελευταίο άγγελο. Αλήθεια, πόσο αξίζει η μετάνοια και η εξομολόγηση.

Αυτό το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος, που λέγει «Λέγω ύμίν ότι ούτω χαρά έσται έν τω ούρανω έπί ένί άμαρτωλώ μετανοούντι... ούτω, λέγω υμίν, χαρά γίνεται ενώ­πιον των αγγέλων του Θεού έπί ένί άμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκά ιε' 7, 10).

Από το γεροντικό

xristianos.gr

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Μετάνοια εστί επάνοδος εκ του παρά φύσιν εις το κατά φύσιν, και εκ του διαβόλου προς τον Θεόν, δι΄ ασκήσεως και πόνων.
Η μετάνοια εστίν επιστροφή του νοός προς την οικείαν τάξιν, όστις εστίν ο Θεός, διότι η αμαρτία χωρίζει τον νουν από τον Θεόν, η δε αληθινή μετάνοια τον γυρίζει πάλιν προς αυτόν.
Η μετάνοια εστί δευτέρα, και αγαθή νόησις αναιρετική της προτέρας φαύλης, της γενομένης ή δια εννοίας, ή δια λόγου, ή δια έργου, μετά άλγους, και επιστροφής προς τον Θεόν, δια της οποίας τυχαίνει συγνώμη ο μετανοών, και δια ταύτης υιοθεσίας, και δια της υιοθεσίας της βασιλείας των Ουρανών. λέγεται δε η μετάνοια και μεταμέλεια, και μετάγνωσις.

ΠΟΣΩΝ ΛΟΓΙΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Δύο λογιών, η εσωτερική και η εξωτερική. και η μεν εσωτερική γίνεται δια συντριβής της καρδίας, καθώς λέγει ο Δαβίδ, «εκ βαθέων εκέκραξα συ Κύριε Κύριε εισάκουσον της φωνής μου», η δε εξωτερική δια δακρύων, γονυκλισίας, και δια της κρούσεως του στήθους, ως έκαμεν ο Τελώνης, και άλλοι.

ΠΟΙΑ, ΚΑΙ ΠΟΣΑ ΕΙΝΑΙ, ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
Τα μέρη της μετάνοιας είναι τρία, από τα οποία αν λείψη κανένα, άφεσις ή συμπάθιον δεν βολεί να είναι εις τον μετανοούντα άνθρωπον. το πρώτον είναι η συντριβή της καρδίας, το δεύτερον, η εξομολόγησις του στόματος, το τρίτον, η ικανοποίησις……….αλλ΄ ούτε δύναται τινάς να εξομολογηθή θεαρέστως, αν πρότερον δεν μετανοήση εκ βάθους καρδίας δια τα όσα έσφαλε, και έπειτα να προστρέξη να τα φανερώση εις τον Πνευματικόν αυτού Πατέρα, ωσάν οπού μήτε τινάς Ιατρός δίδει βοήθειαν εις τον ασθενή, αν εκείνος δεν φανερώση το πάθος του.

ΠΗΓΗ: ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ, 
ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΩΦΕΛΙΜΟΣ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ, 
ΕΝΕΤΙΗΣΙΝ 1714, σσ. 6 κ.ε.

Λόγος για την μετάνοια και την κρίση και τον χωρισμός της ψυχής και του σώματος



Μεγάλος φόβος, αδελφοί, θα μας κυριεύσει την ώρα του θανά­του, όταν η ψυχή χωρίζεται από το σώμα με φόβο και οδύνες. Διότι την ώρα του χωρισμού στέκονται μπροστά στην ψυχή τα έργα της, όσα έκανε τη νύχτα και τη μέρα, καλά και κακά, και οι Άγγελοι σπεύδουν βιαστικά να την βγάλουν έξω από το σώμα˙ αλλά η ψυχή παρατηρώντας τα έργα της δειλιάζει να βγει.

Η ψυχή μάλιστα του αμαρτωλού με φόβο χωρίζεται από το σώμα και με τρόμο αναχωρεί για να παρουσιασθεί στον αθάνατο Βασιλιά˙ και καθώς αναγκάζεται να βγει από το σώμα, βλέποντας τα έργα της, λέει σ’ αυτά με φόβο˙ «Δώστε μου προθεσμία μια ώρα, να βγω». Απαντούν σ’ αυτή τα έργα της· «Εσύ μας έκανες· γι’ αυτό ας πάμε εμείς στον Θεό μαζί μ’ εσένα».

Ας μισήσουμε, αδελφοί, αυτή τη μάταια ζωή, και ας ποθήσου­με μόνο τον Χριστό, τον άγιο. Δεν ξέρουμε, αδελφοί, σε ποια ώρα θα συμβεί ο θάνατός μας. Κανείς από μας δε γνωρίζει την ώρα η τη μέρα του χωρισμού. Ξαφνικά μάλιστα, καθώς εμείς βαδίζουμε και χαιρόμαστε αμέριμνα τις απολαύσεις στη γη, έρχεται το πρόσταγμα να πάρουν την ψυχή από το σώμα˙ και αναχωρεί ο αμαρτωλός άπ’ αυτό τον κόσμο τη μέρα που δεν το περιμένει, ενώ η ψυχή του είναι γεμάτη αμαρτίες και δεν έχει παρρησία. Γι’αυτό παρακαλώ, αδελ­φοί, ας γίνουμε ελεύθεροι και ας μη διατηρούμε τη δουλεία αυτής της ματαίας ζωής. Ας δώσουμε φτερά στην ψυχή μας, για να πετά­ει καθημερινά προς τον Θεό, μακριά από τις παγίδες και τα σκάνδα­λα. Ο Πονηρός κρύβει συνεχώς τις παγίδες του μπροστά στην ψυχή μας, ώστε, αφού πρώτα την σκανδαλίσει, να την παρασύρει με τις παγίδες του στην αιώνια κόλαση.

Βαδίζουμε ανάμεσα στα σκάνδαλα και στις παγίδες, αγαπητοί˙ ας προσευχόμαστε να μην πέσουμε σ’ αυτές. Είναι γεμάτες γλυκύτη­τα οι παγίδες του θανάτου. Ας μη δεθεί η ψυχή μας στη γλυκύτητά τους. Η γλυκύτητα των παγίδων τού θανάτου είναι η μέριμνα για τα γήινα πράγματα και για τα χρήματα και τους λογισμούς και τις πονηρές πράξεις. Μη γλυκαθείς εσύ, αδελφέ, με τη γλυκύτητα της παγίδας του θανάτου. Μη χαλαρώσεις τον εαυτό σου, ούτε να παρα­δοθείς στη μελέτη των πονηρών λογισμών. Αν ο ρυπαρός λογισμός βρει είσοδο να μπει μέσα στην ψυχή σου, την κάνει να νιώσει γλυκύ­τητα με την πονηρή μελέτη, για να την θανατώσει, και γίνεται ο πονηρός λογισμός σαν μια παγίδα μέσα στην ψυχή, αν συμβεί να μη διωχθεί με την προσευχή και τα δάκρυα, με την εγκράτεια και την αγρυπνία. Γίνε συνεχώς ελεύθερος από όλα τα γήινα πράγματα, για να γλυτώσεις από τις παγίδες και τους λογισμούς και τις πονηρές πράξεις. Μη χαλαρώσεις τον εαυτό σου ούτε στιγμή στη μελέτη τού πονηρού λογισμού. Ας μην παρατείνει ο πονηρός λογισμός την πα­ραμονή του στην ψυχή σου, αδελφέ. Να καταφεύγεις πάντοτε στον Θεό με προσευχή και νηστεία και δάκρυα, για να γλυτώσεις από όλες τις παγίδες και τα σκάνδαλα και τα πάθη.

Μη νομίσεις, αδελφέ, ότι πρόκειται να ζήσεις πολύ χρόνο επά­νω στη γη, και χαλαρώσεις τον εαυτό σου στη μελέτη των πονηρών λογισμών και πράξεων, και έρθει ξαφνικά η προσταγή του Κυρίου και σε βρει να αμαρτάνεις χωρίς να έχεις πια καιρό μετάνοιας, ούτε επίσης συγχώρηση. Και τι θα πεις κατά την ώρα του χωρισμού, αδελφέ; Διότι συμβαίνει να μη σου επιτρέπει η προσταγή τού Κυρίου να παραμείνεις ούτε στιγμή επάνω στη γη. Πολλοί είναι που νομί­ζουν ότι πρόκειται να ζήσουν πολύ χρόνο στη γη, αλλά ήρθε ξαφνι­κά ο θάνατος, έθαψε τη μάταια προσδοκία. Ήρθε ξαφνικά ο θάνατος και βρήκε τον άνθρωπο, τον αμαρτωλό και πλούσιο, που λογάριαζε να ζήσει πολλά χρόνια με άνεση στη γη, να μετρά με τα δάχτυλα τα κεφάλαια και τους τόκους, και να διαιρεί με τη σκέψη τα άφθονα πλούτη του και να τα αναλογεί σε πολλά χρόνια.Ήρθε ξαφνικά ο θάνατος και σε μια στιγμή εξαφάνισε συγχρόνως όλο τον υπολογι­σμό και τον πλούτο και τη μέριμνα τού μάταιου λογισμού. Ήρθε επίσης ο θάνατος και βρήκε τον δίκαιο και όσιο άνθρωπο να μαζεύει τον πλούτο των ουρανών με την προσευχή και τη νηστεία.

Να έχεις πάντοτε μπροστά στα μάτια σου το θάνατο, αδελφέ μου, και να μη φοβάσαι το χωρισμό από το σώμα σου. Έτσι να προσμένεις και συ πάντοτε, σαν συνετός και πνευματικός άνθρωπος, καθημερινά το θάνατο και την παρουσία σου στο βήμα τού Κυρίου.

Ετοίμασε κάθε μέρα το λυχνάρι σου, σαν φρόνιμος και πρόθυμος άνθρωπος˙ πρόσεξέ το κάθε ώρα, με δάκρυα και προσευχές. Όσο χρονικό διάστημα, αδελφέ, είσαι ελεύθερος, βιάσου. Διότι έρχεται ο καιρός, γεμάτος δειλία και φόβο και θόρυβο, ο οποίος εξαιτίας της σύγχυσής του δεν επιτρέπει να συλλογίζεσαι αυτά που είναι ανώτερα.

Προσέχετε, αγαπητοί μου, πως αναπτύσσονται όλα τα πονηρά και πως προοδεύουν κάθε μέρα τα κακά και πως προχωρεί η πονη­ρία. Αυτά περιμένουν τη σύγχυση που έρχεται, και τη μεγάλη θλί­ψη που πρόκειται να έρθει σε όλα τα πέρατα της γης. Από τις αμαρτίες μας και από τη χαυνότητά μας προχωρούν τα πονηρά. Ας γίνουμε άγρυπνοι κάθε μέρα, φιλόθεοι πολεμιστές˙ ας νικήσουμε στον πόλεμο τού Εχθρού, φιλόχριστοι˙ ας διδαχθούμε τις συνήθειες τού πολέμου˙ διότι είναι αόρατος. Συνήθειες αυτού τού πολέμου είναι πάντοτε η απαλλαγή από τα γήινα πράγματα. Αν έχεις μπρο­στά στα μάτια σου κάθε μέρα το θάνατο, δε θα αμαρτάνεις. Αν απαλλαγείς από τα γήινα πράγματα, δε θα νικηθείς στον πόλεμο. Αν μισήσεις τα γήινα, καταφρονώντας τα προσωρινά, θα μπορέσεις να πάρεις, σαν γενναίος πολεμιστής, το βραβείο της νίκης. Επειδή δηλαδή τα γήινα έλκουν τον άνθρωπο κάτω, προς τον εαυτό τους, γι’ αυτό και τα πάθη σκοτίζουν στον πόλεμο τα μάτια της καρδίας.

Γι’ αυτό το λόγο μας πολεμά και μας νικά ο Πονηρός, επειδή είμα­στε γεμάτοι από γήινα και υπηρετούμε σαν δούλοι τα πάθη των γήι­νων μερίμνων διότι όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, αγαπούμε τα γήινα, αδελφοί, και ο νους μας είναι καρφωμένος στη γη εξαιτίας της χα­λαρότητάς μας. Η μέρα τελειώνει πια και ο χρόνος μας πλησίασε προς το βράδυ, αλλά εμείς, αγαπητοί, εξαιτίας της απιστίας μας νο­μίζουμε ότι είναι πρωί.

Ας φοβηθούμε, αγαπητοί. Είναι ενδέκατη ώρα της μέρας, και το μάκρος του δρόμου είναι μεγάλο. Ας φροντίσουμε να βρεθούμε στο σταθμό μας. Ας γίνουμε άγρυπνοι και ας φυλάξουμε τους εαυ­τούς μας από τον ύπνο, όπως οι άυπνοι. Δε γνωρίζουμε ποια ώρα θα έρθει ο Δεσπότης. Ας ελαφρύνουμε τους εαυτούς μας από το βά­ρος των γήινων πραγμάτων. «Μη μεριμνάτε εντελώς», είπε ο Κύ­ριος. Το να αγαπάμε όλους παραγγέλλει σ’ εμάς ο Θεός, εμείς όμως μάλλον διώξαμε την αγάπη, και αυτή έφυγε από τη γη. Δε βρίσκεις επάνω στη γη την αγάπη τέλεια, σύμφωνα με το θέλημα τού Θεού. Από όλους διώχθηκε˙ από όλους μισήθηκε η αγάπη˙ πε­ρισσότερο βασιλεύει ο φθόνος˙ οι φιλονεικίες και οι συγχύσεις επάνω στη γη πληθύνουν οι αδικίες κάλυψαν όλους, χωρίς εξαίρεση˙ ο κα­θένας ζητά με πόθο τα γήινα και καταφρονεί τα ουράνια˙ ποθεί τα προσωρινά, και κανείς δεν αγαπά τα μέλλοντα.

Ποθείς να είσαι ουράνιος; Μη ζητάς αυτά που είναι επάνω στη γη, αλλά μίσησέτα και δείξε αποστροφή και αγωνίσου, ως τέλειος, και πόθησε, ως τέλειος, τη βασιλεία των ουρανών. Μη συλλογίζεσαι λέγοντας˙ «Είναι πολύς ο χρόνος της ασκήσεως και βαρύς, και εγώ, είμαι αμελής και αδύνατος και δεν μπορώ να αγωνισθώ». Άκουσε με προσοχή τα λόγια της ωραίας και καλής συμβουλής˙ μάθε καλά τι σου λέω, φιλόχριστε αδελφέ. Αν θελήσεις να αναχωρήσεις σε άλλη μακρινή χώρα, δεν μπορείς να διανύσεις την απόσταση όλου του δρόμου σε μια ώρα, αλλά υπολογίζοντας το περπάτημα σου καθη­μερινά κάνεις στάση και αναχωρείς, και μετά από καιρό και κόπο φθάνεις στη χώρα που ζητάς.

Έτσι είναι η ουράνια βασιλεία και η τρυφή του παραδείσου. Ο καθένας φθάνει εκεί με νηστείες και εγ­κράτεια και αγρυπνίες και αγάπη. Αυτοί είναι οι δρόμοι που οδη­γούν στον ουρανό, προς τον Θεό. Μη φοβηθείς να βάλεις αρχή του κάλου δρόμου, που φέρνει στη ζωή. Να θέλεις μόνο να βαδίσεις στο δρόμο, και αν βρεθείς ολοπρόθυμος, αμέσως ο δρόμος γίνεται ίσιος μπροστά σου. Και βαδίζοντας με χαρά κάνεις στάσεις, τερπόμενος σ’ αυτές· διότι δυναμώνουν τα βήματα της ψυχής σου στην κάθε στάση. Και για να μη βρεις δυσκολία στο δρόμο που οδηγεί στη ζωή, ο Κύ­ριος ο ίδιος έγινε δια μέσου του εαυτού του δρόμος της ζωής, για όσους θέλουν να αναχωρήσουν και να έρθουν με χαρά στον Πατέρα των φώτων.

Οσίου Εφραίμ του Σύρου

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ


H Κλίμακα των αρετών.

Δεν θα έχης ποτέ πνευματική διαύγεια, σωστή κρίσι και θεϊκά αποτελέσματα στον πόλεμο κατά των παθών σου, αν δεν αγαπήσης τη νηστεία και δεν ασκηθής σε γενικότερη εγκράτεια όλων των επιθυμιών σου. Αλλιώς θα δαπανήσης τη ζωή σου μέσα στο σκοτάδι της συγχύσεως και της αλογίας και θα πάρης ως αμοιβή τη στέρησι της ουράνιας μακαριότητος. Φυλάξου από την πολυφαγία και το πιοτό. Σ' αυτά τα δύο βρίσκεται η αρχή κάθε αμαρτίας και προ παντός της πορνείας. Η ακράτεια γεννά όλα τα κακά. Από την πολυφαγία και τη μέθη βαρύνεται η ψυχή, θολώνει ο νους, επαναστατεί η σάρκα, αποθρασύνεται ο σατανάς και αποξενώνεται ο άνθρωπος από τη θεία αγάπη. Αν θέλης να φθάσης απελευθερωμένος στον ουρανό, να νικάς τα ηδονικά πάθη και να κυριαρχής επάνω τους με τα πνευματικά όπλα που σου έχουν παραδώσει ο Κύριος και η Εκκλησία. «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (Αποκ. 2. 7), «το Πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις». Κι ακόμη: «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολυμμένην, αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον. Η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν»(Ιω. 6. 27, 63). Ν' αποστρέφεσαι τον κορεσμό της κοιλιάς, για να μη βρεθής δεμένος στα δεσμά των παθών. Υπομένοντας την πείνα και τη δίψα των σαρκικών ηδονών θα χορτάσης από την ουράνια τροφή, τα χαρίσματα του Θεού και την ατελεύτητη ευφροσύνη στη βασιλεία Του. «Ου γαρ εστίν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμ. 14. 17). Πόσες γήινες απολαύσεις έχεις δοκιμάσει! Πόσες ηδονές! Κι όμως, καπνός και σύννεφο ήταν όλες και χάθηκαν. Δεν έμεινε τίποτα στα χέρια σου και στην ψυχή σου. Ή μάλλον έμεινε κάτι: ο έλεγχος της συνειδήσεως, ψυχική πίκρα, βάρος και τύψεις και ντροπή απέναντι στον Κύριο. Κι όμως, δεν περνά πολύς καιρός κι επιστρέφεις πάλι αλόγιστα στα ίδια, «κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα και υς λουσαμένη εις κύλισμα βορβόρου» (Β' Πέτρ. 2. 22). Αν δεν ζήσης εδώ ουράνια, μην απατάσαι ότι θα κατακτήσης τον ουρανό. «Μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι... ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α' Κορ. 6. 9-10). Όποιος σαγηνεύθηκε από τα αγαθά της γης και την απάτη της σαρκικής ηδονής, να είναι βέβαιος πως θ' ακούση: «Απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου· νυν δε οδυνάσαι»(Λουκ. 16. 25). Τις σωματικές σου ανάγκες ρύθμισέ τες σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, και μην αφήσης να εξελιχθούν σε πάθη. Το θείο θέλημα είναι οικείο στη φύσι σου, αφού είσαι εικόνα του Θεού. Τα πάθη σου είναι ανοίκεια, γιατί τ' απέκτησες με την πτώσι στην οποία σε παρέσυρε ο διάβολος. Γι΄ αυτό βάλε μέτρο σ' όλες τις ανάγκες σου. «Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού» (Ματθ. 4. 4). Στον μέλλοντα αιώνα δεν θα τρεφώμαστε με υλική τροφή και υλικό πιοτό, αλλά με τη θεία χάρι του Παναγίου Πνεύματος, το καινόν βρώμα και πόμα για το οποίο μίλησε ο Κύριος όταν παρέδωσε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας: «Λέγω δε υμίν ότι ου μη πίω απ' άρτι εκ τούτου του γεννήματος της αμπέλου έως της ημέρας εκείνης, όταν αυτό πίνω μεθ' υμών καινόν εν τη Βασιλεία του πατρός μου» (Ματθ. 26. 29). Μη προσκολλάς τα μάτια σου στα ωραία πρόσωπα, για να μην αιχμαλωτισθή απ' τη φθαρτή ομορφιά τους η καρδιά σου και εξορισθή απ' αυτήν ο Κύριος, «ο νυμφίος, ο κάλλει ωραίος παρά πάντας ανθρώπους». Κάθε ανθρώπινος έρωτας, δεμένος με τη φθαρτή σάρκα, διαλύεται με τον θάνατο. Μόνο ο θείος έρωτας είναι ζωή και μένει στον αιώνα. Μην αποδέχεσαι και μην υποκύπτης στους πορνικούς λογισμούς για να μην εκπέσης από την αγάπη του Θεού. Μη ζηλεύης εκείνους που κάνουν έργα τέτοια, για τα οποία «αισχρόν εστί και λέγειν»(Εφεσ. 5. 12), για να μην αποδειχθής ασυνετώτερος απ' αυτούς τους ασυνέτους. Βλέποντας το προσωρινό και μάταιο της επιθυμίας, περιφρόνησέ την και υψώσου στα θεία και αιώνια. Αγάπησε βαθιά την αγνότητα και καθαρότητα και σύναψε πνευματικό γάμο με τον αγνό και καθαρό Ιησού για να γευθής τις άρρητες ηδονές του ουρανού. Μέχρι την παρακοή και την πτώσι του, ο Αδάμ δεν είχε δοκιμάσει τη σαρκική επιθυμία. Αυτή εμφανίσθηκε μέσα του μετά την εξορία του από τον παράδεισο, και είναι γέννημα της πτώσεώς του. Θέλοντας γι' αυτό ο Κύριος να «εξαγάγη τίμιον από αναξίου» (Ιερ. 15. 19), αποφάσισε να διακόψη τη βιολογική μας ζωή με τον θάνατο για να μη διαιωνίζεται το κακό και για να μας οδηγήση, μέσω του βιολογικού θανάτου, στη ζωή την άφθαρτη και αιώνια, περιβεβλημένους το αρχαίο θεόμορφο κάλλος. Είμαστε λοιπόν πλασμένοι όχι για τον θάνατο, αλλά για τη ζωή, αφού είμαστε εικόνες του Θεού, της Ζωής του κόσμου. Και στη ζωή που μας καλεί ο Κύριος, στη ζωή που αρχίζει μετά τον θάνατο, δεν υπάρχουν σαρκικές επιθυμίες και ηδονές. Εκεί οι εκλεκτοί του Θεού «ούτε γαμούσιν, ούτε εκγαμίζονται, αλλ' ως άγγελοι Θεού εν ουρανώ εισί»(Ματθ. 22. 30), και θα ευφραίνονται με την πανευφρόσυνη παρουσία του θείου Νυμφίου. Να γιατί πολλές ηρωικές ψυχές ξεκινούν από την παρούσα ζωή τον αγγελικό δρόμο και ενώνονται από τώρα με τον Κύριο, περιφρονώντας κάθε γήινο.

ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΡΟΣΤΩΦ, 
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ, 
Εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, 
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ, 1996.

Μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό!



Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.
Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.
Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.
Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

(Αγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σαυτόν, εκδ. Άθως, σ.101-104)

Νηστεία σημαίνει πείνα για τον Θεό...



Όταν διψάσεις, θα ανακαλύψεις τη γεύση του νερού, που αγνοούσες λόγω της συνήθειας. Βάλε το στόμα σου στο τρεχούμενο νερό και γεύσου τις σταγόνες που σου έκαναν τη χάρη να μείνουν για να σε δροσίσουν.
Όταν πεινάσεις, θα ανακαλύψεις τη γεύση του ψωμιού, που αγνοούσες λόγω της συνήθειας. Φάε το ψωμί σου αργά και ταπεινά. Δέξου το με ευγνωμοσύνη ως δώρο και θα σου είναι πιο γλυκό κι από το μέλι.
Με τη νηστεία που μας διατηρεί σε κατάσταση πείνας, ασκούμαστε να λαμβάνουμε την τροφή και τη ζωή ευχαριστιακά. Να τη λαμβάνουμε ως δώρο από τα χέρια του Θεού. Η νηστεία -ως πείνα και δίψα- ανοίγει άλλες προοπτικές, άγνωστες παντελώς στον κορεσμένο άνθρωπο. Το ψωμί, τα φρούτα, το νερό γίνονται ξαφνικά τόσο όμορφα…εμπνέουν τόσο σεβασμό που θέλεις να τα φιλήσεις… Τα απλά ακτινοβολούν μια αγνή ομορφιά που τα κάνει πιο ποθητά από τα πολυποίκιλα και επιτηδευμένα…
Η νηστεία, ως πείνα και δίψα, δίνει στην τροφή και τη ζωή τη γεύση της ευλογίας και της ευχαριστίας. Βλέποντας το ψωμί και το νερό ως δώρο του Θεού, ανακαλύπτεις τελικά παντού γύρω σου τα κρυμμένα Του δώρα… Έχει δίκιο ο π. Αλέξανδρος. “Μόνο αυτός που ευχαριστεί ζει αληθινά”!
Η πείνα και η δίψα της νηστείας είναι στο βάθος της πείνα και δίψα για τον Θεό. Αυτό το ζεις πραγματικά στην εσπερινή λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, όταν όλη μέρα πεινάς και διψάς τον Άρτο και τον Οίνο της Ευχαριστίας…

π. Αλέξανδρος Σμέμαν.

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ



Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἐὰν προσέξουμε τὶς ἀ­κολουθίες ποὺ τελοῦνται τώρα, θὰ δοῦμε ὅ­τι τὴν περίοδο αὐτὴ ἐπαναλαμβάνονται συχνὰ δυὸ λέξεις· ἁμαρτία – μετάνοια. Ἡ ἁμαρτία εἶ­νε ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς καὶ ἡ μετάνοια τὸ φάρμακο. Ἰατρὸς εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἰατρεῖο καὶ νοσοκομεῖο εἶνε ἡ Ἐκκλη­σία. Αὐτὴ μὲ λίγα λόγια εἶνε ἡ οὐσία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἐπαναλαμβάνω· ἡ ἁμαρτία εἶνε ἡ ἀσθένεια, ἡ μετάνοια τὸ φάρμακο.

Περὶ τῆς μετανοίας λοιπὸν θὰ εἶνε ὁ λόγος. Τί εἶνε ἡ μετάνοια;

Ἡ μετάνοια εἶνε σύνθεσις πολλῶν στοιχείων. Ὅπως τὸ μύρο, μὲ τὸ ὁποῖο μυρωνόμεθα μετὰ τὸ βάπτισμα (κατασκευάζεται στὸ Πατρι­αρχεῖο τὴ Μεγάλη Πέμπτη), δὲν εἶνε μία οὐ­σία, ἀλλὰ εἶνε μεῖγμα πολλῶν εὐωδῶν οὐ­σιῶν καὶ ἀρωμάτων, ἔτσι καὶ ἡ μετάνοια εἶνε σύνθεσις πολλῶν θείων πραγμάτων.

Ἡ μετάνοια εἶνε πίστις. Πίστις, ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε δίκαιος, ὅτι τιμωρεῖ τὸ κακὸ καὶ ἀμείβει τὸ καλό. Ὅποιος δὲν ἔχει πίστι δὲν μετανοεῖ· δὲν ἔχει ῥίζα νὰ στηρίξῃ τὴ μετάνοιά του. Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν «ἔδω­κεν ὁ Θεὸς τὴν μετάνοιαν εἰς ζωήν» (Πράξ. 11,18).

Ἡ μετάνοια ἀκόμη εἶνε ἐλπίδα. Τί ἐλπίδα; Ὅ­τι ὁ Θεὸς εἶνε πατέρας γεμᾶτος στοργή, πο­λυέλεος καὶ πολυεύσπλαχνος, ὅτι δέχεται κ᾿ ἐ­μᾶς μὲ ἀνοικτὲς ἀγκάλες ὅπως τὸν ἄσωτο υἱό.

Ἡ μετάνοια εἶνε καὶ γνῶσις. Ὄχι γνῶσις ἐ­πιστημονική, τῶν ἀστέρων καὶ τοῦ ὑλικοῦ σύμ­παντος, ἀλλὰ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὸ «γνῶ­θι σαυτὸν» ποὺ ζητοῦσαν οἱ πρόγονοί μας. Ὁ ἰατροφιλόσοφος Καρρὲλ στὸ βιβλίο του «Ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἄγνωστος» λέει ὅτι ὁ ἄν­θρωπος, παρ᾿ ὅλη τὴν πρόοδο, παραμένει ὁ ἄ­γνωστος «Χῖ»· τὸν ἀγνοοῦμε στὸ βάθος του. Ἡ μετάνοια, ποὺ προϋποθέτει γνῶσι τῶν ἁ­μαρτημάτων μας, βοηθεῖ νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας.

Μετάνοια ὅμως εἶνε κάτι περισσότερο ἀπὸ γνῶσι.Εἶνε συναίσθησι καὶ αὐτομεμψία. Πολλοὶ διηγοῦνται μὲ ἀναίδεια τὰ βρωμερὰ «κατορθώματά» τους καὶ γελᾶνε οἱ ἀσυναίσθητοι. Ὄχι ἔτσι· αὐτὸ εἶνε σατανικὴ ἐξομολόγη­σι. Ἡ μετάνοια ἔχει συντριβὴ καὶ πένθος.

Νὰ προχωρήσω; Μετάνοια εἶνε τὰ δάκρυα, ποὺ ῥέουν ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ μετανοοῦντος.

Μετάνοια κυρίως εἶνε ἡ ἐξομολόγησι στὸν πνευματικὸ πατέρα, καὶ μετὰ τὴν ἐξομολόγη­σι ἡ ἀλλαγὴ βίου, τρόπου ζωῆς· ἡ παῦσις τοῦ κακοῦ καὶ ἡ ἔναρξις τοῦ καλοῦ.

Ἡ μετάνοια, τέλος, βεβαιώνεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅπως τοὺς περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Γαλ. 5,22).

Ἰδού, ἀγαπητοί μου, ποιά εἶνε ἡ «σύνθεσι» τοῦ οὐρανίου μύρου τῆς μετανοίας. Ἀπὸ αὐ­τὰ ἕνα στοιχεῖο θὰ τονίσω· τὴ γνῶσι τῶν ἁ­μαρτη­μάτων μας. Περὶ αὐτῆς τῆς γνώσεως μί­λησαν κι ἄλλοι, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως ὁ Δαυΐδ, ὁ ὁ­ποῖος ἔγρα­ψε αὐτὸ ποὺ εἶπα στὴν ἀρχή· «Πάντες ἐξέκλι­ναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστό­τητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 13,3 = Ῥωμ. 3,12). Αὐτὸ τὸ λέει σ᾿ ἕνα ψαλμό του, τὸν 13ο, ποὺ θέλω ἀ­πόψε νὰ μελετήσετε. Τί λέει ὁ Δαυΐδ, ποὺ γνώ­ρισε ὅσο λίγοι τὸν ἄνθρωπο; Ἐξ ἰδίας πείρας λέει, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶνε παγκόσμιο φαινόμενο. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «Πάντες ἐξέκλιναν».

Δὲν ἐξαιρεῖται κανείς, ἀπολύτως κανείς. «Πάντες». Δηλαδή, κι αὐτοὶ ποὺ κάθονται στὰ μέγαρα, τὰ ἀνάκτορα καὶ τοὺς οὐρανοξύστες τῆς Νέας Ὑόρκης, ἀλλὰ καὶ οἱ πάμπτωχοι Ἀ­φρικανοὶ καὶ Ἀσιᾶτες. Αὐτοὶ ποὺ κατέχουν ὑ­ψηλὰ ἀξιώματα, ἀλλὰ καὶ οἱ φτωχοὶ καὶ ἄσημοι. Αὐτοὶ ποὺ σπούδασαν σὲ πανεπιστήμια κ᾿ ἔ­μαθαν γλῶσσες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀγράμματοι, ποὺ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ βάλουν τὴν ὑπογραφή τους. Αὐτοὶ ποὺ κολυμποῦν στὰ δολλάρια καὶ τὶς λίρες, ἀλλὰ κ᾿ ἐκεῖνος ποὺ ἀπόψε θὰ πέσῃ νὰ κοιμηθῇ νηστικός. Καὶ οἱ μαῦροι καὶ οἱ ἄ­σπροι, καὶ οἱ ἐρυθρόδερμοι καὶ οἱ κίτρινοι καὶ ὅλων τῶν χρωμάτων. «Πάντες». Δηλαδή, οἱ θνη­τοὶ ὅλων τῶν αἰώνων καὶ τῶν ἐποχῶν, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι τῆς συντελείας. Οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες, οἱ ἀσπρομάλληδες γέροντες ποὺ ἔχουν τὸ ἕνα πόδι στὸν τάφο, ἀλλὰ καὶ οἱ νέοι ποὺ σφύζουν ἀπὸ ζωή. «Πάν­τες», ὅλοι ἀνεξαιρέτως θὰ δώσουμε λόγο.

Θὰ σᾶς φέρω δύο εἰκόνες τῆς ἁμαρτίας. Ἡ πρώτη εἶνε τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος γράφει· «Συνέκλεισεν ὁ Θεὸς τοὺς πάντας εἰς ἀπείθειαν» (Ῥωμ. 11,32) καὶ ἀλλοῦ «Συνέκλεισεν ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν» (Γαλ. 3,22). Τί θὰ πῇ «συνέκλεισε»; Τρόπον τινὰ ὅλοι εἶνε φυλακισμένοι σὲ μιὰ ἀπέραντη δυσώδη καὶ ἀ­παισία φυλακή, ποὺ λέγεται ἁμαρτία.

Τὴν ἄλλη εἰκόνα ἀναφέρει κάποιος ἄλλος. Εἶνε ἡ θάλασσα, ἡ πλατειὰ καὶ βαθειά. Ὑπάρχει σημεῖο στὸν Εἰρηνικὸ ὠκεανὸ ποὺ ἔχει βάθος 10.000 μέτρα· σκότος, ἄβυσσος. Ὅποιος βυθι­στῇ ἐκεῖ, θὰ πνιγῇ. Ἀλλὰ κ᾿ ἕνας ποὺ θὰ βυθι­στῇ στὰ 9.000 ἢ στὰ 5.000 ἢ στὰ 1.000 μέτρα, κι αὐτὸς θὰ πνιγῇ. Κι ὁ ἄλλος ποὺ θὰ βυθιστῇ στὰ 500 μέτρα ἢ στὰ 200 ἢ στὰ 100 ἢ στὰ 10 μέτρα, κι αὐτὸς πνίγεται. Ἀλλὰ θὰ πνιγῇ καὶ αὐτὸς ποὺ τὸ κεφάλι του εἶνε μιὰ πιθαμὴ κάτω ἀπ᾿ τὸ νερό. Ὅλοι ἑπομένως πνιγόμεθα μέσα στὴν ἁμαρτία. Μὴ ἐξετάζουμε τὸ βάθος. Ὅλοι βρισκόμαστε «ὑπὸ ἁμαρτίαν» (Ῥωμ. 3,9). Καὶ οἱ ἁγι­ώτεροι ἄνθρωποι ἔχουν τὴν ἁμαρτία τους καὶ βρίσκονται ὑπόδικοι. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «Πάν­τες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός».

Καὶ λοιπόν; θ᾿ ἀπελπισθοῦμε; Ὄχι, ἀδελφοί μου, ὑπάρχει ἐλπίδα· ἀλλοίμονο ἂν δὲν ὑπῆρ­χε. Ὑπάρχει ἕνας, ποὺ ἔμεινε ἐκτὸς ἁμαρτί­ας, ἔξω ἀπὸ τὴ θάλασσα αὐτή. Ἡ κεφαλή του δὲν βυθίστηκε· ὑπερέχει, ἐπιπλέει, ἵπταται ἐπάνω τοῦ ὠκεανοῦ. Ποιός εἶνε; «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύρι­ος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.). Αὐτὸς εἶνε ἡ ἐλπίδα μας. Καὶ τὴν ἐλπίδα σ᾿ αὐτόν, ποὺ χαρίζει στὸν ἁμαρτωλὸ ἡ μετάνοια, τονίζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία κατ᾿ ἐξοχὴν τὴν περίοδο αὐτή.

Μὲ τί εἰκόνες νὰ παραστήσω τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας; Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ νησί, καὶ οἱ νησιῶτες εἶνε ναυτικοί. (Εὐχαριστῶ τὸ Θεὸ ποὺ γεννήθηκα σὲ χωριὸ κοντὰ σ᾿ ἕνα μοναστήρι, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ πάτερ Φιλόθεος ὁ Ζερβάκος, ἕνας ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας). Μοῦ ᾿λεγε λοιπὸν κάποιος γέρος ἀπόμαχος ναυτικὸς τὸ ἑξῆς. Μία μέρα, λέει, ἐκεῖ ποὺ πλέαμε στὸν ὠκεανό, κάποιος ἐπιβάτης γλίστρησε ἀπ᾿ τὸ κατάστρωμα κ᾿ ἔπεσε στὴ θάλασσα. Ποιός νὰ τὸν σώσῃ; Ὁ καπετάνιος σταματάει τὸ πλοῖο καὶ ῥίχνει πάνω ἀπὸ τὴ γέφυρα ἕνα σχοινί. Τὸ εἶδε ὁ ναυαγὸς νὰ αἰωρῆται καὶ ἔκανε πολλὲς φορὲς προσπάθεια νὰ τὸ πιάσῃ. Ἐπὶ τέλους, μὲ τὴ φωνὴ «Παναγία, βοήθα με», ἁρπάζει τὸ σχοινί. Ἔτσι τὸν ἔσυραν πάνω στὸ καράβι, καὶ ἦταν πλέον ἀσφαλὴς στὸ κατάστρωμα· τὰ χέρια του ὅμως δὲν ξεκολλοῦσαν ἀκόμη ἀπὸ τὸ σχοινί, εἶχε νιώσει ὅτι σ᾿ αὐτὸ εἶνε ἡ ἐλπίδα του. Ἤ, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἡ μετάνοια εἶνε σανίδα σωτηρίας· ἀντὶ σχοινὶ πετοῦν στὸ ναυαγὸ μιὰ σανίδα, καὶ πιάνοντάς την ἐπιπλέει καὶ σῴζεται. Ἤ, μὲ σύγχρονη εἰκόνα, ἡ μετάνοια εἶνε τὸ σωσίβιο, ποὺ ἔχουν ὅλα τὰ πλοῖα γιὰ νὰ σῴζωνται οἱ ναυαγοί.

Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ποὺ ὑπάρχει τὸ ναυαγο­σωστικὸ πλοῖο, ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία! Ναυαγοὶ εἴμαστε ὅλοι· ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μᾶς ῥίχνει σχοινί. Ποιό εἶνε τὸ σχοινί; Ἡ μετάνοια. Ἅρπαξέ την! ὅπως ἐκεῖνος ὁ ναυαγός.

Ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἁρπάξουμε τὸ σκοινὶ αὐτό, πρέ­πει νὰ συναισθανθοῦμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας νὰ ποῦ­με «Κύριε, τῶν δυνάμεων, μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ…» (Μ. Ἀπόδειπνο). Ὄχι ψυχρά, ἀλλὰ μὲ θερμὴ καρδιά.

Νὰ προσέχετε, ἀγαπητοί μου, τὰ λόγια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἔρχεστε τακτικὰ στὶς κατανυκτικὲς αὐτὲς ἀκολουθίες. Καὶ σύνθημά μας «Κανείς ἀνεξομολόγητος!». Σᾶς συνιστῶ ἐπίσης τὸ μικρὸ βιβλιαράκι «Μετάνοια» τοῦ ἀειμνήστου ἀρχιμανδρίτου Σεραφεὶμ Παπακώστα· προτοῦ νὰ ἐξομολογηθῆτε διαβάστε το, νὰ λάβετε γνῶσι τῶν ἁμαρτημάτων μας. Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους νὰ γίνῃ ἵλεως καὶ σ᾿ ἐμένα τὸν ἐπίσκοπο καὶ σ᾿ ἐσᾶς, γιὰ ν᾿ ἀνεβοῦμε τὰ σαράντα σκαλιά. Κουράγιο, ὑπομονή! Μὲ νηστεία, μὲ προσευχή, μὲ κατάνυξι, μὲ συγχώ­ρησι, μὲ ἔλεος καὶ ἐλεημοσύνη, ἀτενίζον­τας στὸ πρότυπο, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, νὰ φθάσουμε στὸ Μέγα Σάββατο καὶ τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, καὶ νὰ ψάλουμε τὸ ὡραιότατο ἐκεῖνο τροπάριο· «Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ, ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς· καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ σὲ δοξάζειν»· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστινου Καντιώτου, 
ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης στις 17-3-1986

Η εξέταση της συνειδήσεως



Γιὰ τὴν ἐξέταση τῆς συνειδήσεως σκέψου τρία πράγματα: τὰ σφάλματα τῆς κάθε μέρας, τὴν αἰτία τῶν σφαλμάτων αὐτῶν καὶ τὴν στενοκαρδία καὶ προθυμία ποὺ ἔχεις νὰ τὰ πολεμήσεις καὶ νὰ ἀποκτήσεις τὶς ἀντίθετές τους ἀρετές. Γιὰ τὴν αἰτία αὐτῶν ἀνάγκασε τὸν ἑαυτό σου νὰ τὴν πολεμήσεις, νὰ τὴν κατατροπώσεις καὶ νὰ τὴν ρίξεις στὴ γῆ.
Γιὰ τὴν προθυμία ποὺ χρειάζεται νὰ κάνεις αὐτὸ καὶ νὰ ἀποκτήσεις τὶς ἀρετές, δυνάμωσε τὴν θέλησή σου μὲ τὴν ἀπιστία τοῦ ἑαυτοῦ σου, δηλαδὴ μὲ τὸ νὰ μὴν ἔχεις καθόλου θάρρος στὸν ἑαυτό σου, μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὸ θάρρος στὸν Θεό, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὸ μίσος τῶν πράξεων τῆς κακίας καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμία τῶν πράξεων τῆς ἀντίστοιχης ἀρετῆς.
Φρόντισε, ἀδελφέ, πάντοτε σὲ κάθε σου λογισμό, λόγο καὶ ἔργο νὰ ἔχεις συνείδηση ἀκατάγνωστη, δηλαδὴ νὰ μὴ σὲ κατηγορεῖ καὶ νὰ μὴ σὲ τύπτει γιὰ κάποιο πράγμα. Διότι ὅποιος ἐξετάζει στὸ βάθος τὴν ὀρθὴ καὶ ἁγία συνείδηση, δὲν μπορεῖ νὰ σφάλλει ποτέ, ἢ ἂν σφάλλει, νὰ μὴν διορθωθεῖ. Διότι ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ πάντοτε σὰν λυχνάρι σὲ ὅλα τὰ καλά. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἅγιος Νεῖλος: «Νὰ χρησιμοποιήσεις τὴν συνείδησή σου ὡς λυχνάρι γιὰ τὶς πράξεις σου». Καὶ ὁ Ἀπόστολος εἶπε ὅτι «οἱ ἐντολὲς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι γραμμένες μέσα στὶς καρδιὲς» (Ρωμ. 2, 15).

Ἀπέναντι τεσσάρων πραγμάτων εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ διατηρεῖς τὴ συνείδησή σου ἀκατηγόρητη: ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ σου, πρὸς τὸν πλησίον σου καὶ πρὸς ἄλλα πράγματα. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν Θεὸ πρέπει νὰ τὴν ἐξετάζεις, ἂν φύλαξες ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφυλάττεις ἀπέναντί του. Δηλαδὴ ἂν διαφυλάττεις ὅλες του τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς πιὸ ἀσήμαντες· καὶ ἂν τὸν ἀγάπησες καὶ τὸν ὑπηρέτησες μὲ ὅλη σου τὴν ψυχὴ καὶ εἶσαι ἕτοιμος νὰ πεθάνεις γι’ αὐτόν, ὅπως εἶσαι ὑποχρεωμένος. Καὶ ἂν δὲν τὰ διαφύλαξες, φρόντισε στὸ ἑξῆς νὰ τὰ διαφυλάξεις.
Ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό σου θὰ διαφυλάξεις ἀκατηγόρητη τὴ συνείδησή σου, ἂν δὲν ἀδιαφορεῖς, ἀλλὰ κάνεις ὅλο ἐκεῖνο τὸ χρέος ποὺ πρέπει καὶ εἶσαι ὑποχρεωμένος καὶ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν δύναμή σου, τόσο πρὸς τὸν Θεό, ὅσο καὶ πρὸς τὸν πλησίον καὶ πρὸς τὰ ἄλλα πράγματα. Καὶ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, ἂν δὲν πέφτεις σὲ ὑπερβολὲς καὶ ἐλλείψεις, καταστρέφοντας παράκαιρα τὴν ὑγεία σου καὶ τὴ ζωή σου καὶ τὶς σωματικές σου δυνάμεις μὲ ὑπερβολικὴ καὶ ἀκανόνιστη ἄσκηση καὶ δὲν ἀποδίδεις στὸ σῶμα τὸ δίκαιο μέτρο, φροντίζοντας γιὰ τὴ σύσταση καὶ συντήρησή του. Γιατί καὶ αὐτὸ εἶναι ἀντίθετο στὴ συνείδηση καὶ στὸν ὀρθὸ λόγο.
Ἀπέναντι τοῦ πλησίον θὰ φυλάξεις καθαρὴ τὴ συνείδησή σου, ἂν δὲν κάνεις κάτι ποὺ εἶναι ἀντίθετο στὴν ἀγάπη ποὺ χρωστᾶς ἀπέναντί του, ἀποδίνοντας στοὺς μεγαλύτερους σου καὶ ὁμοίους σου καὶ κατώτερους σου ἐκεῖνο ποὺ πρέπει στὸν καθένα, σύμφωνα μὲ τὸν βαθμὸ καὶ τὸ ἐπάγγελμα καὶ προσέχοντας νὰ μὴ τοὺς σκανδαλίζεις εἴτε μὲ λόγο, εἴτε μὲ ἔργο, εἴτε μὲ σχῆμα καὶ μὲ νεῦμα, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος: «Αὐτὸ προσέξτε, νὰ μὴ βάζετε πρόσκομμα ἢ ἐμπόδιο στὸν ἀδελφὸ» (Ρωμ. 14, 13) καὶ τὸ τοῦ Σολομῶντος: «Νὰ σκέφτεσαι σωστὰ ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἀνθρώπων» (Παρ. 3, 4).
Ἀλλὰ κι ἄν σοῦ τύχουν μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐπιτρέπονται καὶ βρίσκονται στὴ δική σου τὴν κρίσι, γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα λέγω, ἂν πληροφορεῖται ἡ συνείδησή σου ὅτι τάχα εἶσαι δυνατὸς καὶ μπορεῖς νὰ τὰ φυλάξεις ἢ ὄχι, σκανδαλίζεται ὅμως ἡ συνείδηση τοῦ ἀδελφοῦ σου ποὺ εἶναι ἀδύνατος, εἶσαι ὑποχρεωμένος καὶ ἀπὸ αὐτὰ νὰ μὴ δώσεις ἀφορμὴ σκανδάλου, ἀλλὰ νὰ ἀναπαύσεις τὴ συνείδηση ἐκείνου: «Μὴν τρῶτε τὸ εἰδωλόθυτο (λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος) γιὰ ἐκεῖνον ποὺ σᾶς εἰδοποίησε καὶ γιὰ τὴ συνείδηση…». Συνείδηση ὅμως λέγω ὄχι τὴ δική του, ἀλλὰ τὴ συνείδηση τοῦ ἄλλου: «Γιατί νὰ ρυθμίζεται ἡ ἐλευθερία μου ἀπὸ ἄλλη συνείδηση;» (Α΄ Κορ. 10, 28). Σὲ ὅσα ὅμως πράγματα εἶναι ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ σκανδαλίζεται ἡ συνείδηση τοῦ ἄλλου, τότε πρέπει ἐσὺ νὰ καταφρονεῖς τὴ συνείδηση ἐκείνου καὶ νὰ μὴν παραβαίνεις τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Ἀπέναντι τῶν ἄλλων πραγμάτων θὰ ἔχεις τὴ συνείδησή σου ἀκατηγόρητη, ἂν ἔχεις δίκαιο μέτρο καὶ δὲν χρησιμοποιεῖς ὑπερβολὲς καὶ ἐλλείψεις, τόσο στὰ φαγητὰ καὶ ποτά, ὅσο καὶ στὰ ἐνδύματα καὶ χρήματα καὶ στὴν περιουσία. Διότι πράγμα παρὰ συνείδηση ὑπολογίζεται ὄχι μόνον τὸ νὰ καταφρονεῖ κανεὶς καὶ νὰ ἀφήνει νὰ καταστρέφονται τὰ εὐτελῆ φαγητὰ καὶ ἐνδύματα ἢ τὰ χρήματα καὶ τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ ἐξυπηρετήσει τὶς σωματικές του ἀνάγκες, ἀλλὰ καὶ νὰ θέλει καὶ νὰ ζητᾶ τρυφηλὰ φαγητά, μαλακὰ φορέματα καὶ χρήματα καὶ περιουσιακὰ στοιχεῖα ποὺ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐξυπηρέτησή του.
Καὶ γιὰ νὰ μιλήσουμε γενικά, κάθε πράγμα ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ὀρθὴ λογική, λέγεται παρὰ συνείδηση. Γι’ αὐτὸ καὶ σὺ ἀδελφέ, γιὰ κάθε τί ποὺ πρόκειται νὰ κάνεις μικρὸ ἢ μεγάλο, πρῶτα νὰ συμβουλεύεσαι τὴν συνείδησή σου καὶ νὰ τὴν ἐξετάζεις ὄχι ὅμως μὲ ἀμέλεια καὶ ἐπιφανειακά, ἀλλὰ στὸ βάθος καὶ μὲ πολλὴ φροντίδα καὶ ἀκρίβεια. Διότι ὅπως τὰ πηγάδια, ὅσο σκάβονται καὶ ἐξαντλοῦνται, τόσο καλύτερο καὶ γλυκύτερο νερὸ βγάζουν, ἔτσι καὶ ἡ συνείδηση, ὅσο περισσότερο ἐξετάζεται καὶ ξεσκεπάζεται ἀπὸ τὰ πάθη μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι σκεπασμένη, τόσο καλύτερα μᾶς διδάσκει τί πρέπει νὰ κάνουμε.
Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουν καὶ διάφορες συνειδήσεις, ὄχι δηλαδὴ μόνον καλὲς καὶ καθαρές, ἀλλὰ καὶ καυτηριασμένες, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, δηλαδὴ πονηρὲς καὶ ἀναίσθητες καὶ μολυσμένες ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ στὴ συνέχεια, ἐξαιτίας τῆς ἀναισθησίας ἢ τοῦ μολυσμοῦ τους, ἢ καὶ διότι δὲν ἐξετάζονται μὲ πολλὴ φροντίδα, δὲν διδάσκουν πάντοτε σωστὰ καὶ καλά, γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ σωστὸ εἶναι νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι πάντοτε μόνο στὴ συνείδησή σου, ἀλλὰ ὅσα αὐτή σοῦ συμβουλεύει νὰ τὰ συγκρίνεις, ἂν εἶναι σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα ποὺ διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ ἢ καὶ νὰ τὰ φανερώνεις στοὺς Πνευματικούς, ἂν εἶναι σωστά, γιὰ νὰ μὴν πλανηθεῖς.
Πρόσθεσα τὸ «ἢ διότι δὲν ἐξετάζονται οἱ συνειδήσεις μὲ τόση ἐπιμέλεια», διότι ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου ὅσο κι ἂν εἶναι ἐμπαθὴς καὶ πονηρὴ καὶ ἀναίσθητη, ὅταν ὅμως ἐξετάζεται μὲ ἀκρίβεια καὶ ἐπιμέλεια, δὲν σταματάει πάντοτε νὰ ἐλέγχει καὶ νὰ τύπτει καὶ νὰ κατηγορεῖ τὸν ἄνθρωπο, ὅτι ἁμαρτάνει καὶ ὅτι πρόκειται νὰ κολασθεῖ διὰ τὶς ἁμαρτίες του, ἂν δὲν μετανοήσει. Γιατί αὐτὴ βάλθηκε μέσα μας ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἀντίδικος, σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγελικὸ ποὺ λέγει: «Νὰ συμβιβαστεῖς γρήγορα μὲ τὸν ἀντίδικό σου» (Ματθ. 5, 25): καὶ ἀψευδέστατος μάρτυρας, σύμφωνα μὲ τό·«Σὲ αὐτὸ συμφωνεῖ καὶ ἡ συνείδησή τους» (Ρωμ. 2, 15): καὶ συγχρόνως εἶναι κριτὴς ἀπαραλόγιστος καὶ πάρα πολὺ δίκαιος καὶ πολὺ αὐστηρὸς καὶ λόγος ὀρθός: γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σιωπήσει.
Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ὅταν κυριευθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ θέλει νὰ κάμνει τὶς ἐπιθυμίες του χωρὶς κανένα χαλινάρι, ὅπως παρακούει καὶ παραβαίνει τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ἔτσι παρακούει καὶ παραβαίνει καὶ τοὺς ἐλέγχους τῆς ἁγίας συνειδήσεως. Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐλέγχεται πλέον ἀπὸ αὐτὴν σὰν κάποιος ἄλλος Ἡρώδης κόβει τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἰωάννου, δηλαδὴ δὲν ὑπολογίζει τὴν συνείδησή του καὶ παίρνει τὴν ἀπόφαση νὰ κολασθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Σολομώντας γνωρίζοντας αὐτὸ δὲν εἶπε ὅτι ἡ συνείδηση ὅταν ἐξετάζεται καλὰ δὲν ἐλέγχει τὸν ἁμαρτωλό, ἀλλὰ ὅταν ὁ ἁμαρτωλὸς φθάσει στὸ ἀποκορύφωμα τῶν κακῶν, καταφρονεῖ: «Ὅταν ὁ ἀσεβὴς φθάσει στὸ ἀποκορύφωμα τῶν κακῶν, τότε καταφρονεῖ» (Παρ. 18, 3).
Ἀκόμη σὲ συμβουλεύω καὶ ἕνα ἄλλο πράγμα ποὺ ἀξίζει νὰ τὸ πληροφορηθεῖς: Δηλαδὴ ποτὲ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι στὴ συνείδησή σου, ἂν αὐτὴ καμιὰ φορά δὲν σὲ κατηγορεῖ γιὰ κάποια ὑπόθεσή σου, διότι λέγεται συνείδηση γιὰ ἐκεῖνα μόνο ποὺ ξέρουμε καὶ ὄχι γιὰ ἐκεῖνα ποὺ δὲν γνωρίζουμε. Ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸν Προφήτη Ἱερεμία «ἡ καρδιὰ εἶναι πιὸ βαθειὰ ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματα» (17, 9), καὶ μέσα σὲ αὐτὴν βρίσκονται κρυμμένα πολλὰ λεπτὰ πάθη, τὰ ὁποῖα καθόλου δὲν τὰ γνωρίζει ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἔχει, καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα παρακαλεῖ ὁ Δαβὶδ νὰ καθαρισθεῖ λέγοντας «καθάρισε μὲ ἀπὸ τὰ κρυφὰ πάθη» (Ψαλμ. 18, 13)· γι’ αὐτὸ καὶ σὺ νὰ πιστεύεις ὅτι ἡ καρδιά σου δὲν εἶναι ποτὲ καθαρὴ ἀπὸ τὰ κρυπτὰ καὶ λεπτὰ πάθη, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ μόνο στὸν Θεὸ ποὺ ἐξετάζει μόνος τὶς καρδιές, ὅπως λέγει ὁ Σολομώντας: «Ἐσὺ ἐντελῶς μόνος γνωρίζεις τὴν καρδιὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων» (Γ΄ Βασ. 8, 39). Καὶ νὰ ἔχεις ὡς σίγουρο ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Ἰωάννης ὅτι, δηλαδή, ὁ Θεὸς εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὴν συνείδηση τῆς καρδιᾶς μας:«Ὁ Θεὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὴν συνείδησή μας καὶ τὰ γνωρίζει ὅλα»(Α΄ Ἰω. 3, 20).
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γνωρίζοντας αὐτὸ ἔλεγε, ὅτι δὲν γνωρίζει νὰ τὸν ἐλέγχει γιὰ κανένα πράγμα ἡ συνείδησή του, ἀλλὰ πάλι ἐξαιτίας αὐτοῦ δὲν νομίζει ὅτι εἶναι δίκαιος ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ: «Δὲν μὲ κατηγορεῖ γιὰ τίποτε ἡ συνείδησή μου, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μὲ ἀποδεικνύει ὅτι πραγματικὰ εἶμαι ἀθῶος» (Α΄ Κορ. 4, 4).
Καὶ ὅσα καλὰ ἔργα καὶ ὅσες νίκες ἔχεις κατορθώσει, ἂς τὶς θεωρεῖς ὕποπτες. Αὐτὰ σὲ συμβουλεύω νὰ μὴ τὰ σκέπτεσαι πολὺ μὲ τὴ συνείδησή σου, διότι ὑπάρχει κάποιος κίνδυνος κρυφῆς κενοδοξίας καὶ ὑπερηφάνειας. Ἔτσι ἀφήνοντας πίσω ὅλα αὐτὰ καὶ ρίχνοντάς τα στὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὅποια καὶ ἂν εἶναι, ὁδήγησε τὸ λογισμό σου μπροστὰ στὸ δρόμο πού σοῦ ἀπομένει γιὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη.
Μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὅταν τελειώσει ἡ μέρα ἐκείνη, ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου, ἂν χρησιμοποίησες καλὰ ὅσα σοῦ ἔτυχαν. Καὶ γιὰ ὅσα ἔσφαλες, νὰ μετανοήσεις καὶ νὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σὲ συγχωρέσει καὶ στὸ ἑξῆς προσπάθησε νὰ διορθωθεῖς. Κατόπιν εὐχαρίστησέ τον γιὰ τὶς χάρες καὶ τὶς εὐεργεσίες πού σοῦ χάρισε τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Ἀναγνώρισέ τον ὡς Ποιητὴ κάθε ἀγαθοῦ, καὶ περισσότερο εὐχαρίστησέτον διότι σὲ γλύτωσε ἀπὸ τόσους ἐχθροὺς φανεροὺς καὶ μάλιστα ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν φανερώνονται. Διότι σοῦ ἔδωσε καλοὺς λογισμοὺς καὶ ἀφορμὲς γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ γιὰ κάθε ἄλλη εὐεργεσία ποὺ δὲν γνωρίζεις ἐσύ.
«Ἀόρατος πόλεμος».

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Ἔκδ. Συνοδίας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου,
Ν. Σκήτη – Ἄγ. Ὅρος

Προσευχή με πόνο



Όλη η βάση που γίνεται η ευχή είναι να πονάει ο άνθρωπος. Αν δεν πονάει, μπορεί να κάθεται ώρες με το κομποσχοίνι και η προσευχή του να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Αν υπάρχει πόνος για το θέμα για το οποίο προσεύχεται, ακόμη και με έναν αναστεναγμό κάνει καρδιακή προσευχή.


Πολλοί, όταν την στιγμή που τους ζητούν οι άλλοι να προσευχηθούν δεν έχουν χρόνο, προσεύχονται με έναν αναστεναγμό για το πρόβλημά τους. Δεν λέω να μην κάνει κανείς προσευχή, αλλά, αν τυχόν δεν υπάρχει χρόνος, ένας αναστεναγμός για τον πόνο του άλλου είναι μια καρδιακή προσευχή· ισοδυναμεί δηλαδή με ώρες προσευχής.

Διαβάζεις λ.χ. ένα γράμμα, βλέπεις ένα πρόβλημα, αναστενάζεις και μετά προσεύχεσαι. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα! Πριν πιάσεις το ακουστικό, πριν ακόμα καλέσεις, σε ακούει ο Θεός! Και το πληροφορείται ο άλλος. Να δείτε πως οι δαιμονισμένοι καταλαβαίνουν πότε κάνω προσευχή γι’ αυτούς και φωνάζουν όπου κι αν βρίσκονται!

Η πραγματική προσευχή ξεκινάει από έναν πόνο· δεν είναι ευχαρίστηση, «νιρβάνα». Τι πόνος είναι; Βασανίζεται με την καλή έννοια ο άνθρωπος. Πονάει, βογκάει, υποφέρει, όταν κάνει προσευχή για οτιδήποτε.

Ξέρετε τι θα πει υποφέρει; Ναι, υποφέρει, γιατί συμμετέχει στον γενικό πόνο του κόσμου ή στον πόνο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Αυτήν την συμμετοχή, αυτόν τον πόνο, τον ανταμείβει ο Θεός με την θεία αγαλλίαση. Δεν ζητάει βέβαια ο άνθρωπος την θεία αγαλλίαση, αλλά η θεία αγαλλίαση έρχεται ως συνέπεια, επειδή συμμετέχει στον πόνο του άλλου (...). 

Γεροντας Παϊσιος/Απόσπασμα από το βιβλίο:
Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

«Ὄπισθεν ὁλοταχῶς».



Ὁ Νεώτερος ἑλληνισμός ἔχει πολλές ὁμοιότητες μέ τόν ἀρχαῖο ἑβραϊκό λαό, στίς σχέσεις του μέ τό Θεό καί τό Νόμο Του. Ὁ λαός τοῦ ἰσραήλ εἶναι ὁ ἐκλεκτός τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀλλά συχνά – συχνότατα, ἀποστατεῖ καί παρασύρεται στήν εἰδωλολατρία, ὅπως κάποτε πίστεψε καί λάτρεψε τό χρυσό μοσχάρι.
Ὁ Θεός στέλλει τούς προφῆτες, πού μέ τήν πύρινη γλῶσσα τους ἐλέγχουν καί τούς καλοῦν σέ μετάνοια καί ἐπιστροφή στό Θεό. Σημειώνω λίγα μόνο λόγια τοῦ προφήτη Ὠσηέ: «Οὐκ ἔστιν ἀλήθεια οὐδέ ἔλεος οὐδέ ἐπίγνωσις Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς»... «Πορευθῶμεν καί ἐπιστρέψωμεν πρός Κύριον τόν Θεόν ἡμῶν»... «Ἐγώ ἐταπείνωσα αὐτόν, καί ἐγώ κατισχύσω αὐτόν» (Δ´1, ΣΤ´1, ΙΔ´9).
Στά κατοπινά χρόνια, σταυρώνουν τόν ἴδιο τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τοῦ κόσμου τόν Σωτῆρα.
Ὅλα τά παραπάνω ἀποτελοῦν ἀκριβῆ εἰκόνα τοῦ νεώτερου ἑλληνικοῦ λαοῦ:Οἱ ἀρχαῖοιἝλληνες— σοφοί καί ἄσοφοι—πιστεύουν στά εἴδωλα, ἐνῶ ταυτόχρονα ἐρευνοῦν καί ψάχνουν γιά τόν «ΕΝΑ», τόν ἀληθινό Θεό, ἀλλά δέν τά καταφέρνουν, ὡς ὅτου ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος Παῦλος τούς ὁδηγεῖ στή Χριστιανική Πίστη.
Ἀργότερα, καί προπάντων στά νεώτερα χρόνια, οἱ Ἕλληνες ξεχνοῦν τό Θεό καί ἀποστατοῦν, πολλοί δέ καί προδίδουν τή Χριστιανική τους πίστη καί γίνονται ἄθεοι. Τά ὅσα συμβαίνουν σήμερα εἶναι ἄξια θρήνων καί ὀδυρμῶν. Οἱ Ἕλληνες, πού κράτησαν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί φώτισαν λαούς στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, γιά τίς ἁμαρτίες τους γεύονται τώρα, τήν πικρότατη τούτη κρίση, πού δέ ξέρει κανείς ἄν καί πότε θά τερματιστεῖ.
Κάποτε, σέ μιά του ὁμιλία, ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χριστόδουλος εἶχε πεῖ τήν παλιά ἐκείνη καί ἀγωνιστική «κραυγή» «Ὄπισθεν ὁλοταχῶς»! Γιατί, «ὄπισθεν» ταχύτατα, καί χωρίς καθυστέρηση; Ποιά ἡ μεταφορική της ἔννοια; Ἁπλούστατα! Μέ αὐτογνωσία καί βαθιά μετάνοια νά γυρίσουμε πίσω, χωρίς ἀναβολή, στό δρόμο τοῦ Χριστοῦ, τῶν Πατέρων μας καί τῆς αὐθεντικῆς Χριστιανικῆς μας παράδοσης.
Παρόμοια μέ τόν Ἰσραήλ καί οἱ σύγχρονοιἝλληνες «ποσάκις παρεπίκραναν αὐτόν καί παρώργισαν αὐτόν» (τόν Θεό)! Τόν πίκραναν καί Τόν παρόργισαν μέ τήν ἀπιστία τους, τήν ἀθεΐα τους, τίς ἀποκρυφιστικές καί παγανιστικές ἰδέες τους, τίς βλασφημίες τους, τήν ἐγκληματική καί διεφθαρμένη ζωή τους, τίς παρανομίες καί ἀδικίες τους καί τήν ὅλη ἀποστασία τους…
Καί τό τρίς – χειρότερο, τήν ἀμετανοησία τους! Λοιπόν; «Ὄπισθεν ὁλοταχῶς»! «Στήκετε, καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε»... (Β´ Θεσ. Β´ 15).
Ἐπιστροφή στό Χριστό. Ὁ καθένας μας κι ἕνας ἄσωτος, πού γυρίζει στήν γεμάτη ἀγάπη, ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Ὁ καθένας μας, μέ τήν ἀπόφαση γιά μιά καινούργια καί ὁλοφώτεινη πορεία ἀναμόρφωσης καί ἀναγέννησης. Ὁ καθένας μας, καί ὅλοι μαζί: «Ὄπισθεν ὁλοταχῶς». Στόν Κύριο καί Θεό μας.

Μιχαὴλ Ε. Μιχαηλίδη, Θεολόγου

Ορθόδοξος Τύπος, 21/02/2014