.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ τῆς καινῆς διαθήκης, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» 
(θ. Λειτουργία)

 

 ΓΕΥΜΑΤΑ καὶ δεῖπνα κάνουν οἱ μεγάλοι, οἱ πλούσιοι, οἱ μεγιστᾶνες, ποὺ θέλουν νὰ ποικίλουν τὴν ἀνιαρὰ ζωή τους καὶ μ᾿ ἕνα γλέντι. Ἀλλὰ πόσοι προσκαλοῦνται σ᾿ αὐτά; Λίγοι, οἱ ἐπίσημοι· αὐτοὶ ποὺ εἶνε πάντα χορτᾶτοι. Ὁ πολὺς λαὸς μένει ἔξω ἀπὸ τὰ δεῖπνα τῶν μεγάλων. Θὰ σᾶς παρουσιάσω ὅμως ἕνα δεῖπνο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο ὅλα τὰ ἄλλα δεῖπνα εἶνε μία σκιά. Σ᾿ αὐτὸ εἶνε προσκεκλημένοι ὅλοι. Εἶνε δεκτὸς ἐξ σου τόσο ὁ πλούσιος ὅσο καὶ ὁ φτωχός, ὁ ἀγράμματος ὅσο καὶ ὁ ἐγγράμματος, ἡ γυναίκα ὅσο καὶ ὁ ἄντρας. Σ᾿ αὐτὸ μπορεῖ νὰ καθήσῃ δίπλα στὸν βασιλέα καὶ ὁ λοῦστρος, κι ὅταν δειπνοῦν οἱ προσκεκλημένοι παιανίζει ἡ μουσικὴ τοῦ οὐρανοῦ. Τὸ δεῖπνο αὐτὸ εἶνε ὁ μυστικὸς δεῖπνος τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἀδελφοί, ἐλᾶτε στὴν τράπεζα τοῦ Κυρίου. Ὁ Χριστὸς διανέμει τὰ προσκλητήρια. Εἶνε γραμμένα ὄχι μὲ μελάνι, ἀλλὰ μὲ αἷμα. Καὶ τί γράφει; Σᾶς διαβάζω τὸ προσκλητήριο· «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ τῆς καινῆς διαθήκης, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (θ. Λειτ.). Ἐλᾶτε λοιπόν. Πῶς νὰ σᾶς παραστήσω τὴν ὡραιότητα τοῦ δείπνου; Σᾶς λέγω μόνο, ὅτι ὁ μυστικὸς δεῖπνος, ἡ θεία κοινωνία, εἶνε μυστήριο ἀγάπης, μυστήριο ταπεινώσεως, καὶ μυστήριο ζωῆς. Τὶς τρεῖς αὐτὲς ἀπόψεις τοῦ ἁγιωτάτου μυστηρίου θὰ ἐκθέσω μὲ λίγα λόγια στὴν ἀγάπη σας.

Ἡ θεία κοινωνία εἶνε μυστήριο ἀγάπης. Ἀγάπης τίνος; Τοῦ Χριστοῦ μας. Πόσο μᾶς ἀγαπᾷ ὁ Χριστὸς μᾶς τὸ ἀποδεικνύει καθημερινῶς. Παντοῦ καὶ πάντοτε δεχόμαστε τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης του. Ὤ τὰ δῶρα τοῦ Χριστοῦ! Εἶνε πολλά, ἀναρίθμητα. Δικό του δῶρο εἶνε ἡ ζωή μας, ἡ τροφή μας, ὁ ἥλιος, ὁ ἀέρας ποὺ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἀναπνέουμε, καὶ τόσα ἄλλα. Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο δῶρο του ξέρετε ποιό εἶνε; Ἡ θεία κοινωνία. Γι᾿ αὐτὸ μιλᾶμε καὶ γιὰ «τίμια δῶρα». Στὸ μυστήριο αὐτὸ σὰν ποταμὸς ξεχειλίζει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας. Καμμιά μητέρα δὲν ἀγάπησε τὸ παιδί της τόσο ὅσο ὁ Χριστὸς τὸν ἄνθρωπο. Μεγάλη ἡ ἀγάπη τῆς μητέρας. Συνέβη, μιὰ μητέρα ποὺ βρέθηκε στὴν ἔρημο καὶ οἱ μαστοί της εἶχαν στειρεύσει, γιὰ νὰ μὴν πεθάνῃ τὸ παιδί της, ν᾿ ἀνοίξῃ τὴ φλέβα της καὶ νὰ τὸ ποτίσῃ μὲ τὸ αἷμα της. Αὐτὸ δείχνει τὴν ἀγάπη της. Ἀλλ᾿ αὐτὸ καὶ κάτι ἀνώτερο κάνει ὁ Χριστὸς καὶ βεβαιώνει τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸν ἀγαπᾷ, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔδωσε τὴ θεία κοινωνία, ποὺ εἶνε ἕνα μυστήριο ἀγάπης. Μυστήριο εἶνε καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πρὸς τὸ παιδί, τῆς γυναίκας πρὸς τὸν ἄντρα· ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο μυστήριο εἶνε ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὴ δείχνει ἰδίως διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας κοινωνίας.
Μυστήριο λοιπὸν ἀγάπης. Ἀλλὰ ἡ θεία κοινωνία εἶνε ἀκόμη καὶ μυστήριο ταπεινώσεως, ταπεινώσεως βαθυτάτης. Ταπεινώσεως τίνος; Τοῦ Χριστοῦ. Στὸ μυστήριο αὐτὸ θαυμάζουμε ὄχι μόνο τὴν ἀγάπη ἀλλὰ καὶ τὴν ταπείνωσι τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὴν ἐπίγειο ζωή του πολλὲς φορὲς ταπεινώθηκε ὁ Κύριος. Ταπεινώθηκε ὅταν, βασιλεὺς αὐτὸς οὐρανοῦ καὶ γῆς, γεννήθηκε μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο. Ταπεινώθηκε ὅταν καταδέχτηκε νὰ ὑποτάσσεται στὴν Παναγία μητέρα του καὶ τὸν δίκαιο Ἰωσήφ. Ταπεινώθηκε ὅταν ἐργαζόταν ὡς ἁπλὸς ἐργάτης, γιὰ νὰ ἐξοικονομῇ τὸ καθημερινό του ψωμί. Ταπεινώθηκε ὅταν καταδέχθηκε νὰ βαπτισθῇ ἀπὸ τὸν Πρόδρομο. Ταπεινώθηκε ὅταν, χωρὶς ἁμάξια καὶ ἄλογα χρυσοστολισμένα, πεζός, ἔτρεχε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ γιὰ νὰ μεταδώσῃ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, καὶ τόσες ἄλλες, ὁ Χριστὸς ταπεινώθηκε. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἔδειξε καὶ δείχνει τὴ μεγαλυτέρα ταπείνωσι, εἶνε ἡ θεία κοινωνία. Γιατί; Διότι στὶς παραπάνω περιπτώσεις ταπεινώθηκε μιὰ φορά· μιὰ φορὰ γεννήθηκε στὸ σπήλαιο, μιὰ φορὰ βαπτίσθηκε, μιὰ φορὰ περπάτησε στὴ γῆ. Ἀλλὰ στὸ μυστήριο αὐτὸ «ἀεὶ σφαγιάζεται ἁγιάζων τοὺς μετέχοντας» (θ. μετάλ.). Γιά σκέψου το λίγο. Σὲ ρωτῶ καὶ τὸ ἄλλο· Εἶδες ποτέ βασιλέα ν᾿ ἀφήνῃ τὸ ἀνάκτορό του καὶ νὰ πηγαίνῃ στὸ καλύβι τοῦ ἀλήτου, τοῦ λούστρου, νὰ κάθεται μαζί του, νὰ τρώῃ μαζί του, νὰ κοιμᾶται μαζί του; Ἐγὼ δὲν τὸ εἶδα ποτέ. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ―ὤ τῆς ταπεινώσεώς του!― καταδέχεται νὰ τὸν κοινωνῇ καὶ ὁ φθισικὸς καὶ ὁ λεπρὸς καὶ ὁ λοῦστρος καὶ ὁ πιὸ ἄσημος ἄνθρωπος. Χριστιανέ· ἐὰν δὲν σὲ συγκινῇ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τοὐλάχιστον δὲν σὲ συγκινεῖ ἡ τόση ταπείνωσίς του;
Καὶ τώρα ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς παρουσιάσω τὴν τελευταία ἄποψι τοῦ μυστηρίου. Διότι ἡ θεία κοινωνία εἶνε καὶ μυστήριο ζωῆς. Ζωῆς τίνος;Τοῦ Χριστοῦ, ζωῆς αἰωνίου καὶ μακαρίας. Ἡ θεία κοινωνία, ὅπως τὴν ὠνόμασε ὁ διος ὁ Χριστός, εἶνε «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς» (βλ. Ἰωάν. 6,35). Ἐὰν τὸ ψωμὶ τρέφῃ τὸ σῶμα, ἡ θεία κοινωνία τρέφει ψυχὴ καὶ σῶμα κατὰ τρόπο μυστηριώδη. Ὅπως δὲν γνωρίζουμε πῶς οἱ τροφὲς μεταβάλλονται σὲ αἷμα ―ἡ μεταβολὴ αὐτὴ εἶνε μυστήριο τῆς ἰατρικῆς―, ἔτσι καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ οίνου καὶ τοῦ ἄρτου εἶνε μυστήριο τῆς θρησκείας. Ἂς μᾶς ποῦν οἱ γιατροὶ πῶς οἱ τροφὲς γίνονται αἷμα, γιὰ νὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς πῶς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ γίνονται ζωηφόρο σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μεταδίδει τὴ ζωὴ στὴν ὕπαρξί μας. Προσωρινὴ ζωὴ μεταδίδουν οἱ ὑλικὲς τροφές, αἰωνία καὶ μακαρία ζωὴ μεταδίδει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀλλὰ ἡ θεία κοινωνία δὲν εἶνε μόνο ἡ τροφή, εἶνε κάτι περισσότερο· εἶνε καὶ τὸ ἐμβόλιο ποὺ προστατεύει τὴ ζωή μας. Φέρνω ἕνα παράδειγμα. Ἂς ὑποθέσουμε ―κακὸ νὰ μὴν ἔχουμε, ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ―, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι στὸν τόπο μας πέφτει τύφος. Τί θὰ κάνουμε τότε; Ὅλοι, μικροί – μεγάλοι, θὰ τρέξουμε νὰ ἐμβολιασθοῦμε μὲ τὸ ἀντιτυφικὸ ἐμβόλιο· διότι ὅλοι ἀγαποῦμε τὴ ζωή, μόνο παράφρονες δὲν τὴν ἀγαποῦν. Σὲ μία λοιπὸν φοβερὰ ἐπιδημία ὅλοι σπεύδουμε νὰ ἐμβολιασθοῦμε· καὶ οἱ στρατιῶτες στοὺς στρατῶνες, καὶ οἱ μαθηταὶ στὰ σχολεῖα, καὶ οἱ φυλακισμένοι στὶς φυλακές. Ἀλλ᾿ ἰδού, ἀδελφοί μου, μία ἄλλη ἐπιδημία, ἡ φοβερωτέρα ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο, ἡ ἐπιδημία τῆς ἁμαρτίας. Τὰ μικρόβια τῆς ἁμαρτίας ἐργάζονται περισσότερο ἀπὸ τὰ μικρόβια τοῦ τύφου. Κάνουν θραῦσι, καὶ θραῦσι μεγάλη. Λοιπὸν τί θὰ κάνουμε; Μόνοι μας ν᾿ ἀντιδράσουμε δὲ᾿ μποροῦμε. Ἔχουμε ἀνάγκη θείας βοηθείας. Καὶ εὐλογητὸς ὁ Θεός! ἐμβόλιο ἐναντίον τῆς φοβερᾶς νόσου τῆς ἁμαρτίας εἶνε ἡ θεία κοινωνία. Αὐτὸ εἶνε τὸ «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν». Τὸ ἐμβόλιο αὐτὸ δὲν κατασκευάζεται στὰ χημεῖα· κατασκευάστηκε πάνω στὸ Γολγοθᾶ. Καὶ ἔκτοτε ὅσοι ἀσθενοῦν στὴν ψυχή, ὅσοι δὲν θέλουν νὰ τοὺς θανατώσῃ ὁ ὄφις τῆς ἁμαρτίας, πλησιάζουν «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης» τὸ μυστήριο τοῦτο τῆς ζωῆς· ἐνισχύουν τὸν ψυχικὸ καὶ σωματικό τους ὀργανισμό, δέχονται ἐντός τους τὸ σπέρμα τῆς ἀθανασίας καὶ προχωροῦν πρὸς τὰ ἐμπρός.

Ἂς σταματήσω ὅμως, ἀγαπητοί μου. Γιατὶ ὅ,τι καὶ ἂν ποῦμε γιὰ τὸ μυστήριο τοῦτο, τὸ θέμα δὲν ἐξαντλεῖται. Πρὶν τελειώσω, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς διαβάσω ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ προσκλητήριο τοῦ Χριστοῦ· «Λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τὸ σῶμα μου… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμα μου…». Ἀκοῦς τὸ προσκλητήριο; πρόσελθε στὸ μυστήριο, τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης, τῆς ταπεινώσεως, τῆς ζωῆς. «Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος τοῦ Χριστοῦ» (κοντ. Μ. Τρ.). Μὴν ἀδιαφορήσῃς. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ὄρεξι νὰ φάῃ, πεθαίνει· κ᾿ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ὄρεξι νὰ κοινωνήσῃ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, θὰ πεθάνῃ πνευματικῶς. Ἂς προσέλθουμε ἀκόμη, γιὰ νὰ θαυμάσουμε τὴ ζωή, τὴν ἀγάπη, τὴν ταπείνωσι τοῦ Χριστοῦ, τὴ δύναμί του. Ἂς προσέλθουμε ὄχι ἁπλῶς μὲ καθαρὰ ἐνδύματα τοῦ σώματος, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μὲ καθαρὰ ἐνδύματα τῆς ψυχῆς. Ἂς προσέλθουμε ὄχι ὅπως ὁ Ἰούδας, ἀλλὰ ὅπως οἱ ἕνδεκα μαθηταί. Καὶ πρὶν προσέλθουμε ἂς ποῦμε μυστικὰ τὴν προσευχή·
Χριστέ μου, δέξου κ᾿ ἐμὲ τὸν ἀνάξιο στὸ μυστικό σου δεῖπνο. Δὲ᾿ θὰ σοῦ δώσω φίλημα ὅπως ὁ Ἰούδας· ἀλλὰ σὰν τὸ λῃστή, σὰν τὴν πόρνη, σὰν τὸν ἄσωτο, σὰν τὸν τελώνη κλαίω γιὰ τ᾿ ἁμαρτήματά μου, πέφτω ἐμπρὸς στὸ ματωμένο σου σταυρὸ καὶ ἐπαναλαμβάνω τὰ λόγια τοῦ ταπεινοῦ τελώνου καὶ τοῦ μετανοημένου λῃστοῦ· «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» καὶ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 18,13· 23,42). Γένοιτο!

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἀθηνῶν, Μ. Τετάρτη βράδυ τῶν ἐτῶν 1958-64)

ΟΙ ΕΠΤΑ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ λατρευτοῦ μας Χριστοῦ ξαπλώθηκε πάνω στὸ Σταυρό, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ σταυρωμένη ἀγάπη παρέδωσε τὸ πνεῦμα, ἑπτὰ λόγοι βγῆκαν ἀπὸ τὸ γλυκὸ καὶ ἄκακο ἐκεῖνο στόμα του. Καὶ εἶναι δικό μας καθῆκον νὰ ἀκούσουμε καὶ σήμερα μὲ ἱερὸ δέος αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὄχι μόνο γιατί εἶναι τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Κυρίου μας, ποὺ πρέπει νὰ τὰ θυμόμαστε συχνά, ἀλλὰ καὶ γιατί ἀποτελοῦν, θὰ ἔλεγε κανείς, τὴν διαθήκη Του, τὴν ἔκφρασι τῆς μεγίστης Του δωρεᾶς πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἀνακεφαλαίωσι ὅλης της διδασκαλίας Του.

Ὁ πρῶτος λόγος ἀκούσθηκε τὶς πρῶτες κιόλας στιγμὲς τῆς σταυρώσεως. Κι ἐνῶ πάνω σὲ κεῖνον τὸν λόφο ἀποκορυφώνεται ἡ ἔσχατη κραιπάλη καὶ μανία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ καρφώνουν, βρίζουν καὶ βλασφημοῦν τὸν Ἀναμάρτητο, Ἐκεῖνος ἐκδηλώνει ἀνάμεσα ἀπ᾿ τοὺς φρικτοὺς πόνους τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς Τοῦ τὴν ὑπέρτατη ἀγάπη Του γιὰ τοὺς παραστρατημένους. «ΠΑΤΕΡ, ΑΦΕΣ ΑΥΤΟΙΣ, ΟΥ ΓΑΡ ΟΙΔΑΣΙ ΤΙ ΠΟΙΟΥΣΙ». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησί Του στὴν ἀνθρώπινη κακία. Στὴν ἄβυσσο τῆς ψυχικῆς πυρώσεως, ἀντιπαρατάσσεται τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας συγγνώμης, ποὺ βρίσκει, στὶς τραγικὲς τοῦτες ὧρες, λόγους ἀφέσεως καὶ μεσιτείας γιὰ κείνους πού, ἐκτροχιασμένοι ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ἔκδικησεως καὶ τοῦ φθόνου, εἶχαν αὐτοκαταδικασθῆ στὴν ἴδια τὴν ταλαίπωρη συνείδησί τους, τὴν βάναυσα κακοποιημένη. Ὁ πρῶτος λόγος τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ καὶ ἐπικύρωσις τοῦ μοναδικοῦ στὸν κόσμον ὅλο κηρύγματος ποὺ ἀκούσθηκε ποτὲ στὸν πλανήτη μας. Τοῦ κηρύγματος τῆς ἀφειδώλευτης καὶ γνήσιας ἀγάπης πρὸς ὅλους, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐχθρούς μας. Ἦταν μία δέησι καὶ ἱκεσία, μὲ ἐπίκλησι σὰν ἐλαφρυντικοῦ της ἀγνοίας, ὑπὲρ τῶν διωκτῶν καὶ δημίων Του, ἔτσι γιὰ νὰ ἀντηχεῖ ἔκτοτε σὲ ὅλα τὰ πλάτη καὶ μήκη τῆς γῆς ὁ ἀπόηχός της, ἐμπνέοντος τὶς μυριάδες τῶν χριστιανῶν, ποὺ θὰ ἤθελαν, μιμούμενοι τὸν ἀρχηγό Τους, νὰ δείξουν πὼς μποροῦν νὰ νικοῦν τὸ κακὸ μὲ τὸ καλό, τὴ μοχθηρία μὲ τὴν ἀγάπη, τὸ συμφέρον μὲ τὴν ἀνιδιοτέλεια.

Ὁ δεύτερος λόγος τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἀπάντησις σὲ μία φωνὴ μετανοίας καὶ πίστεως. Στὴ φωνὴ τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ, ποὺ ἀνοίγει τὰ μάτια τοῦ μπροστὰ στὴν ὑπέρτατη κένωσι τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς πραγματικές της διαστάσεις τὴν αἰωνιότητα τῆς Βασιλείας Του. «ΑΜΗΝ, ΛΕΓΩ ΣΟΙ, ΣΗΜΕΡΟΝ MET᾿ ΕΜΟΥ ΕΣΗ ΕΝ ΤΩ ΠΑΡΑΔΕΙΣΩ». Ποιά, ἄραγε, πιὸ αὐθεντικὴ μαρτυρία περιμένουν ν᾿ ἀκούσουν ἢ νὰ βροῦν ποτέ, ὅσοι μὲ δυσπιστία στέκονται μπροστὰ στὴ μεταθανάτια ὀντολογικὴ πραγματικότητα; Καὶ πόσους, ἀλήθεια, θὰ καταδικάση καὶ ἡ μετάνοια ἡ ἔστω ὄψιμος καὶ ἡ πίστις τοῦ ληστοῦ αὐτοῦ, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ παρὰ τὶς κατακτήσεις τοῦ Ἰησοῦ μένουν ἀκόμη ἄπιστοι. Ὢ ναί. Ὅταν τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου διασκελίζει πρῶτος ἕνας μέγιστος ἁμαρτωλὸς ἀνανήψας ἐγκαίρως, ποιὸς ἀπὸ μᾶς τοὺς ταλαίπωρους ἁμαρτωλούς της ζωῆς θὰ βρεῖ ποτὲ δικαίωσι γιὰ τὴν ἐμμονή του στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πτώσεως; Γιατί τὸ παράδειγμα τοῦ ληστοῦ ὄχι μόνο βεβαιώνει τὴν ὕπαρξι τῆς οὐράνιας Βασιλείας, ἀλλὰ καὶ πείθει πὼς ὅλοι, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, ἔχουν δικαίωμα συμμετοχῆς στὴν αἰωνιότητα ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσουν καὶ ἀνάλογα νὰ πράξουν ὅσο εἶναι καιρός.

Καθὼς τώρα γιὰ τρίτη φορὰ ἀνοίγει τὸ στόμα Του ὁ Ἐσταυρωμένος ἀφήνει νὰ ξεπηδήσουν λόγοι στοργῆς καὶ προνοίας γιὰ τὴ μητέρα Του. «Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα, ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ:ΓΥΝΑΙ, ΙΔΟΥ Ο ΥΙΟΣ ΣΟΥ. Εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ ΙΔΟΥ Η ΜΗΤΗΡ ΣΟΥ». Καμιὰ μητέρα στὸν κόσμο δὲν ἔδειξε τόση στοργὴ γιὰ τὸ παιδί της, καὶ καμιὰ μητέρα δὲν δέχθηκε τόση στοργὴ ἀπὸ τὸ παιδί της, ὅσο ἡ Παναγία. Κι ἔπρεπε στὶς τραγικὲς τοῦτες ὧρες τῆς μεγάλης Του ὀδύνης νὰ μιλήσει τόσο εὔγλωττα ὁ Ἰησοῦς, γιὰ ν᾿ ἀφήση σὰν παρακαταθήκη σὲ ὅλους μας τὴν ἀνάγκη γιὰ ἰσόβιο σέβας καὶ φροντίδα γιὰ κείνους, ποὺ μᾶς χάρισαν τὴ ζωή.

Ὁ τέταρτος λόγος τοῦ Χριστοῦ ἀπ᾿ τὸν Σταυρὸ ἔχει μίαν ἀνείπωτη τραγικότητα καὶ δυσθεώρητο βάθος καὶ πλάτος. «ΘΕΕ ΜΟΥ, ΘΕΕ ΜΟΥ ΙΝΑ ΤΙ ΜΕ ΕΓΚΑΤΕΛΙΠΕΣ;». Αὐτὸς εἶναι ὁ δυσκολότερος λόγος, ποὺ κρύβει μέσα του ὠκεανὸ θεολογίας. Πολλοὶ τὸν ἐξήγησαν σὰν ξέσπασμα ἀπελπισμοῦ. Ἄλλοι σὰν γογγυσμὸ καὶ ἄλλοι σὰν ἀπογνώσεως φωνή. Ὄχι. Ὁ Κύριος δὲν ἐγόγγυσε ὅταν τὸν ἐγκατέλειψαν οἱ φίλοι, οὔτε ὅταν τὸν κατεδίκασαν ἀδίκως, οὔτε ὅταν τὸν ἐμαστίγωσαν. Παραπονεῖται τώρα γιὰ κάτι ποὺ τοῦ κοστίζει ἀκριβά. Κι αὐτὸ εἶναι ὁ χωρισμός Του, ἔστω καὶ πρόσκαιρος, ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἕνας χωρισμὸς ποὺ ὀφείλεται στὴν ἁμαρτία, ποὺ θεληματικὰ σηκώνει στοὺς ὤμους Του ὁ ἀναμάρτητος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει σὲ μία του ἐπιστολὴ πὼς ὁ Χριστὸς ἔγινε γιὰ χάρι μας κατάρα. Καὶ ἡ ἔκφρασις αὐτῆς τῆς κατάρας φάνηκε στοὺς λόγους Του αὐτούς, ποὺ εἶναι ἕνα αὐθόρμητο .ξέσπασμα ψυχικοῦ πόνου γιὰ τὴν ἐγκατάλειψι τοῦ Πατέρα, γιὰ τὸ ἀβυσσαλέο χάσμα ποὺ ἀνοίγει ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν Θεὸ ἡ ἁμαρτία. Καὶ νὰ σκεφθῆ κανεὶς μὲ πόση εὐκολία ἐμεῖς δουλεύουμε στὴν ἁμαρτία καὶ ἀψηφοῦμε αὐτή της τὴν συνέπεια.

Μιὰ καὶ μόνη λέξις εἶναι ὁ κατὰ σειρὰν πέμπτος λόγος τοῦ Χριστοῦ. Μικρὴ ἀλλὰ περιεκτική. «ΔΙΨΩ». Ἦταν μία δίψα βασανιστική, σωματικὴ δίψα, ἀπότοκός της αἱμορραγίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Ἀλλὰ ἦταν καὶ μία ἄλλη ψυχικὴ δίψα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἡ δίψα νὰ ἰδῆ τὰ ἀποστατήσαντα παιδιά Του νὰ ἐπιστρέφουν κοντά Του. Ἡ δίψα γιὰ τὴν σωτηρία τῶν σταυρωτῶν Του, γιὰ τὴν ἐξάπλωσι τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ τὸν ὀρθὸ προσανατολισμὸ τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τὴν ἀξιοποίησι τῶν νέων, γιὰ τὴν ἀνάδειξι ἐκλεκτῶν ποιμένων στὴν Ἐκκλησία Του, γιὰ τὴν παγίωσι τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο. Ἦταν δίψα γιὰ πνευματικὲς κατακτήσεις, γιὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς ἀγάπης παντοῦ, γιὰ τὴν στερέωσι τῆς πραγματικῆς δικαιοσύνης στὶς διανθρώπινες καὶ διεθνεῖς σχέσεις, γιὰ τὴ θεμελίωσι τοῦ πολιτισμοῦ πάνω στὴν κρηπίδα τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας, γιὰ τὴν ἀναχαίτισι τοῦ βαρβαρισμοῦ, γιὰ τὴν ἐπικράτησι τῆς ἀλήθειας. Ἦταν ἀκόμα δίψα γιὰ τὴ δικαίωσι τῶν ἀνθρώπινων προσδοκιῶν, γιὰ τὴν κατίσχυσι τῆς ἀρετῆς, γιὰ τὴ λάμψι τοῦ φωτὸς στὴν οἰκουμένη. Κι εἶναι ὥρα τώρα νὰ διερωτηθοῦμε ἂν ὕστερα ἀπὸ 2.000 χρόνια σήμερα μποροῦμε νὰ λέμε πὼς αὐτή Του ἡ δίψα ἔσβησε, ἢ ἂν ἀντίθετα τὰ γεγονότα μᾶς ἀναγκάζουν νὰ παραδεχθοῦμε πὼς ὁ Ἰησοῦς καὶ σήμερα ἀκόμα διψάει...

«ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ». Εἶναι ὁ προτελευταῖος, ἕκτος λόγοςτῆς ἀγωνίας τοῦ Σταυροῦ. Ὅλα πιὰ ἐτελείωσαν. Τὸ φοβερὸ μαρτύριο, μὲ τοὺς ἐμπαιγμούς, τὶς εἰρωνεῖες, τὸ μαστίγωμα, τὴν προδοσία, τὴν ἐγκατάλειψι, τοὺς πόνους, τὴ χολή. Τὸ ποτήρι τῆς πίκρας τὸ ἤπιε μέχρι τέλους. Ὅλα πιὰ τέλειωσαν. Τὸ γιγάντιο ἔργο τῆς λυτρώσεως. Ὁ διάβολος νικήθηκε. Ὁ νόμος παρῆλθεν, ἡ χάρις ἐξέλαμψεν, ὅπως ψάλλει ἐπινίκια ἡ Ἐκκλησία. Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας ἐξηγόρασε ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ὅλα τώρα τέλειωσαν. Οἱ προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν κατὰ γράμμα, τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα ἔγινε, ὁ κόσμος ὅλος σώθηκε. Καὶ δὲν μένει πιὰ παρὰ ὁ τελευταῖος λόγος.

«ΠΑΤΕΡ, ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΣΟΥ ΠΑΡΑΤΙΘΕΜΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΜΟΥ». Αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι μία Φωνὴ θριάμβου. Μὲ αὐτὴν ὁ Χριστὸς διακηρύσσει πὼς νίκησε τὴν ἁμαρτία. Ἀποθνήσκει ὄχι γιατί τὸ θέλουν οἱ ἐχθροί Του, ἀλλὰ γιατί τὸ θέλησεν αὐτός. Καὶ τώρα παραδίδοντας τὸ σῶμα Του στὸν θάνατο, γίνεται ὁ ἴδιος κυρίαρχός του θανάτου. Γι᾿ αὐτὸ τοῦ Κυρίου ὁ θάνατος γίνεται Ζωή, ποὺ διοχετεύεται στὶς ἀγωνιζόμενες ψυχὲς καὶ χαρίζει τὴ δυνατότητα τῆς νίκης στὴν κονίστρα τῆς ζωῆς.



Με το βλέμμα στραμμένο στο Γολγοθά



Ο Γολγοθάς του Κυρίου ανατέλλει πικρός και τούτη τη χρονιά. Ξεπροβάλλει ψυχρός και αδυσώπητος, βλοσυρός και ανίκητος να αποσπάσει μέσα από την αγκαλιά των ανθρώπων τον Ποιητή και Πλάστη μας, τον Θεάνθρωπο. Ο Γολγοθάς δεν συστέλλεται από συμπάθεια λόγω οικονομικών δυσκολιών. Δεν περιορίζει τη μανία του από αλληλεγγύη στο έθνος μας. Άλλες εποχές ούτε από πολέμους συγκινήθηκε ούτε από λιμούς ή συμφορές. Έρχεται πάντοτε κοντά 2000 χρόνια τώρα και ζητά το αίμα Εκείνου να του ποτίσει τα σπλάχνα. Κι εμείς άλλοτε με περισσότερες μέριμνες απασχολημένοι, άλλοτε με περισσότερη ευλάβεια, άλλοτε πεσμένοι, μέσα στην αμετανοησία και την εμπάθεια και κάποτε αραιότερα μάλλον στη συντριβή και στην μετάνοια, στην παράκληση και την επιστροφή.
Η σκιά του Γολγοθά ήδη σχίζει με τη θανατερή σιωπή του, την οχλαγωγία της περασμένης Κυριακής, σβήνει ήδη το ωσαννά! Σηκώνει ψηλά τον ανθρώπινο εγωισμό ώστε να τυφλωθεί τόσο που να αντέξει ο άνθρωπος ο χοϊκός να καταδικάσει τον Πλάστη του. Από κει ψηλά σηκωμένος κι εγώ στους ώμους του πικρού Γολγοθά, φέρνω με δυσκολία στο νου μου, τις πράξεις μου, τα έργα μου, τα λόγια που ξεστόμισα, τις συγγνώμες που δε ζήτησα. Με δυσκολία φέρνω στο νου και τον φρικτό Σταυρό του Κυρίου, στην κορυφή του Γολγοθά. Τα λόγια μου και οι πράξεις μου γίνονται για άλλη μια φορά καρφιά, γίνονται λόγχη «χολήν άμα και όξος», γίνομαι ο βασανιστής και ο σταυρωτής Του Κυρίου μου. Ζητώ, παρακαλώ την ευσπλαχνία Του να δώ το πρόσωπό Του. Μου το έχει αρνηθεί 40 χρόνια τώρα, δεν θα το αντέχω μάλλον... Μα εφέτος με λυπήθηκε, με σπλαχνίστηκε, με ελέησε. Με πήρε από τους ώμους του Γολγοθά και ανεβαίνω προς το Σταυρό να αντικρύσω το πρόσωπό του. Τα δάκρυά μου είναι καυτά, μπερδεμένα με τον ιδρώτα της αγωνίας θέλω να φωνάξω: «Μηηη…»
Πλησίασα πετώντας, είδα το αγκάθινο στεφάνι, την πινακίδα και σε μια στιγμή είδα το πρόσωπο, το σταυρωμένο, το μαστιγωμένο, το καρφωμένο γερά με τα καρφιά των δικών μου αμαρτιών... Είδα το πρόσωπο του γέροντα!

Ελευθέριος Κοσμίδης




«Τον νυμφώνα σου βλέπω»

Tον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα και σώσόν με», ψάλλει η Εκκλησία μας.
Η ψυχή του χριστιανού, η μετανοημένη ψυχή, αυτή που έχει συναίσθηση της αμαρτωλότητος και της ευθύνης, στρέφει τα μάτια της προς τον Νυμφίον της Εκκλησίας και γοερώς αναφωνεί: «Σωτήρα μου, Ευεργέτα μου, Συ που σταυρώθηκες γιά μένα την αμαρτωλή ψυχή· δεν έχω χιτώνα καθαρό, χιτώνα λελαμπρυσμένο από τα δάκρυα και την μετάνοια· ένδυμα δεν έχω αγνό. Πώς θα παρουσιασθώ ενώπιόν Σου, Ουράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης και καθαράς ψυχής! Ο νυμφώνας Σου είναι κεκοσμημένος, είναι θαυμάσια στολισμένος και όμορφος. Εγώ όμως δεν έχω ένδυμα, ίνα εισέλθω και κατοικήσω αιωνίως εν αυτώ. Σε παρακαλώ, Σε ικετεύω, Ουράνιε Νυμφίε της ψυχής μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε το ένδυμα της ψυχής μου, δώσε μου τα απαιτούμενα μέσα καθάρσεως για να λαμπρυνθή το ένδυμα αυτό και να αξιωθώ να γίνω μέτοχος, να γίνω άξιος να κατοικήσω μέσα σ' αυτόν τον ουράνιο και αιώνιο νυμφώνά Σου».

Η Βασιλεία του Θεού, η Άνω Ιερουσαλήμ, ο ουράνιος κόσμος, ο αιώνιος και αναλλοίωτος είναι ο νυμφώνας του Θεού, εκεί που κατοικεί ο Θεός εν φωτί, εκεί που οι άγγελοι ψάλλουν ακαταπαύστως το: «Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών». Σ' εκείνον τον ουράνιο κόσμο βρίσκεται η μακαριότητα του Θεού, η ευτυχία, το κάλλος και η ομορφιά.
Ψυχές κεκαθαρμένες και με τα δάκρυα αγνισμένες, αισθάνονται αυτόν τον ουράνιο νυμφώνα· από τώρα τον γεύονται· τον βλέπουν με τα μάτια της ψυχής· τον ορέγονται, τον ποθούν και νοσταλγούν την ημέρα και την ώρα που θα απέλθουν δια να κατοικήσουν εις αυτόν.
Ημείς όμως οι ταλαίπωροι άνθρωποι δεν έχουμε την πληροφόρησι της συνειδήσεως, γιατί η ψυχή μας δεν είναι καθαρή, μήτε το σώμα μας. Γι' αυτό ακριβώς και δεν είναι ανοιγμένα τα μάτια της ψυχής μας, να δούμε τον ουράνιο αυτό κόσμο, αυτήν την ομορφιά, την οποία είδε για λίγο ο Απόστολος Παύλος και ανεφώνησε από έκπληξι και θάμβος και είπε: «Ώ βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Ως ά- νεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού!...» (Ρωμ. 11, 33), και αλλού πάλιν «Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρ-δίαν άνθρωπου ουκ άνέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» (Α'Κορ. 2, 9).
Σ' αυτόν τον νυμφώνα τον ουράνιο καλούμεθα να γίνουμε οικήτορες, να κατοικήσουμε, να συναυλιζώμεθα μετά των Αγγέλων, μετά των Αγίων, σε ουράνια παστάδα, στην Άνω Ιερουσαλήμ, στο κάλλος της Βασιλείας των Ουρανών, στο φως το απρόσιτον, στον υπέρφωτον γνόφον της αγνωσίας του Θεού, αφού καθάρουμε τον χιτώνα της ψυχής μας.
Σ' αυτήν την κάθαρσι του χιτώνος, που καλούμεθα να επιτύχουμε, μας βοηθεί πάρα πολύ η Εκκλησία μας. Γι' αυτό, τον χρόνο αυτό, που ανοίχθηκε μπροστά μας και φέτος, αυτές τις άγιες ημέρες -με την γενική άποψι της νηστείας, όχι μόνον από τροφές, αλλά κυρίως από εγκράτεια κακών επιθυμιών-πρέπει ο κάθε χριστιανός που ποθεί να σωθή, να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις και τις αποφάσεις του και να αγωνισθή να ζήση πιο σεμνά, πιο απέριττα, πιο απλά, σταματώντας την εξωτερική προσπάθεια της καλλωπίσεως και στρεφόμενος στον εσωτερικό καλλωπισμό του. Το εξωτερικό σκεύος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά και τροφή των σκωλήκων και της φθοράς. Την ομορφιά όμως της ψυχής, όχι μόνο κανένα πράγμα δεν τη φθείρει, αλλά μάλλον το Πνεύμα του Θεού την εξωραΐζει προς το ευγενέστερον. Ο χρόνος ολοένα και συντέμνεται, όλο και λιγοστεύει.
Κάθε ημέρα που περνά, είναι και ένα βήμα προς τον θάνατο. Να ξέρετε, ότι και ένα μόνο δάκρυ ισοδυναμεί με το λουτρό. Όπως το λουτρό ανακουφίζει το σώμα και το πλύσιμο καθαρίζει το ένδυμα, ούτω πως και τα δάκρυα της μετανοημένης ψυχής αγνίζουν την καρδιά, αγνίζουν το νου, αγνίζουν το σώμα, αγνίζουν την ζωή, αγνίζουν τον λόγο, αγνίζουν ακόμα και την κάθε έκφρασι του ανθρώπου.
Να γονατίζουμε και να προσευχώμεθα με πολλή ταπείνωσι. Σε κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, της δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αυτό το βλέπουμε στην πόρνη του Ευαγγελίου κατά την Μεγάλη Τρίτη. Που ήξερε αυτή, μια γυναίκα του δρόμου να κάνη προσευχή; Αφ' ης στιγμής όμως απεφάσισε να μετανοήση και άρχισε να κλίνη προς το φως και προς την αλήθεια, της δόθηκε πνεύμα προσευχής. Πόσο ωραία είναι τα λόγια της μπροστά στον Σωτήρα! Γονάτισε μπροστά Του και ασφαλώς έκανε έναν εσωτερικό διάλογο μαζί Του! Εξέφρασε με όλη την καρδιά της την μετάνοιά της, διότι της απεκαλύφθη ότι Αυτός είναι ο μόνος Σωτήρας της και όλοι οι άλλοι την εξηπάτησαν. Είδε ότι μόνον ο Ιησούς, ο Χριστός, είναι Αυτός που θα της δώση το φώς, την ανακούφισι, την χαρά και την άφεσι των πολλών της εγκλημάτων.
«Δέξαι με -είπε- την αμαρτωλή, δέξαι μου το πέλαγος της αμαρτίας!». Και είδατε ότι τα δάκρυά της ήταν τόσα πολλά, που έβρεξαν τα άχραντα πόδια του Χριστού και αναγκάσθηκε να τα σκουπίση με την πλούσια κόμη της. Δεν χρειαζόταν άλλο μύρο για τον Χριστό μας. Το πολυτιμότερο μύρο ήταν τα δάκρυά της, που άξιζαν μεγάλο πλούτο.
Ήταν σε θέσι να εξαλείψουν όλο το χρέος που είχε απέναντι στον Θεό. Και ενώ ήταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στη βρωμιά και στη δυσωδία, τα πολύτιμα εκείνα δάκρυα την βοήθησαν να λαμπρύνη το ένδυμα της ψυχής της και να γίνη αποδεκτή από τον Σωτήρα μας. Εμείς, άραγε, πότε θα λαμπρύνουμε το ένδυμα της ψυχής μας;
Έτσι και κάθε αμαρτωλή ψυχή που κλαίει, που βρέχει νοερώς τα πόδια του Χριστού μας, δέχεται την αυτήν ανταπόκρισιν, την οποία δέχθηκε και η πόρνη γυναίκα. Δεν είναι μόνον το ότι σώθηκε, αλλά και έγινε φωτεινό παράδειγμα για κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί της δείχνει τον τρόπο, τον δρόμο και το φως για επιστροφή. Αν μπορούσε κανείς να εμβαθύνη στην ψυχή αυτής της γυναίκας, καθ' ην στιγμήν ωλοφύρετο και έκλαιγε και έβρεχε τους αχράντους πόδας του Ιησού, θα έβλεπε οποία η ανακούφισις, οποίον βάρος της έφυγε και οποίαν ανάπαυσιν έλαβε η συνείδησίς της. Ο Χριστός γι' αυτά τα δάκρυά της της έδωσε πλήρη την άφεσι όλων των αμαρτιών της. Έτσι και σε κάθε άνθρωπο, που επιστρέφει κοντά Του, του δίνει πλούσια την συγγνώμη, αρκεί να μετανοήση ειλικρινά. Ουδέν πρόβλημα μετά την μετάνοια. «Ου θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», λέγει ο Κύριος. Ορκίζεται στον εαυτόν Του ο Θεός και λέγει: «δεν θέλω κανένας άνθρωπος, καμμία ψυχή να χαθή και να κολασθή, αλλά θα την περιμένω. Θα εξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου και κάθε προσμονή για την επιστροφή της».
Ας ακολουθήσουμε τον φωτεινό δρόμο της μετανοίας· εάν μετανοήσουμε ειλικρινά, τότε ο Θεός δέχεται την μετάνοιά μας και δημιουργεί νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ο άνθρωπος από το βάρος της αμαρτίας, έρχεται στο σημείο να λέγη: «Μά, δύναται ο Θεός να μου συγχωρέση αυτά που έκανα;». Από τη μια πλευρά έχει δίκηο. Νοιώθει το βάρος κι αναρωτιέται, αν τόσο βάρος μπορεί να το σηκώση ο Θεός! Για όνομα του Θεού! Δεν μπορεί ο Θεός, ο Χριστός, το πέλαγος της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών, να σηκώση το βάρος μιας ψυχής αμαρτωλής; Μια χούφτα άμμος όταν ριφθή, μέσα στους ωκεανούς, έχει καμμία υπόστασι; Καμμία υπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στην επιφάνεια; Μηδαμώς. Ακριβώς ετσι είναι και όλα τα αμαρτήματα της ανθρωπότητος. Είναι ενα μηδέν εμπρός στην άβυσσο της ευσπλαχνίας του Θεού. Πολλώ μάλλον τα αμαρτήματα μιας και μόνον ψυχής!
Έρχεται όμως από τα δεξιά, ο αλλότριος της σωτηρίας του ανθρώπου, ο δαίμων και συμβουλεύει την ψυχή: «δεν συγχωρείσαι με τίποτε!» την σπρώχνει, την πιέζει και την «πρεσσάρει» για να την εξωθήση στο έγκλημα της αυτοκτονίας. Γι' αυτόν τον λόγο, ημείς ποτέ να μη πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ακόμη και αν κάθε ημέρα εγκληματούμε. Ποτέ να μη χάσουμε την ελπίδα, όσα κι αν πράττουμε, όσο κι αν πίπτουμε, όσο κι αν τραυματιζώμεθα και χτυπάμε· μηδαμώς απελπισία και απόγνωσις. Μα, θα πη ο λογισμός: «Έως πότε θα με περιμένη ο Θεός;» Εφ' όσον ο Θεός σου χαρίζει ζωή, αυτό είναι μία έγγύησις του Θεού ότι σε περιμένει. Δεν μπορείς εσύ να αποκλείσης το δικαίωμα της προσμονής του Θεού. Μ' αυτήν την ελπίδα, μ' αυτό το θάρρος να προσερχώμεθα στον Θρόνο της Χάριτος του Θεού.
Έχουμε αναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ανθρώπων, μακράν του Θεού ευρισκομένων, οι οποίοι επέστρεψαν και όχι απλώς σώθηκαν, αλλά άγγιξαν μεγάλα μέτρα αγιότητος.
Η Οσία Μαρία η Αιγύπτια τι ήτο; Πόσοι και πόσες σαν την Οσία Μαρία, δεν υπήρξαν αμαρτωλοί άνθρωποι, που έγιναν άγιοι κατόπιν! Γι' αυτό κανείς να μην απελπίζεται, αλλά να προσέρχεται με μετάνοια στον πνευματικό, που δύναται με τον λόγο του να οικειώση τον αμαρτωλό μετά του Θεού, να τον δικαιώσει αυτοστιγμεί. «Όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα και εν τω ουρανώ. Η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος έχει σε συγκεχωρημένον και λελυμένον και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Αυτομάτως το «κομπιούτερ» του Θεού χτυπάει μηδέν αμάρτημα και συγχρόνως ανοίγεται η πύλη της Βασιλείας των Ουρανών. ο νυμφώνας του Χριστού δέχεται τον άνθρωπο, τον προηγουμένως μη έχοντα «λελαμπρυσμένον» τον χιτώνα της ψυχής.
Γι' αυτήν την μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού, ας τον ευχαριστήσουμε, ας τον προσκυνήσουμε με όλη την ευγνωμοσύνη της ψυχής μας. Εάν ο Θεός δεν ήτο τόσον απείρως εύσπλαχνος, ουδείς ο σωζόμενος. Κανείς δεν θα εσώζετο, διότι ουδείς ευρίσκεται και υπήρξεν επί της γης άμεμπτος και χωρίς σφάλμα και κηλίδα. Ουδείς ημπορεί να καυχηθή ότι ετήρησε την καρδίαν του άμεμπτη και καθαρή. Η ευσπλαχνία του Θεού όμως είναι τόσο δραστική, το φάρμακο αυτό είναι τόσο φοβερό και τρομερό, που εξαλείφει τα πάντα. Κάνει τρομερές επεμβάσεις, απίθανες εγχειρήσεις και σώζει τον άνθρωπο από βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Εδώ βλέπουμε ψυχές, που έφυγαν από την ζωή αμετανόητες και «θεία επεμβάσει και θεία προνοία» δια πρεσβειών αγίων ανθρώπων, επεστράφησαν πίσω και έλαβαν την συγγνώμη. «Μετά θάνατον ουκ εστί μετάνοια» από την ίδια την κολασμένη ψυχή. Για να μετανοήση η ίδια, πρέπει να επιστρέψη στην ζωή. Ακόμη και τέτοια θαύματα έκανε η πρόνοια του Θεού, για να σώση τον άνθρωπο.
Ο νυμφώνας «ηνέωκται», ο Χριστός μας περιμένει· δεν πρέπει να βραδύνουμε. Το στάδιον της νηστείας και της καθάρσεως το βαδίζουμε τώρα, το λουτρό της μετανοίας μας περιμένει. Ας αξιοποιήσουμε τον χρόνο τώρα, που όλα συμβάλλουν στην μετάνοια. Τα λόγια της Εκκλησίας είναι όλα κατανυκτικά, αρκεί να προσέξουμε την έννοιά των. Ας γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα και ας επικαλούμεθα πνεύμα κατανύξεως και δακρύων να μας χαρίζη ο Θεός.
Κι όταν αγγίξη ο Θεός τα μάτια μας, να τον ευχαριστήσουμε, να ταπεινωθούμε και να Του εκφράσουμε την αδυναμία μας, κι ότι με την ευσπλαχνία Του και μόνον μετανοούμε και όχι ότι είμεθα ικανοί και άξιοι για μετάνοια. και το ότι πιστεύουμε στον Θεό και το ότι αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας είναι Χάρις Θεού, είναι ευσπλαχνία. Έάν η Χάρις δεν επισκιάση, ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Εάν σκεπτώμεθα επιστροφή, εάν μετανοούμε, εάν αλλάζουμε, αυτό είναι Χάρις Θεού. Για να έλθη η Χάρις του Θεού, είμεθα δεκτοί από την Χάρι.
Ας μετανοήσουμε όσο είναι στην διάθεσί μας ο χρόνος, όσο έχουμε τον καιρό μπροστά μας. Ο Θεός είναι τόσο καλός, ο Ουράνιος Πατέρας έχει τέτοια καρδιά που όλοι χωράμε μέσα Του, αρκεί να προσέλθουμε εν μετανοία και εξομολογήσει. Ιδιαίτερα τώρα να προσερχώμεθα στις Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι είναι γεμάτες κατάνυξι και χάρι. Τι ωραίο το Χερουβικό της Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι εκείνο το Χερουβικό του Μεγάλου Σαββάτου, τι δογματική και θεολογία περιέχει!
Ας βιάσουμε τους εαυτούς μας, για να βρεθούμε γρηγορούντες και νήφοντες και να καταπολεμήσουμε την αμέλεια και τη ραθυμία, γιατί αυτά εμποδίζουν τα αγαθά του Θεού προς τον άνθρωπο. Έρχεται ο δαίμων και μας φέρνει κόπωσι, κομάρες και μας ψιθυρίζει: «μη κάνης τις μετάνοιες, μη σηκώνεσαι τώρα για προσευχή, είσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θα πας για δουλειά και τόσα άλλα». Ας μη τον ακούσουμε, ας βιασθούμε, διότι δεν ξέρουμε μετά από λίγες στιγμές τι μπορεί να συμβή. «Όπου εύρω σε, εκεί και κρινώ σε». Αν μας βρη επάνω στη βία, θα μας κατάταξη μετά των βιαστών. Αν μας βρη στην αμέλεια και στη ραθυμία, θα μας κατατάξη μετά των ραθύμων και των αποτυχημένων.
Να βοηθήσουμε και τους συνανθρώπους μας· να τους μιλήσουμε για τον Θεό, για την αγάπη του Ουρανίου Πατρός· να τους δώσουμε θάρρος κι ελπίδα. Μία ψυχή να βοηθήσουμε, είναι η μεγαλυτέρα ελεημοσύνη. Όπως κι εμάς μας βοήθησαν άλλοι άνθρωποι, οφείλουμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο.
Ας βιασθούμε λοιπόν σε όλα, για να εισέλθουμε στον νυμφώνα του Χριστού· διότι «των βιαστών είναι η Βασιλεία των Ουρανών». Αμήν.

πηγή κειμένου: γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου 
«Η τέχνη της σωτηρίας», 
εκδ. Ιεράς Μονής Φιλοθέου, Άγιον Όρος, 2005.


http://sophia-siglitiki.blogspot.gr

Ἀμέλεια...



«Δεινὸν ἡ ῥαθυμία! μεγάλη ἡ μετάνοια!…» 
(αἶν. Μ. Τετ.)

Ἐάν, ἀγαπητοί μου, σᾶς πῶ ὅτι ἕνα περιστέρι ἔγινε κοράκι καὶ ἕνα κοράκι ἔγινε περιστέρι, δὲν θὰ τὸ πιστέψετε. Καὶ δικαίως.Διότι τέτοιες μεταβολὲς δὲν γίνονται στὴ φύσι. Τὸ περιστέρι μένει περιστέρι, τὸ κοράκιμένει κοράκι· ἡ τίγρις μένει τίγρις, τὸ ἀρνάκι μένει ἀρνάκι.
Ἀλλ᾿ ἐνῷ στὴ φύσι δὲν συμβαίνουν τέτοιες μεταβολές, στὸν ἠθικὸ κόσμο συμβαίνουν· εἶνε μεταβολὲς ποὺ μᾶς κάνουν νὰ θαυμάζουμε.
Ἕνα τέτοιο θέαμα μᾶς παρουσιάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας· μᾶς δείχνει ἀπ᾿ τὸ ἕνα μέρος ἕνα περιστέρι ποὺ ἔγινε κοράκι, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο ἕνα κοράκι ποὺ ἔγινε περιστέρι. Ποιό εἶναι τὸ κοράκι, ποιό εἶναι τὸ περιστέρι; Περιστέρι εἶναι ὁ Ἰούδας – ἔτσι τοὐλάχιστον φαινόταν ἐξωτερικῶς· αὐτὸς ἔγινε μαῦρος σὰν τὸ κοράκι. Καὶ ποιό τὸ κοράκι ποὺ ἔγινε περιστέρι;

Ἡ πόρνη· μαύρη σὰν τὸ κοράκι ἦταν, καὶ ἔγινε ἄσπρη σὰν τὸ περιστέρι. Ἀλλὰ πῶς ἔγινε αὐτὴ ἡ μεγάλη μεταβολή, ποὺ ὑπερβαίνει καὶ τὶς μεταμορφώσεις τοῦ Ὀβιδίου; Ἔγινε ἡ μεταβολή, ἡ ἠθικὴ αὐτὴ μεταμόρφωσις, διότι ὁ μὲν Ἰούδας πῆρε ὡς σύντροφο τὴ ῥαθυμία καὶ τὴν ἀμέλεια , ἐνῷ ἡ πόρνη πῆρε ὡς σύντροφο καὶ συνοδοιπόρο τὴ μετάνοια . Καὶ ὁ ὑμνῳδὸς θαυμάζει καὶ λέει· «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία! μεγάλη ἡ μετάνοια!» (αἶν. Μ. Τετ.) .
«Δεινὸν ἡ ῥαθυμία!». Φοβερὸ πρᾶγμα ἡ ἀμέλεια . Παντοῦ σὲ ὅλες τὶς ὑποθέσεις εἶναι φοβερὴ ἡ ἀμέλεια· ἰδίως ὅμως εἶνε φοβερὴ ὅταν κανεὶς ἀμελῇ στὴ μεγαλύτερη ὑπόθεσιτῆς ζωῆς μας, τὴ μετάνοια.
«Τὸ ζητούμενον ἁλωτόν, ἐκφεύγει δὲ τἀ μελούμενον» , ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι (Σοφοκλ., Οἰδ. τύρ., στ. 110-111). 
Δηλαδή, ἐκεῖνο ποὺ κυνηγᾷς τὸ πιάνεις, ἐνῷ ἐκεῖνο ποὺ τ᾿ ἀφήνεις καὶ τὸ παραμελεῖς, κάνει φτερὰ καὶ φεύγει, γίνεται πουλὶ ἄπιαστο. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε καὶ στὸν Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας εἶχε ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ γίνῃ ἅγιος. Ἔζησε κοντὰ στὸ μεγαλύτερο διδάσκαλο τῶν αἰώνων, τὸ Χριστό. Ὁ Χριστὸς δὲν δίδασκε μόνο τὰ ὡραιότερα πράγματα, ἀλλὰ –τὸ σπουδαιότερο– ὅ,τι δίδασκε τὸ εἶχε ἐφαρμόσει πρῶτος στὴ ζωή του. Λαμπρά, λοιπόν, διδασκαλία καὶ ἄριστο παράδειγμα καὶ ἄριστο περιβάλλον εἶχε ὁ Ἰούδας. Ζοῦσε μέσα σὲ μία ἀτμόσφαιρα πνευματική. Δὲν συναναστρεφόταν μὲ μέθυσους, πόρνους, κακοποιούς. Εἶχε καθημερινὴ συναναστροφὴ μὲ τὸν εὐαίσθητο Ἰωάννη, μὲ τὸ φλογερὸ Πέτρο, μὲ τὸ φιλότιμο Ἀνδρέα καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους. Ἔτρωγε μαζί τους, προσευχόταν μαζί τους, μελετοῦσε μαζί τους τὶς ἅγιες Γραφές, κοιμόταν καὶ ξυπνοῦσε μαζί τους.
Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ Ἰούδας ἔπεσε. Διέπραξε τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα· Ἐπρόδωσε τὸν Διδάσκαλο. Ἔπεσε ὁ Ἰούδας,  «καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτοῦ μεγάλη» (πρβλ. Ματθ. 7,27).
Καὶ γιατί ἔπεσε; Διότι ἀμέλησε. Δὲν πρόσεξε καλὰ τὸν ἑαυτό του, δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἀγαποῦσε μὲν τὸν Διδάσκαλο, ἀλλὰ ἐρωτοτροποῦσε καὶ μὲ τὸν διάβολο. Ὁ δὲ σατανᾶς εἶνε φοβερός. Ἐφαρμόζει τὸν τρόπο τοῦ δρυοκολάπτη. Τί εἶνε ὁ δρυοκολάπτης;
Ἕνα πουλὶ τοῦ δάσους. Καὶ τί κάνει; Μὲ τὴ μύτη, μὲ τὸ ῥάμφος του, χτυπάει γύρω – γύρω τὸν κορμὸ τοῦ δέντρου. Κι ὅπου ἀντιληφθῇ ὅτι κάτω ἀπὸ τὸ φλοιὸ εἶνε κούφιο, ἐκεῖ τρυπᾷ τὸ ξύλο καὶ τρώει τὰ ἔντομα ποὺ ὑπάρχουν. Τὸ ἴδιο κάνει κι ὁ σατανᾶς. Περιτριγυρίζει τὴν ψυχή μας κι ὅπου βρῇ ἀδύνατο μέρος, κουφάλα, ἐκεῖ βυθίζει μὲ τρόπο τὸ ῥύγχος του, δημιουργεῖ ῥῆγμα, κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἀρχίζει τὸ ἔργο τῆς καταστροφῆς. Καὶ στὸν χαρακτῆρα λοιπὸν τοῦ Ἰούδα βρῆκε μία ἀδύνατη πλευρά. Ἡ ἀδύνατη πλευρὰ τοῦ Ἰούδα, ἡ ἀχίλλειος πτέρνα του, ἦταν ἡ φιλαργυρία. Ἡ ψυχή του ἑλκυόταν ἀπὸ τὸ χρῆμα. Τὸ χρῆμα ἦταν ἡ ἀδυναμία του. Καὶ τὴν ἀδυναμία αὐτή δὲν προσπάθησε νὰ τὴν ἐξαλείψῃ. Δὲν πολέμησε τὸ σατανᾶ, ποὺ τοῦ παρουσίαζε νύχτα-μέρα ἐμπρός του τὴν εἰκόνα τοῦ χρυσοῦ. Ἀπὸ τὴν ἀμέλειά του ἄφησε τὴν ψυχή του ἀφύλαχτη. Ἔτσι ὁ σατανᾶς εἰσῆλθε στὴν καρδιά του. Μπῆκε ὅπως μπαίνει ὁ κλέφτης ὅταν ἀφήσουμε τὴν πόρτα ἢ τὸ παράθυρο ἀνοιχτά. Μπῆκε ὅπως ὁ πλημμυρισμένος ποταμὸς ποὺ σπάει τὸ φράγμα καὶ ὁρμᾷ ἀκράτητος στὸν κάμπο καὶ καταστρέφει τὰ πάντα. Μπῆκε ὅπως μπαίνει ὁ ἐχθρὸς στὸ φρούριο καὶ σφάζει τοὺς στρατιῶτες ὅταν οἱ φρουροὶ ἀποκοιμηθοῦν καὶ σταματήσουν νὰ φωνάζουν «φύλακες, γρηγορεῖτε». Αὐτὸ ἔπαθε ὁ Ἰούδας. Αὐτὸ παθαίνουν καὶ ὅλοι ὅσοι ἀμελοῦν καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ὁ διάβολος τοὺς δένει σήμερα λίγο, αὔριο περισσότερο, μεθαύριο ἀκόμη περισσότερο, ἕως ὅτου τοὺς δέσῃ τόσο σφιχτὰ καὶ πανοῦργα, ὥστε νὰ τοῦ παραδώσουν ψυχὴ καὶ σῶμα καὶ νὰ γίνουν αἰχμάλωτοί του διὰ τῶν παθῶν. Πόσο δίκιο ἔχει ὁ ὑμνῳδὸς ὅταν λέει· «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία»!Ἀλλ᾿ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Ἐκκλησία μᾶς δείχνει μία πόρνη καὶ μᾶς φωνάζει· «Μεγάλη ἡ μετάνοια!» . Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμις τῆς μετανοίας. Διότι τί ἦταν ἡ πόρνη; Μία γυναίκα τῆς ἁμαρτίας, ἕνα σκουλήκι ποὺ κυλιόταν μέσα στὸ βόρβορο, ἕνα κουρέλι τοῦ δρόμου ποὺ τὸ πατοῦσαν ὅλοι, μία νυχτερίδα τῆς ἡδονῆς.Ὅπως ἡ νυχτερίδα βγαίνει στὰ σκοτεινά, ἔτσι καὶ ἡ πόρνη νύχτα ἅπλωνε τὰ δίχτυα της. Πόσες τέτοιες νυχτερίδες ὑπάρχουν καὶ σήμερα καὶ δουλεύουν στὰ καταγώγια τῆς διαφθορᾶς γιὰ νὰ πιάσουν στὰ δίχτυα τοὺς ἄμυαλους νέους ἀλλὰ καὶ γέρους. Ἀλλὰ τώρα; Ὤ, τώρα ἡ πόρνη μετανοεῖ!
Ὁ μαθητὴς καὶ ἀπόστολος φεύγει ἀπὸ τὸ Χριστό, ἐνῷ αὐτὴ τρέχει πρὸς τὸ Χριστό. Ἀλήθεια· ὅταν βλέπω πόρνες νὰ μετανοοῦν, θυμᾶμαι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ· «Οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρ- ναι προάγουσιν ὑμᾶς (σᾶς ξεπερνοῦν) εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 21,31). 
Ὁ Ἰούδας ἔπεσε στὸ δρόμο καὶ δὲν ξανασηκώθηκε πιά· ἡ πόρνη, ποὺ εἶχε πέσει στὴ λάσπη, σηκώθηκε, ἄφησε «τὰ ἔργα τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας» (οἶκ. Μ. Τετ.), ἔτρεξε σὰν καλὸς δρομέας,  πέρασε τὸν Ἰούδα, προχώρησε στὸν ἅγιο δρόμο, καὶ τερμάτισε νικήτρια. «Μεγάλη ἡ μετάνοια!». Μετανόησε ὄχι ὅπως μετανοοῦμε ἐμεῖς· ἔδειξε μετάνοια πραγματική. Δὲν τὴ βλέπετε; Τὰ μαλλιά της, ποὺ τὰ στόλιζε καὶ τὰ ἔκανε πλοκάμια τοῦ διαβόλου, τὰ κάνει τώρα πετσέττα γιὰ νὰ σκουπίσῃ τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Λυτρωτοῦ της. Καὶ τὰ μάτια της, μὲ τὰ ὁποῖα τόσους θὰ εἶχε παγιδεύσει στὴν ἀκολασία, τώρα τὰ κάνει βρύση ποὺ τρέχει δάκρυα. Κάθε δάκρυ κ᾿ ἕνα διαμάντι τοῦ οὐρανοῦ, κάθε ἀναστεναγμὸς καὶ μιὰ χαρὰ τῶν ἀγγέλων. Κλαίει. Καὶ μόνο κλαίει;  Κάνει καὶ κάτι ἄλλο, ποὺ φανερώνει τὴ μετάνοιά της, τὴν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσί της στὸ Χριστό. Ἀγοράζει ἕνα δοχεῖο μὲ τὸ καλύτερο μύρο. Αὐτὴ ποὺ ἄλλοτε ἦταν ἕνα κινητὸ μυροπωλεῖο τῆς ἁμαρτίας καὶ μὲ κολώνιες καὶ ἀρώματα τραβοῦσε κοντά της καὶ παγίδευε τοὺς ἄντρες, τώρα παίρνει τὸ δοχεῖο τοῦ μύρου, τὸ σπάει, καὶ χύνει ὅλο τὸ ἄρωμα στὸ Χριστό.
Ἀδελφοί μου! Δὲν ἐπιμένω περισσότερο στὴν περιγραφὴ τῆς μετανοίας τῆς πόρνης.Ὅπου φωνάζουν τὰ πράγματα, τὰ λόγια περιττεύουν. Τὸ τροπάριο τῆς Κασσιανῆς, ποὺ ἀκοῦμε ἀπόψε, τί εἶνε; Εἶνε ἡ προσευχὴ τῆς πόρνης ποὺ μετανοεῖ· «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή… Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;» . Ἂς τὸ κάνουμε τὸ τροπάριο αὐτὸ κ᾿ ἐμεῖς δική μας προσευχή, γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε τὸ μεγαλεῖο του καὶ νὰ δοκιμάσουμε τὴ γλυκύτητά του. Ἀλλὰ πότε;
Ὅταν κ᾿ ἐμεῖς μετανοήσουμε ὅπως ἡ πόρνη καὶ ὅπως τόσοι ἄλλοι ἁμαρτωλοὶ ποὺ βρῆκαν στὴ μετάνοια τὸ λιμάνι τους. Λιμάνι σωτηρίας ἡ μετάνοια. Κάτι περισσότερο· εἶνε σωσίβιο. Κάθε ἁμαρτωλός, δηλαδὴ κάθε ἄνθρωπος (διότι τις «ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει»;- νεκρ. ἀκολ.), καθένας ἀπὸ μᾶς, εἶνε ἕνας ναυαγός, ποὺ παλεύει μέσ᾿ στὰ κύματα τῆς ἁμαρτίας καὶ κινδυνεύει νὰ γίνῃ τροφὴ τοῦ δράκοντα τῆς ἀβύσσου. Ἀλλὰ ὁ Χριστός, ποὺ δέχτηκε τὴν πόρνη καὶ τὸ λῃστή, στέκεται στὸ βράχο –δὲν τὸν βλέπετε;– καὶ ῥίχνει – τί; Ῥίχνει συνεχῶς σωσίβια· γιὰ κάθε ἁμαρτωλὸ κ᾽ἕνα σωσίβιο. 
Ἀδελφέ μου συναμαρτωλέ! Καὶ γιὰ σένα ἔχει σωσίβιο ὁ Χριστός! Ἅρπαξέ το ὅπως ἁρπάζει ὁ ναυαγὸς τὴ σανίδα. Ἐὰν τὸ κάνῃς, θὰ αἰσθανθῇς μία χαρὰ ποὺ ποτέ στὴ ζωή σου δὲν αἰσθάνθηκες. Ὁ Χριστὸς θὰ σὲ δεχθῇ. Οἱ ἄγγελοι θὰ χειροκροτήσουν, θὰ ξεκρεμάσουν τὶς κιθάρες τους, καὶ θὰ ψάλλουν· «Δόξα στὸ Χριστό, τὸ σωτῆρα τῶν ἁμαρτωλῶν· δόξα στὸ Λυτρωτή». Διότι μεγάλη χαρὰ γίνεται στὰ οὐράνια γιὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ μετανοεῖ (πρβλ. Λουκ. 15,7,10,32).
Εἴθε τὴ χαρὰ τῆς μετανοίας ὅλοι νὰ δοκιμάσουμε.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία συνετάχθη πιθανὸν τὸ 1962.

"Οὐ κέκτημαι καιομένην λαμπάδα"

«Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ».

Κοντά στίς ἄλλες ὠφέλειες πού μπορεῖς νά δεχθεῖς ἀπό τήν ἁγία μελέτη, αὐτή τοῦ Ἐσταυρωμένου εἶναι:


α) Νά λυπᾶσαι καί νά πονᾶς ὄχι μόνο γιά τίς περασμένες σου ἁμαρτίες, ἀλλά καί γιά τά πάθη πού ζοῦν ἀκόμη μέσα σου, τά ὁποῖα ἔβαλαν τόν Κύριό σου στό Σταυρό.

β) Νά Τοῦ ζητήσεις συγχώρεση γιά τά πταίσματά σου καί Χάρη, νά μισήσεις τέλεια τόν ἑαυτό σου· γιά νά μή Τόν λυπήσεις πλέον. Μάλιστα γιά ἀνταμοιβή τῶν τόσων παθημάτων Του, νά Τόν ἀγαπᾶς καί νά Τόν ὑπηρετεῖς στό ἑξῆς τέλεια· πρᾶγμα τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά γίνει χωρίς αὐτό τό ἅγιο μῖσος τῶν ἁμαρτιῶν σου.

γ) Νά διώχνεις ἀπό μέσα σου κάθε κακή κλίση, ὅσο μικρή κι ἄν εἶναι.

δ) Νά ἀγωνίζεσαι μέ ὅλη σου τήν δύναμη νά μιμῆσαι τίς ἀρετές τοῦ Λυτρωτῆ σου, πού ἔπαθε ὄχι μόνο γιά νά μᾶς σώσει πληρώνοντας γιά τίς ἁμαρτίες μας, ἀλλά καί γιά νά μᾶς δώσει παράδειγμα γιά νά ἀκολουθήσουμε στά ἅγια ἴχνη Του:

«Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ».
(Α’ Πέτρου 2, 21)

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης 

Ο μπάρμπα-Θόδωρος ο ανεξομολόγητος




Ο μπαρμπα-Θεόδωρος ζούσε σ’ ένα χωριό του Ξηρομέρου της Αιτωλοακαρνανίας. Ήταν περίπου 52 ετών και δεν είχε ποτέ εξομολογηθή. Πήγαινε όμως στην Εκκλησία και είχε καλή προαίρεση.

Κάποτε, όταν βρέθηκε στον Αστακό, (κωμόπολη) για μία υπόθεση του, πήγε στον Ι. Ναό του αγίου Νικολάου, βρήκε τον εφημέριο π. Ιερόθεο, που ήταν και Πνευματικός, και εξωμολογήθηκε. Έκανε μια τυπική εξομολόγηση και τις βαρειές αμαρτίες δεν τις είπε. Εκείνος για να τον στηρίξη στην μετάνοια, του συνέστησε να επισκεφθή την ιερά Μονή του αγίου Γερασίμου στην Κεφαλληνία που πανηγυρίζει το καλοκαίρι στις 16 Αυγούστου.

Πράγματι, ο αείμνηστος μπαρμπα-Θεόδωρος, μετέβη με άλλους προσκυνητές στο μοναστήρι του αγίου Γερασίμου στις 15 Αυγούστου. Το απόγευμα της 15ης Αυγούστου μεταφέρουν την τιμία Λάρνακα του αγίου Γερασίμου στον μεγάλο ναό για την τελετή της πανηγύρεως. Κατά την μεταφορά η Λάρνακα του Αγίου περνά πάνω από αρρώστους, κυρίως δαιμονισμένους και την συνοδεύει ο Αρχιερεύς της περιοχής, περιστοιχούμενος από πλειάδα ιερέων της νήσου Κεφαλλονιάς. Βρέθηκε λοιπόν και ο μπαρμπα-Θεόδωρος εκεί κοντά, σαν τον Ζακχαίο, παρακολουθώντας την τελετή της μεταφοράς της τίμιας Λάρνακας του Αγίου.

Τότε λοιπόν ξεπετάχτηκε ένας δαιμονισμένος και άρχισε να λέγη: «Θόδωρε, τί θέλεις εσύ εδώ; Ήλθε και ο Θόδωρος στον Καψάλη!» (Έτσι αποκαλεί τον άγιο Γεράσιμο ο διάβολος). Μετά απευθυνόμενος σ’ έναν άλλο δαιμονισμένο του λέγει: «Θωμά, ακούς; Ήλθε και ο Θόδωρος στον Καψάλη! Δος του χαβαδάκι!». Άρχισαν, λοιπόν, να του φωνάζουν υπενθυμίζοντας και αμαρτίες, τις οποίες δεν είχε εξομολογηθή και οι οποίες ήταν θανάσιμες, ενώ αυτός ένιωθε καταντροπιασμένος.

Ακούοντας όλα αυτά ο μπαρμπα-Θεόδωρος, έντρομος έτρεξε μπροστά στην τιμία Λάρνακα και απευθυνόμενος στον αείμνηστο Αρχιερέα π. Ιερόθεο Βουή, του λέγει: «Τρελλαίνομαι, θέλω Πνευματικό να εξομολογηθώ τώρα». Τότε ο αείμνηστος Αρχιερεύς σταμάτησε την πομπή, δέχθηκε με στοργή τον μπαρμπα-Θεόδωρο και ανέθεσε σ’ ένα Πνευματικό να τον εξομολογήση κατ’ ιδίαν μέσα στον μικρό Ι. Ναό, ενώ η πομπή συνέχισε την πορεία της. Μετά οι δαιμονισμένοι δεν μπορούσαν πλέον να του πουν τίποτε, γιατί είχαν σβηστή οι αμαρτίες του με την καλή εξομολόγηση.


Αυτά τα διηγήθηκε αυτούσια ο αείμνηστος μπαρμπα-Θεόδωρος, ο οποίος από τότε άλλαξε ριζικά την ζωή του, ζώντας με συνεχή μετάνοια και τηρώντας με φόβο Θεού τις εντολές του Χριστού. Έφτασε σε ηλικία 95 ετών και απεβίωσε εν ειρήνη και μετανοία την 23η Απριλίου 2000. Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.

Ασκητές μέσα στον κόσμο.

Ο ίδιος ο Χριστός είναι η Ζωή και ο Παράδεισος

Ας υποθέσουμε θεωρητικά ότι πέθανες.

Πηγαίνεις στον Παράδεισο και δύο χρυσόμορφοι Άγγελοι παραστέκουν δίπλα σου δείχνοντάς σου τα απερίγραπτα κάλλη του Παραδείσου. Εσύ τότε κατευτυχισμένος φτάνεις στις θύρες και εκεί βλέπεις τον Χριστό να σε περιμένει και να σε ρωτά κατάματα:

- Παιδί μου να! Ο Παράδεισος που κέρδισες ! με τα καλά σου έργα, μπορείς να τον απολαύσεις αιωνίως. Όμως πρέπει να ξέρεις ότι από εδώ και στο εξής εγώ θα πορευθώ στην κόλαση να κάνω συντροφιά στους κολασμένους. Λοιπόν τι διαλέγεις; Να έρθεις μαζί μου, δίπλα μου, στην κόλαση, αφού λες ότι με αγαπάς, ή να καθήσεις χωρίς εμένα στον Παράδεισο;

Τι θα του απαντούσαμε άραγε του Χριστού;

Βέβαια τούτο το ερώτημα ουσιαστικά δεν στέκει, διότι και εάν υποθέσουμε ότι ο Κύριος πήγαινε στην κόλαση ευθύς αμέσως αυτή θα μεταμορφωνόταν σε Παράδεισο, αφού ο ίδιος ο Χριστός είναι η Ζωή και ο Παράδεισος.

Όμως το δίλημμα είναι πολύ υπαρκτό:


Αγαπάς Τον Χριστό επειδή σου χαρίζει τον Παράδεισο να περνάς καλά εκεί ή επειδή η καρδιά σου φλέγεται για το Πανάγιο βασανισμένο πρόσωπό Του.

Βλέπετε και τις Μυροφόρες στο μνήμα;

Δεν τους νοιάζει αν ο Χριστός αναστήθηκε ή όχι, δεν τους νοιάζει αν δικαιωθήκανε οι προσδοκίες του ή όχι και παρότι τον έχουνε για πεθαμένο, μία άψυχη νεκρική σωρό, ακόμη τον πιστεύουνε ως Θεό και τον φωνάζουνε Κύριο.

Αντιθέτως οι άντρες, οι Μαθητές, όχι μόνο φοβούνται να πλησιάσουν το Μνήμα δια τον φόβο των Ιουδαίων, αλλά δεν θέλουν επ’ ουδενί να έρθουν σε ένα κοιμητήρι, ταπεινωμένοι και αντιμέτωποι με την αποτυχία των ονείρων και των προσδοκιών τους. Γι' αυτό και ο Χριστός κατόπιν τους ελέγχει «δια τὴν ἀπιστίαν καὶ σκληροκαρδίαν» (Μαρκ ις΄-14).

Ας θυμηθούμε λοιπόν τον Όσιο της Αγάπης, τον Άγιο Πορφύριο τον Ομονοιάτη να λέει: «Παιδί μου, ένα πράγμα μόνο να ζητάς: πώς να αγαπήσεις Τον Χριστό. Και τότε, θα σου δοθούν τα πάντα».

Ας αγαπήσουμε λοιπόν αυτό το Πάσχα τον Χριστό, όχι για τα καταναλωτικά ουράνια αγαθά που αναμένουνε να λάβουμε, αλλά από φιλότιμο, κάνοντας την καρδιά μας κατοικητήριό της Αγάπης Του και την Ζωή Του ζωή μας.

π. Διονύσιος Ταμπάκης
Ι.Ν.Γενεσίου Της Θεοτόκου Ναυπλίου


xristianos.gr

Πάσχα της τηλεόρασης ή της Εκκλησίας;

Τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει πια συνήθεια και έθιμο, ο κόσμος να παρακολουθεί τα Άγια Πάθη τού Χριστού και την Ανάστασή Του μόνο από την τηλεόραση. Ακούμε να πηγαίνουν να μεταλαμβάνουν την Μεγάλη Πέμπτη για το λεγόμενο «καλό», να πηγαίνουν στον επιτάφιο πάλι για το «καλό», λίγο στην Ανάσταση για το «καλό» και βεβαίως να μην χάνουν καμία από τις ταινίες που προβάλλονται στην τηλεόραση με την ζωή τού Χριστού. Και αυτό είναι το Πάσχα για αρκετό, δυστυχώς, κόσμο. Περιμένουν να ζήσουν την πορεία τού Θεανθρώπου Κυρίου μας, μόνο μέσα από τις εκάστοτε τηλεοπτικές υπερπαραγωγές και άλλες ταινίες. Ακόμα και τις απορίες που έχουν για κάποια θεολογικά θέματα, περιμένουν να τις λύσουν από εκεί!
Εάν κάτσει κανείς να σκεφτεί όλα αυτά, και εάν αναλογιστεί το πώς και γιατί γυρίστηκε η οποιαδήποτε ταινία με την ζωή τού Χριστού, θα καταλάβει πολλά. Θα δει πως άσημοι ή μεγάλοι ηθοποιοί, τολμούν να υποδύονται τον Χριστό, την Παναγία ή τους Αγίους και να «παίζουν» την ζωή Του, μην έχοντας η δική τους καμία σχέση με Εκείνον και την διδασκαλία Του. Ένα ολόκληρο συνεργείο και επιτελείο ανθρώπων, ασχολείται με την ζωή και την θυσία τού ίδιου τού Θεού, μην καταλαβαίνοντας τι κάνουν. Και καθώς η πλειοψηφία όλων αυτών των ανθρώπων των συνεργείων και των ηθοποιών, αποτελείται από αλλόθρησκους, αιρετικούς, ή και άθεους, λογικό είναι άλλοι να χλευάζουν, άλλοι επάνω στα γυρίσματα να διακωμωδούν, άλλοι απλά να μετρούν εργατοώρες, ζημιές ή κέρδη και άλλοι με μια τελείως στρεβλή και παρανοϊκή ευσέβεια να θεωρούν ανώτερους τούς εαυτούς των που συμμετέχουν σε μία τέτοια «θεάρεστη» υπερπαραγωγή, νομίζοντας ότι ζουν μέσα στις Θείες Γραφές.
Και να πούμε και το χειρότερο; Ο κάθε σκηνοθέτης γύριζε και γυρίζει την ταινία όπως εκείνος νομίζει καλύτερα, παραποιώντας τις Γραφές και βάζοντας δικές του ιδέες και γεγονότα, τα οποία άλλα δεν υπάρχουν και άλλα είναι τελείως αλλαγμένα. Δηλαδή προβάλλει μία δική του γραφή, ένα δικό του ευαγγέλιο.
Για παράδειγμα οι σκηνοθέτες απέδιδαν ερμηνείες κατά τέτοιον τρόπο ώστε να φθάνουν π.χ. οι θεατές μέχρι και να θεωρούν αθώο τον Ιούδα ρίχνοντας έτσι ευθύνες στον ίδιο τον Θεό που δεν μερίμνησε για την σωτηρία του, αφού παρουσιάζεται σε αρκετά έργα να μην ενδιαφέρεται για τα χρήματα ή σε κάποια άλλα σαν το πρόσωπο το οποίο δυστυχώς ήταν γραφτό να κάνει αυτά που κάνει.
Πολλοί κατέληγαν σε βλασφημία αφού μπλέκουν τα πρόσωπα διαστρεβλώνοντας έτσι την ζωή των αγίων (πχ στην Αγία Μαρία την Μαγδαληνή αποδίδεται ο ρόλος της πόρνης που έπλυνε τα πόδια του Χριστού, οπότε μπερδεύονται και τα πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου).
Παραποιούν σύμβολα και γεγονότα καθώς βλέπουμε σε κάποιες ταινίες η Ανάσταση να γίνεται χωρίς να καταλάβουν οι φρουροί τίποτε, σεισμός, σχίσμα στο καταπέτασμα του Ναού και ανάσταση νεκρών δεν υπάρχουν, και σε άλλες βλέπουμε τον Κύριό μας αντί του Σταυρού, να κουβαλάει ένα οριζόντιο κομμάτι ξύλου.
Άλλοι πάλι για να δείξουν και καλά τον ζεστό ανθρώπινο χαρακτήρα του Χριστού τον έδειχναν ημίγυμνο να παίζει τόπι με τους Αποστόλους!
Και βεβαίως δεν αναφερόμαστε σε ακρότητες άλλων ταινιών όπου στην μανία του ο άνθρωπος να λάβει άφεση αμαρτιών, προβάλλονται μονοφυσιτικές και βλάσφημες ιδέες, κατεβάζοντας τον Θεό Δημιουργό στο πλέον ελεεινό επίπεδο του δημιουργήματος. Ευτυχώς αυτές οι τελευταίες (για την ώρα) δεν προβάλλονται κατά την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδος.
Μέσα από τις ταινίες λοιπόν, (σε άλλες λιγότερο και σε άλλες περισσότερο) παρουσιάζονται και περνούν εικόνες και μηνύματα που είναι στρεβλά, ψεύτικα και ανακριβή, τα οποία είναι αποτέλεσμα της τελείως ανθρωποπαθούς λογικής των σκηνοθετών. Όπως λοιπόν καταλαβαίνουμε, σαφώς και μπορεί κάποιος να δει αυτές τις καλογυρισμένες κατά τα άλλα ταινίες, βάζοντας όμως, στην άκρη τα παραποιημένα γεγονότα και κρατώντας μόνο τις ωραίες εικόνες, εξηγώντας ταυτόχρονα και στα παιδιά του κάποια πράγματα για να ξέρουν και αυτά την αλήθεια.
Πέραν όμως, αυτού, υπάρχει και κάτι άλλο. Επειδή τα ωραία σκηνικά και οι αληθοφανείς εικόνες που ταξιδεύουν σε εκείνη την εποχή ελκύουν και καθηλώνουν τον τηλεθεατή εθίζοντάς τον στο να θέλει να βλέπει την ταινία, θα αναφέρω και το εξής: Προσωπικά, όταν συνειδητοποίησα ότι έβλεπα τα θεία πάθη καθισμένος στον καναπέ μου, πίνοντας και τον καφέ μου ή μασουλώντας το κουλουράκι μου, τότε πραγματικά έφριξα για τον εαυτό μου. Παρακολουθούσα με ράθυμο και ασεβή τρόπο τα πάθη τού ίδιου τού Θεού, ασχέτως εάν δάκρυζα και λυπόμουν. Κατάλαβα ότι έβλεπα απλά έναν ήρωα μιας ταινίας. Φανταστείτε οικογένειες που έχουν αναθέσει την κατάνυξη του Θείου Πάθους στην τηλεόραση και μόνο, τι αποκομίζουν και τι διδάσκονται τα παιδιά τους!
Εάν θέλουμε να ζήσουμε πραγματικά την πορεία τού Χριστού στα Πάθη και στην Ανάσταση, εάν θέλουμε να βηματίσουμε μαζί Του, να είμαστε δίπλα Του και σε Εκείνον και στην Παναγία μας, τότε ο μόνος δρόμος είναι η παρουσία μας στις Ακολουθίες της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος μέσα στην Εκκλησία μας. Εκεί, με την πρέπουσα σεμνή και ταπεινή στάση μας, διαβάζοντας και κατανοώντας τα λόγια των Ακολουθιών, ακούγοντας τον θρήνο της Παναγίας Μητέρας Του και βλέποντας μπροστά μας την Αγία Τράπεζα, πάνω στην οποία ακουμπά σε κάθε Λειτουργία ο ίδιος ο Χριστός, καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει άλλο μέρος στο οποίο θα μπορούσαμε να είμαστε πιο κοντά Του. Την στιγμή που βρισκόμαστε μπροστά στο Άγιο Θυσιαστήριο βρισκόμαστε και μπροστά στον Χριστό.
Πού αλλού, λοιπόν, θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε τις Άγιες αυτές ημέρες και πού αλλού η ψυχή μας θα συμβαδίσει με τον Χριστό; Και με τι δέος και με ποια συστολή και ταπείνωση καρδιάς θα ζούσαμε τα Θεία Πάθη; Με την βολή του καναπέ, την απόλαυση του καφέ και τις χαζοκουβέντες ενδιάμεσα των … αγίων ταινιών;
Άραγε ποιος Χριστιανός παλαιότερα διανοούνταν τέτοιο Πάσχα και σε ποιον να τα έλεγες αυτά και να μην σε περνούσε για τρελό; Άνθρωποι κουρασμένοι, βιοπαλεστές που δούλευαν όλη την ημέρα σε εργοστάσια, τσαγκαράδικα και μαγαζιά, έτρεχαν να παραβρεθούν στις Ακολουθίες των ημερών για να είναι κοντά στον Χριστό. Εκείνοι οι αμόρφωτοι και … παρακατιανοί πρόγονοί μας ήξεραν που θα βρουν τον Χριστό, ήξεραν που θα Τον συναντήσουν, ήξεραν που θα ανταμώσουν την Μητέρα Του για να κλάψουν μαζί Της και συνάμα να παρηγορηθούν από Εκείνη και από τον Γιό Της.
Εύχομαι κι ελπίζω αυτό το Πάσχα και κάθε Πάσχα, όλοι μας να βρεθούμε εκεί που πρέπει και όπως πρέπει και να ανταμώσουμε τον Χριστό, την Παναγία μας και όλους τους Αγίους μας, που διακαώς μας περιμένουν για την Ανάσταση.

Καλό Πάσχα.

Κείμενο που μας έστειλε ο ίδιος ο συγγραφέας του Μυρίλλας Αναστάσιος.

ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ



" Αλλ΄ ώ Πανύμνητε Δέσποινα , δέξαι παρακαλώ, εν πολλή μητρική ευνοία καί συμπάθεια και συγκαταβάσει, ως εδέξατο ο Υιός σου και Θεός ημών τα δύο λεπτά της χήρας, τα ταπεινά μου ψελλίσματα, άτινα γονυκλινώς εν πολλή ευλαβεία προσφέρω τη Θεομητορική σου μεγαλειότητι, "ως δώρα ευπρόσδεκτα και προσφοράν τελείαν", και εν τη φοβερά ώρα του θανάτου βοήθει μοι τω αναξίω και αμαρτωλώ ικέτη σου, εν δε τω αδεκάστω βήματι του φιλανθρώπου Υιού σου και Θεού ημών, παράστησον με ακατάκριτον διά της μητρικής σου παρρησίας, ως υπέσχου, φιλάγαθε Δέσποινα, και πάντας τους ψάλλοντας αυτούς εν ευλαβεία, αξίωσον της ουρανίου βασιλείας. Αμήν. 

Γεράσιμος Μικραγιαννίτης



Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς καὶ οἱ σύγχρονοι σταυρωτές Του



Κάποιοι ποὺ ψεύδονται συστηματικῶς, ἀνάγωγα καὶ ἑκουσίως, μακάρι νὰ κάνουμε λάθος, ἐφηῦραν καινούργια μέθοδο γιὰ νὰ προσβάλλουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ προβάλλοντες τὸ παλιὸ ἐξέραμμα, ἤτοι τὴ βλασφημία, ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνηνθρώπησε γιὰτὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.
Μὲ δόλιο τρόπο διετύπωσαν τὴν ψευτιὰ καὶ τὴν ἀτιμία, ὅτι δῆθεν ὁ Μεσσίας Ἰησοῦς συγκαταλέγεται στοὺς δέκα σοφότερους τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν! 
Τὸν τοποθετοῦν μάλιστα στὴν τρίτη θέση, μετὰ τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τὸν Πλάτωνα, ἀρνούμενοι ἔτσι defacto τὴν αἰώνια διδασκαλία Του-Ἀποκάλυψη, μὲ τὴν ὁποία πολλάκις διετύπωσε ὅτι Αὐτὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦλθε στὸν κόσμο, ἐκ τοῦ κόλπου τοῦ Πατρός, ἵνα σωθεῖ ὁ κόσμος δι’Αὐτοῦ. Γι’αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, τὴ μοναδικὴ ὑπὸ τὸν ἥλιον, μαρτυρεῖ τόσο ἡ Παλαιὰ ὅσο καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη, βεβαιώνοντας τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.
Ἐπίσης, καὶ τὰ ἀναρίθμητα θαυμαστὰ θεϊκὰ καὶ ὑπερφυσικὰ σημεῖα ποὺ ἐπετέλεσε στὴν ἐπίγεια ζωή Του, μὲ ἀποκορύφωμα τή λαμπροφόρο Ανάστασή Του, μαρτυροῦν περὶ τῶν λεγομένων. Τὴ λαμπροφόρο αὐτὴν Ἀνάσταση ποὺ ἐσυκοφάντησαν οἱ σταυρωτές Του καὶ οἱ ἐχθροί Του συνεχίζουν καὶ σήμερα νὰ συκοφαντοῦν, μὲ βδελυρὸ καὶ ἔντεχνα καλυμμένο τρόπο, οἱ σημερινοὶ ἀπόγονοί τους Νεοεποχῖτες, δαπανώντας γιὰ τὴν προδοσία αὐτὴ πακτωλοὺς χρημάτων.
Ἀλλ’ ὦ δυστυχεῖς νεοεποχῖτες, τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τὸν Πλάτωνα ὁ Χριστὸς τοὺς δημιούργησε, ὅπως καὶ τὸν σύμπαντα κόσμο ὁρατὸν καὶ ἀόρατον. Καὶ μὴν πεῖτε ἄλλο ὁ Θεὸς καὶ ἄλλο ὁ Χριστός. Διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ σαρκωμένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς Πατὴρ διὰ τοῦ Θεοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, δημιουργεῖ τὸν κόσμο. Ἄρα συνεργάζεται στὴ δημιουργία καὶ ὁ Υἱός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει αἰωνίως-πῶς ἐξάλλου θὰ ὑπῆρχε Πατέρας ἂν δὲν ὑπῆρχε Υἱός; -μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἁπλῶς σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία καὶ ὀνομάζεται Χριστός, ὁ Μεσσίας. Πῶς, λοιπόν, εἶστε τόσο μωροὶ καὶ τυφλοί, ποὺ ἀποφαίνεστε καὶ ἰσχυρίζεστε, τὸ ἀνόητον, ὅτι δῆθεν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἕπεται τῶν φιλοσόφων; Πῶς μπορεῖτε καὶ ψεύδεσθε ἀσυστόλως καὶ διαδίδετε μέσῳ τῶν media, ὅτι τὰ κτιστὰ δημιουργήματα, ἐν προκειμένῳ ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ὁ Πλάτωνας, εἶναι πιὸ σοφοὶ τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ καὶ Θεοῦ;
Ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «Ἐγώ εἰμί τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». 
Ποιὰ σύγκριση, λοιπόν, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀνάμεσα στὸ Αἰώνιο Ἄκτιστο Φῶς μὲ τὰ πρόσκαιρα φωτάκια τῶν ἀνθρώπων, ἢ πῶς οἱ ἀνθρώπινες πεπερασμένες ἀλήθειες καὶ ἐφευρέσεις ποὺ ἐναλλάσσονται καὶ παρέρχονται μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὴν Αἰώνια Ἀλήθεια καὶ Σοφία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ;
Ἄλλος, λοιπόν, εἶναι ὁ στόχος σας καὶ ὁ βδελυρὸς σκοπός σας. Νὰ ὑβρίζεται ὁ Κύριος ὕπουλα καὶ δόλια -γιὰ τὸ καλό Του!!!- μὲ τὸ πρόσχημα δῆθεν τοῦ ἐπαίνου, ὅτι εἶναι καὶ Αὐτὸς ἕνας καλὸς ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς σοφοὺς καὶ μάλιστα τρίτος κατὰ σειρά, μετὰ τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τὸν Πλάτωνα!. Ἔτσι, μὲ τὴ βλάσφημη καὶ σατανικὴ αὐτὴ μέθοδo:
1ον: Ξεγυμνώνεται ὁ Θεάνθρωπος, ἀπὸ τὴ Θεότητά Του, ἔρχεται ἀνάμεσα στὰ κτίσματα ὡς κτίσμα καὶ ὑβρίζεται σὰν πλάνος, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Ἴδιος δίδαξε καὶ ἀπεκάλυψε καὶ ἀπέδειξε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς καὶ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος, ὁμοούσιος κατὰ πάντα μὲ τὸν Πατέρα Θεό, Θεὸς ἀληθινὸς καὶ Σωτῆρας.
«ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα. καί ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.» (Ἰωάν.,στ΄,51)
«Ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ, ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί· ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἐστέ, ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. εἶπον οὖν ὑμῖν ὅτι ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν· ἐὰν γὰρ μὴ πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν...Ὅταν ὑψώσητε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμί, καὶ ἀπ' ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν, ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξέ με ὁ πατὴρ μου, ταῦτα λαλῶ...Ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε, καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς. ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· Σπέρμα Ἀβραάμ ἐσμεν καὶ οὐδενὶ δεδουλεύκαμεν πώποτε· πῶς σὺ λέγεις ὅτι ἐλεύθεροι γενήσεσθε; ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας... ἐὰν οὖν ὁ υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε. οἶδα ὅτι σπέρμα Ἀβραάμ ἐστε· ἀλλὰ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν. ἐγὼ ὃ ἑώρακα παρὰ τῷ πατρὶ μου λαλῶ· καὶ ὑμεῖς οὖν ὃ ἑωράκατε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν ποιεῖτε...Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραάμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε. νῦν δὲ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον ὃς τὴν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα, ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο Ἀβραὰμ οὐκ ἐποίησεν. ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ἔργα τοῦ πατρὸς ὑμῶν. εἶπον οὖν αὐτῷ· Ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα· ἕνα πατέρα ἔχομεν, τὸν Θεόν. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Εἰ ὁ Θεὸς πατὴρ ὑμῶν ἦν, ἠγαπᾶτε ἂν ἐμέ, ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον καὶ ἥκω· οὐδὲ γὰρ ἀπ' ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα, ἀλλ' ἐκεῖνός με ἀπέστειλε. διατί τὴν λαλιὰν τὴν ἐμὴν οὐ γινώσκετε; ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τὸν λόγον τὸν ἐμόν. ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστὲ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν...ἐγὼ δὲ ὅτι τὴν ἀλήθειαν λέγω, οὐ πιστεύετέ μοι. τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω, διατί ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι; ὁ ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ ἀκούει· διὰ τοῦτο ὑμεῖς οὐκ ἀκούετε, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστέ...ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐάν τις τὸν λόγον τὸν ἐμὸν τηρήσῃ, θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα... Νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι δαιμόνιον ἔχεις. Ἀβραὰμ ἀπέθανε καὶ οἱ προφῆται, καὶ σὺ λέγεις, ἐάν τις τὸν λόγον μου τηρήσῃ, οὐ μὴ γεύσηται θανάτου εἰς τὸν αἰῶνα; μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἀβραάμ, ὅστις ἀπέθανε; καὶ οἱ προφῆται ἀπέθανον· τίνα σεαυτὸν σὺ ποιεῖς;...Ἀβραὰμ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμήν, καὶ εἶδε καὶ ἐχάρη. εἶπον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι πρὸς αὐτόν· Πεντήκοντα ἔτη οὔπω ἔχεις καὶ Ἀβραὰμ ἑώρακας; εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμί. ἦραν οὖν λίθους ἵνα βάλωσιν ἐπ' αὐτόν...».(Ἰωάν.,η΄,23-59)
« Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν. λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα...οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα.»(Ἰωάν.,ιδ΄,8-10)
«καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ.»(Τιμ.Α΄,γ΄,16)
«ὧν οἱ πατέρες, καὶ ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.»(Ρωμ.,θ΄,5) 
Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἂς μὴ γινόμαστε καὶ ἐμεῖς σὰν τοὺς σταυρωτές Του ἢ σὰν τοὺς ὀρθολογιστὲς ποὺ δὲν καταλάβαιναν ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπάρχει πρὶν τὸν Ἀβραὰμ καὶ Εἷς Ὢν τῆς Ἁγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι.
2ον: Ὑβρίζεται ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἡ Θεοτόκος Ἀειπάρθενος Μαρία.
«᾿Εν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα ᾿Ιωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ...εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.»(Λουκ.,1:26-38)
3ον: Διαβάλλονται οἱ προφῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ προεκήρυξαν τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσίου μὲ τελευταῖο τὸν Τίμιο Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ Ὶωάννην, τὶς ὁποῖες προφητεῖες δὲν μπόρεσε οὔτε ἡ κακία τῶν σταυρωτῶν Του νὰ ὰναιρέσει. Ἐνῶ ἦταν γραμμένες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἡ προδοσία, τὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὸ ὄξος κ.ἄ., αὐτοὶ σκοτισμένοι ἀπὸ τὸ μίσος τους τὶς ἐπαλήθευσαν τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Ἑβδομάδα.
· Ὁ Μεσσίας ἀπόγονος τοῦ Δαϋὶδ καὶπροερχόμενος ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα.
«ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἀναστήσω τῷ Δαυΐδ ἀνατολὴν δικαίαν, καὶ βασιλεύσει βασιλεὺς καὶ συνήσει καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς.» (Ἱερεμ,κγ΄,5)
«οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ ᾿Ιούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἐὰν ἔλθῃ τὰ ἀποκείμενα αὐτῷ, καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν.» (Γεν.,μθ΄,10)
Ὁ Μεσσίας εἶναιὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
«ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγενήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος·» (Ἡσαΐας,θ΄,5)
«Καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ' αὐτόν· κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ' ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἐφ' ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ' αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. κἀγὼ ἑώρακα, καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.» (Ἰωάν.,α΄,32-34)
· Γεννᾶται ἐκ Παρθένου κατὰ τὴν ἀνθρωπίνη φύση, ἐξ’οὗ καὶ Θεάνθρωπος, στὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.
«...ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ·» ( Ἡσαΐας,ζ΄,14 )
«Καὶ σύ, Βηθλεέμ, οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ, ὀλιγοστὸς εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ μοι ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ, καὶ αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος.» (Μιχ.,ε΄,1) 
·Ἡ θριαμβευτική εἴσοδός Του στὴν Ἱερουσαλὴμ ἐπάνω σὲ ἕνα γαϊδουράκι.
«Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ ῾Ιερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πραΰς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον.» (Ζαχ., θ΄,9) 
· Ἡ προδοσία γιὰ τριάκοντα ἀργύρια.
«καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς...καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον Κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον.» (Ζαχ., ια΄,12-13)
· Ἡ σταύρωση.
«᾿Ιδοὺ συνήσει ὁ παῖς μου καὶ ὑψωθήσεται καὶ δοξασθήσεται καὶ μετεωρισθήσεται σφόδρα.» (Ἡσαΐας,νβ΄, 13)
«καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτόν· τί αἱ πληγαὶ αὗται ἀναμέσον τῶν χειρῶν σου; καὶ ἐρεῖ· ἃς ἐπλήγην ἐν τῷ οἴκῳ τῷ ἀγαπητῷ μου.» (Ζαχ.,ιγ΄,6)
«ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με, ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας. ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου…» (Ψαλμ.,κα΄,17-18)
· Τὸ ὄξος μὲ τὴ χολὴ.
« καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος.» (Ψαλμ.ξη΄,22)
· Τὰ ροῦχα Του σὲ κλῆρο.
«διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.» (Ψαλμ.,κα΄,19)
· Τὰ ὀστά Του δὲν συνετρίβησαν.
«... καὶ ὀστοῦν οὐ συντρίψετε ἀπ᾿ αὐτοῦ.» (Ἐξόδ., ιβ΄,46)
· Ἡ ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασίς Του καὶ ἡ Ἁγία Ἀνάληψίς Του.
«ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν» (ψαλμ.ιε΄,10)
«Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου» (Ψαλμ.,ρθ΄,1)
4ον: Συκοφαντοῦνται οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ποὺ παρέλαβαν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ τήν Θείαν Ἀποκάλυψιν καὶ εἶναι αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες τῆς Ζωῆς, τῆς Σταύρωσης, τῆς Ἀνάστασης, τῆς Ἀνάληψης, τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς καὶ ἀψευδεῖς ἐγγυηταὶ τῆς Δευτέρας καὶ ἐνδόξου Παρουσίας του Μεσσιου.
Ἀλλὰ θὰ λέγαμε μὲ ἕνα λόγο, διαχρονικὰ ὅλοι οἱ Ἅγιοι, μὲ τὰ μαρτύρια, τὴν δογματική τους διδασκαλία, τὴν ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ πρακτική, τὸ ὀρθόδοξο φιλότιμο καὶ τὴν ὑπομονὴ ἕως τέλους, διαιωνίζουν ἐμπειρικὰ τὴν παρουσία καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστου ἕως τῆς Δευτέρας ἐλεύσεώς Του, ποὺ θὰ κρίνει ζῶντας καὶ νεκρούς.
Τέλος, οἱ ψευτιές σας καὶ οἱ ὕβρεις ἀγγίζουν καὶ τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους, χρησιμοποιῶντάς τους ὡς δόλωμα γι’αὐτὸν τὸν βρώμικο σκοπό σας, διότι οἱ τελευταῖοι οὐδέποτε ἰσχυρίστηκαν ὅτι εἶναι θεοί. Τοὐναντίον, ἀνεγνώριζαν μὲ τὰ γραπτά τους καὶ τὸ λόγο τους ὅτι εἶναι ἄνθρωποι ποὺ κινοῦνται σὲ ἀνθρώπινα ὅρια, ἀγνοοῦντες τὰ μεταφυσικὰ καὶ τὰ τῆς ψυχῆς, ἔννοιες ποὺ καὶ αὐτοὶ περίμεναν ἀκριβῶς νὰ διδαχθοῦν καὶ ὁ κόσμος νὰ μάθει, ὅταν ἐν καιρῷ ὁ Θεὸς θὰ ἐπισκεπτόταν στὴ γῆ τὰ δημιουργήματά Του, τοὺς ἀνθρώπους, καὶ θὰ τοὺς ἀπεκάλυπτε ὅλη τὴν ἀλήθεια, ὅπερ καὶ ἐγένετο, διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «τίς ἐστιν ὁ ψεύστης εἰ μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός; οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱόν. πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει.» (Α΄Ἰωάν., β, 22-23)
Ἂν αὐτοὶ οἱ φιλόσοφοι ποὺ χρησιμοποιεῖτε ὡς δόλωμα γιὰ τὶς ὕβρεις σας σᾶς συναντοῦσαν θὰ σᾶς χαστούκιζαν, φτύνοντας τὶς δυσσεβεῖς θεωρίες σας. Διότι καὶ αὐτοί, μὲ τὴ σοφία ποὺ τοὺς προίκισε ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, θὰ σᾶς ἔλεγαν ὅτι διακατέχεσθε ἀπὸ κακία καὶ ὑποκρισία καὶ δόλο, δηλαδὴ κακότητες ποὺ εἶναι ξένες πρὸς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς σύνεσης καὶ αἰώνιας σοφίας. Ἤτοι πλάνες ποὺ πρωτἀκούστηκαν στὸν Παράδεισο ἀπὸ τὸν πατέρα σας τὸν σατανά, ὅταν ξεγέλασε τοὺς Πρωτόπλαστους, διδάσκοντας πρῶτος αὐτὸς τὴν εἰδωλολατρεία ὅπου ἐσεῖς οἱ νεοεποχίτες τώρα, ἐξ ὀνόματός του, ὑπηρετεῖτε καὶ ποὺ προφανῶς αὐτὲς οἱ πλάνες ἐμποδίζουν καὶ ξεστρατίζουν τὸν κάθε ἕνα ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης, τὸν δρόμο ποὺ τελειώνει ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς, ἡ εἰρήνη, τὸ Ἄκτιστο καὶ Αἰώνιο Φῶς, δηλαδὴ ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ στὸν Σωτῆρα Χριστὸ ἀνήκει τὸ Κράτος, ἡ Δύναμις καὶ ἡ Δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πρεσβ. Αθανάσιος Μηνάς

Ἀδικαιολόγητος ἄγνοια



Στοὺς κύκλους τῶν σοφῶν οἰκουμενιστῶν παρατηροῦνται μερικὰ φαιδρὰ καὶ ἀπίστευτα πράγματα. Λὲς καὶ δὲν γνωρίζουν τὸ ἀλφάβητο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας. Τονίζουν καὶ ξανατονίζουν ὅτι οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες ἀποτελοῦν ξεχωριστὲς «ἐκκλησίες» καὶ δὲν εἶναι αἱρετικοί. Ἐὰν ὅμως συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατὶ διαλέγονται μαζί τους; Ποιὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενο καὶ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός; Μήπως ἡ προσπάθειά τους εἶναι γιὰ ἀσήμαντα καὶ ἐπουσιώδη θέματα, μιὰ καὶ δὲν βλέπουν τὶς μεγάλες δογματικὲς διαφορές; Ἀλλὰ γιὰ τὰ ἀσήμαντα τόσος θόρυβος, τόσος κόπος καὶ τόσα ἔξοδα; 
Δὲν εἶναι παιδαριῶδες αὐτό;
Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι οἱ οἰκουμενιστὲς δὲν βρίσκουν πνευματικὴ ἀνάπαυση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ψάχνουν νὰ τὴ βροῦν στοὺς ἑτεροδόξους, στοὺς φιλελεύθερους καὶ ἐκσυγχρονιστὲς ἀδελφούς τους, οἱ ὁποῖοι ὅμως βρίσκονται πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴ σώζουσα ἀλήθεια. Χωρὶς νὰ δηλώνουν κάτι τέτοιο δημοσίως, τὸ ἀποδέχονται πλήρως καὶ τὸ πετυχαίνουν μερικῶς μὲ τὶς συχνότατες ἐπαφὲς μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Δυστυχῶς, ἔχουν διαβρωθεῖ τόσο πολύ, ποὺ δὲν ἀντέχουν νὰ βρίσκονται μακριά τους, κλεισμένοι στὴν παραδοσιακὴ Ὀρθοδοξία. Θέλουν τὸν κοσμικὸ χριστιανισμό, ποὺ δὲν ἔχει προέκταση στὴ μετὰ θάνατο ζωή, ἀλλὰ ἁπλῶς ρυθμίζει τὰ ἐφήμερα προβλήματα καὶ διευκολύνει τὴν ἱκανοποίηση τοῦ πάθους τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιλοχρηματίας καὶ τῆς φιληδονίας τῶν ἀνθρώπων. Ἀκοῦν γιὰ παραδόσεις καὶ ἀσκητικὸ φρόνημα καὶ χάνουν τὴν εὐθυμία τους. Εἶναι κοσμικοὶ ποιμένες κοσμικῶν προβάτων, μὲ συμβιβασμοὺς καὶ ἰδιόρρυθμους ἠθικοὺς κανόνες, ποὺ δὲν ἔχουν πολλὴ σχέση μὲ τὴ χριστιανικὴ ἠθική.
Οἱ οἰκουμενιστὲς δὲν ἀποδέχονται ἐκεῖνο, ποὺ τόνιζε ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Μιχαὴλ γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους, παρόλο ποὺ εἶναι ἁπλὸ καὶ αὐτονόητο καὶ δὲν χρειάζεται φιλοσοφικὴ σκέψη, γιὰ νὰ τὸ κατανοήσει κανείς. Ἔλεγε. «Τὸ Βατικανὸν εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν μεγάλων πλανῶν καὶ τῶν ἐσκεμμένων αἱρέσεων. Ἔχουν τόσον διαστρέψει τὴν ἀμώμητον θρησκείαν τοῦ Χριστοῦ, ὥστε τὴν ἔχουν καταστήσει ἀγνώριστον. Δὲν ὑπάρχει, δι᾽ ἐμὲ τοὐλάχιστον, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ μοναδικὴ ἐλπὶς σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Καθολικισμὸς καὶ Προτεσταντισμὸς ὁμοῦ ἀποτελοῦν τὴν πλήρη διαστροφὴν τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀλώβητον διατηρεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία».
Αὐτὴ εἶναι ὁμολογία πίστεως. Δημοσίως μιλᾶς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δὲν διστάζεις νὰ χαρακτηρίσεις αἱρετικοὺς ὅλους ἐκείνους, ποὺ τὴν ἀρνοῦνται. Εἶναι ἀδιανόητο νὰ χαρακτηρίζεις τοὺς ἑτεροδόξους «ἀγαπητοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς», ὅπως χωρὶς καμία ἀναστολὴ κάνουν οἱ οἰκουμενιστές.

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης

Ορθόδοξος Τύπος, 11/04/2014

Άλλο μετάνοια και άλλο μεταμέλεια



......Μιλάμε για τη μετάνοια. Μετάνοια δεν είναι η μεταμέλεια.
Μεταμέλεια à μετά + μέλω à το αίσθημα ντροπής, στενοχώριας, που έχει κάποιος για ό, τι έκανε ή για ό, τι παρέλειψε να κάνει.
Μετάνοια μετά + νοέω νοός = κρίση Η συναίσθηση από κάποιον του κακού ή του σφάλματος που έκανε και αλλαγή του νου / μεταστροφή.

Ο Μέγας Αντώνιος αναφέρει στα αποφθέγματά του: «Μη μεταμελείσαι για πράγμα που πέρασε πια.» 
Η μετάνοια είναι η αλλαγή του νου μας, η στροφή μας προς τον Θεό, φεύγουμε από τα γήινα, από τις παραβάσεις του νόμου, του ηθικού κώδικα που μας γεμίζουν τύψεις και ενοχές και στρεφόμαστε στο Θεό ο οποίος με τη θυσία Του μας απάλλαξε από τις συνέπειες της αμαρτίας. Η μεταμέλεια, μας «τακτοποιεί» κατά κόσμον, ελαφρώνει ίσως λίγο τη συνείδησή μας όταν εξομολογούμαστε, αλλά δεν μας οδηγεί στην ανάπαυση και την ειρήνη που δίνει ο Θεός όταν Του δώσουμε την καρδιά μας. Μεταμελούμαστε για τα σφάλματά μας και προσπαθούμε μ’ αυτόν τον τρόπο να «τακτοποιήσουμε» το θιγμένο ΕΓΩ μας. Η Εκκλησία μιλάει για το Μυστήριο της Μετανοίας, η Εξομολόγηση είναι μέρος του Μυστηρίου αλλά προϋποτίθεται ότι έχουμε μετανοήσει, για να εξομολογηθούμε.

Εξομολογούμαστε μεταμελούμενοι και βρίσκουμε μια ψυχολογική ηρεμία η οποία όμως δεν οδηγεί στο Θεό, είναι εκ του κόσμου τούτου. Η μετάνοια, η εσωτερική αλλαγή, το δόσιμο της καρδιάς μας στο Θεό μας δίνει άλλη ειρήνη. Κακά τα ψέματα, οι κακές μας συνήθειες και τα πάθη μας θα μας συνοδεύουν μέχρι το θάνατο. Αλλιώς όμως αμαρτάνει αυτός που προσπαθεί να δώσει την καρδιά του στο Θεό και έχει νοιώσει λίγο από την Αγάπη Του και αλλιώς αυτός που ψυχολογικά έχει «τακτοποιηθεί» αναφέροντας τις αμαρτίες του σε κάποιον Πνευματικό. Τη μεταμέλεια και το μοίρασμα μπορούμε να το τακτοποιήσουμε με φίλους, με συγγενικά πρόσωπα ή και με κάποιον ψυχολόγο.

Κουβεντιάζαμε κάποτε με έναν ευλαβή ψυχολόγο. Έλεγε: Εμείς προσπαθούμε να βοηθήσουμε τον άνθρωπο να ψάξει μέσα του, να βρει τις αιτίες των δυσκολιών που αντιμετωπίζει και να προσπαθήσει να ισορροπήσει. Η Εκκλησία έχει τη δυνατότητα να θεραπεύσει τις ψυχές και μου ανέφερε ένα παράδειγμα από την εμπειρία του ως ψυχολόγος.
Τον επισκέφθηκε μια κυρία, διάσημη στην κοινωνία του θεάματος και του ανέφερε ότι η ζωή της έχει αναστατωθεί μετά από ένα ηθελημένο λάθος-αμαρτία που είχε διαπράξει. Αφιέρωσαν αρκετές συνεδρίες για το θέμα αυτό, αλλά η κυρία δεν μπορούσε να το ξεπεράσει. Τότε βλέποντας ο ψυχολόγος ότι δεν γίνεται τίποτε, της πρότεινε αντί να κουβεντιάζουν μάταια, χωρίς αποτέλεσμα, να πάει να εξομολογηθεί.
Πήγε, εξομολογήθηκε, ηρέμησε και μετά από κάποιες εβδομάδες που πήγε να συναντήσει τον ψυχολόγο για να τον ευχαριστήσει, εκείνος παρατήρησε ότι τα μαλλιά της είχαν σγουρίνει! Τότε η κυρία ομολόγησε ότι τα μαλλιά της είχαν χάσει την φυσική τους φόρμα, την σγουρή, από την εσωτερική πίεση που ένιωθε. Με την εξομολόγηση της έφυγαν οι ενοχές, που την βασάνιζαν, και επανήλθε και σωματικά στην φυσική της κατάσταση!

Το Μυστήριο της μετάνοιας είναι Μυστήριο της Εκκλησίας. Ζητάμε εμείς οι πνευματικοί, δήθεν καθαρή Εξομολόγηση, ανακρίνοντας τους ανθρώπους με λεπτομέρειες για τις πράξεις τους. Αλλοίμονο αν Ο Θεός ζητούσε νομικίστικη τακτοποίηση. Χώρια που πολλές φορές σκανδαλίζουμε τους ανθρώπους με τις ερωτήσεις μας. Μ’ αυτή την νομικίστικη-δικανική νοοτροπία, οδηγούμε τους ανθρώπους σε μια τυπολατρία που σίγουρα δεν τους οδηγεί στο Θεό. Για να γίνει ακόμη πιο φανερή η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην μεταμέλεια και την μετάνοια θα αναφέρουμε τη γνωστή σε όλους ΜΕΤΑΝΟΙΑ του Αγίου Αποστόλου Πέτρου και την ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ του Ιούδα. Ο μεν Πέτρος συναισθανόμενος την αμαρτία της άρνησης του Χριστού μετανόησε και «έκλαψε πικρά» και είναι ο Πρωτοκορυφαίος των Αποστόλων και κλειδοκράτορας του Παραδείσου. Ο Ιούδας «μεταμεληθείς απήγξατο» δηλαδή πήγε και κρεμάστηκε.

Λέμε ότι είμαστε Ορθόδοξοι και στη ζωή μας λειτουργεί κατά κόρον η πλανεμένη διδασκαλία της Δύσης περί της «ικανοποιήσεως της τρωθείσης θείας δικαιοσύνης» Οι δυτικοί δεν έχουν στο λεξιλόγιό τους τη λέξη μετάνοια και γι αυτό έφτασαν σε πλανεμένες απόψεις για τις σχέσεις των ανθρώπων με το Θεό. Η λέξη μετάνοια είναι καθαρά ελληνική και δεν μεταφράζεται σ’ αυτούς που την ταυτίζουν με τη λέξη μεταμέλεια. To repent στα αγγλικά, δεν σημαίνει μετανοώ σημαίνει μεταμελούμαι. Το pentimento στα ιταλικά, επίσης σημαίνει μεταμελούμαι. Η pœnitentia στα λατινικά, επίσης σημαίνει μεταμέλεια. Σχεδόν σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες απουσιάζει η λέξη μετάνοια. Έχουμε τον πλούτο της παράδοσής μας, της γλώσσας μας και εμείς πιθηκίζουμε.

Σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος που γιορτάσαμε σήμερα, «Μετάνοια σημαίνει ανανέωση του Βαπτίσματος. Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με το Θεό για νέα ζωή … Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωση με τον Κύριο, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματά μας. Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως …

Σκέφτεται κάποιος: «θα αμαρτήσω και μετά θα εξομολογηθώ…»και νομίζει ότι δικαιώνεται. Αν αγαπάς δίνεσαι ολόκληρος, δεν βρίσκεις τρόπους να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου και τον άλλον. Αυτός που ερωτεύεται κινεί γη και ουρανό για να συναντήσει το αγαπώμενο πρόσωπο. Εμείς επειδή απέχουμε από την αγάπη του Θεού προσπαθούμε με καταναγκασμούς να δείξουμε την αρρωστημένη μας σχέση με το Θεό. 
Το επαναλαμβάνω: όποιος αισθάνθηκε λίγο από την Αγάπη Του Θεού δεν κοροϊδεύει τον εαυτό του συνεχίζει μεν να αμαρτάνει λόγω των κακών συνηθειών και των παθών που κουβαλάει, αλλά οι τύψεις δεν τον οδηγούν στις ενοχές που θα είχε αν δεν υπήρχε αυτή η αγαπητική σχέση με Το Θεό. 

Έλεγε ένας Αγιορείτης Ηγούμενος: «αν ο χριστιανός μεταλαμβάνει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού με συναίσθηση δεν είναι δυνατόν να παραμένει ενοχικό άτομο.»
Όταν τοποθετούμε τα ψίχουλα από το Άγιο Δισκάριο που αντιπροσωπεύουν τις ψυχές που μνημονεύθηκαν στην Αγία Προσκομιδή, μέσα στο Άγιο Ποτήριο όπου υπάρχει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, λέμε: «Ἀπόπλυνον, Κύριε, τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τῷ αἵματί σου τῷ ἁγίῳ…» Όταν ο Θεός θυσιάζεται και ξεπλένει τις αμαρτίες μας με το αίμα Του, υπό την προϋπόθεση της μετανοίας μας και εμείς συνεχίζουμε να έχουμε ενοχές τότε είμαστε για κλάματα. Σημαίνει ότι δεν πιστεύουμε στη Σταυρική θυσία και την Ανάσταση του Χριστού μας. Σταυρώθηκε και αναστήθηκε για να μας αναστήσει και να μας πάρει κοντά Του στον ουρανό, προσφέροντας τον εαυτό Του «ως λύτρον αντί πολλών.»
Μεταλαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα Του, «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.» Ούτε κάνοντας ένα θρησκευτικό καθήκον, ούτε για το…καλό όπως λένε μερικοί σε κάποιες γιορτινές μέρες.

Πατήρ Μακάριος Αγιορείτης

orthodoxathemata.blogspot.gr