.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Κυριάκος Κυριαζόπουλος, Η διακοπή μνημοσύνου στοιχειοθετεί το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα του σχίσματος;




Η ΔΙΑΚΟΠΗ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΑΠΟ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΔΙΑΚΟΠΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΟ ΜΟΝΑΧΟΥΣ Ή ΛΑΪΚΟΥΣ,
ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΑΠΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ, ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΟ Ή ΣΥΝΟΔΟ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ,
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΕΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ;

Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ
καθηγητή (επ.) του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ., 
Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, Θεολόγου

Απάντηση αρνητική στο ανωτέρω ερώτημα. Για τους κατωτέρω λόγους:


Α΄ ΜΕΡΟΣ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ 15ΟΥ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

1 - Η διακοπή μνημοσύνου κληρικών ή διακοπή κοινωνίας μοναχών ή λαϊκών, εξαιτίας διατυπώσεως κατηγορίας από τον εκκλησιαστικό υφιστάμενο εκκλησιαστικών ποινικών αδικημάτων, πλην εκείνου της αιρέσεως, κατά του εκκλησιαστικού προϊσταμένου, πριν την αμετάκλητη συνοδική καταδίκη του τελευταίου, στοιχειοθετεί το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα του σχίσματος, δυνάμει των Κανόνων 13ου, 14ου και 15ου, εδάφια 1-3 ΑΒ Συν. Αντιθέτως, η ίδια διακοπή εξαιτίας δημόσιας και ανοικτής διακήρυξης αιρέσεως στην εκκλησία, καταδικασμένης από την Αγία Γραφή, τις Αγίες Συνόδους ή τους Αγίους Πατέρες, και πριν τη συνοδική καταδίκη του εκκλησιαστικού προϊστάμενου, δεν στοιχειοθετεί το εν λόγω αδίκημα του σχίσματος, δυνάμει του Καν. 15 εδάφιο (εφεξής εδ.) 3 ΑΒ Συν. 

1.Α. – Υποχρέωση διατηρήσεως εκκλησιαστικής κοινωνίας των κληρικών με τον φορέα της οικείας εκκλησιαστικής αρχής, πλην της περιπτώσεως της δημόσιας και ανοικτής διακήρυξης αιρέσεως στην εκκλησία από τον τελευταίο
Οι κληρικοί (επίσκοποι, πρεσβύτεροι και διάκονοι), όταν ιερουργούν σύμφωνα με τα λειτουργικά βιβλία, έχουν την υποχρέωση να αναφέρουν το όνομα της οικείας προϊσταμένης αρχής (οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι του επισκόπου τους, οι επίσκοποι του μητροπολίτη τους, αν λειτουργεί το μητροπολιτικό σύστημα διοίκησης, και οι μητροπολίτες ή επίσκοποι του προκαθημένου ή πρώτου τους, πατριάρχη ή αρχιεπισκόπου), υπό τις εξής προϋποθέσεις: εφόσον η οικεία προϊσταμένη αρχή 1) δεν είναι ασεβής (δηλ. ορθοτομεί τον Λόγο της Αληθείας) [31ος Αποστ. Καν. και 15ος Καν. ΑΒ Συν.], ή 2) δεν είναι άδικη (δηλ. δεν παραβιάζει την κανονική τάξη της Εκκλησίας) [31ος Αποστ. Καν.]. Με τη μνημόνευση της οικείας προϊσταμένης αρχής εκφράζεται η ιεραρχική ενότητα της Εκκλησίας, η οποία ορίζεται στο 9ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως («εις Μίαν… και Αποστολικήν Εκκλησίαν»). Η μνημόνευση, επειδή γίνεται στις ιερουργίες, είναι η σημαντικότερη εκδήλωση της εκκλησιαστικής κοινωνίας των κληρικών με την οικεία προϊσταμένη αρχή. Άλλες εκδηλώσεις της εν λόγω εκκλησιαστικής κοινωνίας τους είναι ενδεικτικά α) η εν Κυρίω υπακοή τους σε αυτήν την αρχή, αν αυτή ορθοτομεί τον Λόγο της Αληθείας, και β) τα συλλείτουργα και οι συμπροσευχές τους με τον φορέα της ίδιας αρχής.
Οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι μνημονεύουν τον οικείο επαρχιούχο επίσκοπο, ανεξάρτητα από τον διοικητικό τίτλο τον οποίο αυτός κατέχει (επίσκοπος, μητροπολίτης, αρχιεπίσκοπος, πατριάρχης). Οι επίσκοποι μνημονεύουν τον μητροπολίτη τους, αν ισχύει το μητροπολιτικό σύστημα σε μια εκκλησιαστική περιοχή. Οι μητροπολίτες και οι επίσκοποι μνημονεύουν τον προκαθήμενο ή πρώτο τους, αρχιεπίσκοπο ή πατριάρχη. Δια του προκαθημένου ή πρώτου τους, οι επίσκοποι, δηλ. οι προϊστάμενοι των τοπικών καθολικών εκκλησιών (δηλ. των επισκοπών), κοινωνούν με τους πρώτους και τους επισκόπους και κατ’ επέκταση με τους λοιπούς κληρικούς των άλλων αυτοκέφαλων εκκλησιών. Διότι ο προκαθήμενος μνημονεύει αφενός μεν «πάσης επισκοπής ορθοδόξων των ορθοτομούντων τον Λόγον της Σης Αληθείας», αφετέρου δε τα ονόματα των προκαθημένων των άλλων αυτοκέφαλων εκκλησιών, σύμφωνα με τα λειτουργικά βιβλία.
Οι μοναχοί ή οι λαϊκοί, εκκλησιαζόμενοι στους χώρους λατρείας στους οποίους ιερουργούν οι κληρικοί, υποχρεούνται να κοινωνούν με αυτούς τους κληρικούς και δι’ αυτών με την προϊσταμένη τους αρχή, στα πλαίσια της ανωτέρω αναφερόμενης ιεραρχικής ενότητας της Εκκλησίας.
Η υποχρέωση διατηρήσεως κοινωνίας των κληρικών με τον φορέα της οικείας εκκλησιαστικής αρχής προβλέπεται από τον 31ο Αποστολικό Κανόνα (εφεξής Αποστ. Καν.) και από τους 13ο, 14ο και 15ο παράγραφοι 1-3 Κανόνες της Πρωτοδευτέρας (εφεξής ΑΒ) Συνόδου (εφεξής Συν.) [έτος (εφεξής ετ.) 861], οι οποίοι ορίζουν:

Κανόνας 13 της ΑΒ Συν. ορίζει: «Αφού ο παμπόνηρος έριξε στην Εκκλησία του Χριστού τους σπόρους των αιρετικών ζιζανίων και τους βλέπει να κόβονται σύρριζα με το μαχαίρι του Πνεύματος, μεταχειρίστηκε άλλη μέθοδο προσπαθώντας να διαιρέσει το Σώμα του Χριστού με τη μανία των σχισματικών. Η Αγία Σύνοδος, όμως, αναχαιτίζοντας ολοκληρωτικά και αυτήν την επιβουλή του, όρισε από εδώ και στο εξής, αν κάποιος πρεσβύτερος ή διάκονος τολμήσει, επειδή τάχα έχει κατηγορήσει τον επίσκοπό του για κάποια εγκλήματα, να απομακρυνθεί από την κοινωνία του πριν από τη συνοδική απόφαση και εξέταση και την αμετάκλητη καταδίκη του, και δεν αναφέρει το όνομά του στις ιερές ευχές των λειτουργιών σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, αυτός να υπόκειται σε καθαίρεση και να στερείται από κάθε ιερατική τιμή. Διότι αυτός που είναι ταγμένος στην τάξη του πρεσβυτέρου και που αρπάζει την κρίση των μητροπολιτών και που καταδικάζει, όσο εξαρτάται από αυτόν, ο ίδιος πριν από την κρίση τον πατέρα του και επίσκοπο, αυτός δεν είναι άξιος ούτε για την τιμή ή την ονομασία του πρεσβυτέρου. Και όσοι τον ακολουθούν, αν είναι κάποιοι από τους ιερωμένους, να χάνουν και αυτοί την δική τους τιμή, και αν είναι μοναχοί ή λαϊκοί, να αφορίζονται πλήρως της Εκκλησίας, μέχρι που να απορρίψουν τη σχέση τους με τους σχισματικούς και να επιστρέψουν στον επίσκοπό τους».

Ερμηνεία Ζωναρά:
«Ποικίλως, φησιν ο κανών, επιβουλεύει τη του Χριστού εκκλησία ο πονηρός. Επεί γαρ τα ζιζάνια των αιρέσεων είδεν εκτετμημένα τη μαχαίρα του Πνεύματος, ετέραν εμηχανήσατο μέθοδον, ίνα το σώμα της εκκλησίας μερίση, και διασπάση την ένωσιν. Αύτη δ’ εστίν η των σχισματικών μανία, ήν αναστέλλοντές τινες, φασιν οι της συνόδου, ορίζομεν, μηδένα πρεσβύτερον, ή διάκονον τολμάν αφίστασθαι του επισκόπου, υφ’ ον τελεί, και μη συγκοινωνείν αυτώ, μηδέ αναφέρειν το όνομα αυτού, κατά το έθος, ως τάχα κατεγνωκότα του επισκόπου αυτού, πριν ή συνοδικώς ζητηθή η κατά του επισκόπου φερομένη αιτία, και τελεία προσενεχθή ψήφος, κατακρίνουσα αυτόν, τον δε τούτο ποιήσαντα καθαιρείσθαι. Ο γαρ εν πρεσβυτέρου αξία ων, και των μητροπολιτών αρπάζων την κρίσιν, (τους γαρ επισκόπους οι μητροπολίται κρίνουσι), και προ κρίσεως τον οικείον επίσκοπον, ος πατηρ εστιν αυτού κατά πνεύμα, κρίνων, ουκ έστιν άξιος ως πρεσβύτερος τιμάσθαι, ή ονομάζεσθαι. Και οι συνεπόμενοι δε τω σχισματικώ, και αποσχίζοντες και αυτοί, ιερωμένοι μεν όντες, καθαιρείσθωσαν, λαϊκοί δε τυγχάνοντες, ή μοναχοί, αφοριζέσθωσαν παντελώς της εκκλησίας, αντί του εξωθείσθωσαν, ώστε μηδέ εισιέναι εις εκκλησίαν. Έστι γαρ αφορισμός, και το μόνης είργεσθαι της μεταλήψεως των θείων μυστηρίων. Έστι δε, και το έξω της εκκλησίας είναι, ον παντελή ωνόμασαν, ως βαρύτερον, και τελείως χωρίζοντα των πιστών τον ούτως αφορισθέντα. Καιρόν δε τω αφορισμώ τούτω ορίζουσι την εκείνων επιστροφήν. Έσονται γαρ, φησιν, αφωρισμένοι, μέχρις αν τω οικείω επισκόπω προσέλθωσι, μισήσαντες την προς τους σχισματικούς οικείωσιν».

Ερμηνεία Βαλσαμώνος:
«Παυθείσης τη χάριτι του Θεού της από των αιρέσεων διαστάσεως, εώρων οι Πατέρες τινάς ιερωμένων υποκλεπτομένους κατά μεθοδείαν σατανικήν εις την των σχισματικών μανίαν, ως αφισταμένους από της των επισκόπων αυτών κοινωνίας, μη όντων ασεβών, ή αδίκων, κατά τον λα΄ αποστολικόν κανόνα, δια μόνον δε το λαληθήναί τινα ίσως εγκληματικά κατ΄ αυτών. Τούτο γουν, ως καταμερίζον το σώμα του Χριστού, ήτοι την εκκλησίαν, διορθούμενοι, ώρισαν καθαιρείσθαι τους τολμήσοντας ιερείς, ή διακόνους, ανευλόγως ούτως αποστήναι της μετά του επισκόπου αυτών κοινωνίας, προ εντελούς συνοδικής καταδίκης τούτου, και μη αναφέρειν εν ταις θείαις ιεροτελεστίαις το όνομα αυτού, κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν. Ότι, φασίν, ουκ έστιν άξιος πρεσβυτέρου όνομα ή τιμήν έχειν ο αρπάζων αναιδώς την του μητροπολίτου κρίσιν, ήν έμελλε κατά του επισκόπου ίσως εξαγαγείν, και κατακρίνων, όσον κατά το οικείον συνειδός, τον οικείον πατέρα, τον επίσκοπον, δια του μη συγκοινωνείν αυτώ, ως δήθεν αληθώς όντι κατακεκριμένω. Και ου μόνον τούτους, αλλά και τους συνακολουθήσαντας αυτοίς, ιερωμένους μεν όντας, διορίζονται καθαιρείσθαι, λαϊκούς δε, αφορίζεσθαι, και είναι επιτετιμημένους, μέχρις αν εν επιγνώσει του κακού γένωνται, και τω οικείω επισκόπω προσέλθωσιν. Ανάγνωθι και το α΄ κεφ. του ιβ΄ τίτλου του παρόντος συντάγματος, και τον α΄ κανόνα του αγίου Βασιλείου. Ερωτήσει δε τις, ως, του κανόνος μόνους κολάζοντος τους σχισματικούς πρεσβυτέρους και διακόνους, εάν έτερός τις κληρικός παρά τούτους αποστή εκ της του επισκόπου αυτού κοινωνίας, κολασθήσεται, ή ού; Λύσις. Του κανόνος εφεξής καθαιρούντος μη μόνους τους πρωταιτίους ιερωμένους, αλλά και τους συνεπομένους αυτοίς, εξ ανάγκης πάντες οι πρωταίτιοι του σχίσματος κληρικοί, οίοι αν και ώσιν, εν των οικείων βαθμών διωχθήσονται. Καλώς δε πρεσβυτέρων και διακόνων μόνων εμνήσθη ο κανών, ότι κυρίως το σχίσμα παρά τούτων γίνεται, ως ενεργούντων τα του αγίου θυσιαστηρίου, και δυναμένων αναφέρειν, ή μη αναφέρειν το όνομα του επισκόπου. Και μη μοι είπης, και πώς υποκατιών ο κανών πρεσβυτέρου μόνου εμνήσθη, ου μην και διακόνου; Ακούσεις γαρ, ότι τοις ιερεύσι πάλιν πλέον των διακόνων, τα περί της αναφοράς των επισκόπων ανήκουσι, και δια τούτο περί αυτών εποίησε τον πλείονα λόγον».

Ερμηνεία Αριστηνού:
Εί τις πρεσβύτερος, ή διάκονος, ως δήθεν επ’ εγκλήματι του οικείου κατεγνωκώς επισκόπου, προ συνοδικής διαγνώσεως, αποστή της αυτού κοινωνίας, και μη αναφέρη αυτού του όνομα, καθαιρείσθω, και πάσης ιερατικής στερείσθω τιμής. Οι δε συνεπόμενοι, ιερατικοί μεν όντες, της οικείας τιμής εκπιπτέτωσαν, μοναχοί δε, ή λαϊκοί, αφοριζέσθωσαν, μέχρις επιστραφείεν».

Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Τόσον με τους αιρετικούς, όσον και με τους σχισματικούς, επιχειρεί ο διάβολος να διαμερίση το σώμα του Χριστού, ήτοι την Εκκλησίαν αυτού. Δια τούτο ο παρών Κανών διορίζει, ότι όποιος Πρεσβύτερος, ή Διάκονος χωρισθούν από την συγκοινωνίαν του Επισκόπου των, και το όνομά του δεν μνημονεύουσι κατά το σύνηθες, προ του να εξετάση η Σύνοδος τα εγκλήματά του, και να τον καταδικάση. Ούτοι μεν να καθαίρωνται, επειδή δεν είναι άξιοι να έχουν το αξίωμα και το όνομα του Πρεσβυτέρου και Διακόνου, οι τον κατά πνεύμα πατέρα αυτών Επίσκοπον κατακρίνοντες, και την κρίσιν των Μητροπολιτών προαρπάζοντες. Οι Μητροπολίται γαρ και όχι οι Κληρικοί κρίνουσι τους Επισκόπους. Οι δε συνακολουθούντες με τους τοιούτους αποστάτας, Πρεσβυτέρους και Διακόνους, ει μεν είναι Ιερωμένοι, ας καθαίρωνται, ει δε Μοναχοί και λαϊκοί, ας αφορίζωνται, όχι μόνον από τα θεία Μυστήρια, αλλά και από την Εκκλησίαν, έως ότου μισήσουν αυτούς, και ενωθώσι με τον εδικόν τους Επίσκοπον. Όρα και τον λα΄ Αποστολικόν».

Ο Καν. 14 ΑΒ Συν. προβλέπει: «Αν κάποιος επίσκοπος, χρησιμοποιώντας μια πρόφαση εναντίον του μητροπολίτη του, πριν τη συνοδική κρίση, απομακρυνθεί από την κοινωνία με αυτόν και δεν αναφέρει το όνομά του, σύμφωνα με τη συνήθεια, στη θεία μυσταγωγία, η Αγία Σύνοδος όρισε να καθαιρείται αυτός, αν, μόνον απομακρυνόμενος από τον δικό του μητροπολίτη, δημιουργήσει σχίσμα. Διότι πρέπει καθένας να γνωρίζει τα όριά του, και ούτε ο πρεσβύτερος να περιφρονεί τον δικό του επίσκοπο ούτε ο επίσκοπος τον δικό του μητροπολίτη».

Ερμηνεία Ζωναρά:
«Τα αυτά τω ανωτέρω κανόνι και ο κανών ούτος, περί επισκόπων αποσχιζόντων εκ των ιδίων μητροπολιτών, και μη κοινωνούντων αυτοίς, μηδέ αναφερόντων αυτούς, διορίζεται».

Ερμηνεία Βαλσαμώνος:
«Και ο παρών κανών όμοιος κατά πάντα εστί τω προ αυτού, καν διαλλάττη περί τα πρόσωπα».

Ερμηνεία Αριστηνού:
«Και εί τις επίσκοπος αυτό τούτο τολμήσει κατά του οικείου μητροπολίτου, καθαιρείσθω. Δει γαρ έκαστον τα οικεία μέτρα γινώσκειν».

Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη:
«Παρομοίως με τον ανωτέρω Κανόνα καθαιρεί και ο παρών Κανών τους Επισκόπους εκείνους, οπού χωρισθούν από την συγκοινωνίαν του Μητροπολίτου των, και το όνομά του δεν μνημονεύουσι κατά το σύνηθες. Διότι ούτε ο Πρεσβύτερος πρέπει να καταφρονή τον Επίσκοπόν του, ούτε ο Επίσκοπος τον Μητροπολίτην του. Όρα και τον λα΄ Αποστολικόν».

Ο Καν. 15, παράγραφοι 1-3, ΑΒ Συν. διαλαμβάνει: «Όσα ορίστηκαν για πρεσβυτέρους και επισκόπους και μητροπολίτες, αρμόζουν πολύ περισσότερο και για πατριάρχες. Επομένως, αν κάποιος πρεσβύτερος ή επίσκοπος ή μητροπολίτης τολμήσει να απομακρυνθεί από την κοινωνία με τον δικό του πατριάρχη, και δεν αναφέρει, όπως έχει οριστεί και καθοριστεί, το όνομά του στη θεία μυσταγωγία, αλλά δημιουργήσει σχίσμα πριν τη συνοδική κρίση και την αμετάκλητη καταδίκη του, η Αγία Σύνοδος όρισε να αφαιρείται πλήρως από αυτόν οποιαδήποτε ιερατική διακονία, εφόσον αποδειχθεί ότι έκανε αυτήν την παρανομία. Και ναι μεν τούτα έχουν οριστεί και επικυρωθεί για όσους αποσχίζονται από τους δικούς τους προέδρους με την πρόφαση κάποιων κατηγοριών, και προκαλούν σχίσμα και διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας (…)».

Ερμηνεία Ζωναρά:
«Άπερ ώρισαν οι της συνόδου Πατέρες περί μητροπολιτών και επισκόπων, ταύτα λέγουσι πλέον αρμόζειν και περί πατριαρχών. Ει γαρ τις, φασί, μητροπολίτης, ή επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, τολμήσει αποστήναι του συγκοινωνείν τω πατριάρχη αυτού, και αναφέρειν το όνομα αυτού, πριν ή εμφανίση τη συνόδω κατά του πατριάρχου, και προ του εξετασθήναι ταύτα, και κατακριθήναι ίσως αυτόν, ο τοιούτος, ως σχίσμα ποιήσας, πάσης ιερατείας αλλότριος έσται παντελώς. Είρηται δε το, πάσης, αντί του, οι μεν αρχιερείς της αρχιερατικής, οι δε ιερείς, της ιερατικής. Το δε παντελώς, ότι ουκ επί τινα χρόνον ειρχθήσονται του ιερουργείν, είτα αποκαταστήσονται αύθις εις την οικείαν τιμήν, αλλά τελείως εκπεσούνται της αξίας αυτών, και ουδέ τιμήν έξουσι μόνην αρχιερεύσι και ιερεύσιν ανήκουσαν. Είτα επάγουσιν, ότι ταύτα μεν ώρισται και εσφράγισται, τουτέστι, βεβαίως τετύπωται, (η γαρ σφραγίς εις βεβαίωσίν εστι των σφραγιζομένων και φυλακήν, ότι και τα φυλακής άξια σφραγίζονται ίν’ είεν ανεπιβούλευτα) περί των προφάσει τινών εγκλημάτων των οικείων αφισταμένων προέδρων, και την ένωσιν διασπώντων της εκκλησίας, ότι δηλαδή πορνείαν ίσως τω αιτιωμένω προσάπτουσιν, ή ιεροσυλίαν, ή επί χρήμασι χειροθεσίαν, ή άλλα τοιαύτά τινα…».

Ερμηνεία Βαλσαμώνα:
«Και ούτος ο κανών τα αυτά τω ιγ΄ και ιδ΄ κανόνι παρακελεύεται μέχρι τινος. Φησί γαρ, πλέον αρμόζειν τα προσδιορισθέντα και επί πατριάρχην, όταν εκ της τούτου κοινωνίας αποστήση τις εαυτόν τολμηρώς. Ως δε τινος ειπόντος, εάν εξ ευλόγου αιτίας, τυχόν προφάσει αιρέσεως, αποστή τις από της του αρχιερέως κοινωνίας, δια τι κολασθήσεται; Επάγουσιν οι Πατέρες, ως ταύτα πάντα γίνονται, όταν προφάσει εγκληματικής τινός υποθέσεως καθ’ εαυτόν τις του οικείου ποιμένος καταγνώσηται, και αποσχίση εαυτόν εκ τούτου, και τοιουτοτρόπως διαρρήξη την ένωσιν της εκκλησίας. Ει γαρ μη δι’ εγκληματικήν αιτίασιν, αλλά δι’ αίρεσιν χωρίση τις εαυτόν… Είρηται δε τω κανόνι το, πάσης ιερατείας παντελώς αλλότριον είναι τον σχισματικόν, δια τους λέγοντας οφείλειν τους τοιούτους επί καιρόν τινα της ιερατείας παύεσθαι, και μη καθαιρείσθαι. Εγκληματικά δε αιτιάματα εισι, πορνεία, ιεροσυλία, και των κανόνων αθετήσεις… Ο δε λα΄ αποστολικός κανών, και τους κατεγνωκότας των οικείων επισκόπων, ως προδήλως αδικούντων, και αποσχίσαντας εξ αυτών, ανευθύνους συντηρεί».

Ερμηνεία Αριστηνού:
«Ωσαύτως και εί τις επίσκοπος, ή μητροπολίτης, κατά του πατριάρχου τοιαύτα τολμήσει, πάσης ιερατείας αλλοτριούσθω…».

Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη:
«Εκείνα οπού οι ανωτέρω Κανόνες εδιώρησαν περί Επισκόπων και Μητροπολιτών, τα αυτά διορίζει, και πολλώ μάλλον, ο παρών Κανών, περί Πατριαρχών, λέγων: ότι, όστις Πρεσβύτερος, ή Επίσκοπος, ή Μητροπολίτης ήθελε χωρισθή από την συγκοινωνίαν του Πατριάρχου αυτού, και δεν μνημονεύη το όνομα αυτού κατά το σύνηθες (ο Μητροπολίτης δηλ. μόνος, ο γαρ Πρεσβύτερος του Επισκόπου του το όνομα μνημονεύει, ο δε Επίσκοπος του Μητροπολίτου του), προ του να φανερώσουν τα κατά του Πατριάρχου αυτών εις την Σύνοδον, και παρά της Συνόδου αυτός να κατακριθή. Ούτοι, λέγω, πάντες να καθαίρωνται παντελώς, οι μεν Επίσκοποι και Μητροπολίται, πάσης Αρχιερατικής ενεργείας, οι δε Πρεσβύτεροι, πάσης Ιερατικής. Πλην ταύτα μεν να γίνωνται, εάν δια εγκλήματά τινα, πορνείαν θετέον, ιεροσυλίαν και άλλα, χωρίζωνται οι Πρεσβύτεροι από τους Επισκόπους των, οι Επίσκοποι από τους Μητροπολίτας των, και οι Μητροπολίται από τους Πατριάρχας των…».

1.Β. – Στοιχειοθέτηση του εκκλησιαστικού ποινικού αδικήματος του σχίσματος εξαιτίας διατύπωσης κατηγορίας από εκκλησιαστικό υφιστάμενο για εκκλησιαστικά ποινικά αδικήματα του εκκλησιαστικού προϊσταμένου, πριν την αμετάκλητη συνοδική καταδίκη του τελευταίου, πλην της, κατά τα ανωτέρω, περιπτώσεως της αιρέσεως
Οι διατάξεις των ανωτέρω Κανόνων τιμωρούν, εξαιτίας σχίσματος, τους κληρικούς, οι οποίοι, με πρόφαση την εκ μέρους τους διατύπωση κατηγορίας για εγκλήματα κατά του φορέα της προϊσταμένης τους αρχής, 1) απομακρύνονται από την κοινωνία του, πριν τη συνοδική κρίση και την αμετάκλητη καταδίκη του για τούτα, και 2) δεν μνημονεύουν αυτόν στις ιερουργίες τους, όπως προβλέπεται από την εκκλησιαστική παράδοση και τους ως άνω ιερούς κανόνες. Διότι οι κληρικοί αυτοί νοσφίζονται την αμετάκλητη συνοδική κρίση τη σχετική με τον φορέα της προϊσταμένης τους αρχής, κατακρίνοντας και καταφρονώντας αυτόν.
Οι ποινές που προβλέπονται από τους ανωτέρω Κανόνες, είναι οι εξής: α) για τους κληρικούς, αυτουργούς ή συμμετόχους, η καθαίρεση, και β) για τους συμμετόχους μοναχούς ή λαϊκούς, ο μεγάλος αφορισμός, ο οποίος αίρεται υποχρεωτικά, δια χάριτος, μόνον στην περίπτωση κατά την οποία αυτοί οι συμμέτοχοι μοναχοί ή λαϊκοί αποδοκιμάσουν τη σχέση τους με τους σχισματικούς και επιστρέψουν στην κοινωνία με τον οικείο επίσκοπο.
Η απαγόρευση του σχίσματος και η τιμωρία των υπευθύνων δημιουργίας του αποσκοπούν στην αποτροπή της δημιουργίας σχίσματος, δηλαδή της διαιρέσεως της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού. Διευκρινίζεται ότι η μία μέθοδος του Σατανά είναι τα αιρετικά ζιζάνια τα οποία διασπείρει για τη διατάραξη της ειρήνης και της ενότητας της Εκκλησίας με σκοπό τη ματαίωση της σωτηρίας των πιστών. Αν αυτά τα ζιζάνια αποκόπτονται με το μαχαίρι του Πνεύματος, τότε ο Σατανάς καταφεύγει στην άλλη μέθοδό του, δηλ. στα σχίσματα.

1.Γ. – Εκκλησιαστική κοινωνία μοναχών ή λαϊκών και διακοπή της
Η διακοπή μνημοσύνου, ως η σπουδαιότερη μορφή διακοπής εκκλησιαστικής κοινωνίας, δεν αναφέρεται στους μοναχούς ή λαϊκούς, αλλά μόνον στους κληρικούς. Διότι οι τελευταίοι είναι εκείνοι οι οποίοι είναι αρμόδιοι να αναφέρουν το όνομα του φορέα της οικείας εκκλησιαστικής αρχής στις ιερουργίες τις οποίες τελούν σύμφωνα με τα λειτουργικά βιβλία.
Οι μοναχοί ή λαϊκοί τελούν σε κοινωνία με τους ιερουργούντες κληρικούς. Η κοινωνία των μοναχών ή των λαϊκών με τους ιερουργούντες κληρικούς και, δι’ αυτών, με την προϊσταμένη αρχή τους, καθώς και η διακοπή αυτής της κοινωνίας, ερείδεται στους 10ο Αποστ. Καν. και 2οΚαν. Αντιοχείας (έτος 341), οι οποίοι έχουν ως εξής:
Ο 10ος Αποστ. Καν. ορίζει: «Αν κάποιος προσευχηθεί, ακόμη και μέσα σε σπίτι, με έναν ακοινώνητο, αυτός να αφορίζεται».
Ο 2ος Καν. Αντιοχείας, παρ. 2, προβλέπει: «…Και αν αποδειχθεί ότι κάποιος από τους επισκόπους ή πρεσβυτέρους ή διακόνους ή κάποιος από τους κατώτερους κληρικούς, κοινωνεί με ακοινωνήτους, τότε και αυτός να είναι ακοινώνητος, διότι παραβαίνει τον εκκλησιαστικό κανόνα».

1.Δ. – Διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας κληρικών
Η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας (ή αποτείχιση) των κληρικών με την προϊσταμένη τους αρχή εκφράζεται κυρίως με τη διακοπή του μνημοσύνου του φορέα αυτής της αρχής. Βεβαίως, η εν λόγω διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας συμπεριλαμβάνει και άλλες εκδηλώσεις διακοπής της, που είναι: α) η εν Κυρίω υπακοή τους σε αυτήν την αρχή, επειδή ο φορέας της έπαυσε να ορθοτομεί τον Λόγο της Αληθείας, ή να συμμορφώνεται με την κανονική τάξη της Εκκλησίας. Η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας επιβάλλεται υποχρεωτικά στους κληρικούς, μόνο στις περιπτώσεις δημόσιας και ανοικτής κήρυξης αιρέσεως στην εκκλησία από επίσκοπο ή προκαθήμενο ή σύνοδο, σύμφωνα με τον 15οΚαν., εδ. 4, ΑΒ Συν., καθώς και σύμφωνα με τα, κατά την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, πρότυπα της εφαρμογής αυτών των Κανόνων από τους Ομολογητές Αγίους της Εκκλησίας. Σημειωτέον ότι εσφαλμένα και πλανεμένα ισχυρίζεται στο βιβλίο του «Τα δύο άκρα» ο μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ότι ο 15ος, παρ. 4, Καν. ΑΒ Συν. είναι δυνητικής εφαρμογής, εκτός των άλλων λόγων που αναφέρονται στην παρούσα μελέτη, και για το λόγο ότι οι ιεροί κανόνες είναι οι νόμοι της Εκκλησίας και οι νόμοι εν γένει, είτε της Πολιτείας είτε της Εκκλησίας ουδέποτε είναι δυνητικής εφαρμογής, δεδομένου ότι έτσι αυτοκαταργούνται. Αντιθέτως, η εν λόγω παύση κοινωνίας απαγορεύεται σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, κατά τους Κανόνες 13ο, 14ο και 15ο, παράγραφοι 1-2, της ΑΒ Συν., πλην της περιπτώσεως της προφανούς παραβάσεως της κανονικής τάξεως, σύμφωνα με τον 31ο Αποστ. Καν.
Η τέταρτη παράγραφος του 15ου Καν. ΑΒ Συν. ορίζει: «Διότι, όσοι απομακρύνονται από την κοινωνία με τον πρόεδρό τους, εξαιτίας κάποιας αίρεσης, η οποία έχει καταδικαστεί από τις Άγιες Συνόδους ή τους Πατέρες, ενώ δηλαδή ο πρόεδρός τους διακηρύσσει δημόσια και διδάσκει ανοικτά την αίρεση στην εκκλησία, τούτοι όχι μόνο δεν πρέπει να υποβληθούν στην προβλεπόμενη από τους κανόνες ποινή, επειδή αποτειχίζονται από την κοινωνία με τον καλούμενο επίσκοπο πριν τη συνοδική κρίση του, αλλά και πρέπει να αξιωθούν της πρέπουσας στους Ορθοδόξους τιμής. Διότι δεν καταδίκασαν επισκόπους, αλλά ψευδοεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους, και δεν κατατεμάχισαν την ενότητα της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά φρόντισαν να αποφύγει η Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις».

Ερμηνεία Ζωναρά:
«Ει δ’ ο πατριάρχης τυχόν, ή ο μητροπολίτης, ή ο επίσκοπος, αιρετικός είη, και τοιούτος, ως δημοσία κηρύττειν την αίρεσιν, και γυμνή τη κεφαλή, αντί του, ανυποστόλως και μετά παρρησίας, διδάσκει τα αιρετικά δόγματα, οι αποσχίζοντες αυτού, οποίοι αν είεν, ου μόνον κολάσεως άξιοι ουκ έσονται δια τούτο, αλλά και τιμής, ως ορθόδοξοι, αξιωθήσονται, χωρίζοντες εαυτούς της των αιρετικών κοινωνίας. Τούτο γαρ δηλοί το αποτειχίζοντες (το γαρ τείχος των εντός αυτού προς τους εκτός χωρισμός εστιν). Ου γαρ επισκόπου απέστησαν, αλλά ψευδοεπισκόπου. Ουδέ σχίσμα κατά της εκκλησίας εποίησαν, αλλά μάλλον σχισμάτων την εκκλησίαν απήλλαξαν, όσον το επ’ αυτοίς».

Ερμηνεία Βαλσαμώνα:
«… Ως δε τινος ειπόντος, εάν εξ ευλόγου αιτίας, τυχόν προφάσει αιρέσεως, αποστή τις από της του αρχιερέως κοινωνίας, δια τί κολασθήσεται; … Ει γαρ μη δι’ εγκληματικήν αιτίασιν, αλλά δι’ αίρεσιν χωρίση τις εαυτόν από του επισκόπου αυτού, ή του μητροπολίτου, ή του πατριάρχου, ως επ’ εκκλησίας διδάσκοντος ανερυθριάστως διδάγματά τινα απηλλοτριωμένα του ορθού δόγματος, ο τοιούτος και προ εντελούς διαγνώσεως, πολλώ δε πλέον και μετά διάγνωσιν, εάν εαυτόν αποτειχίση, ήγουν χωρίση από της κοινωνίας του πρώτου αυτού, ου μόνον ου τιμωρηθήσεται, αλλά και τιμηθήσεται, ως ορθόδοξος. Ου γαρ απέσχισεν αυτόν από επισκόπου, αλλ’ από ψευδοεπισκόπου και ψευδοδιδασκάλου. Και το παρά τούτου γεγονός επαίνου άξιόν εστίν, ως μη κατατέμνον την εκκλησίαν, αλλά μάλλον συνάπτον αυτήν, και του μερισμού απαλλάττον… Καλώς δε είπεν ο κανών επαινετέους είναι τους αποσχίζοντας εαυτούς και προ καταδίκης, από των διδασκόντων αιρετικά διδάγματα, και όντων προφανώς αιρετικών. Ει γαρ κρύφα και μετά υποστολής ψιθυρίζονται τα της αιρέσεως παρά του πρώτου, ως αμφιβάλλοντος, ουκ οφείλει τις εξ αυτού προ καταδίκης αποσχισθήναι. Εικός γαρ εστι μεταρρυθμισθήναι τούτον προς το ορθόδοξον, προς της εντελούς αποφάσεως, και αποστήναι της αιρέσεως.Σημείωσαι ταύτα, ίσως ωφελήσονται κατά των λεγόντων, μη καλώς ημάς αποσχισθήναι από του θρόνου της παλαιάς Ρώμης, προ του καταδικασθήναι τους περί ταύτην ως κακόφρονας. Και ο μεν παρών κανών τους δια δογματικήν αιτίαν αποσχίζοντας ου κολάζει. Ο δε λα΄ αποστολικός κανών και τους κατεγνωκότας των οικείων επισκόπων, ως προδήλως αδικούντων, και αποσχίσαντας εξ αυτών, ανευθύνους συντηρεί.

Ερμηνεία Αριστηνού:
«… Ει δε τινες αποσταίέν τινες, ου δια πρόφασιν εγκλήματος, αλλά δια αίρεσιν, υπό συνόδων, ή αγίων Πατέρων κατεγνωσμένην, τιμής και αποδοχής άξιοι, ως ορθόδοξοι.

Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη:
«… Εάν οι ρηθέντες πρόεδροι είναι αιρετικοί, και την αίρεσιν αυτών κηρύττουσι παρρησία, και δια τούτο χωρίζονται οι εις αυτούς υποκείμενοι, και προ του να γένη ακόμη συνοδική κρίσις περί της αιρέσεως ταύτης, οι χωριζόμενοι αυτοί, όχι μόνον δια τον χωρισμόν δεν καταδικάζονται, αλλά και τιμής της πρεπούσης, ως Ορθόδοξοι, είναι άξιοι, επειδή, όχι σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτόν, αλλά μάλλον ηλευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδεπισκόπων αυτών. Όρα και τον λα΄ Αποστολικόν Κανόνα».

Ερμηνεία του Κανονολόγου Σέρβου Επισκόπου Νικοδήμου Μίλας (19οςαιώνας):
«Ο κανόνας αυτός είναι συμπλήρωμα του ΙΓ΄ και του ΙΔ΄ Κανόνα της παρούσας Συνόδου. Επιτάσσει δε ότι πρέπει να υφίσταται η σχέση εκείνη του μεν πρεσβυτέρου προς τον επίσκοπο, του δε επισκόπου προς τον μητροπολίτη. Πολύ περισσότερο πρέπει να υπάρχει η σχέση αυτή προς τον πατριάρχη, την κανονική υπακοή στον οποίο οφείλουν όλοι: οι επίσκοποι, οι πρεσβύτεροι και οι λοιποί κληρικοί του πατριαρχείου αυτού.
Καθορίζοντας αυτά για την υπακοή προς τον πατριάρχη, ο κανόνας κάνει γενική παρατήρηση και για τους τρεις (ΙΓ΄-ΙΕ΄) Κανόνες, με την οποία λέγει ότι οι προβλεπόμενες διατάξεις ισχύουν μόνον στην περίπτωση κατά την οποία υπεισάγονται σχίσματα εξαιτίας κάποιων αναπόδεικτων παραβάσεων του πατριάρχη, του μητροπολίτη και του επισκόπου.
Αν όμως κάποιος επίσκοπος ή μητροπολίτης ή πατριάρχης αρχίσει να διακηρύσσει δημοσίως στην εκκλησία κάποια αιρετική διδασκαλία, η οποία αντίκειται στην Ορθοδοξία, τότε οι προαναφερθέντες έχουν δικαίωμα και συγχρόνως και υποχρέωση να αποτειχιστούν αμέσως από τον επίσκοπο, μητροπολίτη, και πατριάρχη εκείνου. Γι’ αυτό όχι μόνον δεν πρέπει ναυποβληθούν σε κανονική ποινή, αλλά πρέπει ακόμη και να επαινεθούν. Διότι με αυτήν την αποτείχιση δεν κατέκριναν και δεν επαναστάτησαν εναντίον των νόμιμων επισκόπων αλλά εναντίον των ψευδοεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων. Ούτε και δημιούργησαν έτσι σχίσμα στην Εκκλησία, αλλά αντιθέτως απάλλαξαν την Εκκλησία, ενόσω μπόρεσαν, από το σχίσμα και τη διαίρεση (Οι Κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας με ερμηνεία, ΙΙ Novi Sad 189, σ. 290-291. Επίσης, ).
Σε πλήρη αντίθεση προς το κείμενο του 15ου Καν. ΑΒ Συν., τους έγκυρους βυζαντινούς και νεότερους ερμηνευτές, αλλά και την Αγία Γραφή, τους Αγίους Πατέρες και την πράξη των Ομολογητών Αγίων της Εκκλησίας, οι καθηγητές Σπ. Τρωιάνος, Χαρ. Παπαστάθης και Καραγιαννακίδης, στην κοινή γνωμάτευσή τους (του Αυγούστου 2002), υποστηρίζουν την εξής προφανώς και εντελώς εσφαλμένη θέση: «Ο κανών 15 της Πρωτοδευτέρας Συνόδου δεν εισάγει την ανταρσία στους κόλπους της Εκκλησίας και ούτε οι πιστοί –ατομικά ή ομαδικά– μπορούν να υποκαταστήσουν την Ι. Σύνοδο, νοσφιζόμενοι αρμοδιότητες και εξουσίες που ανήκουν σε αυτήν και μόνον (βλ. την ερμηνείαν των ανωτέρω κανόνων στονNikodim Milas… σ. 48)».

1.Ε. – Απόδοση της πρέπουσας στους Ορθοδόξους τιμής,
1 - επειδή οι διακόψαντες την κοινωνία Ορθόδοξοι πιστοί δεν καταδίκασαν επισκόπους, αλλά ψευδοεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους, καλούμενους έτσι και πριν τη συνοδική κρίση τους, και
2 – δεν διέσπασαν την ενότητα της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά φρόντισαν να αποφύγει η Εκκλησία τα σχίσματα:
Το θέμα αυτό συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της έννοιας της Εκκλησίας κατά τους Αγίους Πατέρες, δηλ. με το ζήτημα αν η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική (ή Θεανθρωποκεντρική) ή Επισκοποκεντρική (ή ανθρωποκεντρική).

Η έννοια της Εκκλησίας κατά τους Αγίους Πατέρες, την οποία συνοψίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο μαθητής του μοναχός Ιωσήφ Καλόθετος
α) Στην Αναίρεση εξηγήσεως τόμου Καλέκα, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει: «Αφού λοιπόν αυτός (ο Καλέκας) είναι έτσι και τόσες φορές αποκομμένος από ολόκληρο το πλήρωμα των Ορθοδόξων (λόγω των αναθεματισμών των βαρλααμιτών από την Ορθόδοξη Σύνοδο του 1341), είναι αδύνατον να βρίσκεται μεταξύ των ευσεβών ο μη αποχωρισμένος από αυτόν, ενώ όποιος για τους λόγους αυτούς είναι αποχωρισμένος από αυτόν, ανήκει πράγματι στον κατάλογο των Χριστιανών και είναι ενωμένος με τον Θεό δια της ευσεβους πίστεως» (ΕΠΕ, 3, 692). Εκτός της διακοπής κοινωνίας με τον Καλέκα λόγω της αιρέσεώς του, στο παρόν απόσπασμα γίνεται λόγος και για την ένωση -των διακοψάντων την κοινωνία- με τον Θεό μέσω της ευσεβούς πίστεως, δηλ. κάποιος βρίσκεται στην Εκκλησία, μόνον όταν έχει την ευσεβή (Ορθόδοξη) πίστη, και όχι όταν διατηρεί κοινωνία με τον εκάστοτε κρατούντα επίσκοπο, έστω και αν αυτός είναι αιρετικός.
β) Στην Αναίρεση γράμματος Ιγνατίου Αντιοχείας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εξηγεί τα κριτήρια της εντάξεως και της εξόδου κάποιου από τηνΕκκλησία, ως εξής: «Ποιός κλήρος, ποιά μερίδα, ποιά γνησιότητα προς την Εκκλησία του Χριστού υπάρχει για τον συνήγορο του ψεύδους, προς την Εκκλησία η «οποία είναι στύλος και εδραίωμα της αληθείας» κατά τον Παύλο, η οποία κατά τη χάρη του Χριστού μένει διηνεκώς ασφαλής και ακράδαντη, στηριγμένη πάγια σε όσα στηρίζεται η αλήθεια; Διότι οι της Εκκλησίας του Χριστού είναι της αληθείας. Και οι μη όντες της αληθείας δεν είναι ούτε της Εκκλησίας του Χριστού, τόσο μάλλον όσο αν καταψεύδονται εναντίον των εαυτών τους, καλώντας τους εαυτούς τους και καλούμενοι μεταξύ τους ποιμένες και αρχιποιμένες ιεροί. Πράγματι εμείς δεν διδαχθήκαμε ότι ο Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται από πρόσωπα (εννοείται: επισκόπους) αλλά με την αλήθεια και την ακρίβεια της πίστεως» (ΕΠΕ 3, σ. 606). Δηλαδή, Όταν κάποιος έχει την αλήθεια και την ακρίβεια της πίστεως, ανήκει στην Εκκλησία, ενώ όταν την χάσει, τότε εξέρχεται της Εκκλησίας. Και η είσοδος ή η έξοδος από την Εκκλησία δεν έχει καμία σχέση με τους επισκόπους, οι οποίοι δεν ορθοτομούν τον Λόγο την Αληθείας. 

γ) Στην Αναίρεση γράμματος Καλέκα, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναιρεί την αιρετική θέση «όπου επίσκοπος (ανεξαρτήτως της αιρέσεώς του), εκεί εκκλησία», αντί της Ορθόδοξης θέσεως «όπου Χριστός η Αλήθεια, εκπροσωπούμενος από τον επίσκοπο τον ορθοτομούντα τον Λόγο της Αληθείας (αν υπάρχει), εκεί η Εκκλησία», ως εξής: «Αλλά νομίζω ότι ο τόσο αδιάντροπα γράφοντας και διαδίδοντας σε όλους αδίστακτα τόσο πολλά ψεύδη, θα έλεγε εύκολα και τούτο, ότι μόνος αυτός ήταν η σύνοδος, επειδή και πολλές φορές λέγει ότι εκκλησία είναι μόνον αυτός και ό,τι θεωρήσει αυτός ορθό και πει, λέγει ότι θεωρεί ορθό και αποφαίνεται όλη η Εκκλησία. Και αν δεν συμφωνήσει κάποιος ευθύς αμέσως προς ο,τιδήποτε, ακόμη και πολύ ασύμφορο στον ίδιο και απίθανο, αυτός είναι ο εντελώς απειθής και ανυπάκουος σε ολόκληρη την Εκκλησία. Έτσι άλλωστε επιμένει να καλεί και εμάς ανυπότακτους και αλλοτρίους της Εκκλησίας, επειδή αρνούμαστε να δυσσεβούμε όπως αυτός απαιτεί… Αυτός εδώ, λοιπόν, πώς δεν θα πει εύκολα ότι μόνος αυτός ήταν η μεγίστη εκείνη σύνοδος, ώστε να είναι ανεξέλεγκτος, ο,τιδήποτε και αν πλάσσει και συγγράψει εναντίον μας ως δήθεν από εκείνη;» (ΕΠΕ, 3, 590).
Ο μαθητής του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, μοναχός Ιωσήφ ο Καλόθετος, ακολουθώντας την εκκλησιολογική διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και των προγενεστέρων του Αγίων Πατέρων:
α) Διακρίνει την Εκκλησία του Χριστού, των Αποστόλων και των Μαρτύρων από την νέα λεγόμενη εκκλησία που ιδρύεται, εξαιτίας της αποστασίας τους, από τους επισκόπους που ασπάζονται αίρεση, οι οποίοι θεωρούν εσφαλμένα ότι η δική τους είναι η Εκκλησία. Αυτή η νέα λεγόμενη εκκλησία της αιρέσεως είναι πλανεμένη και αποκόπτει τους κοινωνούντες με αυτήν από τον Θεό. Δηλαδή, η θεσμική εκκλησία (ή αυτοκέφαλη εκκλησία), όταν ελέγχεται από αιρετικούς επισκόπους, αποσχίζεται αιρετικά από την Εκκλησία του Χριστού, των Αποστόλων και των Μαρτύρων.
β) Σημειώνει ότι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Εκκλησίας είναι α) η ανυπαρξία οποιασδήποτε αιρετικής διδασκαλίας και β) η καθαρότητα των δογμάτων των θεοφόρων Αγίων.
γ) Διευκρινίζει ότι η διακοπή της κοινωνίας με τους αιρετικούς επισκόπους (ή ψευδο-επισκόπους) αποσκοπεί α) στην αποτροπή της κοινωνίας με τη νέα λεγόμενη εκκλησία που ιδρύεται, εξαιτίας της αποστασίας τους, από αυτούς, και β) στην παραμονή των πιστών στην Εκκλησία του Χριστού, των Αποστόλων και των Μαρτύρων.
δ) Τονίζει ότι αίρεται η υποχρέωση εν Κυρίω υπακοής των Ορθοδόξων πιστών σε επισκόπους που υιοθέτησαν αίρεση, και στους κοινωνούντες με αυτούς κληρικούς.
ε) Αναφέρει ότι όποιος Ορθόδοξος συγχωρήσει αιρετικό πριν αυτός μετανοήσει και επιστρέψει από τη αίρεση στην ορθή πίστη, δεν συγχωρείται από τον Θεό και αμαρτάνει διπλά. Πρώτον, διότι τον συγχωρεί πριν μετανοήσει και επιστρέψει στον Θεό. Και δεύτερον, διότι παριστάνει ότι είναι φιλανθρωπότερος από τον Θεό.
Οι ανωτέρω εκκλησιολογικές θέσεις ερείδονται στα εξής κείμενα του μοναχού Ιωσήφ του Καλοθέτου:
Α. – 8η Ομιλία «Κατά Ιωάννου Καλέκα» (Δ. Τσάμη, Ιωσήφ Καλοθέτου Συγγράμματα, τομ. 1, σ. 294-296,
Β. – «Επιστολή εις το Άγιον Όρος, προς Γρηγόριον τον ούτω λεγόμενον Στραβολαγγαδίτην εν τη Λαύρα όντα» (Δ. Τσάμη, ο.π., Επιστολή 2, κεφ. 7, σ. 373),
Γ. – 2ος Λόγος «Κατά των αυτών Ακινδύνου και Βαρλαάμ των κακοδόξων» (Δ. Τσάμη, ο.π., Λόγος 2, σ. 138).

Καταδίκη από τους Ορθοδόξους πιστούς, των αιρετικών επισκόπων, πριν τη συνοδική τους καταδίκη, ως ψευδοεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων
Η διακοπή μνημοσύνου από τους κληρικούς ή η παύση κοινωνίας από μοναχούς ή λαϊκούς συνιστά καταδίκη ψευδοποιμένων ως ψευδοεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων. Η καταδίκη αυτή από τους Ορθοδόξους πιστούς είναι βεβαίως, κατά τα ανωτέρω, αναγνωριστική, όπως και η ενδεχόμενη καταδίκη τους ως αιρετικών από Σύνοδο, η οποία μπορεί να τους επιβάλει την ποινή της καθαίρεσης (ενεργεία καθηρημένοι και αναθεματισμένοι), εφόσον δεν μετανοήσουν. Διότι η υιοθέτηση αιρέσεως καθεαυτή από επισκόπους συνεπάγεται αυτοδικαίως την δυνάμει καθαίρεση και την υποβολή τους στους προβλεπόμενους αναθεματισμούς της Αγίας Γραφής, των Αγίων Συνόδων ή των Αγίων Πατέρων.

«Ψευδοεπίσκοποι και ψευδοδιδάσκαλοι ή καλούμενοι επίσκοποι», καλούμενοι έτσι και πριν τη συνοδική τους κρίση
Στον ερμηνευόμενο κανόνα γίνεται, πριν τη συνοδική κρίση, διάκριση μεταξύ αφενός μεν των επισκόπων και αφετέρου των ψευδοεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων ή καλούμενων επισκόπων. Τούτο σημαίνει ότι κάθε πιστός, σε θέματα πίστης, οφείλει και έχει την ευθύνη 1) να κρίνει και να διακρίνει μεταξύ των αληθινών ποιμένων (επισκόπων) από των ψευδοποιμένων (ψευδοεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων), και 2) να ακολουθεί τον επίσκοπο ακόμη και συσταυρούμενος ομολογιακά με αυτόν, ενώ να απομακρύνεται άμεσα, δηλ. πριν τη συνοδική του καταδίκη, από τον ψευδοεπίσκοπο. 
Ο όρος «καλούμενος επίσκοπος» ταυτίζεται με εκείνον «ψευδοεπίσκοπος ή ψευδοδιδάσκαλος» και μάλιστα οι δύο αυτοί ταυτόσημοι όροι χρησιμοποιούνται πριν τη καταδίκη του από σύνοδο για αίρεση.
«Καλούμενος επίσκοπος ή ψευδοεπίσκοπος και ψευδοδιδάσκαλος» είναι εκείνος που είναι χειροτονημένος επίσκοπος και φέρει τον τίτλο του επισκόπου (επίσκοπος κατ’ όνομα), αλλά η θεία χάρη, ειδικά λόγω της αιρέσεώς του, και ενόσω παραμένει στην αίρεση, δεν μετανοεί για τις πλάνες του και δεν επιστρέφει στην (Αληθινή) Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, δεν ενεργεί στα μυστήρια τα οποία τελεί, και μάλιστα πριν τη συνοδική του κρίση (όχι επίσκοπος κατ’ ενέργεια). Δηλαδή το ότι είναι δυνάμει καθηρημένος (δηλ. είναι καθαιρετέος λόγω αιρέσεως) και όχι ενεργεία καθηρημένος (δηλ. δεν έχει καταδικαστεί ακόμη από σύνοδο σε καθαίρεση λόγω της αιρέσεώς του), δεν σημαίνει ότι, μέχρι τη συνοδική καθαίρεσή του, η θεία χάρη ενεργεί στα μυστήρια τα οποία εκείνος τελεί, ενώ με την αποκήρυξη από αυτόν της αιρέσεώς του και την διακήρυξη της ορθόδοξης πίστης η θεία χάρη ενεργεί και πάλι στα τελούμενα από αυτόν μυστήρια. Σημειωτέον ότι το «δυνάμει» και «ενεργεία» δεν αναφέρονται στην αίρεση (δηλ. όχι δυνάμει αιρετικός ή ενεργεία αιρετικός), αλλά στις ποινές (π.χ. δυνάμει καθηρημένος ή ενεργεία καθηρημένος), κατά την ερμηνεία του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη στην υποσημείωση αριθ. 2 στον κανόνα Γ΄ Αποστολικό (Πηδάλιο, σ. 4-5). Η καταδίκη του από σύνοδο σε καθαίρεση λόγω αιρέσεως, εφόσον δεν μετανοήσει και δεν επιστρέψει στην ορθή πίστη, έχει σημασία μόνον αναγνωριστική της ήδη μη ενεργείας της θείας χάριτος στα τελούμενα από αυτόν μυστήρια, και όχι σημασία διαπλαστική (δηλ. της από την καθαίρεση και εφεξής μη ενεργείας της θείας χάριτος στα τελούμενα από εκείνον μυστήρια).
Υπενθυμίζεται ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία είναι η Αληθινή Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, η οποία διατηρεί 1) την αποστολική πίστη, και 2) την αδιάκοπη αποστολική διαδοχή. Τα μυστήρια και η σωτηρία των ανθρώπων δεν υπάρχουν εκτός της Εκκλησίας, σύμφωνα με τον 1ο Καν. Συν. Καρχηδόνος (ετ. 251), και τους 45ο και 68οΑποστ. Καν.

Κατά τον 1ο Καν. Συν. Καρχηδόνος:
1 - Απαγορεύεται να βαπτίζεται κάποιος έξω από την Καθολική Εκκλησία (δηλ, την Εκκλησία που έχει την πληρότητα της Αληθείας), επειδή υπάρχει ένα βάπτισμα και γίνεται μόνο στην Καθολική Εκκλησία, δεδομένου ότι ο αιρετικός λειτουργός δεν μπορεί να αγιάσει το νερό, αφού ο ίδιος είναι μολυσμένος από την αίρεση και δεν έχει Άγιο Πνεύμα.
2 - Στους αιρετικούς δεν υπάρχει Εκκλησία, και γι’ αυτό είναι αδύνατο να πάρει κάποιος συγχώρεση αμαρτιών.
3 - Δεν μπορεί να αγιάσει το λάδι του χρίσματος ο αιρετικός, ο οποίος δεν έχει ούτε θυσιαστήριο ούτε Εκκλησία, και γι’ αυτό δεν μπορεί με κανένα τρόπο να υπάρχει στους αιρετικούς χρίσμα.
4) Εμείς που είμαστε μαζί με τον Κύριο και τηρούμε την ενότητα του Κυρίου και προσπαθούμε να προσφέρουμε τις λειτουργίες μας, όπως Του αξίζει, ασκώντας το ιερατικό λειτούργημα μέσα στην Εκκλησία (= οι πιστοί), πρέπει να αποδοκιμάσουμε και να απορρίψουμε και αποβάλουμε και να θεωρούμε ως βέβηλα όσα κάνουν αυτοί που Του εναντιώνονται, δηλαδή οι εχθροί Του και αντίχριστοι (=αιρετικοί και σχισματικοί).
Αν οι θεσμικές αυτοκέφαλες εκκλησίες παύσουν να ταυτίζονται με την Αληθινή Εκκλησία ως Σώμα Χριστού ως προς την αληθινή (αποστολική) πίστη, λόγω συνοδικής από αυτές εισαγωγής αιρέσεως, τότε αυτές γίνονται αιρετικές και όχι η Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, η οποία είναι πάντοτε άσπιλη και αμώμητη και για την οποία ισχύουν διαπαντός οι αψευδείς λόγοι του Θεανθρώπου Χριστού «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Δηλαδή, σε περίπτωση αιρέσεώς τους, και πριν τη συνοδική κρίση αυτής και των φορέων της, οι θεσμικές αυτοκέφαλες εκκλησίες αποσχίζονται αιρετικά από την Αληθινή Εκκλησία του Χριστού, και όχι εκείνοι που, για να παραμείνουν σε αυτήν την Αληθινή Εκκλησία, υποχρεούνται να διακόψουν την κοινωνία των αιρετικών επισκόπων και των κοινωνούντων με αυτούς.
Η αληθινή (ή αποστολική) πίστη είναι εκείνη που διδάχθηκε από τον Άσαρκο Θεό Λόγο στην Παλαιά Διαθήκη μέσω του Νόμου και των Προφητών αυτής, Μωϋσή και λοιπών, και από τον Σαρκωθέντα Θεό Λόγο τον Ίδιο και μέσω των Αποστόλων τους οποίους Εκείνος επέλεξε, καθώς και των Αγίων Συνόδων και των Αγίων Πατέρων. Η αδιάκοπη αποστολική διαδοχή είναι η συνεχής και αδιατάρακτη σειρά χειροτονιών επισκόπων από τους αποστόλους και τους αληθείς ή κανονικούς διαδόχους τους, καθώς και οι χειροτονίες των λοιπών κληρικών από τους εν λόγω επισκόπους.
Η αληθινή (αποστολική) πίστη και η αδιάκοπη αποστολική διαδοχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, έτσι ώστε η άρση της μιας συνεπάγεται την άρση της άλλης, σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο (1ο Κανόνα του) και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο (Εγκώμιο στον Μέγα Αθανάσιο). Δηλαδή, η αίρεση έχει ως αυτοδίκαιη συνέπεια τη διακοπή της ενέργειας της θείας χάριτος, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο αιρετικός στο φρόνημα ή ο συμβιβασμένος με την αίρεση βρίσκεται πλέον έξω από την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, πριν από οποιαδήποτε συνοδική καταδίκη των φορέων της. Εξάλλου, η ενδεχόμενη συνοδική καταδίκη αυτών έχει αναγνωριστικό και μόνο χαρακτήρα, όπως προαναφέρθηκε. Συγκεκριμένα:
1 - Ο 1ος Κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου ορίζει ότι η απώλεια της Ορθόδοξης πίστης συνεπάγεται την διακοπή της αποστολικής διαδοχής, δηλ. της μετάδοσης της Θείας Χάρης με το μυστήριο της χειροτονίας και μέσω αυτού. Η συγκεκριμένη διάταξη του εν λόγω Κανόνα έχει ως εξής: «Αυτοί όμως που αποστάτησαν από την Εκκλησία (οι αιρετικοί), δεν είχαν πια τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος πάνω τους. Γιατί σταμάτησε η μετάδοση (χειροτονία), επειδή διακόπηκε η συνέχεια (η αδιάκοπη αποστολική διαδοχή). Αυτοί που πρώτοι έφυγαν, είχαν χειροτονηθεί από τους Πατέρες και δέχθηκαν το πνευματικό χάρισμα με την επίθεση των χεριών εκείνων. Αφού όμως αποχωρίστηκαν, έγιναν λαϊκοί και δεν είχαν εξουσία ούτε να βαπτίζουν, ούτε να χειροτονούν, ούτε μπορούσαν να δίνουν στους άλλους τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία οι ίδιοι είχαν χάσει».
2 – Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, η ταυτότητα της γνώμης (Ομόγνωμον), δηλαδή η Ορθή πίστη, είναι και ταυτότητα του θρόνου (Ομόθρονον), δηλαδή αδιάκοπη αποστολική διαδοχή, ενώ η διαφορά γνώμης (Αντίδοξον), δηλαδή η αίρεση, είναι και διαφορά θρόνου (Αντίθρονον), δηλαδή διακοπή αποστολικής διαδοχής. Η μία είναι κατ’ όνομα, ενώ η άλλη, αληθινή, αποστολική διαδοχή. Το εν λόγω απόσπασμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου έχει ως εξής: «Το μεν γαρ ομόγνωμον και ομόθρονον, το δε αντίδοξον και αντίθρονον, και η μεν προσηγορίαν, η δε αλήθειαν έχει διαδοχής».
Σύμφωνα με τους 46ο και 47ο Αποστ. Καν. δεν αναγνωρίζονται ότι έχουν την ενέργεια της Θεία Χάρης τα μυστήρια που τελούνται σε αιρετικές ή σχισματικές κοινότητες, των οποίων οι λειτουργοί είναι είτε δυνάμει καθηρημένοι (δηλ. δεν έχουν καταδικαστεί ακόμη από σύνοδο) είτε ενεργεία καθηρημένοι (δηλ. έχουν καταδικαστεί από σύνοδο). 
Εν τούτοις, στην ιστορική συνέχεια των Κανόνων, δηλ. μετά την αποστολική και μεταποστολική εποχή, παρατηρούμε ότι από την Α΄ Οικουμενική Συν. (Καν. 8ος και Επιστολή της), την Τοπική Συν. Καρθαγένης (Κανόνες 68ος και 119ος) και τον Μέγα Βασίλειο (1ος Καν.), ως προς τα μυστήρια μερικών κατονομαζόμενων αιρετικών ή σχισματικών, κατ’ οικονομία γίνεται διάκριση μεταξύ αφενός του τυπικώς υποστατού τους [δηλ. του ζητήματος αν αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό από τα βασικά δόγματα (τριαδολογικό, χριστολογικό, εκκλησιολογικό) και από την κανονική τάξη (ή πράξη) της Αληθινής Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού], και αφετέρου του ουσιαστικώς υποστατού τους (δηλ. του ζητήματος αν έχουν την ενέργεια της Θεία Χάρης), το οποίο οπωσδήποτε αποκλείεται από τους αιρετικούς ή σχισματικούς εν γένει. Το τυπικώς υποστατό [δηλ. το ζήτημα αν αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό από τα βασικά δόγματα (τριαδολογικό, χριστολογικό, εκκλησιολογικό) και από την κανονική τάξη (ή πράξη) της Αληθινής Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού] των μυστηρίων των εν λόγω αιρετικών ή σχισματικών δεν κρίνεται in abstracto, δηλ. καθ’ εαυτό στα πλαίσια των κοινοτήτων τους, αλλά in concreto, δηλ. κατά το χρόνο της μετανοίας και επιστροφής τους στην Αληθινή Εκκλησία ως Σώμα Χριστού (=Καθολική Εκκλησία). Το τυπικώς υποστατό αφορά ιδίως τα μυστήρια του βαπτίσματος και χρίσματος και εκείνου της χειροτονίας. 
Δεν είναι κατάλληλος ο όρος «έγκυρα» μυστήρια σε σχέση με εκείνα των αιρετικών ή σχισματικών, ο οποίος χρησιμοποιείται από ορισμένους για να εκφράσει το τυπικώς υποστατό των μυστηρίων τους. Διότι μπορεί από άλλους να συγχέεται με το ουσιαστικώς υποστατό των μυστηρίων (δηλ. με την ενέργεια της Θείας Χάρης), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, οπωσδήποτε δεν υφίσταται στην περίπτωση των αιρετικών.
Η αναγνώριση του τυπικώς υποστατού μυστηρίων αιρετικών ή σχισματικών κατά το χρόνο της μετανοίας και επιστροφής τους στην Καθολική (=Ορθόδοξη) Εκκλησία δεν σημαίνει καθόλου αναγνώριση των κοινοτήτων τους ως εκκλησιών από την Καθολική Εκκλησία. Η ίδια αναγνώριση του τυπικώς υποστατού νοείται κανονικώς και εκκλησιολογικά μόνο σε περιπτώσεις μετανοίας και επιστροφής στην Καθολική Εκκλησία αιρετικών ατόμων ή ομάδων και όχι σε περιπτώσεις συμβιβαστικής ή ενδοτικής συγκρητιστικής ενώσεως ορθόδοξων αυτοκέφαλων εκκλησιών με αιρετικές ή σχισματικές κοινότητες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Παναίρεσης του Οικουμενισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού. 
Ο 95ος Καν. Πενθέκτης Οικουμενικής Συν. επαναλαμβάνει επικαιροποιώντας τον 7ο Καν. Β΄ Οικουμενικής Συν., ο οποίος αποτελεί επεξεργασία του 1ου Καν. Μεγάλου Βασιλείου. Ο Κανόνας αυτός αναφέρεται στις συγκεκριμένες αιρέσεις ή σχίσματα τα οποία κατονομάζει, εφαρμόζοντας την ακρίβεια ή την οικονομία ως προς την εισδοχή τους στην Καθολική Εκκλησία. Εν τούτοις, με βάση το πνεύμα του μπορεί να ρυθμιστεί συνοδικά από όντως Ορθόδοξη Πανορθόδοξη Σύνοδο το ίδιο ζήτημα, αν δεν έχει ήδη ρυθμιστεί από Αγίες και Μεγάλες Συνόδους (π.χ. εκείνη του 1484 ως προς τους Παπικούς) ως προς τους οπαδούς αιρέσεων ή σχισμάτων που ανέκυψαν μετά την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο (π.χ. ως προς τις αιρέσεις των Παπικών ή Προτεσταντών ή ως προς το σχίσματα των Παλαιοημερολογιτών που σύστησαν συνόδους και ίδρυσαν μητροπολιτικές έδρες παράλληλες με εκείνες των αυτοκέφαλων εκκλησιών, είτε αυτές ελέγχονται από τους Οικουμενιστές – Συγκρητιστές είτε όχι).
Σημειωτέον ότι η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος» της Κρήτης δεν ενδιαφέρθηκε να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα ορθόδοξης εκκλησιολογίας, αλλά κινήθηκε στη συγκριτιστική γραμμή αναγνωρίσεως 1) των αιρετικών κοινοτήτων ως δήθεν εκκλησιών, και 2) του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών», το οποίο δεν δέχεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αλλά θεωρεί ως τέτοια μια άλλη ενότητα των δώδεκα αυτοκέφαλων εκκλησιών–μελών του με τις 340 προτεσταντικές «εκκλησίες»–μέλη του, καθώς και με την παπική κοινότητα, η οποία είναι παρατηρητής σε αυτό το Παγκόσμιο Συμβούλιο και η οποία προάγει τον δικό της θρησκευτικό συγκρητισμό, διαχριστιανικό και διαθρησκειακό.
Κατά τον 95ο Καν. Πενθέκτης Οικουμενικής Συν., η αποδοχή των αιρετικών ή σχισματικών των προσερχόμενων στην Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία πραγματοποιείται, κατόπιν ειλικρινούς μετανοίας για τις αποκηρυσσόμενες από αυτούς πλάνες τους, με έναν από τους εξής τρεις (3) τρόπους ή τάξεις, από τους οποίους ο μεν πρώτος εφαρμόζεται κατ’ ακρίβεια, οι δε δεύτερος και τρίτος κατ’ οικονομία: α) με το βάπτισμα, ή β) με το έγγραφο λίβελο και χρίσμα, ή γ) με έγγραφο λίβελο. Πριν την αποδοχή τους πρέπει να εξεταστεί σε ποιό βαθμό οι αιρετικοί αποκλίνουν από την Ορθόδοξη πίστη. Με βάση το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής, αποφασίζεται ο τρόπος ή τάξη της αποδοχής τους.
Στον πρώτο τρόπο ή τάξη δεν αναγνωρίζεται, κατ’ εφαρμογή της ακρίβειας, το τυπικώς υποστατό ούτε του μυστηρίου του βαπτίσματος των αιρετικών που υπάγονται σε αυτήν την τάξη κατά την κατά την εισδοχή τους στην Εκκλησία [π.χ. 1) των Αρειανών-Ευνομιανών που βαπτίζονται σε μια κατάδυση, 2) των Σαβελλιανών που διδάσκουν, μεταξύ άλλων και «υιοπατορία», 3) όλων των Γνωστικών, δηλ. Συγκρητιστών-Μοντανιστών, Μανιχαίων, Ουαλεντιανών, Μαρκιωνιστών. ΣΤΟΥΣ ΓΝΩΣΤΙΚΟΥΣ ΣΥΓΚΑΤΑΛΕΓΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕΚΑ (10) ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΠΟΥ ΕΙΣΗΓΑΓΑΝ «ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ», ΔΗΛ. ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΑ ΓΙ’ ΑΥΤΕΣ, ΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, ΙΔΙΩΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ», ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΠΑΠΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ (Η ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ») Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΓΑΓΕ, ΜΕ ΤΗ Β΄ ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑ Ή 21Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΤΟΥΣ ΣΥΝΟΔΟ (1962-1965), ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ 340 ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΜΕΤΕΧΟΥΝ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ (12) ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΙΣ (14) ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΕΣ, ΩΣ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΛΕΓΟΜΕΝΟΥ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ», ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΕΙ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ, ΟΠΩΣ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟΥ (ΑΡΘΡΑ 1 ΚΑΙ 3), ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΟΡΤΟ ΑΛΛΕΓΚΡΕ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΕΩΡΕΙ ΟΤΙ ΟΙ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ»-ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΜΗΜΑΤΑ «ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ, ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΗΘΕΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ (=ΟΡΘΟΔΟΞΗ) ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ. 
Στον δεύτερο τρόπο ή τάξη αναγνωρίζεται, κατ’ εφαρμογή της οικονομίας, από την Καθολική (=Ορθόδοξη) Εκκλησία το τυπικώς υποστατό του μυστηρίου του βαπτίσματος, αλλά όχι και εκείνο του μυστηρίου του χρίσματος, των αιρετικών που υπάγονται σε αυτήν την τάξη κατά την αποδοχή τους στην Εκκλησία [π.χ. 1) των Αρειανών, 2) των Μακεδονιανών, 3) των Ναυατιανών ή Καθαρών ή Αριστερών, 4) των Τεσσαρακαιδεκατιτών ή Τετραδιτών, 5) των Απολλιναριστών].
Στον τρίτο τρόπο ή τάξη αναγνωρίζεται, κατ’ εφαρμογή της οικονομίας, από την Καθολική (=Ορθόδοξη) Εκκλησία το τυπικώς υποστατό και του μυστηρίου του βαπτίσματος και του μυστηρίου του χρίσματος των αιρετικών που υπάγονται στην εν λόγω τάξη κατά την εν μετανοία επιστροφή τους στην Εκκλησία [π.χ. 1) των Νεστοριανών, 2) των Ευτυχιανών, 3) των Σεβηριανών].
Το τυπικώς υποστατό του μυστηρίου της ιερωσύνης –όπως προαναφέρθηκε για τη στάση της Καθολικής (=Ορθόδοξης) Εκκλησίας έναντι των μυστηρίων των αιρετικών ή σχισματικών εν γένει– δεν αναγνωρίζεται από αυτήν καθεαυτό στα πλαίσια των κοινοτήτων τους, παρά μόνο κατά τη μετάνοια και επιστροφή τους στην Εκκλησία. Κατά κανόνα, αν αναγνωρίζεται, στον δεύτερο και τον τρίτο τρόπο ή τάξη εισδοχής των αιρετικών ή σχισματικών στην Καθολική (=Ορθόδοξη) Εκκλησία, το τυπικώς υποστατό του μυστηρίου του βαπτίσματός τους, τότε μπορεί, κατ’ οικονομία, να αναγνωρίζεται και το τυπικώς υποστατό του μυστηρίου της ιερωσύνης των κληρικών τους που προσέρχονται εν μετανοία στην Εκκλησία, αν υπάρχει ανάγκη κληρικών. Όταν απαιτείται ο πρώτος τρόπος ή τάξη εισδοχής αιρετικών, δηλ. με βάπτισμα, επιβάλλεται, με υποχρεωτική εφαρμογή της ακρίβειας, η χειροτονία των αιρετικών κληρικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αν υπάρχει ανάγκη κληρικών. 

2 – Επιβάλλεται υποχρεωτικά και δεν συνιστά το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα της παρασυναγωγής (σχίσματος), δυνάμει του 31ου Αποστ. Καν.:
είτε η πήξη ιδίου θυσιαστηρίου, έστω και υπερορίως, από διακόψαντα την εκκλησιαστική κοινωνία επίσκοπο ή μητροπολίτη, 1) λόγω αιρέσεως (δηλ. προφανούς κηρύξεως αιρέσεως ή προφανούς συμβιβασμού του με αυτήν) του πρώτου του (μητροπολίτη ή προκαθημένου, αρχιεπισκόπου ή πατριάρχη του, αντιστοίχως) ή 2) λόγω προφανούς παραβάσεως της κανονικής τάξεως από τον εν λόγω πρώτο,
είτε η ιδιαίτερη συναγωγή των διακοψάντων την εκκλησιαστική κοινωνία πιστών α) από διακόψαντα την εκκλησιαστική κοινωνία επίσκοπο ή μητροπολίτη με τον, κατά τα ανωτέρω, πρώτο τους, ή β) από διακόψαντα την εκκλησιαστική κοινωνία πρεσβύτερο με τον επίσκοπό του, 1) λόγω αιρέσεως (δηλ. προφανούς κηρύξεως αιρέσεως ή προφανούς συμβιβασμού τους με αυτήν) του πρώτου ή του επισκόπου αντιστοίχως, ή 2) λόγω προφανούς παραβάσεως της κανονικής τάξεως από τον εν λόγω πρώτο ή επίσκοπο αντιστοίχως

2.Α. - Ο 31ος Αποστ. Καν. επιβάλλει υποχρεωτικά τη διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας κληρικών, μοναχών και λαϊκών σε δύο περιπτώσεις: 1) λόγω προφανούς αιρέσεως, δηλ. προφανούς διακηρύξεως αιρέσεως ή προφανούς συμβιβασμού με αυτήν ή 2) λόγω προφανούς παραβάσεως της κανονικής τάξεως από τον επιχώριο επίσκοπο. Η διακοπή κοινωνίας σε αυτές τις περιπτώσεις συνδέεται με πήξη ιδίου θυσιαστηρίου (δηλ. σύσταση ευκτήριου οίκου και εγκαινιασμό αγίας τράπεζας) ή με την ιδιαίτερη σύναξη των διακοψάντων την κοινωνία πιστών, χωρίς την άδεια, και στις δύο περιπτώσεις, του προφανώς αιρετικού ή αδίκου επιχώριου επισκόπου, πριν τη συνοδική κρίση του.
Ο εγκαινιασμός αγίας τράπεζας μπορεί να γίνει, έστω και υπερορίως, μόνον από διακόψαντα την εκκλησιαστική κοινωνία επίσκοπο ή μητροπολίτη με τον πρώτο του (μητροπολίτη ή προκαθημένου, αρχιεπισκόπου ή πατριάρχη του, αντιστοίχως), ή, με εντολή αυτού, από διακόψαντα την εκκλησιαστική κοινωνία πρεσβύτερο με τον επίσκοπό του. Η ιδιαίτερη συναγωγή των διακοψάντων την εκκλησιαστική κοινωνία πιστών μπορεί να γίνει είτε από διακόψαντα την εκκλησιαστική κοινωνία επίσκοπο ή μητροπολίτη με τον πρώτο του (μητροπολίτη ή προκαθημένου, αρχιεπισκόπου ή πατριάρχη του, αντιστοίχως), είτε από διακόψαντα την εκκλησιαστική κοινωνία πρεσβύτερο με τον επίσκοπό του.
Οι δύο λόγοι για τους οποίους επιτρέπεται ο εγκαινιασμός της αγίας τράπεζας (πήξη ιδίου θυσιαστηρίου) ή η ιδιαίτερη συναγωγή των διακοψάντων την εκκλησιαστική κοινωνία πιστών, χωρίς την άδεια του αιρετικού ή αδίκου επιχώριου επισκόπου, αίρουν το άδικο του εκκλησιαστικού ποινικού αδικήματος του σχίσματος και της παρασυναγωγής αντιστοίχως.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Καν. 5 Συν. Αντιοχείας (ετ. 341), Καν.6 Συν. Γάγγρας (ετ. 340) και Καν. 10 και 11 Συνόδου Καρθαγένης (ετ. 419), οι οποίοι επίσης αφορούν πήξη ιδίου θυσιαστηρίου και παρασυναγωγή, δεν αφορούν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο επιχώριος επίσκοπος είναι προφανώς αιρετικός ή άδικος.
Ο 31ος Αποστ. Καν. ορίζει: «Αν κάποιος πρεσβύτερος καταφρονήσει τον οικείο επίσκοπο και συναθροίσει χωριστά τους πιστούς χωρίς ευλογία του επισκόπου του και στήσει άλλο θυσιαστήριο, παρόλο ότι δεν έχει καταδικάσει σε κάτι τον επίσκοπο ως προς τηνευσέβεια (ορθή πίστη) και την δικαιοσύνη (κανονική τάξη), να καθαιρείται ως φίλαρχος. Γιατί είναι τύραννος. Παρομοίως και οι λοιποί κληρικοί, και όσοι τον ακολουθήσουν. Και οι λαϊκοί να αφορίζονται. Αυτά όμως να γίνουν, αφού ο επίσκοπος τους παρακαλέσει να επανέλθουν στην κοινωνία του τρεις φορές».
Ερμηνεία Ζωναρά:
«Τάξις συνέχει τα ουράνια και τα επίγεια. Δει τοίνυν απανταχού την ευταξίαν φυλάττεσθαι, και μάλλον παρά τοις εκκλησιαστικοίς, και τους πρεσβυτέρους, και τους λοιπούς κληρικούς υπείκειν τω επισκόπω. Ει δε τις πρεσβύτερος, εν μηδενί κατεγνωκώς του ιδίου αρχιερέως, μήτε ως περί την ευσέβειαν σφαλλομένου, μήτε ως άλλο τι ποιούντος παρά το καθήκον και δίκαιον, δια φιλαρχίαν δε, παρασυναγωγήν ποιήσει, ιδιαιτέρως εκκλησιάζων, και θυσιαστήριον πήξας, εν τούτω ιερουργεί, καθαιρείσθαι διατάττεται ο κανών και αυτόν, και τους αυτώ συνερχομένους κληρικούς, τους δε λαϊκούς αφορίζεσθαι. Ου ταχείς δε τους επισκόπους εις κόλασιν είναι βούλεται. Διό ουδέ απεντεύθεν αυτούς τη καταδίκη υπάγειν διακελεύεται, αλλ’ εκ τρίτου τους παρασυνάγοντας παρακαλείσθαι, αποστήναι του ατάκτου επιχειρήματος, εμμένοντας δε τούτω καταδικάζεσθαι. Της δε εν Γάγγρα γενομένης συνόδου ο έκτος κανών, τους παρά την καθολικήν εκκλησίαν ιδία εκκλησιάζοντας παρά γνώμην του επισκόπου, και υπό ανάθεμα ποιείται. Ομοίως δε και ο δέκατος κανών της εν Καρθαγένη συνόδου».

Ερμηνεία Βαλσαμώνα:
«Εκάστης πόλεως ιερωμένοι, και λαϊκοί οφείλουσιν υποκείσθαι τω κατά χώραν επισκόπω, και μετά τούτου συνάγεσθαι και εκκλησιάζειν, ειμή καταγνώσουσι τούτου ως ασεβούς ή αδίκου. Τηνικαύτα γαρ αποδιϊστάμενοι αυτού, ουκ ευθυνθήσονται. Ο δε παρά ταύτα ποιήσας, και ανευλόγως εκ του ιδίου επισκόπου αποσχισθείς, και ιδία εκκλησιάζων, ει μεν κληρικός εστι, καθαιρεθήσεται ως φίλαρχος, ει δε λαϊκός, αφορισθήσεται. Πλην ταύτα διορίζεται γενέσθαι ο κανών μετά πρώτην, δευτέραν και τρίτην παραίνεσιν. Ανάγνωθι και τον ΣΤ΄ κανόνα της εν Γάγγρα συνόδου, και τον Ι΄ της εν Καρθαγένη…
Σημείωσαι τον παρόντα αποστολικόν κανόνα διοριζόμενον ακινδύνως αποσχίζειν τους κληρικούς από των επισκόπων αυτών, καταγινώσκοντας τούτων ως ασεβούντων, ή αδικούντων, και έστι καινόν το της αδικίας. Εξ ετέρου δε τρόπου, καν των χειρίστων πάντων εστίν ο επίσκοπος, ή ο ιερεύς, ουκ οφείλει τις αποσχίζειν εξ αυτών, μάλλον μεν ουν πιστεύειν δια του αμαρτωλοτάτου ιερέως ή επισκόπου αγιάζεσθαι. Πάντας γαρ, φησιν, ο Θεός ου χειροτονεί, δια πάντων δε ενεργεί. Ανάγνωθι και του αγίου Χρυσοστόμου την ερμηνείαν της προς Τιμόθεον δευτέρας επιστολής, και τον ΙΓ΄ κανόνα της εν τω ναώ των αγίων Αποστόλων συνόδου…».

Ερμηνεία Αριστηνού:
«Ο εξ αναιτίου σχισθείς επισκόπου, και πηγνύς άλλο θυσιαστήριον, μετά των δεξαμένων έξει το έκπτωτον.
Εί τις του ιδίου επισκόπου αναιτίως κατέγνω, ως μήτε προς ευσέβειαν, μήτε προς δικαιοσύνην προσκρούσαντος, και συναγωγήν λαού ιδιαιτέρως ποιήσαιτο, και θυσιαστήριον έτερον πήξοι, καθαιρείσθω αυτός τε ως φίλαρχος, και οι συνακολουθήσαντες αυτώ κληρικοί. Ταύτα δε γίνεσθαι οφείλουσιν, ει μη επιστρέφει, δις και τρις του επισκόπου τούτον παρακαλέσαντος».

Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη:
«Τάξις συνέχει και τα ουράνια και τα επίγεια, κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον. Πρέπει λοιπόν η ευταξία, και πανταχού μεν να φυλάττηται ως συνεκτική και σωστική, μάλιστα δε εις τους εκκλησιαστικούς, οι οποίοι έχουν χρέος να γνωρίζωσιν ο καθείς τα ιδικά των μέτρα, και τα όρια της οικείας τάξεως να μη υπερβαίνουσιν. Αλλ’ οι μεν Πρεσβύτεροι, και Διάκονοι, και Κληρικοί πάντες, να υποτάσσωνται εις τον ιδικόν τους Επίσκοπον, οι δε Επίσκοποι, εις τον ιδικόν τους Μητροπολίτην, οι δε Μητροπολίται εις τον εδικόν τους Πατριάρχην. Δια τούτο και ο παρών Αποστολικός Κανών διορίζεται ούτως: Όποιος Πρεσβύτερος ήθελε καταφρονήση τον ιδικόν του Επίσκοπον, και χωρίς να γνωρίση αυτόν πως σφάλλει φανερά ή εις την ευσέβειαν, ή εις την δικαιοσύνην. Ταυτόν ειπείν, χωρίς να γνωρίση αυτόν πως είναι φανερά, ή αιρετικός, ή άδικος, ήθελε συμμαζώνη κατ’ ιδίαν τους Χριστιανούς, και κτίσας άλλην εκκλησίαν ήθελε λειτουργή εις αυτήν ξεχωριστά, χωρίς την άδειαν και γνώμην του Επισκόπου του, ο τοιούτος ως φίλαρχος, ας καθαίρηται, επειδή ως τύραννος με βίαν και τυραννίαν, ζητεί να σφετερίση την ανήκουσαν εξουσίαν τω Επισκόπω του. Αλλά και όσοι μεν άλλοι κληρικοί συμφωνήσουν με αυτόν εις την τοιαύτην αποστασίαν, ας καθαίρωνται παρομοίως και αυτοί. Όσοι δε λαϊκοί, ας αφορίζωνται. Ταύτα όμως να γίνωνται, αφ’ ού ο Επίσκοπος παρακινήση με γλυκάδα και ημερότητα τρεις φορές τους απ’ αυτού χωρισθέντας, να λείψουν από τοιούτον κίνημα, και αυτοί σταθούν εις το πείσμα των. Όσοι δε χωρίζονται από τον Επίσκοπόν τους, προ συνοδικής εξετάσεως, διατί αυτός κηρύττει δημοσία καμμίαν κακοδοξίαν και αίρεσιν, οι τοιούτοι, όχι μόνον εις τα ανωτέρω επιτίμια δεν υπόκεινται, αλλά και την πρέπουσαν εις τους ορθοδόξους τιμήν αξιόνονται, κατά τον ΙΕ΄ της Α΄ και Β΄».

Β΄ ΜΕΡΟΣ: Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ, ΚΑΙ Η ΠΡΑΞΗ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ

Β.1. Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ

Β.1.1. Παλαιά Διαθήκη

Όλη η Παλαιά Διαθήκη συνιστά θεολογία της ιστορίας. Ο Λαός του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης (τυπικός Λαός του Θεού), ενόσω λατρεύει τον αληθινό Θεό και κατά συνέπεια τηρεί τις εντολές του Νόμου, έχει την ευλογία του Θεού και στην εθνική και την κοινωνική του ζωή. Ενόσω όμως αποστατεί από τον αληθινό Θεό και λατρεύει τα είδωλα και τους κρυπτόμενους πίσω από αυτά δαίμονες, αίρεται η θεία προστασία και ευλογία και υφίσταται ακόμη και εθνικές συμφορές (διαίρεση του ενιαίου Βασιλείου σε δύο, το Βόρειο κα το Νότιο, αιχμαλωσία του Βορείου Βασιλείου στους Ασσυρίους, αιχμαλωσία του Νοτίου Βασιλείου στους Βαβυλωνίους, καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους). Όταν μετανοεί και επιστρέφει στον αληθινό Θεό, απολαμβάνει και πάλι της θείας προστασίας και ευλογίας. Ο τυπικός Λαός του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης αποτελεί το υπόδειγμα της θεολογίας της ιστορίας ως προς τους χριστιανικούς λαούς, που αποτελούν τον Λαό του Θεού της Καινής Διαθήκης.
Επίσης, στην Παλαιά Διαθήκη υπήρχαν οι αληθείς προφήτες του Θεού και οι ψευδοπροφήτες του Σατανά. Υπήρχαν ακόμη οι πιστοί που είχαν την αληθινή ερμηνεία της για τον Μεσσία, και οι άπιστοι που είχαν πλανεμένη ερμηνεία για τον Μεσσία, όπως οι άρχοντες που παρέσυραν το μεγαλύτερο μέρος του λαού, και γι’ αυτό δεν αναγνώρισαν τον Κύριο Ιησού Χριστό ως τον αναμενόμενο Μεσσία. Ένα παράδειγμα παρερμηνείας από τους αρχιερείς, τους γραμματείς, τους φαρισαίους και τους ραββίνους ήταν η παραγνώριση του 53ου κεφαλαίου του Ησαΐα, στο οποίο αναφέρεται ότι ο Μεσσίας δεν θα είναι μόνο δοξασμένος, αλλά και παθητός, δηλ. θα σταυρωθεί.

Β.1.2. Καινή Διαθήκη

Γαλ. 1, 8
«Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζεται υμίν παρ’ ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω. Ως προειρήκαμεν και άρτι πάλιν λέγω. Εί τις υμάς ευαγγελίζηται παρ’ παρελάβετε, ανάθεμα έστω».
Σχόλιο: Ουδείς έχει το δικαίωμα να αλλάξει ο,τιδήποτε αφορά την Πίστη, είτε είναι Απόστολος, είτε Άγγελος, είτε σύνοδος είτε επίσκοπος είτε οποιοσδήποτε άλλος. Εκείνος που κηρύσσει αίρεση εμπίπτει στον αναθεματισμό της Καινής Διαθήκης και ειδικότερα του Αποστόλου Παύλου. Δεν είναι αναγκαία η απόφαση συνόδου, διότι ο αναθεματισμός είναι απευθείας από τον Λόγο του Θεού, την Αγία Γραφή, και συγκεκριμένα από την Καινή Διαθήκη.

Τιτ., 3,10
«Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ών αυτοκατάκριτος»
Σχόλιο: Επιβάλλεται η απομάκρυνση των Ορθοδόξων από τους κηρύσσοντες αίρεση, συνόδους, επισκόπους και οποιουσδήποτε άλλους, τους μη κριθέντες από σύνοδο (δεδομένου ότι για τους κριθέντες τούτο είναι αυτονόητο), αν δεν απαρνηθούν την πλάνη τους ύστερα από τη δεύτερη νουθεσία τους. Ο όρος «αυτοκατάκριτος» σημαίνει τον αυτοδίκαιο –δηλ. απευθείας από το Άγιο Πνεύμα, λόγω της βλασφημίας του αιρετικού, με την αίρεσή του, προς το Άγιο Πνεύμα– αναθεματισμό του αιρετικού, χωρίς ανάγκη συνοδικής του καταδίκης, η οποία, αν συμβεί, έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα.

Β΄ Κορινθ. 6, 14-17
Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τίς δε συμφώνησις Χριστού προς Βελίαρ ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου; Τίς δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων… Δι’ ό εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε, λέγει Κύριος, και ακαθάρτου μη άπτεσθε, καγώ εισδέξομαι υμάς».
Σχόλιο: Οι Ορθόδοξοι πρέπει να απομακρύνονται από τους αιρετικούς. Διότι οι πρώτοι ανήκουν στον Χριστό, ενώ οι τελευταίοι στον Σατανά. Οι αιρετικοί μάλιστα εξομοιώνονται με τους απίστους.

Β΄ Πέτρ. 2,1
«Εγένοντο δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ ως και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν».
Σχόλιο: Ο Απόστολος Πέτρος παρομοιάζει τους ψευδοπροφήτες της Παλαιάς Διαθήκης με τους ψευδοδιδασκάλους των αιρέσεων της απωλείας, οι οποίοι αρνούνται τον Δεσπότη Χριστό και τη Λυτρωτική Θυσία Του, στην Καινή Διαθήκη. Τούτο σημαίνει ότι, με την κήρυξη αιρέσεως, οι διδάσκαλοι, περιλαμβανομένων των επισκόπων που είναι οι κατ’ εξοχήν διδάσκαλοι στην Εκκλησία, μεταβάλλονται αυτοδικαίως –δηλ. χωρίς συνοδική κρίση– σε ψευδοδιδασκάλους και ψευδοεπισκόπους.

Β΄ Ιωαν. 10
«Εί τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε. Ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς».
Σχόλιο: Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο Μαθητής της Αγάπης, απαγορεύει οποιαδήποτε εκκλησιαστική επικοινωνία του Ορθοδόξου πιστού με οποιονδήποτε δεν έχει την ακριβή Πίστη. Η απαγόρευση αυτή είναι αυστηρή και φθάνει μέχρι και την επίσκεψη του αιρετικού στο σπίτι του Ορθοδόξου και την ανταπόδοση του χαιρετισμού του αιρετικού από τον Ορθόδοξο προς εκείνον.

Αποκ. 22, 11
«Ο αδικών αδικησάτω έτι, και ο ρυπαρός ρυπαρευθήτω έτι, και ο δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω έτι και ο άγιος αγιασθήτω έτι».
Σχόλιο: Οι αδικούντες και οι ρυπαροί εντάσσονται στο μυστήριο της ανομίας, ενώ οι δίκαιοι και οι άγιοι εντάσσονται στο μυστήριο της ευσεβείας. Οι αιρετικοί προφανώς εντάσσονται στο μυστήριο της ανομίας. Τα δύο στρατόπεδα ανθρώπων είναι ασύμβατα και συνεχίζουν την παράλληλη και αντίθετη λειτουργία τους μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Δικαιοκρίτη Χριστού. 

Β.2. Η ΠΡΑΞΗ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ 31ΟΥΑΠΟΣΤ. ΚΑΝ. ΚΑΙ ΤΟΥ 15ΟΥ ΚΑΝ. ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 

1 – Όταν ο αιρετικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος υιοθέτησε το αιρετικό κήρυγμα εναντίον της Παναγίας, αμέσως κλήρος και λαός βγήκαν με αποδοκιμασίες από το ναό, για να αποφύγουν την κοινωνία με τους αιρετικούς. Ο Άγιος Κύριλλος Πατριάρχης Αλεξανδρείας στην επιστολή του προς τους κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς που διέκοψαν την κοινωνία με το Νεστόριο, πριν την κρίση του από τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, γράφει: «Τηρήστε τους εαυτούς σας ασπίλους και αμώμους, χωρίς να κοινωνείτε με τον Νεστόριο, και χωρίς να τον προσέχετε ως διδάσκαλο. Εμείς κοινωνούμε βεβαίως με τους κληρικούς ή λαϊκούς που χωρίστηκαν για την ορθή πίστη ή καθαιρέθηκαν από αυτόν, χωρίς να επικυρώνουμε τις άδικες αποφάσεις του, επαινώντας μάλλον εκείνους που τα υπέστησαν, λέγοντας σε αυτούς εκείνο: «Αν ονειδίζεστε για τον Κύριο, είστε μακάριοι, διότι το Πνεύμα του Θεού και της δυνάμεως, έχει αναπαυθεί σε σας» (Mansi, Acta Consiliorum, 4, 1013, 1096 και P.G. 87, 3372).
2 – Μικρό ορθόδοξο ποίμνιο ασύντακτο και ανεπίσκοπο αντιστάθηκε και διέκοψε, μετά την Α΄ και πριν τη Β΄ Οικουμενικές Συνόδους, την κοινωνία με τους Αρειανό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Δημόφιλο, όπως αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ενώπιον της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου (P.G. 36, 213-6 και λόγος 42, ΕΠΕ,2, 240, 21).
3 – Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μαζί με τους δύο μαθητές του, αγωνίστηκε σθεναρά, παύοντας την εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς πατριάρχες και συνόδους τους, πριν τη συνοδική κρίση αυτής και των φορέων της, εναντίον της αίρεσης του Μονοθελητισμού (7ος–8οςαιώνες), όταν και τα πέντε Πατριαρχεία ήταν αιρετικά (ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τομ. 15Γ, σ. 18, 24, 26, 38, 40, 52, 54, 80). Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος (680) μακάρισε τον Άγιο Μάξιμο και αναθεμάτισε τους πρωτοστάτες της αιρέσεως πατριάρχες (Πρακτικά Οικουμενικών Συνόδων, εκδ. Σκήτης Αγίας Άννης Αγίου Όρους, 1976, τομ. Γ΄, σ. 656).
4 – Εναντίον της αίρεσης της εικονομαχίας (8ος–9ος αιώνες), αγωνίστηκαν, παύοντας την εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς πατριάρχες, επισκόπους και λοιπούς οπαδούς της:
α) πριν τη συνοδική κρίση αυτής και των φορέων της, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μαζί με άλλους ομολογητές πιστούς, στην πρώτη φάση της, ενώ η ίδια αίρεση είχε επικυρωθεί από την εικονομαχική Ψευδο-σύνοδο της Ιερείας (754), και
β) ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, μαζί με πλήθος ομολογητών ιεραρχών, κληρικών, μοναχών και λαϊκών, στη δεύτερη φάση της, μετά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787), η οποία καταδίκασε την αίρεση της εικονομαχίας, ενώ δεύτερη εικονομαχική Ψευδο-σύνοδος (815) «ακύρωσε» την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο και επικύρωσε την εικονομαχική Ψευδο-σύνοδο της Ιερείας (Mansi 13, 356επ. και P.G. 99, 1116επ.).
5 – Η δογματική και ομολογιακή επιστολή του Αγίου Κοσμά Αγιορείτη του Πρώτου και των λοιπών Αγιορειτών Οσιομαρτύρων προς τον λατινόφρονα αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, με την οποία αρνούνταν να κοινωνήσουν εκκλησιαστικά, πριν τη συνοδική κρίση του -η οποία έγινε από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο του 1284, η οποία καθαίρεσε αυτόν και τους ομόφρονές του- με τον λατινόφρονα πατριάρχη Ιωάννη Βέκκο, ο οποίος δέχθηκε την ενωτική Ψευδο-σύνοδο της Λυών (1274), αναφέρει: «Διότι το να χαιρετίσουμε απλώς, μας καθιστά κοινωνούς των πονηρών έργων, πόσο η μεγαλόφωνη μνημόνευσή του και αυτά ενώ τα ίδια τα θεία μυστήρια φρικτά βρίσκονται πάνω στην αγία τράπεζα… και πώς αυτά θα αντέξει ορθόδοξη ψυχή, και δεν θα απομακρυνθεί από την κοινωνία εκείνων που μνημόνευσαν (τον πάπα) τώρα, και δεν θα θεωρεί αυτούς ότι καπηλεύθηκαν τα θεία; Από πάνω προέρχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία του Θεού. Την αναφορά του ονόματος του αρχιερέα επί των αχράντων μυστηρίων, αυτό δέχθηκε ως τέλεια συγκοινωνία. Διότι έχει γραφεί στην εξήγηση της θείας λειτουργίας, ότι αναφέρει ο ιερουργός το όνομα του αρχιερέα, δείχνοντας και την υποταγή του προς το υπερέχον αξίωμα, και ότι είναι κοινωνός του, και διάδοχος στην πίστη και τα θεία μυστήρια… δεδομένου ότι έχει μολυσμό η κοινωνία από μόνη την αναφορά του αιρεσιάρχη, έστω και αν ο μνημονεύων είναι ορθόδοξος… Αλλά ας κάνουμε τούτο ως οικονομία. Και πώς θα γίνει δεκτή η οικονομία που βεβηλώνει τα θεία κατά τον λόγο του Θεού που ειπώθηκε, και η οποία απωθεί από τα θεία το Πνεύμα του Θεού, και η οποία κάνει αμέτοχους τους πιστούς της από τα θεία αφέσεως των αμαρτιών και της υιοθεσίας. Και τί θα προκαλούσε μεγαλύτερη ζημία από αυτήν την οικονομία;… διότι αυτός που δέχεται αιρετικό, υπόκειται στα εγκλήματα αυτού και αυτός που κοινωνεί με ακοινώνητους, είναι ακοινώνητος, διότι παραβιάζει τον Κανόνα της Εκκλησίας» (P.G., 99, 1669A, Καλλίστου μοναχού Βλαστού, Δοκίμιον Ιστορικόν, 1896, σ. 97-107).
6 – Οι παύσεις κοινωνίας του Αγιορείτη τότε Ιερομονάχου Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, των λοιπών Αγιορειτών και ομοφρόνων τους Ορθοδόξων, α) με τους αιρετικούς βαρλααμίτες, διακοπή κοινωνίας που έγινε έγινε πριν την καταδίκη του βαρλααμισμού από τη Σύνοδο του 1341, και β) με τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα ο οποίος υιοθέτησε την αίρεση του Βαρλαάμ, διακοπή κοινωνίας που πραγματοποιήθηκε μετά την καταδίκη αυτής της αιρέσεως από τη Σύνοδο του 1341, αλλά πριν την συνοδική κρίση και καταδίκη σε καθαίρεση του Καλέκα, που συνέβησαν το 1347. Οι διακοπές αυτές κοινωνίας προκύπτουν ως εξής:
α) Από το τελευταίο τμήμα του Αγιορειτικού Τόμου, από το οποίο προκύπτει ότι οι Αγιορείτες Πατέρες, πριν την καταδίκη της αίρεσης του βαρλααμισμού από τη Σύνοδο του 1341, είχαν διακόψει την κοινωνία με εκείνους. Σε αυτό το τμήμα αναφέρεται: «Ο ταπεινός επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιάκωβος, εκπαιδευμένος στις αγιορειτικές και πατερικές παραδόσεις και μαρτυρώντας ότι, μέσω των εδώ επίλεκτων ανδρών που υπέγραψαν εδώ, υπέγραψαν συμφωνώντας όλοι οι Αγιορείτες, και εγώ, συμφωνώντας και επισφραγίζοντας, υπέγραψα, και προσθέτοντας τούτο μαζί με όλους, ότι εμείς δεν θα δεχόμαστε σε κοινωνία εκείνον που δεν συμφωνεί με τους αγίους, καθώς πράττουμε εμείς και οι λίγο πριν από εμάς υπογράψαντες πατέρες» (ΕΠΕ, 3, 514).
β) Από την εγκύκλιο επιστολή (ή αντίτομο) του Καλέκα, με την οποία αυτός, πριν την καθαίρεσή του, ανακοινώνει την καθαίρεση και τον αναθεματισμό από Ψευδο-σύνοδο –στην οποία μετείχε και ο Πατριάρχης Αντιοχείας Ιγνάτιος– του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και των ομοφρόνων του, αν και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μη αναγνωρίζοντας τις ποινές που του επιβλήθηκαν από τους αιρετικούς βαρλααμίτες, συνέχισε να λειτουργεί (P.G. 150, 863D και 880D).
γ) Από την Αναίρεση εξηγήσεως τόμου Καλέκα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, στην οποία αναφέρει: «Αφού λοιπόν αυτός (ο Καλέκας) είναι έτσι και τόσες φορές αποκομμένος από ολόκληρο το πλήρωμα των Ορθοδόξων (λόγω των αναθεματισμών των βαρλααμιτών από την Ορθόδοξη Σύνοδο του 1341), είναι αδύνατον να βρίσκεται μεταξύ των ευσεβών ο μη αποχωρισμένος από αυτόν, ενώ όποιος για τους λόγους αυτούς είναι αποχωρισμένος από αυτόν, ανήκει πράγματι στον κατάλογο των Χριστιανών και είναι ενωμένος με τον Θεό δια της ευσεβους πίστεως» (ΕΠΕ, 3, 692).
7 – Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, μετά την επάνοδό του στην Κωνσταντινούπολη μετά την ενωτική Ψευδο-σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438)– πριν την καταδίκη της από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο του 1484, η οποία την ακύρωσε –και μέχρι την κοίμησή του, μαζί με τη συντριπτική πλειονότητα των Ορθοδόξων, διέκοψε την κοινωνία με όσους υπέγραψαν την ψευδο-ένωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Παπικούς και με όσους κοινωνούσαν με αυτούς. Στην επιστολή του προς τον ιερομόναχο Θεοφάνη, ο Άγιος Μάρκος γράφει: «χωρίς να ανεχόμαστε να συλλειτουργούμε με αυτούς, ούτε να μνημονεύουμε όλους αυτούς ως Χριστιανούς». Παρακάτω στην ίδια επιστολή του, ο Άγιος Μάρκος γράφει επίσης: «Να αποφεύγετε λοιπόν και εσείς, αδελφοί, την κοινωνία προς τους ακοινωνήτους και το μνημόσυνο των αμνημονεύτων» (P.G. 160, 1097D. 1100A. 536C. Ι. Καρμίρη, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Πίστεως, τομ. Α΄, σ. 427-429. Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τομ. Α΄, σ. 21).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Στις μελέτες μου
1 – Όπως αποδείχθηκε με τις μελέτες μου:
α) Μελέτη για το Συνέδριο της Αποστασίας των Χανίων των Δέκα (10) Αυτοκέφαλων «Εκκλησιών» [οι οποίες εκπροσωπούν μόνον το ένα τρίτο (1/3)των Ορθοδόξων], το οποίο εισήγαγε «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού (ή Γνωστικισμού–Gnosis, ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού), και για την αναγκαία και αναπόφευκτη εκκλησιολογική συνέπεια της διακοπής κοινωνίας με τους Προκαθημένους και Επισκόπους των Δέκα (10) Αυτοκέφαλων «Εκκλησιών», οι οποίοι δεν καταδικάζουν, ως Παναιρετικό, τούτο το Συνέδριο της Αποστασίας», και
β) Αξιολόγηση της λεγόμενης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» στην Κρήτη,
το Συνέδριο της Αποστασίας των Χανίων εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) συμμετέχουσες Αυτοκέφαλες, την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού.
Η Παναίρεση αυτή δεν είναι προϊόν της εποχής μας, αφού έχει ήδη καταδικαστεί:
α) από την Αγία Γραφή, και συγκεκριμένα από τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη και από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο,
β) από τους Μετα-αποστολικούς Πατέρες, και μάλιστα από τον Άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου (σημερινής Λυών–Γαλλίας) στο έργο «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», και από τους λοιπούς Αγίους Πατέρες, επί παραδείγματι από τον Μέγα Φώτιο, στους λόγους του «περί της των Μανιχαίων Αναβλαστήσεως (Λόγοι Α΄- Δ΄).
Επομένως, ο Θρησκευτικός Συγκρητισμός συνιστά αίρεση κατεγνωσμένη από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας
Κατόπιν τούτου,
προκειμένου οι Ορθόδοξοι πιστοί, επίσκοποι, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, των ως άνω δέκα (10) Αυτοκέφαλων να μη μολυνθούν πνευματικά από την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού ή Νέο-γνωστικισμού, κοινωνούντας με τους επισκόπους και λοιπούς κληρικούς αυτών των Αυτοκέφαλων των αποσχισθεισών αιρετικά από την Αληθινή Εκκλησία ως Σώμα Χριστού των Αποστόλων, των Μαρτύρων και των Οσίων, η οποία μόνον αυτή διατηρεί την καθαρότητα των δογμάτων της Προφητικής, Αποστολικής και Πατερικής Πίστεώς μας,
υποχρεούνται, δυνάμει του 15ου Κανόνα, παρ. 4, της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, να διακόψουν την κοινωνία με τους επισκόπους και λοιπούς κληρικούς οι οποίοι δεν καταδικάζουν, ως Παναιρετικό, το Συνέδριο της Αποστασίας των Χανίων.
Με την υποχρεωτική διακοπή κοινωνίας, οι Ορθόδοξοι πιστοί:
α) Δεν είναι σχισματικοί, διότι διακόπτουν την κοινωνία επισκόπων και λοιπών κληρικών που ακολουθούν την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού ή Νεο-γνωστικισμού, η οποία είναι, όπως προαναφέρθηκε, κατεγνωσμένη από την Αγία Γραφή, τις Άγιες Συνόδους και τους Αγίους Πατέρες αίρεση, έστω και αν οι φορείς της, είτε έχουν το φρόνημά της είτε είναι συμβιβασμένοι με αυτήν, δεν έχουν καταδικαστεί ακόμη από Ορθόδοξη Σύνοδο.
β) Παραμένουν στην Αληθινή (Ορθόδοξη) Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, η οποία είναι άμωμη και άσπιλη από την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού ή Νέο-γνωστικισμού.
γ) Δεν επιτρέπεται να συστήσουν παράλληλη Σύνοδο ούτε παράλληλες Μητροπόλεις, όπως εκκλησιολογικώς εσφαλμένα έπραξαν οι Παλαιοημερολογίτες. Διότι η Εκκλησία είναι Μία και γι’ αυτό η Σύνοδος σε κάθε Αυτοκέφαλη είναι Μία και οι Μητροπόλεις μία σε κάθε τόπο. Όμως, τόσο η Σύνοδος όσο και οι Μητροπόλεις των δέκα (10) Αυτοκέφαλων που συμμετείχαν στο Συνέδριο της Αποστασίας των Χανίων, ελέγχονται από επισκόπους οι οποίοι δεν αποκηρύσσουν, ως Παναιρετικό, το Συνέδριο της Αποστασίας των Χανίων, δηλ. ακολουθούν την εν λόγω Παναίρεση είτε ως προς το φρόνημα είτε ως προς τον συμβιβασμό με αυτήν.
δ) Επιτρέπεται να συστήσουν συνάξεις καταρτισμένων πνευματικά κληρικών, μοναχών και λαϊκών για την επίλυση των τρεχόντων πνευματικών προβλημάτων των Ομολογητών πιστών.
ε) Δεν επιτρέπεται να αποκτούν επισκόπους για τη διαποίμανσή τους, όπως συμβαίνει με τους Παλαιοημερολογίτες. Διότι η εκλογή επισκόπων αποτελεί αρμοδιότητα της Συνόδου της Αυτοκέφαλης, η οποία όμως ελέγχεται από εκείνους τους επισκόπους που δεν αποκηρύσσουν, ως Παναιρετικό, το Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης, δηλ. ακολουθούν την εν λόγω Παναίρεση είτε ως προς το φρόνημα είτε ως προς τον συμβιβασμό με αυτήν.
στ) Επιτρέπεται να αποκτούν ιερείς και διακόνους για την πνευματική τους διακονία, οι οποίοι θα χειροτονούνται, έστω και υπερορίως, από Ομολογητές Επισκόπους με αποστολική διαδοχή, όταν υπάρξουν.
ζ) Οφείλουν να αγωνίζονται διπλά:
Τόσο για τη κάθαρση των παθών τους εναντίον πρωτίστως του εαυτού τους, δευτερευόντως του κόσμου και τριτευόντως του Σατανά,
όσο και για την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας, μέσω της ακύρωσης των αποφάσεων του Συνεδρίου της Αποστασίας των Χανίων από μια όντως Ορθόδοξη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, καθώς και για τη στελέχωση των Μητροπόλεων των δέκα (10) Αυτοκέφαλων που συμμετείχαν στο Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης, καθώς και των Μητροπόλεων αυτών, με αρχιερείς που δεν θα έχουν οικουμενιστικό – συγκρητιστικό φρόνημα, αλλά θα έχουν ακραιφνώς Ορθόδοξο φρόνημα, και δεν θα συμβιβάζονται με αυτήν την Παναίρεση. 


''Είναι καιρός να δώσουμε Μαρτυρία...'' ~ Αρχ. Σάββας Αγιορείτης



(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία)

Σήμερα, έλεγε ο Άγιος Παΐσιος, δεν είναι καιρός ''μαρτυρίου'', δηλαδή δεν μας ζητάει ο Θεός να γίνουμε μάρτυρες, να δώσουμε την ζωή μας, αλλα είναι καιρός να δώσουμε ΜΑΡΤΥΡΙΑ για τον Χριστό με την ζωή μας, με την στάση μας, με την σταθερότητα μας, με τα λόγια μας, και με τα έργα μας. 

Να αντισταθούμε στο κακό!

Έχω γυναίκες, και εδώ μου φαίνεται, που τις πολεμάνε οι ίδιοι οι ιερείς τους.. Πάνε στις ενορίες ντυμένες σεμνά, και την βάζει μπροστά ο παπάς και τις λένε γιατί ντύνεσαι έτσι! Δεν ντύνεσαι όπως όλες! Γιατί δεν είσαι ''ρινόκερος''...

Τα λέω αυτά για να μη ντρέπεστε, και να μη δειλιάζετε, και να μη μπερδεύεστε. Γιατί λέει ο παπάς το είπε! Και επειδή το είπε ο παπάς;

Και ο δεσπότης να το πει, και ο πατριάρχης να το πει! 

Όταν είναι αντίθετο με τον νόμο του Θεού, δεν θα το κάνω! 

Ήταν ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, απλός μοναχός ήταν... Όλη η επίσημη εκκλησια, η διοικούσα και οι αρχιερείς και οι πατριάρχες είχαν τότε προσκυνήσει μια αίρεση...

Του μονοθελητισμού. Που έλεγε δηλαδή ότι ο Χριστός είχε μόνο μια θέληση. Υπήρχε αυτή η αίρεση. Ενώ ο Χριστός είχε 2 θελήσεις. Ήταν και είναι και Τέλειος Θεός και Τέλειος άνθρωπος... 


Οπότε, έχει και την Θεία θέληση, και την ανθρώπινη. Και την Θεία ενέργεια, και την ανθρώπινη. Για αυτό και βλέπουμε ότι πεινούσε, διψούσε...ήταν άνθρωπος. Κουραζόταν, τα είχε όλα τα ανθρώπινα... Εκτός την αμαρτία. 

Λοιπόν, και είχαν βγεί κάποιοι αιρετικοί, και έλεγαν όχι, ο Χριστός μια θέληση έχει μόνο, μόνο Θεός. Ακύρωναν την ανθρώπινη φύση ουσιαστικά! 

Και ο Άγιος Μάξιμος απλός μοναχός, ούτε παπάς ούτε δεσπότης. 

Και έλεγε "όχι, έχετε λάθος!"

Μα λέει, τι, εσύ είσαι καλύτερος από τον δεσπότη; Είσαι καλύτερος από τον πατριάρχη; Με ποιά εκκλησία είσαι!

Και λέει, "εγώ είμαι με την εκκλησία! Εσείς δεν είστε με την εκκλησία!'' 

''Εσείς έχετε βγεί απ' έξω..!" 

Έτσι λοιπόν κι εμείς θα λέμε σε όλους τους "ρινόκερους" ότι εγώ είμαι ο φυσιολογικός, και αυτό δεν είναι υπερηφάνεια! Προσέξτε! 

Αυτό είναι η αλήθεια! Όπως λες εγώ είμαι άντρας! Τι να πείς, ότι δεν είμαι, αφού είναι αλήθεια αυτό! Έτσι θα πείς! 

Ότι ο Χριστός λέει αυτά και αυτά! Και οφείλουμε να τα τηρήσουμε! Και δεν είναι γιατί νομίζουμε ότι είμαστε οι καλύτεροι!

ΌΧΙ, είμαστε οι χειρότεροι απ' όλους! 

Αλλά να προσπαθούμε να τηρήσουμε αυτά που λέει ο Χριστός. Και σε όποιον αρέσει...

''Είναι καιρός να δώσουμε Μαρτυρία...'' 

Αρχ. Σάββας Αγιορείτης

Είναι κι αυτή μια από τις ιστορικές "εκκλησίες" του Βαρθολομαίου και της "νέας Εκκλησίας" της Κρήτης!

Σκάνδαλο! Θηλυκός Εσταυρωμένος Χριστός 
σε ναό στις ΗΠΑ


Ένας σταυρός που απεικονίζει τον Χριστό με την εικόνα μιας γυναίκας τοποθετήθηκε στον Επισκοπικό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Νέα Υόρκη.

Ο σταυρός, που ονομάζεται "Christa" (σ.σ.Χριστός επί το θηλυκόν του) δημιουργήθηκε από την καλλιτέχνη Edwina Sandys.
Η σκανδαλώδης μορφή καταδικάστηκε όταν εκτεθηκε για πρώτη φορά στο κοινό το 1984. Τότε είχε χαρακτηριστεί ως "θεολογικά και ιστορικά ασυγχώρητη."
Ωστόσο, σήμερα, η άποψη των Αμερικανών Προτεσταντών Επισκοπιανών σχετικά με αυτό το "αριστούργημα" έχει αλλάξει ριζικά.
Ο Επίσκοπος Andre Dietsche της Νέας Υόρκης των Επισκοπιλιανών Προτεσταντών των ΗΠΑ δήλωσε ότι "ένας πιστός μπορεί να είναι προετοιμασμένος να δει την Christa όχι μόνο ως ένα έργο τέχνης, αλλά και ως αντικείμενο της πίστης.

Σε λίγα μόνο λεπτά



Έχετε ποτέ παρατηρήσει την ζωή της καρδιάς; Δοκιμάστε να το κάνετε, έστω για ένα μικρό διάστημα, και παρατηρήστε τι θα ανακαλύψετε:

Προκύπτει κάτι δυσάρεστο, και ταράζεστε. Σας βρίσκει κάποια δυστυχία, και νοιώθετε λύπηση για τον εαυτό σας.

Βλέπετε κάποιον που δεν συμπαθείτε, και αμέσως αναβλύζει μέσα σας η εχθρότητα. Συναντιέστε με κάποιον ισότιμό σας, ο οποίος εν τω μεταξύ σας έχει προσπεράσει κοινωνικά, και αρχίζετε να τον φθονείτε. Αναπολείτε τα ταλέντα σας και τις ικανότητές σας, και αρχίζετε να νοιώθετε υπερηφάνεια….

Όλη αυτή η σαπίλα: ματαιοδοξία, σαρκική επιθυμία, λαιμαργία, ακηδία, κακία… η μία στοιβαγμένη πάνω στην άλλη, τελικά καταστρέφουν την καρδιά. Και όλα αυτά μπορούν να διαπεράσουν την καρδιά μέσα σε λίγα μόνο λεπτά.

Για τον λόγο αυτό, κάποιος ασκητής που ασκούσε αυστηρό έλεγχο στον εαυτό του, είπε -πολύ σωστά- ότι «η καρδιά του ανθρώπου είναι γεμάτη από δηλητηριώδη φίδια. Μόνο οι καρδιές των αγίων είναι απαλλαγμένες από αυτά τα φίδια: τα πάθη».

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Γενίτσαροι και εξισλαμισμός

Ο ρόλος των γενίτσαρων στον εξισλαμισμό των χριστιανικών πληθυσμών των Βαλκανίων

Τον τελευταίο καιρό επιχειρείται η τηλεοπτική παραποίηση της ελληνικής ιστορίας με εξωραϊσμό των Τούρκων κατακτητών και απαλοιφή των γεγονότων εκείνων που σχετίζονται με τη βία των Οθωμανών απέναντι στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Οι απόπειρες εξωραϊσμού της τουρκοκρατίας και μετανεωτερικής αποδόμησης της επανάστασης των Ελλήνων ραγιάδων εναντίον των Οθωμανών απορρίπτονται τόσο από τη σοβαρή ιστορική επιστήμη όσο και από τη συνείδηση των Ελλήνων, εφόσον η εθνική ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή. Εξάλλου, οι θεωρίες αυτές δεν είναι καθόλου σύγχρονες προσεγγίσεις της ιστορικής διαδρομής της Ελλάδας, όπως προσπαθούν να τις παρουσιάσουν ορισμένοι νεόκοποι τηλε-«ιστορικοί».

Η παραποίηση της ελληνικής ιστορίας...
Ήδη από το 1924 ο Γιάννης Κορδάτος (1891-1961) με το βιβλίο του «Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821» είχε υποστηρίξει ότι ο αγώνας των Ελλήνων του 1821 ήταν ταξικός και όχι εθνικοαπελευθερωτικός. Ο ισχυρισμός αυτός καταρρίπτεται από αδιαμφισβήτητα ιστορικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία το υπόδουλο έθνος βασανίστηκε από τους Οθωμανούς κατακτητές και συσπειρώθηκε για να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό, εμπνεόμενο από τη χριστιανική του πίστη, τη ζωντανή του γλώσσα και τη συνείδηση της ελληνικότητας, όπως αυτή διατηρήθηκε αλώβητη μέσα στους αιώνες.

Η Οθωμανική κατοχή ήταν για τους χριστιανούς μια περίοδος σκοτεινή και βασανιστική, αλλά παράλληλα και μία ευκαιρία ανασυγκρότησης του ελληνισμού. Μία από τις πιο ζοφερές πτυχές των χρόνων της Τουρκοκρατίας αποτελεί ο βίαιος εξισλαμισμός των χριστιανικών πληθυσμών. Οι χιλιάδες χριστιανοί νεομάρτυρες σε όλες τις άκρες της ελληνικής γης απέδειξαν με τη μαρτυρική θυσία τους ότι οι έλληνες αντιστέκονταν με κάθε τρόπο στο βίαιο εξισλαμισμό τους. Κορυφαίες στιγμές του μαρτυρίου των χριστιανών ήταν ο θεσμός των γενίτσαρων και το παιδομάζωμα.

Η προέλαση των Οθωμανών και οι βίαιοι εξισλαμισμοί
Η προέλαση των Τούρκων στη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Ρούμελη και το Μοριά βάφτηκε με το αίμα χιλιάδων χριστιανών. Μετά το 1371 άτακτοι γαζήδες, προχωρούν προς τα δυτικά, περνούν τον Στρυμόνα και διασπείρονται στην Κεντρική Μακεδονία λεηλατώντας και καίγοντας. Μετά το 1385, επί Μουράτ Α’, και αργότερα επί Βαγιαζίτ Α’, πλήθος Γιουρούκων εγκαταστάθηκαν κυρίως σε ορεινά μέρη, στα βόρεια της λίμνης του Λαγκαδά ως τις Σέρρες, τη Δράμα και την Καβάλα. Ενδεικτική της καταπίεσης που δέχτηκαν οι χριστιανοί είναι η περίπτωση των κατοίκων των Μογλενών, οι οποίοι πιεζόμενοι από τους Γιουρούκους του Γαζή Εβρενός, απελπισμένοι δέχτηκαν την μουσουλμανική θρησκεία.

Η τρομοκρατία των Τούρκων ήταν ασφυκτική. Ο παπα-Συνοδινός από τις Σέρρες περιγράφει στο χρονικό του μεταξύ 1598 -1642 τους εκβιασμούς των Τούρκων σε βάρος των χριστιανών, που απέβλεπαν στην καταλήστευση ή στην εξόντωση ή και στον εξισλαμισμό τους. Αναφέρει χαρακτηριστικά την τραγική θυσία του σκευοφύλακα Μανόλη Μποσταντζόγλου: "…και είχαν δεμένα τα χέρια του, και αυτός· «μη με δένετε και εγώ μονάχος σεβαίνω εις την φλόγα» και έτζι αυτοθελήτως επήδησεν εις την φλόγα. Και τόσον έβαλαν περισσά ξύλα και κλιματσίδες και έστεκαν όλοι οι Τούρκοι τρογύρου, έως ου εκάηκεν όλος και δεν απόμεινεν ουδέ κόκκαλον από αυτόν. Και μετά ταύτα ήλθεν μέγας ανεμοστρόβιλος και εσκόρπισεν όλην την στάκτην και δεν έμεινεν τίποτες…»

Οι μαρτυρίες για τους διωγμούς των χριστιανών από τους Τούρκους είναι αναρίθμητες. Στα μέσα του 17ου αιώνος ο Γάλλος Ιησουίτης Ρισάρ καταγράφει τις εντυπώσεις του από την υπόδουλη Ελλάδα: «Να σκεφθεί κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστεί ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία...». Παρόμοια, τον 17ο αιώνα ο Μουσουλμάνος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή περιγράφει βίαιους εξισλαμισμούς και παιδομάζωμα στη Βέροια, στην Έδεσα και σε άλλες πόλεις.
Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι, πέρα από την άσκηση άμεσης βίας, σε πολλές περιπτώσεις ο εξισλαμισμός επιβλήθηκε επίσης μέσω των δυσβάσταχτων φόρων (το γνωστό χαράτσι) που ήταν αναγκασμένοι να πληρώνουν οι υπόδουλοι και της δεινής κοινωνικής θέσης στην οποία βρίσκονταν.

Ο στρατός των γενίτσαρων
Ο βίαιος εξισλαμισμός των χριστιανών ξεκινούσε από μικρή ηλικία. Στην περίπτωση των γενίτσαρων, τα όρια ηλικίας των αγοριών, όπως καταγράφονται σε διαφορετικές πηγές, εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις, ενώ αναφέρεται ως κατώτατη ηλικία αυτή των οκτώ ετών και ως ανώτατη των είκοσι. Μεταγενέστερα οθωμανικά έγγραφα, του 17ου αιώνα, συγκεκριμενοποιούν τα όρια μεταξύ 15-20 ετών.

Το νέο στρατιωτικό σώμα (Yeni Çeri=νέος στρατός) δημιουργήθηκε από εφήβους χριστιανούς αιχμαλώτους και απετέλεσε μεγάλη μάστιγα για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Οι στρατολογούμενοι ονομάζονταν ατζέμ ογλάν (άπειροι νέοι). Το στρατιωτικό σώμα των γενίτσαρων ιδρύθηκε από το σουλτάνο Ορχάν (1327-1360). Στην αρχή στα επίλεκτα εκείνα σώματα κατατάσσονταν μόνο παιδιά αιχμαλώτων χριστιανών που τα εξισλάμιζαν.

Οι γονείς των υποψήφιων γενίτσαρων απειλούνταν με θάνατο εάν αρνούνταν να παραδώσουν τα παιδιά τους. Το φιρμάνι που εκδόθηκε το 1601 από το σουλτάνο Μεχμέτ Γ’ όριζε χαρακτηριστικά: «Όταν τις εκ των απίστων γονέων ή άλλος αντιστή εις την παράδοσιν του γενιτσάρου υιού του, θα απαγχονίζεται ευθύς εις το ανώφλιον της θύρας του, του αίματός του θεωρουμένου άνευ αξίας».
Οι γενίτσαροι αποκόπτονταν εντελώς από τους γονείς τους, ενώ δε μπορούσαν να δημιουργήσουν δική τους οικογένεια, εφόσον ο γάμος ήταν απαγορευμένος σ’ αυτούς. Μοναδικό τους σπίτι ήταν ο στρατώνας, μοναδικό τους επάγγελμα, τα όπλα.

Ο βυζαντινός ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (Αποδείξεις Ιστοριών 10, εκδ. Βόννης 1843, σελ. 228), αναφερόμενος στη σύλληψη των Χριστιανών αιχμαλώτων, στον εκτουρκισμό και εξισλαμισμό τους, καθώς και στην κατάταξή τους στο σώμα των γενιτσάρων κατά τη χρονική περίοδο 1421-1423, λέει τα ακόλουθα:

«… παίδας λαβών αιχμαλώτους όσους αν τύχη ανδραποδισάμενος κατατίθεται ες την Ασίαν παρά τοις Τούρκοις, ώστε την φωνήν εκμαθείν ένα έκαστον. Και επί δύο ή και τρία έτη διαγενόμενοι την τε γλώτταν εκμανθάνουσι, και συνιέντες της φωνής, όσα αν δυνηθώσιν, αύθις συλλέγει αφ’ ων κατέθετο ες δισχιλίους και πλείους τούτων. Άγει δ’ αυτούς ξύμπαντας ες την Καλλίπολιν, και καθίστησιν αυτούς ες τα πλοία, ναυτίζεσθαί τε και διαπορθμεύειν ες την Ασίαν από της Ευρώπης …».
Η στρατιωτική δύναμη του σώματος των γενιτσάρων δεν ήταν πάντοτε ίδια. Στην αρχή αποτελούνταν μόνο από χίλιους άνδρες και αποτελούσε τη σωματοφυλακή των σουλτάνων. Αργότερα η δύναμη αυξήθηκε σημαντικά. Στα χρόνια του Μουράτ Β’ (1421-1451) ήταν 13.000 περίπου, επί Μουράτ Γ’ (1573-1595) ήταν 48.000, επί Μουσταφά Β’ (1695-1702) ήταν 70.000, επί Αχμέτ Γ’ (1702-1730) έφτασε τις 80.000, επί Σελήμ Γ’ (1789-1807) τις 110.000. Λίγο πριν καταργηθεί από το σουλτάνο Μαχμούτ Β’ το 1826, το σώμα τον γενίτσαρων ανέρχονταν σε 140.000 στρατιώτες.

Στα Βαλκάνια και ειδικότερα στην περιοχή της Φιλιππούπολης πολλοί στρατολογημένοι γενίτσαροι προέρχονταν από την αίρεση των Βογομίλων. Οι Βογόμιλοι ήταν Παυλικιανοί αιρετικοί που εμφανίζονται ως ιδιαίτερα δεκτικοί στην αφομοίωσή τους από το Ισλάμ, εφόσον είχαν αποστασιοποιηθεί από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Μετά την κατάληψη της Καλλίπολης (1354) οι μπεκτασήδες που εγκαταστάθηκαν στα βαλκανικά εδάφη συνετέλεσαν στον εξισλαμισμό των Βογομίλων.

Γενίτσαροι στη Θεσσαλονίκη

Οργάνωση των γενίτσαρων
Ως προς την οργάνωση των γενιτσαρικών σωμάτων, το (πρώτο) σώμα ήταν των νεοσυλλέκτων, το λεγόμενο "Ατζαμί οτζαγί", όπου μετά την κατ΄ άτομο ορκωμοσία εισέρχονταν στο τάγμα των Γενιτσάρων, το λεγόμενο "Γενίτσερι οτζαγί", που αποτελούνταν αρχικά από 1000 Γενίτσαρους. Ήταν οργανωμένοι σε 10 λόχους (μπελούκ), που καθένας περιελάμβανε 100 Γενίτσαρους. Διοικητής του κάθε λόχου ήταν ο γιαγάμπαση (διοικητής πεζικού). Κάθε λόχος επιτελούσε ειδική εργασία που λεγόταν "ορτά" ή "τζεμαάτ". Πολύ σύντομα οι λόχοι ορτάδων αυξήθηκαν ραγδαία. 

Παράλληλα υπήρχε και άλλη στρατιωτική οργάνωση, η λεγόμενη "Σεκμπάν Μπουλουκλερί", με 34 λόχους πεζικού και ένα λόχο ιππικού. Τελικά με την αύξηση του αριθμού των Γενιτσάρων δημιουργήθηκε ακόμη μία στρατιωτική δύναμη, που ονομάζονταν "Αγά Μπουλουκλερί", με συνολική δύναμη 62 λόχων.
Ο γενικός διοικητής όλων των μονάδων των Γενιτσάρων ήταν υπεύθυνος για τη στρατολόγηση των "ατζαμί ογλάν", την εκπαίδευσή τους, τη συνεχή εκπαίδευση όλων των ταγμάτων, την ασφάλειά κατά τις μετακινήσεις τους, τη στρατιωτική τακτική, καθώς και για όλα τα θέματα διοικητικής μέριμνας, (τροφοδοσίας, διανομής λαφύρων, πληρωμών κ.λπ).

Το παιδομάζωμα
Οι πηγές του 16ου και 17ου αιώνα μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες για το παιδομάζωμα (devşirme), ένα θεσμό που αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των στρατιωτικών αναγκών του οθωμανικού κράτους, είχε ως συνέπεια τον εξισλαμισμό των νέων που στρατολογούνταν.
Μετά τη βασιλεία του Μουράτ (1360-1383) εφαρμόστηκε το παιδομάζωμα, δηλαδή η βίαιη αρπαγή των αρσενικών παιδιών από τις οικογένειες των χριστιανών υπηκόων (ραγιάδων) των ευρωπαϊκών μόνο επαρχιών. Το παιδομάζωμα συστηματοποιήθηκε από τους σουλτάνους Σελίμ Α’ (1512-1520) και Σουλεϊμάν Α’ (1520-1566). Από τότε γίνονταν κάθε πέντε χρόνια και ύστερα κάθε διετία, μερικές φορές και κάθε χρόνο ανάλογα με τις στρατιωτικές ανάγκες, στη βάση τακτικών ληξιαρχικών καταλόγων που συντάσσονταν από τους δημογέροντες των χριστιανικών κοινοτήτων. Το 15ο αιώνα εξαιρέθηκαν από το παιδομάζωμα οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι, ενώ οι Ορθόδοξοι χριστιανοί ήταν αυτοί που πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος. Από τους χριστιανούς απαλλάσσονταν μόνο οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης και της Ρόδου.

Κάθε φορά που διατάσσονταν παιδομάζωμα, γενίτσαροι βαθμούχοι, οι λεγόμενοι τουρνατζήμπασοι πήγαιναν στις χριστιανικές κοινότητες και διάλεγαν το 1/5 των παιδιών ηλικίας 6-10 ετών, τα πιο υγιή και εύρωστα. Τα παιδιά αυτά εξισλαμίζονταν, ενώ τα ωραιότερα και ευφυέστερα από αυτά δίνονταν στη σουλτανική αυλή, όπου βαθμηδόν πολλοί από αυτούς έφταναν σε ανώτατα κρατικά αξιώματα. Οι υπόλοιποι προορίζονταν για το στρατό και το στόλο, όπου αποτελούσαν την τάξη των ατζαμί-ογλάν. Τους ανέθρεφαν σε ειδικούς στρατώνες, όπου διδάσκονταν τη θρησκεία του Μωάμεθ, ασκούνταν στη σκληραγωγία και την αυστηρή πειθαρχία.

Η συντριβή των συγγενών των θυμάτων του παιδομαζώματος ήταν ανείπωτη. Αυτό καταγράφεται με τρόπο τραγικό στο ακόλουθο δημοτικό τραγούδι της Ηπείρου:
Ανάθεμά σε, βασιλιά, και τρις ανάθεμά σε,
με το κακό οπόκαμες, και το κακό που κάνεις.
Στέλνεις, δένεις τους γέροντας, τους πρώτους τους παπάδες
να μάσης παιδομάζωμα, να κάμης γενιτσάρους.
Κλαίν' οι γοναίοι τα παιδιά, κ' οι αδελφές τ' αδέλφια,
κλαίγω κ' εγώ και καίγομαι και όσο θα ζω θα κλαίγω.
Πέρσι πήραν τον γιόκα μου, φέτο τον αδελφό μου.

Σύμφωνα με τουρκική πηγή του τέλος του 16ου αιώνα, 200.000 παιδιά χριστιανών ήταν ήδη θύματα του παιδομαζώματος, χωρίς να υπολογίζονται σε αυτά οι αιχμάλωτοι πολέμου.

Βέβαια, σε πολλές περιπτώσεις οι εξισλαμισμοί ήταν επιφανειακοί, ενώ πολλοί παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των χριστιανών στη Νίκαια της Βιθυνίας, οι οποίοι, μετά την άλωσή της το 1331, ασπάστηκαν εξωτερικά το μωαμεθανισμό ενώ κρυφά τελούσαν τα χριστιανικά τους καθήκοντα. Πολλοί ατζέμ ογλάν και γενίτσαροι διαφύλαξαν στη μνήμη τους την καταγωγή και τη χριστιανική τους συνείδηση. Το 1491 ο Ιανός Λάσκαρης σημειώνει ότι μεταξύ των γενίτσαρων της Κωνσταντινούπολης υπήρχαν πολλοί που διατηρούσαν ισχυρή ανάμνηση της προέλευσής τους και ευνοούσαν τους πρώην ομόθρησκούς τους.

Κρυπτοχριστιανούς συναντάμε σε όλη τη Μικρά Ασία, την Καππαδοκία, τον Πόντο, αλλά και στην περίπτωση των Πομάκων της Θράκης, πολλοί από τους οποίους διατήρησαν τα ιερά σύμβολα της χριστιανικής πίστης τους (σταυρούς, άμφια, δισκοπότηρα, εικόνες) σε κρυμμένα σεντούκια, ενώ συνέχισαν τις χριστιανικές τους παραδόσεις (σταύρωμα του ψωμιού, εορτασμός του Αγίου Γεωργίου κ.λπ). Όπως σημειώνει ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος: «Ο κρυπτοχριστιανισμός, η ψυχρή αυτή για τον καθένα μας λέξη, αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο δράμα, μια σκληρή ολοζώντανη πραγματικότητα ως τα τελευταία χρόνια. Την θυμούνται ακόμη και έχουν να διηγηθούν πολλές και συγκινητικές ιστορίες οι Έλληνες ιδίως πρόσφυγες από την Μ. Ασία».

Χριστιανοί νεομάρτυρες
Η άρνηση των χριστιανών να υποταχτούν στον Οθωμανό κατακτητή εκδηλώθηκε σε πάμπολλες περιπτώσεις με τις θυσίες των νεομαρτύρων. Όμως, τι εννοούμε με τον όρο «νεομάρτυρες»; Εννοούμε τους νεώτερους αγωνιστές της χριστιανικής πίστης που με τη θυσία τους έδωσαν μαρτυρία πίστης, υπέστησαν κάθε λογής «μαρτύρια» (θάνατο, βασανιστήρια, συχνά μάλιστα ιδιαιτέρως φρικιαστικά) στην προσπάθεια των διωκτών τους να τους κάνουν ν’ αλλάξουν πίστη.

Η εποχή της Τουρκοκρατίας για τον ελληνικό χώρο είναι γεμάτη νεομάρτυρες. Από το Δούναβη και τον Πόντο μέχρι την Κύπρο και την Παλαιστίνη, από την Άγκυρα μέχρι τη Ζάκυνθο, οι νεομάρτυρες βασανίστηκαν πρώτα με απίστευτη αγριότητα (για να αλλάξουν πίστη) και τελικά αποκεφαλίστηκαν ή απαγχονίστηκαν ή ανασκολοπίστηκαν («σουβλίστηκαν») ή γδάρθηκαν ζωντανοί ή κρεμάστηκαν στα τσιγκέλια (πάνω στα οποία τους έριχναν και τους άφηναν καρφωμένους μέρες, ώσπου να ξεψυχήσουν) ή κάηκαν ζωντανοί.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο βιβλίο του «Νέον Μαρτυρολόγιον», που εκδόθηκε το 1799 καταγράφει τα μαρτύρια 87 νεομαρτύρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που μαρτύρησαν από το 1330 έως το 1796.

Ανάμεσα στους εκατοντάδες νεομάρτυρες αναφέρουμε ενδεικτικά: τον άγιο Εφραίμ το μεγαλομάρτυρα στη Ν.Μάκρη Αττικής (+ 1426), τον άγιο Ιωάννη στο Ασπρόκαστρο (μαρτύρησε το 1492), τον Μιχαήλ Μαυρουδή από τα Άγραφα (+ 1544), τον όσιο Νικόδημο από τα Μετέωρα (+ 1551), τον οσιομάρτυρα Δαμιανό εξ Αγράφων (+ 1568), την αγία Φιλοθέη την Αθηναία (+ 1589), τον αρχιεπίσκοπο Φαναρίου Σεραφείμ (+ 1601), τον εθνομάρτυρα επίσκοπο Λαρίσης Διονύσιο το «Σκυλόσοφο» (+ 1611), το νεομάρτυρα Νικόλαο εκ Μετσόβου (+ 1617), το νεομάρτυρα Θεόφιλο που μαρτύρησε στη Χίο (+ 1635), τον άγιο Αναστάσιο από το Ναύπλιο (+ 1655), τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Παρθένιο (μαρτύρησε το 1657), τον πατριάρχη Γαβριήλ Β’ (+ 1659), τον άγιο Σταμάτιο από τον Άγιο Γεώργιο Βόλου (+ 1680), τον άγιο Ηλία Αρντούνη στην Καλαμάτα (+ 1686), τον άγιο Ρωμανό το μοναχό (+ 1694), το νεομάρτυρα Κυπριανό, που μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη (+ 1679), τον άγιο Αθανάσιο στη Σμύρνη (+ 1700), τον άγιο Νικήτα από τη Νίσυρο που μαρτύρησε στη Χίο (+ 1732), τον άγιο Αναστάσιο τον ιερέα (+ 1743), την αγία Κυράννα (+ 1751), τον άγιο Γεώργιο στην Πτολεμαΐδα (+ 1752), τον άγιο Νικόλαο το Νέο στη Χίο (+ 1754), την αγία Ακυλίνα στη Θεσσαλονίκη (+ 1764), τον άγιο Μιχαήλ Πακνανά, τον κηπουρό στην Αθήνα (+ 1771), το νεομάρτυρα Αθανάσιο τον Κουλακιώτη (+1774), τον άγιο Μύρωνα στο Ηράκλειο Κρήτης (+ 1793), τον άγιο Ζαχαρία στην Πάτρα (+1782), τον άγιο Δημήτριο στο Γαλατά της Κωνσταντινούπολης (+ 1784), το νεομάρτυρα Νικόλαο που μαρτύρησε στη Μαγνησία της Μ. Ασίας (+ 1796), τον άγιο Κωνσταντίνο τον «εξ Αγαρηνών» (+1819), τον άγιο Γεώργιο στα Ιωάννινα (+ 1838), και εκατοντάδες άλλους.

Οι σφαγές τόσων χριστιανών από τους Τούρκους πότισαν με αίμα τα ελληνικά χώματα και έθρεψαν το δέντρο της ελευθερίας που δε θα αργούσε να έρθει.

Βασανιστήρια Χριστιανών από τους Τούρκους

Η αντίσταση του ελληνισμού

Ανάμεσα στους μάρτυρες της ελευθερίας του ελληνικού έθνους δεν πρέπει να παραλείψουμε να μνημονεύσουμε το μεγάλο διδάσκαλο του γένους και άγιο των σκλαβωμένων Ελλήνων, τον πατρο-Κοσμά τον Αιτωλό, που απαγχονίστηκε το 1779. Ήταν αυτός που κυριολεκτικά όργωσε ολόκληρη την Ελλάδα κτίζοντας σχολειά κι εκκλησιές και διδάσκοντας στους ραγιάδες τον αγώνα και την αντίσταση με τα παρακάτω λόγια:

«Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν. Τα πράγματά σας ας τα πάρουν, μη σας μέλλει. Δώσατέ τα. Δεν είναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέσει δεν ημπορεί να σας τα πάρει, εκτός και τα δώσετε με το θέλημά σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάττετε να μην τα χάσετε»..

Κλείνοντας, συνοψίζουμε ότι η προέλαση των Οθωμανών στα Βαλκάνια συνοδεύτηκε με σφαγές χριστιανών, βίαιους εξισλαμισμούς, αρπαγές παιδιών, αβάσταχτα φορολογικά βάρη. Οι μαζικοί εξισλαμισμοί που επέβαλαν οι Τούρκοι προκάλεσαν σοβαρή αιμορραγία στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Ο θεσμός της υποχρεωτικής στρατολόγησης λειτούργησε ως μέθοδος αποδυνάμωσης και τρομοκράτησης των χριστιανών, ενώ το παιδομάζωμα ενίσχυσε στρατιωτικά τον οθωμανικό επεκτατισμό.

Απέναντι στην τουρκική βία και βαρβαρότητα, οι Έλληνες χριστιανοί αντιστάθηκαν, διαφυλάσσοντας τη γλώσσα, τις παραδόσεις τους και την πίστη τους στο Χριστό. Αντιμέτωποι με τους διωγμούς των Τούρκων, οι Έλληνες συσπειρώθηκαν γύρω από την ορθοδοξία, καθώς για τους χριστιανούς η ορθόδοξη πίστη δεν αποτελούσε απλώς μία θρησκεία αλλά κάτι πολύ περισσότερο: στις καρδιές των υπόδουλων ελλήνων η ορθοδοξία ταυτίζονταν με την εθνική τους συνείδηση, την ιστορία τους, την ίδια τους την ύπαρξη.

Αυτή η αντίστασή των Ελλήνων ήταν που προετοίμασε το έδαφος για την επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση από την τυραννία των Τούρκων. Κι αυτό το μήνυμα της αντίστασης μας κληροδότησαν οι αγωνιστές αυτοί της ελευθερίας μέχρι σήμερα.

Νικόλαος Θ. Κόκκας
Πρώτη δημοσίευση: Αγώνας 17/2/2011

http://pomakohoria.blogspot.gr/

Περισσότερο όμοιοι με τον Ιούδα είναι οι Οικουμενιστές!

Μικρό απόσπασμα από «Το Ευαγγέλιο του Ιωάννου» τόμος Γ΄. Νικολάου Σωτηρόπουλου, για αυτούς που μοιάζουν περισσότερο με τον Ιούδα 

Στίχοι 11-12: 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ.
Μεταφράζουμε: «Και δεν είμαι πλέον στον κόσμο, ενώ αυτοί είνε στον κόσμο, εγώ δε έρχομαι σ’ εσένα. Πάτερ δυνατέ, φύλαξέ τους με τη δύναμί σου, την οποίαν έδωσες σ’ εμένα, για να είνε ένα, όπως εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλασσα με τη δύναμί σου. Όσους μου έδωσες φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν απωλέσθηκε, παρά ο άνθρωπος της απωλείας, και έτσι εκπληρώθηκε η Γραφή».


Με τον Ιούδα ομοιάζουν οι φιλάργυροι. Αλλά περισσότερο με τον Ιούδα ομοιάζουν οι προδότες της Πίστεως του Χριστού, οι Οικουμενισταί. Και δεν είναι υπερβολή να ειπούμε, ότι οι Οικουμενισταί, ισοπεδωταί όλων των δογμάτων και όλων των Θρησκειών, συμπορευόμενοι με τους Νεοεποχίτες, είναι και αυτοί «υιοί της απωλείας», και δουλεύουν για τον ερχόμενο Αντίχριστο, τον κατ’ εξοχήν «υιόν της απωλείας» (Β΄ Θεσ. β΄ 3). Ο δε Αντίχριστος είναι ο τέταρτος σταθμός της πτώσεως του ανθρώπου.

Πηγή: https://niksothropoulos.wordpress.com

«Ο οικουμενισμός, σαν οδοστρωτήρας ισοπεδώνει τα πάντα και αυτοί ασχολούνται...»

Αναβολή συζήτησης:
Έξυπνο «κόλπο» αλλ΄ ουκ εκ του αγαθού.

«Μιλάει το πρόβατο και δε μιλάει ο τσομπάνης;»

Μετά από όσα διαδραματίστηκαν στην Κρήτη, και συγκεκριμένα με την ανυπακοή της αντιπροσωπείας της Ελλαδικής Εκκλησίας,στην εντολή που πήρε από την Ιεραρχία και την αλλοίωσή της, ήρθε στη συνέχεια η δεύτερη ανυπακοή, με μια πολύ ύποπτη κίνηση, με ένα περίπαιγμα, θα λέγαμε. Η μετάθεση –ουσιαστικά η αποφυγή–της συζήτησης του θέματος στην πρόσφατη σύνοδο της Ιεραρχίας. Αποφυγή ήταν και μάλιστα προγραμματισμένη καισκόπιμη μετάθεση. Τουτέστιν απόρριψη (απόρριμμα=σκουπίδι, πλεονάζον, άχρηστο). Θα γίνει τέλος Νοεμβρίου, λέει, «όταν τοΠάσχα θα πέσει Δευτέρα», όπως έλεγε παλιά και ένας γέρος στο χωριό μου.
Διά της μεθόδου της αναβολής, εργάζονται τα κοσμικά όργανα, όταν θέλουν να εκτονωθεί μια κατάσταση και να «περάσουν» κάποιο θέμα διά της προσφυγής στη λήθη. Όταν φοβούνται το λαό, θέλουν να κρατήσουν το «καλό όνομά τους» και να αποφύγουν απώλειες στα στρατόπεδά τους, στις ιδεολογικές τους τάξεις, επινοούν διάφορα τέτοια μηχανεύματα, για να βρουν πλήθος δικαιολογιών και αιτιάσεων, μέχρι να το σκεπάσει «ο πανδαμάτωρ χρόνος». Αναβολές στο Κυπριακό, στο Μακεδονικό και τα παρόμοια και είναι φανερό πού οδηγείται η κατάσταση.
Η αλήθεια ζητάει την πλήρη διαφάνεια στον καιρό της. Δεν σβήνει και ζει στις καρδιές, που ανυπομονούν και περιμένουν να την ακούσουν. Και υπάρχουν σήμερα μύριες όσες καρδιές, που καίγονται και περιμένουν από τους ποιμένες να ακούσουν, τέλος πάντων, κάτι ξεκάθαρο, σχετικά με όλα τα επίκαιρα οικουμενιστικά παιχνίδια. Ελπίζουμε πως δε θα αφήσει ο ίδιος ο Χριστός.
«Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη», λέει η λαϊκή παροιμία. Ποιος φοβάται ποιον; Και από τι; Και γιατί σιωπούν οι υπεύθυνοι; Φοβούνται οι επίσκοποι; Όχι όλοι, βέβαια. Διότι πολλοί έχουν ανέβει οικειοθελώς στο άρμα του οικουμενισμού και το κάνανε προπύργιό τους. Άλλοι, ελάχιστοι, ομολογούν και κηρύττουν την αλήθεια.Οι υπόλοιποι, όσοι θέλουν να μιλήσουν, ποιον φοβούνται; Τι έχουν να χάσουν; Την πατερίτσα, τη μίτρα και το παλιόρασό τους;
Μιλάνε οι απλοί λαϊκοί, οι οικογενειάρχες, οι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί, οι πολύτεκνοι και δε μιλάει ο καλόγερος ο δεσπότης;Μιλάει το πρόβατο και δε μιλάει ο τσομπάνης; Δηλαδή, το πρόβατο βλέπει τον λύκο και τον αναγνωρίζει και ο προστάτης του τον θεωρεί πρόβατο; Και δεν τρέχει να πάρει μέτρα για την προστασία της στάνης;
Ως μόνη αιτιολόγηση της σιωπής θα μπορούσε να σταθεί η απόλυτη ομοφωνία της Ιεραρχίας στο θέμα του οικουμενισμού. Αυτό όμως δε συμβαίνει, διότι υπάρχουν ιεράρχες, οι οποίοι μιλάνε και ομολογούν πως κάτι σοβαρό συμβαίνει.
Ένας σεβαστός κληρικός μας εξήγησε τι σημαίνει: «Ο επίσκοπος κείται εις τόπον και τύπον Χριστού»: Εις τόπον σημαίνει το Γολγοθά και εις τύπον σημαίνει το Σταυρό του Κυρίου. Άρα ο επίσκοπος ζει, για να ανεβαίνει το Γολγοθά και να σταυρώνεται στο Σταυρό. Και η Αλήθεια είναι Σταυρός. Θα μιλήσετε, Σεβασμιότατοι και θα πονέσετε.
Ένας δεσπότης, για να αιτιολογήσει τη σιωπή του, αναφέρθηκε στα αντίγραφα Καινής Διαθήκης, που μοίρασε στους πιστούς της επισκοπής του και στις μερίδες φαγητού. Καλό αυτό, αλλά καλύτερο η γνώση, ο καταρτισμός, για την προστασία από τον οικουμενισμό και τις αιρέσεις. Υποτιμάει και το ποίμνιο, λέγοντας: «Τι ξέρει ο χωρικός επάνω στα βουνοχώρια περί οικουμενισμού;». Κρίμα, για τέτοιο λόγο από πατέρα προς τα παιδιά του! Ο Χριστός έτρεχε στα «βουνοχώρια» για το χαμένο πρόβατο. Κρίμα… Λίγη «εντροπή»! 
Είναι πολύ παράξενα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Είναι πολύ περίεργη η κατάσταση που βιώνουμε. Αφήνουν οι ποιμένες το δέντρο της πίστης να σαπίζει από τη ρίζα του και πετροβολάνε τους σάπιους καρπούς. Ο οικουμενισμός, σαν οδοστρωτήραςισοπεδώνει τα πάντα και αυτοί ασχολούνται «αποκλειστικά» με το Φίλη.
Το θέμα των «θρησκευτικών» δεν είναι κάτι καινούριο. Ανακινήθηκε πριν από χρόνια κι από τους «άλλους» και τώρα, μ΄ αυτόν τον άνθρωπο, που «έτυχε» να είναι υπουργός και μ΄ αυτήν την πνευματική κατάστασή μας, ξαναβγήκε πιο ζεστό στην επικαιρότητα. Μας βάζει όμως σε υποψίες η σύμπτωση του χρόνου της συνεδρίασης της Ιεραρχίας με την ανάφλεξη «της ισχυρής σύγκρουσης» του αρχιεπισκόπου με την κυβέρνηση. Και λέμε απλά: «Τέτοια σύμπτωση! Και επίδειξη σπάνιου αγωνιστικού φρονήματος! Και να μην προλάβουν να συζητήσουν το πιο καυτόεκκλησιαστικό θέμα, τη «Σύνοδο της Κρήτης»; Τους έφυγε όλος ο χρόνος στο «τίποτα», όπως ομολόγησε και ο Μεσογαίας Νικόλαος. Τυχαίο;…
Δυστυχώς, αυτούς τους καιρούς, εδώ που καταντήσαμε, αυτή η ερώτηση πρέπει να προηγείται σε κάθε διάλογο με κάθε χριστιανό και κυρίως με ποιμένα: «Είναι ο Παπισμός, ο Προτεσταντισμός και οι λοιποί παρόμοιοι Εκκλησία;». Για να ξέρουμε με ποιον μιλάμε. Διότι, όλα τα άλλα τακτοποιούνται, στο όνομα της κοινής πίστης. Στην πλάνη και την αίρεση όχι.
Ο Θεός να μας χαρίζει αγωνιστικότητα στα θέματα της πίστεως, μαζί και την αγάπη.

Ηλιάδης Σάββας
Δάσκαλος

Κιλκίς, 12-10-1016

Ἀποτελεῖ ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἀπραξία τῶν ποιμένων πνευματικὸ ἔγκλημα καὶ γι’αὐτὸ αἰτία διακοπῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας;

Παράδειγμα πρῶτο (βλέπε καὶ ποινικὸ κώδικα, 232, παρ. 2): 
Παρασιώπηση ἐγκλήματος χαρακτηρίζεται ἡ παράλειψη ἔγκαιρης ἀναγγελίας στὴν ἁρμόδια Ἀρχή (ἢ πλησιέστερη Ἀρχή) σχεδιαζομένου ἢ πραγματοποιουμένου κακουργήματος. 
Στὴ νομικὴ ἐπιστήμη θεωρεῖται ὡς ἰδιώνυμο πλημμέλημα γνήσιας παράλειψης ποὺ τιμωρεῖται μὲ φυλάκιση μέχρι τριῶν ἐτῶν. Ἡ δὲ παρασιώπηση θεωρεῖται ἔγκλημα κατὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.

Παράδειγμα δεύτερο: Φιλικό μας ἢ συγγενικό μας πρόσωπο σιωπᾶ ἢ ἀνέχεται βαριὲς ὕβρεις ἢ ἀπαράδεκτες ἀναφορὲς στὸ προσωπό μας εἴτε ἀπὸ φόβο εἴτε ἐπειδὴ δὲν τὸ νοιάζει. Θὰ συνεχίσουμε νὰ ἔχουμε ἐπαφὴ μὲ τέτοιους "φίλους" ἢ "συγγενεῖς" ἢ θὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ κοντά τους, μέχρι νὰ καταλάβουν τὸ λάθος τους;

Παράδειγμα τρίτο: Πῶς χαρακτηρίζουμε πολιτικοὺς, ἐπιστήμονες καὶ ἀνθρώπους τοῦ πνεύματος, γενικὰ ὑψηλὰ ὑφισταμένους ποὺ σιωποῦν (ὅπως τώρα μὲ τὴν κρίση), ἐνῶ συντελοῦνται ἀδικίες, ἐγκλήματα, ἠθικὲς καὶ πνευματικὲς ἀλλοιώσεις; Σωστούς, ἠθικούς, ἀνθρώπους μὲ εὐθύνη; Συνεχίζουμε νὰ τοὺς ἐκτιμοῦμε καὶ νὰ τοὺς ἀκολουθοῦμε; 
Ἐὰν μάθουμε π.χ., ὅτι ἕνας γιατρός, ἕνας καθηγητής κλπ. εἶναι κομπογιαννίτες, θα σιωπήσουμε ἢ θὰ προσπαθήσουμε νὰ προστατεύσουμε καὶ τοὺς συνανθρώπους μας ἀπὸ τὴν ἀπάτη τους; Καὶ ἐὰν σιωπήσουμε κὰι αὐτὸ ἀποκαλυφθεῖ, θὰ ἔχουμε δίκιο, ὅταν διαμαρτυρόμαστε, ἂν ὁ περίγυρός μας μᾶς ἀποφεύγει καὶ μᾶς κατηγορεῖ, ὅτι γνωρίζαμε καί παρόλα αὐτὰ σιωπήσαμε καὶ δὲν καταδικάσαμε;

Ἐὰν λοιπὸν στὴν κοσμική μας ζωὴ ἰσχύουν τέτοιοι νόμοι, γραφτοὶ καὶ ἄγραφτοι, θὰ ἀνεχθοῦμε στὴν τήρηση τοῦ δόγματος, στὴν ἐκκλησιαστική μας ζωή, τὴν σημαντικὴ δηλ. πλευρὰ τῆς ζωῆς μας, νὰ ἰσχύουν ἄλλοι; 
Ὁλόκληρη ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε ὄχι μόνο πρὸς διδαχὴ καὶ σωτηρία τῶν πιστῶν, ἀλλά κατὰ ἀντιπαράθεση πρὸς τὶς αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες προσβάλουν τὸν Θεὸ τὸν ἴδιο καὶ ἐμποδίζουν τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας νὰ θεραπεύσει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία: Ἡ ἀποδοχὴ λοιπὸν τῆς αἱρέσεως ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Κληρικὸ καὶ Ἱεράρχη καταστρέφει τὸ προστατευτικὸ καὶ θεραπευτικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. «Ὅπως στὸν ἰατρικὸ χῶρο σὲ ἕναν κομπογιαννίτη (ψευτογιατρό) δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ ἐπιτραπῇ νὰ θεραπεύῃ, ἔτσι καὶ στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ σὲ ἕναν αἱρετικὸ νὰ θεραπεύῃ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Διότι, ἐπειδὴ εἶναι αἱρετικός, δὲν γνωρίζει, δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύῃ» . (Ιωάννου Ρωμανίδου, Πατερική Θεολογία, 2004, σελ. 203). 
Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν Χριστιανὸ καὶ κυρίως τὸν Κληρικὸ καὶ Ἱεράρχη, ποὺ συνειδητὰ σιωπᾶ ἢ ἀδιαφορεῖ νὰ καταδικάσει τὴν αἵρεση καὶ ἔτσι νὰ προφυλάξει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἑδραίωσή της. Εἶναι λοιπὸν εὐνόητο, βάσει καὶ τῆς κοσμικῆς καὶ τῆς πατερικῆς, ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς αἱρέσεως δὲν ἐλλοχεύει μόνο στὴν πλήρη ἀποδοχὴ καὶ πρέσβευση τῶν αἱρετικῶν δογμάτων, ἀλλὰ καὶ - ἀνεξαρτήτως ἂν ἡ ὑπόλοιπη συμπεριφορά μας εἶναι ἐπαινετή - στὴν συνειδητὴ ἀδιαφορία, στὴν σιωπὴ καὶ στὴν ἀπραξία ἀπέναντι στὴν αἵρεση καὶ μέσω αὐτῶν στὴν ἀποτροπὴ ἀντιδράσεων.

Γι’αὐτὸν τὸν λόγο στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη ἐπικρίνει ο Χριστός τοὺς Ἐπισκόπους,τῆς Περγάμου καὶ τῶν Θυατείρων, διότι ἐνῶ ἡ διαγωγή τους σὲ γενικὰ θέματα εἶναι καλή, μολαταῦτα ἐπιτρέπουν στοὺς αἱρετικοὺς Νικολαΐτες και ψευδοπροφῆτες νὰ πλανοῦν καὶ νὰ βλάπτουν τὸ ποίμνιόν τους· «Ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ ὀλίγα, ὅτι ἀφεῖς τὴν γυναίκά σου Ἰεζάβελ, ἣ λέγει ἑαυτὴν προφῆτιν, καὶ διδάσκει καὶ πλανᾶ τοὺς ἐμοῦς δούλους πορνεῦσαι καὶ φαγεῖν εἰδωλόθυτα». Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὅμως ἐπαινεῖ τὸν ἀμελῆ σὲ μερικὰ θέματα Ἐπίσκοπον Ἐφέσου, διότι ἀναδεικνύει τοὺς ψευδοπροφήτες καὶ μισεῖ τὰ ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν «Ἀλλὰ τοῦτο ἔχεις, ὅτι μισεῖς τὰ ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν, ἃ κἀγώ μισῶ» (Ἀποκ. 2, 12‐23 καὶ 2, 6). 

Γι’αὐτὸν τὸν λόγο παραινεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τοὺς πιστούς, ὄχι μόνο νὰ μὴν ὑπακούουν σὲ κακοὺς ποιμένες ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπομακρύνονται ἀπὸ αὐτούς, λόγῳ τοῦ κινδύνου ποὺ ἐπιφέρουν (Ὁμιλ. εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους 34, 1. PG 63, 231), καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἀδιαφορία ἤ ἡ σιωπή ὅταν «πίστις τό κινδυνευόμενον». Ἡ σιγὴ σὲ θέματα πίστεως εἶναι τὸ τρίτο εἶδος ἀθεΐας μετὰ ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόρριψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ . (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα, σελ. 479‐483). 

Γι’αὐτὸν τὸν λόγο πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ μὴν ἔχουμε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία ὄχι μόνο μὲ αὐτοὺς τοὺς Κληρικοὺς ποὺ κηρύττουν τὴν αἵρεση ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ σιωποῦν καὶ δὲν κάνουν τίποτα ἐναντίον της, μέχρι νὰ ἀλλάξουν στάση. Ἡ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας δὲν εἶναι μία μόνιμη κατάσταση, ἀλλὰ μία ποὺ ἰσχύει μέχρι νὰ ἐπανέλθει τὸ ὀρθόδοξο δόγμα καὶ ἡ ὀρθόδοξη στάση στην Ἐκκλησία. Ὅσο ὅμως ἰσχύει ἡ αἵρεση, ἡ σιωπή, ἡ ἀπραξία καὶ ἡ ἀδιαφορία πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται, ὡς ὁμολογία ἀπέναντι στὸν Ὕψιστο, ὡς τεῖχος ἀπέναντι στὴν αἵρεση καὶ ὡς ἔνδειξη ἀγάπης καὶ ἐνδιαφέροντος στὴν Ἐκκλησία Του καὶ στοὺς ἀδελφούς μας.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου


Ἡ μεγαλύτερη ἀρετή

Ἀδελφοί μου, θέλω νά σᾶς μιλήσω γιά κεῖνα τάπράγματα πού συμβάλλουν στήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς,καί ντρέπομαι τήν ἀγάπη σας, γνωρίζοντας τήνἀναξιότητά μου. Θά προτιμοῦσα νά σιωπήσω, γιατίδέν τολμῶ νά σηκώσω τά μάτια μου καί ν’ ἀντικρύσωπρόσωπο ἀνθρώπου. 
Ἡ συνείδησή μου μέ κατακρίνει,καί μέ πληροφορεῖ πώς εἶμαι ἀνάξιος νά γίνω ὀδηγόςσας. Λυπᾶμαι πού προκρίθηκα νά ὁδηγῶ ἐσᾶς ἐγώ ὁ ταπεινός, ἐγώ πού εἶμαι κατώτερος ἀπ’ ὅλους σας καίδέν ἔχω λόγο «μεμαρτυρημένο» ἀπό τίς πράξεις μουκαί τήν πολιτεία μου… 
Γνωρίζω καλά πώς ὁ Κύριος δέν μακαρίζει ὅποιον διδάσκει μόνο, μά ὅποιον ἐφαρμόζει πρῶτα τίς ἐντολές Του καί ὕστεραδιδάσκει. «Ὁ ποιήσας καί διδάξας» λέγει, «μέγαςκληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Γιατί μόνονὅσοι ἀκοῦνε ἕνα τέτοιο δάσκαλο, προθυμοποιοῦνταινά τόν μιμηθοῦν. Καί δέν ὠφελοῦνται ἀπό τά λόγια του τόσο, ὅσο παρακινοῦνται ἀπό τά καλά του ἔργα.Σᾶς παρακαλῶ ὅμως, νά μή βλέπετε τή δική μουραθυμία, ἀλλά ν’ ἀκοῦτε τά προστάγματα τοῦ Θεοῦκαί τίς ὑποθῆκες τῶν ἁγίων Πατέρων. Γιατί οἱθεοφώτιστοι Πατέρες μας δέν ἔγραφαν καμιά ἐντολή,ἄν πρῶτα δέν τήν ἐφάρμοζαν.
Οἱ ἐντολές λοιπόν τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνας δρόμος, πού μᾶς ἀνεβάζειὅλους στόν οὐρανό, μᾶς ὁδηγεῖ στόν Θεό.
Πολλοί εἶναι οἱ δρόμοι καί οἱ τρόποι, πού φέρνουν τόν ἄνθρωποστή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἤ μᾶλλον οἱ δρόμοι αὐτοί φαίνονται πολλοί ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας, πού χωρίζεται σέπολλούς, ἀνάλογα μέ τή δύναμη καί τήν προαίρεση τοῦ καθενός.
Λέγοντας δρόμους, ἐννοοῦμε τίς πνευματικές ἀρετές. Προπαντόςτίς τρεῖς μεγάλες ἀρετές, τήν πίστη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη,καί ἰδιαίτερα τήν μεγαλύτερη ἀπό ὅλες, τήν ἀγάπη, πού πάνω της θεμελιώθηκαν ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα.
Τά ὀνόματα τῆς ἀγάπης εἶναι πολλά, τά ἔργα της ἐπίσης πολλά, τάγνωρίσματά της περισσότερα καί τά ἰδιώματά της πάμπολλα. Δένμπορεῖ κανείς νά τήν περιγράψει μέ λόγια. Ὅταν θυμᾶμαι τόκάλλος της, εὐφραίνεται ἡ καρδιά μου, γεμίζω μέ γλυκύτητα καίπεριέρχομαι σέ ἔκσταση. Ὄταν τή συλλογίζομαι, χάνω τίςσωματικές μου αἰσθήσεις, βγαίνω τελείως ἀπό τήν παρούσα ζωήκαί λησμονῶ τά πράγματα τοῦ κόσμου.
Καλότυχος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἀγκάλιασε τήν ἀγάπη τή θεϊκή. Αὐτόςδέν θά ἐπιθυμήσει μέ ἐμπάθεια κανένα κάλλος ἀνθρώπινο.
Εὐτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐρωτεύθηκε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σαγηνεύθηκε ἀπό τήν ὀμορφιά της καί τήν ἀπόλαυσε μέ πολύ πόθο.Αὐτός θ’ ἁγιασθεῖ στήν ψυχή.
Καλότυχος καί τρισευτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού πόθησε μ’ ὅλητου τήν καρδιά τήν ἀγάπη καί ἀλλοιώθηκε ἀπ’ αὐτήν πνευματικά.Αὐτός θά γεμίσει τήν ψυχή του μ’ εὐφροσύνη καί τήν καρδιά τουμέ χαρά ἀνέκφραστη.
Αὐτός πού ἀπέκτησε την ἀγάπη, ἀδιαφορεῖ τελείως γιά τούς θησαυρούς τοῦ κόσμου. 
Αὐτός γεμίζει μέ τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἀνεξάντλητος.
Μακάριος καί τρισμακάριος αὐτός πού ἐνστερνίσθηκε τήν ἀγάπη. Μολονότι ἐξωτερικά φαίνεται ἄδοξος, στήν πραγματικότητα εἶναιἐνδοξότερος ἀπ’ ὅλους τούς ἐνδόξους.
Ἐπαινετός εἶν’ ἐκεῖνος πού ζήτησε τήν ἀγάπη, ἐπαινετότεροςἐκεῖνος πού τή βρῆκε καί μακαριότερος ἐκεῖνος πού τήν ἀγάπησε.
Ὦ ἀγάπη θεία, πού μέσα σου βρίσκεται ὁ Χριστός! Ἄνοιξε καί σέμᾶς τήν πόρτα σου, γιά νά δοῦμε τόν Χριστό, πού ἔπαθε γιά μᾶς,καί νά ἐλπίσουμε στό ἔλεός Του. Νά Τόν δοῦμε, γιά νά μήνπεθάνουμε πιά. Γέμισε τήν ὕπαρξή μας, γιά νά νοιώσουμε τόμυστήριο τῆς ἔνσαρκης οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐσύ πού βίασες τ’ἀβίαστα καί πλουσιόδωρα σπλάχνα τοῦ Κυρίου μας, γιά νάσηκώσει τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἔλα καί στη δική μας ταλαίπωρη ψυχή.
Ὦ θεία ἀγάπη, θέλουμε νά σέ γνωρίσουμε καί νά μᾶς γνωρίσεις,γιατί σοῦ εἴμαστε ἄγνωστοι. Κατοίκησε μέσα μας, γιά νά ‘ρθει ὁΔεσπότης Χριστός νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ. 
Μολονότι εἴμαστε ἀνάξιοι,ἔλα νά μᾶς ἁγιάσεις.
Ἀλλά γιά νά σέ νοιώσουμε, πρέπει νά γνωρίσουμε πρῶτα τόνΧριστό. Μόνον σάν προσπέσουμε στ’ ἄχραντα πόδια Του, θάβιώσουμε στή ζωή μας τήν ἀγάπη. Μόνον σάν λυτρωθοῦμε ἀπό τόχρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας, θ’ ἀρχίσει νά ζεῖ μέσα μας ἡ ἀγάπη.
Ἄς βάλουμε λοιπόν μέσα στήν καρδιά μας τήν ἀγάπη, πού εἶναι «ἡδιδάσκαλος τῶν Προφητῶν, ἡ σύνδρομος τῶν Ἀποστόλων, ἡδύναμις τῶν Μαρτύρων, ἡ ἔμπνευσεις τῶν Πατέρων καί ἡτελείωσις ὅλων τῶν Ἁγίων».
Ἄς μάθουμε νά δουλεύουμε καί νά ὑποτασσόμαστε στόν Χριστό,γιά ν’ ἀρχίσει ν’ ἀνθίζει μέσα στήν ψυχή μας τό λουλούδι τῆςἀγάπης. Ὁ Χριστός μᾶς ἄνοιξε τό δρόμο, πού πρέπει ν’ἀκολουθήσουμε γιά νά φτάσουμε στήν ἀγάπη. Ἔγινε φτωχός, γιάνά γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι σέ ψυχικά χαρίσματα.
Ἄς συγχωρέσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γιά νά ἀπολαύσουμε τ’ ἀγαθάτοῦ Θεοῦ καί νά δοκιμάσουμε τή γλυκύτητα πού δοκιμάζει ὅποιοςἀκολουθεῖ τόν Θεό τῆς ἀγάπης.
Ἐκεῖνος πού δέν ἀγάπησε τόν Χριστό, τρέχει μάταια καί ποτέ δένπρόκειται νά Τόν φτάσει, ἄν δέν ἀγαπήσει πρῶτα τόν ἀδελφότου.
Ἐκεῖνος πού ἔφτασε τήν ἀγάπη, πλησίασε τόν ἴδιο τόν Χριστό, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι τό πλήρωμα τοῦ νόμου Του. Χωρίς ἀγάπη ἡκαρδιά μας εἶναι στείρα καί δέν εὐφραίνεται μέ τά θαυμάσια τοῦΘεοῦ.
Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν νά βιώσετε τήν ἀγάπη καί νά μήν ἀποκάμετεκαί σταματήσετε πρίν τή φτάσετε. Γιατί κάθε ἄσκηση καί κάθε πνευματικός ἀγώνας, πού δέν ἔχει στόχο τήν ἀγάπη, εἶναι μάταιος.Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναγνωρισθεῖ κανείς σάν μαθητής τουΧριστοῦ μέ ἄλλη ἀρετή ἤ ἐντολή, παρά μόνον μέ τήν ἀγάπη. Τό λέειὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταίἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις».
Γιά τήν ἀγάπη ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος κι’ ἔζησε ἀνάμεσά μας καίὑπέμεινε θεληματικά καί φρικτά πάθη, γιά νά ἐλευθερώσει τόνἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί νά τόν ἀνεβάσει στούςοὐρανούς.
Γιά τήν ἀγάπη ἔτρεξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκεῖνον τόνἀτέλειωτο δρόμο, γιά νά βγάλουν ἀπό τό βυθό τῆςεἰδωλολατρείας καί νά φέρουν στό λιμάνι τῆς οὐράνιας βασιλείαςὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, τραβώντας την μέ τ’ ἀγκίστρια καί τάδίχτυα τοῦ Θείου Λόγου.
Γιά τήν ἀγάπη θυσίασαν μέ προθυμία τή ζωή τους οἱ θεοφόροι διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης, γιά νά δοξασθεῖ ἡ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Ἄς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, νά εὐαρεστήσουμε τόν Χριστό μέ τήνἀγάπη. 
Ὅταν ἀγαπᾶμε τούς ἀνθρώπους καί τόν Θεό, τότε Αὐτόςμᾶς προσφέρει τ’ ἀνεκτίμητα δῶρα Του: τήν ΠΙΣΤΗ, τήνΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ καί τήν ΕΥΛΑΒΕΙΑ. Μᾶς χαρίζει ἀκόμα τήνΚΑΤΑΝΥΞΗ καί τά ΔΑΚΡΥΑ, πού καθαγιάζουν τήν ψυχή, καί μᾶςγεμίζει μέ ΘΕΙΟ ΦΩΣ καί ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ.

(«ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ», Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Θέλουμε θερμά νά εὐχαριστήσουμε τόν σεβαστό Γέροντα τῆς Ἱ. Μ. Παρακλήτου γιά τήν δοθεῖσα εὐλογία νά δημοσιεύουμε στόδιαδίκτυο ἀποσπάσματα ἀπό τά βιβλία τῶν ἐκδόσεων τῆς ἹερᾶςΜονῆς.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

hristospanagia3.blogspot.com

«Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν»

Περισσότερο ὠφελεῖται κανείς μελετώντας καθημερινά τό νόμο τοῦ Θεοῦ, παρά ὁποιοδήποτε ἄλλο βιβλίο. Γιατί μέσα στή Γραφή εἶναι κρυμένα νοήματα ἁγιοπνευματικά, πού ὄχι μόνο χαρίζουν ἀνέκφραστη ἡδονή στήν ψυχή, μά καί τήν ἀνεβάζουν στόν οὐρανό, πάνω ἀπό τά γήινα καί κοσμικά πράγματα.
Ἄς δοῦμε λοιπόν τώρα κάτι μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Γραφῆς.
Ἄς ἐξετάσουμε μέ ἀκρίβεια μερικά θεόπνευστα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιά νά ἀπολαύσουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μας.
Ἕνα ἀπό τά σημαντικά ἀποστολικά παραγγέλματα εἶναι καί τοῦτο: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». Ὅπως κάθε ἔμπορος, κάθε γεωργός καί τεχνίτης χρειάζεται νά ἔχει φροντίδα κι’ ἐπιμέλεια στό ἔργο του, γιατί διαφορετικά ζημιώνεται, ἔτσι συμβαίνει καί στά ἔργα τά πνευματικά.
Θά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα:
Ὅταν ὅλοι οἱ πραματευτές τρέχουν στό πανηγύρι καί ἀγωνίζονται μέ κάθε τρόπο νά πουλήσουν τήν πραμάτια τους, ἕνας ὅμως πραματευτής χαζεύει τριγυρίζοντας ἐδῶ κι ἐκεῖ, στά ξεφαντώματα καί στά μεθύσια τῶν πανηγυριστῶν, χωρίς νά νοιάζεται ἄν θά πουλήσει τά ἐμπορεύματά του, σᾶς ρωτάω, ποιός ἀξιοποιεῖ καί χρησιμοποιεῖ ὠφέλιμα τό χρόνο; Ἐκεῖνος πού τόν ξοδεύει σέ μάταια κι’ ἀνώφελα πράγματα, ἤ οἱ ἄλλοι, πού πουλᾶνε τά ἐμπορεύματά τους καί κερδίζουν χρήματα;
Ὕστερ’ ἀπ’αὐτό, ἄς ἐξετάσουμε τά νοήματα τοῦ ἀποστολικοῦ ρητοῦ, γιά νά μάθουμεπῶς χρησιμοποιεῖ κανείς ὠφέλιμα τόν καιρό, ποιός εἶναι ὁ καιρός αὐτός, καί ποιές εἶναι οἱ πονηρές ἡμέρες, γιά τίς ὁποῖες μιλάει ὁ ἀπόστολος.
Καιρός πραμάτειας κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ παρούσα ζωή. Καί πονηρές ἡμέρες εἶν’ ἐκεῖνες, πού δέν τίς μεταχειρίζεται κανείς ὅπως πρέπει. Κάθε ἄνθρωπος λοιπόν, πού πολιτεύεται στήν 
παρούσα ζωή μέ σωφροσύνη καί ἀρετή, καί ὑποφέρει μέ γενναιότητα καί ὑπομονή ὅλες τίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς, πού τοῦ προξενοῦν ὁρατοί καί ἀόρατοι ἐχθροί, αὐτός ἐξαγοράζει τόν καιρό μέ φρόνηση. Σοφός πραματευτής τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐκμεταλλεύεται ὅλες τίς εὐκαιρίες τῶν ἀδικιῶν, τῶν ἀτιμιῶν καί τῶν ὀνειδισμῶν, γιατί σκέφτεται τό πνευματικό κέρδος ἀπό τήν καρτερική ἀντιμετώπισή τους.
Ὁ συνετός λοιπόν ἄνθρωπος ἀγοράζει αὐτό τό θησαυρό μέ τήν ὑπομονή καί τρέχει σ’αὐτό τόν ἀγώνα μέ χαρά, ξέροντας πώς οὔτε οἱ νηστεῖες οὔτε οἱ ἀγρυπνίες οὔτε οἱ ἄλλοι πνευματικοί καί ἀσκητικοί ἀγῶνες δέν προσφέρουν τόσα στήν ψυχή, ὅσα προσφέρουν οἱ θλίψεις καί οἱ καταφρονήσεις.
Ὅταν δύο ἄνθρωποι πιέζονται ἀπό ἕναν τύραννο νά παραβοῦν τό νόμο τοῦ Θεοῦ, κι’ ὁ ἕνας φύγει καί κρυφτεῖ, δειλιάζοντας μπροστά στίς τιμωρίες καί τά βάσανα, ἐνῶ ὁ ἄλλος μείνει καί ὁμολογήσει μέχρι τό θάνατο, ποιός ἀπό τούς δύο ἐξαγόρασε πιό σοφά καί κερδοφόρα τόν καιρό; Ἐκεῖνος πού δειλίασε κι’ ἔφυγε, κερδίζοντας λίγα χρόνια ἀκόμα γήινης ζωῆς, ἤ ὁ ἄλλος πού θυσιάστηκε, κερδίζοντας τήν αἰώνια ζωή; Ἀσφαλῶς ὁ δεύτερος.
Ὅσοι λοιπόν ὑπομένουν καρτερικά τίς θλίψεις, τούς διωγμούς καί τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέ σκοπό νά εὐαρεστήσουν τόν Θεό, ἐκεῖνοι ἐξαγοράζουν τά οὐράνια ἀγαθά καί τήν ἀτελεύτητη εὐφροσύνη. Καί μέ τό σωματικό θάνατο ἐξαγοράζουν τήν αἰώνια καί ἀθάνατη ζωή μαζί μέ τόν Αἰώνιο καί Ἀθάνατο Θεό. Καί ὅπως ἕνας πραματευτής, ὅταν βρεῖ καλό ἐμπόρευμα σέ χαμηλή τιμή, μέ χαρά καί προθυμία πληρώνει ὅσο-ὅσο γιά νά τό ἀποκτήσει, ἔτσι κι’ ἐκεῖνος πού ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό, ὅταν πρόκειται γιά τά αἰώνια ἀγαθά, μέ χαρά καί προθυμία τά ἀγοράζει ἀκόμα καί μέ θάνατο, ἀφοῦ αὐτός δέν εἶναι παρά ἡ γέφυρα πού ὁδηγεῖ στήν Βασίλεια τῶν Οὐρανῶν.
Ἀλλά οἱ φιλόδοξοι, οἱ φιλόσαρκοι καί οἱ φιλοχρήματοι ἄνθρωποι δέν κάνουν ἔτσι. 
Δέν μποροῦν νά σηκώσουν τήν ἀπειλή, τή χλεύη, τήν περιφρόνηση τοῦ κόσμου, τή στέρηση τῶν ἀπολαύσεων καί τή χρηματική ζημία. Γι’ αὐτό προδίδουν τά οὐράνια καί ἄφθαρτα, προτιμώντας τά γήινα καί φθαρτά. Γιά τά προσωρινά, χάνουν τά αἰώνια. Γιά πράγματα πού δέν ἀξίζουν τίποτα, χάνουν τή σωτηρία τους. Αὐτοί δέν εἶναι καλοί πραματευτές τῆς ζωῆς αὐτῆς. Τήν ἀσήμαντη πραμάτεια τῆς πρόσκαιρης ἀπολαύσεως τήν πληρώνουν πολύ ἀκριβά: μέ τήν αἰώνια κόλαση!
Ἐμεῖς λοιπόν, «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν» τῆς ζωῆς, ἄς δώσουμε μέ προθυμία τήν προαίρεσή μας στήν εὐργεσία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, γιά ν’ ἀποκτήσουμε τό κέρδος τῆς ἀρετῆς, νά πλουτίσουμε μέ τό θησαυρό τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά γίνουμε μέτοχοι τῶν ἀνεκτίμητων καί ἀτέλειωτων ἀγαθῶν τοῦ Παραδείσου.
Ἄς ἐξαγοράσουμε τή φρόνηση τῆς ψυχῆς μέ τήν καταφρόνηση τῶν πρόσκαιρων τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ἄς ἐπιζητοῦμε τά πνευματικά χαρίσματα, «τά χαρίσματα τά κρείττονα», καί ἄς ἁπαλασσόμαστε μέ συνεχῆ ἀγώνα ἀπό τό σαρκικό φρόνημα, πού σέρνει τήν ψυχή σέ ἄλογες ὁρμές καί κάνει ὅλο τόν ἄνθρωπο ζῶο ἄλογο. Ἄς μήν παραδίνουμε τά μέλη τοῦ σώματός μας «δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καί τῇ ἁμαρτίᾳ εἰς τήν ἀνομίαν», ἀλλά νά τά κάνουμε «δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν».
Ἄς ἐξαγοράσουμε τή δικαιοσύνη – μέ τήν ὁποία γινόμαστε οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ – μέ τήν εὐσέβεια, καί ἄς προτιμᾶμε τήν ἀρετή ἀπό τήν κακία, γιά νά μήν ἀνοίξουμε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας στό διάβολο. Καί στό μέν σῶμα νά δίνουμε «διατροφάς καί σκεπάσματα» τόσα, ὅσα χρειάζεται γιά νά ζεῖ. Τήν ψυχή πάλι νά τήν τρέφουμε μέ προσευχές καί δάκρυα καί μελέτη τῶν ἱερῶν Γραφῶν καί βιβλίων.
Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ὑγεία καί σωτηρία τῆς ψυχῆς μας μέ πολλή ὑπομονή στούς πειρασμούς, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κύριου: «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν».
Ἄς ἀντιστεκόμαστε στήν ἁμαρτία μέ φρόνημα γενναῖο.
Ἄς χτυπᾶμε τόν ἐχθρό μέ τά ὅπλα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἄς κακοπαθοῦμε σάν καλοί στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές πένθος καί μετάνοια, γιά ν’ ἀξιωθοῦμε τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης.
Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ἁγνότητα τοῦ σώματός μας μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν ταπείνωση, μισώντας τά αἰσχρά ἔργα καί τίς προτροπές τῆς σάρκας, πού πολεμάει μέ λύσσα τό πνεῦμα.
* Ἄς γνωρίζουμε, πώς τότε μόνο θ’ ἀποφύγουμε τήν κατάκριση τῆς συνειδήσεως, τό μολυσμό τῆς καρδίας καί, προπαντός τήν ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐκμεταλλευθοῦμε συνετά τόν καιρό μας καί περάσουμε μέ δικαιοσύνη καί σωφροσύνη τό δρόμο τῆς ζωῆς αὐτῆς, σηκώνοντας ἰσόβια μέ γενναιότητα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα».
«Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν», δέν θά φοβηθοῦμε «τήν ἡμέραν ἐκείνην τήν φοβεράν» τῆς Κρίσεως, γιατί θά ἔχουμε ἤδη ἀποκτήσει τόν «πολύτιμον μαργαρίτην» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Τό ὁποῖο εὐαρεστήσαμε, δίνοντάς Του ὅλα μας τά θελήματα, τά φρονήματα, τίς διαθέσεις καί τίς δυνάμεις.

(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή. Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης http://HristosPanagia3.blogspot.com

Η ημέρα του Κυρίου

Εἶναι δύσκολο νά μιλήσει κανείς γιά τή μέλλουσα κρίση. Ἐπειδή δέν θά πεῖ γιά τά παρόντα καί ὁρατά, ἀλλά γιά τά μέλλοντα καί ἀόρατα. Καί ἐγώ, πού θά μιλήσω, καί ἐσεῖς, πού θά μέ ἀκούσετε, χρειαζόμαστε πολλές προσευχές καί καθαρότητα τοῦ νοῦ καί φόβο Θεοῦ. 
Ἐγώ γιά νά μιλήσω σωστά, κι ἐσεῖς γιά ν᾿ ἀκούσετε προσεκτικά. Τό θέμα αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶναι «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου», τότε πού ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας, θά ἔρθει πάλι, ὄχι ὅμως πιά σά λυτρωτής, μά σάν κριτής, «ὅς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ». 
Τότε, ὅταν θ᾿ ἀστράψει ἡ ὑπερουράνια λάμψη τῆς Θεότητός Του, ὁ αἰσθητός ἥλιος θά σκεπαστεῖ ἀπό τή λαμπρότητα τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως, τ᾿ ἀστέρια θά σβηστοῦν καί ὅλα θά δώσουν τόπο στόν Ποιητή τους. «Ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανόν εἰς τήν ὑπ᾿ οὐρανόν λάμπει, οὕτως ἔσται καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ». Τότε ὁ Θεός θά τά γεμίσει ὅλα μέ τό φῶς Του, καί θά ᾿ναι πιά, μόνος Αὐτός, Ἡμέρα μαζί καί Θεός...

Ἐνῶ ὅμως γιά τούς δίκαιους καί τούς μετανοημένους ὁ Κύριος θά εἶναι Ἡμέρα ἀνέσπερη, ἀτέλειωτη καί γεμάτη χαρά παντοτινή, στούς ἁμαρτωλούς καί ἀμετανόητους θά εἶναι ἀπρόσιτος καί ἀθέατος, ἐπειδή στήν παρούσα ζωή δέν φρόντισαν νά καθαριστοῦν, γιά νά δοῦν καί ν᾿ ἀπολαύσουν τό φῶς τῆς δόξας Του. Δίκαια, ἑπομένως, θά τό στερηθοῦν. 
Γιατί ὁ πανάγαθος Θεός χάρισε στούς προπάτορές μας – καί διαμέσου αὐτῶν καί σέ μᾶς – τό αὐτεξούσιο, ἔτσι πού νά κάνουμε τό καλό ὄχι μέ γογγυσμό ἤ μέ βία, ἀλλά μέ τήν ἐλεύθερη προαίρεσή μας. Θέλησε καί θέλει νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του μέ χαρά καί προθυμία, ἀφοῦ, ἐκπληρώνοντας πάντα τό ἀγαθό, πραγματοποιοῦμε τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», μοιάζουμε δηλαδή στό ἀπόλυτο Ἀγαθό, σ᾿ Ἐκεῖνον, τόν Θεό, γινόμαστε χαρισματικά Θεοί, κληρονομοῦμε τήν οὐράνια βασιλεία.
Πρῶτοι ὅμως οἱ πρωτόπλαστοι ὑπάκουσαν θεληματικά στό διάβολο, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔχασαν τήν ἐλπίδα νά ἐκπληρώσουν τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» κι ἔγιναν δοῦλοι τοῦ πονηροῦ. Στή συνέχεια κι ἐμεῖς, οἱ ἀπόγονοι τῶν πρωτοπλάστων, ὑποδουλωθήκαμε σ᾿ αὐτό τόν τύραννο, ὄχι μέ καμμιά βία, ἀλλά μέ τή θέλησή μας. Κι αὐτό τό ἔδειξαν φανερά ὅσοι εὐαρέστησαν τό Θεό πρίν ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, παραδίνοντας τό θέλημά τους στόν Κύριο καί ὄχι στό διάβολο.
Θέλοντας λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Θεός νά ἐλευθερώσει ἀπό τή σκλαβιά τοῦ διαβόλου ὅσους Τόν εὐαρέστησαν πρίν καί μετά τό Χριστό, καθώς κι ἐκείνους πού θά Τόν εὐαρεστοῦσαν στό μέλλον, μέχρι τή συντέλεια τῶν αἰώνων, καταδέχθηκε νά γίνει ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος, τιμώντας καί δοξάζοντας ἔτσι τό ἀνθρώπινο γένος.
Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγαθότητα καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας, πού ὄχι μόνο δέν μᾶς τιμώρησε αἰώνια γιά τήν παράβαση τῶν ἀγίων ἐντολῶν Του, ἀλλά, ὄντας ἄφθαρτος καί αἰώνιος, ἔγινε ἄνθρωπος φθαρτός καί θνητός, σάν κι ἐμᾶς. Καί παρουσιάστηκε στή γῆ μέ σάρκα θεοφόρα, ὄχι μόνο μέ τή Θεότητά Του. Γιατί ἡ φανέρωση τῆς Θεότητός Του γίνεται κρίση σ᾿ αὐτούς πού θά φανερωθεῖ. Κι Ἐκεῖνος δέν ἦρθε νά κρίνει τόν κόσμο, ἀλλά νά τόν σώσει. Ἄν φανερωνόταν ἡ Θεότητα ὄχι ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλά μόνη Της, θ᾿ ἀφανιζόταν ἡ κτίση ὁλάκερη, γιατί ὅλοι σχεδόν τότε ἦταν κυριευμένοι ἀπό τήν ἀπιστία καί τήν ἁμαρτία. Καί ἡ Θεότητα, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, δέν φανερώνεται σέ κανένα ἄνθρωπο ἄπιστο καί ἐμπαθῆ, τότε δέν φωτίζει, ἀλλά κατακαίει· δέν ζωογονεῖ, ἀλλά τιμωρεῖ.
Ἡ χάρη λοιπόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀπρόσιτη καί ἀθεώρητη στούς ἄπιστους καί τούς ἐμπαθεῖς. Στούς ἀνθρώπους ὅμως πού ἐργάζονται τίς ἐντολές μέ πίστη, φόβο Θεοῦ καί ἀληθινή μετάνοια, ἡ χάρη ἀποκαλύπτεται καί συνάμα ἀποκαλύπτει τήν κρίση, πού μέλλει νά γίνει. Αὐτοί βλέπουν τότε κιόλας, νοερά, τήν ἡμέρα τῆς θείας κρίσεως. 
Καί φωτισμένοι ἀπό τή χάρη, ἀντικρύζουν καθαρά τόν ἑαυτό τους, ποιοί εἶναι καί σέ τί πνευματική κατάσταση βρίσκονται. Κι ἔπειτα βλέπουν ὅλα τους τά ἔργα, τίς σωματικές πράξεις καί τίς ψυχικές ἐνέργειες. Κι ἔτσι κρίνονται καί ἀνακρίνονται μόνοι τους ἀπό τώρα, πρίν κριθοῦν ἀπό τόν Κριτή. Συλλογίζονται ἕνα πρός ἕνα ὅλα τ᾿ ἁμαρτήματά τους. Σκέφτονται πώς ἐξαιτίας τους χωρίστηκαν ἀπό τόν Θεό. Μέμφονται καί καταδικάζουν τούς ἑαυτούς τους καί μετανοοῦν βαθιά καί κάνουν νηστεῖες, ἀγρυπνίες, γονυκλισίες καί ἄλλα ἔργα ἀποδεικτικά τῆς συντριβῆς τους. Καί τότε ἔρχονται σέ κατάνυξη, καί κλαῖνε καί ὀδύρονται καί βυθίζονται μέσα σέ ποταμούς δακρύων. Κι ἔτσι, λίγο-λίγο, ξεπλένονται καί καθαρίζονται, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη. Τοῦτο εἶναι τό δεύτερο βάπτισμα – τό βάπτισμα τῆς μετάνοιας στήν κολυμβήθρα τῶν δακρύων.
Μέ τό βάπτισμα αὐτό ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁλοκάθαρος, «υἱός φωτός καί ἡμέρας». 
Ἔτσι στή μέλλουσα κρίση δέν κρίνεται, γιατί αὐτοκατακρίθηκε πρωτήτερα· οὔτε ἐλέγχονται τά ἔργα του ἀπό τό φῶς τοῦ Κριτοῦ, γιατί φωτίστηκε ἐδῶ πρωτύτερα· οὔτε καίγεται ἀπό τή φωτιά τῆς κολάσεως, γιατί μπῆκε μόνος του σ᾿ αὐτήν πρωτύτερα· οὔτε θεωρεῖ πώς τότε μόνο θά ἔρθει «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου», ἐπειδή ἤδη ἔχει γίνει ὁλόκληρος ἡμέρα φωτεινή κι ὁλόλαμπρη, μέ τή μετάνοια, τήν κάθαρση καί τή μνήμη τοῦ Θεοῦ· οὔτε βρίσκεται πιά μέσα στόν κόσμο ἤ μαζί μέ τόν κόσμο, ἐπειδή νοερά ἔχει βγεῖ ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἐκπληρώνοντας τό λόγο τοῦ Κυρίου: «ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου». Νά γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Εἰ ἑαυτούς ἐκρίνομεν, οὐκ ἄν ἐκρινόμεθα· κρίνομενοι δέ ὑπό τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μή σύν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν».
Ὅσοι λοιπόν ἕγιναν ἤδη «τέκνα φωτός» καί «υἱοί τῆς μελλούσης ἡμέρας», «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατοῦντες», δέν θά δοῦν καί δέν θά φοβηθοῦν τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, γιατί τή ζοῦν παντοτινά, λουσμένοι στό θεῖο φῶς. Γιά ὅσους ὅμως ζοῦν μέσα στό σκοτάδι τῶν παθῶν, ἡ ἡμέρα ἐκείνη – πύρινη, φοβερή, ὀλέθρια – θά ἔρθει ξαφνικά κι ἀναπάντεχα. Πότε; Ἄγνωστο. «Περί τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί ὥρας οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν», λέει ὁ Χριστός. «Ὡς παγίς γάρ ἐπελεύσεται ἐπί πάντας τούς καθημένους ἐπί πρόσωπον πάσης τῆς γῆς». Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμπληρώνει καί μᾶς συμβουλεύει: «Περί τῶν χρόνων καί τῶν καιρῶν, ἀδελφοί, οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι· αὐτοί γάρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί οὕτως ἔρχεται. Ὅταν γάρ λέγωσιν “εἰρήνη καί ἀσφάλεια”, τότε αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐφίσταται ὄλεθρος καί οὐ μή ἐκφύγωσιν. 
Ὑμεῖς δέ, ἀδελφοί, οὐκ ἐστέ ἐν σκότει, ἵνα ἡ ἡμέρα ὑμᾶς ὡς κλέπτης καταλάβῃ· πάντες ὑμεῖς υἱοί φωτός ἐστε καί υἱοί ἡμέρας. Οὐκ ἐσμέν νυκτός οὐδέ σκότους. Ἄρα οὖν μή καθεύδωμεν ὡς καί οἱ λοιποί, ἀλλά γρηγορῶμεν καί νήφωμεν… Ὅτι οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεός εἰς ὀργήν, ἀλλ᾿ εἰς περιποίησιν σωτηρίας διά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀποθανόντος ὑπέρ ἡμῶν, ἵνα σύν αὐτῷ ζήσωμεν». Ἀμήν.

(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή. Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης 

http://HristosPanagia3.blogspot.com

Προσευχή μετά τήν Θεία Κοινωνία



Ὦ Πανάγιε Σωτῆρά μου, λογιάζω μέσα μου, τί λόγια νὰ εὕρω διὰ νὰ σὲ χαιρετίσω, καὶ ποῖον χάρισμα, νὰ σὲ κάμω διὰ νὰ σοὶ εὐχαριστήσω, καθὼς πρέπει· ἀμὴ τίποτε δὲν εὑρίσκω, ὅπου νὰ εἶναι ἄξιον διὰ σὲ τὸν Θεὸν καὶ Πλάστην μου· μόνον γίνομαι ἐξεστηκώς, πῶς ἐδόθη τοῦτο τὸ μέγα Μυστήριον εἰς ἐμὲ τὸν ἀνάξιον. 
Ὦ μεγαλοδύναμε Θεέ, καὶ Πλάστη μου, καὶ Πατέρα μου αἰώνιε, εὐχαριστώ σοι, ὅπου μὲ ἠξίωσες νὰ χορτάσω πολλάκις, ὡς καὶ τὴν σήμερον τὴν Σάρκα καὶ τὸ Αἶμά Σου. Χριστέ μου πολυέλεε, παρακαλῶ σε νὰ μὴ τιμωρηθῶ ὡς ἀνάξιος, ἀλλὰ νὰ συγχωρηθῶ ὡσὰν μωρὸς καὶ ἀνόητος. Κάμε, Δέσποτά μου, νὰ μὴ λείψῃ ἡ χάρις Σου ποτὲ ἀπὸ ἐμέ· δός μοι ταύτας τὰς θεϊκὰς ἀρετὰς νὰ τὰς ἔχω, πίστιν, ἐλπίδα, ἀγάπην, φρόνησιν, ὑπομονήν, παρθενίαν, ταπείνωσιν, καθαρότητα, καὶ τὸ περισσότερον, φώτισιν, διὰ νὰ γνωρίζω τὰ θελήματά Σου, θέλησιν, διὰ νὰ τὰ κάμνω, δύναμιν, διὰ νὰ ἀντιστέκωμαι εἰς ὅλα τὰ κακά, ὅπου μὲ πολεμοῦσι, καὶ νὰ στερεώνομαι εἰς ὅλα τὰ καλά, ὅπου μοὶ πρέπουσι, καὶ σὲ ἀρέσκουσιν. 
Ὦ Θεέ μου, λυπήσου με, καὶ μὴ μὲ ἀφήσῃς νὰ ξεπέσω πλέον εἰς τὰ πρῶτά μου πταίσματα. 
Διότι ἐγὼ σὲ τάσω, πῶς εἶναι ὅλη μου ἡ γνώμη καὶ ἡ θέλησις εἰς τὴν ἐξουσίαν Σου, καὶ δὲν θέλω εὔγῃ πλέον ποτέ, μὲ τὴν βοήθειάν Σου, ἀπὸ τὴν ὐπακοήν Σου. 
Ἀμήν.

(Ἐκ τοῦ περιοδικοῦ· Ἁγιορείτικη Μαρτυρία, Ἱ. Μ. Ξηροποτάμου)

Θεία Κοινωνία χωρίς…νηστεία;



Μέσα στην Αγία Γραφή ακούγεται η πρόσκληση «υιέ μου δος μοι σην καρδίαν». Την καρδιά του ανθρώπου ζητά ο Θεός, για να ζει και να αναπνέει με το θέλημά Του.

Μέσα ακόμη όμως και στον χώρο των λεγομένων πιστών δεν κυριαρχεί, δυστυχώς, το θέλημα του Θεού, αλλά το ίδιον θέλημα. Εδώ τα πράγματα γίνονται τραγικά, διότι ενώ γνωρίζουν το λόγο του Θεού, όμως τον διαμορφώνουν σύμφωνα με τα μέτρα τους.


Πνευματικοί «γέροντες» κόβουν και ράβουν όπως βολεύει στην άνεση και την ευκολία των τέκνων τους, μόνο και μόνο για να μη τους χάσουν και να ονομάζονται οι ίδιοι καλοί και άγιοι και όχι για να καθοδηγούν αυτούς που τους εμπιστεύτηκε ο Θεός προς την σωτηρία τους. Νομοθετούν δικές τους γνώμες και παραθέτουν παραδόσεις που έλαβαν χωρίς να ελέγξουν αν είναι η Παράδοση της Εκκλησίας, άσχετα αν είναι κάτι το παλαιικό. Κάθε παλαιικό δεν είναι και παράδοση του Ευαγγελίου. Το θέλημα του Θεού αντικαθίσταται με ένα «έτερον ευαγγέλιον» και γίνεται ένας σκοτεινός ανελεύθερος γεροντισμός με παραδόσεις ανίερες και εντάλματα ανθρώπων χάριν επιβολής εξουσίας πνευματικής και αιχμαλωσίας ψυχών.

Έτσι π.χ. για το θέμα της Θείας Κοινωνίας δεν επικρατεί το θέλημα του Θεού, αλλά η παράδοση των ανθρώπων. Φορτώνουν τους χριστιανούς με δυσβάστακτα βάρη και «παραδόσεις» και αυτό γίνεται έμμεσα η αιτία να απομακρύνονται από την Θεία Κοινωνία. Επιβάλλουν δηλαδή νηστείες του λαδιού και του αλάδωτου με έντονο τον καταναγκασμό και τον φόβο. Ορίζουν χρόνους και διαστήματα προσέλευσης στο Μυστήριο, αγνοώντας το λόγο του Χριστού και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας περί συνεχούς Θείας Κοινωνίας. Απαιτούν την νηστεία ως απαραίτητο γεγονός πριν από την μετοχή τους στο Μυστήριο, πράγμα που δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο αλλά από την άλλην μεριά… παραδεδομένο. Όλα εστιάζονται στο τι θα φάγουν και τι θα πιουν και πότε και μέχρι ποια ώρα, και αφήνουν την κύρια καλλιέργεια της πνευματικής προετοιμασίας που συγκεκριμενοποιείται στην πρόσκληση:«μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πολλοί χριστιανοί λοιπόν απέχουν της Θείας Κοινωνίας, διότι δεν νήστεψαν παρ’ όλον που ο πόθος τους είναι ασυγκράτητος και η μετάνοια ενεργή και ζώσα…αντιθέτως πολλοί θρησκευόμενοι έρχονται και κοινωνούν επειδή νήστεψαν με ένα άγριο κυνηγητό αποχής του φαγητού, ικανοποιημένοι με το έργο τους αυτό, διότι ζει μέσα τους φαρισαϊκά ένας εσωτερικός αυτοηδονισμός του δήθεν αγίου και αξίου.

Για να προσέλθουμε λοιπόν στο Μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, έχοντας βεβαίως πάρει και την ευλογία του πνευματικού μας πατέρα ο οποίος βλέποντας την μετάνοιά μας, αναγνωρίζοντας την διάθεσή μας να μεταμορφωθούμε σε καινούς ανθρώπους μας προτρέπει μετά φόβου πίστεως και αγάπης να προσέλθουμε στο Μέγα Μυστήριο.

Για να μην παρεξηγηθούμε λοιπόν, ο κάθε χριστιανός θα πρέπει να προετοιμάζεται ορθά για να λάβει τον ίδιο τον Κύριο μέσα του. Όμως όσον αναφορά την αποχή από τις τροφές (νηστεία), πουθενά η Εκκλησία δεν έχει βάλει κάποιον τέτοιον κανόνα, αλλά η Εκκλησία λέγει: ο Χριστιανός θα πρέπει να νηστεύει την Τετάρτη και την Παρασκευή, την Σαρακοστή Χριστουγέννων και Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο κ.τ.λ. Η Εκκλησία λοιπόν έχει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στο έτος και προτρέπει τους πιστούς να νηστέψουν.

ΠΟΥΘΕΝΑ η Εκκλησία δεν έχει πει ότι είναι κανόνας να νηστέψεις για να κοινωνήσεις. Νηστεύεις όλες τις καθορισμένες νηστείες της Εκκλησίας μας; Εάν ναι τότε δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί άλλο αυτό το θέμα. Όμως εάν ο πνευματικός σου πατέρας κρίνει ότι για την δική σου καλύτερη προετοιμασία καλό θα ήταν να νηστέψεις π.χ. μία ημέρα, θα το κάνεις για την υπακοή στον πνευματικό σου και όχι διότι είναι κανόνας της Εκκλησίας μας.

Εάν δεν ίσχυε το παραπάνω τότε είναι παράλογο η Εκκλησία να θεσπίσει συγκεκριμένες νηστίσιμες ημέρες του έτους, αλλά θα έλεγε να νηστεύουμε 1,2,3 ημέρες πριν κοινωνήσουμε. Επίσης τα μικρά παιδιάκια θα έπρεπε να νηστεύουν και αυτά, να κάνουν αλάδωτο!!! Νηστεία λοιπόν και Θεία Κοινωνία δεν συνδέονται άμεσα, ίσως έμμεσα υπό το πρίσμα του ασκητικού φρονήματος που θα πρέπει να έχουμε όλοι.

Το παράλογο είναι ότι πολλές φορές επιμένουμε τόσο πολύ στην προετοιμασία μας πριν την Θεία Μετάληψη και όταν πλέον κοινωνήσουμε χαλαρώνουμε. Δηλαδή από την μία μεριά όταν δεν έχουμε τον Χριστό μέσα μας, απέχουμε από τροφές, εγκρατευόμαστε κ.λ.π. (και καλά κάνουμε), όμως όταν έχουμε μέσα μας τον Χριστό όταν έχουμε κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας το ασκητικό αυτό φρόνημα εξαφανίζεται, λες και δεν χρειάζεται πλέον μιας και ο σκοπός επιτεύχθηκε, κοινωνήσαμε!

Όμως πως είναι δυνατόν ενώ δεν έχω τον Χριστό μέσα μου να ασκούμε και όταν τον πάρω μέσα μου πλέον να γίνομαι απρόσεκτος όσον αναφορά πνευματικά θέματα; Όταν δηλαδή, πριν κοινωνήσω μου «απαγορευόταν» να κάνω κάποια πράγματα, τώρα που κοινώνησα, τώρα που έγινα και εγώ χριστός να μην μου απαγορεύονται;

Άρα διαπιστώνουμε ότι το σκεπτικό πολλών αν όχι όλων των χριστιανών είναι λάθος. Δεν σημαίνει ότι αφού κοινώνησα μπορώ χωρίς καμία αναστολή να κάνω το οτιδήποτε, αντιθέτως αφού έχω κοινωνήσει θα πρέπει ακόμα περισσότερο να είμαι προσεκτικός, σε πνευματική εγρήγορση ώστε όντως η Θεία Κοινωνία να ενεργήσει μέσα μου και να με μεταμορφώσει, να με βοηθήσει να ξεπεράσω αδυναμίες και να γίνει όντως το εφόδιο αυτό το οποίο θα με οδηγήσει στην Αιώνια Ζωή.

Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος