.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Βλέπει ολοζώντανο το Γέροντα Ιάκωβο και του λέει...



Ενας Αρεοπαγίτης, ο κ.Εμμανουήλ Εμμανουηλιδης, ο οποίος είχε πολλές εμπειρίες και από τους δύο Γέροντες ( π. Ιάκωβο και π. Κύριλλο), όταν κοιμήθηκε ο π. Ιάκωβος, εκεί που προσευχόταν, παραπονέθηκε και έλεγε: τί έγινε , τώρα μείναμε ορφανοί; 

Εφυγε ο π.Ιάκωβος, οποίος ήταν ο πιο προσιτός σ' εμάς - γιατί ήρχοντο και εξομολογούντο στο μοναστήρι- έφυγε και ο π. Παίσιος και ο π.Πορφύριος, τί γίναμε τώρα, μείναμε ορφανοί; ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙ ΟΛΟΖΩΝΤΑΝΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΑΚΩΒΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΕΙ; 

Αχ, κυρ Μανώλη μου, είσαι και Αρεοπαγίτης, είσαι λίγο κουτός. - Γιατί Γέροντα; - 

Γιατί όταν ζούσα και ερχόσασταν στο μοναστήρι, μου λέγατε τα αιτήματά σας κι εγώ γονάτιζα και έβαζα άλλους μεσίτες για τα αιτήματά σας, τώρα ό,τι θέλετε, πηγαίνω και το καταθέτω στο Θρόνο του Δεσπότη Χριστού.ΕΣΕΙΣ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΕΤΕ ΟΙ ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ ΣΑΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ ΣΑΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΓΕΜΑΤΕΣ. 

(Απόσπ.από ομιλία του Γέροντος Γαβριήλ στην Λάρισα την 6-4-2014).

«Είδα, παιδί μου, ότι όλη μας η ζωή, έργα, λόγια, σκέψεις είναι γραμμένα, καί θα δώσουμε για όλα λόγο»



Όταν είχε κοιμηθεί ο Γέροντας μου, ο πατήρ Νικόδημος, είπα στην προσευχή μου, που να πήγε άραγε η ψυχή του;

Τότε είδα, όχι σε όνειρο, αλλά πνευματικό τω τρόπω, ότι με φώναξε ο Γέροντας μου να του πάω τα κλειδιά της Μονής γιατί ήρθε ο Μέγας Αρχιερέας!
Πήγα λοιπόν έξω από την πόρτα του κελιού, που είναι πάνω από την είσοδο της μονής, κι όταν έφτασα κοντά, ακούω ομιλίες, ερώτηση, απάντηση.

Μέσα γινόταν ανάκριση, εξέταση.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα μέσα στο δωμάτιο και τι να δω!!!

Ο Γέροντας μου στεκόταν όρθιος, ξεσκούφωτος με το κεφάλι κατεβασμένο και τα χέρια σταυρωμένα με πολύ φόβο και ευλάβεια.

Απέναντι του ήταν ο Μέγας Αρχιερέας καθήμενος επί θρόνου. Ο θρόνος ήταν μετέωρος ένα μέτρο πάνω από το δάπεδο. Το πρόσωπο του έλαμπε. Χρυσό, σαν καθαρό κερί, δεν μπορώ να το περιγράψω παιδί μου.

Στα γόνατα του ήταν ανοιχτό ένα βιβλίο και μέσα ήταν γραμμένη η ζωή του Γέροντά μου.Ρωτούσε ο Μέγας Αρχιερέας και απαντούσε ο Γέροντας μου.

Μόλις μπήκα μέσα σταμάτησε η ανάκριση, πήγα στον Γέροντα μου, του έβαλα μετάνοια και του έδωσα τα κλειδιά της Μονής.

«Γέροντα, έφερα και τα κλειδιά της Λειψανοθήκης μην τυχόν θελήσει ο Αρχιερέας να προσκυνήσει τα Αγια Λείψανα», του είπα. Ο γέροντάς μου, τα πήρε.

Ήθελα να βάλω μετάνοια και στο Μέγα Αρχιερέα, αλλά δεν μου είπε τίποτε ο Γέροντας μου κι επειδή ήμουν υποτακτικός, δεν μπορούσα να κάνω κάτι χωρίς ευλογία.

Έτσι βάζοντας μετάνοια στον Γέροντα μου και υποκλινόμενος από μακριά στον Μέγα Αρχιερέα, βαδίζοντας προς τα πίσω, χωρίς να γυρίσω την πλάτη μου, βγήκα από το δωμάτιο.

Αμέσως μόλις βγήκα άρχισε πάλι η ανάκριση…

Είδα, παιδί μου, ότι όλη μας η ζωή, έργα, λόγια, σκέψεις είναι γραμμένα, καί θα δώσουμε για όλα λόγο.

Όσο για τον Γέροντά μου πληροφορήθηκα ότι η ψυχή του πήγε πολύ καλά.»

π. Ιάκωβος Τσαλίκης
Από το βιβλίο: «ΛΟΓΟΙ ΑΘΩΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ» 

Να προσέχουμε στην προσευχή μας τι ζητάμε από τον Θεό ( Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης )



Έλεγε ο Γέροντας, πολύ να προσέχουμε στην προσευχή μας τι ζητάμε από τον Θεό, γιατι παραδείγματος χάρη δεν ξέρουμε, όταν του ζητήσουμε δοκιμασία και μας τη δώσει, αν θα την αντέξουμε.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Τέσσερα ἐκπληκτικὰ περιστατικὰ ποὺ δείχνουν τὴν ξεκάθαρη θέση τοῦ Ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου Τσαλίκη ἀπένταντι στοὺς ετερόδοξους, δηλαδή, τούς αἱρετικούς

ΣΧΟΛΙΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ: 
 Μήπως επιτέλους... πρέπει να συντονίσουμε 
την στάση μας με την στάση των Αγίων Πατέρων?
π. Φώτιος Βεζύνιας.

1. Ἅγιος Ἰάκωβος Tσαλίκης: Ἡ θέση του γιὰ τὶς συμπροσευχες μὲ ετεροδόξους 


«Ὅ­ταν ἔ­μει­νε γι­ά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση στό Μο­να­στή­ρι ἕ­νας πα­πι­κός, ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ φέρ­θη­κε μέ ἀ­γά­πη. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης ἦ­ταν κα­λο­προ­αί­ρε­τος καί εἶ­χε πολ­λές ἀ­πο­ρί­ες. Ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μέ κα­λωσύ­νη καί πρα­ό­τη­τα. Τό­τε τό Μο­να­στή­ρι δέν εἶ­χε τήν με­γά­λη τρά­πε­ζα πού ἔ­χει τώ­ρα, καί ἔ­τρω­γαν ὅ­λοι μα­ζί (μο­να­χοί, κλη­ρι­κοί, λα­ϊ­κοί) σέ μι­ά μι­κρή τράπε­­ζα (τρα­πε­ζα­ρί­α) στό ἰ­σό­γει­ο, δί­πλα στή βρύ­ση. Εἶ­χαν προ­πο­ρευ­θῆ ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι. Κά­θησαν στήν τρά­πε­ζα καί πε­ρί­με­ναν τόν Γέ­ρον­τα. Ὅ­ταν μπῆ­κε ὁ Γέ­ρον­τας μέ­σα, ὅ­λοι ση­κώ­θη­καν ἀ­πό σε­βα­σμό ἀλ­λά καί γι­ά νά γί­νη ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη προ­σευ­χή τῆς τρα­πέ­ζης. Ὁ Γέ­ρον­τας κά­θησε, εἶ­πε καί στούς ἄλ­λους νά κα­θή­σουν, ἔ­κα­νε τό σταυ­ρό του καί ἄρ­χι­σε νά τρώ­η. Ὁ πα­πι­κός ἦ­ταν πι­στός. Παίρ­νει τό λόγο καί λέ­ει στό Γέ­ρον­τα: ”Γέροντα, δέν θά κά­νω­με προ­σευ­χή;”. 
Καί ὁ Γέ­ρον­τας ἤ­ρε­μα τοῦ ἀ­παν­τᾶ:....
”Καλύ­τε­ρα νά κά­νω­με σι­ω­πή­”. Καί συ­νέ­χι­σε τό φα­γη­τό του. Ἄς κα­τα­νο­ή­σουν τό πνεῦ­μα τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος ὅ­σοι ἐ­πι­μέ­νουν στίς συμ­προ­σευ­χές μέ ἑ­τε­ρο­δό­ξους».


2. Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης γιὰ τὶς συμπροσευχὲς καὶ τὸ Βάπτισμα τῶν ετεροδόξων. 


Διηγεῖται ὁ Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης: «Κάποτε ἐπισκέφθηκε τὸ Μοναστήρι μᾶς ἕνας Προτεστάντης πάστορας. Ὅταν μὲ ἐνημέρωσαν ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος εἶναι ἱερέας τῶν Προτεσταντῶν, τὸν πλησιάσαμε καὶ τὸν ξεναγήσαμε στὸ Μοναστήρι μας. Μετά, εἶπα νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαγητό. Ἐγὼ δὲν κάθησα μαζί του στὸ τραπέζι, ἀλλὰ ἀποσύρθηκα στὸ κελί μου. Διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τάξις. Οἱ Πατέρες ἀπαγορεύουν τὴ συμπροσευχὴ ποὺ προηγεῖται τῆς κοινῆς τραπέζης».
Σὲ ἄλλη περίπτωση ἐπισκέφθηκαν τὸ Μοναστήρι δύο ἁγιορεῖτες ἱερομόναχοι καὶ μιὰ ἡλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικῆς καταγωγῆς, ποὺ εἶχε ἀποφασίσει νὰ γίνει Ὀρθόδοξη.
Ὅταν στὸ Γέροντα ἀναφέρθηκε ὅτι, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στὰ ἄτομα αὐτὰ εἶναι ἀρκετό το μυστήριο τοῦ Χρίσματος, χωρὶς τὸ Βάπτισμα, ὁ Γέροντας εἶπε:
- Δὲν γνωρίζω τί ἀποφάσισε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζω εἶναι ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο λέει: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς σωθήσεται». Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κανονικά το μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος.
Καὶ σὲ ἕνα τρίτο περιστατικὸ ἑνὸς Καθολικοῦ, ποὺ θέλησε νὰ βαπτισθεῖ, ἀφοῦ ὁ Γέροντας τὸν προέτρεψε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἐπίσκοπό τῆς περιοχῆς του, ἀπ’ ὅπου ἐπέστρεψε μὲ τὴ σύσταση ὅτι δὲν χρειάζεται βάπτισμα ἄλλα μόνο χρίσμα, χωρὶς νὰ....
σχολιάσει τὴν παραπάνω ἀντιμετώπιση, ἔφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στὸ Μοναστήρι καί, βοηθούμενος ἀπὸ ἕνα ἀρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικὰ τὸν ἐν λόγω ἄνθρωπο στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπη.



Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Ἰωάννη Κωστὼφ «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, ὄχι νὰ ἐκτρέφουμε, ἀλλὰ νὰ ἐκτρέπουμε τὴν αἵρεσι», σέλ. 55-56

πηγή από Σάλπισμα Ζωή

Εγώ είμαι Αυτός που θα πάρεις αύριο…



Διηγείται ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης:

Κάποτε μια χριστιανή εξομολογήθηκε σε αυτόν στο παρεκκλησάκι του Αγίου Χαραλάμπους.
Μετά την εξομολόγηση, ενώ παρέμειναν οι δικοί της, για να πάρουν σειρά, εκείνη…κατέβηκε στον κεντρικό Ναό και μπήκε μέσα να προσκυνήσει. Ο Ναός ήταν άδειος. Άναψε ένα κεράκι και άρχισε να προσκυνάει τις εικόνες.

Και τότε είδε, για μια στιγμή την Ωραία Πύλη ανοικτή και πάνω στην Αγία Τράπεζα να κάθεται ένας ωραίος ξανθός νέος.

Μόλις τον είδε, του έβαλε τις φωνές:

–Δεν ντρέπεσαι, του είπε, να κάθεσαι πάνω στην Αγία Τράπεζα; Κατέβα κάτω γρήγορα, βγες έξω… Αλλά τέτοιοι είστε εσείς οι νέοι, κακομαθημένοι, ασεβείς, χαραμοφάηδες, τεμπέληδες, μακρυμάλληδες, αναρχικοί…

Και ποιος ξέρει τι άλλα του είπε! Αλλά ο Νέος την διέκοψε και με πολύ γλυκιά και ουράνια φωνή της είπε:

–Κι εσύ, γιατί δεν εξομολογήθηκες λίγο πριν την τάδε αμαρτία, που έκανες; Και της είπε ακριβώς την αμαρτία.

Εκείνη τα έχασε, αποσβολώθηκε, έμεινε άφωνη από την αποκάλυψη αυτή του Νέου.

–Κι εσύ, ποιος είσαι; τον ρώτησε ψελλίζοντας και τρέμοντας.

–Εγώ είμαι Αυτός, που θα πάρεις αύριο, είπε και εξαφανίστηκε.

Μόλις συνήλθε, έτρεξε προς το πατέρα Ιάκωβο φωνάζοντας πανικόβλητη για το τι είδε και το τι της συνέβη…..


Πηγή: Ι.Ν. Παντανάσσης

Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης: «Ἡ συντροφιὰ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς μπορεῖ νὰ μᾶς δηλητηριάσει καὶ νὰ μᾶς θανατώσει πνευματικά»



Ἀν εἴμαστε πνευματικὰ ἀδύναμοι καὶ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἄλλου μᾶς ἐπηρεάζει ἀρνητικά, τότε πρέπει νὰ μὴ τὸν κατηγοροῦμε, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀποφεύγουμε καὶ νὰ μὴν ἔχουμε μαζί του συναναστροφὲς καὶ συνέπειες. Καὶ ἂν εἶναι αἱρετικὸς τότε νὰ τὸν ἀποφεύγουμε τελείως καὶ νὰ μὴν τὸν δεχόμαστε. Γιατί ἡ συντροφιὰ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἐπικίνδυνη, μπορεῖ νὰ μᾶς...
δηλητηριάσει καὶ νὰ μᾶς θανατώσει πνευματικά.

Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης

Γέροντας Ἰάκωβος τσαλικης: Ἡ θέση του γιὰ τὶς συμπροσευχὲς μὲ ἑτεροδόξους



«Ὅ­ταν ἔ­μει­νε γι­ά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση στό Μο­να­στή­ρι ἕ­νας πα­πι­κός, ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ φέρ­θη­κε μέ ἀ­γά­πη. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης ἦ­ταν κα­λο­προ­αί­ρε­τος καί εἶ­χε πολ­λές ἀ­πο­ρί­ες. Ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μέ κα­λωσύ­νη καί πρα­ό­τη­τα. Τό­τε τό Μο­να­στή­ρι δέν εἶ­χε τήν με­γά­λη τρά­πε­ζα πού ἔ­χει τώ­ρα, καί ἔ­τρω­γαν ὅ­λοι μα­ζί (μο­να­χοί, κλη­ρι­κοί, λα­ϊ­κοί) σέ μι­ά μι­κρή τράπε­­ζα (τρα­πε­ζα­ρί­α) στό ἰ­σό­γει­ο, δί­πλα στή βρύ­ση. Εἶ­χαν προ­πο­ρευ­θῆ ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι. Κά­θησαν στήν τρά­πε­ζα καί πε­ρί­με­ναν τόν Γέ­ρον­τα. Ὅ­ταν μπῆ­κε ὁ Γέ­ρον­τας μέ­σα, ὅ­λοι ση­κώ­θηκαν ἀ­πό σε­βα­σμό ἀλ­λά καί γι­ά νά γί­νη ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη προ­σευ­χή τῆς τρα­πέ­ζης. Ὁ Γέ­ρον­τας κά­θησε, εἶ­πε καί στούς ἄλ­λους νά κα­θή­σουν, ἔ­κα­νε τό σταυ­ρό του καί ἄρ­χι­σε νά τρώ­η. Ὁ πα­πι­κός ἦ­ταν πι­στός. Παίρ­νει τό λόγο καί λέ­ει στό Γέ­ρον­τα: ”Γέροντα, δέν θά....
κά­νω­με προ­σευ­χή;”. Καί ὁ Γέ­ρον­τας ἤ­ρε­μα τοῦ ἀ­παν­τᾶ: ”Καλύ­τε­ρα νά κά­νω­με σι­ω­πή­”. Καί συ­νέ­χι­σε τό φα­γη­τό του. Ἄς κα­τα­νο­ή­σουν τό πνεῦ­μα τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος ὅ­σοι ἐ­πι­μέ­νουν στίς συμ­προ­σευ­χές μέ ἑ­τε­ρο­δό­ξους». 

ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ

"Είδα, παιδί μου, ότι όλη μας η ζωή, έργα, λόγια, σκέψεις είναι γραμμένα, καί θα δώσουμε για όλα λόγο"

Όταν είχε κοιμηθεί ο Γέροντας μου, ο πατήρ Νικόδημος, είπα στην προσευχή μου, που να πήγε άραγε η ψυχή του;

Τότε είδα, όχι σε όνειρο, αλλά πνευματικό τω τρόπω, ότι με φώναξε ο Γέροντας μου να του πάω τα κλειδιά της Μονής γιατί ήρθε ο Μέγας Αρχιερέας!

Πήγα λοιπόν έξω από την πόρτα του κελιού, που είναι πάνω από την είσοδο της μονής, κι όταν έφτασα κοντά, ακούω ομιλίες, ερώτηση, απάντηση.
Μέσα γινόταν ανάκριση, εξέταση.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα μέσα στο δωμάτιο και τι να δω!!!

Ο Γέροντας μου στεκόταν όρθιος, ξεσκούφωτος με το κεφάλι κατεβασμένο και τα χέρια σταυρωμένα με πολύ φόβο και ευλάβεια.

Απέναντι του ήταν ο Μέγας Αρχιερέας καθήμενος επί θρόνου. Ο θρόνος ήταν μετέωρος ένα μέτρο πάνω από το δάπεδο. Το πρόσωπο του έλαμπε. Χρυσό, σαν καθαρό κερί, δεν μπορώ να το περιγράψω παιδί μου.

Στα γόνατα του ήταν ανοιχτό ένα βιβλίο και μέσα ήταν γραμμένη η ζωή του Γέροντά μου. Ρωτούσε ο Μέγας Αρχιερέας και απαντούσε ο Γέροντας μου.

Μόλις μπήκα μέσα σταμάτησε η ανάκριση, πήγα στον Γέροντα μου, του έβαλα μετάνοια και του έδωσα τα κλειδιά της Μονής.

«Γέροντα, έφερα και τα κλειδιά της Λειψανοθήκης μην τυχόν θελήσει ο Αρχιερέας να προσκυνήσει τα Αγια Λείψανα», του είπα. Ο γέροντάς μου, τα πήρε.

Ήθελα να βάλω μετάνοια και στο Μέγα Αρχιερέα, αλλά δεν μου είπε τίποτε ο Γέροντας μου κι επειδή ήμουν υποτακτικός, δεν μπορούσα να κάνω κάτι χωρίς ευλογία.

Έτσι βάζοντας μετάνοια στον Γέροντα μου και υποκλινόμενος από μακριά στον Μέγα Αρχιερέα, βαδίζοντας προς τα πίσω, χωρίς να γυρίσω την πλάτη μου, βγήκα από το δωμάτιο.

Αμέσως μόλις βγήκα άρχισε πάλι η ανάκριση...

Είδα, παιδί μου, ότι όλη μας η ζωή, έργα, λόγια, σκέψεις είναι γραμμένα, καί θα δώσουμε για όλα λόγο.

Όσο για τον Γέροντά μου πληροφορήθηκα ότι η ψυχή του πήγε πολύ καλά."

π. Ιάκωβος Τσαλίκης
Από το βιβλίο: "ΛΟΓΟΙ ΑΘΩΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ"

«ΒΛΕΠΕΙ ΤΟΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΑ ΚΑΘΕΤΑΙ ΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΩΣ ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΤΩΝ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΠΛΗΓΕΣ……..»



«Ήρθε μια γιαγιά», έλεγε ο Γέροντας (μακαριστός π. Ιάκωβος Τσαλίκης), «και μου είπε ότι πήγε ν΄ ανάψει τα καντήλια σ΄ ένα από τα ξωκκλήσια του χωριού της ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή. Από γυναικεία περιέργεια έβαλε το κεφάλι της από το πορτάκι και κοίταξε μέσα στο Ιερό. Βλέπει τότε πάνω στην Αγία Τράπεζα, να κάθεται ένα παλικάρι ως τριάντα χρονών που είχε πληγές στις παλάμες του και στα πόδια του και μια πληγή στο πλευρό του, και από τις πληγές έτρεχαν αίματα. Κατάπληκτη η γιαγιά του λέει :
- Ποιός είσαι εσύ και πώς τολμάς και κάθεσαι πάνω στην Αγία Τράπεζα ;
Τότε της απαντάει αυτός :
- Εγώ πάντα εδώ κάθομαι, γιατί εδώ είναι η θέση μου.
Τότε η γιαγιά του λέει :
Ποιός σε πλήγωσε τόσο ;
Και της απαντάει :
- Εσύ με πλήγωσες με τις αμαρτίες σου.

Αξιώθηκε η γιαγιά και είδε τον Κύριο επειδή ήταν εν μετανοία».


ΕΝΑΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ, Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ π. ΙΑΚΩΒΟΣ, 
εκδ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΔΑΒΙΔ ΓΕΡΟΝΤΟΣ, 
ΡΟΒΙΕΣ ΕΥΒΟΙΑΣ 1993, σ. 79.

ΠΟΛΛΗ ΑΜΑΡΤΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ ΣΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ π. ΙΑΚΩΒΟ ΤΣΑΛΙΚΗ



Στις 15 Ιουλίου 1990, ημέρα Κυριακή, το πρωί, μόλις ο πατήρ Ιάκωβος κατέβηκε από το κελλάκι του στο ναό για τη Θεία Λειτουργία περιέγραψε μέσα στο Ιερό με πρόσωπο εκστατικό σε Πατέρες της Μονής του όσα ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος «πνευματικώ τω τρόπω» του είχε πει τη νύκτα που πέρασε – «ο Θεός οίδεν» - εμπρός στην Ιερή λάρνακα με το αδιαλώβητο σκήνος Του στο Ναό του στο Προκόπι :
«- Νομίζουν πώς κοιμάμαι, πεθαμένος, είμαι νεκρός και δεν υπολογίζουν οι χριστιανοί. Τους πάντας βλέπω. Το σώμα μου είναι μέσα, αλλά εγώ εξέρχομαι πολλές φορές από τη λάρνακά μου. Τρέχω ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους βοηθήσω. Πολύς ο πόνος. Αυτοί δε με βλέπουν. εγώ τους βλέπω και τους ακούω τί λένε. Και πάλι εισέρχομαι στη λάρνακά μου. Αλλά άκουσε Πάτερ μου να σου πω :πολλή η αμαρτία στον κόσμο, πολλή η ασέβεια και πολλή η απιστία.
- Γιατί τα λες αυτά Άγιε μου ; του απάντησα. Δέ βλέπεις πόσος κόσμος έρχεται στη χάρη σου και σε προσκυνά ;
- Πολλοί έρχονται, Πάτερ Ιάκωβε, αλλά λίγα είναι τα τέκνα μου, πρόσθεσε ο Όσιος και συνέχισε : Γι΄ αυτό πρέπει να γίνει πόλεμος. Διότι πολλή αμαρτία στον κόσμο.
- Όχι, Άγιέ μου, του είπα αμέσως ταραγμένος. Από μικρό παιδί όλο σε πολέμους και ταλαιπωρίες βρέθηκα. στη Μικρά Ασία που γεννήθηκα αλλά κι όταν ήλθαμε εδώ στην Ελλάδα. Ύστερα, Άγιε μου, αν γίνει έξαφνα ο πόλεμος θα χαθούν και ψυχές πριν προφτάσουν να μετανοήσουν.
- Πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος, απάντησε λυπημένα μα με σταθερή φωνή ο Όσιος…».


ΠΗΓΗ : ΨΥΧΟΣΩΤΗΡΙΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ,
εκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, σελ. 94. 

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ



Μορφωμένος άνθρωπος ο κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημίου και ξένες γλώσσες και πείρα ζωής. Δυσκολευόταν, όμως, στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέταζε και τα πλησίαζε ορθολογιστικά. Είχε αναπτύξει το νου και όχι την καρδιά. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχωρήσει εύκολα τους άλλους. Ειδικά αυτούς που έβλεπε κατώτερους και εμπαθείς.

Καθόταν τώρα απέναντι από τον Γέροντα Ιάκωβο, έναν ασκητικό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στον δάσκαλο. Ερωτήσεις πολλές. Αντιρρήσεις περισσότερες. Αλλά και οι απαντήσεις σοφές και αποκαλυπτικές.

Ρώτησε τον Γέροντα για το σοβαρό (το σοβαρότερο;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων, που δυσκολευόταν να το κατανοήσει:
—Αφού βλέπω καθαρά και ολοφάνερα τον άλλον να αμαρτάνει, πως να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκιο;
—Όλους μας βλέπει ο Θεός αδιάκοπα και ξέρει καθαρά και ολοφάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να μετανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;

—Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;

—Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, είπε ο π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυτήν την διάκριση, αυτό το διαχωρισμό μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.

—Τότε, τι πρέπει να κάνουμε; Πώς να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα;

—Έχεις δει τους σιδεράδες, που μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ο Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπίδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, που πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.

—Μα, πάτερ μου, εγώ έθεσα ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον, που αμάρτησε φανερά και χωρίς καμία δικαιολογία; Εγώ θέλω να μάθω τι πρέπει να κάνω στην περίπτωση αυτή.

-Το «χωρίς καμιά δικαιολογία» πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε, είπε ο π. Ιάκωβος. Μόνον ο Θεός γνωρίζει τα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Μόνον Εκείνος ξέρει τι συμβαίνει. Εμείς βλέπουμε απ' έξω. Εκείνος βλέπει το από μέσα. Ας θυμηθούμε και την διδασκαλία του Χριστού για τα ποτήρια, όταν μιλούσε για την υποκρισία των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Απ' έξω φαίνονται καθαρά. Μέσα, όμως, είναι γεμάτα από βρωμιά και αδικία και αρπαγή. Να το πω και με ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πηγαίνουμε στο γιατρό να μας θεραπεύσει, δεν του λέμε εμείς τι να κάνει. Εκείνος ξέρει τη δουλειά του. Εμείς απλώς του λέμε ότι πονάμε και σε ποιο μέρος υποφέρουμε. Τη στιγμή, που λέμε «εγώ θέλω» σταματούμε την διαδικασία της γνώσεως, για το θέμα, που πρέπει να μάθουμε. Η αλήθεια μας δίδεται όταν τη ζητήσουμε ταπεινά, όπως ζητούμε την υγεία μας από τον γιατρό. Δεν μπορούμε να διατάξουμε την αλήθεια, άλλα να την παρακαλέσουμε να μας δοθεί, να μας αποκαλυφθεί. Γιατί ή αλήθεια είναι ο Θεός, που δεν μπορούμε να τον διατάξουμε, άλλα μόνον να τον παρακαλέσουμε και να τον αγαπήσουμε.

—Ναι, πάτερ μου, αλλά τότε τι γίνεται; Αν δεν πω στο γιατρό εγώ τι θέλω πώς θα με εξετάσει και πώς θα με θεραπεύσει;

—Όχι, όχι, όχι, παιδί μου, αυτό είναι λάθος, ξανάπε ο Γέροντας. Ο γιατρός ξέρει τι θέλεις, όταν τον επισκέπτεσαι. Εσύ το μόνο, που μπορείς να πεις είναι ότι πονάς και σε ποιο σημείο νιώθεις τον πόνο σου. Τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά. Γι' αυτό και οι Άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να προσευχόμαστε σαν τα μικρά παιδιά, που κλαίνε όταν πονούνε. Και δείχνουνε το μέρος όπου πονάνε.

—Πάλι δεν το καταλαβαίνω, πάτερ μου, το νόημα των λόγων, που μου λέτε, απάντησε ο κ. Σταύρος. Δεν πονώ εγώ, αλλά θέλω να ξέρω τι στάση, να κρατήσω σε κάποιον, που αμάρτησε φανερά. Θα τον συγχωρήσω ή όχι;

—Τη συγχώρηση πρέπει να τη δίνουμε σε όλους, όπως κάνει και ο ίδιος ο Θεός. «Βρέχει επί δικαίους και αδίκους», λέγει το Ευαγγέλιον. Διότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι θα έπρεπε να καταδικασθούμε, για τις αμαρτίες μας, λίγες ή πολλές. Για αυτό πρέπει να συγχωρούμε και να ευχόμαστε στον Θεό να συγχωρήσει και τον αμαρτωλό και εμάς, που αμαρτάνουμε και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε ή τι δεν κάνουμε.

Αν, όμως, είμαστε αδύναμοι πνευματικώς και η συμπεριφορά του άλλου μας επηρεάζει αρνητικά, τότε πρέπει να μη τον κατηγορούμε, αλλά να τον αποφεύγουμε και να μην έχουμε μαζί του συναναστροφές και συνέπειες. Και αν είναι αιρετικός τότε να τον αποφεύγουμε τελείως και να μη τον δεχόμαστε. Γιατί η συντροφιά με τους αιρετικούς είναι επικίνδυνη, μπορεί να μας δηλητηριάσει και να μας θανατώσει πνευματικά. Γενικώς για τους αμαρτωλούς πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί». Δηλαδή ή συντροφιά με τους αμαρτωλούς μπορεί να φθείρει και τους καλούς χαρακτήρες.

—Αυτό το γνωρίζω, συνέχισε ο κ. Σταύρος, που επέμενε στην γνώμη του. Αυτό, που δεν ξέρω είναι το πώς και το γιατί της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων.

—Το πώς μας το είπε ο Χριστός: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε' 5). Χρειάζεται η δική του βοήθεια, είπε ο Γέροντας. Για αυτό και πρέπει να ζητούμε συνεχώς την βοήθειά του. Αν εκείνος δεν βοηθήσει, τίποτε καλό δεν μπορούμε να κάνουμε. Όσον για το «γιατί», αυτό μας το λέγει το Ευαγγέλιο: «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος• εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ' 14-15). Να γιατί πρέπει να συγχωρούμε τους άλλους, όσον και αν αμάρτησαν. Από την συγχώρηση, αγαπητέ μου, αρχίζει η αγάπη. Διάβασε το ιγ' Κεφάλαιο της Α' Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους και τότε θα καταλάβεις το γιατί πρέπει να συγχωρούμε.

—Την έχω διαβάσει, πάτερ μου, αλλά πάλι αδυνατώ να κατανοήσω τι θέλετε να πείτε με το πώς και το γιατί...

—Τότε θα σου μιλήσω, φίλτατε, με άλλο παράδειγμα, για να γίνω πιο σαφής, ξανάπε ο π. Ιάκωβος. Άνοιξε την δεξιά σου παλάμη από το μέσα μέρος και τέντωσε την όσον μπορείς.

Ο κ. Σταύρος τέντωσε την παλάμη του δεξιού του χεριού και περίμενε. Τότε ο Γέροντας πήρε το ποτήρι με το νερό, που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και έριξε λίγο πάνω στην παλάμη του επισκέπτη του. Το νερό, καθώς ήταν φυσικό, κύλησε από το χέρι και χύθηκε κάτω και δεν έμεινε στην ανοιχτή παλάμη ούτε σταγόνα.

—Τώρα κάνε κούρμπα την παλάμη σου, είπε ο Γέροντας.

—Τι θα πει κούρμπα, πάτερ μου; Δεν ξέρω την λέξη...

—Κούρμπα στο χωριό μου λένε την καμπύλη, εξήγησε ο π. Ιάκωβος. Κάνε, λοιπόν, την παλάμη σου κυρτή, σαν λακκούβα, όπως παίρνεις το νερό, για να πλυθείς.

Υπάκουσε ο κ. Σταύρος και ο Γέροντας έριξε πάλι στην χούφτα του λίγο νερό από το ποτήρι και έμεινε το νερό στο χέρι του κ. Σταύρου.

—Αυτό είναι, που πρέπει να κάνουμε όταν θέλουμε να μάθουμε μιαν αλήθεια και πιο πολύ όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε κάποιον αμαρτωλό, εξήγησε ο π. Ιάκωβος. Σκύβουμε το κεφάλι της λογικής μας μπροστά στην αλήθεια, ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, που νομίζει ότι όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να τα καταλάβει, ομολογούμε την αδυναμία μας και τότε ο Θεός μας δίνει άφθονη την χάρη του και για να καταλάβουμε και για να ενεργήσουμε σωστά. Αυτό κάνουμε και όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε και να πλησιάσουμε τον Χριστό της αγάπης, που συγχωρεί και βοήθα όσους ζητούν ταπεινά την βοήθεια του. Χωρίς ταπείνωση, ούτε τον εαυτόν μας μπορούμε να συγχωρήσουμε και να τον αγαπήσουμε πραγματικά.

Αυτό μας δίδαξε ο Χριστός και με την ζωήν και με τον λόγον του. Και αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε να δούμε «Θεού πρόσωπον». Να ταπεινωθούμε πρώτα μπροστά στον Θεόν, ως αμαρτωλοί που είμαστε και Εκείνος θα μας βοηθήσει να ταπεινωθούμε και μπροστά στους ανθρώπους, να τους συγχωρήσουμε και να καταλάβουμε ότι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.

Ο κ. Σταύρος φαίνεται ότι κατάλαβε αυτήν τη φορά και έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον Γέροντα, σαν να ζητούσε συγχώρηση για την διανοητική του έπαρση και την ψυχική του αλαζονεία. Γιατί αυτό το νόσημα της έπαρσης και της αλαζονείας τυφλώνει και ξεστρατίζει την ψυχή του ανθρώπου. Τότε ο π. Ιάκωβος, που είδε διακριτικά την μεταστροφή του επισκέπτη του, θέλησε να βάλει, ωσάν περισπωμένη στο ρήμα «αγαπώ» τον επίλογο της κουβέντας τους, είπε:

—Ο Χριστός μας έδωσε τον λεγόμενον «χρυσόν κανόνα» ζωής ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους: «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται» (Ματθ. ζ' 12). Δηλονότι, αν θέλεις να σε συγχωρούν οι άλλοι, συγχώρησε τους άλλους πρώτος εσύ. Αμήν.

π. ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ

pentapostagma.gr