.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

"Κατανοήσατε, αδελφοί μου, από οποίας αβύσσους ανυπαρξίας έρχεσθε και εις οποίας αβύσσους αιωνιότητος εν Θεώ πορεύεσθε"


Υπό το βλέμμα της Πορταϊτίσσης (Θεόκλητος Διονυσιάτης)

...Μετά πορείαν μιας σχεδόν ώρας επεστρέψαμεν εις Καρυάς. Μας εδόθη η ευκαιρία να θαυμάσωμεν πάλιν τας υπερόχους συνθέσεις των τοιχογραφιών του ιερού Ναού του Πρωτάτου και να προσευχηθώμεν εις την παλαιάν αυτήν Βασιλικήν. Δεν θα λησμονήσω τας εντόνους μορφάς και τας κινήσεις των αγίων. Ο Πανσέληνος, αν και έτεμε διάφορον οδόν, εν σχέσει προς την μακράν βυζαντινήν αγιογραφικήν παράδοση, την οποίαν διακρίνει το ασκητικόν πνεύμα, εν τούτοις επέτυχε με τα σαρκώδη και πλαστικά σώματα να δώσει δυναμικήν τόσον φυσικήν όσον και πνευματικήν έκφρασιν. Υπήρξεν αληθώς μέγας αγιογράφος και μόνον δια το γεγονός της πρωτοτυπίας του εντός της ορθοδόξου πνευματικότητος...
Εξήλθομεν από τον Ναόν, δια να πάρωμεν την οδόν προς την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων. Ανέλαβεν ένας σεβάσμιος γέρων Μοναχός να μας δείξη την ατραπόν. Κατά το μέσον της πλατείας ήσαν δύο Μοναχοί συνομιλούντες, ενδεδυμένοι μάλλον ευπρεπώς. Διερχόμενοι πλησίον των ηκούσαμεν μίαν λέξιν υπερήφανον. Ο φίλος μου εστράφη προς εμέ εν εκπλήξει. Ο ευγενής συνοδός μας το αντελήφθη και είπε:
-Μη σας κάμνει εντύπωσιν. Είναι άνθρωποι, τέκνα του παλαιού Αδάμ. Ο άνθρωπος, γενικώς, είναι δυστυχές πλάσμα, έαν δε ζη απολύτως πνευματικήν ζωήν. Μη δυνάμενος να εξουδετερώση το δηλητήριον της Εδέμ, όπου ρέει εις τας φλέβας μας, με την ταπείνωσιν, επιδιώκει να εκδηλωθεί, ν' ακουσθή, να φανή, παθαινόμενος ως νήπιον, και εκεί, όπου μόνον το γελοίον υπάρχει. Αρκεί να εκδηλωθή η υπεροχή του, έστω και με ένα πράσον, ολίγον χονδρότερον από εκείνο όπου τρώγει ο ομοτράπεζος εν Χριστώ αδελφός του... Μη εκπλήττεσθε, αδελφοί μου. Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα πράγματα... Και εμειδίασε θλιβερώς. 
-Ανθρώπινα, πάτερ, παρετήρησεν ο φίλος μου, αλλ' όχι χριστιανικά. Ο χριστιανός χωρίς ταπείνωσιν αποτελεί αντινομίαν.
-Ο χριστιανός, είπατε, αδελφέ, παρετήρησεν ο Μοναχός, χωρίς ταπείνωσιν δεν έχει νόημα; Αλλ' εγώ σας λέγω και κάτι πλέον: Ότι ο χριστιανός είναι όλος μυστήριον. Πιστεύεις ότι είσαι ενάρετος; Είσαι φαύλος. Κλαίεις ως αμαρτωλός; Είσαι πλησίον του Θεού. Συνάγεις αγαθά; Σκορπίζεις. Σκορπίζεις επ' αγαθώ; Πλουτίζεις. Πιστεύεις ότι είσαι εξουθένημα; Είσαι μέγας. Πιστεύεις ότι είσαι διάσημος; Είσαι άσημος. Σιωπάς; Eίσαι εμβριθής. Πολυλογείς; Είσαι κύμβαλον. Πιστεύεις ότι είσαι σκότος; Τότε ευρίσκεσαι εν απλέτω φωτί.
Διότι όλα τα καλά είναι έλεος Θεού και τίποτε το καλόν εξ ημών. Εις την σφαίραν της ηθικής, ό,τι φρονείς δεν είσαι. Διότι «το οίεσθαι ούκ έα γενέσθαι το οίόμενον..
-Αυτά που είπατε, πάτερ, παρετήρησεν ο φίλος μου, είναι κανόνες Μοναχικού βίου, είναι καρποί βιώσεως εν πνεύματι...
Τω Θεώ δόξα, απήντησεν ο γέρων Μοναχός, και ελαφρώς μειδιάσας μας εχαιρέτισεν, ευχηθείς άνωθεν φωτισμόν. Και εχάθη απο εμπρός μας ...
Κατήλθομεν εις την Μονήν και παρηκολουθήσαμεν τον εσπερινόν εις τον ιερόν Ναόν της «Πορταϊτίσσης». Εξήλθομεν αναβαπτισμένοι από την έντονον προσευχήν και τον κλαυθμόν.
Τι ζωντανή Εικών, είπεν ο φίλος μου. Ωσάν να προτρέπη εις ό,τι χρειάζεται ο κάθε προσκυνητής...
Πράγματι, απήντησα. Είναι η «Φοβερά Προστασία» Είναι αδύνατον, το θείον βλέμμα της, να μη προκαλέση ιερόν δέος...
Εις τον μεγάλον περίβολον της Μονής μας επλησίασεν ένας γέρων Μοναχός. Ήτο χαρούμενος και προσηνής.
Φαίνεσθε σεμνοί και ευλαβείς νέοι, είπε. Δεν ξεύρω αν σφάλλω, νομίζω ότι ήλθατε δια να μονάσετε.
Ναι, Γέροντα, απηντήσαμε.
Α, πόσον ωραία και αγία είναι η Μοναχική ζωή! Πρέπει να είσθε ευγνώμονες εις τον Θεόν, δια τον Μοναχικόν σας πόθον. Μη νομίσετε δε, ότι εδώ ευρίσκεσθε τυχαίως. Ουδέν γίνεται αθεεί. Η Παναγία, η οποία έχει το άγιον Όρος υπό την ιδίαν της προστασίαν, αυτή σας έφερε. Και καλά εκάματε να έλθετε να την ευχαριστήσετε... Σας έβλεπα εις τον Ναόν της με πόσην ευλάβειαν και κατάνυξιν προσηύχεσθε...
Ο Μοναχός εσιώπησεν. Έκλινε προς το έδαφος την κεφαλήν του. Εφόρει ακόμη το επανωκαλύμμαυχον των Μοναχών. Μετ' ολίγον μας προσέβλεψεν επίμονα. Τα μάτια του ήσαν δακρυσμένα.
Δεν ξεύρετε τι δώρον είναι η ύπαρξίς σας, είπεν. Δια να το αντιληφθήτε, πλησιάσατε εκείνον εκεί τον ημίονον. Και έδειξεν ένα ζώον. Σταθήτε να τον παρατηρήσετε επ' αρκετήν ώραν. Έπειτα να σκεφθείτε, τι περισσότερον έχετε προσφέρει από το ζώον τούτο εις τον Θεόν, ώστε εκείνο να το δημιουργήση ημίονον και σας να πλάση ανθρώπους, «κοινωνούς θείας φύσεως»; Εκείνο θνητόψυχον, παροδικόν, βασανιζόμενον, και σας δι' άληκτον βασιλείαν καί μακαριότητα; Να παραμείνετε πλησίον του αλόγου σας υπηρέτου τούτου, να σκέπτεσθε την διαφοράν μεταξύ σας και να κλαίετε, δια την ιδιαιτέραν πρόνοιαν του Θεού. Εάν δεν κλαύσετε, να μη φύγετε εκείθεν... Ο Μοναχός διέκοψε τον λόγον. Είχε πολύ κατανυγή...
...Δια να κατανοήσετε πόσον οφειλέται είσθε εις τον Πλάστην σας, φαντασθήτε αν δυνηθήτε το αβυσσαλέον παρελθόν του χρόνου πριν γεννηθήτε. Που είσαστε, κατά το χρονικόν διάστημα εκείνο; Έπειτα· ίδετε τι είσθε σήμερον. Όχι ένα ον, από την απειρίαν του ζωϊκοϋ βασιλείου, εξαφανιζόμενον, «καιρώ φαινόμενον και καιρώ λυόμενον», αλλ' ένα είδος λογικόν, αθάνατον, δυνάμενον να λέγη προς τον κτίστην του σύμπαντος· «Εγώ και συ!» Δόξα, δόξα, δόξα... Και ο γέρων ανελύθη εις σιωπηλόν κλαυθμόν...
Εμείς από τον θαυμασμόν και την κατάνυξιν εκλαίομεν σχεδόν μαζί του. Δεν είχε δύσει ακόμη ο ήλιος και είχαμε σκύψει τα πρόσωπα, δια να μη φαινώμεθα από τους διερχόμενους Μοναχούς και τους προσκυνητάς...


...Ο Γέρων πάλιν συνέχισε. Κατανοήσατε, αδελφοί μου, από οποίας αβύσσους ανυπαρξίας έρχεσθε και εις οποίας αβύσσους αιωνιότητος εν Θεώ πορεύεσθε ... Και ύστερα από άπειρα δεκάκις εκατομμύρια έτη φωτός, να διατηρήτε την συνείδησιν ότι υπήρξατε εις την γην σαρκοφόροι, που εζήσατε, πότε και πώς επολιτεύθητε!.. Δύνασθε να το φαντασθήτε; Τι φρονείτε; Βιούντες εντόνως αυτάς τας απολύτους και υπερκοσμίους εννοίας, πώς είναι δυνατόν να μη κλαίετε από φλογεράν ευγνωμοσύνην δια τον ποιητήν σας και να μη θυσιάζεσθε δια την αγάπην Του;
Ω, άγιε Γέροντα, είπεν αναστενάξας ο φίλος μου. Πόσον θεία και απείρου σημασίας θέματα μας προβάλλετε! Πώς καίονται από τον πόθον αι καρδίαι μας, δια να υπηρετήσωμεν τον Θεόν, δια να ζήσωμεν εν Θεώ, δια να παραταθώμεν εν Θεώ «μέχρι τερμάτων αιώνων», εις ανέκφραστον εν φωτί μακαριότητα ...
Χαίρομαι εκ βάθους καρδίας, είπεν ο γέρων, που αι καρδίαι σας, ως γη αγαθή, δέχονται τον θείον σπόρον. Πιστεύω εις τον Κύριον, ότι θα γίνετε δόκιμοι μοναχοί προς δόξαν Του. Σας συνιστώ πατρικώς να αγωνισθήτε, μεθ' όλων των δυνάμεων σας να αποβήτε σκεύη της χάριτος. Μη λησμονείτε να προσεύχεσθε πάντοτε μετά κατανύξεως και ταπεινώσεως. Ο Κύριος θέλει να κρούωμεν, να ζητώμεν Πνεύμα Άγιον, όπως είπεν εις τους Αποστόλους Του.
Ευχαριστούμεν, άγιε Πάτερ, είπα, δια τας πατρικάς νουθεσίας σας. Ενθυμούμαι, ότι ο άγιος Αυγουστίνος προσηύχετο λέγων: «Κύριε, συ που μου έδωκες το αιτείν, δος μοι και το αιτούμενον». Νομίζω ότι είναι μία από τας πειστικωτέρας προσευχάς, αν και διαφαίνεται εις την προσευχήν αυτήν η ιδέα του απολύτου προορισμού.
Να σας απαντήσω, είπεν ο Γέρων. Βεβαίως η Ορθόδοξος Εκκλησία μας απορρίπτει τον απόλυτον προορισμόν, αναγνωρίζουσα την ανθρωπίνην ελευθερίαν. Αλλά είναι τόσον περιωρισμένα τα πλαίσια της ηθικής ελευθερίας, ώστε να αποτελεί μυστηριώδη πραγματικότητα η σχέσις χάριτος και ελευθερίας. Ας σκεπτώμεθα μετά δέους τα περί Θεού. Ο Θεός, τέκνα μου, είναι όλος έκπληξιν και θαυμασμόν. Ενθυμηθήτε τι έλεγεν ο Μ. Βασίλειος: «Δεν είναι εκπληκτικόν ότι ο Θεός είναι μέγας. Είναι μέγας, διότι είναι μέγας. Εκπληκτικόν είναι ότι εγένετο τόσον μικρός, ώστε να χωρέση εις ένα ανθρώπινον κέλυφος, να γίνει άνθρωπος. Και ακόμη εκπληκτικώτερον είναι ότι γίνεται ολόκληρος ένα ψίχουλο δια να γίνει ένα με ημάς...»
Και εκλαίομεν...

Θεοκλήτου Διονυσιάτου μοναχού,
Μεταξύ Ουρανού και Γης,
εκδ. Παπαδημητρίου, 1999



Ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης γιὰ τὸν σήμερα τιμηθέντα μὲ πατριαρχικὸ ὀφφίκιο Χρῆστο Γιανναρᾶ

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από 2-9-2019


Σχόλιο (orthodoxia-ellhnismos): Τιμήθηκε μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἄρχοντος Μεγάλου Ρήτορος ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, τὸν ὁποῖο μὲ ἔντονη σφοδρότητα εἶχαν ἐπικρίνει γιὰ τὶς αἱρετίζουσες θέσεις του τόσο ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὅσο καὶ ὁ Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης! Δυστυχῶς, διαβιοῦμε σὲ ἐποχὴ τῆς μείξης τῶν πάντων: τοῦ ψέματος μὲ τὴν Ἀλήθεια, τοῦ κίβδηλου μὲ τὸ ἀτόφιο, τῶν καινοφανῶν δοξασιῶν μὲ τὴν φωνὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Διαβάστε τὸ κείμενο τοῦ Γέροντος Θεοκλήτου: «Περὶ τοῦ ἡγέτου τοῦ Νεονικολαϊτισμοῦ» 
Τοῦ Ὀσιολογιωτάτου Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου 

Στὰ πλαίσια τῆς ὀφειλομένης προσπαθείας νὰ γνωσθεῖ ὁ κίνδυνος τῆς ἑξαπλουμένης αἱρέσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐφελκύσω τὸ ἐνδιαφέρον τῆς διοικούσης καὶ ποιμαινούσης Ἐκκλησίας, παρακάλεσα σοφὸν καὶ ἅγιον Ἐρημίτην, νὰ εἰπῆ τὴν γνώμην του. Καταθέτω τὴν ἐπιστολή του...

Ἀδελφὲ π. Θεοκλητέ, χαῖρε ἐν Κυρίω πάντοτε.
Ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολήν σου καὶ φιλαδέλφως σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόψεις σου, ποὺ ἀποτελοῦν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας.
Δέχομαι, ὅτι ὑπάρχει πολὺς δαιμονισμὸς μέσα στὶς θεωρίες τῶν νεορθοδόξων καὶ διακρίνω σαφῆ δαιμονικὰ στοιχεῖα στὴ ζωὴ καὶ τὴν σκέψη τοῦ ἀναβιώσαντος τὴν αἵρεση τῶν νικολαϊτῶν ἀξιοθρηνήτου Χρήστου Γιανναρᾶ.

Ἐγνώρισα στὴν Ἀθήνα τοῦ '60 καὶ στοὺς πανεπιστημιακοὺς κύκλους τὸν ἀξιοσυμπάθητον τότε θεολόγον καὶ ἀργότερα ἔμαθα ἀπὸ τὸ βιβλίον του "Καταφύγιο ἰδεῶν" τὴν πορεία τῆς σκέψεως καὶ τῶν συναισθημάτων του, ποὺ ἀπολήγουν στὶς ἄφρονες καὶ ἀντιπατερικὲς θεωρίες του καὶ στὴν αἵρεση τῶν νικολαϊτῶν, καθαρῶς πορνική.
Γιὰ νὰ κατανοήσει κανεὶς πλήρως τὸ κατάντημα τοῦ δυστυχοῦς Γιανναρᾶ, θὰ πρέπει νὰ παρακολουθήσει τὴν ἐξέλιξη τῶν ἰδεῶν του μέσα ἀπὸ τὸ αὐτοβιογραφικὸ καὶ αὐτοψυχογραφικὸν αὐτὸ βιβλίον του, ὅπως ὁ ἴδιος περιγράφει τὴν ἐσωτερικὴν ζωήν του.

Λοιπόν, ἐν συντομία μπορεῖ νὰ διαζωγραφηθεῖ τὸ πορτραῖτο του ὡς ἑξῆς: Ἕνας νεαρὸς ὀρθόδοξος, μὲ τὸ ἦθος καὶ τὴν πίστη, ποὺ ἀναλογοῦν στὴν μετεμφηβικὴν ἡλικίαν, μετὰ τὸ λύκειον, ἐγγράφεται στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν. Εὐρισκόμενος δὲ σὲ διαρκῆ ἐπαφὴ μὲ τοὺς κύκλους τῆς Ὀργανώσεως "Ζωὴ" καὶ δεχόμενος τὴν ἐπιρροή της, τελικῶς γίνεται μέλος τῆς ἀδελφότητος, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν σπουδῶν του.
Ἡ ἔνταξή του στὴν Ὀργάνωση εἶχε τὸν χαρακτήρα ἀφιερώσεως στὸν Θεόν, διὰ λόγους ἱεραποστολικούς, ἀφοῦ προηγουμένως ἀσκηθεῖ καταλλήλως ἀπὸ τοὺς κοσμοκαλογήρους, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν αὐτοψυχογραφίαν του. Ἦταν δὲ ἀρκετὰ εὐφυής, κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, πράγμα ποὺ τοῦ δημιούργησε πνεῦμα οἰήσεως καὶ ὑπεροχῆς ἔναντι ὅλων τῶν συναδέλφων του τόσον, ὥστε ὑπερφρονῶν, νὰ τοὺς βλέπει κατωτέρους του καὶ νὰ τοὺς κατακρίνει.

Στὴ σελίδα 128 τοῦ βιβλίου του διαβάζει κανεὶς τὰ ἀπίστευτα αὐτὰ γιὰ ἕνα δόκιμο μέσα στὴν χριστιανικὴν αὐτὴ ὀργάνωση: "...Μὲ ἔπνιγε τὸ παγερό, ὑπηρεσιακὸ ὕφος τῶν ἀνθρώπων ἐκεῖ μέσα, ἡ ἀφόρητη χωριατιὰ καὶ ἡ σκληράδα τους οἱ ἀδικαιολόγητες κατσάδες τους... 
Μὰ πνιγόμουν προπάντων ἀπὸ τὴν ἄγονη, μηχανικὴ καὶ ψυχοκτόνο δουλειὰ τοῦ γραφιά... Ἒνοιωθα μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων νὰ φτηναίνω σὰν ἄνθρωπος.. τὸ κλάμα μου μέσα στὶς τουαλέτες τῆς Γραμματείας εἶναι ἡ ἐναργέστερη καὶ πιὸ ὀδυνηρὴ ἀνάμνηση... 
Δὲν ξέρω ἂν ἄλλοι ἄνθρωποι ἔχουν ποτὲ προσευχηθεῖ μέσα σὲ τουαλέτα, μὰ ἐγὼ οὐρλίαζα ἄφωνα τὴν ἀπελπισία μου στὸν Θεό...".
Αὐτὰ καὶ ἄλλα σχετικὰ γράφει, ὁ ταλαίπωρος καὶ διερωτᾶται κανείς, δὲν εἶχε Πνευματικὸ ὁδηγό, γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐγεννῶντο στὴν ψυχή του ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν οἴηση, συνεργούντων καὶ τῶν ἀναλόγων δαιμονίων, πού εἶχαν ἐπισημάνει τὸ ἀσθενὲς μέρος τῆς ψυχῆς του;

Πάντως, σύμφωνα μὲ τὴν πλουσιωτάτην ἐμπειρίαν τῶν Ἁγίων, γιὰ τὶς μεθοδεῖες τῶν δαιμόνων, ὁ φοιτητὴς τῆς θεολογίας, φαίνεται, ὅτι εἶχε παραδώσει τὴν βούλησή του στὰ πονηρὰ πνεύματα τῆς οἰήσεως καὶ ὑπερηφανείας, ἀφοῦ σταδιακὰ τὸν εἶχαν ὑποσκελίσει μὲ τὴν ἰδέα τῆς ὑπεροχῆς του ἔναντι ὄχι μόνον τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν του, ἀλλὰ καὶ ἔναντι ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅπως θὰ τὸ δηλώσει ἀργότερα μὲ τὸ βιβλίον του "Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους".

Στὴν ἡλικία τῶν 21 ἐτῶν, δηλαδὴ μετὰ διετίαν, ὅταν ἀκόμα ἦταν τριτοετὴς φοιτητής, χρειάσθηκε νὰ εἰσαχθεῖ στὸ Θεραπευτήριον "Εὐαγγελισμὸς" γιὰ μία ἀσήμαντη ἐγχείριση κόκκυγος. Τὸ ἀσήμαντον, ὅμως, αὐτὸ γεγονὸς ἀπετέλεσε μοιραῖον σταθμὸν τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ οἱ δαίμονες, μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ λογισμικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς του, διὰ τῆς ὑπεροψίας, εἰσῆλθαν, κατόπιν σχετικοῦ πνευματικοῦ πολέμου, στὸν χῶρο τοῦ ἐπιθυμητικοῦ τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποίαν ἐτραυμάτισαν μὲ τὰ κλασικὰ βέλη τοῦ πανδήμου ἐτεροφύλλου ἔρωτος. Στοιχεῖα τῆς αὐτοψυχογραφίας του, ποὺ μπορεῖ ἕκαστος νὰ διαβάσει ἀπὸ τὴν σελίδα 174 καὶ ἑξῆς, ἀποτελοῦντα ἀπόδειξη, γιὰ τὴν κυριαρχία τῶν πονηρῶν πνευμάτων τῆς ἀκολασίας ἐπὶ τῆς ψυχῆς τοῦ Γιανναρᾶ.

Ὅπως κι' ἐσὺ γράφεις π. Θεοκλητέ,
"Διαβάζοντας κανεὶς τὸ κείμενον αὐτό, ἔχει τὴν ἐντύπωση ὅτι διαβάζει ἕναν ἀπὸ τοὺς ρομαντικούς τοῦ 19ου αἰῶνος, ξένους ἢ δικούς μας, ποὺ περιγράφουν ἐρωτικὰ συναισθήματα, γιὰ τὰ μάτια τὰ φωτεινά, τὶς κυματιστὲς βλεφαρίδες, γιὰ διάφανη ἐπιδερμίδα, γιὰ γυναικεία χάρη καὶ θηλυκότητα, γιὰ ἁβρὰ χέρια κρινοδάχτυλα...".
Καὶ ὁ γράφων αὐτά, ἦταν ἀφιερωμένος ὡς παρθενεύων! Ἦταν τόσον ἔντονη ἡ ἐρωτικὴ ἐμπειρία του, ὥστε νὰ διαμορφώνει ἀνάλογες θεωρίες περὶ πνευματικῆς ζωῆς, σαφῶς ἀντίθετης μὲ τὴν παραδοσιακὴν ἐν Χριστῷ ζωήν.

Καὶ ἐνῶ ὁ κ. Γιανναρᾶς περιγράφει τὶς σεισμικὲς δονήσεις τῆς ψυχῆς του καὶ τὶς "θεοφάνειες" τοῦ 1956 ἀπὸ τὶς σχέσεις του τὶς ρομαντικὲς μὲ τὶς νοσοκόμες, ὅμως, ἀποσιωπᾶται ὁ τρόπος ζωῆς του καὶ ἡ ἐρωτικὴ δραστηριότης του μέχρι τὸ 1960, ποὺ ἄρχισε νὰ ἀρθρογραφεῖ στὴν "Ἀνάπλαση" ὑπὸ ψευδώνυμον Κεδρηνός, ἐμφανιζόμενος ὡς αἱρετικός.
Ὁ δαίμων τῆς λαγνείας, μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του τῆς οἰήσεως καὶ ὑπερηφανείας, εἶχαν τόσον σκοτίσει τὸ λογικόν του, ὥστε ἔφθασε στὸ σημεῖον νὰ κατηγορεῖ τὴν Ἐκκλησίαν ὡς αἱρετικὴν - μανιχαΐζουσαν, νὰ προκαλεῖ τὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν βενεδικτίνων μοναχῶν τοῦ Βελγίου καὶ αὐτὸς νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται τὸ ὄνειδος, ἀλλ' ἀντιθέτως νὰ ἐπιχαίρει, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος.
Σὲ μία σειρὰ ἄρθρων του ἀποτυπώνεται ἡ ἐρωτοκεντρικὴ θεωρία του, κατὰ τὴν ὁποίαν, "ὅταν πραγματωθεῖ ἡ ἀμοιβαία γνωριμία καὶ συμφωνία, μεταξὺ τῶν ἑτεροφύλων ἐραστῶν, ποὺ ἔχουν φθάσει στὴν ‘κοινωνία προσώπων', τότε ἡ ἐπακόλουθος σαρκικὴ μίξη εἶναι ἀνένοχη, δὲν ἀποτελεῖ ἁμαρτίαν, ἀλλὰ ἀνοίγεται ὁ δρόμος τοῦ θείου ἔρωτος!".

Δηλαδή, καθαρὸς νικολαϊτισμός.

Αὐτὴ ἡ θεωρία κηρύσσεται μέχρι σήμερα καὶ κάνει θραύση μεταξὺ τῶν νέων ἡμιχριστιανῶν ἢ χριστιανοποιουμένων. Καὶ ἔφτασε νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ὡς ἐθνικὴ διδασκαλία, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὶς αἴθουσες τῆς Γ΄ Λυκείου, διὰ τοῦ γνωστοῦ βιβλίου τῶν θρησκευτικῶν, ποὺ ἀποτελεῖ πιστὴ μεταγραφὴ τῶν Γιανναρικῶν παραληρημάτων καὶ ποὺ τόσον ἐπιτυχῶς περιγράφεις στὰ δύο ἄρθρα σου.

Ἑπομένως, ἀγαπητὲ π. Θεοκλητέ, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τοὺς δημοσίους ἐλέγχους τῆς αἱρέσεως αὐτῆς, ποὺ ὁδηγεῖ κατ' εὐθείαν στὴν θεόργιστη πορνεία τῶν νέων καὶ φρονῶ ὅτι, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ κυκλοφορία ἑνὸς βιβλίου, ποὺ νὰ ἐκθέτει τὴν διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὀρθόδοξη ἠθικοπνευματικὴν διδασκαλίαν, διὰ τῶν μεγάλων Ἁγίων Πατέρων.

Καὶ ταῦτα, ὡς ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά σου, δηλώνοντας ὅτι, ἄριστα θὰ μποροῦσε νὰ ἐφαρμοσθεῖ στὸν κ. Γιανναρά, ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, περὶ τοῦ αἱρετικοῦ Βαρλαάμ: "Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ ἀρχέκακος ὄφις δὲν θὰ εὕρισκε, διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς τόσον τρομεροῦ σάλου ἐν τῇ Ἐκκλησία, ἄλλου ‘ἐπιτηδείου τε καὶ σοφοῦ πρὸς κακίαν ὀργάνου' ἀπὸ τὸν Βαρλαάμ...".
Διατελῶ ὑπὸ τὶς εὐχές σου, Μ.

Ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τοῦ φίλου ἠσυχαστοῦ θὰ ἤθελα νὰ κάμω ὠρισμένες παρατηρήσεις, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ τέλος.
1. Πράγματι ὁ ἑωσφόρος, γιὰ νὰ περάσει τὶς νεκροποιὲς ἐνέργειές του, μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, θὰ ἔπρεπε κάποιο «ἐπιτήδειον καὶ σοφὸν πρὸς κακίαν ὄργανον», ὥστε νὰ πείθει ὅτι, ἡ μεγάλη ἁμαρτία τῆς πορνείας, ποὺ χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεόν, νεκρώνει τὴν ψυχὴ καὶ διαστρέφει τὴν κρίση, δὲν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀνένοχος ἔρωτας, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν θεῖον ἔρωτα! Εἶναι μία «θεοφάνεια». Καὶ ὁ νεαρὸς τότε Γιανναρᾶς ἀσφαλῶς, ὡς ἀρκετὰ εὐφυής, ἐκάλυπτε τὶς δαιμονικὲς προδιαγραφές. Καὶ ὄχι μόνον τὶς ἐκάλυπτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνεται πειστικός, ὁ ἀρχέκακος ὄφις, τὸν ἐπέλεξε, ὄχι ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν ἀδιαφθόρων θρησκευτικῶς, ἀλλὰ τῶν ἀδιαφθόρων ἠθικῶς, ἀπὸ τὴν τάξη τῶν παρθενευόντων καί, τὸ σπουδαιότερον, μέσα ἀπὸ τὸν χῶρον ὅπου σπουδάζεται ἡ θεολογία καὶ τὸ μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, ὥστε νὰ δύναται νὰ στηρίζει εὐαγγελικῶς τὴν νεονικολαϊτικὴν αἵρεση!

Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον σκέλος τῆς Παλαμικῆς ἀποφάνσεως, δηλαδὴ «τὴν δημιουργίαν ἑνὸς τόσον τρομεροῦ σάλου ἐν τῇ Ἐκκλησία», αὐτὸ κατὰ γράμμα δὲν ἀληθεύει, ὅπως ὅλοι διαπιστώνουμε. Δηλαδή, «σάλος καὶ τρομερὸς» μάλιστα δὲν ὑπάρχει. Ὅλοι ζοῦμε μίαν κατάσταση νηνεμίας ἐπιφανειακῆς. Ἡ σατανικὴ ἁμαρτία συντελεῖται ἱεροκρυφίως, ἀφανῶς. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ «μετασχηματιζομένου εἰς ἄγγελον φωτός». Ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλάδος ἔχει ἐξαπλωθεῖ ἀθορύβως ἡ ἠδίστη αἵρεση, μηδένα ἐνοχλοῦσα.

Καὶ ἂς μὴ θεωρηθεῖ ὡς ὑπερβολή. Ἐγράφη δημοσίως, ὅτι τὸ βιβλίον τοῦ κ. Γιανναρὰ «Ἀλφαβητάρι τῆς πίστης», ἔκανε θραύση στὶς παιδαγωγικὲς Ἀκαδημίες. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Θρίαμβος ἐκδοτικός. Πέντε ἐκδόσεις σὲ τρία χρόνια! Τιρὰζ πολλῶν χιλιάδων ἀντιτύπων, ἀριθμὸς ἀπίστευτος γιὰ τὰ ἑλληνικὰ δεδομένα. Καὶ τώρα σὲ ἄλλες ἑκατοντάδες χιλιάδες, ἡ δαιμονικὴ θεολογία τοῦ Γιανναρᾶ, μὲ τὸ βιβλίο θρησκευτικῶν τῆς Γ΄ Λυκείου! Αὐτός, λοιπόν, δὲν εἶναι θρίαμβος τοῦ ἑωσφόρου καὶ μάλιστα ἐν σιγῇ, ἀφοῦ ἐνεργεῖται μυστικά, κατὰ τὸν λόγον τοῦ θείου Παύλου: «Τὰ γὰρ κρυφὴ γινόμενα ὑπ' αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν»; (Ἐφ. ε΄ 12).

2. Εὐγνωμονῶ τὸν φίλον μου ἡσυχαστή, ποὺ ἀναζητώντας τὶς αἰτίες τῶν δρωμένων, μᾶς θύμισε τὴν λησμονηθεῖσαν, λόγω πτώσεως τῶν κριτηρίων μας, πνευματικὴν ἀλήθειαν, καθ' ἢν πίσω ἀπὸ τοὺς λογισμούς μας, δροῦν οἱ δαίμονες ὅλων τῶν «εἰδικοτήτων» καὶ φυσικὰ καὶ τῶν αἱρέσεων.
Ὡς πρὸς τὴν σιωπὴν τῆς ποιμαινούσης Ἐκκλησίας, ἐπὶ τῆς ἐνεργουμένης ἀκολασίας, θὰ πῶ: «Θοῦ Κύριε φυλακὴν τῷ στόματί μου...».
Θεόκλητος Μοναχὸς Διονυσιάτης
Ἅγιον Ὅρος

Ἐφημερίδα "Ὀρθόδοξος Τύπος", 21 Σεπτεμβρίου 2001




Τα Χριστούγεννα του ασκητή (Μία ανέκδοτη συγκλονιστική Αγιορείτικη ιστορία)


Ἡ παροῦσα διήγηση εἶναι μία συγκλονιστικὴ ἐμπειρία τοῦ μακαριστοῦ π. Θεόκλητου Διονυσιάτη, ὅπως τὴν ἐμπιστεύθηκε πρὶν 38 χρόνια σχεδὸν στὸν Ἁγιορείτη Μοναχὸ π. Κύριλλο Παντοκρατορινό, ὁ ὁποῖος μὲ δέος καὶ νοσταλγία πρὶν λίγες ἡμέρες μας τὴν μετέφερε.

Από τὰ Happy Christmas λοιπὸν τῶν «εὐτυχισμένων» ἀνθρώπων ἂς ταξιδεύσει φέτος ὁ λογισμός μας στ’ Ἅγιονορος, ἐκεῖ στὰ φρικτὰ Καρούλια, μὲ τοὺς ξυπόλυτους ἀσκητᾶς καὶ σὲ ὅσα μας ἐξομολογιέται μὲ συγκλονισμὸ ὁ ἁγιασμένος καὶ σοφός μας π. Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης .

«Νέος μοναχός τότε, κατὰ τὸ ἔτος 1941, ἐν μέσῳ τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐνσκήψαντος δεινοῦ χειμῶνος, μου ἦρθε ὁ καλὸς λογισμὸς νὰ ἐπισκεφθῶ προσκυνητὴς τὰ φρικτὰ Καρούλια, νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἀσκητικὰ Χριστούγεννα μαζὶ μὲ τοὺς ἀετόψυχους Καλόγηρους τούτου τοῦ ἀπαράκλητου τόπου.

Τὴν εὐλογία μου τὴν ἔδωκε ἀμέσως δίχως δισταγμὸ ὁ Γέροντάς μου, ὁ Ὀσιότατος π. Γαβριήλ, ὁ καὶ Ἡγούμενος χρηματίσας τῆς τοῦ Διονυσίου Μονῆς. Μοῦ ἔδωκε εἰσέτι καὶ λίγους ὀβολοὺς διὰ τὸ ταξίδιό μου μὲ τὸ μοτόρι καὶ λίγες φανέλες γιὰ νὰ ἔχω νὰ ἀλλάξω, μὲ εὐλόγησε καὶ εὐχόμενος μὲ ἔστειλε σὲ τοῦτο τὸ κατανυκτικὸ ταξίδι.

Ἔβαλα μετάνοια στὸν Γέροντά μου λοιπὸν, φορτώθηκα τὸν ντορβά μου, κι’ ἔλαβα τὸ ραβδὶ μὲ προορισμὸ τὰ κατανυκτικὰ Καρούλια προκειμένου νὰ λάβω μέρος στὴν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων.

Από τὴν παραμονὴ ήδη τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε να ρίχνει νερόχιονο βελονιαστὸ.

Καταφθάνοντας ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, μὲ μία τερπνὴ ἀναμονή, στὰ βραχώδη Καρούλια, ὁ ἥλιος, ὅσο μποροῦσε νὰ ξελευθερωθεῖ ἀπ’τὰ πηχτὰ σύννεφα, κόντευε νὰ κρυφθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν μελανὸ θαλάσσιο ὁρίζοντα. Τότε ἄρχισαν νὰ συναθροίζονται γοργόφτεροι οἱ Καρουλιῶτες ἀσκητές, γιὰ νὰ γιορτάσουμε ὅλοι μαζὶ τὰ Χριστούγεννα. 

Κάποιοι κατέβαιναν ἀπὸ τὰ βράχια, ἄλλοι ἀπὸ τὶς κρεμαστὲς σκάλες, ἐνῶ κάποιοι ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες… ἦταν ἕνα πρωτόγνωρο καὶ συγκινητικὸ ὅλο θέαμα!

Τοῦτοι οἱ ἐρημίτες εἴχανε περασμένους στοὺς λιγνούς τους ὤμους τοὺς τρίχινους, λερωμένους μὰ ἁγιασμένους ντορβάδες, μὲ ράσα χιλιομπαλωμένα καθὼς χαιρεντιόντουσαν ἕνας-ἕνας μὲ βαθειὰ ὑπόκλιση κι’ ἔπαιρναν τὴν θέση τοὺς στὸ μικρὸ ἠμιφεγγὴ γλυκύτατο Ἐκκλησάκι τοῦ Κυριακοῦ.

Κρούσανε ἕνα μικρὸ σήμαντρο γιὰ νὰ ἀρχινήσει ἡ ἡ ἀγρυπνία ἐνῶ ὁ ἁρμόδιος Ἱερεὺς φορώντας ἕνα μπλαβόχρωμο σὰν τοῦ πελάγους ἐπιτραχήλι ἔβαλε τὸ «Εὐλογητός»

Τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Ὅλοι, ὅσον μποροῦσαν, ἤσαν σφιχτὰ τυλιγμένοι στὰ πτωχικὰ τοὺς ράσα. Οἱ ἀνασασμοὶ τῶν ψαλτάδων ἄτμιζαν ἄσπιλοι καθὼς ἔψαλλον μέλποντες Τοῦ Θεοῦ τὰ τραγούδια μέσα στὸ δεινὸ κράτος τοῦ χειμῶνος, μὰ ἡ λιβανοκαπνισμένη θωριὰ τῆς γλυκόπνοης Παναγίτσας πού μας ἀγνάντευε στοργικὰ σὰν Μανούλα ἀπ’τὸ Τέμπλο ζέσταινε τὴν ψυχή μας μυσταγωγώντας μας στὴν ἱερουργία τοῦ ἄχραντου τοκετοῦ τῆς, τῆς Τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως κι’ἔτσι εἴχαμε γαλήνη σὰν καὶ ‘κείνη τῶν προβάτων στὸ μαντρὶ τῆς Βηθλεὲμ τότενες ποὺ γίνηκε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν οὐράνια Βηθλεέμ.

Ὅμως καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς κατανυχτικῆς ὁλονυχτίας ἐντύπωση ἀνερμήνευτή μου ἔκαμε ἕνας ἀδυνατισμένος καὶ λιπόσαρκος, σὰν τὸ καλάμι Καλόγηρος, μὲ μία μακρυὰ κάτασπρη γενιάδα ποὺ ‘χὲ σταθεῖ σ’ ἕνα παμπάλαιο στασίδι. 

Τὸ σῶμα τοῦ ἂν καὶ κάθονταν μέσα στὸ κρύο καὶ στὴν ἀγρυπνιὰ ἀμετακίνητο σὰν τ’ἀγάλματος, ἐντούτοις τὸ ριτιδιασμένο κι’ ὁλοζώντανο ἀπὸ τὴν ἄσκηση πρόσωπό του, σὰν τοῦ φτασμένου κυδωνιοῦ, ἔκαμε διάφορες κινήσεις καὶ παράξενους μορφασμοὺς ἀλλοιούμενο τακτικὰ καὶ φανερώνοντας πὼς ζοῦσε ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς ἔντονα γεγονότα φερμένα ἀπὸ ἕνα ἄλλον κόσμο.

Έβλεπες νὰ ἐναλλάσονται ἡ προσμονὴ μὲ τὴν μελαγχολία,ἡ θλίψη, μὲ τὴν χαρὰ… νὰ σκιρτᾶ σὰν λαφομόσκι καὶ ἀμέσως νὰ κουρνιάζει συγκλονισμένος ἀπὸ Θεῖο φόβο…ἔκανε μορφασμοὺς στὸ πρόσωπο λὲς καὶ παρακολουθοῦσε ἕνα ἀλλόκοτο θέαμα καὶ ἔτσι πότε ἔκλαιγε, πότε συνοφρυόνταν, πότε χαμογελοῦσε καὶ δώστου πάλι Σταυροὺς καὶ μετάνοιες...

Καὶ ὅσο ὁ ἀσκητὴς ἐκτελοῦσε τὴ δική του λογικὴ λατρεία πιὸ δίπλα οἱ ψάλτες μορμύριζαν στὴν Πανάχραντο Θεοτόκο τὸ :

“Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον…”

Τὰ μικρούλικα παλαιὰ καντηλάκια στὸ Τέμπλο διέχεαν ἀρχοντικὲς μὰ καὶ σεμνὲς τὶς πολύχρωμες ἀνταῦγες τῶν κι ἕνας πτωχὸς πολυέλεος μὲ ἁγνὸ κερὶ φώτιζε ὅσο ἠδύνατο γλυκὰ τὸ σκοτάδι. Ὅλα ἁπλά, ἀπέριττα, ἀσκητικά…

Ἔτσι γαλήνια πῆρε ἡ ἀγρυπνία ὥσπου ἐκοινωνήσαμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ ἔδωσε ὁ Ἱερεὺς τὸ «δι’εὐχῶν» λαμβάνοντας τέλος ἡ οὐράνια ἐκείνη μυσταγωγία.

Ἡ ρόδινη ἀνατολὴ σιγά-σιγὰ αὐγαζόνταν ἀπὸ τὸν ἐπίσκεψη τοῦ ἡλίου μηνύοντας τὴν ἀνατολὴ ἀνατολῶν, τὸν ἑωθινὸ ἀστέρα, Αὐτὸν Τὸν γεννηθέντα Ἰησοῦ Χριστόν.


Μετὰ ἀπ’ τ’ ἀντίδωρο καὶ τὸν Ἁγιασμὸ προσφέρθηκε καφὲς και φραγκόσυκα στὸ φτωχικὸ καὶ ἀπέριττο Κυριακὸ τῆς σκήτης τῶν Καρουλῖων. Ἐγὼ διακονοῦσα στὸ κέρασμα, μὰ πρόσεχα καὶ ἀποθαύμαζα κιόλας τοὺς ἀσκητές, θωρώντας τοὺς λὲς κι’ἦταν παράξενα ὄντα, ὡς ἀρχαγγέλοι ἐπὶ τῆς γῆς.

Τότε ἐρώτησε ὁ Πνευματικός της Σκήτης ἐκεῖνον τὸν παράξενο ἀσκητὴ ἂν θὰ μείνει καὶ αὔριο ἐδῶ καὶ τοῦ ἀπήντησε:

-Βεβαίως καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μείνω, ἐὰν καὶ θὰ ἤθελα καλύτερα νὰ ἡσυχάσω στὸ καλυβάκι μου, ὅμως δὲν ἔχω νὰ φάω καὶ ἂν κάμετε ἀγάπη δεχθεῖτε καὶ μένα νὰ φάγω κοντά σας.

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα καὶ ἀφοῦ ἐψάλλαμε τὰ Κτιτορικὰ ἔχοντας ἐνημερώσει ἤδη ἐγὼ τὸν Πνευματικὸ γιὰ ὅλη ἐτούτη τὴν παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ φτωχοῦ ἀσκητοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴ ἀγρυπνίαν λέγει τοῦ τότε μὲ τόνο εὐγενικὸ μὰ καὶ ἐπιτακτικό.

-Ἀδελφέ μου, σὲ παρακαλῶ, πές μας τί γροικοῦσες χθὲς στὴν ὁλονυχτία καὶ ὅλο ἄλλαζε μορφὴ τὸ πρόσωπό σου.

Ὁ ἀσκητὴς ὅμως ἀρνιόταν πεισματικὰ νὰ δώκει ἀπάντηση φυλάγοντας ὅ,τι ἔζησε μέσα τοῦ ὡς πανάκριβο θησαυρό.

-Μὰ σὲ ἐξορκίζω στὸ ὄνομα Τοῦ Κυρίου νὰ μᾶς πεῖς.
-Λέγονται Γέροντα τέτοια πράγματα;

-‘Αντε κᾶμε ἀγάπη μήπως καὶ ὠφεληθοῦμε καὶ ‘μεῖς οἱ ἀδελφοί σου.
-…Μὰ δὲν μπορῶ.
-Ἅμα δὲν πεῖς, ἀπ’ἐδῶ δὲ φεύγεις !

Μὲ ὅλη ἐτούτη τὴν εὐγενικὴ βία καὶ δίχως νὰ θέλει ὁ παράξενος ἀσκητής, ὅμως ἀναγκεμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Πνευματικοῦ καὶ τῶν Καλογήρων ποὺ ‘χᾶν ἀπομείνει καὶ τούτη τὴν ἡμέρα στὸ Κυριακό, ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ μὲ δάκρυα καὶ συντριβή:

-Τί νὰ σᾶς πῶ; Νά! ὅ,τι διαβάζατε καὶ ψέλνατε ἐσεῖς τὸ ἔβλεπα καὶ συμμετεῖχα καὶ ‘γῶ.

«Θωροῦσα τὸ Θεῖον βρέφος, τὸν Χριστούλη μας, τὰ προβατάκια, τα λίγα ζωντανά ποὺ ‘σαν ἐκεῖ καὶ σταλιάζανε… μὰ ἦταν καὶ μία γελάδα ποὺ ἔστεκε κοντὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἐθέρμαινε μὲ τὸν ἀνασασμὸ τῆς …τὶς σταγόνες ποὺ έπεφταν ἀπὸ τὴν ὑγρασία και τους νοτισμένους σταλαγμίτες, καθότι ἤτανε σπήλαιον ἐκεῖ καὶ ὄχι κάποιο ἀνθρώπινο χτίσμα…


Σιμὰ εἶδα καὶ Τὴν Παναγία μας, λεχώνα, ποὺ εἶχε τυλίξει μὲ τὸ σεπτὸ ἐπανωφόρι τῆς τὸν Υἱό της καὶ ἀνέκλεινε δίπλα πρὸς μία μεριὰ καὶ κρύωνε γιατί ἤτανε κενὸ καὶ δὲν εἶχε ποὺ νὰ ἀκουμπήσει… Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μία ποιμένισσα ἔφερε ἀχνιστὸ γάλα ποὺ μόλις εἶχε ἀρμέξει καὶ γιὰ νὰ πλύνει κιόλας μ’αὐτὸ τὸ Θεικὸ βρέφος. Ποῦ νὰ βρεθεῖ ζεστὸ νερὸ ἐκείνη τὴν ὥρα; ὅλα κρύσταλλο καὶ παγωμένα ἦταν…

Καὶ ‘ἔτσι ἔγινε… καὶ ἔτσι τρύπησε μὲ μιᾶς ἡ σπηλιὰ καὶ μπῆκαν Ἀγγέλοι που ἀνεβοακεβαίναν στον οὐρανὸ ἐνῶ ἀκούγονταν γλυκύτατη μελωδία…

Ὁ δὲ Ἰωσὴφ ὅλο ἔκλαιγε ἀναντρανισμένος ἀπὸ δέος καὶ χαρὰ σὰν τὸν Ἱερέα ποὺ στέκεται μὲ φόβο στὴν ἀναίμακτο Ἱερουργία ἔτσι καὶ ‘κεῖνος ἐφημέρευε τούτη τὴν νυχτιὰ στὸν πάντερπνο τοῦτο Ιερό Ναὸ μὰ καὶ πάμφτωχο συνάμα σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ.»

Πιο κάτω τὸ ζωηρὸ ἀγέρι ἀλυχτοῦσε στὰ Καρούλια, ἐνῶ τὰ κύματα στὸ ἄγριο σύνορο θαλάσσης καὶ γῆς ἔπλητταν φρίσσοντα τοὺς αποκρήμνους βράχους. Τα λευκά και πορφυρά κυκλάμινα ὄμως, που ἀνέθωραν μειλίχια ἀναρριχώμενα ἀπό τις σχισμάδες των βαράθρων, μυνίριζαν την ἀνάσταση ἐντός της καρδιάς του χειμῶνος. … «Χριστὸς ἐπὶ γῆς• ὑψώθητε.»

Ὅλη ἡ λογικὴ μὰ καὶ ἡ ἄλογη κτίσις στης Παναγιάς το Περιβόλι μαρτυροῦσεδιὰ μυρίων βεβαίων στομάτων πὼς ὄντως ὁ Χριστὸς ἐγενήθη καὶ ἡ γαληνόμορφη Θεϊκὴ χαρὰ στὴν γῆ ἐνεθρονίσθη.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ - ΑΛΗΘΩΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ
π. Διονύσιος Ταμπάκης –Χριστούγεννα 2017


Mοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης (1916-2006)
(Φωτογραφία: Σπύρος Λουλακάκης, 1955)

Πηγή: agioritikesmnimes



Επιστολή π. Ιωάννη Ρωμανίδη πρός τον π. Θεόκλητο Διονυσιάτη


Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ Θεόκλητε μοναχέ,

Εύχομαι το γράμμα μου να εύρη Σας και τον αγαπητόν μας Γέροντα Γαβριήλυγιαίνοντας σωματικώς και πνευματικώς και τα του Μοναστηρίου πλήρως εν τάξει. Ο νους μου ευρίσκεται πάντοτε εις το Άγιον Όρος και με κάθε ευκαιρίαν προσπαθώ να διαφωτίσω τους γνωστούς μου περί αυτού. 

Πιστεύω ακραδάντως ότι η ζωντάνευσις της Ορθοδοξίας θα επέλθη μόνον διά της αναστηλώσεως του μοναχικού μας βίου. 

Ακριβώς επειδή η εν κόσμω Εκκλησία απεκόπη της μοναχικής παραδόσεως, εσημειώθη επί των ημερών μας η γνωστή κατάπτωσις της πνευματικής ζωής. Ο σατανάς έχει τόσον πολύ διαστρέψει την θεολογίαν των αιρετικών και των εκ της Δύσεως επηρεασμένων δήθεν ορθοδόξων, ώστε να νομίζουν τινές ότι η σωτηρία δεν είναι από το κράτος και τας χείρας του εχθρού, αλλά απο τον.. Θεόν! Ο Θεός έγινε άνθρωπος δια να μας σώση από τον εαυτόν Του!

Διά τούτο εις την Δύσιν εξέλιπεν η ασκητική ζωή. Ούτε νηστεύουν,ούτε προσεύχονται πολύ. Μόνον ζητούν την ευδαιμονίαν. Η κατάπτωσις της μοναχικής μας ζωής δεν οφείλεται, ως νομίζουν τινες, εις έλλειψιν αφοσιωμένων νέων. Υπάρχουν πολλοί που αφοσιώνονται εις την Εκκλησίαν. 

Επειδή όμως έχουν διεστραμμένην αντίληψιν περί σωτηρίας, προορισμού και αμαρτίας, δια τούτο αντί να πάνε στα Μοναστήρια πηγαίνουν στην «Ζωή», ή γίνονται κοσμοκαλόγηροι, δηλαδή κοσμικοί Αρχιμανδρίται και δυστυχώς σήμερα απο αυτούς βγαίνουν οι Επίσκοποι. 

Όταν υπάρχει εσφαλμένη Θεολογία, τότε ο χριστιανισμός καταντά δράσις.

Διά την περί Εκκλησίας Θεολογίαν των σημερινών μας Θεολόγων, η μόνη απόδειξις ότι δεν απέθανεν η Ορθοδοξία είναι ο «Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» και η δράσις της «Ζωής». Η «Ζωή» είναι αναγκαία δια την περί Εκκλησίας Θεολογίαν των Θεολόγων των κλινόντων προς την Δύσιν. Διʼ αυτούς η έλλειψις της «Ζωής» είναι απόδειξις οτι εξέπνευσεν παντελώς η Ορθοδοξία. Τώρα ήδη ήρχισεν η «Ζωή» να κατακτά έδαφος εδώ εις την Αμερικήν και θα καρποφορήση, διότι όλη η εδώ ζωή είναι εν τω κόσμω δράσις και τίποτε άλλο. 

Ο μοναχικός βίος των ετεροδόξων εδώ είναι μεστά δράσεως τάγματα και καταγίνονται με ό,τιδήποτε εκτός από άσκησιν πνευματικήν, ώς την εκλαμβάνει η Ορθόδοξος Παράδοσις. Λοιπόν μέσα εις το καλούπι τούτο χωρεί άριστα η κίνησις της «Ζωής». Δυστυχώς δεν έχομεν ούτε ένα ασκητήν ή μοναστήρι και δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα ζωντανόν Ορθοδόξου ζωής. Επομένως, ο τύπος ευσεβείας «Ζωής» ομοιάζει τόσον πολύ με την ευσέβειαν των ετεροδόξων, ώστε θα κάμει θραύσιν, εάν ριζωθή...

Οι Έλληνες έχουν αφομοιωθή με τον ευδαιμονισμόν της Δύσεως και εις τα μάτια τους ο ευδαιμονισμός είναι θέλημα Θεού. Λοιπόν τί θα πάει να κάμει επάνω στους βράχους με ολονυκτίες και τα λοιπά; (…)

Νομίζω ότι θα λυπηθή ο διάβολος που δεν μας αρέσει ο χριστιανισμός που προωθεί, αλλά τί να γίνει; Δεν ημπορεί κανείς να αρέσει εις αυτόν, όταν θέλει να αρέσει στον Θεόν.

Ωραία περιγράφει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος πώς ο σατανάς βοηθεί εις την προσευχήν και στα καλά έργα ωρισμένων. (...)

Με την εν Χριστώ αγάπην Ι. Ρωμανίδης

(Επιστολή του π. Ιωάννου Ρωμανίδου στον π. Θεόκλητο Διονυσιάτη. Νικοδήμου Μπιλάλη, Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, έκδ. προηγουμένου Αθανασίου Λαυριώτου, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ-ΑΘΗΝΑΙ 1975, σ.274-275.) 




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ



(Το παρόν αφήγημα είναι αληθές, έτσι όπως ακριβώς μας το διηγήθη 
ο μακαριστός Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης)

ΓΕΡΟΝΤΑ, μπορεῖτε νά μᾶς πεῖτε μία ὠφέλιμη ἱστορία ἀπ’ απ’ ἐκεῖ, στὰ φρικτὰ Καρούλια, μὲ τοὺς ξυπόλυτους ἀσκητές;
-Ωωω σε τι χαριτωμένες μνήμες με γυρνάτε πάλι!
Ήμουν νέος Μοναχός τότε, κατὰ τὸ ἔτος 1938, όπου μου ἦρθε ὁ καλὸς λογισμὸς νὰ ἐπισκεφθῶ προσκυνητὴς τὰ φρικτὰ Καρούλια, νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἀσκητικὰ Χριστούγεννα μαζὶ μὲ τοὺς ἀετόψυχους Καλόγηρους τούτου τοῦ ἀπαράκλητου τόπου.
Τὴν εὐλογία μου τὴν ἔδωκε ἀμέσως δίχως δισταγμὸ ὁ Γέροντάς μου, ὁ Ὀσιότατος π. Γαβριήλ, ὁ καὶ Ἡγούμενος χρηματίσας τῆς τοῦ Διονυσίου Μονῆς, με την προϋπόθεση να μαζέψουμε πρώτα τις ελιές και μετά να έχω το ελεύθερο για τούτο μου τον πόθο. 
Μοῦ παρέδωσε εἰσέτι καὶ λίγους ὀβολοὺς διὰ τὸ ταξίδιό μου μὲ τὸ μοτόρι καὶ λίγες φανέλες γιὰ νὰ ἔχω νὰ ἀλλάξω, μὲ εὐλόγησε καὶ εὐχόμενος μὲ ἔστειλε σὲ τοῦτο τὸ κατανυκτικὸ προσκύνημα.
Ἔβαλα μετάνοια στὸν Γέροντά μου λοιπόν, φορτώθηκα τὸν ντορβά μου, κι’ ἔλαβα τὸ ραβδὶ μὲ προορισμὸ τὰ κατανυκτικὰ Καρούλια προκειμένου νὰ λάβω μέρος στὴν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων.
Από τὴν παραμονὴ ήδη τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε να ρίχνει νερόχιονο βελονιαστό. 
Καταφθάνοντας ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, μὲ μία τερπνὴ ἀναμονή, στὰ βραχώδη Καρούλια, ὁ ἥλιος, ὅσο μποροῦσε νὰ ξελευθερωθεῖ ἀπ’ ὰ πηχτὰ σύννεφα, κόντευε νὰ κρυφθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν μελανὸ θαλάσσιο ὁρίζοντα . 
Τότε ἄρχισαν νὰ συναθροίζονται γοργόφτεροι οἱ Καρουλιῶτες ἀσκητές, γιὰ νὰ γιορτάσουνε ὅλοι μαζὶ τὰ Χριστούγεννα. Κάποιοι κατέβαιναν ἀπὸ τὰ βράχια, ἄλλοι ἀπὸ τὶς κρεμαστὲς σκάλες, ἐνῶ κάποιοι ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες…ἦταν ἕνα πρωτόγνωρο καὶ συγκινητικὸ ὅλο θέαμα!
Τοῦτοι οἱ ἐρημίτες εἴχανε περασμένους στοὺς λιγνούς τους ὤμους τοὺς τρίχινους, λερωμένους μὰ ἁγιασμένους ντορβάδες, μὲ ράσα χιλιομπαλωμένα καθὼς χαιρεντιόντουσαν ἕνας-ἕνας μὲ βαθειὰ ὑπόκλιση κι’ ἔπαιρναν τὴν θέση τοὺς στὸ μικρὸ ἠμιφεγγὴ γλυκύτατο Ἐκκλησάκι τοῦ Κυριακοῦ.
Αφού τελέσαμε πρώτον το Ιερόν Ευχέλαιον κατόπιν φάγαμε λίγες βραστές πατάτες για να λάβουμε δύναμη. Έπειτα εκρούσανε ἕνα μικρὸ σήμαντρο γιὰ νὰ ἀρχινήσει ἡ ἀγρυπνία ἐνῶ ὁ ἁρμόδιος Ἱερεὺς φορώντας ἕνα μπλαβόχρωμο σὰν τοῦ πελάγους ἐπιτραχήλι ἔβαλε τὸ «Εὐλογητός»
Τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Ὅλοι, ὅσον μποροῦσαν, ἤσαν σφιχτὰ τυλιγμένοι στὰ πτωχικὰ τοὺς ράσα. Οἱ ἀνασασμοὶ τῶν ψαλτάδων ἄτμιζαν ἄσπιλοι καθὼς ἔψαλλον μέλποντες Τοῦ Θεοῦ τὰ τραγούδια μέσα στὸ δεινὸ κράτος τοῦ χειμῶνος, μὰ ἡ λιβανοκαπνισμενη θωριὰ τῆς γλυκόπνοης Παναγίτσας πού μας ἀγνάντευε στοργικὰ σὰν Μανούλα ἀπ’τὸ Τέμπλο ζέσταινε τὴν ψυχή μας μυσταγωγώντας μας στὴν ἱερουργία τοῦ ἄχραντου τοκετοῦ τῆς, τῆς Τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως κι’ἔτσι εἴχαμε γαλήνη σὰν καὶ ‘κείνη τῶν προβάτων στὸ μαντρὶ τῆς Βηθλεὲμ τότενες ποὺ γίνηκε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν οὐράνια Βηθλεέμ.
Ὅμως καθ’ὅλη τὴν διάρκεια τῆς κατανυχτικῆς ὁλονυχτίας ἐντύπωση ἀνερμήνευτή μου ἔκαμε ἕνας ἀδυνατισμένος καὶ λιπόσαρκος, σὰν τὸ καλάμι Καλόγηρος, ο παπα-Φιλάρετος, μὲ μία μακρυὰ κάτασπρη γενιάδα ποὺ ‘χὲ σταθεῖ σ’ἕνα παμπάλαιο στασίδι. 
Έλεγε ψιθυριστά την ευχή μ’ένα τρίχινο κομποσχοίνι ενώ τα ράσα του ήταν όλο μπαλώματα που δεν είχαν ταίρι. Τὸ σῶμα τοῦ, ἂν καὶ κάθονταν μέσα στὸ κρύο καὶ στὴν ἀγρυπνιὰ, ήτο ἀμετακίνητο σὰν τ’ἀγάλματος, και τὸ ρυτιδιασμένο κι’ὁλοζώντανο ἀπὸ τὴν ἄσκηση πρόσωπό του, σὰν τοῦ φτασμένου κυδωνιοῦ, ἔκαμε διάφορες κινήσεις καὶ παράξενους μορφασμοὺς ἀλλοιούμενο τακτικὰ καὶ φανερώνοντας πὼς ζοῦσε ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς ἔντονα γεγονότα φερμένα ἀπὸ ἕνα ἄλλον κόσμο.
Έβλεπες νὰ ἐναλλάσονται ἡ προσμονὴ μὲ τὴν μελαγχολία, ἡ θλίψη, μὲ τὴν, χαρὰ …νὰ σκιρτᾶ σὰν λαφομόσκι καὶ ἀμέσως νὰ κουρνιάζει συγκλονισμένος ἀπὸ Θεῖο φόβο…ἔκανε μορφασμοὺς στὸ πρόσωπο λὲς καὶ παρακολουθοῦσε ἕνα ἀλλόκοτο θέαμα καὶ ἔτσι πότε ἔκλαιγε, πότε συνοφρυόνταν, πότε χαμογελοῦσε καὶ δώστου πάλι Σταυροὺς καὶ μετάνοιες..
Καὶ ὅσο ὁ ἀσκητὴς ἐκτελοῦσε τὴ δική του λογικὴ λατρεία πιὸ δίπλα οἱ ψάλτες έμελπον στὴν Πανάχραντο Θεοτόκο τὸ:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον…»
Τὰ μικρούλικα παλαιὰ καντηλάκια στὸ Τέμπλο διέχεαν ἀρχοντικὲς μὰ καὶ σεμνὲς τὶς πολύχρωμες ἀνταῦγες τῶν κι ἕνας πτωχὸς πολυέλεος μὲ ἁγνὸ κερὶ φώτιζε ὅσο ἠδύνατο γλυκὰ τὸ σκοτάδι. Ὅλα ἁπλά, ἀπέριττα, ἀσκητικά…
Ἔτσι γαλήνια πῆρε ἡ ἀγρυπνία ὥσπου ἐκοινωνήσαμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ ἔδωσε ὁ Ἱερεὺς τὸ «δι’εὐχῶν» λαμβάνοντας τέλος ἡ οὐράνια ἐκείνη μυσταγωγία.
Ἡ ρόδινη ἀνατολὴ σιγά-σιγὰ αὐγαζόνταν ἀπὸ τὸν ἐπίσκεψη τοῦ ἡλίου μηνύοντας τὴν ἀνατολὴ ἀνατολῶν, τὸν ἑωθινὸ ἀστέρα, Αὐτὸν Τὸν γεννηθέντα Ἰησοῦ Χριστόν.
Μετὰ ἀπ’τ’ἀντίδωρο καὶ τὸν Ἁγιασμὸ προσφέρθηκε καφὲς και φραγκόσυκα στὸ φτωχικὸ καὶ ἀπέριττο Κυριακὸ τῆς σκήτης τῶν Καρουλῖων. 
Ἐγὼ διακονοῦσα στὸ κέρασμα, μὰ πρόσεχα καὶ ἀποθαύμαζα κιόλας τοὺς ἀσκητές, θωρώντας τοὺς λὲς κι’ἦταν παράξενα ὄντα, ὡς ἀρχαγγέλοι ἐπὶ τῆς γῆς.
Τότε ἐρώτησε ὁ Πνευματικός της Σκήτης ἐκεῖνον τὸν παράξενο ἀσκητὴ ἂν θὰ μείνει καὶ αὔριο ἐδῶ καὶ τοῦ ἀπήντησε:
-Βεβαίως καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μείνω, ἐὰν καὶ θὰ ἤθελα καλύτερα νὰ ἡσυχάσω στὸ καλυβάκι μου, ὅμως δὲν ἔχω νὰ φάω καὶ ἂν κάμετε ἀγάπη δεχθεῖτε καὶ μένα νὰ φάγω κοντά σας.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα καὶ ἀφοῦ ἐψάλλαμε τὰ Κτιτορικὰ ἔχοντας ἐνημερώσει ἤδη ἐγὼ τὸν Πνευματικὸ γιὰ ὅλη ἐτούτη τὴν παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ φτωχοῦ ἀσκητοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴ ἀγρυπνίαν, λέγει τοῦ τότε μὲ τόνο εὐγενικὸ μὰ καὶ ἐπιτακτικό.
-Ἀδελφέ μου, σὲ παρακαλῶ, πές μας τί γροικοῦσες χθὲς στὴν ὁλονυχτία καὶ ὅλο ἄλλαζε μορφὴ τὸ πρόσωπό σου.
Ὁ ἀσκητὴς ὅμως ἀρνιόταν πεισματικὰ νὰ δώκει ἀπάντηση φυλάγοντας ὅ,τι ἔζησε μέσα τοῦ ὡς πανάκριβο θησαυρό.
-Μὰ σὲ ἐξορκίζω στὸ ὄνομα Τοῦ Κυρίου νὰ μᾶς πεῖς.
-Λέγονται Γέροντα τέτοια πράγματα;
-‘Αντε κᾶμε ἀγάπη μήπως καὶ ὠφεληθοῦμε καὶ ‘μεῖς οἱ ἀδελφοί σου.
-…Μὰ δὲν μπορῶ.
-Ἅμα δὲν πεῖς, ἀπ’ἐδῶ δὲ φεύγεις !
Μὲ ὅλη ἐτούτη τὴν εὐγενικὴ βία καὶ δίχως νὰ θέλει ὁ παράξενος ἀσκητής, ὅμως ἀναγκεμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Πνευματικοῦ καὶ τῶν Καλογήρων ποὺ ‘χᾶν ἀπομείνει καὶ τούτη τὴν ἡμέρα στὸ Κυριακό, ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ μὲ δάκρυα καὶ συντριβή:
-Τί νὰ σᾶς πῶ; Νά!! ὅ,τι διαβάζατε καὶ ψέλνατε ἐσεῖς τὸ ἔβλεπα καὶ συμμετεῖχα καὶ ‘γῶ.
«Θωροῦσα τὸ Θεῖον βρέφος ,τὸν Χριστούλη μας, τὰ προβατάκια, τα λίγα ζωντανά ποὺ ‘σαν ἐκεῖ καὶ σταλιάζανε…μὰ ἦταν καὶ μία γελάδα ποὺ ἔστεκε κοντὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἐθέρμαινε μὲ τὸν ἀνασασμὸ τῆς …τὶς σταγόνες ποὺ έπεφταν ἀπὸ τὴν ὑγρασία και τους νοτισμένους σταλαγμίτες, καθότι ἤτανε σπήλαιον ἐκεῖ καὶ ὄχι κάποιο ἀνθρώπινο χτίσμα …
Είδα και μία ποιμένισσα να φέρνει ἀχνιστὸ γάλα, ποὺ μόλις εἶχε ἀρμέξει, γιὰ νὰ πλύνει μ’αὐτὸ τὸ Θεικὸ βρέφος. Ποῦ νὰ βρεθεῖ ζεστὸ νερὸ ἐκείνη τὴν ὥρα; ὅλα κρύσταλλο καὶ παγωμένα ἦταν…
Σιμὰ εἶδα καὶ Τὴν Παναγία μας, λεχώνα, ποὺ εἶχε τυλίξει μὲ τὸ σεπτὸ ἐπανωφόρι τῆς τὸν Υἱό της καὶ ἀνέκλεινε δίπλα πρὸς μία μεριὰ καὶ κρύωνε γιατί ἤτανε κενὸ καὶ δὲν εἶχε ποὺ νὰ ἀκουμπήσει…
Είχε μάλιστα προηγουμένως σχίσει με τα χέρια της ένα κομμάτι από το ρούχο της για να φτάξει σπάργανα στο άμωμο βρέφος Της.
Καὶ ‘ἔτσι ἔγινε… καὶ ἔτσι τρύπησε μὲ μιᾶς ἡ σπηλιὰ καὶ μπῆκαν Ἀγγέλοι που ἀνεβοακατεβαίναν στον οὐρανὸ ἐνῶ ἀκούγονταν γλυκύτατη μελωδία…
Ὁ δὲ Ἰωσὴφ προσπαθούσε με κάτι λιανόξυλα να ανάψει μία φωτιά να ζεσταθεί η άσπιλος Μητέρα και το Θείον Βρέφος και ὅλο ἔκλαιγε ἀναντρανισμένος ἀπὸ δέος καὶ χαρὰ σὰν τὸν Ἱερέα ποὺ στέκεται μὲ φόβο στὴν ἀναίμακτο Ἱερουργία ἔτσι καὶ ‘κεῖνος ἐφημέρευε τούτη τὴν νυχτιὰ στὸν πάντερπνο τοῦτο Ιερό Ναὸ μὰ καὶ πάμφτωχο συνάμα σπήλαιο τῆς βηθλεέμ.»

Πιο κάτω τὸ ζωηρὸ ἀγέρι ἀλυχτοῦσε στὰ Καρούλια, ἐνῶ τὰ κύματα στὸ ἄγριο σύνορο θαλάσσης καὶ γῆς ἔπλητταν φρίσσοντα τοὺς αποκρήμνους βράχους. Τα λευκά και πορφυρά κυκλάμινα ὄμως, που ἀνέθωραν μειλίχια ἀναρριχώμενα ἀπό τις σχισμάδες των βαράθρων, μυνίριζαν την ἀνάσταση ἐντός της καρδιάς του χειμῶνος… «Χριστὸς ἐπὶ γῆς· ὑψώθητε.»

Ὅλη ἡ λογικὴ μὰ καὶ ἡ ἄλογη κτίσις στης Παναγιάς το Περιβόλι μαρτυροῦσε διὰ μυρίων βεβαίων στομάτων πὼς ὄντως ὁ Χριστὸς ἐγενήθη καὶ ἡ γαληνόμορφη Θεϊκὴ χαρὰ στὴν γῆ ἐνεθρονίσθη.

π. Διονύσιος Ταμπάκης

ΣΤΟΝ ΓΑΜΟ ΤΗΣ ΚΑΝΑ



Υπάρχει, ωραιότατε Κύριε, πιο γλυκό και πιο μακάριο πράγμα, από το να Σε βλέπει κανείς και να παρακολουθεί την πορεία Σου; 

Ν’ ακούει τα θεία και ζωοποιά λόγια Σου, κατά το δημόσιο βίο Σου, όπως αυτά περιγράφονται στα ιερά Ευαγγέλια και συμπληρώνονται από τις ερμηνείες των Αγίων Σου; Αλλά και από την οδό της λεπτής πνευματικής θεωρίας γύρω από το εράσμιο Πρόσωπό Σου; Πώς ευφραίνεται η ψυχή μου, ευεργέτη και Σωτήρα του κόσμου Σου, να μελετώ ό,τι είναι σχετικό με τη σάρκωσή Σου, τη θεϊκή δράση Σου, τα θαύματά Σου, τις πορείες Σου, την αναστροφή Σου με τους απλούς και ταπεινούς και καταφρονεμένους!

Αυτή την ευφροσύνη αισθάνομαι, γλυκύτατε και ερασμιότατε Χριστέ μου, διαβάζοντας για την παρουσία Σου στο γάμο που έγινε στην Κανά της Γαλιλαίας, όπου προσκλήθηκες μαζί με τους μαθητές Σου, που ήταν και η γλυκύτατη Μητέρα Σου εκεί. Ω, υπεράγαθε Κύριε, τι μεγαλειώδης στην κοινωνική απλότητά της πραγματικότητα ήταν αυτή! Εσύ, Θεός και άνθρωπος, αγνοούμενος ως Θεός και θεωρούμενος σαν ένας κοινός προφήτης, μεταξύ των απλοϊκών εκείνων ιουδαίων συμπατριωτών Σου! 
Με τους ψαράδες μαθητές Σου και τη θεωρούμενη σύζυγο του μακαρίου Ιωσήφ Παναγία αειπάρθενο, σ’ ένα κοινωνικό και κοινό γεγονός, σ’ ένα ιουδαϊκό γάμο, όπου ασφαλώς δέσποζες ακτινοβολώντας από απροσδιόριστη μεγαλειότητα!


Η καρδιά μου σκιρτάει, αξιαγάπητε και παντέλειε Θεάνθρωπε, από αγάπη και δέος για να μάθει και για να πιθανολογήσει, πώς τάχα να συμπεριφερόσουν; 
Σε ποιο σημείο του τραπεζιού να καθόσουν στον δείπνο; Τι έλεγες; Τι ευχήθηκες στους νεόνυμφους; Πώς έτρωγες, Εσύ, ο κρυμμένος μέσα στη σάρκα Θεός, που θέσπισες τον γάμο και που οι ιουδαίοι της Βίβλου ακολουθούσαν τους λόγους Σου: «γι’ αυτό θα εγκαταλείψει ο άντρας τον πατέρα και τη μητέρα του και θα ενωθεί με τη γυναίκα του και οι δύο θα γίνουν ένας άνθρωπος» (βλ. Ματθ. 19, 5); 
Τον γάμο, που ανήγαγες σε υψηλή λειτουργία, ώστε το σκεύος Σου, ο Απόστολος Παύλος, να τον ονομάσει «μυστήριο» (βλ. Εφεσ. 5, 32). Αλλά, παρά τούτο, καθιέρωσες σαν υπέρτερη μορφή ζωής την παρθενία, την οποία και Εσύ ο Ίδιος τίμησες με το να γεννηθείς από Παρθένο, που ήταν και είναι Παρθένος πριν τον τόκο, στον τόκο και μετά τον τόκο1.

Θαυμάζω, Ιησού μου, και μεγαλύνω την άμετρη αγάπη Σου στα πλάσματά Σου, τα κακοποιημένα από τον σατανά. Αδιαφορείς όμως για την ασχήμια τους και συναγελάζεσαι μ’ αυτά, γιατί βλέπεις στους απλοϊκούς προσκαλεσμένους στο γάμο, τα τέκνα Σου, την πνοή Σου, την εικόνα Σου, όσο και αν είναι αυτή αχρειωμένη από την αμαρτία και από την αδαμιαία κληροδοσία. Και ούτε δυσχεραίνεις ακούγοντας μωρίες, ανοησίες, αγροίκες φωνές, αλλά και ανθρώπινα πάθη και πολλή αγνωσία, γιατί, φιλανθρωπότατε, βλέπεις στα βάθη της ψυχής. Και η άπειρη αγάπη Σου τα παραβλέπει όλα και καλύπτει τις ανθρώπινες αδυναμίες με την Πατρική Σου συγκατάβαση.


Ω, πόσο θα ήθελα να έβλεπα τον Σαρκωμένο Θεό μου, να συζητεί ίσος προς ίσους και να συμπεριφέρεται όπως όλοι στη χαρούμενη ατμόσφαιρα του γάμου! Και ν’ ακούω τη διδασκαλία Σου για το γάμο, που αγίασες με την παρουσία Σου και τι θα έλεγες στους νεόνυμφους.

Βέβαια, Εσύ, που είσαι πέρα από κάθε έννοια παρθένος, Εσύ που αξιολόγησες την παρθενία σαν υπέρτερη μορφή βίου, Εσύ που τίμησες την Παναγία Μητέρα Σου με την αειπαρθενία, Εσύ που χαρακτήρισες την παρθενική ζωή σαν δυναμική, αφού «δεν μπορούν να τη βαστάξουν όλοι» (Ματθ. 19, 11), ασφαλώς δεν ύμνησες την έγγαμη ζωή. Όμως την καθιέρωσες για τα πολλά τέκνα Σου που, με την ευαγγελική διδασκαλία Σου, την αξιώνεις με τα στεφάνια των νικητών και της αιώνιας ζωής. Άλλη, όμως, είναι η δόξα των «εκατό σαράντα τεσσάρων χιλιάδων» (πρβλ. Αποκ. 7, 1–17 και 14, 1–5).

Διαβάζοντας, Χριστέ μου, για το θαύμα της μεταβολής του νερού σε καλό κρασί, στάθηκα στο «τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι» («Τι κοινό υπάρχει, γυναίκα, ανάμεσα σε Μένα που ως Μεσσίας και Υιός του Θεού ενεργώ τώρα με τη θεϊκή Μου δύναμη, και σε σένα που με γέννησες ως άνθρωπο;»· βλ. Ιωάν. 2, 4). Ασφαλώς, Ιησού μου, αυτό αποτελούσε την οριοθέτηση σχέσεων. Από τη στιγμή αυτή, δεν ήσουν πλέον ο «υποταγμένος» (βλ. Λουκ. 2, 51), αλλά ο πανελεύθερος Θεός. Και τότε άρχιζε η θεανδρική Σου δράση. Χωρίς να ταπεινώσεις την Παναγία Μητέρα Σου, της υπέδειξες νέα όρια υιότητας και μητρότητας. Η Μητέρα Σου, όμως, ανθρώπινα και χαιρόταν και ευφραινόταν για τον Υιό της και θαύμαζε και δόξαζε και ακόμη περισσότερο υποτασσόταν προς τον Υιό του Θεού, τον ακατάληπτο και ανερμήνευτο, Ιησού μου.

Δεν μπορώ να εξηγήσω, πώς, σήμερα, μόλις τελείωσα τις εωθινές ταπεινές προσευχές μου, όταν άρχισε να διαυγάζει η μέρα και να «κινούνται οι σκιές», ζωντάνεψε στον άβακα της φαντασίας μου ο γάμος στην Κανά της Γαλιλαίας, τον οποίο σχολίαζα προ ημερών. Αλλά δεν θα με παρασύρει η περιέργεια να μάθω το πώς. Και αρκούμαι να θαυμάζω την παναγία παρουσία Σου, που μου έτρωσε με γλυκερά βέλη την καρδιά καθώς και την εκούσια εξομοίωσή Σου με τα απλά και αφώτιστα πλάσματά Σου, Χριστέ μου. Και η παρουσία της αειπάρθενης Μητέρας Σου, επίσης με γεμίζει με χαρά και δέος.


Η δίψα της περιέργειάς μου επικεντρώνεται στο πώς συμπεριφερόταν η Θεοτόκος με την υπερσεραφειμική αγιότητα, απέναντι στους νεόνυμφους, στους συγγενείς τους και στους καλεσμένους. Μιλούσε, χαιρόταν στο γαμήλιο γεγονός, σιωπούσε, προσευχόταν μυστικά, θαύμαζε τον μονογενή Υιό της; Μήπως διακονούσε; Τι, τάχα, να ευχόταν στους συζύγους και στους συμμετέχοντες; Ή μήπως διακριτικά να συμβούλευε; Πώς συμμετείχε στην πεζότητα ενός γάμου, συμβιβάζοντας μέσα στην πυρφόρα καρδιά της την αυτοσυνειδησία ως Μητέρας ανύμφευτης του Σαρκωμένου Θεού; Αυτό, δεν ήταν τεκμήριο μιας άκρας ταπείνωσης;

Κύριέ μου Ιησού, αναλογιζόμενος με κατάνυξη και θαυμασμό τα καταπληκτικά γεγονότα, που ακολούθησαν την ενανθρώπισή Σου, παντού βλέπω μεγαλειώδεις, θείες και άρρητες αντιθέσεις που εξίσταται ο νους και η ψυχή φλέγεται στην αγάπη Σου. Γιατί, Θεός Εσύ, κατέρχεσαι, φαινομενικά τουλάχιστον, στα επίπεδα των ανθρώπων. Αυτό το γεγονός δεν αποκαλύπτει την ατίμητη αξία που έδωσες στα λογικά και κατά χάρη αθάνατα πλάσματά Σου;


Και θαυμάζω ακόμη και την ασύλληπτη ταπείνωση της Παναγίας Μητέρας Σου. Βασίλισσα αυτή των Ουρανών, συναναστρέφεται με τους συμπατριώτες της και συμμετέχει στις χαρές και τις θλίψεις τους, επειδή είναι φιλανθρωπότατη και φιλάδελφη, μη θέλοντας να ξεχωρίσει απ’ αυτούς, ως υπερφυώς υπερέχουσα. Άλλωστε, γνώριζε ότι γι’ αυτούς έγινες άνθρωπος. Και ότι γι’ αυτούς Εσύ θα πέθαινες σταυρωμένος, όπως της είχε πει ο γηραιός Συμεών, τόσο συνεσκιασμένα, όσο για να φαίνεται αόριστα μονάχα η λάμψη της ρομφαίας που θα έσχιζε τη θεοφόρα καρδιά της. Όλ’ αυτά, Ιησού μου, δεν είναι αρκετά για να Σ’ ευχαριστούμε, κλαίγοντας σ’ όλη μας τη ζωή από θαυμασμό, χαρά και ευγνωμοσύνη, ω, Φως του κόσμου;…2

ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΟΥ ΑΘΩ

–ΔΥΟ ΣΧΟΛΙΑ–
Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου
(1916–2006)
[1] Για την πανίερη παρθενία

Είναι οι πνευματικοί ίμεροι του Ερημίτη Νικόδημου να έβλεπε και σωματικά τον Χριστό, όπως άλλωστε όλοι οι Άγιοι το επιθυμούσαν. Βέβαια, τώρα ζητούν να δουν το πάγκαλλο Πρόσωπό Του όχι στη γη, αλλά στον ουρανό· αυτό που εκφράζει ο επίσης πληγωμένος από την αγάπη του Δαβίδ: «Πότε θα ’ρθώ να δω το Πρόσωπό Σου, Θεέ μου;» (βλ. Ψαλμ. 41, 3).
Επίσης, θίγοντας το θέμα της παρθενίας, παραθέτω τις απόψεις του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης: Γενικά, η ηθική ζωή των πιστών, πιο ειδικά όμως η παρθενία, αντιμετωπίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας σαν τέχνη που πρέπει να μάθουν όσοι την επιθυμούν. Όσοι μάλιστα από τους Πατέρες έγραψαν έργα περί παρθενίας, κατοχυρώνουν θεολογικά τη θέση ότι αυτή αποτελεί την καλύτερη εκλογή, δίνοντας και τις κατάλληλες οδηγίες, με βάση την εν Χριστώ ασκητική τους εμπειρία και τέχνη, προκειμένου να προφυλάσσονται οι εραστές του παρθενικού βίου από τους κινδύνους που τους απειλούν. Και εδώ συμβαίνει τούτο το εκπληκτικό: Ενώ το ανθρώπινο γένος είναι κατώτερο από τους αγγέλους, ως προς τη φύση, με την τέχνη της παρθενίας προσπαθεί να ξεπεράσει τις δυνάμεις του και να εξισωθεί μ’ αυτούς, όσο αυτό είναι δυνατό. Και όπως ακριβώς έργο και επιθυμία των ασώματων δυνάμεων είναι να βλέπουν τον Πατέρα της αφθαρσίας και να στολίζουν τη μορφή τους σύμφωνα με το αρχικό κάλλος, το ίδιο και όποιος κατανόησε μέσα του την απάτη του κόσμου τούτου, φλέγεται από την επιθυμία του Θεού, έχει σαν βοηθό και συνεργό την παρθενία, αν θέλει να ομοιώνεται με την ασώματη φύση. Η ιδιότητα λοιπόν της παρθενίας είναι για τον ιερό συγγραφέα κάποια τέχνη και δύναμη που βοηθά τη ψυχή μας να βιώνει ελεύθερη τη θεία και μακάρια ηδονή, όπως ακριβώς στα διάφορα επαγγέλματα επινοήθηκαν μέθοδοι για την τελειοποίησή τους.


[2] Για την Θεοτόκο και για το «Φως του κόσμου»

Ο Ερημίτης Νικόδημος από την ασκητική παραδοσιακή του αγωγή, μόρφωσε μέσα του ορθή δογματική συνείδηση, τρεφόμενος και με τα λειτουργικά βιβλία της ορθόδοξης λατρείας. Επόμενο ήταν να οικειωθεί το πνεύμα των θείων Πατέρων σχετικά με την Μαρία Θεοτόκο. Έτσι, ακόρεστοι οι ουράνιοι απαθείς πόθοι που έφλεγαν άφλεκτα το νου και την καρδιά των Αγίων, κατά το μέτρο της γνώσης που είχαν για τη θεομητορική αξία. Αίνοι και ύμνοι και σκιρτήματα αγιασμένων ψυχών και σωμάτων, μπροστά στο θείο εκτύπωμα της βρεφοκρατούσας Παναγίας· κλαυθμοί και αλάλητοι στεναγμοί ιστάμενοι στις πολυώνυμες και πολύτυπες βυζαντινές Εικόνες, καθώς απαγγέλλονται προς αυτές οι Χαιρετισμοί και ψέλνονται οι Παρακλήσεις.
Η Θεοτόκος Μαρία έγινε μέσα στην Ορθόδοξη ευσέβεια το σημείο αναφοράς των προσευχών και των ελπίδων σωτηρίας των ανθρώπων. Και ο Χριστός; Ο Σωτήρας βρίσκεται πάντοτε μέσα στις άχραντες ωλένες της Μητέρας Του, για να δέχεται χρεωστικώς τις αιτήσεις των δούλων της. Άλλωστε, πώς διδάσκει η Εκκλησία ότι «πολὺ ἰσχύει δέησις Μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου»; Και πώς ψάλλει ο Ορθόδοξος λαός προς την Θεοτόκο, ότι «ἔχεις τὸ δύνασθαι τοῦ θέλειν ἰσοτάλαντον»;

Όσοι διαβάζουμε τους θεολογικούς λόγους και ακούμε τις εξαίσιες υμνολογίες των αγίων Πατέρων, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι καθαρές ψυχές τους από κάθε γήινη επιθυμία και ο ένθεος πόθος που είχε τραυματίσει τις καρδιές τους, τους γεννούσαν συνεχώς υψηλούς και θείους λογισμούς ώστε να διατελούν αδιάλειπτα σε κατάσταση καιομένης καμίνου από το θείο έρωτα. Έτσι ερμηνεύεται και η ακατάπαυστη παραγωγή ύμνων θείων ερώτων και λόγων θεολογικών σε χιλιάδες σελίδες, που τρέφουν την Εκκλησία αιώνες και θα την τρέφουν μέχρι τερμάτων αιώνων. Μέσα σ’ αυτό το πνευματικό ρεύμα κινείται, όπως προκύπτει από τα κείμενά του, ο Ερημίτης Νικόδημος. Επίσης ήθελα να σταθώ και στην τελευταία φράση του «Ω, Φως του κόσμου…». Και αυτό, επίσης, είναι εκφραστικό των δικών του θείων ερώτων προς τον Χριστό, που «οι καθαροί στην καρδιά» (βλ. Ματθ. 5, 8) Τον βλέπουν ως Κάλλος και ως Φως.

[Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου:
«Νικοδήμου Ερημίτου·
Χριστοκεντρικές εμπειρίες ενός ερημίτου»,
α΄ τόμ., κεφ. 24–26,
σελ. 48–52 και 120–123 (τα Σχόλια),
εκδοτικός οίκος «Αστήρ»,
Αθήναι 1991.]


Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΙΡΑΖΟΜΕΝΟΣ



Χριστέ μου, μελετώντας τα στάδια της πορείας Σου, για να μας ελευθερώσεις από την καταδυναστεία του διαβόλου, μας άφησες παράδειγμα πνευματικού αγώνα την προσευχή και τη νηστεία Σου. Και επειδή άνθρωπο νίκησε ο σατανάς μέσα στην Εδέμ, έπρεπε κι Εσύ ως άνθρωπος να τον νικήσεις. Η θεότητά Σου λοιπόν άφησε την ανθρώπινη φύση Σου να αγωνιστεί και να νικήσει τον εχθρό.

Γι’ αυτό, μετά τη θεία Βάπτισή Σου, πήγες στην έρημο να πολεμήσεις τον αντίπαλο. Με ποια όπλα; Με τη νηστεία και την προσευχή. Και αργότερα θα διδάξεις ότι «τούτο το γένος δεν εξέρχεται παρά με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21). Δηλαδή οι δαιμονικές ενέργειες δεν υποχωρούν, παρά μόνο με τη χάρη Σου που επικαλούμαστε και με τη νέκρωση του σώματος, που παράγουν την ταπείνωση, χωρίς την οποία, δεν μας βοηθάς, Ιησού μου.


Και θαυμάζω την ανέκφραστη αγάπη Σου, Θεέ μου, να υποφέρεις την ασκητική κάκωση για τα πλάσματά Σου, αφού είχες όλα τα αδιάβλητα ανθρώπινα πάθη: πεινούσες, διψούσες, νύσταζες, κόπιαζες, πονούσες σωματικά. Και θαυμάζω και δοξάζω, Λόγε του Θεού, την άπειρη φιλανθρωπία Σου, να αναλίσκεσαι ως άνθρωπος στις προσευχές και στην σαρανταήμερη αποχή από τροφή και νερό, αγρυπνώντας για χάρη μας.

Έχοντας τις δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, ενωμένες ασύγχυτα σε μία υπόσταση, επομένως δύο θελήματα και δύο ενέργειες, με την αντίδοση των ιδιωμάτων, όταν ήθελες, ακατανόητε και ανερμήνευτε Ιησού μου, ενεργούσες πότε με την ανθρώπινη και πότε με τη θεία φύση. Πάντως είσαι, Ιησού μου, «κρύφιος ακόμη και μετά τη φανέρωση» (Άγιος Διονύσιος Αεροπαγίτης), δηλαδή ένα μυστήριο.


Το ιερό κείμενο, ευλογημένε Κύριε, γράφει ότι μετά τις σαράντα μέρες πείνασες. Ήθελες, βέβαια, να πεινάσεις, αφήνοντας το αδιάβλητο πάθος να ενεργήσει σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση. Αν δεν ήθελες, με την αντίδοση της θεότητάς Σου στην ανθρώπινη φύση, δεν θα πεινούσες ποτέ. Αλλά πάλευες σαν άνθρωπος και ήθελες σαν άνθρωπος να νικήσεις τα αδιάβλητα πάθη, καθώς και τον σατανά. Άλλωστε, ποιο νόημα θα είχε ο λόγος Σου, «Εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο» (Ιωάν. 16, 33), αν τον νικούσες σαν Θεός; Δόξα στην πανσοφία Σου, που ενεργούσε σαν πυρακτωμένη μάχαιρα από την ένωση των δύο φύσεων.

Γλυκύτατε Κύριε, Σε βλέπω νοητά στην έρημο σαν πρότυπο των ερημιτών και των ησυχαστών. Είσαι ο αυθεντικότερος διδάσκαλός μας. Ω, Χριστέ μου, πώς να μη κλαίω σκεπτόμενος ότι Εσύ μας άνοιξες τον δρόμο της υψηλής πνευματικής ζωής, τον ησυχασμό; Και ότι μας υπέδειξες άριστη οδό ύψωσης, την ταπείνωση, που την γεννούν η προσευχή, η νηστεία και ο φωτισμός Σου; Κι ακόμα μας δίδαξες τον αντιρρητικό πόλεμο κατά του πειράζοντος διαβόλου. Αφού όλα τα πάθη αποτελούν άλογες ενέργειες, επόμενο είναι να ανατρέπονται οι προκλήσεις τους με το θείο λόγο.


Και φαίνεται, Χριστέ μου, πως, προκειμένου ν’ αρχίσεις ως Θεάνθρωπος το ασύλληπτης μεγαλειότητας έργο της θείας Οικονομίας, θέλησες να μας διδάξεις ότι πρέπει κι εμείς ν’ αρχίζουμε τον αγώνα της σωτηρίας μας από τον πόλεμο κατά των παθών μας. Έτσι, από το είδος των πειρασμών, καταφαίνεται και σε ποια πάθη νικάει τους ανθρώπους ο πειραστής: στα περιεκτικά πάθη της φιληδονίας, της φιλοδοξίας και της φιλοκτησίας.

Χριστέ μου, συγχώρεσέ με που πολυπραγμονώ γύρω από τους πειρασμούς Σου και γιατί –όπως διαβάζεις τις σκέψεις μου– μου περνάει από το νου ότι ο τρόπος των πειρασμών Σου δεν είναι όμοιος με τους δικούς μας. Ο εχθρός εκπειράζει κυρίως μέσω της φαντασίας. Αλλά Εσύ, Κύριε, δεν είχες φαντασία. Επομένως, σε ποιο χώρο Σε πείραζε ο εχθρός; Αυτό είναι για εμάς ακατάληπτο, αλλά και χωρίς πολλή σημασία. Σημασία έχει, ότι Σε πείραξε και αποκρούσθηκε σε χρόνο μηδέν. Αν και ο πεσών Εωσφόρος δεν γνώριζε Ποιος είσαι, όμως από διάφορα εκδηλώματα υποπτευόταν ότι είσαι κάτι διαφορετικό από τους υπόλοιπους ανθρώπους, αφού ο ίδιος Σε ονόμαζε «γιο Θεού» (Μάρκ. 5, 7).


Και ενώ, Χριστέ μου, αγνοούμε –τουλάχιστον εγώ ο ταπεινός δούλος Σου– τον τρόπο των προσβολών των τριών πειρασμών Σου (του πειρασμού της φιληδονίας, της φιλοδοξίας και της φιλοκτημοσύνης), όμως μας άφησες αιώνιο υπόδειγμα πνευματικού αγώνα. Και όταν ανάγεται ο νους μου στη θεωρία της αΐδιας δόξας Σου, ότι, Θεός ων, άναρχος και ατελεύτητος, που «κατοικεί σε απρόσιτο φως» (πρβλ. Α΄ Τιμ. 6, 16), παρόλα αυτά ταπεινώθηκες και υπέφερες τόσα από αγάπη για τα πλάσματά Σου, η καρδιά μου φλογίζεται, ο νους μου φωτίζεται και από τα μάτια μου αναβλύζουν δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης…

ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΟΥ ΑΘΩ

[Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου:
«Νικοδήμου Ερημίτου·
Χριστοκεντρικές εμπειρίες ενός ερημίτου»,
α΄ τόμ., κεφ. 22 και 23, σελ. 45–48,
εκδοτικός οίκος «Αστήρ»,
Αθήναι 1991.]

Ἡ νεορθοδοξία ἀνατρέπει τὴν Ὀρθοδοξία



Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο "Περὶ θείου καὶ ἀνθρωπίνου ἔρωτος" 
τοῦ π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου

Τί εἶναι κατὰ βάθος ἡ διαδασκαλία τῶν νεορθοδόξων; Εἶναι ἕνα θεωρητικὸ σύστημα ποὺ συγκροτεῖται ἀπό στοιχεῖα παρέχοντα συνεχή καὶ ἀδιάπτωτη εὐδαιμονία, χαρά, εὐφορία, αἰσιοδοξία, ἐρωτικὲς ἀπολαύσεις, ὑποσχόμενο τὴν τελείωση τῶν βιούντων κατὰ τὰ πρότυπά των νεορθοδόξων μὲ κατάληξη τὸν θεῖον ἔρωτα καὶ τὴν θέωση. Δηλαδὴ πρόκειται γιὰ ἕνα τρόπο ζωῆς, μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ συνίσταται ἀπό, κατ' ἐπιλογήν, δογματικὲς καὶ πνευματικὲς θέσεις, ὑφιστάμενες ἀπαραιτήτως, προκρούστιες ἐπεξεργασίες καὶ ὑποτασσσόμενες σὲ ἀναπλαστικὲς μεθοδεύσεις, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν προσχηματισμένα μοντέλα στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη. Προσφέρουν ἔτσι μία dolce vita, ἀλλὰ προπαντός, ὀρθόδοξη ἀφοῦ δὲν στερεῖται ὀρθοδόξων στοιχείων! Καὶ ἀκριβῶς γι' αὐτὸ καὶ ἀπατηλή.

Ποιὸς δὲν θέλει τὴν εὐτυχία του, τὴ χαρά του καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία του; Ἔτσι λοιπὸν ἡ ἀνθολογημένη αὐτὴ διαδαχὴ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία γίνεται ἀποδεκτὴ εὐχαρίστως, σὰν κάτι ἀντι-στασιακό, ἀντι-παλιολιθικό, ἀντι-συντηρητικό, σὰν "μιὰ ἄλλη γλώσσα, μιὰ ἄλλη θεώρηση αὐτοῦ τοῦ χώρου". Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ αἴρεται πλέον, γιατί δὲν χρειάζεται, ἡ νέκρωση τῆς σάρκας καὶ τῶν παθῶν εἶναι περιττή, ἀφοῦ τὴν ἑτοιμάζουμε γιὰ ἐρωτικὲς ἀπολαύσεις, τηρουμένου βέβαια, τοῦ ὄρου ὅτι "προσφέρεται γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου". Λόγος περὶ ἐντολῶν δὲν γίνεται, γιὰ νηστεῖες καὶ γενικῶς ἄσκηση γιὰ "στενὴ καὶ τεθλιμμένη" καὶ γιὰ πολέμους μὲ τὸν σατανᾶ καὶ τὰ πάθη, τελεία σιωπή. 

Ἡ Πατερικὴ Γραμματεία εἶναι καλή, ἀλλὰ ἀνθολογουμένη καὶ καταλλήλως ἑρμηνευομένη, γιὰ νὰ…. προβάλλει τὴν χαρούμενη Ὀρθοδοξία. Τὰ ἀριστουργήματα τῆς ὀσιακῆς ἐμπειρίας καὶ τῶν θεολογικῶν ἐλλάμψεων ποὺ ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Παρακλητικῆς, τοῦ Τριωδίου, στὰ Μηναῖα, στὸ Θεοτοκάριον, στὸ Πεντηκοστάριον, εἶναι ἀποδεκτά, χωρὶς ὅμως τοὺς θρήνους τῆς μετανοία, χωρὶς τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, τῆς ἐνοχῆς, τῆς εὐθύνης, τῶν χρεῶν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρο πέλαγος ἀγαθότητος καὶ βλέπει τὶς ἀνθρώπινες ἀθλιότητες μὲ κατανόηση ὡς ἀστοχίες, ἀτευξίες. Λόγος περὶ θείας δικαιοσύνης καὶ ἀνταποδόσεως, δὲν ἔχει θέση στὴ νεορθοδοξία, Ἐπίσης ὁ τὸσο εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος Κύριος, ἀδύνατον νὰ κολάσει, ἀφοῦ κάτι σχετικὸ τάχα λέγει καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος,

 Ὁ φόβος ἔχει ἐκτοπισθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ "τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως", εἶναι ἄγνωστη γλώσσα, ἀφοῦ θὰ μᾶς δικαιώσει ὁ Κύριος σὰν τὸν Μαρμελάδωφ, μόνο καὶ μόνο γιατί θεωροῦσε τὸν εὐαυτό του ὡς χοῖρο.

"H νεορθοδοξία ανατρέπει την Oρθοδοξία"

Τι είναι κατά βάθος η διδασκαλία των νεορθοδόξων; Είναι ένα θεωρητικό σύστημα, που συγκροτείται από στοιχεία παρέχοντα συνεχή και αδιάπτωτη ευδαιμονία, χαρά, ευφορία, αισιοδοξία, ερωτικές απολαύσεις, υποσχόμενες την τελείωση των βιούντων κατά τα πρότυπα των νεορθοδόξων, μέ κατάληξη τον θείον έρωτα και την θέωση. Δηλαδή πρόκειται για ένα τρόπο ζωής, μέσα στην Εκκλησία, που συνίσταται από, κατ' επιλογήν, δογματικές και πνευματικές θέσεις, υφιστάμενες απαραιτήτως προκρούστιες επεξεργασίες και υποτασσόμενες σε αναπλαστικές μεθοδεύσεις, για να υπηρετήσουν προεσχηματισμένα μοντέλα, στη θεωρία και την πράξη. Προσφέρουν έτσι μια dolce vita, αλλά, προπαντός, ορθόδοξη, αφού δεν στερείται ορθοδόξων στοιχείων! Και ακριβώς γι' αυτό και απατηλή.
Ποιος δεν θέλει την ευτυχία του, τη χαρά του και την αιώνια σωτηρία του; Έτσι λοιπόν η ανθολογημένη αυτή διδαχή από την Ορθοδοξία γίνεται αποδεκτή ευχαρίστως, σαν κάτι αντι-στατικό, αντι-παλαιολιθικό, αντι-συντηρητικό, σαν «μια άλλη γλώσσα, μια άλλη θεώρηση αυτού του χώρου». Ο Σταυρός του Χριστού δεν θα αίρεται πλέον, γιατί δεν χρειάζεται, η νέκρωση της σάρκας και των παθών είναι περιττή, αφού την ετοιμάζουμε για ερωτικές απολαύσεις, τηρουμένου, βέβαια, του όρου ότι «προσφέρεται για την ευτυχία του άλλου». 
Λόγος περί εντολών δεν γίνεται, για νηστείες και γενικώς άσκηση, για «στενή και τεθλιμμένη» και για πολέμους με τον σατανά και τα πάθη, τελεία σιωπή. Η Πατερική γραμματεία είναι καλή, αλλά ανθολογουμένη και καταλλήλως ερμηνευομένη, για να προβάλλει την χαρούμενη Ορθοδοξία. 
Τα αριστουργήματα της οσιακής εμπειρίας και των θεολογικών ελλάμψεων, που έχουν ενσωματωθεί στα λειτουργικά βιβλία της Παρακλητικής, του Τριωδίου, στα Μηναία, στο Θεοτοκάριον, στο Πεντηκοστάριον, είναι αποδεκτά, χωρίς όμως τους θρήνους της μετανοίας, χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητος, της ενοχής, της ευθύνης, των χρεών από τις αμαρτίες, αφού ο Θεός είναι άπειρο πέλαγος αγαθότητος και βλέπει τις ανθρώπινες αθλιότητες με κατανόηση ως αστοχίες, ατευξίες. 
Λόγος περί θείας δικαιοσύνης και ανταποδόσεως, δεν έχει θέση στην νεορθοδοξία. Επίσης ο τόσον εύσπλαγχνος και φιλάνθρωπος Κύριος, αδύνατον να κολάσει, αφού κάτι σχετικό τάχα λέγει και ο Ισαάκ ο Σύρος. 
Ο φόβος έχει εκτοπισθεί από την αγάπη, το «τρέμω την φοβεράν ημέραν της κρίσεως», είναι άγνωστη γλώσσα, αφού θα μας δικαιώσει ο Κύριος, σαν τον Μαρμελάδωφ(1) μόνο και μόνο γιατί θεωρούσε τον εαυτό του ως χοίρο. Τον εκάλεσε ο Κύριος και χωρίς άλλη μετάνοια, χωρίς αποχή της μέθης και ας έστελνε τη Σόνια να πορνεύει για χάρη του πατρικού ποτού, όπως μας το εγγυάται ο κ. Γιανναράς.

1. Ήρωας του μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι, "Εγκλημα και τιμωρία

------------------------------------------------------------
πηγή: ΘΕΌΚΛΗΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ, "Περί θείου και ανθρωπίνου έρωτος - Β. Ο Νικολαϊτικός ερωτισμός των νεορθοδόξων", εκδ. Σπηλιώτη

Θεολογικοὶ διάλογοι χωρὶς ἀποτέλεσμα

ΕΙΝΑΙ ὑπερβολικός ὁ ἰσχυρισµός πολλῶν ἀνθρώπων πώς τάχα οἱ κοινωνικές σχέσεις, οἱ κοινές ἐκδηλώσεις, οἱ συνοµιλίες καί οἱ διάλογοι λύνουν τά προβλήµατα πού ὑπάρχουν στόν κόσµο, τά κοινωνικά, πολιτικά, ἐπιστηµονικά, ἐκκλησιαστικά κ.ἄ.

Πιστεύουν ὅτι µποροῦν νά ὁδηγήσουν πρός τή λύση καί νά ἐπικρατήσει παντοῦ ἠρεµία καί ἀνέµελη συνεργασία. Στά κοινωνικά καί πολιτικά προβλήµατα µπορεῖ νά συµβάλλουν µερικῶς, ὅταν οἱ διαλεγόµενοι συµφωνοῦν µέ ἀµοιβαῖες ὑποχωρήσεις. Στά ἐκκλησιαστικά ὅµως θέµατα, κυρίως αὐτά πού ἔχουν σχέση µέ τόν οἰκουµενισµό, δέν ἰσχύει κάτι τέτοιο.
Οἱ θεολογικοί διάλογοι µεταξύ Ὀρθόδοξων καί ἑτερόδοξων δέν ἔχουν ἀποτελέσµατα, γιατί δέν ὑπάρχει ἡ ἀγαθή προαίρεση στούς ἑτερόδοξους νά βροῦν τό δρόµο πού ἔχασαν. Ἄν ὑπῆρχε, οἱ διάλογοι θά ἦταν γόνιµοι καί θά τούς ὁδηγοῦσαν στήν ἐπιστροφή πρός τήν µία Ἐκκλησία.
Οἱ διάλογοι µέ τούς ἑτερόδοξους πού διεξάγονται ἐπί δεκαετίες τώρα, δέν ἔχουν κανένα οὐσιαστικό ἀποτέλεσµα. Οὔτε ἕνας ἑτερόδοξος δέν συναισθάνθηκε τήν ἀποµάκρυνσή του ἀπό τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως. ∆έν εἴδαµε πουθενά καί σέ κανένα βήµατα ἐπιστροφῆς. Καί οἱ ἡµέτεροι οἰκουµενιστές ἐπιµένουν καί πρωτοστατοῦν στούς θεολογικούς διαλόγους, πιστεύοντας ὅτι κάτι σπουδαῖο πετυχαίνουν! Πολλές φορές µέ τίς ὑποχωρήσεις καί τούς συµβιβασµούς τους σκανδαλίζουν τούς πιστούς, ἀλλά αὐτό δέν ἐνδιαφέρει. Ἐλπίζουν ὅτι σιγά-σιγά θά ἀποδεχτοῦν αὐτά πού ἀποφασίζουν γιά λογαριασµό τους, ἀφοῦ τυχαίνει νά εἶναι ἀνώτεροι κληρικοί, στούς ὁποίους ἐπιβάλλεται σεβασµός καί ὑπακοή. Γιά ἐκείνους πού τυχόν δέν θά πειθαρχήσουν, ἔχουν τήν διαδικασία τοῦ ἀφορισµοῦ καί τῆς ἀκοινωνησίας!
Μεγάλη εὐθύνη στούς διαλόγους καί τόν οἰκουµενισµό γενικότερα ἔχει τό Οἰκουµενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο δέν ἔχει ποίµνιο στήν Πόλη καί ἀσχολεῖταιµέ τούς ἀµετανόητους αἱρετικούς, τούς παπικούς καί προτεστάντες. Ὁ ἀείµνηστος µοναχός Θεόκλητος ∆ιονυσιάτης ἔλεγε σχετικά: «Ποῦ ἐγεννήθη τό θέµα τοῦ διαλόγου; Ποῦ ἀλλοῦ; Εἰς τό Φανάρι! ∆έν ἀντιτιθέµεθα εἰς πᾶσαν ἰδέαν διαλόγου µετά τῶν αἱρετικῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἀνά τούς αἰῶνας κηρύττει τήν Ὀρθόδοξον πίστιν. Καί στούς θέλοντας νά διαλεχθοῦν, δέν ἀρνεῖται. Σηµειώνοµεν τήν δυσφορίαν µας µόνον, ὄχι δι᾿ αὐτόν τοῦτον τόν διάλογον, ἀλλά διά τήν συνέχουσαν τό Φανάριον παθολογικήν ἐπιθυµίαν τοῦ διαλέγεσθαι καί διά τήν ἐλαστικότητά του περί τά θέµατα τῆς πίστεως, µέ συνέπειαν νά φθείρεται ἡ Ὀρθοδοξία» (Ὀρδόδοξα µελετήµατα, 1974, σελ. 68).
Τόν κίνδυνο τῆς φθορᾶς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τούς διαλόγους καί τόν οἰκουµενισµό δέν τόν ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅλοι ὅσοι βρίσκονται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Τόν θεωροῦν ὑπερβολικό καί ἀµφισβητοῦν ἐκείνους πού µιλοῦν γι᾿ αὐτόν. Οἱ ἴδιοι ὅµως δέν ἔχουν κάποιο ἀντεπιχείρηµα. Ἁπλά ἀκολουθοῦν τούς κληρικούς πού εἶναι συµβιβασµένοι µέ τόν κόσµο καί δέν ἔχουν τήν ἀναγκαία εὐαισθησία στά θέµατα τῆς πίστης. Χρειάζεται ἐγρήγορση καί ἐκεῖνοι πού προσπαθοῦν νά διαφωτίσουν τό λαό ἐπιτελοῦν ἔργο θεάρεστο.

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης
Ορθόδοξος Τύπος, 10/07/2015

Καθίζησις ὀρθοδόξου φρονήματος

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ εἶναι ὁ µεγάλος δράκοντας πού ἐπί δεκαετίες τώρα ἀπειλεῖ τήν Ὀρθοδοξία, χωρίς νά προκαλεῖ ὅµως τήν ἀνάλογη ἀνησυχία στούς κληρικούς καί τούς λαϊκούς.
Συνήθως στή χώρα µας οἱ δραστηριότητες τῶν οἰκουµενιστῶν φτάνουν ὡς εἰδήσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ δελτίου, µιά καί ἐκτός τῆς χώρας λαβαίνουν χώρα, χωρίς νά προκαλοῦν πολύ. ∆έν ἔχουν τό θάρρος ἀκόµη οἱ µεγαλόσχηµοι κληρικοί τοῦ οἰκουµενισµοῦ νά συγχρωτιστοῦν καί νά συµπροσευχηθοῦν µέ τούς αἱρετικούς ἐντός τῆς Ἑλλάδος, γιατί γνωρίζουν ὅτι οἱ ἀντιδράσεις θά εἶναι δυναµικές. Αὐτός εἶναι ὁ βασικός λόγος πού ἡ ἀνησυχία τοῦ πιστοῦ λαοῦ εἶναι µειωµένη.
∆έν πρέπει ὅµως νά ἀδιαφοροῦµε γιά τό τί συµβαίνει σέ διάφορα µέρη τοῦ κόσµου καί τί σχέδια ἀπεργάζονται οἱ ἀδίστακτοι οἰκουµενιστές, οἱ ὁποῖοι φιλοδοξοῦν νά τούς γράψει ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία ὡς µεγάλους πρωταγωνιστές τοῦ ὁράµατος τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως καί ἐπιµένουν νά ἀδιαφοροῦν τό τί γράφει ἡ ἱστορία γιά τούς ἑτερόδοξους καί φιλενωτικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαπράξει ἐγκληµατικές πράξεις εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὅταν µελετήσει κανείς τίς σελίδες της, συµπεραίνει ἀσφαλῶς ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί σκέφτονται καί ἀποφασίζουν ἀντιχριστιανικῶς! ∆υστυχῶς, ἔτσι συµβαίνει πάντα µέ τούς αἱρετικούς. Ἐπιµένουν φανατικῶς καί χωρίς φόβο Θεοῦ, γιά νά πετύχουν ἰδιοτελεῖς καί ἐγκόσµιους σκοπούς καί ὄχι βέβαια γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀκεραιότητα τῆς µιᾶς Ἐκκλησίας, δηλαδή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Οἱ οἰκουµενιστές εἶναι ἐπικίνδυνοι καί πρέπει πάντα νά παρακολουθοῦµε τίς δραστηριότητές τους. Ὅµως οἱ ἐγχώριοι µητροπολίτες δέν εὐκαιροῦν γιά κάτι τέτοιο. Ἔχουν ἄλλες ἀπασχολήσεις. ∆ραστηριοποιοῦνται γύρω ἀπό τόν ἑαυτό τους, διοργανώνουν πολυδάπανες καί προκλητικές φιέστες γιά τήν προβολή τους, προκειµένου νά ἱκανοποιήσουν τό φοβερό πάθος τῆς φιλοδοξίας, νά ἀποσπάσουν τό χειροκρότηµα, χωρίς νά ἔχουν πετύχει κάτι σπουδαῖο στή µητρόπολή τους. ∆υστυχῶς τό φρόνηµά τους εἶναι ἀµιγῶς κοσµικό καί γίνεται ἡ αἰτία νά µένουν ἀδιάφοροι καί ράθυµοι ἀπέναντι στούς οἰκουµενιστές ἤ νά σύρονται «λόγῳ ὑπακοῆς» ἀπό τούς ἐνοίκους τοῦ Φαναρίου. Εἶναι µάταιο νά περιµένει κανείς εὐαισθησία σέ θέµατα πίστης, ἀλλά καί ἠθικῆς, ἀπό ἀνθρώπους πού βιώνουν τήν ἀρχιερωσύνη τους µέ τρόπο ἀριστοκρατικό, φιλόδοξο, φιλήδονο καί φιλάργυρο. Ἄς µή θεωρηθοῦν τά λόγια µου αὐτά ὑπερβολικά καί συκοφαντικά. Ἐπιβεβαιώνονται σχεδόν καθηµερινά µέ τά ἀρχιερατικά συλλείτουργα στίς πανηγύρεις ἱερῶν ναῶν καί στά ὀνοµαστήρια τῶν µητροπολιτῶν. Εἶναι καιρός οἱ ἁπλοί κληρικοί καί µοναχοί, ἀλλά καί οἱ πιστοί, νά ἀναπληρώσουν τό κενό πού δηµιουργοῦν οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται εἰς τόπον Χριστοῦ, ὄχι ὅµως πάντοτε καί εἰς τύπον. Χρειάζεται εὐαισθητοποίηση στά θέµατα τῆς πίστης καί ἱερός ζῆλος, πού δέν θά ἀφήνουν τούς οἰκουµενιστές νά ἔχουν ἀποτελέσµατα στίς προσπάθειές τους.
Ὁ λόγιος ἁγιορείτης µοναχός Θεόκλητος ∆ιονυσιάτης τό 1964, σχολιάζοντας τήν τότε ἐπικρατοῦσα ἐκκλησιαστική κατάσταση, πού δέν διαφέρει σχεδόν καθόλου ἀπό τή σηµερινή, ἔλεγε: «Ἀφήνοµεν κραυγήν πόνου διά τό κατάντηµά µας. Εἰς τόσην καθίζησιν ὀρθοδόξου φρονήµατος ἐφτάσαµε, εἰς τόσην ἀφιλοτιµίαν, ὥστε σπανίως νά ἀκούεται µία φωνή διαµαρτυρίας, µία φωνή, ἕνα σφύριγµα ὀρθοδόξου ποιµένος, ἐν ὄψει ἐπιδροµῆς τῶν κατολίκων; Γνωρίζουν οἱ ἡµέτεροι, ὅτι οἱ Λατῖνοι πανηγυρίζουν τόν ἐπερχόµενον ἐκλατινισµόν µας;» ( Ὀρθόδοξα µελετήµατα, 1974, σελ.63).
Ἡ ἀγωνία τοῦ ἀείµνηστου Γέροντα Θεόκλητου ἄς γίνει καί δική µας ἀγωνία, γιατί πολλά δεινά θά µᾶς φέρουν οἱ οἰκουµενιστές, ἐάν δέν περιοριστοῦν µέ τίς δυναµικές µας ἀντιδράσεις.

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης
Ορθόδοξος Τύπος, 03/07/2015