.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Τις έστι πλούσιος; Ο εν ολίγω αναπαυόμενος



 Ζωή πολυμέριμνη, χωρίς καμμία εσωτερική ευτυχία 

Ο άνθρωπος είναι σε όλα αχόρταγος, θέλει ν' απολάψει πολλά, χωρίς να μπορεί να τα προφτάξει όλα. Και βασανίζεται. Όποιος όμως φτάξει σε μια κατάσταση να ευχαριστιέται με τα λίγα, και να μη θέλει πολλά, έστω κι αν μπορεί να τ' αποχτήσει, εκείνος λοιπόν είναι ο ευτυχισμένος. Δεν το κάνει από οικονομία, είτε γιατί έχει την ιδέα πως τα πολλά τον βλάφτουνε στην ψυχή ή στο σώμα. Αλλά γιατί στα λίγα και στα απλά βρίσκει την αγνή ικανοποίηση. Και περισσότερο απ' όλα, επειδή με τα απλά και με τα λίγα δεν χάνει τον εαυτό του. « Τις έστι πλούσιος; Ο εν ολίγω αναπαυόμενος»... 

Οι άνθρωποι δεν βρίσκουνε πουθενά ησυχία, γιατί επιχειρούνε να ζήσουνε χωρίς τον εαυτό τους. 

Τρέχουνε από δω κι από κει να βρούνε την ευτυχία, μα ευτυχία δεν υπάρχει έξω από τον εαυτό μας. Θέλουμε να ευχαριστηθούμε με συμπόσια απ' όπου λείπουμε. Όποιος έχει χάσει τον εαυτό του, έχει χάσει την ευτυχία. Ευτυχία δεν είναι το ζάλισμα που δίνουνε οι πολυμέριμνες ηδονές κι απολαύσεις, αλλά η ειρήνη της ψυχής και η σιωπηλή αγαλλίαση της καρδιάς. Μ' αυτό το βύθισμα στον εαυτό του βρίσκει ο άνθρωπος τον Θεό. 

Για τούτο είπε ο Χριστός: «Ουκ έρχεται η βασιλεία του θεού μετά παρατηρήσεως, ουδέ ερούσιν, ιδού ώδε ή ιδού εκεί. Ιδού γαρ η βασιλεία του θεού εντός υμών εστίν». «Μην ψάχνετε, ζαλισμένοι άνθρωποι, εδώ κι εκεί να βρήτε την ευτυχία. Γιατί η ευτυχία βρίσκεται μέσα σας». 

Μέγας λόγος, όπως όλα τα θεϊκά λόγια. Μέσα μας είναι ο θησαυρός. Απ' έξω είναι ξέρακας, κι ας μη μας ξεγελά η φασαρία και τα ψεύτικα πυροτεχνήματα. Όποιος ζει εξωτερικά , ζει ψεύτικα. 

Όποις ζει εσωτερικά, ζει αληθινά. Ξέρω καλά τι είναι η ζωή που ζούν οι λεγόμενοι κοσμικοί άνθρωποι, οι άνθρωποι που διασκεδάζουνε, που ταξιδεύουνε, που ξεγιελιούνται με λογής-λογής θεάματα, με ασημαντολογίες, με σκάνδαλα, με διάφορες ματαιότητες, που από μακρυά φαντάζουνε για κάποιο πράγμα σπουδαίο και ζηλευτό, ενώ σαν τα δει κανένας από κοντά, απορεί για τη φτώχεια που έχουνε και το πόσο κούφιοι είναι οι άνθρωποι που ψευτογελιούνται μ' αυτά τα γιατροσόφια της ευτυχίας. 

Ξέρω λοιπόν καλά αυτή τη ζωή, γιατί, αναγκαστικά, έζησα, κάποιες φορές, με ανθρώπους πλούσιους, που με προσκαλούσανε στα σπίτια τους, στις επαύλεις τους, στα κόττερά τους και στις άλλες διασκεδάσεις τους. Μελαγχολία μ' έπιανε από κείνη την κατάσταση. Έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους, που κάνανε τον ευτυχισμένο, κατάδικους που κάνανε τον ελεύθερο. Αλλά, αν δεν καταγινόντανε με τόσες ψεύτικες χαρές, θα πέφτανε στη βαρεμάδα, στη λεγόμενη ανία. Ή το ένα ή το άλλο. Άδειοι από κάθε ουσία, τρισδυστυχισμένοι. 

Η ψυχή είναι ανύπαρκτη κι ανύπαρκτη η ευτυχία, η βασιλεία του θεού. Πως να γίνει ψωμί, σαν δεν υπάρχει προζύμι; Πως να μην είναι όλα άνοστα, αφού δεν υπάρχει το αλάτι; 
Λοιπόν, όποτε αναγκαζόμουνα να πάγω για λίγο κοντά σε τέτοιους κοσμικούς ανθρώπους, πράγμα που γινότανε σπάνια, για να μην τους προσβάλω, αφού με προσκαλούσανε με ευγένια, δεν έβλεπα την ώρα και τη στιγμή να αποτραβηχτώ στο καβούκι μου, να γυρίσω στο φτωχό σπίτι μου και στ' αγαπημένα πράγματα που βρίσκουνται γύρω μου. Έβλεπα πως αντί να πάρω κάτι από όλη εκείνη την τυμπανοκρουσία, όπως πιστεύει ο πολύς ο κόσμος, εγώ έδινα, έδινα ξύπνημα στους κοιμισμένους, ξεμούδιασμα στους μουδιασμένους, ζωή στη μονοτονία τους. 

Γι' αυτό και τώρα που γράφω, μ' όλο που είμαι προσκαλεσμένος σε πολλά μέρη από ευγενείς ανθρώπους, όχι μονάχα στην Ελλάδα, αλλά και σε μακρυνά μέρη, κάθουμαι στο μικρό περιβολάκι μας με τα λίγα δεντράκια και με τα ταπεινά λουλούδια. Ξεκουράζουμαι και ειρηνεύει η ψυχή μου. Τούτο το μικρό κηπάριο είναι για μένα ο Κήπος της Εδέμ. Ο αγέρας μοσχοβολά, κι ο νούς μουταξιδεύει. Ταξιδεύει εδώ κι εκεί, μα περισσότερο βυθίζεται μέσα μου, εκεί που αναβρύζει το μυστικό νερό, εκεί που βρίσκουνται τα ριζώματα του κόσμου. 

Ευχαριστώ το θεό που βρέθηκε αυτό το καταφύγιο. Νιώθω μεγάλη ευτυχία που είμαι μοναχιασμένος, που, εδώ που κάθομαι, δεν με ξέρει κανένας, δεν με θυμάται κανένας. Σαν να είμαι καραβοτσακισμένος που γλίτωσε από τη φουρτούνα, κι ακούγει το μούγκρισμα της θάλασσας από το σίγουρο καταφύγιό μου. Σαν να γλύτωσε από ληστές. Ανατριχιάζω συλλογισμένος την ανεμοζάλη που τη λένε ζωή οι όμοιοί μου, κοινωνική ζωή, ζούγκλα γεμάτη σκορπιούς, φίδια και λύκους.

Αναπαύουμε μονάχα με δυό - τρείς ανθρώπους απλούς και καλοκάγαθους, που έχουνε αγάπη μέσα τους και ειρήνη στην καρδιά τους. Δεν θέλω μήτε θαυμασμούς, μήτε δόξες, μήτε άλλες τέτοιες συμφορές, θέλω να είμαι ξεχασμένος κι ασήμαντος. Ω λησμονιά, τι μπάλσαμο είσαι για όσους ποθούνε την ειρήνη! Κατάρα είναι η δίψα που έχουνε οι άνθρωποι να κατασταθούνε ξακουσμένοι, να τους δοξάζει ο κόσμος και να βασανίζουνται μέσα στη ματαιότητα κι εκείνοι που θαυμάζουνται κι εκείνοι που θαυμάζουνε. 

Εδώ που κάθουμε, νιώθω πως είμαι μακρυά απ' όλους αυτούς τους βραχνάδες που τους έχουνε για ευτυχία οι δυστυχισμένοι άνθρωποι. 

Φυσά στο πρόσωπό μου το δροσερό αγεράκι, μπαίνει απαλά στ' αυτιά μου, σαν να με χαιρετά. Σιγοσαλεύουνε τα κλαδιά κι οι κορφές των δέντρων. Μαμούνια περπατούνε στο μοσχοβολημένο χώμα, το κάθε ένα τραβά το δρόμο του κι έχει τον σκοπό του. Που πηγαίνουνε; Μυστήριο. Πεταλούδια και μυγάκια λογής - λογής, άλλα μακρουλά, άλλα στρογγυλά, πετάνε και μαζεύονται γύρω από το φως που είναι αναμμένο από πάνω μου. Όλα είναι σπουδαία, όλα αξιαγάπητα. Κι εγώ είμαι ένα απ' αυτά. 

Δεν ακούγεται τίποτα, παρεκτός από τις σταλαγματιές απ' το νερό που πέφτουνε από τη βρύση, κάνοντας τη σιωπή ακόμα πιό βαθειά. Σα να γίνεται γύρω μου κάποια μυσταγωγία. Το μυστύριο του κόσμου το νοιώθω και μέσα μου κι απέξω. Μυστικές θύρες ανοίγουνε από παντού. Το κάθε δέντρο, το κάθε χορτάρι, το κάθε λουλούδι, σαν να με βλέπει με τα μυστηριώδη μάτια του. 

Είμαι μακάριος στο μικρό τούτο περιβολάκι μας. Τύφλα νάχουνε μπροστά του οι μεγάλοι κήποι και τα πολυέξοδα παλάτια, τα τα φανταχτερά κόττερα. Όσα είναι γύρω μου είναι αγαπημένα, γιατί δεν είναι αγορασμένα με λεφτά πολλά, όπως είναι όσα έχουνε οι πλούσιοι. Αγορασμένα πράγματα μπορούνε να δώσουνε ευτυχία στον άνθρωπο; 

Ω, εσείς που έχετε τα πλούτη και που μόνο τι λογής είναι η αληθινή χαρά δεν ξέρετε. Άνθρωποι βασανισμένοι, σαστισμένοι από τις έγνοιες κι από τις σκουτούρες, σκλάβοι στη φιλοδοξία και στ' άλλα πάθη, ω άσωτοι γυιοί, που φάγατε τα ξυλοκέρατα και δεν χορτάσατε, γυρίστε πίσω στο σπίτι του πατέρα σας του πονετικού, που δεν είναι άλλο παρά η καρδιά η δική σας, και μπείτε μέσα να ξαποστάσετε, να ευφρανθήτε και να νοιώσετε την αληθινή χαρά! 

Φώτης Κόντογλου
Από τη συλλογή: Μυστικά Άνθη. 

Τον Νυμφώνα σου βλέπω.....



Τι να γράψεις για την Μεγάλη Εβδομάδα όταν η ζωή σου πνίγεται σε μια μικρή πεζότητα. Πώς να προσεγγίσεις τα Μεγάλα όταν νιώθεις τόσο μικρός; Πώς να μιλήσεις για την όντως χαρά όταν φυλλομετράς δάκρυ και αίμα στο ημερολόγιο της ψυχής σου; 
Μήπως όμως μονάχα μέσα από την ταπείνωση, την επίγνωση, τα αδιέξοδα και τις καταστροφές μπορείς να εισέλθεις στον Νυμφώνα Του;
Γιατί αυτό τελικά που θα ανοίξει την θύρα του ουρανού δεν θα έχει σχέση με τις αρετές μας. Ούτε με τις υπόγειες διαδρομές στα ναρκισσιστικά παιχνίδια του εγωκεντρισμού μας και ας έχουν το προφίλ της «πνευματικότητας». Το μυστικό του ουρανού είναι μια τέχνη που την γνωρίζουν μονάχα οι ταπεινοί. Είναι απλό μα θέλει τσακισμένο εγωισμό .Είναι σοφό μα θέλει να είσαι «μωρός» .Είναι για τους πιστούς μα όχι για αυτούς που κάνανε την πίστη εγγυήσεις και ιδεολογία. Είναι μια γλώσσα μυστική που δυο είδη ανθρώπων την γνωρίζουν στην ζωή , οι Άγιοι και οι πολλοί αμαρτωλοί, άλλωστε για να ΄΄ φτάσεις στον παράδεισο πρέπει να πάρεις φόρα από τον πάτο της κόλασης...΄΄ ή να είσαι στον προσωπικό σου ΄΄Άδη και να μην απελπίζεσαι (Άγιος Σιλουανός του Άθω).
Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι γι΄ αυτούς που αισθάνονται ισχυροί, που ζαλίστηκαν στην αλαζονεία της δήθεν αρετής τους, στην δύναμη της εξουσίας τους και των «κατορθωμάτων» τους. Δεν είναι γι΄ αυτούς που έμειναν πιστοί στα «έθιμα» και τις «παραδόσεις» μιας θρησκευτικής σύμβασης.Από τότε που πάψαμε να «μετράμε την ποιότητα της ζωής με την χαρά της Γιορτής…» να μεταμορφώνουμε τον πόνο σε προσευχή, τους καημούς και τα μεράκια της υπάρξεως μας σε τέχνη, δεν μπορούμε να βιώσουμε την Μεγάλη Εβδομάδα. Γιατί για να βιώσεις την Μεγ. Εβδομάδα πρέπει με πνευματικό θάρρος να ομολογήσεις «ότι στα δάκρυα της Μαγδαληνής είδες τα δάκρυα σου..».

π. Λίβυος

Γιά τίς θλίψεις καί δοκιμασίες

Ἐδῶ δέν ἔχουμε πατρίδα ἀληθινή, εἴμεθα ξένοι! Ἡ πατρίδα μας εἶναι στούς οὐρανούς. γνωρίζω καλά πόσο μεγάλη ὠφέλεια προξενεῖ ἠ πρόσκαιρη ἀσθένεια σέ ἐκείνους πού ἔχουν ὑπομονή στίς θλίψεις, δέν γογγύζουν ἀλλά λέγουν σάν τόν Ἰώβ· δόξα σοι ὁ Θεός.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι καί οἱ δίκαιοι στόν κόσμο αὐτό εἶχαν ἀσθένειες, θλίψεις, στερήσεις, διωγμούς, ἐξορίες, βασάνους, τιμωρίες, ἐάν, ὅμως, δέν εἶχαν ὑπομονή, δέν θά ἁγίαζαν· γι' αὐτό ὁ Κύριος εἶπε· ὅποιος ἔχει ὑπομονή μέχρι τέλους, ἐκεῖνος θά σωθῆ. Μέ τήν ὑπομονή τους οἱ Ἅγιοι ἁγίασαν καί ἔλαβαν μεγάλη χάρη καί ἐδῶ στήν γῆ καί στούς Οὑρανούς...
Οἱ Ἅγιοι πάντες Προφῆτες, Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, Ὅσιοι καί δίκαιοι καί ὁ ἴδιος ὁ ἀναμάρτητος Κύριός μας, εἶχαν θλίψεις. Πῶς ἐμεῖς θέλουμε, χωρίς θλίψεις καί πειρασμούς, νά σωθοῦμε;

Οἱ ἀσθένειες εἶναι δῶρον Θεοῦ, εἶναι σημεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μᾶς παιδεύει ἐδῶ στήν πρόσκαιρη ζωή ὀλίγον, γιά νά μᾶς ἀναπαύση στήν αἰώνια, καί ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται, λέγει τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Στούς πειρασμούς, τίς θλίψεις, τούς κινδύνους, τίς στενοχώριες, νά καταφεύγης, διά τῆς προσευχῆς, πρός τόν Θεό ζητῶντας βοήθεια. Μπορεῖς ὅμως νά βάζης καί μεσίτες πρός τόν Θεό γιά τά αἰτήματά σου τήν Κυρία Θεοτόκο καί ὅλους τούς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδή ἔχουν λάβει χάρη, μποροῦν νά σέ βοηθήσουν.

Οἱ πειρασμοί ὑπάρχουν καί θά ὑπάρχρουν πάντοτε στήν ζωή μας καί πρέπει νά φυλαγόμαστε ἀπό τίς ἀμέτρητες παγίδες πού στήνει ἐναντίον μας ὁ παμπόνητρο Διάβολος. Μόνο μέ τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν προσευχή μποροῦμε νά τίς ἀποφύγουμε κάι νά ἀσφαλιστοῦμε...
Ὅποιος προσέχει καί εἶναι συνετός, ὠφελεῖται πολύ ἀπό τίς θλίψεις καί τούς πειρασμοῦς. 

Ἐγώ πάντως θέλω νά βασανισθῶ ἐδῶ γιά νά μή βασανίζομαι στήν ἄλλη ζωή...Ἐκεῖνα τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ νά μή στερηθοῦμε. Καλά εἶναι καί τά ἐπίγεια, ἀλλά εἶναι προσωρινά, πρόσκαιρα καί μάταια, ἐνῶ ἐκεῖνα αἰώνια. 

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι εἶχαν ἀσθένειες, θλίψεις, πειρασμούς, στήν πρόσκαιρη ζώη, ἀλλά τώρα χαίρουν καί θά χαίρουν αἰώνια.

Ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί ὀφείλομε νά πιστεύωμε καί νά παραδεχόμαστε, ὅτι ὅσα κάμνη ὁ Κύριος εἶναι καλά, εἶναι δίκαια καί ὠφέλιμα.

Θεωρῶ ἀναγκαῖον νά σοῦ ὑπομνήσω ὄ,τι καί ἐγώ καί σύ καί ὅλοι οἱ Χριστιανοί ὀφείλουμε νά ἔχουμε ὑπομονή στίς θλίψεις. Χωρίς θλίψεις, ἀσθένειες καί πειρασμούς εἶναι δύσκολο νά σωθοῦμε. 

Καθώς στόν καιρό τοῦ Νῶε ὁ κατακλυσμός ἐσάρωσε καί κατεπόντισε ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, ἐκτός τοῦ δικαίου Νῶε, τῆς οἰκογενείας του καί τῶν ζώων πού ἦσαν στήν Κιβωτό, ἔτσι καί τώρα ὁ κατακλυσμός τῆς ἁμαρτίας, τῆς διαφθορᾶς, τῆς ἀκολασίας, τῆς ἀπιστίας, τῆς ἀσέβειας, ἀπειλεῖ ὅλους νά συμπαρασύρη καί καταποντίση. Θά σωθοῦν μόνον ὅσοι θά καταφύγουν στήν πνευματική κιβωτό, τήν Ἐκκλησία...

Τό καλύτερον εἶναι νά κάνωμε ὑπομονή γιά νά πᾶμε στήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, νά εἴμεθα πάντοτε αἰωνίως, χαίροντες, ἀγαλλόμενοι καί εὐφραινόμενοι, ὑμνοῦντες καί εὐχαριστοῦντες καί δοξολογοῦντες διά παντός τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, διά πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου Μητρός Αὐτοῦ καί πάντων τῶν Ἀγίων.

Μοῦ γράφεις ὅτι ζῆς ὡς κοσμικός. Πρόσεξε νά μή σέ πλανήση ὁ διάβολος, σέ αἰχμαλωτίση καί σέ κάμη δοῦλο του. Τί καλό προσδοκᾶς ἀπό τόν διάβολο καί τρέχεις πίσω του καί τόν ἀκολουθεῖς; Φρόντισε μέ ὅλες σου τίς δυνάμεις νά τοῦ φύγης...Φρόντισε νά μελετᾶς τήν Ἁγία Γραφή, τούς βίους τῶν Ἁγίων, πατερικά κάι ἄλλα ἠθικά θρησκευτικά βιβλία, νά προσεύχεσαι, νά ἐξομολογῆσαι, νά κοινωνῆς τῶν ἀχράντων μυστηρίων, νά ἀγαπᾶς τόν Θεό, τόν πλησίον, νά ἔχης ταπείνωση, ὑπομονή, ἐγκράτεια, πραότητα, πίστη καί ἐλπίδα.


ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ
Ἀρχιμ. Φιλόθεος Ζόρικος
Ἐκδόσεις: "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

«Ἡ Εὐχή – Προφορική καί Νοερά»



Ὁ Γέροντας δέν μᾶς ἔκανε πολλές διδασκαλίες ἤ διαλέξεις περί Νοερᾶς προσευχῆς. Ὄχι ὅτι δέν μποροῦσε, ἀφοῦ ἦταν πραγματικός ἐπιστήμων τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, διάδοχος καί συνεχιστής τῆς Νηπτικῆς παραδόσεως, ἀλλά ἐπειδή ἦταν ἐπιφυλακτικός, γιά νά μήν φουσκώσῃ τά μυαλά μας μέ φαντασίες καταστάσεων πού δέν εἴχαμε φθάσει. 

Ὀλιγόλογες λακωνικές συμβουλές μᾶς ἔδινε κατά τήν διάρκεια τῶν νυκτερινῶν μας ἐξαγορεύσεων, ὑπό τήν μορφή ὑποδείξεων περισσσότερον, μά ἦσαν πάντα μεστές ὠφελείας.
Ἡ στάσις του ἦταν «προχώρα καί ἐγώ σέ παρακολουθῶ». Καί ὁ λόγος ἐγίνετο πρᾶξις. Μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντα κοπιάζαμε στήν προσευχή. Καί ἐρχόταν φορές νά κάνουμε τρεῖς, τέσσερις, πέντε ὧρες νοερά προσευχή, μέ σκυμμένο τό κεφάλι, καί τόν νοῦ κολλημένο μέσα στό βάθος τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς. Καμμιά φορά σήκωνα τό κεφάλι νά πάρω ἀέρα, ἀλλά ἡ γλυκύτητα μέ τραβοῦσε πάλι μέσα στήν καρδιά! Ἡ ψυχή εἶχε γευθῆ καί ἔλεγε: 

«Μή ζητᾶς τίποτε ἄλλο, αὐτό εἶναι. Αὐτός εἶναι ὁ πολύτιμος οὐράνιος θησαυρός. Ἀπόλαυσέ τον!»
Ἀλήθεια! Πολλές φορές οἱ προσευχές τοῦ Γέροντός μου μέ βοήθησαν νά ἀποκτήσω πνευματική αἴσθησι τῆς θείας Παρουσίας. Ἀλλά ἐμεῖς οἱ νεώτεροι ἦταν ἀδύνατον νά φθάσουμε τίς πνευματικές πτήσεις τοῦ ὑψιπέτου Γέροντος Ἰωσήφ.
Τό πρῶτο πού ζητοῦσε ὁ Γέροντας, μόλις κάποιος ἀδελφός προσετίθετο στή συνοδεία μας, σάν πρώτη νουθεσία, σάν πρώτη βία ἦταν: ἡ σιωπή καί ἡ εὐχή.
Παιδί μου, τήν εὐχή. Θέλω νά σ᾿ ἀκούω νά λές τήν εὐχή καί ὄχι νά ἀργολογῇς.
Ἤξερε αὐτός ὁ ἐμπειρότατος καθηγητής τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, ὅτι ἐάν ὁ ἀρχάριος σιωπήσῃ καί ἀδολεσχήσῃ στήν εὐχή, θά βάλῃ καλή ἀρχή καί θά ἔχῃ πλούσιες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ στό μέλλον, διότι, τόνιζε:
«Ὀφείλει ὁ μοναχός εἴτε τρώει εἴτε πίνει εἴτε κάθεται εἴτε διακονεῖ εἴτε περπατεῖ εἴτε κάνει ὅ,τιδήποτε νά φωνάζῃ ἀδιαλείπτως τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἔτσι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κατερχόμενο στό βάθος τῆς καρδιᾶς, θά ταπεινώσῃ τόν δράκοντα, θά σώσῃ καί θά ζωοποιήσῃ τήν ψυχή. Νά ἐπιμένῃς, λοιπόν, ἀδιάλειπτα στήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γιά νά καταπιῇ ἡ καρδιά τόν Κύριο καί ὁ Κύριος τήν καρδιά καί νά γίνουν τά δύο ἕνα».
Καί ὁ Γέροντας συνεχῶς μᾶς παρακολουθοῦσε στό νά βιώνουμε τήν σιωπή μέ τήν προσευχή. Καί γι᾿ αὐτό μᾶς ἔλεγε:
Ἀπό ἐσᾶς δέν θέλω τίποτε. Ἐγώ θά μαγειρεύω, ἐγώ θά σᾶς διακονῶ. Ἀπό σᾶς θέλω μόνο μέρα-νύχτα σιωπή, εὐχή, μετάνοια καί κυρίως δάκρυα. Τίποτε ἄλλο δέν θέλω, μόνο βία στήν προσευχή καί δάκρυα μέρα-νύχτα. Διότι, ὅταν ἐρχώμεθα ἀπό τόν κόσμο, ὁ νοῦς μας εἶναι πολύ φορτωμένος ἀπό πάθη, προλήψεις, σκέψεις, λογισμούς. Διαστροφές καί τόνους ἐγωϊσμοῦ καί κενοδοξίας. Ὅλος αὐτός ὁ κόσμος τῶν παθῶν ἔχει καί τούς ἀνάλογους λογισμούς καί φαντασίες. Ἐάν προσπαθήσουμε νά κρατήσουμε τόν νοῦ ἀποσπασμένο καί τραβηγμένο ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, γιά νά προσευχηθοῦμε, δέν μποροῦμε νά τό κατορθώσουμε. Γιατί; Διότι εἴμαστε ψυχικά ἀδύναμοι καί ὁ μετεωρισμός πολύ εὔκολος. Καί ἐφ᾿ ὅσον δέν μποροῦμε νοερά νά κρατήσουμε τήν προσευχή, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν παράδοσι τῶν Γερόντων μας καί γιά λόγους ὑπακοῆς, προσπαθοῦμε νά λέμε τήν εὐχή προφορικά, γιά νά μπορέσουμε ἔτσι μέ τήν φωνή τῆς προσευχῆς νά ἀποσπάσουμε τόν νοῦ ἀπό τόν μετεωρισμό, ὥστε σιγά-σιγά ἡ εὐχή νά γλυκάνῃ τόν νοῦ καί νά τόν ἀποσπάσῃ ἀπό τήν κοσμική τροφή, κι᾿ ἔτσι σιγά -σιγά νά τόν κλείσῃ μέσα στήν καρδιά ἐπικαλούμενος ἀδιαλείπτως τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Σ᾿ αὐτό θά βοηθήσῃ πολύ τό σταμάτημα τῆς ἀργολογίας, γιά νά καλύπτεται ὅλος ὁ χρόνος μέ προσευχή».
Ἐπίσης μᾶς ἔλεγε:
«Μόλις ἀνοίξετε τά μάτια, ἀμέσως τήν εὐχή. Μήν ἀφήσετε τό μυαλό σας νά πετάῃ ἐδῶ καί ᾿ κεῖ καί χάνετε τήν ὧρα σας, πού εἶναι πολύτιμη γιά τήν εὐχή. Ὅταν ἔτσι βιάσετε τόν ἑαυτό σας, θά σας βοηθήσῃ κι᾿ ὁ Θεός νά γίνῃ μία ἁγία συνήθεια μέ τό ἄνοιγμα τῶν ματιῶν, ἡ προσευχή νά παίρνη τήν πρώτη θέσι γιά ὅλη τήν ἡμέρα. Στήν συνέχεια θά ἐργάζεσθε καί θά λέτε τήν εὐχή. Εὐλογεῖται ἡ ἐργασία, ἁγιάζεται τό στόμα, ἡ γλῶσσα, ἡ καρδιά, ὁ χῶρος, ὁ χρόνος καί ὅλος ὁ ἄνθρωπος, πού προφέρει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μοναχός πού λέει ἀδιαλείπτως τήν εὐχούλα, ὁπλίζεται μέ τέτοια θεϊκή δύναμι, πού καθίσταται ἀπρόσβλητος ἀπό τούς δαίμονες, ἀφοῦ αὐτή τούς καίει καί τούς μαστιγώνει». 

Λέγοντας τήν εὐχή ὅλη τήν ἡμέρα μέ τό στόμα εἶχε τόση χαρά ἡ ψυχή μας, τόση κατάνυξι καί τόσα δάκρυα, πού δέν περιγράφονται. Πολλές φορές δέ ἐρχόνταν τόση Χάρις ἀπό τήν προφορική εὐχή, πού ἔνοιωθε μέσα του ὁ εὐχόμενος τόση θεία ἀγάπη, πού ἀκόμα καί ὁ νοῦς του μποροῦσε νά ἁρπαγῇ σέ θεωρία. Κι᾿ αὐτό ἐπιβεβαιωνόταν καί στό διακόνημα ἀκόμη, πού κατά ἀνερμήνευτον τρόπο, ὁ νοῦς δέν ἦταν ἁπλῶς στήν προσευχή, ἀλλά στή θεωρία τοῦ Θεοῦ, στή θεωρία – ἐν αἰσθήσει – τοῦ ἄλλου κόσμου.
Ἁρπαζόταν ὁ νοῦς ἀκόμα καί ὅταν βοηθοῦσα τόν Γέροντα, γιά νά πᾶμε στήν ἐκκλησία τήν νύχτα. Μέ τό σῶμα βοηθοῦσα τόν Γέροντα, ἀλλά μέ τόν νοῦ μου δέν ἤμουν κοντά του. Ὁ νοῦς μου ἦταν ἀλλοῦ. Περιπολοῦσε στά οὐράνια. Καί πάλι συνερχόμουν καί ἔνοιωθα ὅτι βρισκόμουν κοντά στόν Γέροντα καί τόν παπποῦ Ἀρσένιο. Καί στή συνέχεια ξανά ἔφευγα, καί νοερῶς θαυμάζοντας ἔλεγα:
«Τί εἶναι ἡ πνευματική ζωή!
Τί μεγαλεῖο εἶναι ὁ Μοναχισμός!
Πῶς μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο;
Πῶς τόν μεταποιεῖ;
Πῶς τόν ἀλλάζει;
Πῶς καθιστᾶ τόν νοῦ του τόσο ἐλαφρύ πνευματικά ὥστε νά ξεπερνᾶ ὅλες τίς δυσκολίες καί νά φθάνῃ μέχρις ἐκεῖ, πού δέν μπορεῖ νά ἐκφράσῃ μέ λόγια!»
Ὅποια ἐργασία κι᾿ ἄν κάναμε, μᾶς φώναζε ὁ Γέροντας:
«Παιδιά νά λέτε τήν εὐχή, νά τήν φωνάζετε!»
Φυσικά, δέν ἐννοοῦσε νά οὐρλιάζουμε, ἀλλά νά τήν λέμε μέ ἔντασι καρδιᾶς καί νά μήν τήν σταματᾶμε καθόλου. Πράγματι, λέγαμε τήν εὐχή ἀκατάπαυστα, ἁπλά, ψιθυριστά, γιά νά μήν γίνεται θόρυβος καί γιά νά μήν ἐνοχλοῦμε τόν πλησίον ἀδελφό. Ἀλλά δέν τήν σταματούσαμε καθόλου, βράχνιαζε ὁ λάρυγγας καί πονοῦσε ἡ γλῶσσα, ἀλλά ἡ εὐχή, εὐχή.
Ἐπειδή, λοιπόν, ἀγωνιζόμασταν προφορικά μέ τήν εὐχούλα, μᾶς ἀποκαλοῦσαν κενόδοξους καί πλανεμένους. Μά, ἐμεῖς δέν τό κάναμε γιά νά μᾶς ἀκοῦν οἱ ἄλλοι καί νά μᾶς ἐπαινοῦν. Δέν τό κάναμε γιά νά δείχνουμε ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς. Ὄχι!!! Ἀλλά διότι αὐτός ἦταν ἕνας τρόπος ἀγωνιστικότητας καί μία μέθοδος προσευχῆς μέ πολλά ἀποτελέσματα:
Πρῶτον, μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἁγιάζεται ἡ ἀτμόσφαιρα καί φυγαδεύονται τά δαιμόνια.
Δεύτερον, ὅταν προσεύχεται κανείς ὁ ἄλλος εὔκολα δέν τόν πλησιάζει νά ἀργολογήσῃ. Τό σκέπτεται. «Πῶς νά τόν σταματήσω τώρα, ἀπό τήν προσευχή καί νά καθίσω νά τοῦ πῶ: Ξέρεις! Ἐκεῖνο, τό ἄλλο, τό παράλλο. Δέν θά μοῦ δώσῃ σημασία».
Τρίτον, σταματάει τόν μετεωρισμό, δηλαδή τήν “ἀργολογία” τοῦ νοῦ. Διότι κι᾿ ἐάν ἀκόμα ὁ νοῦς ξεφύγη, πολύ σύντομα ὁ ἦχος τῆς φωνῆς τόν ἐπαναφέρει πίσω.
Τέταρτον, μπορεῖ ὁ ἀδελφός, ὁ ὁποῖος ρεμβάζει ἤ ἀργολογεῖ, νά ἀνανήψῃ καί νά πῇ: «Μά ὁ ἀδελφός μου προσεύχεται, ἐγώ τί κάνω;»
Κι᾿ ἔτσι ἡ προφορική ἐπίκλησις, ἡ ἤσυχη, ἡ ἤρεμη, ἡ χαμηλόφωνη, φέρνει τόσα καλά! Καί ἀκούγεται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀκούγεται ὁ βόμβος τῶν μελισσῶν, ὅταν μπαίνουν καί βγαίνουν ἀπό τήν κυψέλη κάνοντας τό μέλι, τόσο χρήσιμο καί ὠφέλιμο. Οὕτω πως καί τό μέλι τό τόσο πνευματικό σέ ὠφέλεια, γίνεται ὅταν φωνάζουμε, σάν ἄλλες πνευματικές μέλισσες τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Κύριος, πού δίνει «εὐχήν τῷ εὐχομένῳ,» βλέποντας τήν καλή προαίρεσι τοῦ ἀνθρώπου, δίνει κατόπιν καί τά βραβεῖα.
Καί μετά, ἀπό τήν προφορική ἐπίκλησι, ἡ εὐχή γίνεται ἐσωτερική. Ἀνοίγεται δρόμος μέσα στόν νοῦ καί τήν λέγει κατόπιν ὁ εὐχόμενος, χωρίς νά κάνῃ προσπάθεια. Σηκώνεται ἀπό τόν ὕπνο καί ἀμέσως ἀρίζει ἡ εὐχή μόνη της!
Πρῶτα ἀρχίζει μέ τήν προσπάθεια νά τήν λέῃ προφορικά. Καί ἀφοῦ μέ τήν μπουλντόζα τῆς προφορικῆς ἐπίκλησης ἀνοίξῃ ὁ δρόμος, μετά περπατᾷ ἄνετα μέ τό αὐτοκινητάκι τοῦ νοῦ. Ἡ προφορική ἐπίκλησις ἀνοίγει τόν δρόμο στό νοῦ καί ἡ εὐχή ἀρχίζει κατόπιν νά προφέρεται μέ τόν ἐνδιάθετο λόγο ἄνετα.
Κι᾿ ἄν ἡ εὐχή προχωρῇ βαθύτερα καί προοδευτικότερα, κάτι πού ἀνήκει στούς κατ᾿ ἐξοχήν μεγάλους νηπτικούς Πατέρες, ἀνοίγει πλέον ὄχι δρόμος ἀλλά κανονική λεωφόρος μέσα στήν καρδιά. Ὅταν ἡ καρδιά μελετᾶ τό ὄνομα τοῦ Χριστῦ, τότε γίνεται τό μεγάλο πανηγύρι, μέ μεγάλα ὀφέλη, μέ μεγάλα πνευματικά πλούτη. Τότε βρίσκει ὁ μοναχός τόν κεκρυμμένο μαργαρίτη, τόν πνευματικό θησαυρό καί μοιάζει μέ τόν σοφό ἔμπορο πού ἀντάλλαξε τά πάντα: περιουσίες, μόρφωσι, κοσμική δόξα, οἰκείους, πατρίδα καί τέλος ἀκόμα καί τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, γιά νά ἀγοράσῃ αὐτόν τόν κεκρύμμένο πολύτιμο μαργαρίτη καί νά γίνῃ πάμπλουτος πνευματικά. Ἀλλά ξεκινάει ἀπό μικροπωλητής. Γι᾿ αὐτό χρειάζεται ἡ προφορική ἐπίκλησις τῆς εὐχῆς.
Ἄμα δέν ἐπιμέναμε στήν προφορική εὐχή καί τήν σιωπή, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Γέροντος, ὁ νοῦς μας θά γύριζε ὅλα τά σοκάκια καί θά ἔφερνε ὅλα τά κουπίδια τῆς φαντασίας στήν καρδιά.
Ἄν δέν μᾶς ἔφερνε ὁ γλυκύτατος Θεός μας σ᾿ αὐτόν τόν μεγάλο Γέροντα, μόνο ἀκολουθίες θά διάβάζαμε. Καί ναί μέν οἱ ἀκολουθίες εἶναι ἐξαιρετικά ὠφέλιμες γιά τήν πνευματική ἀσθένειά μας, ἀλλά δέν ἔχουν τήν δύναμι νά κατευνάσουν τά πάθη, ὅπως ἡ Νοερά προσευχή. Κι᾿ αὐτό γιά τρεῖς λόγους:
Πρῶτον, διότι μέ τήν Νοερά προσευχή ὁ νοῦς δέν περισπᾶται σέ πολλά λόγια ὅπως στίς ἀκολουθίες, ἀλλά συγκεντρώνεται μόνο σέ λίγες λέξεις. Ἔτσι ὁ νοῦς ἀπορροφᾶ τήν εὐχή μέ περισσότερη ἄνεσι καί εἰσέρχεται μαζί της μέσα στό βάθος τῆς καρδιᾶς.
Δεύτερον, διότι τήν εὐχούλα ὁ καθένας, ἀνεξαρτήτως μορφώσεως καί πνευματικοῦ ἐπιπέδου , μπορεῖ νά τήν λέγῃ. Οὔτε γράμματα χρειάζεται νά ξέρῃς οὔτε τό τυπικό οὔτε μουσική. Ἔτσι εἶναι ἄμεσα προσπελάσιμη σ᾿ ὅλους.
Καί τρίτον, διότι τήν εὐχή μπορεῖς νά τήν λές ὅλη μέρα καί ὁπουδήποτε. Δέν ὑπάρχει τόπος, χρόνος ἤ κατάστασις, κατά τήν ὁποία δέν μπορεῖς νά προσευχηθῇς. Μά στήν ἐκκλησία εἶσαι, μά στό κελλί σου εἶσαι, μά στήν δουλειά εἶσαι, μά στόν δρόμο εἶσαι, μά στό νοσοκομεῖο εἶσαι, μά στήν φυλακή, ἡ εὐχούλα ἀπό τίποτα δέν ἐμποδίζεται, τά πάντα ἁγιάζει καί τά δαιμόνια τήν φοβοῦνται.
Συνέβη τό ἀκόλουθο γεγονός πού ἐνίσχυσε μέσα μου τήν πίστι στήν δύναμι καί τήν ἀξία τῆς προφορικῆς εὐχῆς.
Κάποτε ἦρθε κοντά μας ἕνας δαιμονισμένος. Καθώς δουλεύαμε μαζί, τόν δίδαξα νά λέῃ τήν εὐχούλα προφορικά, κυρίως γιά νά ἀποφύγω τήν ἀργολογία. Πράγματι ἄρχισε ὁ ἀσθενής νά λέῃ τήν εὐχούλα. Καί πάνω πού ἄρχισε νά τήν λέῃ τόν ἔπιασε τό δαιμόνιο καί φώναζε:
Πήγαινε στόν Ἑσπερινό, ἄσε τό κομποσχοίνιιιιι!
Ὁ ἴδιος ὁ δαίμονας, δηλαδή, φανέρωσε πώς μέ τήν εὐχούλα μιλοῦμε δυναμικά μέ τόν Θεό. Βέβαια, κανείς δέν πρέπει νά πολυδίνῃ σημασία στά λόγια τῶν δαιμόνων, καί τοῦτο διότι οἱ δαίμονες εἶναι ψεῦτες καί ἀνθρωποκτόνοι καί σπανίως λένε κάποια ἀλήθεια, ἀναμεμιγμένη μέ τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτη. Ἔτσι ἔγινε φανερό πώς τά δαιμόνια δέν συμπαθοῦν καθόλου νά προφέρεται μέ ζέσι καρδιᾶς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας.
Εἶναι γεγονός πώς ἡ ἡσυχαστική ζωή, πού περιστρέφεται γύρω ἀπό τήν Νοερά προσευχή, εἶναι ὁ πιό εὐλογημένος τρόπος ζωῆς. Γιά τούς ἡσυχαστάς τό κομποσχοίνι μέ τήν εὐχούλα εἶναι πολύ πιό ἀποτελεσματική ὡς πρός τήν ὠφέλειά της ἀπό τήν ψαλτική τῆς ἐκκλησίας. Τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες πού τίς θέσπισαν καί τίς νομοθέτησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, γιά τήν κοινή λάτρεία, δέν τίς παραβλέπουν, ἀλλά τίς κάνουν μέ κομποσχοίνι μέσα στίς πολύωρες ἀγρυπνίες τους.
Ὁ Γέροντάς μου ἐπέμενε στήν προφορική εὐχή. Δέν τήν σταματούσαμε καθόλου. Ἐγώ, μιᾶς καί συνήθως δέν ἦταν κανείς κοντά μου, φώναζα τήν προσευχή. Καί τήν ἔλεγα συνέχεια ὥσπου ὁ λαιμός μου πονοῦσε. Τοῦ λέω:
Γέροντα, ἀπό τήν εὐχή, πονάει τό στόμα μου, ἡ γλῶσσα μου, ἔκλεισε ὁ λάρυγγάς μου εἶναι σάν πληγή.
Ἄς πληγώσῃ! Δέν παθαίνεις τίποτα. Ὑπομονή! Μήν τήν σταματᾶς καθόλου! Λέγε την. Ὁ πόνος θά φέρῃ τήν πνευματική ἡδονή.
Ἄν δέν πονέσῃς καρπό προσευχῆς δέν θά δῇς. Αὐτή θά σέ βοηθήσῃ. Θά σέ παρηγορήσῃ. Θά σέ διδάξῃ. Θά σοῦ γίνῃ φῶς. Θά σέ σώσῃ. «Κρᾶξον καί βόησον» τήν εὐχή. Μέ προσευχή, νῆψι καί προσοχή ἀσφάλιζε τόν νοῦ σου. Ἡ διάνοια σου ὄχι πρός τά ἔξω, ἀλλά πρός τά μέσα. Ὄχι λόγια, συμβουλές καί κηρύγματα, ἀλλά πολύ-πολύ ταπεινά καί μέ δάκρυα τήν προσευχή. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία, αὐτή εἶναι ἡ Πατερική ὁδός, αὐτή εἶναι τῶν παπούδων σας ἡ παραγγελία καί ἡ νουθεσία. Δές την μέ τήν πρᾶξι. Γιατί ἄν δέν ἔχῃς πρᾶξι, πῶς θά μιλήσῃς γιά οὐράνια θεωρία;
Νά ᾿ ναι εὐλογημένο. Ἀλλά μέ τήν εἰσπνοή καί ἐκπνοή πονάει ἡ καρδιά μου.
Δέν παθαίνεις τίποτε!
Ὅταν ἔλεγα τήν εὐχή καί προσπαθοῦσα νά ἀποκλείσω κάθε σκέψι καί κάθε εἰκόνα καί νά ἐπικρατήσῃ μόνον ἡ εὐχή μέσα μου, μοῦ ἔλεγε, ὁ πειρασμός μέσω τῶν λογισμῶν, ὅτι «θά σκάσῃς τώρα»! Καί ἐγώ ἀπαντοῦσα:
«Ἄς σκάσω κι᾿ ἄς πλαντάξω. Ἐδῶ θά μάχωμαι μέχρι πού νά πεθάνω».
Ὅλη τή μέρα μᾶς ὑπενθύμιζε ὁ Γέροντας:
«Κρατᾶτε τήν εὐχή! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Αὐτή θά σᾶς σώσῃ. Τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά φωτίσῃ τόν νοῦ σας, θά σᾶς δυναμώσῃ ψυχικά, θά σᾶς βοηθήσῃ στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν δαιμόνων. Θά σᾶς καλλιεργήσῃ τίς ἀρετές καί θά σᾶς γίνῃ τά πάντα».
Γι᾿ αὐτό καί ἐπέμενε πολύ, σέ μᾶς τούς νεαρούς ὑποτακτικούς, στήν πρακτική μέθοδο τῆς προφορικῆς εὐχῆς.
Καθώς ἡ δική του ζωή ἦταν μιά συνεχής βία στό θέμα τῆς προσευχῆς, ἔτσι ἐπέμενε κι᾿ ἐμεῖς νά βιάζουμε ὅσο μποροῦμε τόν ἑαυτό μας, γιά νά βυθίζουμε τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά μας.
Αὐτή ἦταν ἡ διδασκαλία τοῦ ὁσίου Γέροντός μας: νά μᾶς σπρώχνῃ νά μᾶς ὠθῇ, νά μᾶς παρακολουθῇ καί νά μᾶς θυμίζῃ συνεχῶς νά μνημονεύουμε μέ τήν εὐχή τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀδιαλείπτως κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο «μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον»1. 

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν. 

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο:
“Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Ἐκδόσεις Γ. Γκέλμπεσης

Γέροντα, μερικοὶ ἄνθρωποι δὲν ξέρουν τί νὰ ποῦν στὴν ἐξομολόγηση



Γέροντα, μερικοὶ ἄνθρωποι δὲν ξέρουν τί νὰ ποῦν στὴν ἐξομολόγηση.
– Αὐτὸ δείχνει ὅτι δὲν κάνουν λεπτὴ ἐργασία στὸν ἑαυτό τους. Ἂν δὲν κάνουμε λεπτὴ ἐργασία στὸν ἑαυτό μας, τότε καὶ τὰ χοντρὰ μᾶς ξεφεύγουν. Πρέπει νὰ καθαρίσουμε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας.

Ἕνας τυφλὸς δὲν βλέπει τίποτε.

Ἕνας ποὺ ἔχει ἕνα μάτι, ἔ, αὐτὸς βλέπει· ἀλλὰ πιὸ καλὰ βλέπει αὐτὸς ποὺ ἔχει καὶ τὰ δυὸ μάτια γερά. Καὶ ἂν ἔχη καὶ τηλεσκόπιο καὶ μικροσκόπιο, θὰ βλέπη καὶ τὰ μακρινὰ καὶ τὰ κοντινὰ πολὺ καθαρά. 
Ἕνα ξυλόγλυπτο εἰκονάκι λ.χ. μπορῶ νὰ τὸ τελειώσω σὲ τρεῖς ὧρες. Ἂν ὅμως τὸ ἀφήσω λίγες μέρες καὶ τὸ ξαναδῶ, βρίσκω ἀρκετὲς ἐλλείψεις. Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ τὸ δουλέψω καὶ μιὰ ἑβδομάδα καὶ ἕναν μήνα καὶ δύο χρόνια. Τὸ ἴδιο μπορῶ νὰ τὸ δουλεύω καὶ πέντε χρόνια, ἂν θέλω. Ἀλλὰ μετὰ πρέπει νὰ δουλεύω μὲ φακό. 

Θέλω νὰ πῶ ὅτι καὶ ἡ πνευματικὴ ἐργασία δὲν ἔχει τελειωμό. Ὅσο προχωράει κανεὶς πνευματικά, καθαρίζουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του πιὸ πολὺ–πιὸ πολύ, καὶ βλέπει τὰ σφάλματά του ὅλο καὶ μεγαλύτερα, καὶ ἔτσι ταπεινώνεται καὶ ἔρχεται ἡ χαρης του Θεοῦ !

Αγίου Πασίου Αγιορείτου

Όπως το λάδι με το νερό στο καντήλι...



Αν κατορθώσει κανείς να συζεί με τον κόσμο, 
όπως το λάδι με το νερό στο καντήλι, 
που δεν ανακατεύονται,
τότε είναι εν Θεώ

Ὁ Χριστός εἶναι ἡ μοναδική ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας

Ἄς ἐννοήσουμε τό σύντομο τῆς ζωῆς μας καί ἄς δουλεύσουμε τόν Θεό, μέ ἀγάπη, μέ προθυμία καί μέ ταπείνωσι.

Ποιός μετενόησε καί δέν σώθηκε; ποιός εἶπε τό ἡμάρτησα καί δέν συγχωρήθηκε; ποιός ἔπεσε καί ἐζήτησε βοήθεια καί δέν σηκώθηκε; ποιός ἔκλαυσε καί δέν παρηγορήθηκε ἀπό τόν Θεό;

"Ἡμάρτηκα", εἶπεν ὁ ἄνθρωπος, εὐθύς ὁ Θεός συγχωρεῖ· παραβλέπει ὁ Κύριος τό ἁμαρτημά σου. Μέ τήν μετάνοια ὅλα διορθώνονται. Οὐδέν ὑπάρχει, τό ὁποῖον νά νικᾶ τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ νά μετανοοῦμε εἰλικρινά.

Ἐν ὄψει τῶν κρισίμων στιγμῶν πού διερχόμεθα, θά πρέπη νά ἑτοιμαζώμεθα ἰδιαίτερα μέ τήν ἐξομολόγησι. Ἡ Ἐκκλησία μας παραδέχεται τρία βαπτίσματα. Τό κανονικό βάπτισμα, τῆς μετανοίας καί τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ Θεός δωρεάν μᾶς σώζει. Οἱ κόποι μας δείχνουν τήν προαίρεσί μας.

Τώρα ὁ Θεός φωνάζει διά μέσου τῶν ἁγίωνΓραφῶν, τῶν ἱεροκηρώυκων, τῶν πνευματικῶν πατέρων· "Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν" (Ματθ. 3, 2), ἀλλά δυστυχῶς κωφεύουν στά θεῖα Του προστάγματα μέ διάφορες προφάσεις οἱ ἔξυπνοι!

Πρέπει νά πανηγυρίζουμε καί νά εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο πού ἄφησε αὐτό τό λουτρό στή γῆ, πού ἄφησε αὐτήν τήν ἐξουσία τοῦ "δεσμεῖν καί λύειν". Ὅσα λύση ὁ πνευματικός, τά λύνει κι ὁ Θεός. Ὅσα συγχωρεῖ ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Θεοῦ, τά συγχωρεῖ καί ὁ Κύριος. Κι ὅταν ἐδῶ κάτω κριθῆ ἄνθρωπος, δέν κρίνεται ἐπάνω στό μεγάλο καί φοβερό δικαστήριο.

Τώρα, ὅσο ἀκόμη εἴμεθα στήν ζωή, μποροῦμε νά κάνουμε τόν Χριστό μας εὐσπλαχνικώτερο, καί νά Τόν συναντήσουμε μέ καθαρό πρόσωπο μέ τήν μετάνοιά μας καί τήν ἐξομολόγησι. Διαφορετικά, διά τῆς ἀμετανοησίας, θά Τόν συναντήσουμε χωρίς ἔλεος καί συγνώμη. 

Ὁ Θεός νά μᾶς δώση διόρθωσι καί προετοιμασία, γιά νά βρεθοῦμε ἕτοιμοι. Ἄς ἐπιμεληθοῦμε, ὅσο μποροῦμε, τήν ἱερά ἐξομολόγησι.

Ὁ καλός Θεός ἄς ρίξη ἔλεος καί φώτισι, νά ξυπνήσουμε, ὅσο εἶναι ἐνωρίς κι ὅσο ἔχουμε πνοή ζωῆς, διά νά μή μετανοήσουμε κατόπιν χωρίς ἔλεος, χωρίς διόρθωσι...Τώρα, ὅ,τι ἠμποροῦμε νά κάνουμε σ' αὐτόν τόν χρόνο πού ἔχουμε στά χέρια μας… 
Εὔχομαι ὅλοι μας νά ξυπνήσουμε κάι νά προσπαθήσουμε, ὅσο γίνεται περισσότερο, περί τοῦ "ἑνός ἐστι χρείαν"· νά ἀγωνισθοῦμε κάι νά προετοιμστοῦμε. Νά τακτοποιήσουμε τίς σελίδες τοῦ βιβλίου τῆς ζωῆς μας, πού γράφουν τά ἁμαρτήματα, νά τίς σβούησουμε καί νά ἀφήσουμε μόνον τίς σελίδες πού γράφουν τίς καλές πράξεις, ὥστε ὅταν ἀνοιχθῇ τό βιβλίο τῆς συνειδήσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νά μή καταισχυνθοῦμε, νά μή χάσουμε τήν ψυχή μας, ἀλλά νά ζήσουμε αἰώνια μέ τόν Χριστό.

Ὅσο καί ἄν λερωθοῦμε, ὅσο καί ἄν ἁμαρτήσουμε, ὅταν μετανοήσουμε, ὅταν ἐπιστρέψουμε, ὅταν προσπέσουμε στόν Θεό μέ εἰλικρινῆ μετάνοια, μέ ἀληθινή ἐξομολόγηση, μέ καθαρή ἐξαγόρευση, ἀποκλείεται νά μήν τύχουμε τῆς συγνώμης τοῦ Θεοῦ.

Ἡ μετάνοια, ἡ σωστή καί ἀληθινή, ἀποκαθιστᾶ τό πρῶτο βάπτισμα, πού σάν ἁμαρτωλοί τό μολύναμε ὅλοι μας.

Τό καθαρό βιβλιάριο ἑτοιμάζεται ἀπό δῶ, ὅπως τό διαβατήριο...Ὅταν τό διαβατήριο τῆς ψυχῆς μας τακτοποιηθῆ καλῶς ἔναντι τοῦ θείου Νόμου, δέν θά μπορέσουν νά μᾶς σταματήσουν οἱ ἐναέριοι φορολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν κάθε ψυχή πρός τά πάνω.

Χωρίς τό Εὐαγγέλιο στά χέρια μας, δέν ἔχουμε ὁδηγό, δέν ἔχουμε πυξίδα, δέν ἔχουμε τίποτα, δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε...

Γέρων Ἐφραίμ ἐν Ἀριζόνᾳ
(Ἀνθολόγιο σοφῶν ρήσεων ἐπί τοῦ θέματος) 
Ἐκδόσεις: "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό!



Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάνθρωπο Θεό.

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά!

Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσσα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού...

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προσηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρίου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπίδα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στενάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπίζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρήνη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί εναντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχίονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, διότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φανερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνεται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, «Το γνώθι σαυτόν»

Τί πραγματικά εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός;

ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Διαβάζοντας με προσοχή τα λόγια που είπε ο Ιησούς, παρατηρούμε αμέσως ένα καταπληκτικό χαρακτηριστικό. Τα πιο βαθιά νοήματα, οι τελειότερες ηθικές διδασκαλίες, είναι διατυπωμένες με πολύ απλά λόγια!
Αυτό δεν είναι αυτονόητο. Οι φιλόσοφοι όλων των εποχών δεν απευθύνονται στον απλό άνθρωπο. Απευθύνονται στους λίγους, τους μορφωμένους, που μπορούν να παρακολουθήσουν τους συλλογισμούς, τα διανοήματά τους. Το ξετύλιγμα των σκέψεων συχνά αναγκάζει και τους πιο μορφωμένους να διαβάζουν ερμηνευτικά σχόλια, παρατηρήσεις άλλων φιλοσόφων και συγγραφέων πάνω στο ίδιο θέμα, να κάνουν σύνθετους συλλογισμούς.
Ο Χριστός όμως απευθύνεται στον απλό άνθρωπο. Λέει όλα αυτά, που κανείς φιλόσοφος δεν προσέγγισε, και τα λέει με απλότητα. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν μπορεί να καταλάβει το λόγο του Χριστού.
«Όσα θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, αυτά και εσείς να κάνετε σε αυτούς» λέει ο Ιησούς.
«Με όποιο μέτρο κρίνετε, με το ίδιο μέτρο θα κριθείτε. Αν συγχωρείτε τους άλλους, θα σας συγχωρέσει ο ουράνιος πατέρας. Αν δεν συγχωρείτε τους συνανθρώπους σας, ούτε ο ουράνιος πατέρας θα σας συγχωρέσει».
Απλό, εύληπτο, υπέροχο. Διδάσκει την αγάπη, την καλοσύνη. Χτυπάει τον εγωισμό και τη φιλαυτία. Αποτελεί το άριστο θεμέλιο μιας κοινωνίας.
Πάρα πολλοί από τους απλούς λόγους του Ιησού, είναι σήμερα παροιμίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Ας δούμε μερικούς λόγους:
«απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι»,
«ουκ έχει που την κεφαλήν κλίναι»,
«εκ του περισεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί»,
«πολλοί εισί οι κλητοί, ολίγοι δε οι εκλεκτοί»,
«τον μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενής» και τόσα άλλα.
Οι εκφράσεις, ο λόγος, είναι τόσο χαρακτηριστικά που φαίνεται αμέσως κάτι αν το είπε ή όχι ο Ιησούς. Το ύφος είναι μοναδικό. Ας δούμε παραδείγματα
«Αιτείται και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν».
«Δεύτε προς πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι και εγώ αναπαύσω υμάς».
«Οι έσχατοι έσονται πρώτοι, και οι πρώτοι έσχατοι».
ο Ιησούς χρησιμοποίησε αριστοτεχνικά τη λεγόμενη Σωκρατική μέθοδο, με την οποία οδηγούσε τους μαθητές ή τους άλλους ανθρώπους να δώσουν μόνοι τους τη σωστή απάντηση. Χρησιμοποίησε πάρα πολλές εικόνες από την καθημερινή ζωή, και παρομοιώσεις, για να γίνει απόλυτα κατανοητός. Με τις παραβολές έδωσε διαχρονικά μηνύματα, με τρόπο που άμεσα γίνονται αντιληπτά από τους απλούς ανθρώπους όλων των εποχών.
Η σπορά, η συγκομιδή, οι πονηροί και οι αγαθοί εργάτες, ο ποιμένας, το πρόβατο, ο έμπορος των μαργαριταριών, η δραχμή που χάθηκε, πένθος, χαρά, λύπη, δάκρυα, πλούτος, φτώχεια, πείνα, δίψα, υγεία, ασθένεια, όλες οι παραστάσεις που έχουν οι άνθρωποι από τη ζωή τους πάνω στη γη, έγιναν διήγηση, παραβολή, διδασκαλία, από όπου βγήκε το τέλειο ηθικό κήρυγμα, που όμοιό του ποτέ δεν ακούστηκε.
Ας δούμε λίγα σημεία της πρωτοφανούς αυτής διδασκαλίας.
1. Η ύπαρξη του Θεού
Δίπλα στο φρέαρ της Σαμάρειας, ο Ιησούς είπε σε μια γυναίκα: Ο Θεός είναι πνεύμα, που δεν μπορεί να κλειστεί σε τοπικά όρια και εθνικούς φραγμούς. Είναι πανταχού παρών, έτοιμος να ακούσει όποιον του μιλάει. «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν».
2. Ο Θεός είναι πατέρας
Ζητάει, στην Κυριακή προσευχή, να αποκαλούμε το Θεό πατέρα. «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς». Είναι ένας πατέρας που ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Απαντάει στις προσευχές, αρκεί να φερόμαστε στους ανθρώπους, όπως θέλουμε να μας φερθούν και αυτοί! Θεέ, συγχώρεσέ μας, όπως και εμείς συγχωρούμε τους συνανθρώπους μας, λέει η Κυριακή προσευχή.
3. Η βασιλεία των ουρανών
Η ψυχή είναι αθάνατη. Ο κόσμος αυτός, αποτελεί τόπο κρίσης. Η αμοιβή των δικαίων και των ταπεινών είναι η αιώνια ζωή. «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδιά, ου μη εισέλθετε εις την βασιλείαν των ουρανών» είπε ο Ιησούς. Και «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».
Το αναστάσιμο «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος» εκφράζει με τον πιο φανερό τρόπο την πίστη των Χριστιανών στην αιώνια ζωή. Ο «τον Θάνατο καταπατήσας» υποσχέθηκε ότι θα πάρει τους δίκαιους κοντά του, εκεί που είναι ο ουράνιος πατέρας.
4. Η εντολή της αγάπης
Είναι η πιο σημαντική εντολή. Η αγάπη αυτή είναι πρωτόγνωρη, περιλαμβάνει όσους μας μισούν, μας αδικούν. Η αγάπη έχει τη δύναμη να συνετίσει και να διορθώσει πολλούς, τη στιγμή που η αντιπαράθεση και ο θυμός τους κάνουν όλους χειρότερους.
«Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τους μισούντας υμάς και προσεύχεστε υπέρ των επηρεαζόντων υμας και διοκόντων υμάς».
5. Οι εχθροί της ψυχής
Ο μαμμωνάς. Το χρήμα και τα υλικά αγαθά. Αν αυτά γίνουν πρώτος στόχος του ανθρώπου, αυτός γίνεται άδικος, εγωιστής, φέρνει τη δυστυχία στους άλλους ανθρώπους. Η απληστία, η πλεονεξία, η αγωνία της απώλειας, σημαδεύουν την προσωπικότητα και της δίνουν απάνθρωπα χαρακτηριστικά.
Η μέριμνα. Η αγωνιώδεις φροντίδα, τι θα γίνουμε, τι θα κάνουμε, μήπως γίνει ότι φοβόμαστε. Ο Ιησούς δίδαξε τη φυσιολογική φροντίδα, που βάζει τα υλικά αγαθά στη δεύτερη θέση, αφήνοντας για την πρώτη θέση την προσπάθεια για βελτίωση την αγάπη, την εμπιστοσύνη στο Θεό. Ο άνθρωπος πρέπει να δείχνει εμπιστοσύνη στον ουράνιο πατέρα, να μην φέρεται με το φόβο και την αγωνία που δείχνουν άτομο που δεν πιστεύει ότι μπορεί ο Θεός να το προστατέψει και να το βοηθήσει.
Η φιλαυτία. Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, δεν αγαπάει κανένα. Φέρεται στους άλλους υποτιμητικά, χωρίς ενδιαφέρον και αγάπη. Προσπαθεί να τους χρησιμοποιήσει για να πετύχει ότι πιστεύει ότι δικαιούται. Εκμεταλλεύεται, καταπιέζει, θεωρεί «υπάνθρωπους» πολλούς από τους συνανθρώπους του.
6) Η αλληλοβοήθεια.
Ο Ιησούς τονίζει με έμφαση την ανάγκη να βοηθάμε ο ένας τον άλλο. Φτάνει στο σημείο να θεωρεί τον εαυτό του οφειλέτη, αν προσφέρουμε βοήθεια σε κάποιο συνάνθρωπό μας! «Αφού προσφέρατε σε έναν από τους πτωχούς αδελφούς σας, σε εμένα προσφέρατε» λέει!
Η επί του όρους ομιλία, αποτελεί το καταστατικό της Χριστιανικής πίστης. Αιώνες οι άνθρωποι σκύβουν πάνω από το ευαγγέλιο του Ματθαίου, και μένουν έκπληκτοι από το ηθικό ύψος, στο οποίο ανεβάζει ο Ιησούς τον άνθρωπο.
Ας δούμε ένα τμήμα από την επί του όρους ομιλία του Ιησού Χριστού. Είναι άξιο ιδιαίτερης προσοχής ότι προσπαθεί να κτυπήσει τη ρίζα του κακού. Αντί για το «μη φονεύσεις» ζητάει το «μη οργισθείς κατά του αδελφού σου». πράγματι, η οργή οδηγεί στο μίσος, τον εγωισμό, την κακία, καμιά φορά και το φόνο. Αν κάποιος δεν οργισθεί, δεν φτάνει ποτέ στα επόμενα στάδια.
Αντί για το «μη μοιχεύσεις» ο Ιησούς λέει «μη επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου». Πράγματι, μετά την επιθυμία ακολουθεί μια κατάσταση που περιέχει έλλειψη ικανοποίησης για όσα έχουμε, κακία για τους άλλους, αχαριστία, έλλειψη αγάπης για το σύζυγο της γυναίκας, προσπάθεια ίσως να κερδίσουμε την εύνοια του αντικειμένου του πόθου, και μια κατηφόρα, που κλονίζει οικογένειες, αφήνει παιδιά ορφανά, δημιουργεί θανάσιμο μίσος, συμπλοκές, δίκες, φόνους. Τα χειρότερα εγκλήματα, τα πιο θανάσιμα αμαρτήματα που οδήγησαν μικρά παιδιά στην απόγνωση, ξεκίνησαν από μια απλή επιθυμία, μια έλξη, που αφέθηκε ενεξέλεγκτη, δυνάμωσε, καλλιεργήθηκε, και οδήγησε σε τραγικές συνέπειες όσους φταίνε και όσους δεν φταίνε.
Ας δούμε την υπέροχη αυτή διδασκαλία. Αν ο άνθρωπος την ακολουθήσει, πράγματι, «δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της ευτυχίας στη ζωή».
«Όταν ποιήσεις ελεημοσύνη, μη σαλπίσεις έμπροσθέν σου, ώσπερ οι υποκριταί ποιούσιν εν τας συναγωγαίς και εν ταις ρύμαις όπως δοξασθώσι υπό των ανθρώπων».
Ο Ιησούς ενδιαφέρεται για τα βαθύτερα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Θέλει να κάνουμε ελεημοσύνη, αλλά από αγάπη, όχι για επίδειξη. Αξία έχει η ειλικρινής, η άδολη προσφορά.
Αιώνες αργότερα, το marketing έχει ανακαλύψει την αξία της προσφοράς, σαν διαφήμιση. «Αυτή η εκδήλωση έγινε με την ευγενική χορηγία της … εταιρίας» διαβάζουμε. Όμως, αυτό αποτελεί είδος διαφήμισης! Αυτό ακριβώς κάνουν και οι άνθρωποι που υπερηφανεύονται: «Ξέρεις πόσους φτωχούς έχω βοηθήσει;» ή «να βοηθάς τους φτωχούς, όπως εγώ». Σύμφωνα με τον Ιησού «έλαβαν ήδη τον μισθόν αυτών». Η αμοιβή τους δόθηκε από τους ανθρώπους. Όταν όμως κάποιος βοηθάει χωρίς επίδειξη, «ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει σοι εν τω φανερώ».
Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». Δεν μπορούμε να έχουμε στην ίδια θέση το Θεό και το χρήμα. Θα εργαζόμαστε, θα απολαμβάνουμε τα υλικά αγαθά, όμως θα βοηθάμε τους συνανθρώπους μας, και θα κερδίζουμε ότι μπορούμε να κερδίσουμε τίμια. Όχι αδικώντας τους άλλους. Όχι να κερδίζουμε κάνοντας τους άλλους δυστυχισμένους. Όποιος αγαπήσει το χρήμα πάνω από όσο πρέπει, σίγουρα θα αδικήσει, θα σπείρει δυστυχία, θλίψη. Δεν θα έχει αγάπη, κατανόηση, ανθρωπιά. «Ου δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» λέει ο Ιησούς. Πράγματι, υπάρχει σύγκρουση!
Αν κάποιος θέλει να κερδίσει όσο γίνεται ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΧΡΗΜΑΤΑ, γρήγορα θα καταλάβει ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει μένοντας τίμιος και δίκαιος. Ο διπλανός του, που αδικεί και κλέβει, πρόσκαιρα θα έχει περισσότερα. Όμως, μαζί με τα περισσότερα ΧΡΗΜΑΤΑ, η συνείδησή του, που τον πληροφορεί ότι είναι άδικος, του δηλώνει ότι ο Θεός δεν πρόκειται να τον βοηθήσει. Στηρίζει λοιπόν την ελπίδα του στα χρήματα, και προσπαθεί με αυτά να «εξασφαλίσει» όσο γίνεται περισσότερο.
Όμως, κάθε έξυπνος άνθρωπος καταλαβαίνει ότι με τα άδικα χρήματα κανείς δεν αγοράζει τα πάντα.
Ο Έλβις Πρίσλεϋ, η Μαίριλυν Μονρόε, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, σίγουρα είχαν πολλά χρήματα. Δεν μπόρεσαν όμως να αγοράσουν την ευτυχία, ούτε να εξασφαλίσουν τη μακροζωία. Πέθαναν νωρίτερα και πιο δυστυχισμένοι, από πολλούς απλούς ανθρώπους που έχουν λίγα υλικά αγαθά, έχουν όμως την εμπιστοσύνη τους στο Θεό.
«Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και αυρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσετε υμίν. Πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται. Τις έστιν εξ υμών άνθρωπος, ον εάν αιτήσει ο υιός αυτού άρτον, μη λίθω επιδώσει αυτώ; και εάν ιχθύν αιτήσει, μη όφιν επιδώσει αυτώ; είναι ουν υμείς, πονηροί όντες, οίδατε δόματα αγαθά διδόνται τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς δώσει αγαθά τοις αιτούσιν αυτόν;»
Ο Ιησούς μας προτρέπει να ζητάμε. Να ζητάμε και θα μας δοθεί! Είναι υπόσχεση, και την έχουμε δει πολλές φορές στη ζωή μας να εκπληρώνεται.
Ναι, θα μου πείτε όποιος προσεύχεται, του δίνει ο Θεός αυτό που ζητάει; Έχω ξέρω πολλούς που ζητούν, και ο Θεός δεν τους δίνει τίποτα!
Ο Χριστός μας προτρέπει να ζητάμε, και θα μας δοθεί. Δεν λέει ψέματα. Αν διαβάσουμε προσεκτικά, μας λέει πως πρέπει να ζητάμε ώστε να εισακουστούμε.
α) Ας προσέξουμε το λόγια Του «αν προσεύχεσαι και θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, σταματά την προσευχή, πήγαινε, συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και μετά έλα και προσευχήσου για να εισακουστείς».
Πριν προσευχηθούμε, πρέπει να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους, να μην έχουμε αδικήσει κανένα, ή, αν έχουμε αδικήσει, να επανορθώσουμε! Διαφορετικά, ο Θεός αρνείται και αυτός να μας ακούσει!
Πόσοι από εμάς, που παραπονιόμαστε, ότι δεν μας ακούει ο Θεός, δεν μισούμε, δεν έχουμε εγωισμό, δεν αδικούμε! Ας συμφιλιωθούμε, ας έχουμε αγάπη, τιμιότητα, δικαιοσύνη. Τότε, ας προσευχηθούμε.
Καλώ όποιον διαβάζει αυτές τις γραμμές να το δοκιμάσει. Τότε, ας πετάξει στα σκουπίδια αυτό το βιβλίο. Ο Θεός θα του φανερωθεί, τόσο έντονα, τόσο χαρακτηριστικά στη ζωή του, που «οι αποδείξεις» αυτού του βιβλίου, είναι πλέον άχρηστες. Αν αποκτήσουμε προσωπικά πείρα σε κάτι, δεν χρειαζόμαστε πια αποδείξεις! Το είδαμε, το αισθανθήκαμε, είδαμε απίστευτα πράγματα να συμβαίνουν έξω από κάθε λογική στη ζωή μας, και γνωρίζουμε. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» λέει ο Ιησούς, αλλά όμως στηρίζει την πίστη μας με έργα που, καθένας από εμάς, ας κρίνει αν αποτελούν προϊόν τύχης ή απάντησης του Θεού.
β) Να ζητάμε πράγματα που θα μας ωφελήσουν, στο δρόμο για ευτυχία, υγεία, ηθική βελτίωση. Δεν έχει νόημα να ζητάμε πράγματα με τα οποία θα αδικηθούν άλλοι (Θεέ μου τιμώρησέ τον), θα κάνουμε επίδειξη (Θεέ μου θέλω ένα καινούργιο αυτοκίνητο), θα μας βλάψουν (Θεέ μου, ας κερδίσω το λαχείο, να μην έχω ανάγκη κανένα).
Αλήθεια, αν κερδίσουμε πεντακόσια εκατομμύρια στο λαχείο, θα μας βλάψει; Πολύ πιθανό. Οι ενενήντα στους εκατό από εμάς θα βλαφτούν. Ο άνθρωπος όταν έχει πολλά χρήματα και «δεν έχει ανάγκη κανένα», γίνεται υπερήφανος, εγωιστής, αποκτά αίσθημα ανωτερότητας. Αρχίζει και περιφρονεί τους φτωχούς, απορεί «πως ζούνε» μερικοί άνθρωποι, σιχαίνεται «τους βρωμιάρηδες» (που ίσως δεν έχουν νερό να πλυθούν), ειρωνεύεται τους «μικροαστούς με τις συνήθειές τους».
Ο μεγάλος πλούτος και η μεγάλη δυστυχία, είναι οι δύο δρόμοι που απομακρύνουν με ασφάλεια τον άνθρωπο από το Θεό. Το συμφέρον όμως του ανθρώπου βρίσκεται στην ηθική του τελείωση, όχι στην επίδειξη. Ο άνθρωπος πρέπει να απολαμβάνει τη ζωή, να χαίρεται, όμως να αισθάνεται ότι εξαρτάται από το Θεό. Να μην πιστέψει όπως ο πλούσιος της παραβολής «Ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Γιατί, το αύριο, κανείς δεν το γνωρίζει, ούτε το αγοράζει.
γ) Να μοιάζουμε με τα παιδιά. Να έχουμε ψυχή παιδιού. Να ζητάμε κάτι από το Θεό, όπως ένα παιδί από τον πατέρα του. Όχι όπως ο Φαρισαίος «Θεέ μου, σε ευχαριστώ που είμαι καλός, τίμιος, και όχι σαν εκείνο εκεί τον Τελώνη». Γιατί ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται», και στους ταπεινούς μόνο δίνει χάρη.
δ) «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλά ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν τοις ουρανοίς».
Δεν έχουν νόημα τα μεγάλα και ωραία λόγια, οι ωραίες εκφράσεις, οι επικλήσεις. Σημασία έχει μόνο να εφαρμόζουμε τη διδασκαλία του Χριστού, που με λίγα λόγια: «Πάντα όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς. Ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται».
Δοκιμάστε. Σας βεβαιώνω ότι θα έχετε τις αποδείξεις που θέλετε. Όποιος εφαρμόσει τους απλούς αυτούς κανόνες, θα έχει όλες τις αποδείξεις. Θα ζητήσει και θα λάβει. Θα κρούσει και θα του ανοιχθεί. Η γαλήνη και η ευτυχία που θα κερδίσει, θα είναι τα επιπλέον, αυτά που έλαβε χωρίς να τα ζητήσει. Αυτή είναι η εξήγηση και για τους πρώτους Χριστιανούς. Θα δει τι κατάλαβαν, και άφησαν τα είδωλα και τις υλικές απολαύσεις που έφερνε μαζί η παλιά Θρησκεία.
Παρουσιάζεται σήμερα ο Θεός στη ζωή μας; Γίνονται θαύματα σήμερα; Ο Χριστός είναι ο ίδιος, τότε, τώρα, και στους αιώνες. «Η γη θα παρέλθει, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν» είπε. Η καλύτερη απόδειξη είναι πάντα η προσωπική εμπειρία.


Μη φοβάσαι τον πόνο...



Γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ να πονέσουμε; γιατί φοβόμαστε να πενθήσουμε; Να θρηνήσουμε απώλειες και μικρούς καθημερινούς θανάτους; Το ότι δεν έχουμε κέφι και όρεξη, δεν σημαίνει ότι έχουμε κατάθλιψη. Μπορεί να σημαίνει και υγεία ενός ψυχισμού που θέλει να πενθήσει κάτι που έχασε, κάτι που του λείπει, κάτι που δεν βρίσκει, κάτι που αναζητάει ή κάτι που τον πόνεσε και τον πλήγωσε. 

Το δάκρυ δεν μας πνίγει πάντα, τις περισσότερες φορές μας λυτρώνει. Ούτε ο πόνος είναι κατάρα, μα ευκαιρία για να συναντηθούμε με κάτι πιο δυνατό, όμορφο, υγιές, δημιουργικό και ελπιδοφόρο. Στην εκκλησία λέμε ότι τον θάνατο ακολουθεί η ανάσταση. Στη ψυχολογία αναφέρεται ότι την απώλεια διαδέχεται μια δημιουργία, και εγώ απλά και ταπεινά ως παθών και πολλάκις πεσών στα πατώματα του άδη μου λέω ότι η ζωή είναι όμορφη ακριβώς γιατί έχει εναλλαγές και ποικιλία. Ένα μόνιμο δάκρυ σίγουρα είναι κουραστικό, μα και ένα χαμόγελο «αιώνιο» είναι βαρετό. Γι αυτό ας αφήσουμε να ρέει η ζωή κι ας κυλάμε στο ποτάμι της, που είτε ράθυμα είτε ορμητικά θα μας βγάλει στην θάλασσα.

π. λίβυος

Πώς θεραπεύουμε τον αμαρτωλό



Επειδή η αμαρτία στο βάθος της δεν είναι παρά κακία και υπερηφάνεια, πρέπει να θεραπεύουμε κάθε αμαρτωλό με την αγαθότητα και την αγάπη. Είναι αυτό μια μεγάλη αλήθεια που συχνά την λησμονούμε. Πράγματι συχνά, πολύ συχνά, ενεργούμε αντίθετα προς αυτή την αλήθεια. Προσθέτουμε κακία στην κακία, αντιθέτουμε υπερηφάνεια στην υπερηφάνεια. Έτσι η αρρώστια μεγαλώνει εξαιτίας μας και δεν υποχωρεί. Αντί να τη θεραπεύουμε την επιδεινώνουμε. «Κύριε, ελέησέ μας, απάλυνε την καρδιά μας.

Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης 

Εύκολο να κατακρίνεις τους άλλους



Μια γυναίκα πήγε σε κάποιον ιερέα να εξομολογηθεί. Αφού, λοιπόν, τελείωσε την εξομολόγησή της και έλαβε συγχώρεση για τις αμαρτίες που εξομολο­γήθηκε, ξεκίνησε για το σπίτι της. Πριν, όμως, φθάσει, θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει μια αμαρτία. Δεν έμεινε πολύ με αυτή τη σκέψη και πήρε το δρόμο της επιστροφής προς τον πνευματικό. Εκείνος, αφού τη ρώτησε το λόγο της επιστροφής της, έβαλε το πετραχήλι και άκουσε με πολλή προσοχή τα όσα ήθελε η γυναίκα εκείνη να προσθέσει στην εξομολό­γησή της. Όταν τελείωσε, της είπε ο ιερέας:
«Πήγαινε στο σπίτι σου, πάρε μια κότα και να επιστρέψεις εδώ με την κότα. Στο δρόμο που θα έρχεσαι να βγάζεις φτερά από την κότα και να τα πετάς».
Εκείνη, λοιπόν, παιδί της υπακοής, εφάρμοσε τα όσα της είπε ο πνευματικός της. Όταν ήρθε στον ιερέα πάλι, της είπε:
«Πήγαινε τώρα να μαζέψεις τα φτερά της κότας που σκόρπισες ερχόμενη προς τα εδώ».
«Πάτερ μου», του είπε εκείνη, «είναι αδύνατο να γίνει αυτό, γιατί ο αέρας πήρε τα φτερά και τα σκόρ­πισε εδώ κι εκεί».
«Έτσι γίνεται, παιδί μου, και με τους λόγους της κατάκρισης», της απάντησε ο πνευματικός. «Τα λό­για που λες τα παίρνει ο διάβολος, τα παίρνουν οι άνθρωποι και τα σκορπούν στις καρδιές των άλλων, με αποτέλεσμα ανδρόγυνα να χωρίζουν, άνθρωποι να μη μιλιούνται μεταξύ τους και να μισούνται με απρόβλεπτες συνέπειες».
Είναι φοβερή αμαρτία η κατάκριση· η κακόβουλη εκείνη κρίση, που δείχνει έλλειψη αγάπης για τον άλ­λο και κρύβει φοβερό εγωισμό για εκείνον που κατα­κρίνει. Είναι τόσο βαριά, που ο Χριστός παρομοιάζει την αμαρτία του άλλου με αγκίδα και την αμαρτία όποιου κατακρίνει με δοκάρι.
Η κρίση ανήκει μόνο στο Θεό. Εκείνος θα υπολογί­σει στον καθένα τα κίνητρα που τον οδήγησαν στην αμαρτία· τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες μεγάλωσε· την προαίρεσή του, ακόμα και τα γονίδιά του. Και στην κρίση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού κινδυνεύει ο κατήγορος σε αυτόν τον κόσμο να μετατραπεί σε κατηγορούμενο εκεί και, αντίθετα, ο κατη­γορούμενος εδώ να γίνει κατήγορος εκεί.
Ένας Άγιος της Εκκλησίας, ο Άγιος Ιωάννης, συγγραφέας της «Κλίμακος», λέει: «Είδα άνθρωπο που φανερά αμάρτησε, ενώ στα κρυφά έκανε μεγά­λα καλά». Γι’ αυτό δεν πρέπει να κατακρίνουμε κανέναν. Η εξωτερική εμφάνιση ξεγελάει και παρασύ­ρει τον άνθρωπο στην κατάκριση, αλλά, όπως λέει ο λαός, «άνθρωπο βλέπεις, καρδιά όμως δεν ξέρεις». Και σίγουρα, ο Θεός θα θεωρήσει ΝΙΚΗ ενός ανθρώπου τον αγώνα και την προσπάθειά του, έστω κι αν αμάρτησε, στο τέλος, όμως, μετανόησε.
Είναι προτιμότερο και θεάρεστο, αντί να ασχο­λούμαστε και να κατακρίνουμε τη συμπεριφορά των άλλων, να προσευχόμαστε με τα λόγια του Αγίου Εφραίμ του Σύρου: «Κύριε, δώσε μου τη δύναμη να βλέπω τις δικές μου αμαρτίες και να μην κατακρίνω τον αδελφό μου».

Αν ο Χριστός σε ρωτούσε…



 ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ θεωρητικά ότι πέθανες.

Πηγαίνεις στον Παράδεισο και δύο χρυσόμορφοι Άγγελοι παραστέκουν δίπλα σου δείχνοντάς σου τα απερίγραπτα κάλλη του Παραδείσου. Εσύ τότε κατευτυχισμένος φτάνεις στις θύρες και εκεί βλέπεις τον Χριστό να σε περιμένει και να σε ρωτά κατάματα:  -Παιδί μου να! Ο Παράδεισος που κέρδισες! με τα καλά σου έργα, μπορείς να τον απολαύσεις αιωνίως. Όμως πρέπει να ξέρεις ότι από εδώ και στο εξής εγώ θα πορευθώ στην κόλαση να κάνω συντροφιά στους κολασμένους. Λοιπόν τι διαλέγεις; Να έρθεις μαζί μου, δίπλα μου, στην κόλαση, αφού λές ότι με αγαπάς, ή να καθήσεις χωρίς εμένα στον Παράδεισο;
Τι θα του απαντούσαμε άραγε του Χριστού;
Βέβαια τούτο το ερώτημα ουσιαστικά δεν στέκει, διότι και εάν υποθέσουμε ότι ο Κύριος πήγαινε στην κόλαση ευθύς αμέσως αυτή θα μεταμορφωνόταν σε Παράδεισο, αφού ο ίδιος ο Χριστός είναι η Ζωή και ο Παράδεισος.
Όμως το δίλημμα είναι πολύ υπαρκτό:
Αγαπάς Τον Χριστό επειδή σου χαρίζει τον Παράδεισο να περνάς καλά εκεί ή επειδή η καρδιά σου φλέγεται για το Πανάγιο βασανισμένο πρόσωπό Του.
Βλέπετε και τις Μυροφόρες στο μνήμα;
Δεν τους νοιάζει αν ο Χριστός αναστήθηκε ή όχι, δεν τους νοιάζει άν δικαιωθήκανε οι προσδοκίες του ή όχι και παρότι τον έχουνε για πεθαμένο, μία άψυχη νεκρική σωρό, ακόμη τον πιστεύουνε ως Θεό και τον φωνάζουνε Κύριο
Αντιθέτως οι άντρες, οι Μαθητές, όχι μόνο φοβούνται να πλησιάσουν το Μνήμα δια τον φόβο των Ιουδαίων ,αλλά δεν θέλουν επ’ουδενί να έρθουν σε ένα κοιμητήρι, ταπεινωμένοι και αντιμέτωποι με την αποτυχία των ονείρων και των προσδοκιών τους. Γιαυτό και ο Χριστός κατόπιν τους ελέγχει «δια τὴν ἀπιστίαν καὶσκληροκαρδίαν» (Μαρκ ις΄-14)
Ας θυμηθούμε λοιπόν τον Όσιο της Αγάπης, τον Άγιο Πορφύριο τον Ομονοιάτη να λέει ¨
«Παιδί μου, ένα πράγμα μόνο να ζητάς: πώς να αγαπήσεις Τον Χριστό. Και τότε, θα σου δοθούν τα πάντα.»
Ας αγαπήσουμε λοιπόν αυτό το Πάσχα τον Χριστό, όχι για τα καταναλωτικά ουράνια αγαθά που αναμένουνε να λάβουμε, αλλά από φιλότιμο ,κάνοντας την καρδιά μας κατοικητήριό της Αγάπης Του και την Ζωή Του ζωή μας.

π. Διονύσιος Ταμπάκης

synodoiporia.blogspot.gr

Χτυπήματα πέφτουν επάνω σας αδυσώπητα απ’ όλες τις μεριές



Τα βάσανα σας είναι πολλά.
Τα χτυπήματα πέφτουν επάνω σας αδυσώπητα απ’ όλες τις μεριές. Αλλά μην απελπίζεστε.
Δοκιμασίες είναι, που σας βρίσκουν με παραχώρηση του φιλάνθρωπου Θεού, για να καθαριστείτε από τα πάθη και τις αδυναμίες σας.
Παραδώστε, λοιπόν, τον εαυτό σας στα χέρια Του με εμπιστοσύνη, ευψυχία, χαρά και ευγνωμοσύνη.
Μη θυμώνετε, μη δυσφορείτε, μην τα βάζετε με κανέναν άνθρωπο. Αφήστε τους ελεύθερους να επιτελούν επάνω σας και μέσα σας το εργο της πρόνοιας του Κυρίου, που, αποβλέποντας στη σωτηρία σας, πασχίζει να βγάλει από την καρδιά σας κάθε ακαθαρσία...
Όπως η πλύστρα τσαλακώνει, τρίβει και χτυπάει τα ρούχα μέσα στη σκάφη, για να τα λευκάνει, έτσι και ο Θεός τσαλακώνει, τρίβει και χτυπάει εσάς, για να λευκάνει την ψυχή σας και να την ετοιμάσει για την ουράνια βασιλεία Του, όπου κανένας ακάθαρτος δεν θα μπει.
Αυτή είναι η αλήθεια. Προσευχηθείτε να σας φωτίσει το νου ο Κύριος, για να την αντιληφθείτε. Τότε με χαρά θα δέχεστε καθετί το δυσάρεστο σαν φάρμακο που σας δίνει ο επουράνιος Γιατρός. Τότε θα θεωρείτε όσους σας βλάπτουν σαν ευεργετικά όργανα Εκείνου. Και πίσω τους θα βλέπετε πάντα το χέρι του μεγάλου Ευεργέτη σας.
Για όλα να λέτε: «Δόξα σοι, Κύριε!».
Να το λέτε, αλλά και να το αισθάνεστε.
Σας συμβουλεύω να εφαρμόσετε τους παρακάτω κανόνες:

1). Κάθε στιγμή να περιμένετε κάποια δοκιμασία. Και όταν έρχεται, να την υποδέχεστε σαν ευπρόσδεκτο επισκέπτη.

2). Όταν συμβαίνει κάτι αντίθετο στο θέλημα σας, κάτι που σας προκαλεί πίκρα και ταραχή, να συγκεντρώνετε γρήγορα την προσοχή σας στην καρδιά και ν’ αγωνίζεστε μ’ όλη σας τη δύναμη, με βία και προσευχή, ώστε να μη γεννηθεί οποιοδήποτε δυσάρεστο και εμπαθές αίσθημα μέσα σας. Αν δεν επιτρέψετε τη γέννηση τέτοιου αισθήματος, τότε όλα τελειώνουν καλά. Γιατί κάθε κακή αντίδραση ή ενέργεια, με λόγια ή με έργα, είναι συνέπεια και επακόλουθο αυτού του αισθήματος.
Αν, πάλι, γεννηθεί στην καρδιά σας ενα ασθενικό εμπαθές αίσθημα, τότε τουλάχιστον ας αποφασίσετε σταθερά να μην πείτε και να μην κάνετε τίποτα, ώσπου να φύγει αυτό το αίσθημα. Άν, τέλος, είναι αδύνατο να μη μιλήσετε ή να μην ενεργήσετε με κάποιον τρόπο, τότε υπακούστε όχι στα αισθήματα σας, αλλά στον θείο νόμο. Φερθείτε με πραότητα, ηρεμία και φόβο Θεού.

3). Μην περιμένετε και μην επιδιώκετε να σταματήσουν οι δοκιμασίες. Απεναντίας, προετοιμάστε τον εαυτό σας να τις σηκώνει ως το θάνατο. Μην το ξεχνάτε αυτό! Είναι πολύ σημαντικό. Αν δεν τοποθετηθείτε έτσι απέναντι στις δοκιμασίες, η υπομονή δεν θα στερεωθεί στην καρδιά σας.

4). Εκείνους που σας χτυπούν, να τους «εκδικείστε» με την αγάπη σας και την αμνησικακία σας. Με τα λόγια σας, με τη συμπεριφορά σας, ακόμα και με το βλέμμα σας να τους δείχνετε ότι, παρ’ όλα όσα σας κάνουν, εξακολουθείτε να τους αγαπάτε. Και βέβαια, ποτέ μην τους θυμίσετε πόσο σας αδίκησαν.

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος