.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Εκκλησία κατά των αιρέσεων

Ὁ ρόλος τῶν ποιμένων

Μᾶς ἐστάλη τὸ παρακάτω κείμενο τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ διδακτορικὴ διατριβὴ γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὶς αἱρέσεις.
Ἀφήνουμε τὸ κείμενο ἀσχολίαστο καὶ καλοῦμε τὸν ἀναγνώστη νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του, ἀφοῦ στὸ κείμενο αὐτὸ ἀναφέρονται πολλὲς πτυχὲς τοῦ σημερινοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ γιὰ τὸν τρόπο ἀντιμετώπισής του. Πάντως ἕνα εἶναι σίγουρο. Τὰ λόγια του Ἁγίου, ἑνὸς ἀκόμα Ἁγίου, ἀποτελοῦν κόλαφο γιὰ κάθε "εὐσεβῆ" ἱερέα καὶ ἐπίσκοπο ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ποιμαίνει καὶ ἐπισκοπεῖτῆς ποίμνης του.

Βλασία Δ. Κασκανιώτη, Εκκλησία, σχίσμα και αίρεση κατά τον άγιο Νεκτάριο, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2015.

8. Η στάση της Εκκλησίας έναντι των αιρέσεων
Όπως σημειώνει ο άγιος Νεκτάριος, οι αιρεσιάρχες με προκλητικό θράσος και απερίγραπτη τόλμη προσπαθούσαν να παρασύρουν τα πλήθη αλλά, κυρίως, να γοητεύσουν και να προσεταιριστούν τους βασιλείς. Αυτό άλλοτε το πετύχαιναν και άλλοτε όχι, γιατί μερικές φορές προσέκρουαν στην καχυποψία των βασιλέων, οι οποίοι, για να διαλύσουν τις αμφιβολίες τους καλούσαν την Εκκλησία να αποφανθεί για τα δύσκολα ή περίπλοκα γι’ αυτούς δογματικά ζητήματα, τα οποία υπερέβαιναν τις προσωπικές τους γνώσεις και κρίσεις540.
Κατάφεραν με τον τρόπο αυτό οι αιρεσιάρχες να προκαλέσουν την αφύπνιση της Εκκλησίας και την ανάδειξη εξαίρετων μορφών που πρωτοστάτησαν στον αγώνα της κατά της πλάνης. Πρόκειται κατά κανόνα για σοφούς ιεράρχες, δεινούς γνώστες της φιλοσοφίας και κατόχους όλων των κοσμικών επιστημών αλλά και καθοδηγημένους από το Άγιο Πνεύμα, ώστε να κατανοούν τις Γραφές και να αντλούν από αυτές πλήθος επιχειρημάτων κατά των αιρετικών δοξασιών. Με την πνευματική προσφορά των ανθρώπων αυτών από τη μια εμπλουτίζεται και φωτίζεται ακόμη περισσότερο η μία και μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας και από την άλλη γίνεται ευκολότερος ο εντοπισμός των αιρετικών και η αποκοπήτους από το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Στη μελέτη του περί των Οικουμενικών Συνόδων ο άγιος περιγράφει σφαιρικά τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στην αίρεση. Εκεί διαφαίνεται ο διπλός στόχος των αγωνιζομένων υπέρ της αληθείας: αφενός να αναδείξουν και να διατυπώσουν την αλήθεια της Εκκλησίας και αφετέρου νακατατροπώσουν την αίρεση. Στην προσπάθεια αυτή ακολουθούν πολλές μεθόδους.
Καθώς στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ιεράρχες και Ποιμένες, οι αρχικές τους ενέργειες επικεντρώνονται στην προσπάθεια να νουθετήσουν τους αιρετικούς υποδεικνύοντάς τους τα λάθη τους με την ελπίδα να τους συνετίσουν, στην περίπτωση που η πλάνη τους είναι αποτέλεσμα άγνοιας και αμέλειας. Εφόσον οι απαντήσεις που θα λάβουν σ’ αυτό τον πρώτο διάλογο δεν κριθούν ικανοποιητικές, τότε κάνουν μία δεύτερη προσπάθεια σε πιο αυστηρό και ελεγκτικό τόνο. Και όταν και αυτή αποδειχτεί ατελέσφορη απέναντι στην πεισματική εμμονή και τον θολωμένο νου των αιρετικών, τότε ο πόλεμος γίνεται σκληρός και λαμβάνει γνώση για το συγκεκριμένο θέμα η τοπική Εκκλησία, η οποία καλείται να αποφανθεί για τις καινοφανείς δοξασίες και να λάβει θέση.
Όταν όμως ούτε και οι τοπικές Εκκλησίες επαρκούν για την ανάκληση στην τάξη των επίμονων και αμετανόητων αιρετικών, οι οποίοι έχουν στο μεταξύ γίνει και επικίνδυνοι,τότε συγκαλούνται τοπικές σύνοδοι και, αν τελικά χρειαστεί, ακόμη και οικουμενικές.
Η ιστορία της Εκκλησίας, όπως την έχει καταγράψει ο άγιος Νεκτάριος, έχει να παρουσιάσει τέτοια παραδείγματα541. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μας προσφέρει ο ΠατριάρχηςΑλέξανδρος Α΄ Αλεξανδρείας (313-328), «ἀνήρ πρᾶος, ἀγαθός καί ἐνάρετος»542, ο οποίος, όταν πληροφορήθηκε ότι μεταξύ των πρεσβυτέρων της δικαιοδοσίας του κυκλοφορούσαν διδασκαλίες ασύμβατες με την ορθόδοξη πίστη και βεβαιώθηκε ότι αυτές διαδίδονταν από τον γνωστό πρεσβύτερο Άρειο, τον προσκάλεσε σε μία συζήτηση, όχι μόνο για να βεβαιωθεί για τα λεγόμενά του αλλά και για να τον νουθετήσει με τρόπο πατρικό δίνοντάς του την ευκαιρία να ξανασκεφτεί και να αναθεωρήσει τις εσφαλμένες αντιλήψεις του543. Εντωμεταξύ ο Αλέξανδρος, που ανύστακτα παρακολουθούσε τον πρεσβύτερο της Αλεξάνδρειας, δεν άργησε να αντιληφθεί ότι ο Άρειος δεν είχε ανανήψει και ότι συνέχιζε με περισσή πονηρία να προπαγανδίζει την πλάνη του544. Ξανακαλεί τότε τον Άρειο, αυτή τη φορά όμως δεν αρκέστηκε μόνο σε νουθεσίες αλλά εστιάζοντας τη συζήτηση στο καίριο θέμα της Αγίας Τριάδας, που είχε αποτελέσει αντικείμενο μίας διάλεξης του Αρείου, αποδεικνύει με τη βοήθεια της φιλοσοφίας την πλάνη του πρεσβυτέρου.
Ο αιρεσιάρχης γνωρίζοντας ότι ήδη υπήρχαν ανάμεσα στον κλήρο και τον λαό άνθρωποι που αποδέχονταν τη διδασκαλία του ως ορθή και άλλοι που την ανέχονταν ως ακίνδυνη545, με θράσος τολμά αυτή τη φορά να ανασκευάσει τα επιχειρήματα του επισκόπου του. Τότε η Θεία Πρόνοια αναδεικνύει τον νεαρό διάκονο Αθανάσιο, ο οποίος, αν και μικρός και ασθενικός στο σώμα, διέθετε πίστη μεγάλη και φλογερή ψυχή. Μία παράγραφος στο σύγγραμμά του αγίου Νεκταρίου είναι αρκετή για να δείξει την απόλυτη διάσταση ανάμεσα στις συγκροτημένες και χαρισματικές προσωπικότητες των χριστιανών και εκείνες των αιρετικών.
Μία προς μία επιλεγμένες οι λέξεις του αναδεικνύουν τα προσόντα και τις σπάνιες αρετές του Αθανασίου: «Νοῦς βαθύς, λογική ἰσχυρά, ἐπιστήμη εὐρεῖα, ἀνθηρόν ὕφος λόγου, καί τέχνη ρητορική ἀπαράμιλλος περιεκόσμουν αὐτόν καί κατέστησαν κρατερόν μαχητήν κατά τήν προκειμένην σπουδαίαν ἔριν. Ὁ Ἀθανάσιος κεκτημένος ὀξύνειαν θαυμαστήν πρακτικώτατον πνεῦμα, εὐφράδειαν ἀξιόζηλον, καί τόλμην ἀκάθεκτον, ἐκ πρώτης ἀρχῆς ἐνόησε περί τίνος ἐπρόκειτο καί εὐθύς κατενόησε τό βάραθρον, εἰς ὅ ἐκινδύνευεν ἡ Πίστις ἡμῶν νά πέσῃ»546. Αυτά τα εγκώμια δεν αποτελούν απλώς έκφραση θαυμασμού του αγίου Νεκταρίου για τον Μέγα Αθανάσιο αλλά είναι τα γνωρίσματα όλων των Πατέρων που πρωτοστάτησαν κατά καιρούς στην υπεράσπιση της αλήθειας: βαθιά γνώση, ρητορική δεινότητα, κοφτερός νους, ακάθεκτη ορμή εναντίον της πλάνης, απόλυτη βεβαιότητα για την κατοχή της αλήθειας, θυσιαστικό πνεύμα, ακατάβλητο θάρρος.
Οι Πατέρες δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικοί, καθώς οιολέθριες συνέπειες της αιρέσεως ήταν άμεσες και οι αιρετικοί με τα μέσα που μετήρχοντο, απρόβλεπτα ισχυροί και αποτελεσματικοί547.
Ο Αθανάσιος, αφού σχημάτισε μία σαφή γνώμη για τον αντίπαλό του εντοπίζοντας τις αδυναμίες του548 και επισημαίνοντας τις αιρετικές του δοξασίες, έγινε βοηθός του Αλεξάνδρου, ο οποίος άρχισε τώρα να υιοθετεί μία όλο και αυστηρότερη στάση. Αφού οι προσωπικές επαφές δεν στάθηκαν αρκετές για να αναχαιτίσουν τη δράση του αιρεσιάρχη, συγκαλείται τοπική Σύνοδος που καταδικάζει την αίρεση του Αρείου ως βλάσφημη και καθαιρεί και αφορίζει τον ίδιο μαζί με άλλους δεκατρείς ομοϊδεάτες του –έντεκα διακόνους και δύο επισκόπους–, τους οποίους επιπλέον ως ανιάτως προσβληθέντες από την αίρεση,καθαιρεί, αφορίζει, αποκόπτει από το σώμα της Εκκλησίαςκαι τελικά απομακρύνει από την Αλεξάνδρεια549. Βέβαια, ως γνωστόν, η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί και χρειάστηκε να ακολουθήσει και μία Οικουμενική Σύνοδος για το ίδιο ζήτημα.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας με τις δυναμικές τους ενέργειες καταδεικνύουν το ανυπέρβλητο χάσμα που «ἐγήγερται» ανάμεσα στις αιρετικές απόψεις και τις άρρητες αλήθειες της Εκκλησίας, και προλαβαίνουν, προτού γίνει ανεπανόρθωτη ζημιά, να οχυρώσουν την Εκκλησία διατυπώνοντας τα δόγματά της μεθοδικά και ξεκάθαρα, διασφαλίζοντας αποτελεσματικά την ενότητά της έναντι οιωνδήποτε εξωτερικών προσβολών550.
Εξιστορώντας τους αγώνες της Εκκλησίας για να κρατήσει αναλλοίωτη την πίστη της, ο άγιος Νεκτάριος βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τις αρετές όχι μόνο των εκκλησιαστικών αντρών αλλά και όλων εκείνων που γενναία υπεραμύνθηκαν της Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους διακρίνονται και πολιτικοί ηγέτες, όπως οι Αυτοκράτορες Κωνσταντίνος και Θεοδόσιος. Με έκδηλη ικανοποίηση τους επαινεί για την τακτική που ακολούθησαν και για την πρωτοβουλία τους να συγκαλέσουν Συνόδους για την οριστική λύση των προβλημάτων.
Όσο και αν οι αυτοκράτορες είχαν τους δικούς τους λόγους, για να προβούν σε τέτοιες ενέργειες, εντούτοις οι αποφάσεις τους λειτούργησαν προς το συμφέρον της Εκκλησίας και έτσι υπηρέτησαν το σχέδιο της σωτηρίας. Σχετικά με τον Μέγα Κωνσταντίνο και τον Μέγα Θεοδόσιο –στους οποίους λέει ότι δικαίως αποδόθηκε το προσωνύμιο «Μέγας»– θεωρεί πολύ σπουδαία τη στάση τους, γιατί το κέρδος από αυτήν ήταν διπλό, καθώς και η Εκκλησία διασώθηκε και ο Ελληνισμός ανυψώθηκε551. Μάλιστα τονίζει ο άγιος τη διάκριση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος, επειδή δεν ήταν καλός γνώστης των θείων δογμάτων, δεν αναζήτησε πρόχειρες λύσεις ούτε και αποφάνθηκε ο ίδιος για το φλέγον ζήτημα, παρά κατέφυγε σε μία λαμπρή κίνηση, τη σύγκληση συνόδου, δίνοντας στην καθόλου Εκκλησία τη δυνατότητα να αποφανθεί οριστικά και αμετάκλητα552.
Η συνεργασία πολιτείας και Εκκλησίας δημιούργησε ένα ισχυρό μέτωπο εναντίον των αιρέσεων, οι οποίες χωρίς στηρίγματα πια δεν ήταν δυνατόν να επιβιώσουν. Ήταν κοινό συμφέρον και των δύο να αποκρούσουν οτιδήποτε ξένο προς την Παράδοση και την πίστη. Γι’ αυτό και ο Μέγας Θεοδόσιος, ο οποίος είχε ανατραφεί με τη χριστιανική διδασκαλία και ήθελε να αποκαταστήσει την ειρήνη στην Εκκλησία και στο κράτος και να διαφυλάξει όσα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο κατοχυρώθηκαν ως πίστη της Εκκλησίας, συγκάλεσε και αυτός τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο553. Μία Οικουμενική Σύνοδος είναι το έσχατο μέσο των αυτοκρατόρων για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη την πολιτεία. Οι αιρέσεις θέτουν σε κίνδυνο την Ορθοδοξία, γι’ αυτό οφείλει να τις αποκρούει «ἅπασα ἡ Ἐκκλησία, ἡ Οἰκουμενική ἤ Καθολική Ἐκκλησία»554.
Ο άγιος Νεκτάριος τονίζει την εκ των προτέρων βεβαιότητα της πολιτικής ηγεσίας ότι μία Σύνοδος θα δώσει οπωσδήποτε λύση στα ανακύπτοντα θέματα και ότι οι αποφάσεις της θα αποτελέσουν ένα αδιαφιλονίκητο κριτήριο αληθείας στα χέρια των Αυτοκρατόρων. Οι τελευταίοι, στη συνέχεια, ασκώντας την εκτελεστική τους εξουσία, παίρνουν και τα κατάλληλα πολιτικά μέτρα, ώστε οι αποφάσεις αυτές να εφαρμοστούν555.
Στην περίπτωση πάλι, που οι Αυτοκράτορες δεν έπαιρναν σαφή θέση αλλά προσπαθούσαν να ακολουθήσουν μία μέση οδό και να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, –όπως συνέβη με το «Ἑνωτικόν» του Ζήνωνος και την «Ἔκθεσιν περί πίστεως» του Ηρακλείου556–, τότε βρίσκονταν αντιμέτωποι και με τις δύο μερίδες, πράγμα που έθετε σε κίνδυνο και την εσωτερική ηρεμία του κράτους και τη θέση των ίδιων των Αυτοκρατόρων.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι οι πρώτες Σύνοδοι, που πραγματοποιήθηκαν όσο ο Χριστιανισμός ήταν ακόμη στο ξεκίνημά του, αλλά βεβαίως και οι μετέπειτα, υπήρξαν καθοριστικές, τόσο διότι απέτρεψαν την αλλοίωση της πίστης και διασφάλισαν την αλήθεια της Εκκλησίας, όσο και γιατί συνέβαλαν αποφασιστικά στη διατήρηση της εσωτερικής ειρήνης, πράγμα το οποίο ήταν πολύ σημαντικό για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο.
Σύμφωνα με τον άγιο η οριστική λύση που δόθηκε στο ζήτημα του Αρειανισμού με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και ο αφορισμός και η εξορία των αντιφρονούντων φώτισε την αληθινή πίστη και έδωσε τέλος στην αναστάτωση που δημιουργήθηκε στο πλήρωμα της Εκκλησίας557. Μπορεί να φαίνεται υπερβολική η έκφρασή του, όταν λέει ότι «καί ἀληθῶς· ἡ ρύθμισις καί ἐξασφάλισις τοῦ Χριστιανικοῦ δόγματος ἦν ζήτημα ζωῆς καί θανάτου διά τόν τότε κόσμον, ἀπό δέ τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης ἐξηρτᾶτο ἡ γενική τοῦ κόσμου ἠθική ἀνακαίνισις»558, όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο Χριστιανισμός βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα από τη στιγμή που είχε αναγνωριστεί ως ελεύθερη θρησκεία, γι’ αυτό και χρειαζόταν γερά θεμέλια για να διατηρηθεί ακλόνητος και αδιάβλητος. Είναι αλήθεια, ότι μερικές φορές φάνηκε οι αιρετικοί να υπερισχύουν, άλλοτε πάλι σημειώνονταν διαδοχικές εναλλαγές αιρετικών και ορθοδόξων στους πατριαρχικούς θρόνους, άλλοτε παρατηρούνταν υποχωρήσεις ή εκδηλώνονταν διαθέσεις ανοχής.
Τελικά όμως όλα τα ζητήματα έβρισκαν τη λύση τους και η Ορθοδοξία πάντα δικαιωνόταν χάρη σε εκείνους που με γενναίο φρόνημα αλλά και θεόπνευστα επιχειρήματα559υπεραμύνονταν της Εκκλησίας και διέσωζαν την πίστη που παρέλαβαν, εμπλουτίζοντάς την ταυτόχρονα και με ό,τι κατά περίσταση απεκάλυπτε το Άγιο Πνεύμα.
Ποια θεωρεί όμως ο άγιος Νεκτάριος ως ενδεδειγμένη συμπεριφορά των Ποιμένων έναντι των αιρετικών και πώς κρίνει μέσα από την ιστορία τη στάση της Εκκλησίας απέναντι σ’ αυτούς; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να μελετηθεί υπό το πρίσμα της βασικής αποστολής της Εκκλησίας, η οποία, σύμφωνα με τον άγιο, «ὡς φρουρός ἄγρυπνος, διαφυλάττει τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν τό ταμιεῖον, καί ὡς διδάσκαλος, διαλευκαίνει καί ὀρθοτομεῖ τόν λόγον τῆς ἀληθείας, καταπολεμεῖ τόν δόλον, καί ἀποκρούει τήν ἀπάτην καί τό ψεῦδος τῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βασιλεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καί κατασκηνοῖ ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἐλευθερία»560.
Το έργο αυτό θα τελεστεί διά των Ποιμένων, στους οποίους και μόνον ανέθεσε εξαρχής η Εκκλησία τη διδαχή και, όπου δεν εδρεύουν επίσκοποι, κατ’ ανάγκην συντελείται διά των πρεσβυτέρων και των διακόνων561, οι οποίοι οφείλουν να κινούνται πάνω στη βασική αρχή της ελευθερίας και της αγάπης. Με βάση αυτές τις δύο προϋποθέσεις, την αναγκαιότητα δηλαδή για στήριξη της αληθείας αφενός και διατήρηση του πνεύματος ελευθερίας και αγάπης αφετέρου, οι επίσκοποι θα πρέπει να τηρήσουν την πρέπουσα στάση όχι μόνο απέναντι στην πιστή μερίδα του ποιμνίου τους αλλά απέναντι και στις δύο άλλες μερίδες ανθρώπων που ενδεχομένως διαβιούν στην επισκοπή τους, τους ετερόδοξους και τους ετερόφρονες.
Πρώτα-πρώτα ο επίσκοπος θα πρέπει να διακρίνεται για την πολυμάθειά του. 
Η εκκλησιαστική μόρφωση είναι απαραίτητη, γιατί αυτή θα του προσφέρει άριστη γνώση της αποστολικής Παράδοσης και της εκκλησιαστικής τάξης, που του είναι απαραίτητη, για να φέρει σε πέρας το έργο του ως διδάσκαλος. Επίσης η εκκλησιαστική ιστορία, η ιστορία των δογμάτων, η ηθική, η ερμηνεία των Γραφών είναι γνώσεις που θα αποδειχτούν αναγκαιότατες, γιατί τον καθιστούν ικανό να δίνει ανά πάσα στιγμή λόγο για την πίστη του παντί τω αιτούντι562.
Επιπλέον ο επίσκοπος είναι απαραίτητο να γνωρίζει τη δογματική διδασκαλία των ετεροδόξων εκκλησιών, αλλά και τις δοξασίες των αποκρουόντων τις θρησκευτικές και ηθικές αρχές κάθε θρησκείας, ώστε να είναι σε θέση να τις ελέγχει, να τις ανασκευάζει, χρησιμοποιώντας πειστικά επιχειρήματα προκειμένου να προστατέψει το ποίμνιό του. Επίσης ο επίσκοπος φέρει την ευθύνη να απαντά στις απορίες του ποιμνίου του και να του ενισχύει την πίστη, γι’ αυτό δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις γνώσεις που είχαν οι επίσκοποι άλλων εποχών, δηλαδή τη γνώση της Αγίας Γραφής ή έστω της λατρείας των εθνικών.
Στην εκπνοή του 19ου αι., με την Ποιμαντική του, πόνημα που προορίζεται για τους σπουδαστές της Ριζαρείου, θέλοντας να παρουσιάσει τα προσόντα ενός σύγχρονου Ποιμένα, ο άγιος Νεκτάριος απαριθμεί τα βασικά γνωρίσματα των συγχρόνων του αιρετικών και των ετεροθρήσκων. Κάνοντας μία σύγκριση με τις αντίρροπες τάσεις που είχε να αντιμετωπίσει το χριστιανικό κήρυγμα των πρώτων αιώνων διαπιστώνει ότι εκείνες είχαν μία κοινή βάση με τον Χριστιανισμό, ένα κοινό σημείο αναφοράς, που μπορούσε να αξιοποιηθεί, προκειμένου να βρεθεί μία δίοδος προσέγγισης και ένα πεδίο διαλόγου. Τώρα όμως ο Χριστιανισμός βάλλεται στην καρδιά του· η Αγία Γραφή απορρίπτεται, οι Πατέρες αγνοούνται, η Παράδοση χλευάζεται, η ίδια η ύπαρξη του Θεού αμφισβητείται. 
Σ’ αυτόν λοιπόν, ο οποίος θα αντλήσει επιχειρήματα κατά της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού από την ιστορία, τη φιλοσοφία ή τη φυσική επιστήμη ο επίσκοπος θα πρέπει να είναι έτοιμος να αντιπαρατάξει με αποτελεσματικό τρόπο τις θεολογικές, φιλοσοφικές και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις του, γνώσεις που πρώτος ο άγιος Νεκτάριος κατείχε και αξιοποίησε στο έπακρο. Λέει πιο συγκεκριμένα ο ιερός Πατήρ:
«Σήμερον, πλήν τῶν εἰρημένων γνώσεων ἀπαιτεῖται καί τελεία ἐγκυκλοπαιδική μόρφωσις· διότι σήμερον καί πολυπληθέστεραί εἰσι καί συστηματικώτεραι αἱ ἑτεροδιδασκαλίαι, καί αἱ προσβολαί μετά μείζονος καί κρείσσονος παρασκευῆς γίνονται καί καθ’ ἁπάντων τῶν μερῶν τοῦ οἰκοδομήματος φέρονται. Ὤφειλεν ὁ ποιμήν καί τό πάλαι νά μάχηται κατά αἱρετικῶν, ἀλλ’ ὁ πόλεμος διεξήγετο ἐπί τοῦ αὐτοῦ πεδίου, διότι οὗτοι δέν ἠρνοῦντο τότε τό κῦρος τῶν πηγῶν τῆς διδασκαλίας τῆς ἐκκλησίας, καθ’ ὅτι καί ὁ αἱρετικός ἀνεγνώριζεν ὡς τοιαύτας τήν ἁγίαν Γραφήν καί τήν ἱεράν παράδοσιν. Εἶχε καί τότε νά παλαίσῃ κατά Ἰουδαίων, ἀλλά τούτους ἠδύνατο νά ἐξελέγξῃ, καί ἀνασκευάσῃ διά τοῦ κειμένου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐπίσης εἶχε νά παλαίσῃ κατ’ Ἐθνικῶν, ἀλλ’ οὗτοι ἐπίστευον ὕπαρξιν ζῶντος Θεοῦ καί ἀνεγνώριζον τήν δύναμιν τῆς θρησκείας· ἐπίσης ἐπάλαιε καί κατά πάντη ἀθρήσκων, ἀλλ’ ἡ πρός τούτους πάλη ἦν εὐχερής. Διότι αἱ τῶν ἀντιπάλων ἐπιθέσεις ἐστεροῦντο συστήματος· σήμερον ὅμως τά πράγματα ἔχουσιν ἄλλως. Τήν σήμερον μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἱστορικῆς κριτικῆς καί φιλοσοφικῆς παρασκευῆς προσβάλλεται τό κῦρος τῶν πηγῶν τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας, ἀπορρίπτεται ἡ ἱερά παράδοσις, προσβάλλεται ἡ αὐθεντία καί ἡ γνῶσις τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, καί καταπολεμοῦνται καί αὐταί αἱ πρῶται τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς καί πάσης θρησκείας ἀρχαί, ὡς ἡ ὕπαρξις προσωπικοῦ Θεοῦ καί αὐτή ἡ διαφορά μεταξύ ὕλης καί πνεύματος»563.
Από αυτά που λέει ο ιερός Πατήρ φαίνεται ότι για την αντιμετώπιση των αιρέσεων δεν επαρκούν μόνο οι γνώσεις και οι ικανότητες του Ποιμένα αλλά, καθόσον ο Χριστιανισμός είναι πέραν όλων των άλλων και ήθος, η υποδειγματική ζωή του θα του εξασφαλίσει ένα ακαταμάχητο όπλο για τη διεξαγωγή του αγώνα του. Μαζί λοιπόν με την επιστημονική του κατάρτιση θα πρέπει να μεριμνά ακατάπαυστα και για τον άμεμπτο βίο του και την ιεροπρεπή του στάση, λειτουργώντας έτσι ως ζωντανό παράδειγμα εγκυρότητας της χριστιανικής περί σωτηρίας διδασκαλίας, ως πηγή ασφαλείας και βεβαιότητας για την ορθότητα της χριστιανικής πίστης και ως ανακούφιση για τις συνειδήσεις των πιστών564 αλλά, παράλληλα, και ως εστία φωτός και πόλος έλξης για τους εκτός της Εκκλησίας και τους παντός είδους αμφισβητίες.
Έτσι το άμεμπτο ήθος του Ποιμένα παίζει ενεργό ρόλο στην αφύπνιση των πιστών και στον ειρηνικό αφοπλισμό των αιρετικών επιχειρημάτων. Το έργο του επισκόπου έχει πολλούς αποδέκτες. Η κύρια μέριμνά του αφορά κατ’ αρχήν τους ορθοδόξους που τη διαποίμανσή τους του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία. Μέριμνά του θα πρέπει να είναι η συνεχής διδασκαλία, ώστε να καθοδηγεί τους πιστούς στην ευσέβεια και στην ορθή πίστη, να τους παροτρύνει στην αρετή και να τους οδηγεί στην τελειότητα565. Η προσοχή του όμως οφείλει να είναι ιδιαίτερα τεταμένη, όταν ανάμεσα στο ποίμνιό του διαβιούν και άνθρωποι διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, μέσω των οποίων υπάρχει ο κίνδυνος να διαδοθεί και στους πιστούς της επαρχίας του «τῆς ἑτεροθρησκείας τό μίασμα»566.
Σε ένα λαμπρό –και από λογοτεχνική άποψη– χωρίο του ο άγιος Νεκτάριος εξηγεί με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο πώς ακριβώς οφείλει να ενεργήσει ο επίσκοπος, αν παρ’ ελπίδα κάποιος πιστός παρασυρθεί. «Ὁ ποιμήν, λέει, χρεωστεῖ νά φυλάττῃ τά ἴδια πρόβατα ἀπό τά στόματα τῶν λύκων· ὅταν ἀπομακρυνθῶσι τῆς μάνδρας, νά τρέχῃ ὀπίσω αὐτῶν ἐπιπόνως, διά νά τά ἐπιστρέψῃ· ἄν χαθῇ κανένα, νά εἰσέλθῃ τά δάση καί τούς δρυμούς, νά ἀναβῇ τά ὄρη καί τούς βουνούς, νά πατήσῃ τάς ἀκάνθας καί τούς τριβόλους, ὥστε νά τό εὕρῃ· ἀφ’ οὗ τό εὕρη, περιχαρής καί φαιδρός νά τό βάλῃ ἐπί τῶν ὤμων αὐτοῦ, καί νά τό φέρῃ εἰς τήν ποίμνην ὁμοῦ μέ τά ἄλλα. Χρεωστεῖ τό ποίμνιον ὅλον νά τό διεξάγῃ εἰς νομάς σωτηρίους, καί νά τό κρατῇ μακράν ἀπό τάς δηλητηριώδεις βοτάνας τῆς αἱρέσεως, μακράν ἀπό τά θολερά ὕδατα τῆς κακοδοξίας. Τοιουτοτρόπως δέ τό διεξάγει· παρορμῶν τά πρόβατα ἤ ἀνακαλούμενος, προτρέπων ἤ ἀποτρέπων, κινῶν ἤ διαναπαύων, ἀπειλῶν ἤ θέλγων, μέ τόν πνευματικόν τῆς σωτηρίου διδασκαλίας αὐλόν, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν πρέπει νά λείπῃ ἀπό τό στόμα του. Εἶναι λοιπόν φανερόν ὅτι δυσχερεστέρα καί ἐπιπονωτέρα γίνεται ἡ τοιαύτη ποιμαντορία, ἐκεῖ ὅπου πλεονάζουσιν ἤ τά νερά τά νοσερά καί δυσώδη, ἤ αἱ βοτάναι αἱ φαρμακεραί καί νοσώδεις, ἤ αἱ φάραγγες αἱ κρημνώδεις καί δασεῖαι καί ἄγριαι, ἤ οἱ λύκοι καί τά ἄλλα θηρία τά αἱμοβόρα καί σπαρακτικά»567.
Πώς όμως θα πρέπει να ενεργεί ο επίσκοπος σ’ αυτούς που έτσι και αλλιώς δεν είναι χριστιανοί και οι οποίοι παρά τον ζήλο, τον αγώνα, τις συμβουλές ή τις επιπλήξεις, παραμένουν απειθείς και κακόφρονες; Σ’ αυτήν την περίπτωση, λέει ο άγιος Νεκτάριος, ένας Ποιμένας μπορεί να κηρύττει και να αγωνίζεται σταθερά με έμπρακτη αγάπη, με υπομονή και πραότητα μιμούμενος τον Απόστολο Παύλο. Αν όμως οι κακόδοξοι εξακολουθούν να μην υποτάσσονται, την μεν κρίση την αφήνει στο Θεό, ο ίδιος δε θα τους ανέχεται ανεξίκακα568. Σε καμιά περίπτωση πάντως ο επίσκοπος δεν θα παραμελήσει το κύριο έργο του, που είναι η εδραίωση των χριστιανών στο σώμα της Εκκλησίας, για να στραφεί αποκλειστικά εναντίον των ετεροφρόνων και ετεροδόξων, γιατί αυτό είναι έργο μιας ειδικής, οργανωμένης και συντονισμένης αποστολής όσον αφορά τις ανθρώπινες ευθύνες και δυνατότητες, κυρίως όμως είναι έργο Θεού.
Συνεχίζοντας το ποιμενικό του παράδειγμα ο άγιος προσθέτει ότι θα ήταν απολύτως μάταιο, αν προκειμένου να διαφυλάξει το ποίμνιό του «ἀμελῶντας τήν φύλαξιν καί ἐπιμέλειαν τῶν ἰδίων προβάτων, ἤθελεν ἐπιχειρισθῇ νά μεταλλάξῃ τήν ποιότητα τῆς βοσκῆς, καί τῶν λύκων τήν θηριωδίαν, καί τοῦ τόπου τήν ἀγριότητα... Ἔπειτα, ὁ προκείμενος ἡμῖν ἀγών καί τό προαπαιτούμενον παρ’ ἡμῶν ἔργον εἶναι τό νά μή ἀμελήσωμεν τήν γῆν τήν ἀρόσιμον καί γεωργημένην ὅπου εἰς χεῖρας ἔχομεν, καί τήν ἀφήσωμεν νά χερσωθῇ καί νά ἀγριεύσῃ, ἐπί προφάσει ὅτι ζητοῦμεν νά ἡμερώσωμεν τήν ἄγριον καί κεχερσωμένην· τό νά μήν παραβλέψωμεν τήν κοπήν ὅπου ἐνεπιστεύθημεν, καί τήν ἀφήσωμεν νά ἐκθηριωθῇ καί νά τραχηλιάσῃ, ὅταν ἐπιστρέφωμεν τήν σπουδήν ὅλην ἡμῶν καί τήν μέριμναν εἰς τό νά συνάξωμεν τά θηρία τοῦ δρυμοῦ εἰς τήν μάνδραν, καί εἰς τό νά ἀναγκάσωμεν νά βόσκωνται εἰς τό φῶς τά ζῶα τά νυκτινόμα»569.
Επομένως, σύμφωνα με τη διδασκαλία και την πράξη του αγίου,έργο του επισκόπου είναι εν πρώτοις η διαφύλαξη της ορθής πίστης και η διασφάλιση του ποιμνίου του και, κατά δεύτερο λόγο, προσπάθεια να κερδίσει τους αλλοθρήσκους και να επανασυναγάγει στην ποίμνη αυτούς που πλανήθηκαν στην ασέβεια ή στην αίρεση. Και ενώ για τους πρώτους, ακόμη και αν οι προσπάθειές του δεν καρποφορήσουν, θα πρέπει να είναι αμέριμνος, για εκείνους που, αν και υπήρξαν τέκνα της Εκκλησίας, στην πορεία αποστάτησαν είτε γιατί ηθελημένα εγκατέλειψαν την ορθή πίστη είτε γιατί παραπλανήθηκαν από κακοδοξίες570, θα πρέπει να νιώθει υπεύθυνος και να ενεργεί διαφορετικά. Αυτοί που προηγουμένως ήταν θρέμματα της Εκκλησίας αλλά παρασύρθηκαν από διάφορες θεωρίες571, βρίσκονται στη διοίκησή του, μέσα στα όρια της ποιμαντικής του ευθύνης, γι’ αυτό και οφείλει με κάθε τρόπο να ελέγχεικαι να επιτιμά τους πλανηθέντες, να αποστομώνει τους υποκινητές της πλάνης και να ανασυντάσσει το ποίμνιό του με διδασκαλία, με προσευχές αλλά, αν χρειαστεί, ακόμη και με δάκρυα, για να το επαναφέρει στον υπήνεμο λιμένα της πίστεως572.
Ωστόσο, συνεχίζει ο άγιος Νεκτάριος, η Εκκλησία έχει αναθέσει στον επίσκοπο το έργο να ανακρίνει με επιμέλεια και προσοχή όποιον παρεκκλίνει από την ορθή πίστη και με το δικαίωμα της εξουσίας που κατέχει ως πρόμαχος και υπερασπιστής συν Θεώ της αλήθειας, να επιβάλλει ακόμη και ποινές ή επιτίμια, πάντα με σκοπό να επαναφέρει τον πλανηθέντα στην ορθή πίστη, αποσπώντας τον οριστικά από την πλάνη. Υπάρχει όμως και η περίπτωση αυτός να μείνει αμετάπειστος και να εμμείνει στην κακοδοξία, οπότε ο επίσκοπος είναι υποχρεωμένος να λάβει μέτρα, ώστε τουλάχιστον να προστατέψει το υπόλοιπο ποίμνιό του.Αποκόπτει λοιπόν τον απείθαρχο από το σώμα της Εκκλησίας και τον αφήνει να υποστεί τις πνευματικές συνέπειες της κακοδοξίας, στην οποία αυτοπροαίρετα παραδόθηκε573.
Είναι αλήθεια, ότι η Εκκλησία, όσο επιεικής και ελεήμων είναι πάντα προς τους μετανοούντες αμαρτωλούς, τόσο αποφασιστικά κριτική, αυστηρή ακόμη και απορριπτική υπήρξε διαχρονικά προς εκείνους που αρνούνται ή παραμορφώνουν κατά οποιονδήποτε τρόπο την αποκεκαλυμμένη αλήθεια574. Σ’ αυτό το σημείο ο άγιος Νεκτάριος θίγει ένα καίριο θέμα. Ποια μέτρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Ποιμένας, ώστε να προστατεύσει τους πιστούς και να επανασυναγάγει τους αποστατήσαντες;
Κατ’ αρχάς τονίζει ότι όλη η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να συνεργαστεί με τον επίσκοπο στο έργο αυτό. Ο κάθε πιστός οφείλει μεν να είναι ζηλωτής, ταυτόχρονα όμως και διακριτικός, επιεικής και πράος. Αυτό σημαίνει ότι, όταν ακούει αλλότρια δόγματα, δεν πρέπει να αντιδρά παρορμητικά με εκνευρισμό, εριστικότητα, επιθετικότητα, εμπάθεια και προσβλητικές εκφράσεις κατά του κακοδόξου –ή ετεροδόξου– και των όποιων θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Το εντελώς αντίθετο επιβάλλεται μάλιστα, όπως τονίζει ο ιερός Πατήρ. Χαρακτηριστικά, «ἄν ἀκούσῃς τήν κακοφροσύνηνἀποστράφηθι, δεινοπάθησον, λυπήθητι, ἔμφραξον καί μέ τάς δύο χεῖρας ἀμφότερα τά ὦτα, καί εἰπέ τό τοῦ Ἀποστολικοῦ ἀνδρός Πολυκάρπου: Ὤ Θεέ μου! Εἰς τίνα με καιρόν διετήρησας! 
Ἄν ἐρωτηθῇς περί τοῦ ἰδίου φρονήματος τοῦ εὐσεβοῦς καί ἀληθινοῦ, ὁμολόγησον εὐπαρρησιάστως: Οὕτω φρονῶ καί οὕτω πιστεύω. Ἄν ἀπαιτηθῇς λόγον τόν ὁποῖον ἠξεύρεις, ἀπόδος μετά πραότητος»575.
Έτσι από τη μια ο πιστός βιώνει την οδύνη από την ίδια την ύπαρξη της ετεροδοξίας, όπως και από την προσπάθεια διάδοσής της σε αντικατάσταση της σωτηριώδους αλήθειας. 
Από την άλλη όμως αποκλείει κάθε πιθανότητα να εμπλακεί σ’ αυτήν· αντιθέτως, αν κληθεί να εκθέσει την πίστη του, τότε χωρίς την παραμικρή εμπάθεια σπεύδει προς ομολογία της αλήθειας. Είναι ωστόσο σημαντικό να μην επιδιώκει ο ίδιος τέτοιες δογματικές συζητήσεις, οι οποίες μόνο φιλονικίες και διαπληκτισμούς επιφέρουν. Αν κατά τύχη εμπλακεί σε έναν τέτοιο διάλογο θα πρέπει να διαλεχθεί με τρόπο ατάραχο, νηφάλιο και ειρηνικό. 
Έτσι και πιο συγκροτημένη θα είναι η σκέψη και τα επιχειρήματά του και ακριβέστερα θα εκθέσει την πίστη. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η πραότητα του χαρακτήρα του δεν θα παροξύνει τον αντίπαλό του, ο οποίος θα τον ακούσει με ευμενέστερη διάθεση και ίσως δώσει την ευκαιρία στον καθαρό λόγο να φτάσει στα κατάβαθα της καρδιάς και της σκέψης του. 
Τα θεϊκά πράγματα, λέει ο άγιος Νεκτάριος, πρέπει να γίνονται και με τον ανάλογο τρόπο576. Υποστηρίζει ότι δεν είναι πρέπον να επιδίδεται ο πιστός σε τέτοιες λογομαχίες, και μάλιστα με διάθεση επιθετική, χωρίς απολύτως σοβαρό λόγο και χωρίς να ελπίζει ότι θα προσφέρει έστω και μικρή ωφέλεια στον ακροατή του. Θα το κάνει μόνο εφόσον χρειαστεί να κατασιγάσει τα ψεύδος και να εκθέσει την αλήθεια, όχι για να ελέγξει, αλλά για να φωτίσει, όχι για να δικαιωθεί, αλλά για να κερδίσει τον συνομιλητή του και να τον επαναφέρει στην οδό της σωτηρίας577.
Παρ’ όλα αυτά δεν διστάζει ο άγιος Νεκτάριος να συστήσει στους πιστούς, επικαλούμενος το παράδειγμα του ευαγγελιστή Ιωάννη –που βγήκε από το «βαλανεῖον», όταν πληροφορήθηκε ότι βρισκόταν μέσα και ο γνωστικός Κήρινθος (PG 7, 853 A) και τις προτροπές του Αποστόλου Παύλου να αποφεύγουν οι χριστιανοί την κοινωνία με τους παρήκοους της αληθινής πίστης (Β΄ Κορινθ. 6,14 κ.ε.) και να μη συναναστρέφονται με τους κακοδόξους, γιατί «ἡ συναναστροφή καί ἡ συνανατροφή εἶναι καθ’ ἑαυτά ἀδιάφορα, ἀλλ’ ἐκ τούτων κατά μικρόν ἐνδέχεται νά γεννηθῇ ἡ διαστροφή καί ἡ καταστροφή»578.
Εντυπωσιακή είναι η διάκριση που εφαρμόζει ο άγιος για την κάθε περίπτωση. 
Ως προς τους ετερόφρονες συνιστά στους πιστούς να κλείνουν ερμητικά τα αυτιά στην απιστία και την κακοδοξία τους και να μην ανέχονται από αυτούς ούτε τον παραμικρότερο επηρεασμό σε ζητήματα ευσέβειας. Αυτό όμως αφορά μόνο τα πνευματικά ζητήματα, γιατί σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οι ετερόφρονες είναι απολύτως αποδεκτοί, αξιοσέβαστοι και αγαπητοί και η εν πνεύματι ελευθερίας συμβίωση και συναναστροφή μαζί τους επιτρεπτή και απαραίτητη μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας μιας πολιτισμένης και ειρηνικής κοινωνίας579.
Είναι συγκλονιστικές οι διαδοχικές προτροπές του αγίου, όταν διακρίνει την απιστία από τον άπιστο: «Ἀποτρέπου τήν ἀπιστίαν καί τήν αἵρεσιν καί τό σχίσμα, ὄχι τόν ἄπιστον καί τόν αἱρετικόν καί τόν σχίστην, ὄχι τόν ἄνθρωπον. Ἀποστρέφου τήν γνώμην, ὄχι τήν φύσιν· δι’ ἐκείνην εἶναι ἀλλότριος καί διάφορος, εἶναι ἀποστροφῆς καί μίσους ὑπόδικος· διά ταύτην εἶναι οἰκεῖος καί πλησίον, εἶναι ἐλέους καί συμπαθείας, πολλάκις δέ καί κηδεμονίας καί περιθάλψεως ἄξιος»580
Γι’ αυτόν όμως που νοσεί από την κακοδοξία και έχει έργω αποκοπεί από το σώμα της Εκκλησίας, αυτόν που γίνεται υποκινητής ερίδων και όχι μόνο καταφρονεί τις θείες αλήθειες της αλλά ούτε και δέχεται τις ιαματικές παραινέσεις των αδελφών, αυτόν που καταφρονεί ακόμη και τα επιτίμια μένοντας αμετανόητος στην πλάνη του581 και αθεράπευτος παρά τις προσπάθειες της Εκκλησίας, αυτόν οι πιστοί τοναποστρέφονται και διακόπτουν κάθε επαφή και συναναστροφή μαζί του582. Κατ’ αυτό τον τρόπο αφενός δεν του παρέχεται πλέον η ευχέρεια να διαστρέφει τις ψυχές των αγαθών και αφετέρου, καθώς η αποδοκιμασία της Εκκλησίας λειτουργεί ως ποινή, του προσφέρεται η ευκαιρία να ανανήψει και να επιστρέψει στην Εκκλησία583. Αυτά όμως είναι τα έσχατα μέτρα που θα εφαρμόσει η Εκκλησία, το κύριο έργο της οποίας είναι να δέεται ακατάπαυστα και επίμονα γι’ αυτούς που έχει σαλευτεί η πίστη τους, προκειμένου να ξαναζήσουν μέσα στην αλήθειά της584.
Επανειλημμένα το επισημαίνει ο άγιος Νεκτάριος, ότι τα μέτρα που θα λάβει η Εκκλησία πρέπει να εμφορούνται από πνεύμαανεξικακίας και αγάπης, διότι ο σκοπός της δεν είναι η εξόντωση των αμαρτανόντων αλλά η σωτηρία τους585. Μέτρα πολεμικού χαρακτήρα αποκλείεται να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και συνήθως προκαλούν αντιδράσεις. Γι’ αυτό και σχετικά με την επιστροφή των πλανημένων αισθάνεται την ανάγκη να το τονίσει ο άγιος, όσο αυτονόητο και αν το θεωρεί, ότι η Εκκλησία έχει στη διάθεσή της δύο μέσα για να γίνεται πειστική, τα λογικά επιχειρήματα και τη σύμφωνη με το Ευαγγέλιο στάση ζωής586. Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στον επίσκοπο, ο οποίος είναι ο κατ’ εξοχήν προστάτης των πιστών, υπέρμαχος και πρόμαχος της πίστης, που σαν φιλότιμος γιατρός δεν επιθυμεί ούτε επιδιώκει τίποτα άλλο, παρά τη θεραπεία του ασθενούς, γι’ αυτό χάριν στην εμπειρία του χρησιμοποιεί κάθε φορά τα κατάλληλα φάρμακα με γνώμονα το ιπποκρατικό αξίωμα «ἤ ὠφελέειν, ἤ μή βλάπτειν».
Πώς ενεργεί λοιπόν ένας γιατρός; Αν μπορεί να χρησιμοποιήσει ήπια και ανώδυνα φάρμακα, τότε καλώς. Αν αυτά δεν έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα, τότε θα χρησιμοποιήσει πιο δραστικά μέσα, τα οποία, αν και οδυνηρά ίσως, θα αποβούν θεραπευτικά και σε καμιά περίπτωση επιζήμια587. Αν και αυτά πάλι δεν επαρκούν, διότι η πάθηση του ασθενούς είναι ανίατη και κανένα φάρμακο δεν μπορεί να τον βοηθήσει, τότε οφείλει να αφήσει στην ησυχία του τον ασθενή και να φροντίσει, αν είναι και μεταδοτική η ασθένεια, να απομακρύνει τον ασθενή από τους υγιείς, για να μη μολυνθούν και αυτοί588.
Με μεγάλη ευαισθησία ο άγιος αντλώντας από τη δική του εμπειρία εξηγεί στη συνέχεια ποια είναι τα φάρμακα, με τα οποία ο καλός γιατρός θα θεραπεύσει τα νοσήματα της θρησκείας: «Ἰατρικά πρός τόν ἀσθενοῦντα τῇ πίστει ἥμερα καί ἀνώδυνα, ἡ ἀπαθής καί εἰρηνική τῆς ἐκείνου κακοδοξίας ἔκθεσις, ὁ ἁπλοῦς καί ἀκέραιος λόγος τῆς τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων διδασκαλίας, ἡ μετά ἀγάπης παραίνεσις, ἡ μετά πραότητος συμβουλή, ἡ μετά ἐλέους ὑποθήκη, τά ἀπό καρδίας ἐκχεόμενα ὑπέρ αὐτοῦ δάκρυα»589.
Όταν ο κακοδοξών δεν έχει προλάβει να αλλοτριωθεί, αυτά τα μέσα είναι αρκετά, για να τον συνεφέρουν και να τον επανεντάξουν στο σώμα της Εκκλησίας. 
Αν όχι, τότε θα χρησιμοποιήσει τα επόμενα και αυστηρότερα των άλλων· «ὅταν οὐδ’ ἐκεῖνα δέν ὠφελοῦσιν, οὐδέ ταῦτα δέν ἐνεργοῦν, ὑπόλοιπον μένει ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ σκληροτραχήλου, καί ἡ ἀπόγνωσις· καί τελευταῖον ἡ ἀπ’ αὐτοῦ ἀποτροπή καί ἀποχώρησις ὡς ἀπό μιαροῦ καί βεβήλου καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τοῦ Ἐκκλησίας σώματος, ὡς μέλους ἤδη νενεκρωμένου καί σεσηπότος, διά νά μή φθάσῃ νά μεταδώσῃ τῆς λύμης καί τῆς παραφθορᾶς, καί εἰς τά λοιπά μέλη τά ὑγιαίνοντα»590.
Αυτό το μέτρο δεν δείχνει εκδικητική διάθεση και μίσος, αφού οπωσδήποτε οι ενέργειες της Εκκλησίας είναι απαλλαγμένες από εμπάθεια ή κακία. Η μακροθυμία και η φιλάνθρωπη διάθεση είναι συνυφασμένες με την αγαπητική παραίνεση και τη διόρθωση591. 
Όπως πολλές φορές τονίστηκε, η αποκοπή από την εκκλησιαστική κοινωνία δηλώνει την ποιμαντική μέριμνα της Εκκλησίας για τους απειθούντες, με σκοπό την πνευματική τους αφύπνιση, τη μετάνοια και τη σωτηρία τους, η οποία δεν είναι δυνατή παρά μόνο στην αυθεντική κοινωνία του ενός σώματος του Χριστού, όπου ενδημεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος592. Είναι αξίωμα για τον Ποιμενάρχη ότι ένας επίσκοπος, ο οποίος έλαβε την εντολή να διδάσκει την αγάπη, είναι ασυμβίβαστος με το μίσος. Αγάπη και μίσος δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν, πόσο μάλιστα στο πρόσωπο ενός επισκόπου593.
Αν ο ίδιος ο άγιος δεν είχε βιώσει ως τα κατάβαθα της ύπαρξής του την αγάπη για τους μαθητές του, για τους πιστούς που τον εμπιστεύονταν, για το εκκλησίασμα που τον άκουγε, για την ανώτερή του εκκλησιαστική και πολιτική αρχή, όσο και αν οι επίσημες αρχές τον περιφρόνησαν, αν δεν είχε την εμπειρία της αληθινής αγάπης, δεν θα μπορούσε να μιλήσει με τόσο θαυμάσιο τρόπο για την αγάπη, που είναι αδιανόητο να μη διαθέτει ένας ορθόδοξος ποιμενάρχης. Όποιο μέσο και αν μεταχειριστεί ο επίσκοπος, είτε ευχές, ευλογίες, επαίνους, μακαρισμούς, πλουτισμόν χάριτος ή ελέγχους, επιτιμήσεις, κανόνες, αφορισμούς ακόμη και παντελή ακοινωνησία, ο σκοπός του είναι ο ίδιος: η επιστροφή των ασεβών, η διόρθωση των διεστραμμένων αλλά και η παιδαγωγική τιμωρία των απειθών και σκληροτράχηλων. Είναι αδιανόητο η αγάπη του επισκόπου να μη φτάνει ως τους ετερόδοξους.
Η αλλότρια πίστη τους δεν μπορεί να αποκλείσει ή να μειώσει την αγάπη και προς αυτούς. Πρότυπο είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος από αγάπη για τους σταυρωτές του Χριστού ευχόταν να είναι ο ίδιος ανάθεμα, αν αυτοί έτσι σωθούν. Κατά παρόμοιο τρόπο, επιμένει ο ιερός Πατήρ, ο επίσκοπος δεν χάνει ποτέ την αγάπη του για όσους απομακρύνθηκαν από το ποίμνιό του, γιατί μόνο με το φως και τη ζεστασιά της αγάπης υπάρχει ελπίδα να ανακτήσει ο πεπλανημένος τον εσωτερικό του έλεγχο και να απορρίψει την κακοδοξία του. 
Η διαφορά της πίστεως δεν πρέπει να επηρεάζει αρνητικά τα αισθήματα ενός καλού ποιμενάρχη για τους ανθρώπους, για τη σωτηρία των οποίων φέρει την ευθύνη. Είναι πολύ δυνατή και πολύ περιεκτική η φράση του αγίου Νεκταρίου: «Τά τῆς πίστεως ζητήματα οὐδ’ ὅλως δέον ἐστί νά μειῶσι τό τῆς ἀγάπης συναίσθημα»594.
Γι’ αυτό πάντα η τακτική της Εκκλησίας είναι να μην προσφεύγει άμεσα σε ποινές αλλά να αφήνει πάντα περιθώρια επιστροφής. Αρχικά δια των Συνόδων αποσαφηνίζει την αλήθεια και καταδικάζει τις αιρέσεις καλώντας τους αιρετικούς να επιστρέψουν, αφού πρώτα αποπτύσουν την κακοφροσύνη τους και επιδείξουν δια της ομολογίας τους γνήσια και ειλικρινή μεταμέλεια. Μάλιστα υπάρχει ακόμη και το ενδεχόμενο να αποκατασταθούν στους βαθμούς που είχαν πρώτα.
Αλλά και αν αυτοί εξακολουθούσαν να εμμένουν στην κακοδοξία, «τούς ἔδιδε καιρόν πολλάκις μετανοίας καί ἀνανήψεως· τραχηλιῶντας δέ καί ἀμεταθέντως[sic] ἔχοντας,τούς ἀνεθεμάτιζεν εἰς τέλος, καί τῆς τῶν πιστῶν κοινωνίας καθάπαξ τούς ἀπέκοπτεν. 
Ἀπηγόρευε δέ καί εἰς τούς ὀρθοδόξους λαούς, ὅσον ἠδύνατο, τήν μετ’ αὐτῶν συνάφειαν καί συνδιατριβήν «μή λάθωσιν» (ὡς ὁ Κυρήνης σοφός ἐπίσκοπος Συνέσιος ἔγραφε τοῖς ὑπ’ αὐτόν πρεσβυτέροις περί τῶν ἐκ τῆς Εὐνομίου ἀθεωτάτης αἱρέσεως»595.
Αυτά είναι τα μόνα όπλα που έχει η Εκκλησία στα χέρια της. Η Εκκλησία καταδίκασε τους αιτίους των αιρέσεων, όταν οι παρακλήσεις της για επιστροφή τους απέβησαν μάταιες. Σκοπός της ήταν να διαφυλάξει τη συνοχή του σώματός της596. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέει ο άγιος Νεκτάριος, ότι στα Δίπτυχα γινόταν η σύσταση να δοξάζονται από την Εκκλησία οι Άγιοι ως Άγιοι, να μακαρίζονται οι Ορθόδοξοι ως Ορθόδοξοι, να μνημονεύονται οι εν πίστει τελειωθέντες, των οποίων ο Κύριος γνωρίζει τα ονόματα, αλλά να καταδικάζονται οι αιρεσιάρχες και οι αποστάτες ως καθηρημένοι και ακοινώνητοι597.
Στο έργο της Εκκλησίας, προσθέτει ο άγιος Νεκτάριος, η οποία τελικά μόνο συμβουλές και κατευθύνσεις μπορεί να δίνει, χωρίς να είναι σε θέση και να υποχρεώσει τους θρασείς και κοσμικούς ανθρώπους που δεν πείθονται, να συμμορφωθούν με αυτές, έρχονται να συμπαρασταθούν με τη δύναμη και την εξουσία τους οι βασιλείς και οι ηγεμόνες με τα διατάγματά τους ή τις εξορίες των αιρετικών σε μακρινούς τόπους, ώστε να μην μπορούν αυτοί στο εξής να αλλοιώσουν την πίστη των χριστιανών598.
Αναφέρεται μάλιστα ο ιερός Πατήρ στη μαρτυρία του Ευσεβίου Καισαρείας, σύμφωνα με την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος πολλές φορές λυπόταν τους κακοδόξους και τους θεωρούσε ανόητους, γι’ αυτό και πίστευε ότι ήταν παρανοϊκό να τιμωρούνται αυτοί με σωματικές ποινές, ωστόσο καταδίωξε με κάθε τρόπο τα υλικά και τα μέσα που παρέσυραν στην ειδωλολατρία.
Σ’ αυτό το σημείο ο άγιος διατυπώνει την κοινή εκκλησιαστική θέση, ότι εκείνο το οποίο διώκεται είναι η αιτία της κακοδοξίας, είτε πρόκειται για αίρεση είτε για άλλη θρησκεία, και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, για να εξυπηρετηθεί η πλάνη· τους θιασώτες όμως των κακοδόξων θεωριών η Εκκλησία προσπαθεί να τους πλησιάσει με πνεύμα πραότητας και συμπόνιας, γιατί ως άνθρωποι που πλανήθηκαν δικαιούνται και αυτοί να βοηθηθούν, ώστε να επανακτήσουν τον «πολύτιμον μαργαρίτην» της ορθής πίστης. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ο επίσκοπος τους αντιμετωπίζει πατρικά και ο Αυτοκράτορας λαμβάνει τα μέτρα που πρέπει για να εξουδετερώσει τις εστίες της κακοδοξίας και να προστατέψει τον λαό του. 
Αυτό είναι το έργο κάθε ορθοδόξου και ευσεβούς άρχοντα, όπως όλοι ομολογούν, λέει ο άγιος Νεκτάριος599.

Υποσημειώσεις
540 Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος ενοχλήθηκε μεν από τον σάλο που προκλήθηκε στην αυτοκρατορία του, όμως αρχικά δεν έδωσε την πρέπουσα προσοχή και αρκέστηκε σε παραινέσεις, προς στιγμήν μάλιστα έδειξε να επηρεάζεται από τον Ευσέβιο τον Παμφίλου, που ήταν ο προσωπικός του εγκωμιαστής και φίλος του Αρείου. Αλλά όταν είδε ότι οι ταραχές εντείνονταν και ότι η συζήτηση, στην οποία προσκάλεσε τον Άρειο, μάλλον επιδείνωσε παρά βελτίωσε την κατάσταση, τότε συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο, προκειμένου να επαναφέρει την ειρήνη στην Εκκλησία· βλ. Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 81-82.
541 Εκτός από τον τρόπο της αντιμετώπισης της αίρεσης του Αρείου, που αναλύεται στη συνέχεια, παρεμφερής είναι και η περίπτωση του Νεστορίου κ.ά.
542 Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 79.
543 Στο ίδιο, ό.π.
544 Στο ίδιο, ό.π.
545 Στο ίδιο, ό.π., σ. 78.
546 Στο ίδιο, ό.π., σ. 80.
547 Στο ίδιο, ό.π.
548 Στο ίδιο, ό.π.
549 Στο ίδιο, ό.π., σ. 81
550 Στο ίδιο, ό.π., σ. 94.
551 Στο ίδιο, ό.π., σ. 116.
552 Στο ίδιο, ό.π., σ. 82.
553 Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 129.
554 Στο ίδιο, ό.π., σ. 145.
555 Γράφει ο άγιος Νεκτάριος (Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 93): «ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει ἀμετάθετον τήν ἀπόφασιν νά ὑποστηρίξῃ μέχρις ἐσχάτων τά ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου θεσπισθέντα καί διά τῆς βασιλικῆς αὐτοῦ χειρός ἐπικυρωθέντα, ἐκδούς συγχρόνως καί ἴδιον κατά τῶν ἀντιδοξούντων Βασιλικό διάταγμα». Σημειώνει επίσης (Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 156): «Ἡ πρώτη φροντίς τοῦ Ζήνωνος ἦτο νά ὑποστηρίξῃ τά ὑπό τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων θεσπισθέντα».
556 Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 156 και 172.
557 Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 92.
558 Στο ίδιο, ό.π., σ. 82.
559 Στο ίδιο, ό.π., σ. 83.
560 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 25.
561 Στο ίδιο, ό.π., σ. 192.
562 Ἱερατικόν ἐγκόλπιον, ἤτοι Α΄ Περί ἱερωσύνης, Β΄ Περί τοῦ πρωτείου ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ, Γ΄ Περί τῆς ἰσότητος ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ, Αθήνα 1907, σ. 58.
563 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 129.
564 Στο ίδιο, ό.π., σ. 140.
565 Στο ίδιο, ό.π., σ. 192. Βλ. επίσης στο Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 24. 566 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 22.
567 Στο ίδιο, ό.π.
568 Στο ίδιο, ό.π., σ. 26.
569 Στο ίδιο, ό.π., σ. 23-24.
570 Στο ίδιο, ό.π., σ. 25.
571 Στο ίδιο, ό.π., σ. 26.
572 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 193.
573 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 26.
574 Αρχιμ. Ι. Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, ό.π., σ. 118.
575 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 13.
576 Στο ίδιο, ό.π., σ. 14. 577 Στο ίδιο, ό.π., σ. 16-17.
578 Στο ίδιο, ό.π., σ. 19. 579 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 21.
580 Στο ίδιο, ό.π., σ. 22. 581 Στο ίδιο, ό.π., σ. 17.
582 Στο ίδιο, ό.π., σ. 18.
583 Στο ίδιο, ό.π.
584 Στο ίδιο, ό.π., σ. 16.
585 Στο ίδιο, ό.π., σ. 14.
586 Στο ίδιο, ό.π., σ. 24.
587 Στο ίδιο, ό.π., σ. 11.
588 Στο ίδιο, ό.π., σ. 12.
589 Στο ίδιο, ό.π.
590 Στο ίδιο, ό.π. Αυτή την αρχή έκανε πράξη ο άγιος με τους Διαμαρτυρόμενους της εποχής του, τους οποίους εκτός από αμετανόητους θεωρούσε και επικίνδυνους για το ποίμνιό του. Στην εισαγωγή του πονήματός του Περί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως (σ. 7), αφού εντοπίζει τα σημεία στα οποία οι Διαμαρτυρόμενοι ολισθαίνουν από την ορθή πίστη, εξηγεί γιατί προβαίνει στη συγγραφή αυτή: «Τά φρονήματα αὐτῶν ταῦτα, ἐάν ἐτήρουν δι’ ἑαυτούς καί δέν ἐπεχείρουν νά ποιήσωσι κοινωνούς αὐτῶν ἀνθρώπους ἀδαεῖς, πιστά τέκνα τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς στρατευομένης ἐν Γῇ, καί νά ἑλκύσωσιν εἰς τήν ἑαυτῶν πλάνην, θά κατελείπομεν αὐτούς ὡς ἀνιάτως πάσχοντας καί ἀνεπιδέκτους θεραπείας, διότι οὐδεμία ὀρθή διδασκαλία ἴσχυσε, ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτούς τῆς πλάνης, καί οὐδέν περί αὐτῶν θά ἐλέγομεν. Ἀλλ’ ἐπειδή περιέρχονται γῆν καί θάλασσαν ὅπως ποιήσωσιν ἕνα προσήλυτον καί πολλούς εἰς τήν ἑαυτῶν πλάνην σύρουσι, διά τοῦτο ἀνελάβομεν ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτούς ἀνασκευάζοντες ἅπαντα τά ἐπιχειρήματα αὐτῶν, ἐλέγχοντας τάς πλάνας αὐτῶν καί ὑποστηρίζοντες τάς προσβαλλομένας ἀληθείας δι’ ἱστορικῶν μαρτυριῶν και λογικῶν ἐπιχειρημάτων».
591 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 12. Ένα μικρό παράδειγμα που εκφράζει τη σωστή στάση ενός επισκόπου είναι η φράση που χρησιμοποιεί ο άγιος Νεκτάριος, όταν αναφέρεται στα γεγονότα με τον Ευτυχή, για τον οποίο ο Φλαβιανός στέλνει δύο επιστολές στον Λέοντα Ρώμης, όπου «μετά ψυχικοῦ ἄλγους ἱστορεῖ τήν ἀποπλάνησιν ἑνός μέλους τῆς Ἐκκλησίας καί τά τῆς αἱρέσεώς του», Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 132.
592 Δαμασκηνός Αλεξ. Παπανδρέου, Μητροπολίτης Ελβετίας, Ορθοδοξία και κόσμος, ό.π., σ. 358. 593 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 211.
594 Στο ίδιο, ό.π.
595 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 39.
596 Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Θεολογία, ό.π., σ. 106.
597 Μελέτη περί τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, σ. 140.
598 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 39.
599 Στο ίδιο, ό.π., σ. 66.

Άγιος Νεκτάριος: Πόσο πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι πού....



Τίποτε δέν εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τήν καθαρή καρδιά, γιατί μιά τέτοια καρδιά γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Καί τί εἶναι ἐνδοξότερο ἀπό τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς τίποτα. Λέει ὁ Θεός γι’ αὐτούς πού ἔχουν καθαρή καρδιά: «θά κατοικήσω ἀνάμεσά τους καί θά πορεύομαι μαζί τους. Θά εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοί θά εἶναι λαός μου» ( Β’ Κορ. 6, 16 ).

Ποιοί λοιπόν εἶναι εὐτυχέστεροι ἀπ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους;
Καί ἀπό ποιό ἀγαθό μπορεῖ νά μείνουν στερημένοι;

Δέν βρίσκονται ὅλα τ’ ἀγαθά καί τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στίς μακάριες ψυχές τους; Τί περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ’ ἀλήθεια, τίποτα! Γιατί ἔχουν στήν καρδιά τους τό μεγαλύτερο ἀγαθό: τόν ἴδιο τόν Θεό!

Πόσο πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι πού ἀναζητοῦν τήν εὐτυχία μακριά ἀπό τόν ἑαυτό τους, στίς ξένες χῶρες καί στά ταξίδια, στόν πλοῦτο καί στή δόξα, στίς μεγάλες περιουσίες καί στίς ἀπολαύσεις, στίς ἡδονές καί σ’ ὅλες τίς χλιδές καί ματαιότητες, πού κατάληξή τους ἔχουν τήν πίκρα! Ἡ ἀνέγερση τοῦ πύργου τῆς εὐτυχίας ἔξω ἀπό τήν καρδιά μας, μοιάζει μέ οἰκοδόμηση κτιρίου σέ ἔδαφος πού σαλεύεται ἀπό συνεχεῖς σεισμούς. Σύντομα ἕνα τέτοιο οἰκοδόμημα θά σωριαστεῖ στή γῆ…

Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στόν ἴδιο σας τόν ἑαυτό καί μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού τό κατάλαβε αὐτό. Ἐξετάστε τήν καρδιά σας καί δεῖτε τήν πνευματική της κατάσταση. 

Μήπως ἔχασε τήν παρρησία της πρός τόν Θεό; Μήπως ἡ συνείδηση διαμαρτύρεται γιά παράβαση τῶν ἐντολῶν Του; Μήπως σᾶς κατηγορεῖ γιά ἀδικίες, γιά ψέμματα, γιά παραμέληση τῶν καθηκόντων πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον; Ἐρευνῆστε μήπως κακίες καί πάθη γέμισαν τήν καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αὐτή σέ δρόμους στραβούς καί δύσβατους;

Δυστυχῶς, ἐκεῖνος πού παραμέλησε τήν καρδιά του, στερήθηκε ὅλα τά ἀγαθά κι ἔπεσε σέ πλῆθος κακῶν. Ἔδιωξε τήν χαρά καί γέμισε μέ πίκρα, θλίψη καί στενοχώρια. Ἔδιωξε τήν εἰρήνη καί ἀπόκτησε ἄγχος, ταραχή καί τρόμο. Ἔδιωξε τήν ἀγάπη καί δέχθηκε τό μίσος. Ἔδιωξε, τέλος, ὅλα τά χαρίσματα καί τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού δέχθηκε μέ τό Βάπτισμα καί οἰκειώθηκε ὅλες τίς κακίες ἐκεῖνες, πού κάνουν τόν ἄνθρωπο ἐλεεινό καί τρισάθλιο.

Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεός θέλει τήν εὐτυχία ὅλων μας καί σ’ αὐτή καί στήν ἄλλη ζωή. Γι’ αὐτό ἴδρυσε τήν Ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιά νά μᾶς καθαρίζει αὐτή ἀπό τήν ἁμαρτία, νά μᾶς ἁγιάζει, νά μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νά μᾶς χαρίζει τίς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνοιχτή τήν ἀγκαλιά της, γιά νά μᾶς ὑποδεχθεῖ. Ἄς τρέξουμε γρήγορα ὅσοι ἔχουμε βαριά τή συνείδηση. Ἄς τρέξουμε καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕτοιμη νά σηκώσει τό βαρύ φορτίο μας, νά μᾶς χαρίσει τήν παρρησία πρός τόν Θεό, νά γεμίσει τήν καριδά μας μέ εὐτυχία καί μακαριότητα…

Ο Άγιος Νεκτάριος κατά του Επισκοποκεντρισμού:«Ὁ ἀρχιερέας εἶναι πρῶτος μεταξὺ τῶν ταπεινοφρόνων καὶ ἄρα τελευταῖος ὅλων»



Ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως απαντά σε επιστολή γνωστού του μοναχού:
«Ἡ ταπεινοφροσύνη σου διακρίνει κάποια ἀνισότητα μεταξύ μας, λόγῳ τοῦ ἀξιώματος τῆς ἀρχιερωσύνης. Τὸ ἀξίωμα εἶναι ἀληθινὰ μεγάλο, «ἀλλὰ καθ’ ἑαυτὸ καὶ πρὸς ἑαυτῷ». Τὸ ἀξίωμα ἀληθινὰ τιμᾷ αὐτὸν ποὺ τὸ κατέχει, γιὰ τὴν ὑποκειμενική του ἀξία, ἀλλ’ αὐτὸ καθόλου δὲν μεταβάλλει τὶς σχέσεις του μὲ τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖες παραμένουν πάντα οἱ ἴδιες, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ διαφορὰ καὶ ἀνισότητα μεταξύ μας. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτό, τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιερέα εἶναι ὑπόδειγμα ταπεινοφροσύνης. Ὁ ἀρχιερέας εἶναι πρῶτος μεταξὺ τῶν ταπεινοφρόνων καὶ ἄρα τελευταῖος ὅλων. Ποῦ εἶναι ἡ ὑπεροχή; Τὸ ἀξίωμα δίνει τιμὴ σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ ἔχει, χωρὶς νὰ γίνεται αἰτία διάκρισής του ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου. 

Μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν διακρίνονται, ἀσχέτως ἀπ’ τὰ ἀξιώματα ποὺ κατέχουν, οἱ μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ αὐτοὶ φέρουν τὸ ἀρχέτυπο τῆς εἰκόνας καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τοὺς στολίζει καὶ τοὺς ἐξυψώνει σὲ ἐξέχουσα θέση τιμῆς καὶ δόξας. Μόνο αὐτὴ ἡ θέση φέρει διάκριση καὶ ἀνισότητα μεταξὺ τῶν ἰσότιμων τῆς χάρης. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προόδευσε στὴν ἀρετή, ὑπερέχει ἀπ’ τὸν ἄλλο, ποὺ δὲν προόδευσε. Ὅπως πάλι ὑστερεῖ πολὺ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει καμμιὰ ἀρετή. Ὁ ἀμελὴς καὶ ἀδιάφορος, κι ἂν ἀκόμη εἶναι ἀρχιερέας, ὑπολείπεται πολὺ ἀπ’ τὸν ἐπιμελῆ καὶ ἄγρυπνο ἀγωνιστή, κι ἂς εἶναι ἐλάχιστος καὶ ταπεινὸς μοναχός».

(«Διδαχὲς ἁγίου Νεκταρίου», Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, σελ. 135-136

Άγιος Νεκτάριος: Η συνήθεια



Αυτός που κυριεύθηκε από τη συνήθεια, πράττει, ενεργεί, εκτελεί ως υπήκοος, ως υποτελής. 

Η δυνατότητα να αυτενεργεί έπαυσε και πράττει κατά διαταγή της συνήθειας. 
Η εσωτερική φωνή πνίγεται μέσα στα στήθια του. 

Η έξις καταντά πολύ τυραννική, γιατί μπορεί η δύναμη των παθών να ατόνησε, η συνήθεια όμως, επιμένει και κατά τη θεραπεία τους. 
Αυτή είναι η συνήθεια, αυτή είναι η δύναμή της, αυτή η τυραννία της.

Όταν μας κυριεύσει μια φορά, έκτοτε διευθύνει τις θελήσεις μας, κανονίζει τις πράξεις μας και ποτέ πια δεν αφήνει τα χαλινάρια με τα οποία διευθύνει τις διαθέσεις μας.

Τότε το παν έχει χαθεί. Έχει χαθεί κάθε ελπίδα σωτηρίας, καμιά ακτίνα φωτός δεν απέμεινε. 
Είναι ανάγκη λοιπόν να κάνουμε γρήγορα και να μετανοήσουμε, πριν η αμαρτία γίνει συνήθεια, οπότε θα είναι δύσκολο να σωθούμε.

Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως

Ἅγιος Νεκτάριος: «Νὰ τὸ δώσετε ἀμέσως ... κι ἔχει ὁ Θεός!»



...Ὅταν γύρισα τὸ 1920 ἀπὸ τὴ Μικρασιατικὴ ὀπισθοχώρηση, ἔμαθα πὼς λίγες ἡμέρες πρίν, μιὰ φτωχιὰ γυναίκα πῆγε ξυπόλητη στὸ μοναστήρι. Μόλις τὴν εἶδε ὁ Αγιος, ἔβγαλε τὶς παντόφλες του καὶ τὶς ἔδωσε.

Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγο, πῆγε μὰ ἄλλη φτωχιὰ ποὺ πείναγε. Λέει τότε ὁ Ἅγιος στὶς Γερόντισσες:

-Δῶστε της νὰ φάει.

-Δὲν ἔχουμε τίποτα, Σεβασμιώτατε, ἐκτὸς ἀπὸ λιγοστὸ ψωμάκι.

- Νὰ τὸ δώσετε ἀμέσως τοὺς εἶπε... κι ἔχει ὁ Θεός!...

Τὸ πρωί, νά ῾σου ἕνας πλούσιος μὲ δυὸ γαϊδουράκια, φορτωμένα ρύζι, ζάχαρη, μακαρόνια, ἀλεύρι. Δωρεὰ στὴ μονή. Τὸ ξέρω, γιατί βοήθησα στὸ ξεφόρτωμα. Θυμᾶμαι, γύρισε ὁ Ἅγιος ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ λέει μὲ σημασία στὴν ἡγουμένη:

- Γερόντισσα, ἔχει ὁ Θεός...

Κι ἔκανε τὸ σταυρό του.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μανώλη Μελινοῦ «Μίλησα μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο», Β´ Τόμος.

Αγίου Νεκταρίου: Δοξάζω Σε, παρθένε…



Δοξάζω Σε, παρθένε, υμνώ Σε Παναγία
την χάριν σου κηρύττω Μήτηρ Θεού Μαρία.
Κυρίως Θεοτόκον κόρη ομολογώ Σε.
εξ όλης δε καρδίας θερμώς υμνολογώ Σε
Θεόνυμφε Μαρία ασματικώς αινώ Σε
και ως Θεού μητέρα απαύστως ευλογώ Σε,
Σε πόθω προσκυνούμεν παρθένε Παναγία
και Σε υμνολογούμεν ψυχή τε και καρδία.
Παντάνασσα Παρθένε Κόρη υπεραγία
ψυχών αγνών γλυκύτης πανάχραντε Μαρία.
Βασίλισσα αγγέλων, ανθρώπων σωτηρία
καταφύγη και σκέπη πιστών Υπεραγία.
Χαίρε χαράς ταμείον, χαίρε ευλογημένη
χαίρε φωτός δοχείον, χαίρε δεδοξασμένη.
Χαίρε νεφέλη κούφη, χαίρε θρόνε Κυρίου
χαίρε πυρίνη στήλη, χαίρε σκηνή του θείου.
Χαίρε τροφή του μάννα, χαίρε τρυφή αγία
χαίρε ωραία πύλη του Λόγου Παναγία.

Άγιος Νεκτάριος: Ύμνος α΄.
Εις την αγίαν Παρθένον.
Δοξολογητικός (Θεοτοκάριον)

Τίποτα δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά..



Τίποτα δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά, γιατὶ μία τέτοια καρδιὰ γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τί εἶναι ἐνδοξότερο ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς τίποτα. Λέει ὁ Θεὸς γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιά: 
«Θὰ κατοικήσω ἀνάμεσά τους καὶ θὰ πορεύομαι μαζί τους. Θὰ εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου». (Β´ Κορ. 6, 16).

Ἅγιος Νεκτάριος

Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴν μπεῖτε σὲ πειρασμό...



Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴν μπεῖτε σὲ πειρασμό. 
Μὴν ἀπελπίζεστε, ἂν πέφτετε συνέχεια σὲ παλιὲς ἁμαρτίες. 
Πολλὲς ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι καὶ ἀπὸ τὴ φύση τους ἰσχυρὲς καὶ ἀπὸ τὴ συνήθεια. 
Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἐπιμέλεια νικιοῦνται. 
Τίποτα νὰ μὴ σᾶς ἀπελπίζει. 

Ἅγιος Νεκτάριος

Σε αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπάνε τρώνε "βρώμικο ψωμί"...



Και μόνο ένα στοιχείο ήταν ικανό να φανερώσει την αγιότητα του αγίου Νεκταρίου. 
Ότι ο κόσμος αυτός τον συκοφάντησε, τον αδίκησε, τον δίωξε, τον περιθωριοποίησε. 
Αυτό αρκεί. "Σ' αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε, τρώνε βρώμικο ψωμί.." 
Και όταν ο κόσμος δεν σε αγαπά ή δεν σε τιμά, αναλαμβάνει ο Θεός.Όταν μικραίνει η αγκαλιά των αχαρίστων πλαταίνει του Θεού. Κι όταν η γλώσσα των κατηγόρων σου πικραίνει σπιλώντοντας και αμαυρώνοντας το όνομα σου, ο Θεός γλυκαίνει την καρδιά σου. Αργά η γρήγορα ο Θεός απαντάει στο κακό και σε "δοξάζει". 
Όσο ο κόσμος θα κυνηγάει τα παιδιά του Θεού, τόσο Εκείνος θα γεμίζει με αγίους τον ουρανό. Έτσι για να σπάει πλάκα με την «ηθική» και την «δικαιοσύνη» μας, με αυτά τα απίστευτα κωμικοτραγικά κριτήρια μας.....

plibyos.blogspot.gr

Δώσ’ μου από τις Αρετές σου

Προσευχή 
Ύμνος του Αγίου Νεκταρίου 
προς Την Παναγία


Δέσποινα Παντευλόγητε, Υπέραγνε Παρθένε,
Παράδεισε πανθαύμαστε, κήπε καλλωπισμένε,
Σε δυσωπώ, Πανάχραντε, χαρίτωσον τον νουν μου,
κατεύθυνον τας σκέψεις μου, φώτισον την ψυχήν μου. 

Κόρη με ποίησον αγνόν, πράον, σεμνόν, ανδρείον,
ησύχιον και κόσμιον, ευθύν, όσιον, θείον,
επιεική, μακρόθυμον, των αρετών δοχείον,
άμεμπτον, ανεπίληπτον, των αγαθών ταμείον. 

Δος μοι σοφίαν, σύνεσιν και μετριοφροσύνην,
φρόνησιν και απλότητα και ταπεινοφροσύνην.
Δος μοι νηφαλιότητα, όμμα πεφωτισμένον,
διάνοιαν ολόφωτον, πνεύμα εξηγνισμένον. 

Απέλασον την οίησιν, την υπερηφανίαν,
τον τύφον, την φυσίωσιν, και την αλαζονείαν,
την ύβριν, το αγέρωχον, την υψηλοφροσύνην,
γλώσσα μεγαλορρήμονα, ισχυρογνωμοσύνην. 

Την αστασία την φρικτήν, την περιττολογίαν,
την πονηρία την πολλήν, και την αισχρολογίαν.
Χάρισαί μοι, Πανάχραντε, την ηθικήν ανδρείαν,
το θάρρος, την ευστάθειαν, δος μοι την καρτερίαν. 

Δος μοι την αυταπάρνησιν, την αφιλαργυρίαν,
ζήλον μετ’επιγνώσεως και αμνησικακίαν.
Δος μοι ακεραιότητα, ευγένειαν καρδίας,
πνεύμα ευθές, ειρηνικόν, και πνεύμα αληθείας. 

Φυγάδευσον, Πανάχραντε, τα πάθη της καρδίας,
τα πολυώνυμα, Αγνή, της ηθικής δειλίας.
Την αναδρίαν την αισχράν, το θράσος, την δειλίαν,
την ατολμίαν την δεινήν και την απελπισίαν. 

Άρον μοι, Κόρη, τον θυμόν και πάσαν ραθυμίαν,
την αθυμία, την οργήν, ως και την οκνηρίαν. 

Τον φθόνον, την εμπάθειαν, το μίσος, την κακίαν,
την μήνιν, την εκδίκησιν και την μνησικακίαν. 

Την έριδα την ευτελή και την πολυλογίαν,
την γλωσσαλγίαν την δεινήν και την βωμολοχίαν.
Δος μοι, Παρθένε, αίσθησιν, δος μοι ευαισθησίαν.
Δος μοι συναίσθησιν πολλήν και ευσυνειδησίαν. 

Δος μοι, Παρθένε, την χαράν Πνεύματος του Αγίου.
Δος μοι ειρήνην τη ψυχή, ειρήνην του Κυρίου.
Δος μοι αγάπην, έρωτα θείον, εξηγηγνισμένον,
πολύν, θερμόν και καθαρόν και εξηγιασμένον.
Δος πίστιν ζώσαν, ενεργόν, θερμήν, αγνήν, αγίαν,
ελπίδα αδιάσειστον, βεβαίαν και οσίαν. 

Άρον απ’εμού, Παρθένε, τον κλοιόν της αμαρτίας,
την αμέλειαν, την μέθην, την ανελεημοσύνην,
τα κακάς επιθυμίας, την δεινήν ακολασίαν,
γέλωτας της ασελγείας και την πάσαν κακουργίαν. 

Σωφροσύνην δος μοι, Κόρη, δος εγκράτειαν, νηστείαν,
προσοχήν και αγρυπνίαν και υπακοήν τελείαν.
Δος μοι προσοχήν εν πάσι και διάκρισιν οξείαν,
σιωπήν και ευκοσμίαν, και υπομονήν οσίαν. 

Επιμέλειαν παράσχου, Δέσποινα, προς εργασίαν,
προς τελείωσιν και ζήλον αρετών προς γυμνασίαν.
Την ψυχήν μου, την καρδίαν και τον νουν μου, Παναγία,
τήρει εν αγιωσύνη, φύλαττε εν παρθενία.

ΠΕΡΙ ΑΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ




Αγνωμοσύνη είναι η λησμοσύνη τής ευεργεσίας που έγινε και η έλλειψη κάθε φιλικού αισθήματος προς τον ευεργέτη. 

Αχαριστία είναι η απροθυμία να ανταποδώσει κανείς τη χάρη που έλαβε.

Ο αγνώμων έχει αναίσθητη ψυχή, γιατί είναι αναίσθητος στην ευεργεσία που δέχτηκε. 

Ο αγνώμων έχει ασυμπαθή καρδιά, γιατί καμιά συμπάθεια δεν γεννιέται για τον ευεργέτη, ούτε αναπτύσσεται κανένα συναίσθημα αγάπης προς αυτόν. 
Η καρδιά του είναι άδεια από αγάπη.

Ο αγνώμων δεν αγαπάει ούτε τον Θεό που τον γέμισε με αγαθά ικανοποιώντας τις επιθυμίες του. Γιατί αφού τον ευεργέτη του που βλέπει δεν αγαπάει, πώς θα μπορούσε να αγαπάει τον Θεό που δεν βλέπει;

Ο αγνώμων έχει διεστραμμένο μυαλό, γιατί πείθει τον εαυτό του με παραλογισμούς, ότι δεν οφείλει καμιά χάρη στον ευεργέτη του και καμιά ευγνωμοσύνη. 

Του Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης

Περί δεισιδαιμονίας και δεισιδαίμονα



Δεισιδαιμονία είναι ο δίχως λογική φόβος του Θεού. Πρόκειται περί υπερβολής και ακρότητας, αφού το μέτρο διατηρεί μόνο η ευσέβεια. Ο δεισιδαίμονας έχει φοβική συνείδηση, γιατί δεν την έχει αναπτύξει και στέκεται προς το θείο γεμάτος φόβο και με τρόπο που δεν ταιριάζει στον Θεό. Έχει ατελή γνώση περί των θείων ιδιωμάτων και πιστεύει για τον Θεό πράγματα ανάξια γι’ Αυτόν. Ο δεισιδαίμονας έχει εσκοτισμένο τον νου και ταραγμένη τη διάνοια. Ο Πλούταρχος λέει για τη δεισιδαιμονία: «Είναι φοβερό το σκοτάδι της δεισιδαιμονίας και όταν καταλάβει τον άνθρωπο ενσπείρει σ’ αυτόν λογισμούς σύγχυσης και τύφλωσης και μάλιστα σε πράγματα που είναι απαραίτητοι οι συλλογισμοί».
Ο δεισιδαίμονας φοβάται εκεί που δεν υπάρχει φόβος και ταράζεται εκεί που όφειλε να βρει την ειρήνη. Φαντάζεται πάντοτε ότι ο Θεός τον καταδιώκει και ζητάει τη σωτηρία από περιδέραια, τα οποία κρεμάει στον λαιμό του. Πιστεύει σε πλάνους και δέχεται σαν αλήθεια καθαρές ανοησίες. Παντού διακρίνει τη επικράτηση των σκοτεινών δυνάμεων και τους αποδίδει μεγαλύτερη δύναμη από τον Θεό. Ο δεισιδαίμονας είναι ηθικά ανελεύθερος και διανοητικά ταπεινωμένος . Πάσχει από θρησκευτική καταδίωξη και είναι ψυχικά άρρωστος. Ο δεισιδαίμονας είναι άνθρωπος δυστυχισμένος και ζει βίο άθλιο.

Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως 
Από το βιβλίο: «Το γνώθι σαυτόν
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ»

Η ευτυχία βρίσκεται μέσα στον ίδιο σας τον εαυτό



Η ευτυχία βρίσκεται μέσα στον ίδιο σας τον εαυτό, και Μακάριος είναι ο άνθρωπος που το κατάλαβε αυτό. Εξετάστε την καρδιά σας και δείτε την πνευματική της κατάσταση. Μήπως έχασε την παρρησία της προς το Θεό; Μήπως η συνείδηση διαμαρτύρεται για παράβαση των Εντολών Του; Μήπως σας κατηγορεί για αδικίες, για ψέματα, για παραμέληση των καθηκόντων προς το Θεό και τον πλησίον; Ερευνήστε μήπως κακίες και πάθη γέμισαν την καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αυτή σε δρόμους στραβούς και δύσβατους.

Άγιος Νεκτάριος

Δέσποινα παντευλόγητε, Υπέραγνε Παρθένε

Προσευχή του Αγίου Νεκταρίου στην Παναγία: 
Δέσποινα παντευλόγητε, Υπέραγνε Παρθένε


Δέσποινα παντευλόγητε, Υπέραγνε Παρθένε,
Παράδεισε πανθαύμαστε, κήπε καλλωπισμένε,
Σε δυσωπώ, Πανάχραντε, χαρίτωσον τον νουν μου,
κατεύθυνον τας σκέψεις μου, φώτισον την ψυχήν μου.

Κόρη με ποίησον αγνόν, πράον, σεμνόν, ανδρείον,
ησύχιον και κόσμιον, ευθύν, όσιον, θείον,
επιεική, μακρόθυμον, των αρετών δοχείον,
άμεμπτον, ανεπίληπτον, των αγαθών ταμείον.

Δος μοι σοφίαν, σύνεσιν και μετριοφροσύνην,
φρόνησιν και απλότητα και ταπεινοφροσύνην.
Δος μοι νηφαλιότητα, όμμα πεφωτισμένον,
διάνοιαν ολόφωτον, πνεύμα εξηγνισμένον.

Απέλασον την οίησιν, την υπερηφανίαν,
τον τύφον, την φυσίωσιν, και την αλαζονείαν,
την ύβριν, το αγέρωχον, την υψηλοφροσύνην,
γλώσσα μεγαλορρήμονα, ισχυρογνωμοσύνην.

Την αστασία την φρικτήν, την περιττολογίαν,
την πονηρία την πολλήν, και την αισχρολογίαν.

Χάρισαί μοι, Πανάχραντε, την ηθικήν ανδρείαν,
το θάρρος, την ευστάθειαν, δος μοι την καρτερίαν.

Δος μοι την αυταπάρνησιν, την αφιλαργυρίαν,
ζήλον μετ’επιγνώσεως και αμνησικακίαν.
Δος μοι ακεραιότητα, ευγένειαν καρδίας,
πνεύμα ευθές, ειρηνικόν, και πνεύμα αληθείας.

Φυγάδευσον, Πανάχραντε, τα πάθη της καρδίας,
τα πολυώνυμα, Αγνή, της ηθικής δειλίας.
Την αναδρίαν την αισχράν, το θράσος, την δειλίαν,
την ατολμίαν την δεινήν και την απελπισίαν.

Άρον μοι, Κόρη, τον θυμόν και πάσαν ραθυμίαν,
την αθυμία, την οργήν, ως και την οκνηρίαν.

Τον φθόνον, την εμπάθειαν, το μίσος, την κακίαν,
την μήνιν, την εκδίκησιν και την μνησικακίαν.

Την έριδα την ευτελή και την πολυλογίαν,
την γλωσσαλγίαν την δεινήν και την βωμολοχίαν.
Δος μοι, Παρθένε, αίσθησιν, δος μοι ευαισθησίαν.
Δος μοι συναίσθησιν πολλήν και ευσυνειδησίαν.

Δος μοι, Παρθένε, την χαράν Πνεύματος του Αγίου.

Δος μοι ειρήνην τη ψυχή, ειρήνην του Κυρίου.

Δος μοι αγάπην, έρωτα θείον, εξηγηγνισμένον,
πολύν, θερμόν και καθαρόν και εξηγιασμένον.
Δος πίστιν ζώσαν, ενεργόν, θερμήν, αγνήν, αγίαν,
ελπίδα αδιάσειστον, βεβαίαν και οσίαν.

Άρον απ’εμού, Παρθένε, τον κλοιόν της αμαρτίας,
την αμέλειαν, την μέθην, την ανελεημοσύνην,
τα κακάς επιθυμίας, την δεινήν ακολασίαν,
γέλωτας της ασελγείας και την πάσαν κακουργίαν.

Σωφροσύνην δος μοι, Κόρη, δος εγκράτειαν, νηστείαν,
προσοχήν και αγρυπνίαν και υπακοήν τελείαν.
Δος μοι προσοχήν εν πάσι και διάκρισιν οξείαν,
σιωπήν και ευκοσμίαν, και υπομονήν οσίαν.

Επιμέλειαν παράσχου, Δέσποινα, προς εργασίαν,
προς τελείωσιν και ζήλον αρετών προς γυμνασίαν.

Την ψυχήν μου, την καρδίαν και τον νουν μου, Παναγία,
τήρει εν αγιωσύνη, φύλαττε εν παρθενία.

Περί βασκανίας και βασκάνου



Βασκανία είναι άδικη έχθρα εναντίον αυτού που απολαμβάνει κάποιο αγαθό, έχθρα διηνεκής και ακατάλυτη. Η βασκανία είναι δύσκολο πάθος, που παρασύρει, ώστε να περιφρονήσει κανείς ακόμη και την δική του σωτηρία. Η βασκανία αμαυρώνει τα καλά. Ο θείος Χρυσόστομος λέει τα εξής για τη βασκανία: «Ένα ακόμη πάθος που κυβερνά τη ζωή των ανθρώπων, καταφθείροντας την καρδιά , όπως η σκουριά το σίδερο, είναι η βασκανία? έχει βέβαια πολλά κακά, αλλά σ’ ένα είναι χρήσιμο: ότι είναι κακό γι’ αυτόν που το κατέχει. 

Διότι ο βάσκανος λίγο βλάπτει αυτόν που ματιάζει, αλλά κατατρώει τον ίδιο του τον εαυτό με τη λύπη και τον στεναγμό από την καλοπέραση του πλησίον. Και τη μεν χαρά του γείτονά του δεν ελάττωσε, τον εαυτό του όμως τον κατέφαγε με τη βασκανία». 

Το να βασκάνεις είναι χειρότερο από το να πολεμάς;  γιατί αυτός που πολεμάει, όταν λυθεί η αιτία που γίνεται ο πόλεμος, διαλύεται και η έχθρα, ο δε βάσκανος δεν έχει καμιά άλλη αιτία πέρα από τη δική του μανία και τη σατανική του θέληση. Πάντοτε βασκάνει. Με τι να παρομοιάσει κανείς τέτοια ψυχή; Με ποιο φίδι; Με ποιο σκουλήκι; 

Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο βδελυρό και πονηρό από μια τέτοια ψυχή. Διότι απ’ αυτό ανατράπηκαν εκκλησίες, γεννήθηκαν αιρέσεις και αυτό όπλισε το χέρι του αδελφού. Ο βάσκανος έχει πονηρό μάτι, που ματιάζει τα αγαθά. Είναι φθονερός, δεν νοιάζεται για την σωτηρία της ψυχής του, ένα μόνο τον νοιάζει: η καταστροφή του άλλου. Τον βάσκανο, ακόμη κι αν τον καλέσεις δαίμονα και θηρίο, δεν αμαρτάνεις. Οι βάσκανοι είναι χειρότεροι από τα θηρία, γιατί εκείνα μας επιτίθενται είτε για να βρουν τροφή είτε γιατί τα αγριέψαμε και φοβήθηκαν . 

Αυτοί δε, ακόμη κι όταν πολλές φορές ευεργετήθηκαν, αδίκησαν τους ευεργέτες τους και τους κυνήγησαν. Ο βάσκανος ένα μόνο κοιτάει, να εκπληρώσει την όποια επιθυμία του, είτε αυτή μέλλει να τον κολάσει είτε πρόκειται να τον καταστρέψει. Το μάτι του βάσκανου λιώνει από λύπη. Στο διηνεκές συγκατοικεί με τον θάνατο, πιστεύει ότι όλοι είναι εχθροί του , ακόμη και αυτοί που σε τίποτα δεν τον αδίκησαν. 

Άγιος Νεκτάριος
Από το βιβλίο: «Το γνώθι σαυτόν ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ»

« Πιστεύω στό Θεό, ἐλπίζω στό Θεό, ἀγαπῶ τό Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀγάπης»

Ὁ πιστός ἄνθρωπος ἔχει πολλά βιώματα, τά ὁποῖα ὅμως δέν μπορεῖ νά ἐκφράσει, ἄλλοτε γιατί δέν βρίσκει τίς κατάλληλες λέξεις καί ἄλλοτε γιατί θεωρεῖ ἐπικίνδυνο νά τά ἀποκαλύψει στούς ἄλλους. Πάντως μακάριος ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἐπαναλάβει, ὡς ἐξομολόγηση, τά ἀκόλουθα λόγια τοῦ Ἅγίου Νεκταρίου.

Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος:

«Ὁ Θεός γιά μένα εἶναι δόξα, πλοῦτος καί καύχημα. Εἶναι τό γλυκύτατο καί πιό εὐχάριστο πράγμα. Εἶναι ἡ φροντίδα καί τό ἐντρύφημά μου. Ἡ ψυχή μου εἶναι δημιούργημα τῆς πνοῆς τοῦ Θεοῦ. Τό σῶμα μου εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Θεία χάριτι εἶμαι γένος τοῦ Θεοῦ. Ἀπ᾿ τό Θεό ἔλαβα τήν ὕπαρξη ἀλλά καί τή δυνατότητα νά κινοῦμαι, ν᾿ ἀναπνέω καί νά μιλάω.
Στό Θεό καθημερινά ἐμπιστεύομαι τό πνεῦμα μου. 
Στό Θεό προσεύχομαι. Ζῶ μέ τό Θεό, δουλεύω καί βρίσκομαι μέ τό Θεό»…
Εἶμαι εὐτυχισμένος μέ τό μεγάλο, ἰσχυρό καί ζῶντα Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι πάροχος βοηθός καί τελειωτής τῶν καλῶν. Εἶναι ἐπόπτης τῶν ὅσων σκέφτομαι, λέω καί κάνω. Δέχομαι τό Θεό ὡς φοβερό κριτή τῶν ὅσων ἔχω κάνει. Ἔχω Θεό ἤπιο καί συγχωρητικό, μακρόθυμο καί πολυέλεο, σωτήρα καί λυτρωτή. 
Γνωρίζω Θεό πού εἶναι ἡ ἀρχή τῶν πάντων, πού δίνει τά ἀγαθά, πού εἶναι προνοητής, ἐπόπτης, πάνσοφος, παντογνώστης, πού γνωρίζει καί τά μέλλοντα καί τά παρόντα καί τά παρελθόντα. Ὑμνῶ, δοξάζω, εὐλογῶ καί ὑπερυψώνω τόν ἀγαθό, ἅγιο, δίκαιο καί ἀληθινό Θεό».
Προσκυνῶ καί λατρεύω τό φιλάνθρωπο Θεό. Πιστεύω στό Θεό, ἐλπίζω στό Θεό, ἀγαπῶ τό Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀγάπης. Ἡ ψυχή μου καί ἡ διάνοιά μου ἀνυψώνονται στό Θεό καί βρίσκουν ἀνάπαυση. Ἡ καρδιά μου ποθεῖ πολύ τό Θεό.
Ὁμολογῶ ἕνα Τρισήλιο καί Τρισυπόστατο Θεό. Κηρύττω ἕνα Θεό ἄναρχο, ἀΐδιο, ἁπλό, ὑπερούσιο καί ἀμέριστο. Τήν αὐτήν Μονάδα καί Τριάδα. Αὐτά ὁμολογῶ, πιστεύω καί κηρύττω».

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

http://hristospanagia3.blogspot.gr

Επιδιώκετε την αγάπη



Ζητάτε καθημερινά από το Θεό την αγάπη. Μαζί με την αγάπη έρχεται κι όλο το πλήθος των αγαθών και των αρετών. Αγαπάτε για να αγαπιέστε κι εσείς από τους άλλους. Δώστε στο Θεό όλη σας την καρδιά, ώστε να μένετε στην αγάπη. «Όποιος ζει μέσα στην αγάπη, ζει μέσα στο Θεό κι ο Θεός μέσα σ’ Αυτόν».

Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως


Ξέχασες όμως, Δέσποτα, να πεις κάτι για την ...καταδίκη του Παπισμού από τον Άγιο! Στα θυμίζουμε!!!

Μητρ. Δημητριάδος: Ο Άγιος Νεκτάριος αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση


Με επίκεντρο τον πανη-γυρίζοντα μεγάλο ενοριακό Ναό του Αγίου Νεκταρίου Ν. Ιωνίας Βόλου, γιορτάστηκε και φέτος στην Τοπική Εκκλησία η Μνήμη του Αγίου Νεκταρίου, προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, με τη συμμετοχή του ιερού Κλήρου και του ευσεβούς Λαού της πόλης.
Στο κήρυγμά του, κατά τον Πανηγυρικό Εσπερινό, ο Σεβασμιώτατος μεταξύ των άλλων ανέφερε «Ο Άγιος Νεκτάριος αποτελεί ιδιαίτερα για τους επισκόπους παράδειγμα προς μίμηση». 
Θέλοντας να σκιαγραφήσει τη μορφή του Αγίου μας, στάθηκε σε τρία σημεία της ζωής του Αγίου, που σφράγισαν τη ζωή του και αποτελούν ηθικό δίδαγμα για μας. 
Πρώτο είναι η απόλυτη αφοσίωση στην Εκκλησία, δεύτερο η ακλόνητη πίστη του στη ζωή της Εκκλησίας και ταυτόχρονα η υπομονή μέσα στον εκκλησιαστικό βίο, γιατί, ενώ αναδείχθηκε στο βαθμό του επισκόπου. τα τάλαντά του και οι φίλοι του έστρεψαν τα βέλη επάνω του. 
Γιατί αυτοί δεν μπορούσαν να αντέξουν την αλήθεια του. Γι αυτό και δυσφημίστηκε, συκοφαντήθηκε και εκδιώχθηκε. Και ενώ ανθρώπινα για να αποδείξει την αλήθεια έπρεπε να αντιδράσει, αυτός υπέμεινε σιωπώντας.


ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ:
ΠΩΣ Ο ΠΑΠΑΣ ΕΞΕΘΕΜΕΛΙΩΣΕ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

«Θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστι Ἰησοῦς Χριστὸς» (Α΄ Κορ. γ΄ 11). «ἐποικοδομηθέντες τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν». «Τῷ θεμελίῳ», λέγει, “τῶν Ἀποστόλων” καὶ οὐχὶ τοῦ Πέτρου, καθὼς παραφρονεῖ ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία. Ἐὰν ὁ Κλήμης Ρώμης εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου, διότι ἐχειροτονήθη ἀπὸ τὸν Πέτρο, τότε ὅσοι ἐπίσκοποι χειροτονήθησαν ἀπὸ τὸν Πέτρο εἶναι διάδοχοί του, καὶ ὄχι μόνο ὁ Κλήμης. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐχειροτόνησε τὸν Πάπα Κλήμεντα ἐπίσκοπο Ρώμης μόνο, καὶ ὄχι τῆς οἰκουμένης ὅλης. Ἐὰν ὁ θάνατος τοῦ Πέτρου ἔδωσε τέτοιο προνόμιο στὸν Πάπα νὰ εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας,καὶ μονάρχης ἐπάνω σὲ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τὰς Συνόδους, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ ἔχει αὐτὰ τὰ προνόμια ὁ Ἱεροσολύμων διὰ τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ.

Λέγοντας ὁ Πάπας πὼς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξώρισε ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν Δεσπότη πάντων Χριστόν, καὶ ἔτσι ἔμεινε ἡδυτικὴ Ἐκκλησία χήρα ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὅταν οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ πρωτοκαθεδρία, νὰ καθήσουν ὁ ἕνας δεξιά του καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά του (Μάρκ.ι´35-38), ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι τὴν πρωτοκαθεδρία τὴν ἔχω δώσει στὸν Πέτρο, ἀλλά, ὅτι «ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι πρῶτος, ἔστω πάντων δοῦλος». Ὅταν οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὸν μυστικὸν Δεῖπνον ἔπεσαν σὲ φιλονικία, διὰ τὰ πρωτεῖα, ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε πὼς ὁ Πέτρος εἶναι ὁ μεγαλύτερος, ἐπειδὴ αὐτὸν ἀφήνω ἐπίτροπον εἰς τὸ ποίμνιον, αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ ὅλων σας. (Λουκ. κβ’ 24-26). Ἀλλὰ τοὺς εἶπε ὅτι “οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται, ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος καὶ ὁ ἀνακείμενος ὡς ὁ διακονῶν”. Ἔφερε καὶ παράδειγμα ὁ Κύριος τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ λέγονται Ραββί, ὅμως ἐσεῖς, οἱ δικοί μου μαθηταὶ μὴν πέσετε στὸ πάθος αὐτό, μὴ ζητεῖτε τὸ πρωτεῖον αὐτό, ὑμεῖς μὴ κληθῆτε καθηγηταί, «εἷς γάρ ἐστιν ὁ καθηγητὴς Χριστός, καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ἐπὶ τῆς γῆς. Εἷς ἐστιν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὑμεῖς δὲ πάντες ἀδελφοὶ ἐστέ». Οἱ Ἀπόστολοι ἔπεμψαν τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰωάννην στὴν Σαμάρεια, ὅταν ἄκουσαν πὼς ἐδέχθη τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν κεφαλὴ καὶ ἄρχων πάντων, πῶς πέμπεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους; πράγμα ποὺ δὲν τὸ δέχεται οὔτε ἡ συνήθεια οὔτε τὸ δίκαιον; Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι τοῦτοι οἱ καπνοὶ τῆς φιλοδοξίας, καὶ πρωτοκαθεδρίας δὲν ἐχώρησαν μέσα εἰς τὰς θεοφόρους κεφαλὰς τῶν Ἀποστόλων, ἀλλ᾽ ὅλοι ἦταν ὁμοταγεῖς, ἀδελφοὶ κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίοu, ἐπίσης διδάσκαλοι πάσης τῆς οἰκουμένης. Ὄχι διῃρημένως ὁ ἕνας στὴ Ρώμη, ὁ ἄλλος ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ πανταχοῦ καθ᾽ ἕνας τὴν αὐτὴ ἐξουσία εἶχε καὶ τὸ αὐτὸ Ἀποστολικὸ προνόμιο. Ἔτσι ὁ Πάπας διὰ νὰ στήση τὴν κεφαλήν του, ὄχι μόνον συκοφαντεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καταφρονεῖ καὶ τὸν μακάριο Πέτρο σμικρύνοντάς του τὸ Ἀποστολικόν του προνόμιο, ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν χειροτονημένος διδάσκαλος πάσης της οἰκουμένης καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι, αὐτὸς τὸν περικλείει εἰς τὴν Ρώμην. Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν κεφαλὴ καὶ ἀρχή, πῶς ὁ Παῦλος ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀντεστάθη κατὰ πρόσωπον εἰς τὸν Πέτρον; Πῶς τὸν ἐλέγχει καθὼς ὁ ἴδιος γράφει στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολήν του; «ὅτε ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ ἀντέστην» (Γαλατ. β΄11). Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν πρῶτος πῶς εἰς τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον δὲν ἀποφασίζει ὁ Πέτρος ὡς κεφαλὴ πάντων, ἀλλὰ ὁ Ἰάκωβος; (Πράξ. ιε΄10-28). 
Οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι, καὶ ἰσότιμοι πάντες, καὶ οὐδένας εἶχε διωρισμένον θρόνον. Οἱ Ἀπόστολοι χειροτονοῦσαν παντοῦ Ἀρχιερεῖς, καὶ ἔδιδαν εἰς αὐτοὺς τέσσαρα χαρίσματα: πρῶτον τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, δεύτερον τὴν Ἱερωσύνην, τρίτον τὴν χειροτονίαν, τέταρτον τὴν ἐξουσίαν τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Καὶ αὐτὰ μερικῶς, καὶ ὄχι οἰκουμενικῶς, ἀλλὰ καθένας εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ἐκήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο, ἐνεργοῦσε τὰ τῆς Ἱερωσύνης, ἔπραττε τὰ τῆς χειροτονίας, ἐτέλει τὰ τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Ἔξω ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του οὐδείς. Ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν ἀποστολικὸ χάρισμα. Οἱ Ἀπόστολοι Ἀρχιερεῖς χειροτονοῦσαν, καὶ ὄχι Ἀποστόλους. Οὐδεὶς τῶν χειροτονηθέντων ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ἔγινε διάδοχος καὶ τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος. Δόγμα τῶν Παπικῶν εἶναι «τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Πάπαν, ταυτὸν ἐστὶ τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Χριστόν», ὡσὰν νὰ ἦταν ὁ Πάπας καὶ ὁ Χριστὸς ἓν κατὰ τὴν οὐσίαν, δηλαδὴ θεοποιεῖ τὸν ἑαυτόν του. 
Ὁ Πάπας εἶναι κτίσμα, καὶ ἐπειδὴ ζητεῖ προνόμιον ὁπού τὸ ἔχει μόνος ὁ Θεός, τὸ νὰ πιστεύουν εἰς αὐτὸν τὰ κτίσματα, εἶναι ἱερόσυλος, καὶ παντάπασι τυφλός, ὅταν θέλει νὰ εἶναι ἀνώτερος τῶν Συνόδων; ὅταν φαντάζεται πὼς εἶναι ἀναμάρτητος; τί ἄλλο ὅταν διδάσκει πὼς εἶναι μονάρχης τῶν Ἐκκλησιῶν; παρὰ τὸ ὅτι εἶναι Θεός; καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἀναίσχυντον καὶ ἄθεον ἀπόφασιν θέλει νὰ προσκυνῆται καὶ νὰ πιστεύεται ὡς Θεός; Τοῦτο τί ἄλλο εἶναι παρὰ φαντασία ἀθεΐας, τύφλωσις νοὸς εἰδωλολάτρου; Ὁ 35ος Ἀποστολικὸς κανὼν βοᾶ: «Εἴ τις Ἐπίσκοπος τολμήσειε χειροτονίαν ποιῆσαι ἐν ταῖς μὴ ὑποκειμέναις αὐτῷ χώραις καὶ πόλεσι, παρὰ γνώμην τῶν κατεχόντων αὐτάς, καθαιρείσθω, ὅ τε χειροτονήσας καὶ χειροτονηθείς».

Ἐὰν ἦταν ὁ Ρώμης πρῶτος, πὼς αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κλήμης ἔγραφε τὸν Ἀποστολικὸ κανόνα ποὺ λέει: «Τοὺς Ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους, εἰδέναι χρὴ τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἡγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδέν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης. Ἐκεῖνα δὲ πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει καὶ ταῖς ὑπ᾽ αὐτὴν χώραις. Ἀλλὰ μηδὲ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποείτω τι. Οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ Θεός». Ἀλλ᾽ ἡ φιλαρχία τοῦ Πάπα καὶ τοῦτον τὸν κανόνα καθὼς καὶ ἄλλους πολλοὺς καταπάτησε (9ον τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου). Ὁ Πάπας ἀπὸ κενὴ φιλοδοξία, διὰ νὰ στήσῃ τὴν μοναρχικὴ ἐξουσία, ἰδιοποιῆται τὰ Ἀποστολικὰ χαρίσματα. Ἡ φιλοδοξία τοῦ Πάπα τὸν ἔφερε σὲ τέτοιο σημεῖο νὰ λέῃ ὅτι «τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Πάπα, ταυτὸν ἔστι τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Χριστόν, ὡσὰν νὰ ἦταν ὁ Πάπας καὶ ὁ Χριστὸς ἓν κατὰ τὴν οὐσίαν”. Θεοποιεῖ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸς ὁ ὑπερβολικὸς τύφος τοῦ Πάπα, αὐτὴ ἡ μοναρχομανία του ἐγέννησε τόσας αἱρέσεις. Ποῦ ἡ χρυσὴ παραγγελία ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ Κύριος, «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν»; Ποῦ ὁ μακαρισμὸς «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι», δηλαδὴ οἱ ταπεινοὶ; Ποῦ τόσα καὶ τόσα παραδείγματα χρυσὰ καὶ λαμπρά τῆς ταπεινοφροσύνης;

Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἄρνησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, μίμησις τοῦ διαβόλου, διότι οἱ ἀποστατικὲς δυνάμεις, καθὼς ἔλεγε ἡ μακαρία Συγκλητική, τὶς ἄλλες ἀρετὲς δύνανται κατά τινα τρόπον, νὰ μιμηθοῦν, τὴν δὲ ταπεινοφροσύνη οὐδέποτε. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι γεννήτρια τροφὸς πασῶν των ἀρετῶν, μίμησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παπικὴ ἐκκλησία εἶναι νόθος ὀργανισμός. Σὲ ἕναν θνητὸν καὶ ἁμαρτωλὸν ἄνθρωπον συγκεντρώθηκε ἡ ἀπόλυτη ἐξουσία καὶ τὸ ἀλάθητο. Ἡ παπικὴ ἐκκλησία δὲν εἶναι Χριστοκεντρικὴ ἀλλὰ Παποκεντρική. Ὁ Πάπας ὑπέκυψε στὸν τρίτο καὶ τελευταῖο πειρασμὸ τοῦ Κυρίου στὴν ἔρημο.

Ἁγ. Νεκταρίου: «Μελέτη ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος», ἐκδ. Ν. Παναγοπούλου, τόμ.΄., Ἀθῆναι
https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/11/09/ἅγ-νεκτάριος-πῶς-ὁ-πάπας-ἐξεθεμελίωσε από την Εκκλησία τον Χριστό.