.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ας θυμηθούμε (οι παλιοί) κι ας μάθουν (οι νεώτεροι) τις κακοδοξίες του παπισμού

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός
"Τον Πάπα να Καταράσθε διότι αυτος είναι η αιτία του κακού"

Άγιος Μάρκος Ευγενικός
"Φεύγετε τους παπικούς ως φεύγει τις από όφεως" 



Η παράβαση του Πατριάρχη!

"Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις 
και αυτώ μόνω λατρεύσεις"».


Οι κακοδοξίες του παπισμού

Οι διαφορές ανάμεσα στη Ορθοδοξία και τον παπισμό είναι πολλές και μεγάλες, παλαιές και νεότερες και αφορούν τόσο σε δογματικά ζητήματα όσο και σε θέματα εκκλησιαστικής εμπειρίας, λατρείας, τέχνης και γενικώτερα αντιλήψεων και βιοθεωρίας.
Θα επιχειρήσουμε εδώ μία συνοπτική παρουσίασή τους αντλώντας από τα κείμενα των Αγίων Πατέρων και συγχρόνων θεολόγων, Μητροπολιτών και Γερόντων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι με ενάργεια και ορθόδοξο φρόνημα αναδεικνύουν την παρεκτροπή από την ορθή πίστη και τις κακοδοξίες του παπισμού. Για την καλύτερη κατανόηση των διαφορών ορθοδοξίας και παπισμού είναι απαραίτητο να εξετάσουμε συνολικά τον εκκλησιαστικό, κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο της εποχής. Για τον σκοπό αυτό παραθέτουμε πολύ σύντομα κάποια ιστορικά γεγονότα που στάθηκαν σταθμοί στην γέννηση του παπισμού και στην πορεία του προς την διαίρεση και το σχίσμα.
Ιστορική αναφορά

Η αρχαία Ορθόδοξη Λατινική Εκκλησία της Δύσεως στην παλαιά Ρώμη είχε πάντοτε κοινωνία με την Ορθόδοξη Ανατολή και τα πατριαρχεία της. Το γεγονός που ανέτρεψε την αρμονική αυτή κοινωνία μεταξύ Ανατολής και Δύσεως είναι η κατάληψη της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους κατά την διάρκεια του 5ου και 6ου αι., όταν η Δυτική Ευρώπη ζει τον καταιγισμό των βαρβαρικών επιδρομών που μετέβαλαν ριζικά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά δεδομένα της.

Οι Φράγκοι, λαός πρωτόγονος και απολίτιστος την εποχή εκείνη, από την πρώτη στιγμή του εκχριστιανισμού τους εξέλαβαν και αφομοίωσαν με λανθασμένο τρόπο την χριστιανική διδασκαλία. Η χριστολογία και η τριαδολογία τους υπήρξε ανέκαθεν προβληματική, καθώς οι αντιλήψεις τους για την Αγία Τριάδα ήταν έντονα επηρεασμένες από τον αρειανισμό.

Στην φραγκική Σύνοδο του Τολέδο το 589, παρά την φαινομενική καταδίκη του αρειανισμού, υιοθετούν μία άλλη μορφή λανθασμένης τριαδολογίας, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, την οποία αργότερα προσέθεσαν και στο Σύμβολο της Πίστεως.

Τον 8ο αιώνα βασιλιάς των Φράγκων γίνεται ο Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος) ο οποίος υποτάσσει τους άλλους λαούς και τους ηγεμόνες της Ευρώπης και συγκροτεί την ενιαία Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο πολιτικός και θρησκευτικός προσανατολισμός της νέας δυτικής αυτοκρατορίας έχει έντονο το στίγμα της διαφοροποιήσεως και της αντιθέσεως προς την ανατολική αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Αυτή η αντίθεση λαμβάνει διαστάσεις περιφρονήσεως και χλευασμού των Ελλήνων Βυζαντινών, που ήδη είχαν αρχίσει να αποκαλούνται υποτιμητικά από τους Φράγκους «αιρετικοί» και «Γραικοί» (=κλέφτες). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 9ο έως τον 130 αιώνα συναντούμε επανειλημμένα στην Δύση συγγράμματα με τον τίτλο "Contres errors Graecorum" - «Κατά των πλανών των Ελλήνων». Ο πολιτισμός και η ορθόδοξη πίστη των Ελλήνων ήταν για τους απολίτιστους Φράγκους μέγεθος ακατανόητο και ασύλληπτο, αλλά και ταυτόχρονα απλησίαστο και ανέφικτο, για τον λόγο αυτό προτίμησαν να το προβάλουν ως πλάνη και αίρεση!

Από τον 9ο αιώνα οι Φράγκοι, αφού εξεδίωξαν τους Ρωμαίους ορθοδόξους επισκόπους, διόρισαν τους εαυτούς τους επισκόπους και ηγουμένους της Γαλλίας. Κατέλαβαν, επίσης, διά της βίας το Ορθόδοξο Λατινικό Πατριαρχείο της Ρώμης και από το 1009έως το 1046 αντικατέστησαν τους ορθοδόξους Πάπες της Ρώμης με Φράγκο- Λατίνους, ιδρύοντας τον σημερινό Παπισμό. «Επομένως, το λεγόμενο Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Δύσεως και Ανατολής δεν έγινε μεταξύ Δυτικών και Ανατολικών Ορθοδόξων Ρωμαίων, αλλά μεταξύ των Φράγκων κατακτητών των Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων (Πατριαρχείο Ρώμης) και των Ορθοδόξων Ρωμαίων της Ανατολής (Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως)». (π. Ιωάννης Ρωμανίδης, Τα αίτια του Σχίσματος).

Με την εκφράγκευση του Ορθοδόξου Πατριαρχείου της Ρώμης εισάγονται σ' αυτό οι κακοδοξίες και ο ανθελληνισμός των Φράγκων, στοιχεία που δεν έπαψαν έκτοτε να συνιστούν τα κύρια γνωρίσματα και την πεμπτουσία του παπισμού.

1. Filioque (και εκ του Υιού)

Πρόκειται για την αντίληψη της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού» (filioque) και όχι μόνον εκ του Πατρός. Η αντίληψη αυτή, που προστέθηκε και στο Σύμβολο της Πίστεως, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα λόγια του ιδίου του Κυρίου μας στο Ευαγγέλιο όπου λέγει «όταν δε έλθη ο παράκλητος...,το Πνεύμα της αληθείας ό παρά του Πατρός εκπορεύεται» (Ιω. 15,26). Έρχεται, επίσης, σε πλήρη αντίθεση με τις αποφάσεις της Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου, που διετύπωσε το σχετικό άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, αλλά και άλλων Συνόδων.

Η προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως συνιστά ουσιαστική και απροκάλυπτη αίρεση, αφού αντιβαίνει στο Ευαγγέλιο και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Και μόνον για την κακοδοξία τους αυτή οι παπικοί είναι αιρετικοί και όχι σχισματικοί, όπως λανθασμένα υποστηρίζεται από μερικούς, που τεχνηέντως ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει Οικουμενική Σύνοδος που να καταδίκασε τον παπισμό ως αίρεση. Πρόκειται, βεβαίως, για αφελές επιχείρημα αφού ως γνωστόν οι Οικουμενικοί Σύνοδοι εδογμάτισαν και οριοθέτησαν την ορθή πίστη και κάθε απόκλιση από αυτή, κάθε θέση αντίθετη με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι αυτονόητο ότι συνιστά αίρεση. Δεν υπάρχει, άλλωστε, Οικουμενική Σύνοδος που να κατεδίκασε π.χ. τους Προτεστάντες, τους Πεντηκοστιανούς κ.ά, ως αιρετικούς χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι.

Ο Μέγας Φώτιος, ο Φωστήρας αυτός και Μέγας Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας καταδικάζει με χαρακτηριστικό τρόπο την παπική αίρεση του filioque: «Τις ου κλείσει τα ώτα προς την υπερβολήν της βλασφημίας ταύτης; Αύτη κατά των Ευαγγελίων ίσταται, προς τας αγίας παρατάσσεται Συνόδους, τους μακαρίους και αγίους παραγράφεται πατέρας, τον Μ. Αθανάσιον, τον εν θεολογία περιβόητον Γρηγόριον, την βασίλειον της Εκκλησίας στολήν, τον Μ. Βασίλειον, το χρυσούν της οικουμένης στόμα, το της σοφίας πέλαγος, τον ως αληθώς Χρυσόστομον. Και τι λέγω τον δείνα η τον δείνα; Κατά πάντων ομού των αγίων προφητών, αποστόλων, ιεραρχών, μαρτύρων και αυτών των δεσποτικών φωνών η βλάσφημος αύτη και θεομάχος φωνή εξοπλίζεται».

Με την προσθήκη του filioque είναι μία από τις βασικότερες και παλαιότερες δογματικές διαφορές μας με τους παπικούς, την οποία, όπως προαναφέραμε, την εισήγαγαν οι Φράγκοι και την επέβαλαν στο ορθόδοξο τότε Πατριαρχείο της Ρώμης. Είναι αυτή που, από την θέσπισή της ακόμη και σε όλη την μετέπειτα πορεία Ανατολής και Δύσεως, απετέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί ανυπέρβλητο χάσμα, καθώς υπήρξε μία από τις κυριότερες αιτίες που οδήγησε στο σχίσμα. «Το σχίσμα γέγονεν μάλιστα διά την εν τω Συμβόλω πρόσθεσιν και ότι καλώς απεστράφημεν τους Λατίνους διά την πρόσθεσιν αποστροφής ούσαν αξίαν». (Γεννάδιος Σχολάριος).

Έφθασαν μάλιστα οι παπικοί αιρετικοί να κατηγορούν εμάς τους ορθοδόξους ότι αφαιρέσαμε από το Σύμβολο της Πίστεως το filioque!!!Αυτή ήταν και η βασική κατηγορία που απέδωσε στους ορθοδόξους ο απεσταλμένος του Πάπα, Καρδινάλιος Ουμβέρτος, όταν στις 15 Ιουλίου του 1054 απέθεσε τον λίβελλο με τα αναθέματα του Πατριάρχου και όλων των Ορθοδόξων στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, ότι δήθεν δηλαδή οι ορθόδοξοι «ως Πνευματομάχοι η Θεομάχοι απέκοψαν από του Συμβόλου του αγίου Πνεύματος την εκπόρευσιν εκ του Υιού». Η εμμονή των παπικών στην αιρετική θέση του filioque τους κρατά αποκομμένους από την Εκκλησία και την αλήθεια και αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια επανόδου τους στην ορθόδοξη πίστη, παρά τις όποιες πρωτοβουλίες καλής θελήσεως, ακόμη και αυτής της άρσεως των αναθεμάτων.

Όπως εύστοχα διατυπώνει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος: «Μερικοί ισχυρίζονται ότι ήρθησαν αυτά τα αναθέματα και επομένως δεν υπάρχει πρόβλημα. Βεβαίως και υπάρχει πρόβλημα, γιατί με μία απλή πράξη ήρθησαν τα αναθέματα, αλλά δεν ήρθη η αίρεση του Filioque, η οποία μάλιστα ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο».

2. Διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού.

Μία πολύ μεγάλη και βασική διαφορά ανάμεσα στην ορθοδοξία και τον παπισμό είναι το θέμα της ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Η ορθή διδασκαλία σ' αυτό το ζήτημα είναι ότι αφού η ουσία του Θεού είναι άκτιστη, είναι άκτιστες και οι ενέργειές Του. Αντίθετα οι δυτικοί θεωρούν κτιστές τις ενέργειες και κτιστή την χάρη του Θεού.

Γράφει σχετικά ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης: «Μέχρι σήμερα οι Δυτικοί θεωρούν κτιστή την θεία Χάρι, την ενέργεια του Θεού. Είναι δυστυχώς και τούτο μία από τις πολλές διαφορές μας, που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρώς υπ' όψιν στο θεολογικό διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Δεν είναι μόνο το filioque, το πρωτείο εξουσίας και το «αλάθητο» του πάπα, από τις βασικές διαφορές μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Παπικών. Είναι και τα ανωτέρω. Αν δεν δεχθούν οι Ρωμαιοκαθολικοί ότι η Χάρις του Θεού είναι άκτιστος, δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, έστω κι' αν, δεχθούν όλα τα άλλα. Διότι ποιος θα ενεργήση την θέωσι, αν η θεία Χάρις είναι κτίσμα κι' όχι άκτιστος ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος;»

3. Το πρωτείο του Πάπα.

Μια από τις βασικές αιρετικές δοξασίες του παπισμού αποτελεί το «πρωτείο» του πάπα. Σύμφωνα με απόφαση της Α' Συνόδου του Βατικανού (1870), ο πάπας είναι τοποτηρητής του Χριστού και μοναδικός αντιπρόσωπός Του πάνω στη γη. Είναι ο αρχηγός και η ορατή κεφαλή της Εκκλησίας. Στο πρόσωπό του συνοψίζεται ολόκληρη η Εκκλησία. Αυτή η θέση, όμως, είναι καθαρά αιρετική, αφού «η αλήθεια είναι ότι μόνον ο Χριστός είναι Κεφαλή και αρχηγός της Εκκλησίας. Αυτό διαβάζουμε και στην επιστολή προς Εφεσίους του Απ. Παύλου (Εφεσ. α, 22-23), ότι δηλαδή ο ουράνιος Πατέρας ¨Αυτόν (τον Κύριον Ιησούν) έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη Εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού¨ Αυτόν κατέστησε κεφαλή, πάνω από όλους, στην Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα Του», Αρχιμ. Γερβ. Ραπτοπούλου, Αιρέσεις στην Ελλάδα και οι κακοδοξίες του παπισμού, σελ. 153-154.

4. το αλάθητο του Πάπα.

Η Α' Σύνοδος του Βατικανού θέσπισε το δόγμα του αλάθητου του πάπα. Πρόκειται δηλαδή για την αλαζονική αντίληψη για το «εκ καθέδρας» αλάνθαστο του Πάπα. Σύμφωνα με το δόγμα αυτό ο πάπας είναι πάνω και από τις Οικουμενικές Συνόδους και έχει την πλήρη και υπέρτατη δικαιοδοσία να αποφαίνεται αλάθητα και τη διδασκαλία του είναι υποχρεωμένη να παραδεχτεί ολόκληρη η Εκκλησία. Όποιος τολμήσει να «αντείπη», να φέρει αντίρρηση στη διδασκαλία του, «ανάθεμα έστω» (κεφ. Δ' της Β' Βατικάνειας Συνόδου). Οι θεολόγοι μάλιστα της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας' φτάνουν στο σημείο να διακηρύττουν ότι και ψέμα να πει ο πάπας πρέπει αυτό να γίνει δεκτό από τους πιστούς σαν αλήθεια!

Η ανακήρυξη ενός και μόνου ανθρώπου σαν αλάθητου, όσο κι' αν αυτός κατέχει τον ανώτατο βαθμό της ιερωσύνης, είναι πράξη ξένη και αντίθετη προς την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Κατά τον Ορθόδοξο Ρώσο Θεολόγο Βουλγάκωφ «το αλάθητον ανήκει εις τη όλην Εκκλησίαν». Γι' αυτό και η από 6 Μαΐου 1848 εγκύκλιος των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας ορίζει ότι «ο φύλαξ της Ορθοδοξίας, το σώμα της Εκκλησίας, τούτ' έστιν ο λαός αυτός εστι». Η Εκκλησία στο σύνολό της, κλήρος και λαός μαζί, είναι η «πιστή φρουρός της Αποστολικής Παραδόσεως, φυλάττουσα αυτήν ως πεπιστευμένην ταύτη παρακαταθήκην».(βλ. σχ. Αρχιμ. Γερβ. Ραπτοπούλου, ό. π. σελ. 163-166)

Ο Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης σημειώνει ότι «το αλάθητο επεκτάθηκε σε κάθε απόφαση του Πάπα. Δηλαδή, ενώ με την Α' Βατικάνειο Σύνοδο μόνον οι από καθέδρας και με την χρήση του όρου definimus (ορίζομεν) αποφάσεις του Πάπα ήσαν αλάθητοι, η Β' Βατικάνειος Σύνοδος αποφάνθηκε ότι ο Πάπας είναι αλάθητος όχι μόνον όταν αποφαίνεται επισήμως ως Πάπας, αλλά οσάκις αποφαίνεται. Είναι ακόμη φανερό από τα ανωτέρω ότι η οικουμενική σύνοδος γίνεται ένα συμβουλευτικό σωματείο των Παπών. Το αλάθητο στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν ανήκει στην οικουμενική σύνοδο, αλλά στον Πάπα. Ποιος όμως ανεκήρυξε τον Πάπα αλάθητο; Η λαθητή σύνοδος;

Με αυτόν τον τρόπο η συνοδική αρχή, η παραδοθείσα από τους αγίους Αποστόλους, αντικαθίσταται από την παποκεντρική αρχή. Ο «αλάθητος» Πάπας καθίσταται κέντρο και πηγή ενότητος της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι η Εκκλησία έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο για να την διατηρή σε ενότητα. Έτσι παραμερίζεται και υποβαθμίζεται η θέσις του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Και ακόμη με την μεταφορά του αλάθητου από το Άγιο Πνεύμα στο πρόσωπο του Πάπα περιορίζεται η εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία και καθίσταται εγκοσμιοκρατική».

5. Η κατάργηση Ιερών Κανόνων

«Το Βατικανό προ πολλού ήδη απέρριψε τους πλείστους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και εμόρφωσεν ίδιον Κανονικόν Δίκαιον, διά να πορευθή ελεύθερον την οδόν την άγουσαν εις παν είδος καινοτομίας. Ο ουνίτης Π. Γρηγορίου ομολογεί εν προκειμένω: «Ανατολή και Δύσις διεφώνουν ωσαύτως επ' αυτών τούτων των πηγών του Κανονικού Δικαίου. Η Εκκλησία της Ρώμης, αποδεχθείσα επισήμως κατ' αρχάς μόνον τους κανόνας της εν Νικαία Α' Οικουμενικής Συνόδου(325) και της Σαρδικής (343), ηδιαφόρησεν ως προς την νομοθεσίαν εν σχέσει προς την εκκλησιαστικήν ευταξίαν και πειθαρχίαν των λοιπών Ανατολικών Συνόδων, Οικουμενικών ή τοπικών...

Όλως αυθερέτως, οι πάπαι, χάριν των κυριαρχικών βλέψεών των επί πάσης της Εκκλησίας, απέρριψαν του Ιερούς Κανόνας των έξ Οικουμενικών Συνόδων και τους κανόνας των τοπικών Συνόδων και των Πατέρων, οι οποίοι προσέλαβαν οικουμενικόν κύρος, εφ' όσον επεκυρώθησαν υπό του Β' κανόνος της ΣΤ' οικουμενικής Συνόδου.

Ειδικότερον, το Βατικανόν απεχθάνεται τους Κανόνας της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου, διότι τινές εξ αυτών στρέφονται κατά των καινοτομιών της παπικής Εκκλησίας (Β, ΙΓ, ΝΕ κ.λ.π.)» (Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, ό. π.,σελ.251,2).

6. Το παπικό κράτος.

Η άποψη ότι δεν μπορεί ο «αντιπρόσωπος του Θεού» στη γη να βρίσκεται υπό εξουσία κοσμικού βασιλιά(!) οδήγησε στην ίδρυση το 1929 (μετά από συμφωνία του Πάπα και του δικτάτορα Μουσολίνι) του σημερινού παπικού κράτους του Βατικανού, Έτσι, ο παπισμός κατήντησε κοσμικό κράτος που έχει στρατό, ασκεί διπλωματία και επηρεάζει την διεθνή οικονομία με την συμμετοχή του σε μεγάλες εταιρείες και επιχειρήσεις. Πρόκειται δηλαδή για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Αλλά η συνύπαρξη της κοσμικής εξουσίας με την ιερατική, επισκοπική εξουσία, είναι κάτι το ασυμβίβαστο, κάτι το οποίο είναι ξένο προς το πνεύμα του Ευαγγελίου, τους Κανόνες Συνόδων και την εν γένει παράδοση της Εκκλησίας.

«Είναι σημείο φοβεράς εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας η σύγχυσις των δύο εξουσιών, της πνευματικής και της κοσμικής, των δύο βασιλείων, του ουρανίου και του επιγείου. Έτσι η Εκκλησία υποκύπτει στον δεύτερο πειρασμό του Χριστού από τον διάβολο, που του ζήτησε να τον προσκυνήση, για να του δώση την εξουσία όλων των βασιλείων του κόσμου. Ο Κύριος τότε του απήντησε: "Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις"». (Αρχιμ' Γεωργίου Καψάνη, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός (Παπισμός) (Κύριαι Διαφοραί) εκδ. Σταμούλης 2006).

7. Το καθαρτήριο πυρ - Οι αξιομισθίες των Αγίων.

«Σχετικά με την πτώση και τη σωτηρία του ανθρώπου υπάρχουν αξιοσημείωτες διαφορές. Ο Αδάμ, λέγει η Σύνοδος του Τριδέντου (1546), με την παράβασή του επέφερε την οργή και την αγανάκτηση του Θεού και για τούτο τον θάνατο'. Επομένως η σωτηρία του ανθρώπου απαιτεί την εξιλέωση της οργής του Θεού. Το αίμα του Χριστού εξαλείφει τις αιώνιες ποινές του αμαρτωλού ανθρώπου, οι οποίες έχουν την αιτία τους στις θανάσιμες αμαρτίες. Εκτός όμως από τις αμαρτίες αυτές, υπάρχουν οι βαριές και οι ελαφρές αμαρτίες, οι οποίες επιφέρουν πρόσκαιρες ποινές. Αυτές τις ποινές πρέπει ο άνθρωπος να τις εξοφλήσει με έργα μετανοίας, που επιβάλλονται από την Εκκλησία. Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν πριν εξοφλήσουν αυτές τις ποινές και μεταβαίνουν στο λεγόμενο ‘καθαρτήριο πυρ', που υπάρχει ανάμεσα στον παράδεισο και την κόλαση, όπου καλούνται να εξαλείψουν το χρέος. Από εκεί, με τις προσευχές του Πάπα και των ζωντανών, οι ψυχές μεταβαίνουν στον παράδεισο. Όμως η «Εκκλησία» μπορεί να παραχωρήσει τη λύση των ποινών με βάση το ‘θησαυρό των αξιομισθιών των αγίων', τον οποίο διαχειρίζεται ο πάπας». (Αντ. Αλεβιζόπουλου, Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμός και Ορθοδοξία, σελ. 16). Πιστεύουν, δηλαδή, πως οι Άγιοι έχουνε κάνει περισσότερα καλά έργα απ' όσα χρειάζονται για τη σωτηρία τους και τέτοιες «αξιομισθίες», που μ' αυτές μπορούν να σωθούν και άλλοι άνθρωποι. Πρόκειται για τις λεγόμενες αφέσεις η τα λυσίποινα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Πουθενά ωστόσο, το Ευαγγέλιο δεν διδάσκει τέτοιο πράγμα, ούτε δέχεται «περισσεύουσες αξιομισθίες» στους ανθρώπους, όσο άγιοι κι' αν ήτανε στη ζωή τους. Όσον αφορά στο «καθαρτήριο πυρ», ο άγιος Νεκτάριος, στο βιβλίο του «Μελέτη περί της αθανασίας της ψυχής», σ. 168,9, Αθήνα, 1901, γράφει σχετικά: «Κατά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, μετά θάνατον ουδεμία υπάρχει μεσάζουσα τάξις μεταξύ των μεταβαινόντων εις Ουρανούς και των καταβαινόντων εις άδην». Δεν υπάρχει τόπος ειδικός, μεσάζων, ένθα ευρίσκονται αι ψυχαί των μετανοησάντων και μη ενεγκόντων καρπούς μετανοίας...»

8. Λατινική Μαριολογία η Μαριολατρία

Η παπική «Εκκλησία», παρεκκλίνοντας από την ορθή διδασκαλία των Πατέρων μας, οδηγήθηκε σε κακοδοξίες, καινοτομίες και εσφαλμένα δόγματα ως προς το πρόσωπο της Παναγίας. Έτσι το 1854 θεσπίστηκε το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου, που όριζε ότι «Η Παρθένος Μαρία από της πρώτης στιγμής της συλλήψεώς της διετηρήθη καθαρά παντός εκ του προπατορικού αμαρτήματος ρύπου».

Το 1950, ο πάπας Πίος ΙΒ', ανεκήρυξε σε δόγμα την ενσώματη μετάσταση της Θεοτόκου, σύμφωνα με το οποίο «η αειπάρθενος Θεομήτωρ μετά την επί γης ζωήν αυτής, μετέστη εν σώματι και ψυχή εις την ουράνιον δόξαν». Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται εκ μέρους των παπικών μιά έντονη τάση απόδοσης υπερβολικών τιμών στη Θεοτόκο, που φτάνει στα όρια της λατρείας. «Συλλυτρώτρια», «Μητέρα της Εκκλησίας», «Μεσίτρια πασών των χαρίτων» είναι κάποιοι από τους τιμητικούς τίτλους που αποδίδουν στην Παναγία, με εσφαλμένο και προβληματικό περιεχόμενο.
Σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία, το προπατορικό αμάρτημα μεταδίδεται σε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και σ΄ αυτούς που αποτελούν σκεύη εκλογής, όπως ήταν η Παναγία. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η Θεοτόκος ήταν «υποκείμενη εις το προπατορικό αμάρτημα μέχρι του Ευαγγελισμού. Τότε γαρ εκαθαρίσθη διά της επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος». Όσον αφορά στην μετάσταση της Θεοτόκου, η ορθόδοξη παράδοση αναφέρεται στην μετά θάνατον μετάστασή της, χωρίς όμως αυτό να ανάγεται σε δόγμα, αφού δεν μαρτυρείται ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην αποστολική παράδοση.

Στην Ορθοδοξία η λατρεία ανήκει μόνο στον Τριαδικό Θεό, ενώ στους αγίους και την Παναγία αρμόζει η τιμητική προσκύνηση και η πρεσβευτική ιδιότητα προς τον μόνο Σωτήρα, τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Με μεγάλη σαφήνεια η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος (787) ορίζει: «τιμάν και μεγαλύνειν εμάθομεν πρώτον μεν και κυρίως και αληθώς την του Θεού Γεννήτριαν και τας αγίας και αγγελικάς Δυνάμεις και τους ενδόξους Μάρτυρας, αλλά και τους αγίους άνδρας, και τούτων αιτείν τας πρεσβείας», (βλ. σχ. Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, Ορθοδοξία και Παπισμός, εκδ. Ορθοδόξου τύπου, Αθήνα 1969, σελ. 164-191).

9. Μυστήρια

Μία γενική διαφορά η οποία απορρέει από το πρωτείο του Πάπα είναι η στάση των ιερέων στους λόγους των μυστηρίων, οι οποίοι φαίνεται να τα τελούν στο ...όνομά τους: «Εγώ σε βαπτίζω, εγώ σε συγχωρώ κ.λ.π.», σε αντίθεση με τα Ορθόδοξα Μυστήρια στα οποία ο ιερέας είναι απλός υπηρέτης: «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Η χάρις του Παναγίου Πνεύματος διά της εμής ελαχιστότητος έχει σε λελυμένον και συγκεχωρημένον κ.λ.π.»

10. Το Βάπτισμα

Η ορθόδοξη Εκκλησία τελεί το Βάπτισμα με τριπλή κατάδυση στο νερό, η οποία συμβολίζει την τριήμερο ταφή και Ανάσταση του Κυρίου. Άλλωστε είναι σαφής η προτροπή του Κυρίου προς τους μαθητές Του να βαπτίζουν «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Από την άλλη μεριά, η παπική «Εκκλησία» καινοτομεί και εισάγει το διά επιχύσεως η ραντισμού βάπτισμα.

11. Χρίσμα

Η παπική «Εκκλησία καινοτομεί και το μυστήριο του Χρίσματος. Συνιστά να αναβάλλεται του μυστήριο του Χρίσματος στους βαπτιζομένους μέχρι το 7ο η κατ΄ άλλους το 14ο έτος της ηλικίας τους, οπότε και δεν κοινωνούν. Η αρχαία Εκκλησία παρείχε στα βαπτιζόμενα νήπια το Χρίσμα αμέσως μετά το Βάπτισμα, ακριβώς για να τα εισάγει από την πρώτη στιγμή στην ατμόσφαιρα της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δεδομένου ότι για να στηριχθεί ο βαπτιζόμενος στην πνευματική ζωή έχει πάντοτε ανάγκη από τη ζωογόνο Θεία Χάρη. Αυτήν την παράδοση ακολουθεί μέχρι σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία τελεί το Χρίσμα με άγιο Μύρο, σε αντίθεση με τους παπικούς που το τελούν με την επίθεση των χειρών του Επισκόπου.

12. Μετάνοια

Ως προς το μυστήριο της μετανοίας, την Ιερά Εξομολόγηση, στους Ρωμαιοκαθολικούς γίνεται ως μια δίκη και η επικοινωνία είναι απρόσωπη. Ο εξομολογούμενος λέει τα αμαρτήματά του χωρισμένος και άγνωστος στον πνευματικό (στους ξύλινους θαλαμίσκους) και λαμβάνει τα επιτίμια και την άφεση. Δεν υπάρχει δηλαδή προσωπική ποιμαντική σχέση και εκκλησιαστική κοινωνία, αλλά νομική και απρόσωπη σχέση. Προέχει η νομική δικαίωση του αμαρτωλού και όχι η συγχώρηση, επάνοδος και αποκατάστασή του στο πατρικό σπίτι (Εκκλησία) και την πατρική αγκάλη. 

Αντίθετα στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει προσωπική επαφή του πιστού με τον ιερέα. Η άφεση των αμαρτιών πηγάζει από την Σταυρική θυσία του Κυρίου μας και όχι από τις μεσιτείες των αγίων η άλλους παράγοντες, όπως διδάσκουν οι παπικοί.

13. Θ. Ευχαριστία

Σε αυτό το Μυστήριο οι παπικοί έχουν εισάγει πολλές καινοτομίες: 

α) Χρησιμοποιούν βιομηχανοποιημένο άζυμο άρτο που λέγεται «όστια» και όχι ένζυμο που χρησιμοποιεί η ανατολική Εκκλησία στηριζόμενη στο επιχείρημα ότι ακολουθούν αρχαία συνήθεια. Αυτό, όμως, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ο Μυστικός Δείπνος έγινε με ένζυμο και όχι με άζυμο άρτο. Στην πραγματικότητα τα άζυμα δεν αποτελούν αρχαία συνήθεια, αλλά επινοήθηκε από αιρετικούς τους πρώτους αιώνες.

β) Ο καθαγιασμός του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού τελείται για την ορθόδοξη Εκκλησία με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Αντιθέτως για τους παπικούς τελείται με την εκφώνηση των συστατικών του μυστηρίου λόγων του Κυρίου «Λάβετε φάγετε...» κ.λ.π.

γ) Οι παπικοί απέκοψαν τον λαό από την μετοχή στο Αίμα του Κυρίου, αφού κοινωνούν μόνο οι ιερωμένοι απ' αυτό, διότι πιστεύουν ότι αρκεί για την σωτηρία των πιστών η μετάληψις μόνο του Σώματος. Σε αντίθεση, η ορθόδοξη Εκκλησία μεταδίδει το Σώμα και το Αίμα Χριστού σε όλους τους πιστούς.

δ) Τα νήπια και τα παιδιά μέχρι το 10ο η 12ο έτος απέχουν από το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, διότι, σύμφωνα με την παπική διδασκαλία, δεν είναι ικανά να διακρίνουν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, αντίθετα με τους Ορθοδόξους που επιτρέπουν τη Θεία Κοινωνία στα βαπτισμένα νήπια.

14. Γάμος

Ο Κύριος τόνισε το αδιάλυτο του μυστηρίου του γάμου «παρεκτός λόγου πορνείας». Οι παπικοί δεν σεβάστηκαν αυτή την εξαίρεση και θέσπισαν το αδιάλυτο του γάμου χωρίς καμμία εξαίρεση.

15. Ιερωσύνη

Η παπική «Εκκλησία έχει αυθαίρετα καθιερώσει τη γενική αγαμία του κλήρου, στηριζόμενη σε αποστολικό χωρίο («...ο άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, πως αρέσει τω Κυρίω...» Α' Κορ. ζ, 32). Στην ουσία όμως η αγαμία οφείλεται στην στάση της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας» που θέλει να εξάρει τον κλήρο υπέρ τους λαϊκούς, αποχωρίζοντάς τον από κάθε δεσμό με τις λαϊκές τάξεις και την κοινωνική ζωή, και κυρίως να καταδείξει την ανωτερότητα του δικού τους κλήρου έναντι των κληρικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η Α' Οικουμενική Σύνοδος αποδίδει το πνεύμα της Ανατολικής Εκκλησίας, την ελεύθερη δηλαδή εκλογή των κληρικών μεταξύ γάμου και αγαμίας. Η αγαμία είναι χάρισμα, ειδική χάρη του Θεού σε ορισμένα άτομα. Ωστόσο, στην υποχρεωτική αγαμία, που επέβαλε η Παπική Εκκλησία στον κλήρο της, δίνει την πρέπουσα απάντηση ο ασκητικότατος, ομολογητής, θαυματουργός, άγιος και επίσκοπος μέγας Πανφούτιος: «Μη βαρύνετε τον ζυγόν των ιερωμένων».

16. Ευχέλαιο

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το Μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου τελείται σε κάθε περίπτωση. Η προτροπή του Αδελφόθεου Ιακώβου είναι ρητή: «Ασθενεί τις εν υμίν; Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ' αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν τω ονόματι Κυρίου...» (Ιακ. Ε, 14-15). Οι παπικοί αντίθετα και πάλι, χρησιμοποιούν το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου μόνο μια φορά και μόνο στους ετοιμοθανάτους, σαν τελευταίο εφόδιο.

17. Το σημείο του Σταυρού

Παράδοση της Εκκλησίας είναι να κάνουμε το σημείο του Σταυρού με τα τρία δάκτυλα, που συμβολίζουν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Οι παπικοί, αντιθέτως, τον κάνουν με τα τέσσερα δάκτυλα, γιατί κοντά στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, πρόσθεσαν και το πρόσωπο της Παναγίας, απόρροια της Μαριολατρείας. Επίσης, το σημείο του Σταυρού οι καθολικοί το κάνουν όχι από τα δεξιά προς τα αριστερά, αλλά από τα αριστερά προς τα δεξιά.

18. Θεία Λειτουργία

Αρχαία τάξη στην Εκκλησία είναι ο ιερέας να τελεί μια μόνο Θεία Λειτουργία την ημέρα και πάνω στην Αγία Τράπεζα να τελείται μόνο μια Θεία Λειτουργία καθημερινά. Η παπική «Εκκλησία», όμως, καθιέρωσε ο ιερέας να τελεί περισσότερες από μια Θείες Λειτουργίες και μάλιστα πάνω στην ίδια Τράπεζα.

19. Ναός

Οι παπικοί Ναοί δεν είναι στραμμένοι προς την Ανατολή, όπως είναι οι ορθόδοξοι, αλλά προς τη Δύση. Αυτό φαίνεται προκλητικότατα στο μεγάλο Ναό της Ρώμης, τον Άγιο Πέτρο
Ο Μ. Βασίλειος γράφει σχετικά: «Πάντες ορώμεν κατά ανατολάς επί των προσευχών, ότι την αρχαίαν επιζητούμεν πατρίδα, τον Παράδεισον, όν εφύτευσεν Αδάμ εν Εδέμ, κατά ανατολάς».

20. Εκκλησιαστικές τέχνες

Η τέχνη της Δύσεως, η μουσική, η αρχιτεκτονική και η αγιογραφία, έχει καθαρά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με αυτήν της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στην δυτική ζωγραφική παράσταση ο Χριστός φαίνεται ως άνθρωπος και η Θεοτόκος και οι άγιοι ως κοινοί, μη μεταμορφωθέντες άνθρωποι. Και η φύση παρουσιάζεται «νατουραλιστικά», χωρίς μετοχή στο άκτιστο φως. Αντίθετα, η Ορθόδοξη εικόνα εικονίζει τον Θεάνθρωπο Χριστό και τα μεταμορφωμένα πρόσωπα της Θεοτόκου και των Αγίων μέσα στον επίσης μεταμορφωμένο από την Άκτιστη Χάρη κτιστό κόσμο.
Στους Ναούς τους οι δυτικοί έχουν αγάλματα αντί για εικόνες και στις «ακολουθίες» τους χρησιμοποιούν μουσικά όργανα, κάτι που δεν είναι σύμφωνο με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

21. Νηστεία

«Χαλαραί αντιλήψεις επεκράτησαν παρά τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και ως προς τον ιερόν θεσμόν της νηστείας. Ο Σπυρίδων Μακρής γράφει περί των νηστειών των Λατίνων: «Αι νηστείαι της Δυτικής Εκκλησίας είναι ελαφρότεραι των της Ανατολικής, απαγορεύουσαι κυρίως το κρέας μόνον, οι δε κατά τόπους επίσκοποι έχουν το δικαίωμα της ρυθμίσεως των νηστειών». Ο ουνίτης επίσκοπος Υάκινθος, αναφερόμενος εις τον νόμον της λατινικής νηστείας, γράφει: «Ο νόμος της νηστείας επιτρέπει εν μόνο γεύμα την ημέραν, κατά το οποίον δύναταί τις να φάγη όσον θέλει και ό,τι θέλει. Αρκεί να μη διαρκέση το γεύμα περισσότερον από δυο ώρας»...Η νηστεία παύει πατά τοις ρωμαιοκαθολικοίς να αποτελή πνευματικόν όπλον προς καθαίρεσιν των σκιρτημάτων της σαρκός και μέσον άριστον γενικώτερον προς εγκράτειαν. Υλιστικόν νεωτερισμόν αποτελεί η ουσιαστική κατάργησις του ιερού θεσμού της νηστείας υπό της παπικής Εκκλησίας. Ο Μ> Βασίλειος ελέγχει πάντα επιχειρούντα την κατάργησιν της νηστείας: «Αρχαίον δώρον η νηστεία, ου παλαιούμενον και γηράσκων, αλλ' ανανεούμενον αεί...νηστεία εν παραδείσω ενομοθετήθη. Την πρώτην εντολήν έλαβεν Αδάμ, Από του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φαγείσθε. Το δε, ου φάγεσθε, νηστείας εστί και εγκρατείας νομοθεσία...» (Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, Ορθοδοξία και Παπισμός, σελ. 250,1).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

«Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στη θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία ‘η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται'...

Υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο ‘Συνοδικό της Ορθοδοξίας'. Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώση ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος-αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στη γη, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς». (Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Παπισμού, εφ. Παρέμβαση, Απρίλιος 2001.

Μετά από όσα παρατέθηκαν, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Δυτικός Χριστιανισμός (Παπισμός - Προτεσταντισμός) είναι ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. ‘Άλλη θεολογία, άλλη κοσμολογία, άλλη ανθρωπολογία, οι οποίες οδηγούν σε διαφορετική βιοθεωρία, διαφορετική κουλτούρα διαφορετικό πολιτισμό και επομένως σε μια εντελώς διαφοροποιημένη νοοτροπία που καταλήγει σε μια ξένη, ως προς την ορθόδοξη, πνευματικότητα και καθημερινότητα του ανθρώπου.

Σε μία εποχή που όλοι τείνουν σε ενοποιήσεις και πολύς λόγος γίνεται για το αύριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οι λόγοι του μακαριστού π. Ιουστίνου Πόποβιτς ηχούν στα αυτιά μας ως προφητικό κάλεσμα επαγρυπνήσεως και εγρηγόρσεως:

«Όλοι οι ευρωπαϊκοί ουμανισμοί, από τους προ της Αναγεννήσεως, της Αναγεννήσεως και περαιτέρω, οι προτεσταντικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί, κοινωνικοί, επιστημονικοί, πολιτιστικοί και πολιτικοί επεδίωκαν εν γνώσει η εν αγνοία και αδιακόπως επιδιώκουν, ένα πράγμα: να αντικαταστήσουν την πίστιν εις τον Θεάνθρωπον με την πίστιν εις τον άνθρωπον, να αντικαταστήσουν το ευαγγέλιον του Θεανθρώπου με το ευαγγέλιον κατ' άνθρωπον, την φιλοσοφίαν κατά Θεάνθρωπον με την φιλοσοφίαν κατ' άνθρωπον, την κουλτούραν κατά Θεάνθρωπον με την κουλτούραν κατ' άνθρωπον. Με μιαν λέξιν, να αντικαταστήσουν την ζωήν κατά Θεάνθρωπον με την ζωήν κατ' άνθρωπον. Και ταύτα συνέβαινον επί αιώνας, έως ότου τον παρελθόντα αιώνα, το 1870, εις την Α' Σύνοδον του Βατικανού, όλα αυτά συνεκεφαλαιώθησαν εις το δόγμα του αλάθητου του Πάπα. Έκτοτε το δόγμα αυτό απέβη το κεντρικό δόγμα του παπισμού. Δια τούτο επί των ημερών μας εις την Β' Σύνοδον του Βατικανού τόσον επιμόνως και επιδεξίως συνεζητήθη και υπεστηρίχθη το απαραβίαστον και το αναλλοίωτον αυτού του δόγματος.

Το δόγμα τούτο έχει κοσμοϊστορικήν σημασίαν δι' όλην την τύχην της Ευρώπης, μάλιστα δε δια τους αποκαλυπτικούς καιρούς της, εις τους οποίους έχει ΄δη εισέλθει Διά του δόγματος αυτού όλοι οι ευρωπαϊκοί ανθρωπισμοί απέκτησαν το ιδεώδες και το είδωλόν των: ο άνθρωπος ανεκηρύχθη υπερτάτη θεότης, πανθεότης. Το ευρωπαϊκόν ουμανιστικόν πάνθεον απέκτησε τον Δία του» (Ι. Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. Αστήρ, ε' έκδοσις, 1987, σελ. 149 - 150)

«Για όλους αυτούς τους λόγους η ένωσις δεν είναι υπόθεσις συμφωνίας μόνο σε κάποια δόγματα, αλλά αποδοχής του ορθοδόξου, θεανθρωποκεντρικού, χριστοκεντρικού, τριαδοκεντρικού πνεύματος στα δόγματα, στην ευσέβεια, στην εκκλησιολογία, στο κανονικό δίκαιο, στην ποιμαντική, στην τέχνη, στην άσκηση.

Για να γίνει αληθινή ένωσις θα πρέπει η εμείς να παρατηθούμε από τον Ορθόδοξο θεανθρωποκεντρισμό μας η οι Παπικοί από τον δικό τους ανθρωποκεντρισμό. Το πρώτο είναι αδύνατο να συμβή με την Χάρι του Κυρίου μας, διότι αυτό θα ήταν προδοσία στο Ευαγγέλιο του Χριστού μας. Αλλά και το δεύτερο είναι δύσκολο να συμβή. Όμως «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν».
Πιστεύουμε ότι δεν συμφέρει και στους μη Ορθοδόξους να παραιτηθούμε εμείς από την Ορθοδοξία μας. Όσο υπάρχει η Ορθοδοξία, σώζεται η ακαινοτόμητος ευαγγελική πίστις, η «άπαξ παραδοθείσα τοις Αγίοις». Υπάρχει ζωντανή η μαρτυρία της πραγματικής κοινωνίας του Θεού με τον άνθρωπο, η αλήθεια της Εκκλησίας ως θεανθρωπίνης κοινωνίας. Έτσι ακόμη και οι ετερόδοξοι που την έχασαν, γνωρίζουν ότι κάπου υπάρχει. Ελπίζουν. Ίσως κάποτε την αναζητήσουν μεμονωμένα η συλλογικά. Θα την βρουν και θα αναπαυθούν. 
Ας κρατήσουμε αυτήν την αγία πίστι όχι μόνο για μας αλλά και για όλους τους αδελφούς ετεροδόξους και για όλο τον κόσμο. Η θεωρία περί δύο πνευμόνων, διά των οποίων αναπνέει η Εκκλησία, δηλαδή του Παπισμού και της Ορθοδοξίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή από Ορθοδόξου πλευράς, διότι ο ένας πνεύμων (ο Παπισμός) δεν ορθοδοξεί και το γε νυν έχον νοσεί ανιάτως.

Ευχαριστούμε την Παναγία και Ζωαρχική Τριάδα για το μεγάλο δώρο Της, την αγία Ορθόδοξο Πίστι μας και για τους ευσεβείς προγόνους, διδασκάλους, ιερείς και αρχιερείς και πνευματικούς μας πατέρας, που μας εδίδαξαν και παρέδωσαν αυτήν την αγία Πίστι.

Ομολογούμε, ότι δεν θα αναπαυόμασταν σε μια Εκκλησία που εν πολλοίς υποκαθιστά τον Θεάνθρωπο Χριστό με τον «αλάθητο» άνθρωπο «πάπα» η «προτεστάντη».

Πιστεύουμε ότι η Εκκλησία μας είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, που έχει το πλήρωμα της Αληθείας και της Χάριτος. Λυπούμεθα, γιατί οι ετερόδοξοι Χριστιανοί δεν ημπορούν να χαρούν αυτό το πλήρωμα, και μάλιστα κάποτε προσπαθούν και να παρασύρουν και προσηλυτίσουν τους Ορθοδόξους στις κοινότητές τους, όπου μόνον μια μερική, αποσπασματική και διαστρεβλωμένη άποψι της αληθείας έχουν. Εκτιμούμε την όση αγάπη έχουν για το Χριστό και όσα καλά έργα κάνουν, αλλά δεν ημπορούμε να δεχθούμε ότι η ερμηνεία που δίδουν στο Ευαγγέλιο του Χριστού είναι σύμφωνη με την διδασκαλία του Χριστού, των αγίων Αποστόλων, των αγίων Πατέρων και των αγίων Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων.

Προσευχόμεθα ο αρχιποιμήν Χριστός, ο μόνος αλάθητος Αρχηγός και Κεφαλή της Εκκλησίας, εκείνους μεν να οδηγήση στην Αγία Ορθόδοξο Εκκλησία, που είναι το πατρικό τους σπίτι, από το οποίο κάποτε απεσκίρτησαν, εμάς δε τους Ορθοδόξους να φωτίση, ώστε να παραμείνουμε άχρι θανάτου πιστοί στην αγία και ακαινοτόμητο Πίστι μας, όλο και περισσότερο στερεούμενοι και εμβαθύνοντες σ' αυτήν, «μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». «Αμήν». 


(Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός (Παπισμός) (Κύριαι Διαφοραί), εκδ. Σταμούλης 2006)

Καιρός αγώνος, ομολογίας και μαρτυρίας ό,τι και αν μας στοιχίσει!



Είναι για όλους μας καιρός αγώνος, ομολογίας και μαρτυρίας ό,τι και αν μας στοιχίσει! 

Με πολύ πόνο διαπιστώνουμε ότι πράγματι σε μερίδα νεοελλήνων υπάρχει αποστασία από τον Θεό των Πατέρων μας, αντιχριστιανικό και αντιεκκλησιαστικό πνεύμα που μερικές φορές γίνεται φανερός ή ύπουλος διωγμός κατά της Εκκλησίας, οργανωμένος, μεθοδευμένος και μανιώδης.

Ο αθεϊσμός και αντιχριστιανισμός γίνεται στον τόπο μας κατεστημένο, που επιδιώκει να κάνει τους Έλληνες αντιχρίστους. Χρησιμοποιεί την παιδεία, τα σχολικά βιβλία, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον τύπο. Χρησιμοποιεί ακόμη την ειρωνεία και την περιθωριοποίηση όσων τολμούν ακόμη να εκδηλώνουν την πίστη τους και την αγάπη τους προς την Εκκλησία. 

Φθάσαμε μάλιστα σε τέτοια δαιμονική κατάσταση, ώστε και άθεοι θεολόγοι στα σχολεία να κάνουν αθεϊστική προπαγάνδα.

Αν προσθέσει κανείς σ’ αυτά και τις συνέπειες που έχουν στα ήθη και στην πίστη του λαού μας η εισβολή στον τόπο μας του τουρισμού και του δυτικού υλιστικού τρόπου ζωής και η είσοδός μας στην χοάνη της Ε.Ο.Κ., τότε αντιλαμβάνεται ότι διερχόμεθα τον μεγαλύτερο πνευματικό κίνδυνο που περάσαμε ποτέ ως ελληνορθόδοξο έθνος.

Το χειρότερο είναι ότι δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο, δεν υπάρχει η δέουσα πνευματική εγρήγορση και αντίσταση, δεν υπάρχουν προφητικές μορφές — εκτός εξαιρέσεων — που με αυτοθυσία και παρρησία θα καταγγείλουν τα όργανα του Αντίχριστου, θα καλέσουν τον ευσεβή λαό σε πνευματική επιστράτευση, 

θα πουν το νέο ΟΧΙ του Ορθοδόξου Ελληνισμού στην νέα και χειρότερη πνευματική αιχμαλωσία που απειλεί το Γένος μας.

Πιστεύω ότι η προσπάθεια των εχθρών του Γένους μας για αποχριστιανικοποίηση των Ελλήνων σκοπεύει στον αφελληνισμό μας, ώστε οι Έλληνες πνευματικά και εθνικά εξανδραποδισμένοι να είμαστε εύκολη λεία των διεθνών συμφερόντων και ολοκληρωτικών ιδεολογιών.

Αν οι νεοέλληνες χάσουμε τον Χριστό ή τον απωθήσουμε στο περιθώριο, θα χάσουμε και την πνευματική μας ελευθερία, την δυνατότητα να συνεχίσει να καρποφορεί σ’ αυτόν τον τόπο η ζωηφόρος παράδοση του ορθοδόξου ανθρωπισμού.

Γι’ αυτό είναι για όλους μας καιρός αγώνος, πνευματικής αντιστάσεως, ομολογίας και μαρτυρίας της πίστεώς μας, ό,τι και αν μας στοιχίσει!

Πιστεύω ότι και σήμερα ο αγώνας μας είναι υπέρ πίστεως και πατρίδος, ή όπως θα το έλεγαν οι αγωνισταί του 1821: «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Για την πνευματική ελευθερία που είναι η αναγκαία προϋπόθεση και της εθνικής μας ανεξαρτησίας!

Εκείνων τον αιματηρό αγώνα καλούμεθα να συνεχίσουμε σήμερα όσοι νεοέλληνες — και πιστεύω είμαστε η μεγάλη πλειονότητα — μένουμε πιστοί στις αξίες, για τις οποίες εκείνοι θυσιάσθηκαν.

Πιο επικίνδυνος για τον τόπο μας και από τους ξένους εισβολείς, που επιβουλεύονται την πατρογονική μας γη, είναι ο αντίχριστος αθεϊσμός, γιατί αυτός σκοτώνει τις ψυχές μαςκαι αλλοιώνει τις συνειδήσεις μας και τα φρονήματά μας.

Σε κρίσιμες περιόδους της ιστορίας μας ο Θεός ανέδειξε φωτισμένους άνδρες σαν τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και τον Μακρυγιάννη, που αφύπνισαν τον λαό και τον στερέωσαν στην ορθόδοξο πίστη και στο εθνικό του φρόνημα.

Πιστεύω ότι και σήμερα η Χάρις του Θεού και η Υπέρμαχος Στρατηγός του Γένους μας θα οικονομήσουν κάτι για την σωτηρία μας, ανταποκρινόμενοι στον αγώνα, στον πόνο, στην μετάνοια, στα δάκρυα όσων δεν προσκύνησαν τους συγχρόνους Βάαλ της αποστασίας.

Έχουμε άλλωστε και το παράδειγμα της Σοβιετικής Ενώσεως, όπου τα 70 χρόνια διωγμού κατά της Εκκλησίας δεν μπόρεσαν να σβήσουν την πίστη στα ευρύτερα στρώματα του ευσεβούς ρωσικού λαού, μάλλον και την στερέωσαν και λάμπρυναν.

Ο Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος, ο Εσταυρωμένος και Αναστάς, και όχι ο διάβολος, έχει τον τελευταίο λόγο στην ιστορία. Και γι’ αυτό όσο και αν ο ουρανός συννεφιάζει, εμείς πάντα ελπίζουμε.


Γέροντας Γεώργιος Καψάνης
Καθηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου († 2014)

Αγιορειτική Μαρτυρία, τ. 2, σ. 74-75

Το άγιο θέλημά Σου...



Ο αγώνας που κάνει ο Χριστιανός γίνεται όχι για να πη στον Θεό:

«Εγώ είμαι εντάξει· δικαιούμαι την σωτηρία» -γιατί τότε θα ήταν ένας Φαρισαίος- αλλά για να πει στον Θεό:

«Κύριε, παρ’ όλη την αδυναμία μου και την αμαρτωλότητά μου, εγώ σε αγαπώ. Και σαν έκφραση της αγάπης μου, προσπαθώ να κάνω τις εντολές Σου και το άγιό Σου θέλημα. Και από Εσένα εξαρτάται, αν θα μου δώσεις την σωτηρία και αν θα μου δώσεις την Χάρη Σου”.

Γέροντας Γεώργιος Καψάνης

Η Πανορθόδοξος Σύνοδος και αι επιπτώσεις της εις τον μοναχισμόν του Αγ. Όρους



Γράφει ο Μοναχός Πρόδρομος

Τους τελευταίους μήνες στο Αγ. Όρος παρατηρείται μία αναταραχή λόγω των γνωστών θεμάτων της πανορθοδόξου Συνόδου και πιο συγκεκριμένα για την προσπάθεια του Φαναρίου να χαρακτηρίσει ως εκκλησία τους Λατίνους. Πολλοί πατέρες υπόγραψαν κείμενο διακοπής του μνημοσύνου του Πατριάρχη, τον οποίο και χαρακτηρίζουν ως αιρετικό. Ακούστηκε ότι στην Ι. Μονή Χιλιανδαρίου τέσσερις μοναχοί αρνήθηκαν να μνημονεύουν τον Πατριάρχη και διώχθηκαν. Η αντίδραση σιγά σιγά παίρνει διαστάσεις, θα γίνει ανεξέλεγκτη.

Πάμε για σχίσμα.

Με πολύ πόνο βλέπουμε μοναχούς, που πορεύονταν μαζί μέσα στην χάρη της ασκήσεως να χωρίζονται, να απομακρύνονται, ο αριθμός αυξάνεται και άλλοι ετοιμάζονται με επανάσταση και κόψιμο του μνημοσύνου.

Ίσως πρέπει να προλάβει το Πατριαρχείο, η Ιερά Κοινότητα και τα μοναστήρια ενεργώντας με πατρική αγάπη να διασωθεί η ενότητα των μοναχών. Ας αφήσουμε τις αγάπες προς τους φραγκολατίνους της ΕΕ, την αγάπη προς τους πατέρες συνασκητές που δώρισαν την ζωή τους στον Θεό οφείλουμε, για αυτήν την αγάπη θα δώσουμε λόγο. Για την αγάπη προς τους Λατίνους δεν έχουμε καμία υποχρέωση όσο παραμένουν στα αιρετικά πιστεύω τους. Θα απολογηθούν γιαυτούς οι Άγιοι Μάρκος Ευγενικός, και οι αγιορείτες Αγ. Κοσμάς (Αιτωλός) και Αγ. Κοσμάς ο Πρώτος. Το Άγιο Όρος σφράγισε με αίμα και πανηγυρίζει την αντίσταση προς τους Λατινόφρονες και τους ακολούθους των. Δεν ξεχνιούνται αυτά έτσι απλά εν ονόματι της γενικής αγάπης προς όλους. Μακάρι να ξεφύγουν από τις αιρέσεις τους οι Παπικοί και τους στρώνουμε χαλί να μπουν στην Εκκλησία. Το Άγιο Όρος ζει στο οξυγόνο των άκτιστων ενεργειών του Θεού (κατά τον Αγιορείτη Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά)· αν κοπεί αυτό το οξυγόνο, θα διαλυθεί. Οι Λατίνοι ακούν για άγιο Γρηγόριο και παθαίνουν ομαδική αλλεργία. Τι μας ενώνει λοιπόν με αυτούς;

Μόνο οι εκβιαστικές επιταγές σκοτεινών κύκλων θέλουν μία τέτοια ένωση. Μία ένωση που θα εξαφανίσει όποια εκκλησία την αποδεχθεί. Αυτά τα εξωθεσμικά κέντρα ενεργούν εκβιάζοντας χρόνια τώρα το σκλαβωμένο Πατριαρχείο μας και την σκλαβωμένη πλέον Χώρα μας.

Ας ελπίσουμε ότι το Πατριαρχείο θα σκύψει με πατρική αγάπη ν’ ακούσει τις ανιδιοτελείς φωνές του αγγελικού σχήματος, ώστε να δοθούν εξηγήσεις και εγγυήσεις ότι δεν θα πουληθεί η πίστη μας, λόγω απειλών και εκβιασμών, αλλά και του πακτωλού χρημάτων της πολιτικής ηγεσίας, μέσα σε ένα απειλητικό περιβάλλον πολέμων, ανέχειας και λιτότητας.

Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα ομιλιών από την ανακομιδή των λειψάνων του Αγ. Κοσμά του Πρώτου (18 Νοεμβρίου 1981) στο ναό του Πρωτάτου Καρυών προς επίρρωση των ανωτέρω.

Ο Πρωτεπιστάτης Προηγούμενος Ματθαίος Βατοπαιδινός στον πάνσεπτο Ιερό Ναό του Πρωτάτου μεταξύ άλλων ανέφερε: «Πιστός συνεχιστής της ευσεβούς Αγιορείτικης Παραδόσεως το Ιεροκοινοτικόν Σώμα ήχθη εις την ιστορικήν απόφασιν αυτού, όπως προβή εις την ανακομιδήν των λειψάνων του υπό των Ενωτικών αποκταθέντος Πρώτου Κοσμά, αποκταθέντος, τούτο το λέγω και το διακηρύττω μετά πεποιθήσεως, τόσον εξ ιδίας αντιλήψεως όσον και εκ της εκθέσεως του ιατρού κ. Χατζηεμμανουήλ κατά την γενομένη γνωμάτευση αυτού, και εκ της διατάξεως των λειψάνων άτινα κείνται ανέπαφα ως ευρέθησαν, και ημπορεί ο καθένας να εκφέρη την γνώμην του. Και όμως ευρέθησαν άνθρωποι κατέχοντες υψηλάς θέσεις εν τη Εκκλησιαστική Γραμματολογία και απεφάνθησαν γράφοντες ότι ο του 13ου αιώνος θρυλούμενος διωγμός των Αγιορειτών είναι μύθος. Την απάντησιν δεν την δίδομεν ημείς, αλλά τα ευρεθέντα δια της ανακομιδής λείψανα του Οσίου Ιερομάρτυρος Κοσμά, όλως δε ιδιαιτέρως η διάταξις αυτών, εντός του ευρεθέντος τάφου. Την ως άνω απάντησιν την δίδει το Ιεροκοινοτικόν Σώμα προς τους δυσφορούντας».

Ο καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αρχιμ. Γεώργιος σε ομιλία του στον Ιερό Ναό του Πρωτάτου ανέφερε μεταξύ άλλων εμπνευσμένα και ομολογιακά: «Εδώ τελειούται μαρτυρικώς ο ομολογητής του Αγίου Όρους Ιερομάρτυς Κοσμάς, του οποίου το σεβάσμιο, ευωδιάζον και χαριτόβρυτο μαρτυρικό λείψανο ανεκαλύφθη, μερίμνη της Σεβαστής Ιεράς Κοινότητος, στο Νάρθηκα του πανσέπτου αυτού Ναού. Εδέχθη τον μαρτυρικό θάνατο ο μακάριος από αγάπη προς τον Χριστό. Το μαρτύριο είναι ο,τι υψηλότερο έχει να προσ­φέρει ο άνθρωπος προς τον Θεό. Μακάριε και Σεπτέ Πρώτε του Αγίου Όρους, Ιερομάρτυς του Χριστού Κοσμά, πρώτος στο ιερό διακόνημα του Πρώτου της Ιεράς Κοινότητος, πρώτος και στο μαρτύριο και την ομολογία του Χριστού. Πρώτος στην έδρα του Πρωτάτου, πρώτος και στην αγχόνη και τον θάνατο και τον τάφο. Το πολύαθλο και μαρτυρικό σου σώμα ως πολύτιμο θησαυρό έκρυψε και εφύλαξε η ιερά αυτή γη. Τώρα, με θεία νεύσι, ως αστήρ εωθινός ανατέλλεις πάλι στο Αγιώνυμο αυτό Όρος και στην απανταχού Εκκλησία του Θεού, για να φωτίσης και οδηγήσης τις ψυχές μας στην ακλινή ομολογία του Θεανθρώπου Χριστού. Σφραγίζονται σήμερα τα στόματα όσων ηθέλησαν να αμφισβητήσουν την ομολογία των Αγιορειτών και την μαρτυρική τους τελείωσι από τους λατινόφρονες. Χάρις στην ιδική σου θυσία ημπορεί η Ορθόδοξος Εκκλησία και το Άγιον Όρος να λέγουν προς τον σύγχρονο άνθρωπο «έρχου και ίδε», τον αληθινό Χριστό, το πλήρωμα της αληθείας του και της Χάριτός του, τον όλο Χριστό, την κεφαλή και το σώμα του. Η φωνή σου ως φωνή υδάτων πολλών ακούγεται σήμερα. Από τον τάφο σου ένας μυστικός ποταμός αναβλύζει, του οποίου τα ορμήματα ευφραίνουν την Πόλιν του Θεού, την Αγία ανά την οικουμένην Ορθόδοξο Καθολική Εκκλησία. Ευλογημένη η άσκησίς σου. Ευλογημένη η ομολογία σου. Ευλογημένος ο μαρτυρικός σου θάνατος. Ευλογημένη η επί 700 χρόνια σπορά σου στην Αγιορειτική γη. Ευλογημένη και η φανέρωσίς σου στους δύσκολους για τον κόσμο και την Εκκλησία καιρούς μας. Το Άγιον Όρος στο πρόσωπό σου και στα πρόσωπα των άλλων αγίων Αγιορειτών οσιομαρτύρων των ελεγξάντων τους Λατινόφρονες δεν συνεβιβάσθη ούτε συμβιβάζεται. Η αγχόνη σου επιβάλλει και σε μας να ανανεώσουμε σήμερα την ομολογία την ιδική σου και των λοιπών οσιομαρτύρων, όντες διάδοχοί σας και συνεχισταί της παραδόσεώς σας. Ομολογούμε, λοιπόν, όπως έγραψαν οι Αγιορείται προς τον λατινόφρονα Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η τὸν Παλαιολόγο, λήγοντος του 13ου αιώνος, ότι “Πάσα η του Χριστού και Θεού ημών ποίμνη εν σώμά εστιν, υπό μιας κεφαλής διοικούμενον, ος εστι Χριστός Ιησούς”».

Καρυές Αγ. Όρους 14.7.2016
Εφημερίδα “Ορθόδοξος Τύπος”

Θέωση και Ορθοδοξία...



H θέωση δυνατή δια των ακτίστων ενεργειών του Θεού

Του Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσ. Γρηγορίου


Θέωση και Ορθοδοξία

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία του Χριστού μπορεί ο άνθρωπος να πετύχει την θέωση, επειδή η Χάρις του Θεού, σύμφωνα με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, είναι άκτιστος. Ο Θεός δεν είναι μόνο ουσία, όπως νομίζουν οι Δυτικοί, αλλά είναι και ενέργεια. Εάν ο Θεός ήταν μόνο ουσία, δεν θα μπορούσαμε να ενωθούμε, να κοινωνήσουμε μαζί Του, διότι η ουσία του Θεού είναι φοβερή και απρόσιτη στον άνθρωπο, κατά το «ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται» (Εξ. λγ', 20).

Ας αναφέρουμε ένα κάπως σχετικό παράδειγμα από τα ανθρώπινα. Αν πιάσουμε ένα ηλεκτρικό καλώδιο γυμνό, θα πεθάνουμε. Όταν όμως ενώσουμε μία λάμπα στο καλώδιο, φωτιζόμαστε. Την ενέργεια του ηλεκτρικού ρεύματος την βλέπουμε, την χαιρόμαστε, μας βοηθεί. Την ουσία του δεν μπορούμε να την πιάσουμε. Κάτι παρόμοιο, ας μας επιτραπή να πούμε, συμβαίνει και με την άκτιστο ενέργεια του Θεού.

Εάν θα μπορούσαμε να ενωθούμε με την ουσία του Θεού, θα εγινόμαστε και εμείς κατ' ουσίαν θεοί. Δηλ. όλα θα εγίνοντο θεοί, θα υπήρχε μία σύγχυσις, και τίποτε δεν θα ήταν ουσιαστικά θεός. Ό,τι πιστεύουν με λίγα λόγια στις ανατολικές θρησκείες, π.χ. στον Ινδουϊσμό, όπου ο θεός δεν είναι προσωπική ύπαρξις, αλλά συγκεχυμένη δύναμις σκορπισμένη σ' όλον τον κόσμο, και στους ανθρώπους και στα ζώα και στα πράγματα (Πανθεϊσμός).

Εάν πάλι ο Θεός είχε μόνο την αμέθεκτη θεία ουσία χωρίς τις ενέργειές Του, θα παρέμενε ένας θεός αυτάρκης, κλεισμένος στον εαυτό του, ακοινώνητος στα πλάσματα του.[...]

Με τις άκτιστες αυτές ενέργειές Του ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και συνεχίζει να τον συντηρή. Δίδει ουσία και υπόστασι στον κόσμο μας με τις ουσιοποιητικές ενέργειές Του. Είναι παρών στην φύσι και συντηρεί το σύμπαν με τις συντηρητικές ενέργειές Του. Φωτίζει τον άνθρωπο με τις φωτιστικές Του ενέργειες. Τον αγιάζει με τις αγιαστικές ενέργειες. Τον θεώνει, τέλος, με τις θεωτικές ενέργειές Του. Άρα με τις άκτιστες ενέργειές Του ο άγιος Θεός μπαίνει στην φύσι, στον κόσμο, στην ιστορία, στην ζωή των ανθρώπων.

Οι ενέργειες του Θεού είναι θείες ενέργειες. Είναι κι αυτές Θεός χωρίς να είναι η ουσία Του. Είναι Θεός και γι' αυτό θεώνουν τον άνθρωπο. Εάν οι ενέργειες του Θεού δεν ήσαν θείες, άκτιστες ενέργειες, τότε δεν θα ήσαν Θεός, δεν θα μπορούσαν να μας θεώσουν, να μας ενώσουν με τον Θεό. Θα υπήρχε μία αγεφύρωτη απόστασις μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Με το να έχη όμως ο Θεός θείες ενέργειες και με τις ενέργειες αυτές να ενώνεται μαζί μας, μπορούμε να κοινωνούμε μαζί Του και να ενωνώμαστε με την Χάρι Του, χωρίς να ταυτιζώμαστε με τον Θεό, όπως θα εγίνετο αν ενωνώμαστε με την ουσία Του.

Ενωνόμαστε λοιπόν με τον Θεό δια των ακτίστων θείων ενεργειών Του κι όχι δια της ουσίας Του. Αυτό είναι το μυστήριο της Ορθοδόξου Πίστεως και ζωής μας.

Αυτό δεν μπορούν να το δεχθούν οι Δυτικοί αιρετικοί. Επειδή είναι ορθολογισταί, δεν κάνουν διάκρισι μεταξύ ουσίας και ενεργείας του Θεού, και λέγουν ότι ο Θεός είναι μόνο ουσία. Γι' αυτό και δεν μπορούν να ομιλούν περί θεώσεως του ανθρώπου. Διότι πώς θα θεωθή κατ' αυτούς ο άνθρωπος, αφού δεν δέχονται άκτιστες αλλά κτιστές τις θείες ενέργειες; Και πώς μπορεί κάτι κτιστό, δηλ. έξω από τον ίδιο τον Θεό, να θεώση τον κτιστό άνθρωπο; [...]

Τον ΙΔ' αιώνα έγινε μία μεγάλη αναταραχή στην Εκκλησία, την οποία προκάλεσε ένας Δυτικός μοναχός, ο Βαρλαάμ. Άκουσε αυτός ότι οι αγιορείται μοναχοί ωμιλούσαν περί θεώσεως. Πληροφορήθηκε ότι εγίνοντο άξιοι μετά από πολύ αγώνα, κάθαρσι από τα πάθη και πολλή προσευχή, να ενωθούν με τον Θεό, να λάβουν εμπειρία του Θεού, να δουν τον Θεό. Άκουσε ότι έβλεπαν το άκτιστο φως, το οποίο είδαν οι άγιοι Απόστολοι κατά την Μεταμόρφωσι του Σωτήρος Χριστού στο όρος Θαβώρ.

Έχοντας όμως ο Βαρλαάμ το δυτικό, αιρετικό, ορθολογιστικό πνεύμα αδυνατούσε να αντιληφθή την γνησιότητα αυτών των θείων εμπειριών των ταπεινών μοναχών, κι έτσι άρχισε να κατηγορή τους αγιορείτας ως τάχα πλανεμένους, αιρετικούς και ειδωλολάτρας. Έλεγε δηλ. ότι είναι αδύνατο να βλέπη κανείς την Χάρι του Θεού, επειδή δεν γνώριζε τίποτε περί διακρίσεως ουσίας και ακτίστου ενεργείας στον Θεό.

Τότε η Χάρις του Θεού ανέδειξε ένα μεγάλο και φωτισμένο διδάσκαλο της Εκκλησίας μας, τον αγιορείτη άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Αυτός με πολλή σοφία και φώτισι από το Θεό, αλλά και από προσωπική του εμπειρία, είπε και έγραψε πολλά και εδίδαξε, σύμφωνα και με τις άγιες Γραφές και την Ιερά Παράδοσι της Εκκλησίας, ότι είναι άκτιστο το φως της Χάριτος του Θεού, είναι θεία ενέργεια. Ότι όντως βλέπουν το φως αυτό οι θεωμένοι άνθρωποι ως ανωτάτη, υψίστη εμπειρία της θεώσεως, και βλέπονται μέσα στο φως αυτό του Θεού. Αυτό είναι η δόξα του Θεού, η λαμπρότης Του, το Θαβώρειο φως, το φως της Αναστάσεως του Χριστού και της Πεντηκοστής, και η φωτεινή νεφέλη της Παλαιάς Διαθήκης. Πραγματικό άκτιστο φως Θεού, κι όχι συμβολικό, όπως πλανεμένα νόμιζε ο Βαρλαάμ και οι όμοιοί του.

Στη συνέχεια όλη η Εκκλησία, με τρεις μεγάλες Συνόδους στην Κωνσταντινούπολη δικαίωσε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και κήρυξε πως η εν Χριστώ ζωή δεν είναι απλώς ηθικοποίησις του ανθρώπου αλλά θέωσις, που σημαίνει συμμετοχή στην δόξα του Θεού, θέα του Θεού, της Χάριτός Του, του ακτίστου φωτός Του. [...]

Μέχρι σήμερα οι Δυτικοί θεωρούν κτιστή την θεία Χάρι, την ενέργεια του Θεού. Είναι δυστυχώς και τούτο μία από τις πολλές διαφορές μας, που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρώς υπ' όψιν στον θεολογικό διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Δεν είναι μόνο το filiogue, το πρωτείο εξουσίας και το «αλάθητο» του πάπα, από τις βασικές διαφορές μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Παπικών. Είναι και τα ανωτέρω. Αν δεν δεχθούν οι Ρωμαιοκαθολικοί ότι η Χάρις του Θεού είναι άκτιστος, δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, έστω κι αν δεχθούν όλα τα άλλα. Διότι ποιος θα ενεργήση την θέωσι, αν η θεία Χάρις είναι κτίσμα κι όχι άκτιστος ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος;

(Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Καθηγουμένου της Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου, Η θέωσις ως σκοπός της ζωής του ανθρώπου, σελ. 34-41)
Από το περιοδικό Εν Συνειδήσει. Έκδοση της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου. Δεκέμβριος 2006.

Ὀρθοδοξία καί Ἰσλάμ

 († Γέροντας Γεώργιος Καψάνης)


Τοῦ ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου Καψάνη, καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς 
Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους

Πρόλογος
Ἐπικαλούμενος τήν εὐλογία τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων, τῶν ὁποίων σήμερα ἐπιτελοῦμε τήν μνήμη, γράφω τίς ταπεινές αὐτές γραμμές. Σέ κείμενο του ὁ μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ διαπιστώνει ὅτι ὑφίσταται χάσμα μεταξύ τῆς εὐσεβείας τῆς λατρευούσης Ἐκκλησίας καί τῆς ‟θεολογίας’’ ὡρισμένων θεολόγων (κληρικῶν καί λαϊκῶν) πού θεολογοῦν ἐρήμην καὶ ἀντίθετα πρός αὐτήν. Καί τό δυσάρεστο εἶναι ὅτι οἱ θεολόγοι αὐτοί δὲν ἐξέρχονται τοῦ περιβόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά «θεολογοῦν» ἐν ὀνόματι Αὐτῆς. Ἔτσι ἐπέρχεται σύγχυσις στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπηρεασμός τοῦ φρονήματος, ὄχι μόνον ἁπλῶν πιστῶν, ἀλλά καί θεολόγων καί μάλιστα νέων φοιτητῶν τῆς θεολογίας, οἱ ὁποῖοι διδάσκονται ἀπὸ ὡρισμένες πανεπιστημιακές ἕδρες διδασκαλίες ξένες καί ἀντίθετες πρός τήν Ὀρθόδοξο θεολογία, ὅπως εἶναι ἡ ‟θεολογία’’ τῆς ἀπομυθεύσεως ἤ ἡ λεγόμενη θεολογία τῆς ἀπελευθερώσεως. Οἱ θεολόγοι αὐτοί δυστυχῶς γίνονται ἀνεκτοί καί κάποτε προβάλλονται ἀπό τήν ἐκκοσμικευμένη κοινωνία μας. Βλέπουμε νὰ ἐπικρατῆ καὶ μεταξύ Ὀρθοδόξων ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητος (comprehensiveness ) τῶν Ἀγγλικανῶν, δηλαδή ἡ συνύπαρξις στήν ἴδια Ἐκκλησία μελῶν της πού πιστεύουν διαφορετικά ἤ καί ἀντίθετα δόγματα. Ἐάν ἡ περιεκτικότης (γνώρισμα τῆς ἀπιστίας καί τοῦ συγκρητισμοῦ) ἐπικρατήση καί στόν ὀρθόδοξο χῶρο, θά πρέπει νά...
θρηνήσουμε γιά τήν πτῶσι τῆς νέας Ἱερουσαλήμ καί τήν νέα βαβυλώνιο αἰχμαλωσία τοῦ νέου Ἰσραήλ τῆς Χάριτος. Καί γιά νά μή νομισθῆ ὅτι ὑπερβάλλω, θά ὑπενθυμίσω τήν περίπτωση δύο κοιμηθέντων Ἱεραρχῶν. Ἑνός Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς καί ἑνός Πατριάρχου τοῦ προσφάτως κοιμηθέντος Ἀλεξανδρείας Παρθενίου. 

Ὁ πρῶτος, σέ ‟Ὀρθόδοξο’’ Κατήχηση πού συνέγραψε, δέχεται τήν θεωρία τῶν κλάδων πού ἀνατρέπει τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία καί ὁμιλεῖ εὐφήμως γιά τήν μασωνία. Ὁ δεύτερος, τουλάχιστον τρίς ἐχαρακτήρισε τόν Μωάμεθ ὡς ‟προφήτη’’ καί τό Κοράνιο ὡς ‟ἅγιο’’, ἐλθών σέ κραυγαλέα ἀντίθεση μέ τό Εὐαγγέλιο καί τήν Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἱεράρχαι αὐτοί ἐξέπεσαν ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Πίστι. Ποιοί ὅμως τούς ἤλεγξαν γι’ αὐτό; Καί πάλιν θά μνησθῶ τοῦ π. Φλωρόφσκυ πού ἔλεγε: «Δὲν ἔχουμε κρίσι θεολογίας, ἀλλά κρίσι πίστεως». 

Ἀναγινώσκοντες τά κείμενα τοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξου καί Μουσουλμάνων εἴχαμε τήν ἴδια αἴσθησι. Εἴδαμε νά ἀποσιωπῶνται θεμελιώδεις ἀλήθειαι τῆς ἁγίας εὐαγγελικῆς καί ἀποστολικῆς μας Πίστεως. Εἴδαμε νά ἐπικρατῆ ἕνα πνεῦμα οὑμανιστικό, πού μᾶς θύμισε τόν δυτικό Βαρλαάμ. Ἐάν ὑπῆρχε σήμερα ἕνας Γρηγόριος Παλαμᾶς, θά ἐξοβέλιζε μέ τήν μάχαιρα τοῦ Πνεύματος τήν ‟θεολογία’’ αὐτήν ἐκ μέσου τῆς Ἐκκλησίας. Γράφουμε μέ πόνο καί ἀγάπη. Ἀλλά δέν ἡμποροῦμε νά σιωπήσουμε. Ἐάν σιωπήσουμε, φοβούμεθα ὅτι θά εἴμεθα συνένοχοι. Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ, γραμμένο τῇ ἐπιστασίᾳ μου ἀπό ἀδελφό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μας, ἐκφράζει τόν προβληματισμό μας. 

Λυπούμεθα ἄν κάποιοι στενοχωρηθοῦν ἀπ’ αὐτό. Ἀλλά κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο: «κρείσσων ἐπαινετός πόλεμος, εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ». Ποτέ δέν θά ἠθέλαμε νά ἰδοῦμε τήν Ἐκκλησία μας ἀπό ‟ἑνότης τῆς Πίστεως καί κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος’’ νά ἐκπίπτῃ σέ οὑμανιστική θρησκευτική λέσχη. Ἐλπίζουμε ὅτι καί ἄλλοι Ποιμένες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχοντες ἔνοικον τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά ὀρθοτομήσουν τόν λόγον τῆς Ἀληθείας. Καιρός μαρτυρίας καί ὁμολογίας.

Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς 
Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους. 
†Ἀρχιμ. Γεώργιος


Ὀρθοδοξία καί Ἰσλάμ Κριτική προσέγγισις τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ διαλόγου 
ὑπό τό φῶς τῶν Ἁγίων Πατέρων
Ὁ ἀκαδημαϊκός διάλογος Ὀρθοδοξίας καί Ἰσλάμ, ὁ ὁποῖος πραγματοποιεῖται μέ τήν πρωτοβουλία τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Βασιλικῆς Ἀκαδημίας γιά τήν ἔρευνα τοῦ Ἰσλαμικοῦ Πολιτισμοῦ (Ἰορδανία), συνεπλήρωσε τήν πρώτη δεκαετία (1986-1996). Στό τέλος αὐτῆς τῆς δεκαετίας θεωροῦμε ἀπαραίτητη τήν θεολογική του ἀξιολόγησι.
Μελετῶντας τήν ἐξέλιξί του καί ἀναζητοῦντες τίς θεολογικές του προϋποθέσεις διαπιστώνουμε ὅτι προωθοῦνται τρόποι προσεγγίσεως τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Μουσουλμάνων βασιζόμενοι σέ ἕνα διαθρησκευτικό συγκρητισμό, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νά διαμορφώνεται τίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ αἰῶνος.

Τόν συγκριτισμό αὐτόν ἐκφράζει μέ σαφήνεια ὁ Ἀστέριος Ἀργύριου, μελετητής τοῦ Ἰσλάμ καί καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τοῦ Στρασβούργου. Ἀναφερόμενος στήν σύγχρονη ἰσλαμολογική ἔρευνα γράφει ὅτι οἱ ἰσλαμολόγοι ἀνεγνώρισαν στό Ἰσλάμ «τή θρησκεία πού δοξολογεῖ τόν ἴδιο μέ μᾶς Θεό, τό Θεό τοῦ Ἀβραάμ, τόν κοινό Πατέρα ὅλων τῶν πιστῶν»1. Εἶναι, ὡς γνωστόν, ἀποστολική ἡ πίστις ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ μόνη Ὁδός πρός τόν Θεό Πατέρα. Ἐν τούτοις ὁ καθηγητής Ἀργυρίου, σάν νά μή δέχεται τήν πίστι αὐτή, ἐρωτᾶ: «Τί λοιπόν θά ἐμπόδιζε τή σύγχρονη θεολογία νά ἀναγνωρίσει στό πρόσωπο τῆς θρηκείας τοῦ Μωάμεθ μίαν ‟ὁδόν πρός σωτηρίαν’’ τῶν ἀνθρώπων;»2. Διότι, «‟τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ’’ (Ἰωάν. 3, 8) καί ‟ἀνεξερεύνητα τά κρίματα τοῦ Θεοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὀδοί αὐτοῦ’’ (Ρωμ. 2, 33). Ὁ Θεός ἔχει τή δύναμη νά χρησιμοποιήση τήν ‟ὁδόν σωτηρίας’’ ὅπου θέλει καί ὅποτε τό κρίνει σκόπιμο. Ἡ ἄπειρος πρός τούς ἀνθρώπους ἀγάπη του μπορεῖ νά ἀνοίξει ‟ὁδούς θεογνωσίας καί σωτηρίας’’ πού ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μας ἀδυνατεῖ νά ἐξιχνιάσει. Πῶς μποροῦμε λοιπόν νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἐμφάνιση καί ἡ δράση τοῦ μωαμεθανισμοῦ στόν κόσμο εἶναι ἔργο τοῦ Διαβόλου καί ὄχι τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἀντιχρίστου καί ὄχι του Χριστοῦ;»3.

Ἐπ’ αὐτῆς τῆς συγκρητιστικῆς βάσεως στηρίζονται καί οἱ τέσσερις θεολογικές του θέσεις, τίς ὁποῖες προτείνει ὡς σημεῖα ἀφετηρίας γιά ἕνα σύγχρονο χριστιανο-ισλαμικό διάλογο4.
Ὁ συγκρητισμός αὐτός ἔχει βρεῖ πρόσφορο ἔδαφος καί στόν χῶρο τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας. Ἀπό ὀρθόδοξο θεολόγο ὑποστηρίζεται γιά τήν μουσουλμανική θρησκευτικότητα ὅτι «δέν πρόκειται -ὅταν (τήν) βιώνουν σοβαρά καί μέ συνέπεια (οἱ Μουσουλμάνοι) – γιά τυφλή τήρηση ἐντολῶν, ἀλλά γιά δοκιμασμένους τρόπους ἐπίγνωσης καί βίωσης τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ θείου θελήματος, γιά πλήρωμα ζωῆς μέσα τους καί γύρω τους»5.

Στόν ἴδιο χῶρο κυκλοφοροῦν καί τολμηρότερες συγκρητιστικές ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες δημοσιεύονται χωρίς καμμία ὀρθόδοξη κριτική: «Γιά τό μέλλον ἕνα μόνο εἶναι βέβαιο: στό τέρμα τόσο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ὅσο καί τῆς πορείας τοῦ κόσμου δέν θά στέκονται ὁ Βουδισμός, ἤ ὁ Ἰνδουϊσμός, ἀλλά οὔτε τό Ἰσλάμ καί ὁ Ἰουδαϊσμός. Ναί, οὔτε καί ὁ Χριστιανισμός. Καμιά θρησκεία. Ἀλλά μόνον ὁ ἴδιος ὁ Ἄρρητος….. Καί στό τέρμα δέν θά στέκεται πιά μεταξύ θρησκειῶν διαχωριστικά κάποιος προφήτης ἤ φωτιστής δέν θά στέκεται οὔτε ὁ Μωάμεθ οὔτε ὁ Βούδας. Μάλιστα, δέν θά στέκεται πιά διαχωριστικά οὔτε καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός….»6.

Ἡ ἔκδοσις τοῦ Κορανίου σέ ἑλληνική μετάφρασι μέ τίτλο ‟Τό ἱερό Κοράνιο’’ καί ἡ διαφήμισίς του ἀπό περιοδικό σπουδῆς στήν Ὀρθοδοξία, φανερώνει ὅτι τό πνεῦμα αὐτό ἔχει ἀρχίσει νά ἐπηρεάζῃ καί τήν θρησκευτική διανόηση στήν Ἑλλάδα, τήν στιγμή μάλιστα πού σύγχρονες ἐκδόσεις (1996) τοῦ Κορανίου στήν Εὐρώπη δέν τό τιτλοφοροῦν ὡς ἱερό. Ὅταν σέ ὅλα αὐτά προστεθοῦν καί οἱ χαρακτηρισμοί τοῦ Μωάμεθ ὡς προφήτου ἀπό Ὀρθοδόξους ἐκκλησιαστικούς ἡγέτας, ὅπως π.χ. ἀπό τόν ἐκλιπόντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Παρθένιο, τότε εἶναι εὔλογο νά ἀνηχοῦμε καί γιά ἀλλοίωση τοῦ φρονήματος καί ἐκκλησιαστικῶν ἀκόμη ἀνδρῶν.

Ὑπάρχουν ἰσχυρές ἐνδείξεις ὅτι ὁ διαθρησκευτικός αὐτός συγκριτισμός ἀπετέλεσε καί τήν θεολογική προϋπόθεση τοῦ ὑπ’ ὄψιν μας ὀρθοδοξο-ισλαμικοῦ διαλόγου. Οἱ πρωτεργάται τοῦ διαλόγου ἀρνοῦνται φραστικῶς τόν διαθρησκευτικό συγκρητισμό7. Στήν πραγματικότητα ὅμως διολίσθησαν σέ αὐτόν, ὅπως θά φανῆ ἀπό τήν κατώτερη ἀνάλυση.

Ὀρθοδοξο-ισλαμικός διάλογος, πορεία καί κατευθύνσεις
Τό 1986 ἀρχίζει ὁ διάλογος μέ ἕνα ὅραμα: νά συμβάλη στήν ἐλαχιστοποίηση τῶν θρησκευτικῶν συγκρούσεων σ’ ἕνα κόσμο θρησκευτικά ποικιλόμορφο, στήν εἰρηνική συνύπαρξι καί συνεργασία τῶν Χριστιανῶν μέ τούς Μουσουλμάνους8. Πρόκειται γιά μία ἐπαινετή πρωτοβουλία. Στόν κόσμο μας, ἄλλωστε, εἶναι κοινή προσδοκία ἡ εἰρήνη καί ἡ συνεργασία τῶν λαῶν. Δυστυχῶς ὅμως γιά τήν ἐπίτευξι τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ὁ διάλογος ἐβάδισε ὁδό ἄγνωστη μέχρι σήμερα στούς Ὀρθοδόξους λαούς.

Ἡ πορεία τοῦ διαλόγου μπορεῖ νὰ συνοψισθῆ διαγραμματικά στὰ ἑξῆς στάδια:
Ἡ προοπτική συνεργασίας δύο κόσμων θρησκευτικά ἑτερόκεντρων προϋποθέτει σημεῖα ἐπαφῆς. Γι’ αὐτό ὡς πρῶτο σημεῖο ἐπαφῆς προσδιορίσθηκε ἡ κοινή ἀντίληψις περί αὐθεντίας.
Ὁ Χριστιανισμός καί τό Ἰσλάμ ἀναγνωρίζουν στόν Θεό καί στό θεῖο Νόμο τήν αὐθεντία σχετικά μέ τή ρύθμιση τῆς πολιτικῆς, οἰκογενειακῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν τους9.

Ἡ διαφορετική δογματική προσέγγισις τοῦ Θεοῦ καί τῆς σχέσεώς του μέ τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο δημιουργεῖ πόλωση μεταξύ Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων. Ἡ ὑπέρβασις τῆς πολώσεως ἐπετεύχθη μέ τόν προσδιορισμό τῶν κοινῶν σημείων στήν πίστι τῶν δύο κόσμων.
Ὁ μονοθεϊσμός, ἡ πίστις στόν ἕνα Δημιουργό Θεό τῆς Βίβλου, ἡ ἑνότης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὡς δημιουργήματος τοῦ ἑνός Θεοῦ καί ἡ πίστις σέ μέλλουσα κρίση καί ζωή, θεωρήθησαν ὡς σημεῖα ἑνότητος Χριστιανισμοῦ καί Ἰσλάμ10.

Συνέπεια αὐτῆς τῆς ἑνότητος ἦταν ἡ ἀναγνώρισις κοινῶν ἀνθρωπιστικῶν ἀξιῶν: τῆς ἐλευθερίας, τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀδελφοσύνης, τῆς ἰσοτιμίας τῶν ἀνθρώπων καί, λόγῳ τῶν πολεμικῶν συκγρούσεων μεταξύ χριστιανικῶν καί μουσουλμανικῶν λαῶν πού ἔλαβαν χώρα κατά τήν διάρκεια τῆς δεκαετίας αὐτῆς, τῆς ἀξίας τῆς μετριοπαθείας11.
Σοβαρό ἐμπόδιο γιά τήν προώθηση τῶν ἀξιῶν τῆς μετριοπαθείας μεταξύ τῶν νέων θεωρήθηκαν οἱ ἐμπειρίες τῶν θρησκευτικῶν φορτισμένων συγκρούσεων καί δυναστεύσεων τοῦ παρελθόντος. Προτέθη ἡ κάθαρσις τῆς ἱστορικῆς μνήμης τῶν λαῶν ἀπό τίς ἐμπειρίες αὐτές12.

Ἡ Παιδεία καθορίστηκε ὡς τό προσφορώτερο μέσον γιά τήν κάθαρσι τῆς ἱστορικῆς μνήμης τῶν λαῶν καί τήν οἰκοδόμησι ἑνός νέου ἤθους στήν νέα γενιά, τοῦ ἤθους πού θά καθορίζεται ἀπό τό ὅραμα τοῦ παρόντος ὀρθοδοξο-ισλαμικοῦ διαλόγου13.
Οἱ πολιτικές ἡγεσίες ἤδη ἔχουν δρομολογήσει ἐκπαιδευτικά προγράμματα πρός αὐτή τή κατεύθυνσι. Στήν Ἑλλάδα τό Ὑπουργεῖο Παιδείας πρόκειται νά συγκροτήση ‟διαβαλκανικό σχολεῖο’’ στήν Κρήτη μέ σκόπό τήν προώθηση τῶν κοινῶν ἀνθρωπιστικῶν ἀξιῶν Ἰσλάμ καί Χριστιανισμοῦ μεταξύ τῶν νέων14.

Ὁ διάλογος τῶν Ὀρθοδόξων μέ τό Ἰσλάμ κατά τό παρελθόν
Κατά τήν μακραίωνη ἱστορική συνύπαρξι τῶν ὀρθοδόξων χριστιανικῶν καί τῶν μουσουλμανικῶν λαῶν ἡ Ὁρθόδοξος Ἐκκλησία μας βρισκόταν σέ ἕνα διαρκῆ ὀρθοδοξο-ισλαμικό ‟διάλογο’’. Ἡ Ἐκκλησία διαλέχθηκε γνήσια καί αὐθεντικά διά τῶν Ἁγίων της, οἱ ὁποῖοι ἐβίωσαν αὐθεντικά τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί γι’ αὐτό κατενόησαν σέ βάθος τό δόγμα καί τό ἦθος τοῦ Ἰσλάμ.

Ἀντιπροσωπευτικά δείγματα αὐτοῦ τοῦ ‟διαλόγου’’ σέ διαφορετικές περιόδους τῆς ἰσλαμο-χριστιανικῆς ἐπικοινωνίας εἶναι οἱ διάλογοι πού πραγματοποίησαν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (Η΄ αἰώνας), ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς(ΙΔ΄ αἰώνας), ὁ ἱερός Γεννάδιος ὁ Σχολιάριος (ΙΕ΄ αἰώνας) καί ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (ΙΗ΄-ΙΘ΄ αἰῶνες). Ἡ ἐκπληκτική θεολογική ὁμοιομορφία τῶν διαλόγων αὐτῶν ἀποδεικνύει τό ἐνιαῖο πνεῦμα, κάτω ἀπό τό ὁποῖο διαλέγονται οἱ Ἅγιοι, ἀνεξαρτήτως ἀπό τήν ἱστορική περίοδο πού διανύει τό Ἱσλάμ καί ἀπό τήν πολιτική καί κοινωνική κατάσταση τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν.
Αὐτοί οἱ διάλογοι μποροῦν μέ ἀσφάλεια νά θεωρηθούν καί ἡ αὐθεντική ἔκφρασις τοῦ διαλόγου τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν μέ τό Ἰσλάμ.

Τά χαρακτηριστικά τῶν διαλόγων εἶναι τά ἑξῆς:
α) Τό Ἰσλάμ ἀντιμετωπίζεται μέ πνευματικά κριτήρια. Οὔτε ἡ πολιτική κατ’ ἀρχήν ὑπεροχή οὔτε καί ἡ μεταγενέστερη δουλεία τῶν Ὀρθοδόξων ἐπηρέασαν τήν κρίση τῶν Ἁγίων γιά τό Ἰσλάμ. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν θεωροῦμε ἐπιτυχημένο τόν χαρακτηρισμό ὡρισμένων ἀντι-ισλαμικῶν ἔργων ὡς φανατικῶν, ὅπως π.χ. τοῦ ἁγίου Μάξιμου τοῦ Γραικοῦ. Πρόκειται γιά διαφορετική ἔκφρασι τοῦ διαλόγου, ὥστε νά ἀνταποκρίνεται σέ συγκεκριμένες ποιμαντικές ἀνάγκες.

β) Ὑπάρχει διαχρονική πιστότις στό Ὀρθόδοξο δόγμα, ἡ ὁποία παίρνει σέ κάθε διάλογο τήν μορφή ἀνασκευῆς τῆς πλάνης τοῦ Ἰσλάμ καί ὁμολογίας τοῦ δόγματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

γ) Ἡ ἀνωτερότης τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ προβάλλεται ὡς ἀπόδειξις τῆς ἀληθοῦς Πίστεως. Δέν παραδέχοντο οἱ Ἅγιοι κοινά ἀνθρωπιστικά ἰδεώδη στόν Χριστιανισμό καί στό Ἰσλάμ. Καί,

δ) Τό κίνητρο τῶν Ἁγίων γιά διάλογο μέ τό Ἰσλάμ εἶναι ἡ χριστοκεντρική ἀγάπη πρός τούς ἀλλοπίστους. Ποτέ ἡ ἀγάπη αὐτή δέν ἦταν ἀνθρωποκεντρική.

Τά κριτήρια αὐτά θεμελιώνονται στήν πίστι τῶν Ὀρθοδόξων στό Τριαδικό Θεό, στήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ. Θεμελιώνονται ἐπίσης στήν ἀγάπη, πού ἀπορρέει ἀπό τήν πίστι αὐτή καί προσφέρεται ἀπό τόν Χριστιανισμό ὡς τό ἀσφαλέστερο μέσον γιά τήν ἐπιδίωξι τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καί συνεργασία μέ τούς Μουσουλμάνους, χωρίς νά τίθεται σέ κίνδυνο ἡ ἀκεραιότης τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία τῶν Ὀρθοδόξων. Θεμελιώνονται, τέλος, στήν ἐμπειρία ὅτι τά θρησκευτικά σχήματα πού δέν εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι πλάνη καί ὁδοί ἀπωλείας.

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν αὐτόν τόν ὀρθοδοξο-ισλαμικό ‟διάλογο’’, ἀποροῦμε μέ τίς μεθοδεύσεις τοῦ συγχρόνου διαλόγου μέ τό Ἰσλάμ. Ἐπειδή παραθεωροῦνται οἱ ἀνωτέρω προϋποθέσεις θεωροῦμε ὅτι καί ἡ συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας δέν θά ἀποδεχθῆ τόν διάλογο. Ἡ Ἐκκλησία διαθέτει πλούσα πεῖρα ἀπό τήν μακραίωνη ἐπικοινωνία της μέ τό Ἰσλάμ, ἔτσι ὥστε εἶναι σέ θέσι νά διακρίνη τό πνεῦμα κάθε νέου διαλόγου.
Ἡ σύγκρισις τοῦ συγχρόνου ἀκαδημαϊκοῦ διαλόγου μέ τούς προαναφερθέντες διαλόγους μπορεῖ ἄριστα νά φανερώση τίς θεολογικές ἀστοχίες τοῦ συγχρόνου ἀκαδημαϊκοῦ ὀρθοδοξο-ισλαμικοῦ διαλόγου.

Συγκριτική προσέγγισις τοῦ διαλόγου
1) Διαθρησκευτικός συγκριτισμός.
Ὁ διάλογος κινεῖται σέ πλαίσια συγκριτικά. Στόν ὁρισμό τοῦ συγκριτισμοῦ κεντρική θέσι κατέχει ἡ ἀποδοχή ὅλων τῶν πίστεων καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς Ἀληθείας σ’ ὅλες τίς πίστεις. Ἀπορρίπτεται ἡ ἔννοια τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ ἐπιδιώκεται ἕνωσις ἐπί πρακτικοῦ καὶ πραγματιστικοῦ ἐπιπέδου χωρίς ἑνότητα πίστεως. Ἡ πλουραλιστική κοινωνία δέν ἀνέχεται ἀπόλυτα μεγέθη, σχετικοποιεῖ τὰ πάντα, ἄρα καὶ τὴν ὀρθόδοξο πίστι. (πρβλ. Ἄρχιμ. Γεωργίου, Ὀρθόδοξος Μοναχισμός καὶ Ἅγιον Ὄρος, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, 1997, σελ. 43, 72).

Στὸν διάλογο τονίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν ἡ ἀνοχή τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων τῆς ἄλλης πλευρᾶς15. Ἡ ἀνοχή αὐτή δὲν ἔχει ἁπλῶς τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀνεξιθρησκείας. Δέν πρόκειται γιά σεβασμό τῶν προσώπων πού προτιμοῦν νὰ πρεσβεύουν τήν μία ἤ τήν ἄλλη πίστι.Πρόκεται γιά σχετικοποίησι τῆς Πίστεως.
Ὁ Σεβ. Ἑλβετίας εἶναι σαφής: «κατά βάθος, μία ἐκκλησία ἤ ἕνας τέμενος… ἀποβλέπουν στήν ἴδια πνευματική καταξιωσι τοῦ ἀνθρώπου» (βλ. ὑποσημ.15).

Ἀναρρωτιέται ὁ Ὀρθόδοξος πιστός, ἐάν μιά τέτοια δήλωσις μπορεῖ νὰ γίνη ἀπό ἕνα Ὀρθόδοξο Χριστιανό. Ἡ πνευματική καταξίωσις τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι παρά ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ μετοχή τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ πνευματική κατάστασις εἶναι ὁ καρπός τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τῆς Ὀρθοδόξου ἀσκήσεως, καί γενικῶς τῆς συσσωματώσεως τοῦ ἀνθρώπου στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Πῶς ‟ἕνα τέμενος’’, ἡ ζωή δηλαδή κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἰσλάμ, θὰ ὁδηγήση τὸν ἄνθρωπο στήν πνευματική τελείωσι, στόν ἁγιασμό, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει κάνει οὔτε τό πρωταρχικό βῆμα πρός αὐτήν τήν κατεύθυσνι, πού εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις καί τό Ἅγιο Βάπτισμα;

Ἡ αἰτία γιά τό θεολογικό αὐτό ὀλίσθημα εὑρίσκεται στήν ἐσφαλμένη παραδοχή ὅτι ὁ Χριστιανισμός καί τό Ἰσλάμ πιστεύουν στόν ἴδιο Θεό τῆς Βίβλου, ἐνῶ στήν πραγματικότητα τό Ἰσλάμ ἀποτελεῖ ἄρνηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἀρνεῖται τὸ τρισυπόστατον τοῦ Θεοῦ καί τήν θεότητα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ τὸ Ἰσλάμ δέν ἀποτελεῖ ἴσως πρόβλημα νὰ ἀναγνωρίση στούς Χριστιανούς τήν ἀληθινή πίστι ἐφ’ ὅσον ὁμολογοῦν μονοθεΐα χωρίς διευκρινήσεις περί τῶν προσώπων. Γιά τούς Χριστιανούς ὅμως εἶναι σοβαρωτάτη πλάνη νὰ περιορίσουν ἤ νά γενικεύσουν τήν Ὀρθόδοξο Πίστι ἁπλῶς σέ μονοθεϊσμό.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτηρίζει τήν μονοπρόσωπη μονοθεΐα τοῦ Ἰσλάμ κεκρυμμένη ἀσέβεια. Δυστυχῶς οἱ Ὀρθόδοξοι διεπράξαμε τό ὀλίσθημα αὐτό ἀπό τήν πρώτη ἀκόμη ἀκαδημαϊκή συνάντηση.Ἡ πίστις σέ ἕνα Δημιουργό Θεό, τόν Θεό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, θεωρήθηκε τό σημεῖο ἑνότητος τῶν δύο θρησκειῶν16 καί χρησιμοποιήθηκε ὡς ἀφετηρία γιά τόν παρόντα διάλογο17.
Οἱ μουλουλμάνοι ὡδηγήθηκαν στήν σύγκλιση αὐτή κινούμενοι ἀκριβῶς πάνω στίς ἀρχές τῆς κορανικῆς διδασκαλίας. Εἶχαν ἀπέναντί τους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχθηκαν ὡς κοινή πίστη μαζί τους τόν μονοθεϊσμό, χωρίς σοβαρή ἐμμονή στό δόγμα τῆς Ἁγία Τριάδος. Γι’ αὐτό καί ἀποδέχθηκαν τήν σύγκλισι.

Ἐάν ὑποτεθῆ ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπέμεναν στήν Ὀρθόδοξο Πίστι, ἡ σύγκλισις θά ἦταν ἀδύνατη. Γιά νά ἐπιτευχθῆ ἡ σύγκλισις, τονίσθηκε ἰδιαίτερα ἡ κοινή πίστις σέ ἕνα Θεό, ἐνῶ ἔμειναν ‟ψιλά γράμματα’’ ἡ Ὀρθόδοξος διδασκαλία περί Ἁγίας Τριάδος, περί τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ κλπ.
Ἐκφράσεις περί διαφορῶν σπανίως συναντῶνται στα κείμενα πού ἀναφέρονται στό διάλογο, ἀλλά καί αὐτές ὑποτονικές. Π.χ. «ὅπως ἐπίσης ἔχουν (ὁ Χριστιανισμός καί τό Ἰσλάμ) καί πολλά σημεῖα διαφοροποιήσεως στό καθαρῶς θεωρητικό θρησκευτικό τους περιεχόμενο»18.

Ἐντελῶς διαφορετικά ὅμως διαλέχθηκαν οἱ Ἅγιοι μέ τό Ἰσλάμ. Ὡμολόγησαν ἀκριβῶς τήν Ὀρθδόδοξο Πίστι, σέ περιόδους μάλιστα πού οἱ Ὀρθόδοξοι θά εἶχαν λόγους νὰ ἀποσπάσουν εὐνοϊκώτερη συμπεριφορά ἐκ μέρους τῶν κυριάρχων Μουσουλμάνων ὑποτονίζοντας τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Δέν ἔκαναν ἐν τούτοις οὔτε τήν παραμικρή ὑποχώρηση στά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, πρᾶγμα πού πολλές φορές τούς ἐστοιχισε καί τήν ἴδια τήν ζωή.

Οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες εἶναι λαμπρά παραδείγματα. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης συνοψίζει ὡς ἑξῆς τήν στάσι τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων: «Ἐκεῖνοι (οἱ παλαιοί μάρτυρες) διά τήν πίστιν τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐμαρτύρησαν; και οὖτοι ὁμοίως, ἐκεῖνοι διά τό ὄνομα, καί τήν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχυσαν τό αἷμα τους; καί οὗτοι ὁμοίως· ἵνα μή λέγω ὅτι οὗτοι ἔχουσί τι περισσότερον ἀπό ἐκείνους καθ’ ὅτι ἐκεῖνοι μέν ἠγωνίσθησαν κατά τῆς πολυθεΐας, καί εἰδωλολατρείας, ἥτις εἶναι μία προφανής ἀσέβεια, ὅπου δύσκολα ἠμπορεῖ νὰ ἀπατήσῃ ἕνα λογικό νοῦν, οἷτοι δέ ἠγωνίσθησαν κατά τῆς τῶν ἀλλοπίστων μονοπροσώπου μονοθεΐας, ἥτις εἶναι μία κεκρυμμένη ἀσέβεια, ὁπού εὐκόλως δύναται νά ἀπατήσῃ τόν νοῦν»19

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶχε ἐκτενῆ συνομιλία μέ τούς ἐξισλαμισθέντας Χιόνας καί τούς παρεστῶτας Τούρκους. Τοῦ εἶχε ζητηθῆ νὰ ἐκθέση τήν Πίστι τῶν Χριστιανῶν.
Τό πρῶτο θέμα πού ἀνέπτυξε ὁ Ἅγιος ἦταν τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος: «Τό γοῦν μυστήριον τῆς καθ’ ἡμᾶς εὐσεβείας οὕτως ἔχει. Μόνος ὁ Θεός ἐστιν, ὁ ἀεί ὤν καί διαμένων εἰς τούς αἰῶνας… Αὐτός γοῦν ὁ Θεός, ὁ μόνος ἄναρχος, οὐκ ἔστιν ἄλογος· αὐτός ὁ Θεός, ὁ μόνος ἄναρχος, οὐκ ἔστιν ἄσοφος….».
Καί ὡλοκλήρωσε τήν περί Ἁγίας Τριάδος ὁμολογία του μέ τό ἑξῆς συμπέρασμα: «Οὐκοῦν ὁ Θεός τρία, καί τά τρία ταῦτα εἷς ἐστι Θεός καί Δημιουργός»20.

Στήν συνέχεια ὁ Ἅγιος συνεπλήρωσε τήν ἔκθεσι τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως μέ τήν διδασκαλία περί τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ ἀπαντῶν σέ ποικίλα ἐρωτήματα τῶν Τούρκων. Εἶναι σημαντικό νά λεχθῆ ἐδῶ ὅτι ὁ Ἅγιος δέν διελέγετο ἐπί ἴσοις ὅροις, ὅπως ἐμεῖς σήμερα, ἀλλά κάτω ἀπό συνθῆκες αἰχμαλωσίας, στερήσεων καί σωματικῶν κακώσεων21, καί παρ’ ὅλα αὐτά δέν ὑπέστειλε τό χριστιανικό του φρόνημα χάριν τῆς ὁποιαδήποτε γηίνης ἀπολαβῆς.

Ὁμιλοῦντες περί τοῦ Ἁγίου Γηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, θεωροῦμε ἀπαραίτητο νά ἐπισημάνουμε τήν θλιβερά παρανόησι μιᾶς ἐκφράσεως τοῦ Ἁγίου. Ἐλέχθη ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος συνεφώνησε τάχα ὅτι «θά ἔλθῃ ποτέ ὁ χρόνος καθ’ ὅν θὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταξύ αὐτῶν (Ὀρθοδόξων καί Ἰσλάμ) ἀλληλακατανόησις», τό ὁποῖον καί εὐχήθηκε νά ἔλθη σύντομα22. Μία τέτοια ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐξυπηρετεῖ βέβαια τούς στόχους τοῦ συγχρόνου ὀρθοδοξο-ισλαμικοῦ διαλόγου γιά «ἀλληλοκατανόησι».

Πρόκειται ὅμως γιά παρερμηνεία. Στήν συνέχεια τοῦ κειμένου ὁ Ἅγιος ἑρμηνεύει τόν λόγο του «ἔσται ποτέ ὅτε συμφωνήσομεν ἀλλήλοις», λέγοντας: «Συνεθέμην γάρ μνησθείς τῆς τοῦ ἀποστόλου φωνῆς, ὅτι ἐπί «τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶν γόνυ κάμψει καί πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· τοῦτο δ’ ἔσται πάντως ἐπί τῇ δευτέρᾳ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν, Ε.Π.Ε., τ. 7, σελ. 190). Αὐτά λέγει ὁ Ἅγιος, χωρίς νά ὑπονοῆ καμμία ἀλληλοκατανόηση συγκρητιστικοῦ τύπου, ἀλλά ἐννοῶν τήν πραγματική ἐπίγνωση τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ ἀπό τό Ἰσλάμ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἄν καί εἶναι συνοπτικώτερος στίς διατυπώσεις αὐτῶν τῶν δύο δογμάτων, ὅμως εὐθύς ἐξ ἀρχῆς προβαίνει σέ δραστικώτερη ἀνασκευή τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰσλάμ περί τοῦ Θεοῦ καί περί τοῦ Χριστοῦ. Στήν συνέχεια ἀσχολεῖται καί μέ ἄλλα θέματα. Προφανῶς προτάσσει τά δογματικά ἐπειδή τά θεωρεῖ ὡς θεμελιωδέστερα τῶν ἄλλων23.

Τέλος ὁ Πατριάχης Γεννάδιος Σχολάριος σέ καιρούς κατ’ ἐξοχή δίσεκτους γιά τούς Ὀρθοδόξους, διελέχθη μέ ἀξιωματούχους Μουσουλμάνους καί στήν συνέχεια ἐπέδωσε δύο κείμενα μεταφρασμένα στήν ἀραβική, στά ὁποῖα: α) πραγματεύεται ἐκτενῶς περί τῆς μόνης σωτηρίου ὁδοῦ, τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν, καί β) ἐκθέτει συνοπτικῶς τήν Χριστιανική διδασκαλία. Στά κείμενα αὐτά παρουσιάζεται ἡ διδασκαλία περί Ἁγίας Τριάδος καί περί τῆς θεανθρωπότητος τοῦ Χριστοῦ μέ σαφήνεια καί ὡς μοναδική πίστις πού ὁδηγεῖ στήν σωτηρία.

Ἐκτός τούτων ὁ ἱερός Γεννάδιος ἄφησε καί τρίτο κείμενο-διάλογο, περί τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ κάποιον μουσουλμάνο λόγιο στρατιώτη24.
Ὅταν κάποιος συγκρίνει τό θεολογικό πλαίσιο, μέσα στό ὁποῖο πραγματοποιεῖται ὁ σημερινός ὀρθοδοξο-ισλαμικός διάλογος, μέ τήν θεολογία πού διέπει ὅλους τούς ἀνωτέρω διαλόγους τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, διαπιστώνει μέ πολλή λύπη ὅτι προωθεῖται ἕνας σοβαρώτατος διαθρησκευτικός συγκριτισμός. Πρῶτον, διότι παρασιωπῶνται καί δέν συζητοῦνται τά καιριώτατα αὐτά θέματα τῆς Πίστεως, καί δεύτερον, διότι ἡ παραδρομή των ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ὑποδηλώνει «ἀναισθησία τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ). Δέν φανερώνουν ἄραγε συγκριτισμό οἱ κατωτέρω ἐκφράσεις πού ἐνδεικτικῶς παραθέτουμε;

«Ὁ λόγος τῆς θρησκείας ἀποκαθιστᾶ τήν πνευματικήν ἰσορροπίαν τοῦ ἀνθρώπου»25. Ἀναρρωτώμεθα: καί ὁ λόγος τῆς θρησκείας τοῦ Ἰσλάμ;
«Οἱ δύο θρησκεῖες ἀποτελοῦν γιά τούς πιστούς τους δύο πλήρεις κύκλους πνευματικῆς ζωῆς….. Ἡ ἑτερόκεντρη αὐτή ἀφετηρία συντηρεῖ μία ἀναντίρρητη διπολικότητα στήν προσέγγιση ὅλων τῶν θεμάτων… Βεβαίως, ἡ προτροπή τῆς συμπτῶσεως τῶν κέντρων τῶν δύο κύκλων δέν εἶναι ὁρατή οὔτε στό ἐγγύς μέλλον. Ὑπάρχει ὅμως ἡ δυνατότητα οἱ ἑτερόκεντροι αὐτοί κύκλοι νά μή παραμείνουν ἁπλῶς ἑφαπτόμενοι, ἀλλά νά καταστοῦν τεμνόμενοι κύκλοι μέ συνεχῶς διευρυνόμενο τό κοινό τμῆμα τους»26. Δέν εἶναι λοιπόν πιθανόν νά γίνουν ὁμόκεντροι, ἔστω καί ἐάν ὁ Σεβ. Ἑλβετίας δέν τό βλέπει πιθανόν στό ἐγγύς μέλλον, ἐφ’ ὅσον ἤδη ἡ τομή τῶν κύκλων δέν ἀφορᾶ μόνο πρακτικά ζητήματα, ἀλλά καί θέματα πίστεως;

«Οἱ θρησκείες μας δέν εἶναι πρόθυμες νά διαταράξουν τή θεία εἰρήνη τοῦ οὐρανοῦ γιά νά ὑπηρετήσουν τήν ἀπαράδεκτη πολεμική ὑστερία τῶν ἀρχόντων τῆς γῆς»27. Ἀναρωτώμεθα: Ποιά κατάστασις χαρακτηρίζεται ὡς θεία εἰρήνη τοῦ οὐρανοῦ;

Σύμπτωσις ἀξιῶν: μοιραῖο σφάλμα ἤ τέχνασμα;
Ὑποστηρίχθηκε στόν διάλογο ὅτι ὁ Χριστιανισμός καί τό Ἰσλάμ ἔχουν κοινές ἀνθρωπιστικές, πνευματικές καί ἠθικές ἀξίες28. Τοῦτο θεωρήθηκε φυσικό ἐπακόλουθο τῆς κοινῆς πίστεως σέ ἕνα δημιουργό Θεό καί στήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὡς δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ29.
Δυστυχῶς τὸ ὀλίσθημα τῶν Ὀρθοδόξων στήν θεολογία ἔγινε ἀφετηρία γιά σφάλματα στήν ἀνθρωπολογία καί τήν ἠθική. Εἶναι ἄλλωστε γεγονός ὅτι ἡ ἠθική ἀπορρέει ἀπό τήν θεολογία.

Δέν ἔχουμε ἰδεῖ ἀκόμη δημοσιευμένα τά Πρακτικά τῶν ἀκαδημαϊκῶν συναντήσεων -ἀνεκοινώθη ὅτι θά δημοσιευθοῦν- γιά νά μπορέσουμε νά κρίνουμε τίς εἰσηγήσεις περί κοινῶν ἀξιῶν στό Ἰσλάμ καί στόν Χριστιανισμό ἐπί τῇ βάσει συγκεκριμένων θρησκειολογικῶν μελετῶν.
Θεωροῦμε πρός τό παρόν δεδομένη τήν κοινή ἀνακοίνωση τοῦ διαλόγου περί ὑπάρξεως κοινῶν ἀξιῶν στίς δύο πλευρές.

Δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε ὅτι στό Ἰσλάμ ὑπάρχουν ἠθικές ἀξίες. Ὁ φυσικός νόμος ἐδόθη σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἐπειδή οἱ μουσουλμανικοί λαοί εἶναι πολύ κοντά μας, ἴσως ἔχουμε προσωπική γνῶσι γιά τήν θρησκευτικότητα, τήν καλωσύνη, τήν τιμιότητα, τήν φιλοξενία, τήν φιλανθρωπία τους κλπ.
Ἴσως μάλιστα σέ ὡρισμένες περιπτώσεις, οἱ ἠθικές αὐτές ἀρχές νά εἶναι πιό ἰσχυρές στόν μουσουλμανικό κόσμο. Πρέπει αὐτό νά μᾶς ἐλέγξη καί νά μᾶς προβληματίση.
Ἐν προκειμένῳ ὅμως ἔχει σημασία ἐάν οἱ ἀνθρωπιστικές καί ἠθικές ἀξίες πού ἀπορρέουν ἀπό τήν κορανική διδασκαλία συμπίπτουν μέ ἐκεῖνες πού ἀπορρέουν ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ θρησκειολογία ἔχει ἐπισημάνει σημαντικές διαφορές στήν ἠθική διδασκαλία μεταξύ Ἰσλάμ καί Χριστιανισμοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος (Γιαννουλᾶτος) γράφει χαρακτηριστικά: «Πολλαί ἰσλαμικαί ἠθικαί ἀρχαί συμπίπτουν πρός τάς ὑπό τοῦ Χριστιανισμοῦ κηρυσσομένας, ἄλλαι εἶναι οὐδέτεραι, ἐνῷ ὡρισμεναι ἔρχονται εἰς σαφῆ ἀντίθεσιν πρός τό εὐαγγελικόν πνεῦμα. Ἰδιαιτέρως ἀμφισβητοῦνται καί σκανδαλίζουν τόν σύγχρονον ἄνθρωπον αἱ κοινωνικαί δομαί, αἱ ἀντιστρατευόμεναι εἰς τό δικαίωμα ἐλευθερίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί συγκεκριμένως, πρῶτον, ἡ σαφῆς ὑποτίμησις τῆς γυναικός καί ἡ σκανδαλώδης μονομέρεια ὑπέρ τοῦ ἀνδρός εἰς ζητήματα γάμου καί διαζυγίου· δεύτερον, ἡ ἐπίσημος θρησκευτική ἀναγνώρισις τοῦ θεσμοῦ τῆς δουλείας· τρίτον, ἡ θεολογική δικαίωσις τοῦ πολέμου, παρά τάς ἠπίας ἑρμηνείας καί διασαφήσεις, καί ἡ ἀνύψωσις ὡρισμένων μορφῶν του ὡς ‟ἱερῶν’’»30.

Εἶναι γνωστές, ἄλλωστε, οἱ διακηρύξεις ὡρισμένων ἰσλαμικῶν Κρατῶν καὶ πολλῶν ἰσλαμικῶν ὁμάδων περί ἀναλήψεως ἱεροῦ πολέμου κατά τῶν Χριστιανῶν κατά τήν διάρκεια τῶν προσφάτων πολεμικῶν συγκρούσεων στόν Περσικό Κόλπο καί στήν Βοσνία31.
Θά πρέπει ἐπίσης νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἀπό πλευρᾶς τῶν Μουσουλμάνων εἶναι εὔκολο νά ὑποστηριχθῆ ἡ σύμπτωσις ἀνθρωπιστικῶν καί ἠθικῶν ἀξιῶν Ἰσλάμ καί Χριστιανισμοῦ, διότι μπορεῖ νά ἀποδοθῆ στόν κοινό κατ’ αὐτούς μονοθεϊσμό τῶν δύο πίστεων.32

Ἀπό πλευρᾶς ὅμως τῶν Ὀρθοδόξων δέν μπορεῖ νά δικαιολογηθῆ τέτοια σύμπτωσις, διότι καθ’ ἡμᾶς ὑπάρχει ἀγεφύρωτο χάσμα στήν περί Θεοῦ διδασκαλία μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Ἰσλάμ.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, κατά τόν διάλογό του μέ τόν Ἰσμαήλ, ἐγγονό τοῦ ἀμηρᾶ Ὀρχάν, κάνει ἀποφασιστική τομή στόν τρόπο ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν ἀγαθοεργιῶν. Ἡ ἐλεημοσύνη, λέγει, ἔχει πραγματική ἀξία ὅταν ἀπορρέει ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν ἀληθινό Θεό33. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐξαρτᾶ ἄμεσα τήν ἠθική ἀπό τήν θεογνωσία, τὴν γνῶσι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, καί ὄχι ἁπλῶς ἀπό τήν πίστι σέ Θεό.

Γιά τόν λόγο αὐτόν ἀκριβῶς, ἀφοῦ ἀποδεικνύει τήν πλάνη τοῦ Ἰσλάμ ὡς πρός τά δόγματα τῆς πίστεως, συμπεραίνει κατόπιν ὁ Ἅγιος καί τήν ποιότητα τῆς ἠθικῆς του: «Ἐπεί γοῦν γνόντες περί ὧν ὁ λόγος τόν Χριστόν οὐχ ὡς Χριστόν ἐδόξασαν ἤ ἐσεβάσθησαν, ‟παρέδωκεν αὐτούς ὁ Θεός εἰς ἀδόκιμον νοῦν’’ καί ‟πάθη ἀτιμίας’’, ὥστε βιοῦν αἰσχρῶς καί ἀπανθρώπως καί θεομισῶς καί, κατά τόν ἐκ παιδός ὑπό Θεοῦ μεμισημένον καί τῆς πατρικῆς εὐχῆς ἀπωσμένον Ἡσαῦ, ἐπί τόξῳ καί μαχαίρᾳ καί ἀσωτίᾳ ζῆν, ἐπεντρυφῶντας ἀνδραποδισμοῖς, φόνοις, λεηλασίαις, ἁρπαγαῖς, ἀκολασίαις, μοιχείαις, ἀνδρομανίαις. Καί οὐ μόνον αὐτοί τά τοιαῦτα πράττουσιν, ἀλλ’ ὤ τῆς παρανοίας, καί τόν Θεόν συνευδοκεῖν τούτοις οἴονται. Οὕτως ἐγώ περί τούτων διανοοῦμαι, τά κατ’ αὐτούς νῦν εἰδώς ἀκριβέστερον»34.

Στόν διάλογον πού εἴχε κάνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τόν Τασιμάνη (τοῦρκο κληρικό) ἀξιολογεῖ τήν ἠθική τοῦ ἱεροῦ πολέμου τοῦ Μωάμεθ καί τήν χαρακτηρίζει ἀλλοτρία πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γράφει: «Ἐξ ἀνατολῆς δέ κινήσας μέχρι δύσεως διῆλθε νικῶν, ἀλλά πολέμῳ καί μαχαίρᾳ καί φόνοις καί λεηλασίας και ἀνδραποδισμοῖς ἀνθρώπων καί ἀνδροκτασίαις, ὧν οὐδέν ἐκ τοῦ Θεοῦ ὄντος ἀγαθοῦ προηγουμένως ἐστί»35.

Δέν ἀρκεῖται μόνον στήν ἀξιολόγησι αὐτή, ἀλλά συγκρίνει τήν ἠθική βάσι τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ Ἰσλάμ μέ τήν ἀντίστοιχη τοῦ Εὐαγγελίου. Γιά τήν πρώτη λέγει: «ὁμοῦ τε βίαν ἐπάγων καί τά καθ’ ἡδονήν προτεινόμενος (ὁ Μωάμεθ)», ἐνῶ γιά τήν Δευτέρα: «καίτοι τῶν τοῦ βίου σχεδόν ἁπάντων ἡδέων ἀπάγουσα (ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, δηλ. οἱ Ἀπόστολοι), μηδεμίαν αὕτη βίαν ἐπάγουσα, νικῶσα δέ μᾶλλον τήν ἀντεπαγομένην βίαν ἑκάστοτε»36. Εἶναι φανερό ὅτι ὄχι μόνο δέν ταυτίζονται, ἀλλά πολύ ἀπέχουν μεταξύ τους οἱ ἠθικές ἀρχές πού διέπουν τήν ἐξάπλωσι τοῦ Ἰσλάμ καί τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, σχολιάζων τήν οἰκογενειακή ἠθική τοῦ Ἰσλάμ, ἀποκαλύπτει τήν ταπεινότητά της καί κατακλείει τόν λόγο του συστελλόμενος νά ἀπαριθμήσει ὅσα ἀπρεπῆ γράφει ὁ Μωάμεθ στό Κοράνιο: «καί τόδε ποίησον καί τοιῶσδε, ἵνα μή πάντα λέγω, ὡς ἐκεῖνος αἰσχρά»37.
Ὁ ἱερός Γεννάδιος γιά τό θέμα αὐτό ἀφιερώνει σημαντικό μέρος τῆς πραγματείας του Περί τῆς μόνης ὁδοῦ πρός τήν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Ὁμιλῶν μέ πολλή προσοχή –διότι ἐπρόκειτο νά μεταφρασθῆ ἀραβιστί καί νά διανεμηθῆ στούς μουσουλμάνους ἀξιωματούχους- καί μέ περισσή ἐπιστημονικότητα, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ εὐαγγελικός νόμος «τοῦ ἡμετέρου Ἰησοῦ, ἐτελείωσε δέ τήν ἀνθρωπίνην ὄρεξιν τῷ δοῦναι λόγους καί ὑποδείγματα τῶν ἀληθινῶν ἀρετῶν, αἵ μή μόνον τάς ἐξωτέρας ἐνεργείας ἡμῶν, ἀλλά καί αὐτάς τά ἐν τῇ ψυχῇ κινήσεις τάττειν καί ἀπευθύνειν πρός τόν Θεόν δύνανται…».

Καί συμπεραίνει: «εὐλόγως διά ταῦτα πιστεύομεν μόνον τόν εὐαγγελικόν νόμον τήν ὁδόν εἶναι τῆς σωτηρίας»38.
Στήν συνήθως προβαλλομένη ἔνστασι, ὅτι ὁ μέν εὐαγγελικός νόμος εἶναι ὁδός σωτηρίας, ἀλλά παρεποιήθη ἀπό τούς Χριστιανούς καί ἑπομένως ἡ κορανική διδασκαλία διορθώνει τίς παραποιήσεις αὐτές, ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος μέ ἀνυποχώρητη εὐθύτητα ἀπαντᾶ:
«Καί οὕτως…. γέγονε δῆλον, ὅτι μία καί τελειωτάτη τῆς σωτηρίας ὁδός ἐστιν ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν αὐτῶν μαθητῶν, καί ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ ὁδῷ οἱ τῇ διδασκαλίᾳ ταύτῃ ἠκολουθηκότες γεγόνασι πάντες, καί ὅτι νόμος τελειότατος ἐκ Θεοῦ εἰς ἀνθρώπους ἦλθεν ὁ εὐαγγελικός, καί οὗτος ἀπό τῶν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ χρόνων ἄχρι καί νῦν ἀδιάφθορος ἐν τοῖς πανταχοῦ μένει χριστιανοῖς, ἐν οἷς, εἰ καί πλείους αἱρέσεις εἰσίν, οὐ τὸ διαφόροις κεχρῆσθαι εὐαγγελίοις, ἀλλά τό διαφόρως νοεῖν τά ὁμοίως γεγραμμένα συνίστανται»39..

Ἀπό τά ἀνωτέρω συμπεραίνεται, νομίζουμε, μέ εὐκολία ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι στόν σύγχρονο ὀρθοδοξο-ισλαμικό διάλογο δέν ἐπρόσεξαν σοβαρά, οὔτε τά πορίσματα τῆς θρησκειολογίας οὔτε, πολλῷ μᾶλλον, τήν κρίσι τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἠθικῆς τοῦ Ἰσλάμ. Φαίνεται ὅτι ἡ συμφωνία τους περί συμπτώσεως τῶν ἀνθρωπιστικῶν καί ἠθικῶν ἀξιῶν τῶν δύο κόσμων ἀποτελεῖ μοιραῖο ἐπακόλουθο τῆς δογματικῆς των πρῶτα συμπτώσεως ἤ σεσοφισμένη φόρμουλα γιά νά περάση ὁ διαθρησκευτικός συγκριτισμός ἀπό τήν θεωρία στήν πράξι40.

Ἀνθρωποκεντρική ἀντιμετώπισις
Ἀπό τίς προηγούμενες παραγράφους φαίνεται ὅτι ἕνα ἀνθρωποκεντρικό πνεῦμα διέπει τὰ φρονήματα τῶν Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων στόν διάλογο. Πρώτιστη βέβαια μαρτυρία εἶναι ἡ παράκαμψις τῶν θεολογικῶν προβλημάτων καί ἡ ἀβρόχιος ποσί διαπεραίωσις στά πρακτικώτερα ζητήματα στίς σχέσεις Ὀρθοδόξων καὶ Μουσουλμάνων. Μαζί ὅμως μέ τά θεολογικά, ἔχουν παραθεωρηθῆ καί τὰ ἀνθρωπολογικά ζητήματα πού ἀντιμετωπίζονται πολύ διαφορετικά ἀπό τὸ Ἰσλάμ καί τόν Χριστιανισμό.

Ἡ ἀνθρωποκεντρική προσέγγισις τῶν προβλημάτων, ὅπως τῶν ἐντάσεων, τῶν συγκρούσεων καί τῶν ἀναμετρήσεων ἀνάμεσα στούς δύο κόσμους, δέν εἶναι λυτρωτική γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀναστέλλει ἐνδεχομένως τήν ἀνάπτυξι καί τήν ἐπιδείνωσι θρησκευτικῶν ἀνταγωνισμῶν, δέν προσφέρει ὅμως τήν ἀληθινή λύτρωσι πού προσφέρει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Μέ τήν προοπτική τοῦ ἐν λόγῳ διαλόγου ὁλόκληρος ὁ ἰσλαμικός κόσμος, «ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανε», δέν μπορεῖ νά ἀποκομίση μήνυμα εὐαγγελικό-λυτρωτικό. Ἄλλωστε, ἀναγνωρίζοντας στούς ἀλλοπίστους τήν Ἀλήθεια, στεροῦμε ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τήν ἰδιότητα νά κηρύσση τό Εὐαγγέλιο πάσῃ τῇ κτίσει.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως εἴδαμε στά προηγούμενα, ἔδωσαν μεγάλη βαρύτητα στήν διακήρυξι τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς θεολογίας. Δέν περιορίσθηκαν σ’ αὐτήν, ἀλλά ἀνεσκεύασαν καί τίς ἀνθρωπολογικές πλάνες του Ἰσλάμ. Δέν τό ἔκαναν ἰδεολογικά. Δέν εἶχαν λόγους νά κηρύσσουν μία χριστιανική ἰδεολογία. Τό ἔπραξαν ἀπό ἀγάπη Χριστοῦ πρός τούς ἀλλοπίστους καί ποιμαντική εὐθύνη πρός τούς ὁμοτίμους.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἔβλεπε ἀπό κοντά τά σοβαρά προβλήματα πού δημιουργοῦσε ἡ μουσουλμανική πλάνη στούς Χριστιανούς τῆς Συρίας καί τῆς Παλαιστίνης. Εἶναι εὔκολο νά ἀντιληφθοῦμε τόν ζῆλο του στούς διαλόγους πού πολλές φορές φαίνεται νά πραγματοποίησε μέ τούς Μουσουλμάνους. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι στά πολύ μικρά σέ ἔκτασι ἀντι-ισλαμικά κείμενά του ἀντιμετωπίζει καίρια τίς σοβαρότερες θεολογικές ἀνθρωπολογικές καί σωτηριολογικές πλάνες τοῦ Ἰσλάμ.

Τό ἥμισυ τῆς Διαλέξεως Σαρακηνοῦ καί Χριστιανοῦ41 ἀφιερώνει στό θεμελιῶδες ἀνθρωπολογικό πρόβλημα τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως. Κατά τήν χριστιανική διδασκαλία ἡ ἐλευθέρα βούλησις, τό αὐτεξούσιον, εἶναι ὀντολογικό στοιχεῖο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.

Στήν συνεργία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας μέ τήν θεία Χάρι εὑρίσκεται ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας. Τό Κοράνιο ἀρνεῖται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐλευθερία τῆς βουλήσεως. Τό καλό καί τό κακό κατά τήν κορανική διδασκαλία ἔχουν τήν αἰτία τους στόν Θεό. Γι’ αὐτό καί ἡ ἁμαρτία δέν ἔχει γιά τό Ἰσλάμ ὀντολογικές ἐπιπτώσεις στήν ἀνθρωπίνη φύσι, ἀλλά ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἠθική παράβασι τοῦ νόμου.

Ἀκόμη καί οἱ μεταγενέστερες ἑρμηνεῖες τοῦ Κορανίου δέν κατώρθωσαν νά ὑπερπηδήσουν ὁριστικά τό σκάνδαλο τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ, διότι τό Κοράνιο ἀρνεῖται πεισμόνως νά ἀναγνωρίση καί νά ἀποδεχθῆ τήν δικαίωσι πού πραγματοποίησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μέ τήν σάρκωσι καί τό Πάθος Του.

Εἶναι προφανεῖς οἱ σωτηριολογικές συνέπειες τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ τῆς κορανικῆς διδασκαλίας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀνατρέπει τήν πλάνη αύτή, ὄχι μόνο γιά νά μή ἀποδίδεται βλάσφημα ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ στό Θεό, ἀλλά καί διότι ἡ σωτήριος μετάνοια ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἐλεύθερο προσανατολισμό τοῦ αὐτεξουσίου μας στόν Θεό.

Δέν εἶναι τυχαῖο ἐπίσης ὅτι σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς διαλόγους τῶν Ἁγίων πού προσφέρονται ὡς πρότυπτα ἰσλαμο-χριστανικοῦ διαλόγου, τό πρόβλημα τῆς προφητικῆς ἀξίας τοῦ Μωάμεθ τίθεται εὐθύς ἐξ ἀρχῆς. Πολλοί νομίζουν ὅτι εἶναι θέμα πολεμικῆς τακτικῆς, γιά νά ὑποσκάψουν οἱ Χριστιανοί τά θεολογικά θεμέλια τοῦ Ἰσλάμ. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι. Πρόκειται γιά σοβαρώτατο σωτηριολογικό πρόβλημα.

Εἶναι δυστύχημα ὅτι τόν διάλογο σήμερα δέν ἔχει ἀπασχολήσει τό θέμα αὐτό, ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον μποροῦμε νά γνωρίζωμε. Ἄς ἰδοῦμε ὅμως τήν ἰδιαίτερη σημασία τοῦ θέματος.
Γιά τό Ἰσλάμ ἡ προφητεία εἶναι ἕνα χάρισμα τοῦ Θεοῦ σέ ἐκλεκτούς Του μέ σκοπό νά ἐξαγγείλουν τήν σωτήριο βουλή στούς ἀνθρώπους. Ὁ Ἀδάμ, ὁ Νῶε, ὁ Δαβίδ, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Χριστός καί ἔσχατος πάντων ὁ Μωάμεθ, εἶναι οἱ προφῆται τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τήν κλασική κορανική διδασκαλία.

Ὑποστηρίζεται ἐπίσης ἀπό μουσουλμάνους θεολόγους ὅτι ἡ προφητεία ἔχει δοθῆ καί σέ ἄλλους ἐκτός τῶν λαῶν τῆς Βίβλου ἄνδρες. Γι’ αὐτούς ὁ Βούδας, ὁ Ζωροάστρης, κ.ἄ. εἶναι ἐπίσης προφῆται τοῦ Θεοῦ μέ συγκεκριμένη ἀποστολή πρός τόν λαό τους42.

Ἡ διδασκαλία αὐτή περί προφητείας εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένη μέ τήν σωτηριολογία του Ἰσλάμ. Ἡ σωτηρία στό θρησκευτικό αὐτό σύστημα περιορίζεται στήν ὑπακοή (ἀπόλυτη ὑποταγή, ἰσλάμ) στόν ἕνα καί μοναδικό Θεό43, χωρίς νά συνδέεται μέ τήν ὀντολογική ἀνακαίνισι τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμη καί ἡ μεταγενέστερη ἀντίληψις τοῦ Ἰσλάμ καί τοῦ σουφισμοῦ (μυστικισμοῦ τοῦ Ἰσλάμ) περί σωτηρίας, πού ἀπομακρύνεται συνεχῶς ἀπό τήν ἀρχαϊκή ἀντίληψι, δέν κατευθύνεται οὐσιαστικά πρός τήν ἀληθινή σωτηρία.
Κλίνει ἐφ’ ἑνός πρός τόν πανθεϊσμό, καί ἀφ’ ἐτέρου δέν ἐπιτυγχάνει νά ἀναγάγη τόν ἄνθρωπο στήν θεία Ζωή. Ἡ παχυλή βέβαια ζωή στόν παράδεισο τοῦ Ἰσλάμ δέν μπορεῖ νά νοηθῆ οὔτε ὡς ὀντολογική ἀνακαίνισις οὔτε ὡς σωτηρία ἀπό κάθε ἔμφρονα ἄνθρωπο.

Τήν διδασκαλία περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀντλεῖ τό Ἰσλάμ ἀπό τήν ἀντιχριστιανική ἰουδαϊκή καί τήν αἱρετική χριστιανική (ἀρειανική-νεοστοριανική) γραμματεία. Τόν δέχεται ὡς μέγα προφήτη, ὡς σφραγίδα τῆς ἁγιότητος, ὡς τόν μέλλοντα νά κρίνη τόν κόσμο κατά τήν Δευτέρα Παρουσία. Τόν θεωρεῖ ἐπίσης Λόγο καί Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γεννηθέντα ἀπό τήν παρθένο Μαρία (ὄχι τήν Κυρία Θεοτόκο, ἀλλά τήν ἀδελφή τοῦ Μωϋσέως), διδάσκαλο τοῦ μονοθεϊσμοῦ, καί τέλος ἀναληφθέντα στούς οὐρανούς μέχρι τῆς δευτέρας ἀποτολῆς του γιά τήν κρίσι.

Ἀρνεῖται τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τόν Σταυρικό του θάνατο καί τήν Ἀνάστασι, διότι τά θεωρεῖ ἀνοίκεια καί βλάσφημα γιά ἕνα προφήτη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί βδελύσσεται τόν Τίμιο Σταυρό. Γιά νά στηρίξη ὅλη αὐτή τή διδασκαλία περί Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό Ἰσλάμ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ Χριστιανοί διαστρέβλωσαν μέ προσθαφαιρέσεις καί παραποιήσεις τό ἀρχικό Εὐαγγέλιο πού ἐκήρυξε ὁ Ἰησοῦς.

Ὅλα αὐτά τά παραδοξολγήματα θεωρήθηκαν κατά τόν ὑπ’ ὄψιν μας διάλογο σημεῖα διαφοροποιήσεως στό καθαρῶς θεωρητικό θρησκευτικό περιεχόμενο τῶν θρησκειῶν, ἐσωτερική ὑπόθεσις τῆς κάθε θρησκείας, καί δέν ἀξιολογήθηκαν.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τά στοιχεῖα ἀκριβῶς ἐκεῖνα πού συνιστοῦν τήν πεμπτουσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως εἶναι ἡ «μωρία τοῦ Σταυροῦ», τό Τριαδικόν τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου, πού ὑπερβαίνουν τήν ἀνθρωπίνη λογική καί δηλώνουν τήν ἐξ ἀποκαλύψεως προέλευσί του, ἀπορρίπτονται κατά τρόπον ἀπόλυτο ἀπό τό Ἰσλάμ πού ἐν τούτοις ἐπιμένει νά ἰσχυρίζεται ὅτι ἀποτελεῖ ἐξ ἀποκαλύψεως θρησκεία.

Ἡ οὐσία ὅμως τῆς ἀποκαλύψεως ἔγκειται στήν φανέρωσι τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ πού δέν μπορεῖ νά συλλάβη ὁ ἄνθρωπος. Ἀλήθειες πού συλλαμβάνει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ὑπάρχουν σέ ὅλες τίς θρησκεῖες πού δημιουργεῖ ὁ ἄνθρωπος. Στίς περιπτώσεις αὐτές ἀκολουθοῦν καί θεοί ‟κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν’’ τοῦ ἀνθρώπου.

Τό ριζικῶς διάφορο στήν Ἐκκλησία εἶναι ὅτι δέν δημιουργεῖ τόν Θεό ‟κατ’ εἰκόνα’’ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά τηρήση τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀποκαλύψη ἐντός του τά ἰδιώματα τῆς αὐθεντικῆς φύσεώς του, πού δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ44. Γι’ αὐτό οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ φαίνονται παράδοξες καί ἀφύσικες στόν ἐκπεσόντα ἄνθρωπο καί ἐν προκειμένῳ στούς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται δόγματα καί ἠθικές ἀξίες προσαρμοσμένες στά μέτρα τοῦ ἐμπαθοῦς ἀνθρώπου45. Ἁλλά καί γι’ αὐτό οἱ τηρηταί τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχήν αὐθεντικοί καί καθολικοί ἄνθρωποι. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού ἀγαποῦν καί εἰρηνεύουν μέ ὅλους χωρίς ὅρια.

Ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, πού εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν χριστιανική ἀρετή, δέν εἶναι λογικά κατανοητή καί γι’ αὐτό δέν γίνεται ἀποδεκτή ἀπό τό Ἰσλάμ. Καί ὁ Τριαδικός Θεός, πού ἀποτελεῖ τό πρότυπο τῆς ἐν κοινωνίᾳ ζωῆς τῶν ἀνθρώπων στήν Ἐκκλησία, εἶναι ἐπίσης ἀσύλληπτος καί γι’ αὐτό ἀπορρίπτεται ἀπό τό Ἰσλάμ.
Τέλος ὁ Θεός, πού γίνεται ἄνθρωπος καί πεθαίνει ὡς κακοῦργος στόν Σταυρό, εἶναι ἀκατανόητος καί ἡ ἀλήθεια αὐτή θεωρεῖται βλασφημία ἀπό τό Ἰσλάμ. Αὐτά ὅμως ἀποτελοῦν τά κατ’ ἐξοχήν γνωρίσματα τοῦ Χριστιανισμοῦ καί σέ αὐτά θεμελιώνεται ὁλόκληρο τό μυστήριο τῆς σωτηρίας καί ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ἄν αὐτά παραθεωρηθοῦν ἤ θεωρηθοῦν ἐσωτερική μόνον ὑπόθεσις τοῦ Χριστιανισμοῦ, τότε ποιός Χριστιανισμός ἀπομένει γιά νά διαλεχθῆ μέ τό Ἰσλάμ;
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅπως ἤδη ἀνεφέρθη ἀνασκευάζουν λεπτομερῶς ὅλες αὐτές τίς πλάνες. Ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός καί Υἱός τοῦ Θεοῦ καί, πιό συγκεκριμένα, Θεάνθρωπος46.
Ἀποδεικνύουν μέ Γραφικές μαρτυρίες ὅτι «πάντες οἱ προφῆται καί ὁ νόμος ἕως Ἰωάννου προεφήτευσαν» (Ματθ. ια΄, 13), καί ἑπομένως ὁ Μωάμεθ δέν εἶναι προφήτης. Τό κάνουν αὐτο γιά δύο λόγους:

Πρῶτον, γιά νά ἀποδειχθῆ ὁ Μωάμεθ ψευδοπροφήτης47. Σύμφωνα μέ τόνἅγιο Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή: «πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογῇ Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι» (Α΄ Ἰω. 4,2) καί κατά τόνἅγιο Ἀπόστολο Πέτρο: «ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι καί ψευδοπροφῆται, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας» (Β΄ Πέτρ. 2,1). Γι’ αὐτό τόν λόγο καί σέ κάθε ἐρώτησι τῶν μουσουλμάνων, ἄν ἀναγνωρίζουμε τόν Μωάμεθ ὡς προφήτη, ἡ ἀπάντηση τῶν Ἁγίων εἶναι σταθερά ἀρνητική. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶςσημείωνει: «ἐκεῖνος (ὁ Ἰσμαήλ) ἤρετο πάλιν, εἰ δεχόμεθα καί ἀγαπῶμεν καί ἡμεῖς τόν προφήτην αὐτῶν Μεχούμετ. Ἐμοῦ δέ ἀπαγορεύσαντος, ἐκεῖνος τήν αἰτίαν ἐζήτει. Ἐμοῦ δέ καί πρός τοῦτο τήν ἀπολογίαν ἱκανήν ὡς πρός τόν ἀκούοντα παρασχόντος…»48.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀπορρίπτει τήν προφητική ἰδιότητα τοῦ Μωάμεθ, ἐπειδή δέν ἔχει τήν ἄνωθεν μαρτυρία, καί μέ κάποια εἰρωνεία δείχνει ἀφελῆ καί γελοῖο τόν ἰσχυρισμό ὅτι ἔλαβε κοιμώμενος τόν κοράνιο49.

Ὁ ἱερός Γεννάδιος μέ τήν διακριτική του σοβαρότητα συμπεραίνει: «οὕτως ἀρχήν μέν τῆς ἀνθρωπίνης καταστάσεως ὁ φυσικός ἦν νόμος, μεσότης δέ, ὁ διά Μωυσέως δοθείς, πέρας δέ καί τελειότης, ὁ τοῦ Χριστοῦ, καί ταύτῃ τῇ τελειότητι ἀμέσως ἐπακολουθήσειν πιστεύομεν τήν ἐν ἐκείνῳ τῷ μέλλοντι βίῳ τελειοτέραν κατάστασιν»50. Μέ αὐτό ἔκανε σαφές στούς Μουσουλμάνους ὅτι δέν ὑπάρχει μετά Χριστόν ἀνάγκη προφήτου γιά νά ἀποκαλυφθῆ ἡ σωτήριος βουλή τοῦ Θεοῦ. Οἱ μετά Χριστόν προφῆται εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ἤδη γενομένης ἐν Χριστῷ σωτηρίας διά τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες, τέλος, ἔδιναν ἀπεριφράστως τήν ἀρνητική ἀπάντηση περί τῆς προφητικῆς ἰδιότητας τοῦ Μωάμεθ. Ἀναφέρομε χαρακτηριστικῶς μία: «Ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὁ δέ Μωάμεθ, εἰς τόν ὁποῖον πιστεύετε ἐσεῖς, ἦταν ἄνθρωπος θνητός, ἄνθρωπος ἀγράμματος, καί εἰς τόν κόσμον τοῦτον δέν ἔκαμεν κανένα καλόν ἔργον, ἀλλ’ οὔτε ἕνα θαῦμα ἔκαμεν εἰς τόν καιρόν του, ὡσάν τούς ἄλλους προφήτας τοῦ Θεοῦ, τούς ὁποίους ἔχομεν ἡμεῖς οἱ Χριστιανοί, μόνον ἐσεῖς τόν ἐκάματε μέγαν καί τόν ἔχετε διά προφήτην. Ἀλλά μή γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ, νά ἦτον ἐκεῖνος προφήτης, ἀλλά πολέμιος τοῦ Θεοῦ, καί μέ τάς μυθολογίας καί τά πλάσματά του, ἐφάνη ἀρεστός εἰς τόν ἁπλοῦν, καί ἄπρακτον λαόν, καί τόν ἀκολούθησαν, καθώς ἦτον προφητευόμενον διά λόγου του, ὅτι θέλει ἔλθη νά πλανέσῃ τόν κόσμον»51.


1. Κοράνιο καί χριστιανική πίστη. Σκέψεις πάνω στόν ἰσλαμοχριστιανικό διάλογο χτές καί σήμερα, περιοδ. ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ, τεῦχ. 3 (1992), σελ. 40. 2. Δυνατότητες ἑνός νέου διαλόγου μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί Μουσουλμανισμοοῦ, ΕΕ ΘΣΠΘ, τόμ. 24 (1979), σελ. 410. 3. Ἐνθ’ ἀνωτ. σελ. 408. 4. Ἐνθ’ ἀνωτ. σελ 407-411. 5. Γεωργίου Τσανανᾶ, Διδάσκοντος γιά τό Ἰσλάμ στό Λύκειο (Προϋποθέσεις -ἰδέες- προτάσεις), περιοδ. ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ τεῦχ. 3 (1992), σελ. 159. 6. Περιοδ. ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ, Κείμενα- Ἀπόψεις, σελ. 163. 7. Ἐπίσκεψις, 368 (8.12.1986) σελ. 15. 8. Μητροπολίτου Ἑλβετίας Δαμασκηνοῦ, Ἀκαδημαϊκός διάλογος Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων, ἀνάτυπον ἀπό τήν: Ἐπιστιμονική Παρουσία Ἐστίας Θεολόγων Χάλκης, τόμος Γ, Ἀθῆναι 1994, σελ.168. 9. Ἐνθ. ἀνωτ. σελ. 172. Βλ. καί Ἐπίσκεψις 368(8.12.1986), σελ.15. 10.Μητρ. Ἑλβετίας, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 174 καί Ἐπίσκεψις, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 16. 11. Μητρ. Ἑλβετίας, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 175 καί Ἐπίσκεψις 532 (30.06.1996), σελ. 18. 12. Μητρ. Ἑλβετίας, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 177 καί Ἐπίσκεψις 494 (31.7.1993), σελ. 18-19 καί 532 (30.6.1996), σελ. 15. 13. Ἐπίσκεψις 532 (30.06.1996), σελ. 15. 14. Ἐπίσκεψις 510 (31.10.1994), σελ. 9 καί 532 (30.6.1996), σελ. 20. 15. «Ὁ διάλογος δέν ἔχει τόν σκοπό ἱεραποστολικῆς προσπαθείας καί μεταστροφῆς. Οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται ὅπως εἶναι καί ὅπως θέλουν νά εἶναι, σύμφωνα μέ τήν βασική μουσουλμανική ρήση: «Σύ ἔχεις τήν θρησκεία σου κι ἐγώ τή δική μου» (Πρίγκηψ Χασσάν τῆς Ἰορδανίας, βλ. περιοδ. Ἐπίσκεψις 494 (31.7.93), σελ. 23). Καί ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἑλβετίας Δαμασκηνός μέ ἄλλες λέξεις ἐπαναλαμβάνει τά ἴδια: «Αὐτό δέ εἶναι ἀκριβῶς τό πνεῦμα τῶν συναντήσεων μεταξύ Μουσουλμάνων πού θέλουν νά γνωρίσουν τόν Χριστιανισμό καί Χριστιανῶν πού ἐπιθυμοῦν ἐννοήσουν τό Ἰσλάμ: Σεβασμός τοῦ ἄλλου, σεβασμός τοῦ ἑαυτοῦ μας, σεβασμός τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσέγγιση αὐτή μᾶς κάνει ξαφνικά νά ἀποκτήσουμε συνείδηση τοῦ γεγονότος ὅτι, κατά βάθος, μία ἐκκλησία ἤ ἕνα τέμενος –χῶροι ταπεινώσεως, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τήν μηδαμηνότητά του- ἀποβλέπουν στήν ἴδια πνευματική καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου» (ἔνθ’ ἀνωτ.) Ἄν καί διακηρύσσεται στόν διάλογο ἡ ἀνοχή τῶν θρησκευτικῶν πεπειθήσεων, ὅμως δέν καταξιώνεται ἀπό τήν ἱστορία τοῦ Ἰσλάμ καί ἀπό τίς σχέσεις του μέχρι σήμερα μέ τούς ὀρθοδόξους πληθυσμούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ἡ ἄρνησις τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας γιά κάθε Χριστιανό στή Σουηδική Ἀραβία καί σέ ἄλλες ἰσλαμικές χῶρες σήμερα εἶναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. 16. «Γιά τήν πλειοψηφία τῆς παγκοσμίου κοινότητος, ὁ μονοθεϊσμός ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθη ἀπό τόν Χριστιανισμό, τόν Μουσουλμανισμό καί τόν Ἰουδαϊσμό προσέφερε ἐνωρίτατα ἕνα κοινό σημεῖο συννενοήσεως… Ἡ πίστη μας σέ ἕνα μοναδικό Θεό, ἡ πολύπλοκη φύση του Σύμπαντος, τοῦ ὁποίου δέν ἀποτελοῦμε παρά ἕνα ἀπειροελάχιστο τμῆμα, τέλος δέ καί τό μυστήριο τῆς μελλούσης ζωῆς ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν ἕνας κοινός δεσμός πού μᾶς ἕνωσεν». (Ἐπίσκεψις 368 (8.12.86) σελ. 16). 17. «Ἐν τούτοις, ὑπάρχουν ὀρισμένα κοινά θεολογικά σημεῖα: Ποῖα εἶναι, ὅμως, τά κοινά σημεῖα τῶν δύο θρησκειῶν, τά ὁποῖα μᾶς ἐπιτρέπουν νά ἀποβλέπωμε σέ μία οὐσιαστική προσέγγιση μεταξύ τους; Εἶναι ἡ πίστη στόν ἕνα ἀληθινό Θεό, Δημιουργό καί Κύριο τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας» (Μητρ. Ἑλβετίας, ἔνθ. ἀνωτ. σελ.185). 18. Μητρ. Ἑλβετίας, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ.171. 19.Νέον Μαρτυρολόγιον, ἐκδ. ΑΣΤΗΡ, Ἀθῆναι 1961, σελ. 12. 20. Διάλεξις πρός τούς ἀθέους Χιόνας, Ε.Π.Ε. τ. 7, σελ 212 καί 216. 21. Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 164. 22. Ἐπίσκεψις, 510 (31.10.1994) σελ. 7. 23. Περί αἱρέσεων, Ε.Π.Ε., τ. 2, σελ. 310-314. 24. Γιά τά τρία αὐτά κείμενα βλ. Γενναδίου Σχολαρίου, Ἅπαντα τά εὑρισκόμενα, ἐκδιδόμενα ὑπό τῶν Louis Petit, X.A. Siderides καί Martin Jugie, τόμος 3, Paris 1930, σελ.434-475. 25. Ἐπίσκεψις, 532 (30.6.1996) σελ.11 26. Μητρ. Ἑλβετίας, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 186. 27. Ἐπίσκεψις, 532 (30.6.1996) σελ. 15. 28. Ἐπίσκεψις, 532 (30.6.1996) σελ. 18, καί 494 (31.7.1993) σελ. 22. 29. Μητρ. Ἑλβετίας, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 174-175. 30. Ἀναστασίου Γιαννουλάτου, Ἐπισκόπου Ἀνδρούσης, Ἰσλάμ (θρησκειολογική ἐπισκόπισις), Ἀθῆναι 1975, σελ. 212. 31.Ἰωάννου Ταρνανίδη, Ὁ ἐθνικός ἀγώνας τῶν Σέρβων καί ἡ θρησκευτική του διάσταση, περιοδ. ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ, τεῦχ. 3 (1992), σελ. 132-133. 32. Mohammad M. Shabestari, Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί στόν σύγχρονο κόσμο, μετάφρασις Β. Σταθοκώστα, περιοδ. ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ, τεῦχ. 3,1992, σελ. 18-27. 33. Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 172: «ἥκει τις ἔξωθεν καί τήν αἰτίαν ἐξαγγέλων τῆς αὐτοῦ ἀπαλείψεως, ‟νῦν’’, φησι, ‟μόλις ἠδυνήθην ἐκτελέσαι τήν παρά τοῦ μεγάλου ἀμηρᾶ κατά Παρακευήν ὡρισμένην τῆς ἐλεημοσύνης διάδοσιν’’. Κἀντεῦθεν περί ἐλεημοσύνης οὐκ ὀλίγος ἐκινήθη λόγος. Ὁ δέ Ἰσμαήλ, οὕτω γάρ ὁ τοῦ μεγάλου ἀμηρᾶ ὑϊδοῦς ἐκαλεῖτο, ‟σπουδάζεται’’ φησί πρός ἐμέ, ‟καί παρ’ ὑμῖν ἡ ἐλεημοσύνη;’’. Ἐμοῦ δέ εἰπόντος τήν ἐλεημοσύνην γέννημα εἶναι τῆς πρός τόν ὄντως Θεόν ἀγάπης, καί τόν μᾶλλον ἀγαπῶντα τόν Θεόν καί μᾶλλον ἐλεήμονα εἶναι καί ἀληθῶς, ἐκεῖνος ἤρετο πάλιν…». 34. Ἐνθ’ ἀνωτ. σελ 168. 35.Ἐπιστολή ὅτε ἐάλω, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 206. 36. Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 190. 37. Περί αἱρέσεων, Ε.Π.Ε., τ. 2, σελ. 316. 38. Γενναδίου Σχολαρίου, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ 444-445. 39. Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 452. 40. Ἐπίσκεψις 510 (31.10.94), σελ. 12: «Εἶναι δηλαδή μία σημαντική κίνηση τοῦ διαθρησκευτικοῦ μας διαλόγου γιά τό πέρασμα ἀπό τή θεωρία τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς πίστεως στην ἐμπειρική βίωσή τους ἀπό τούς πιστούς». 41. Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, ΕΠΕ. Τόμ. 5ος , σελ 284 κ. ἐξ. 42. Γρηγορίου Ζιάκα, Προφητεία, ἀποκάλυψις καί ἱστορία τῆς σωτηρίας κατά τό Κοράνιον, ἔκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/νικη 1976, σελ.160. 43. Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 163. 44. Πρβλ. Ἄρχιμ. Σωφρονίου,Ἄσκηση καί Θεωρία, σελ. 121. 45. Βλ. Ἀστ. Ἁργυρίου, Δυνατότητες ἑνός νέου διαλόγου.., ἔνθ’ ἄνωτ. σελ. 399-400.
46. Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησία, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ 166-168. 47. Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ 182-188. 48. Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 172. 49. Περί Αἱρέσεων, Ε.Π.Ε., τ. 2, σελ. 310. 50. Γενναδίου Σχολαρίου, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 444. 51. Νέον Μαρτυρολόγιον, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 62.


Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Γρηγορίου Ἅγιον Ὄρος 1997