.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Όταν ο Χριστός μιλάει για την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία...



Όταν ο Χριστός μιλάει για την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και στους πιστούς, δεν μιλάει αφηρημένα, δεν μιλάει ότι θα το στείλη σε όλη την Εκκλησία γενικά. Ούτε ότι, επειδή οι δεσποτάδες και οι παπάδες έχουν μία αλληλοδιαδοχή με τις χειροτονίες, θα το λάβη γενικά όλη η Εκκλησία...

Ούτε εννοεί ότι εξ' αιτίας της χειροτονίας των επισκόπων υπάρχει οπωσδήποτε η εγγύησις ότι το Πνεύμα το Άγιο θα κατοικήση μόνιμα μέσα στην Ιεραρχία… 
Διότι, δεν είναι η ύπαρξις του επισκόπου η εγγύησις ότι μία Σύνοδος εμφορείται από το Άγιο Πνεύμα.

Απόδειξις είναι ότι υπήρξαν μέσα στην Εκκλησία πολλοί επίσκοποι, που κατεδικάσθησαν ως αιρετικοί… 
Αν είχαν εκείνοι οι επίσκοποι Πνεύμα Άγιο, δεν θα έπεφταν σε αίρεσι. 
Άρα, δεν είναι η εις επίσκοπον χειροτονία κάποιου απόδειξις ούτε εγγύησις ότι στον επίσκοπο αυτόν κατοικεί οπωσδήποτε το Άγιο Πνεύμα.

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†) 
Εκ του βιβλίου: "Πατερική Θεολογία"

Σημερινή πνευματική κατάστασις στην Ελλάδα ~ π. Ιωάννου Ρωμανίδου (†)



Τώρα συμβαίνει να βρισκώμαστε σε μία καμπή στην ιστορία της Εκκλησίας, που ο ίδιος ο κομπογιαννίτης γιατρός (δηλαδή ο μη δυνάμενος να θεραπεύση ή να καθοδηγήση σωστά πνευματικός πατήρ) δεν έχει επίγνωσι ότι είναι κομπογιαννίτης. 

Ο κομπογιαννίτης όμως είναι σε θέση να αναγνωρίση έναν πραγματικό γιατρό, όταν συναντηθή με αυτόν ή όχι;

Η απάντησις είναι, ότι, αν έχη πορρωμένη συνείδησι, δεν θα τον αναγνωρίση. Αυτό συνέβη με τον Ιούδα, ο οποίος εγνώρισε μεν τον Χριστόν, αλλά όχι όπως οι άλλοι Απόστολοι. 

Ο Ιούδας δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο Χριστός. Γιατί; Διότι πνευματικά δεν ήταν εν τάξει. Δηλαδή ο Ιούδας απεδείχθη κομπογιαννίτης και ούτε τον εαυτό του μπόρεσε να σώση.

Σήμερα δίνει η Ορθόδοξη Θεολογία την δυνατότητα σε κάποιον να ανιχνεύση τον πραγματικό γιατρό και να τον διακρίνη από έναν κομπογιαννίτη;

Δηλαδή μπορούμε σήμερα να ανιχνεύσωμε τον αληθινό πνευματικό πατέρα, εκείνον που είναι σε θέσι να θεραπεύη, ανάμεσα σε πολλούς άλλους; Ή αλλιώς μπορούμε σήμερα να ανιχνεύσωμε τον άγιο μέσα στο πλήθος; 
Δύσκολο φαίνεται... 

Δηλαδή οι Χριστιανοί σήμερα έχουν φθάσει στο σημείο δύσκολα να ξεχωρίζουν τους πνευματικούς γιατρούς από τους κομπογιαννίτες.

Και φθάσαμε σ’ αυτήν την κατάστασι, διότι αντικαταστήσαμε την Πατερική Θεολογία με Δυτικού τύπου Θεολογία, με Θεολογία των δογμάτων,

με Θεολογία του βιβλίου δηλαδή και όχι εμπειρική, η οποία δεν οδηγεί στην κάθαρσι της ψυχής από τα πάθη.

Καταδιώξαμε την Ησυχαστική παράδοσι και την αντικαταστήσαμε με τα δόγματα ή με την ηθική (ευσεβισμό)...

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†) Καθηγητού Πανεπιστημίου 
Πατερική Θεολογία σελ 46.

Τι είναι αίρεση



Από την αρχή της ιδρύσεως της Εκκλησίας εμφανίσθηκαν διάφορες αιρέσεις, τις οποίες αντιμετώπισε η Εκκλησία συνοδικώς. Η αίρεση διατυπώνεται από
κάποιον ή από κάποιους ανθρώπους. Οι οποίοι διδάσκουν μια ετεροδιδασκαλία και σχηματίζουν διάφορες αιρετικές ομάδες, οι οποίες κατ’ αρχάς δρουν μέσα στην Εκκλησία και στην συνέχεια εξέρχονται από αυτήν και δραστηριοποιούνται εκτός της Εκκλησίας, πολεμούν όμως ποικιλοτρόπως την αποκεκαλυμμένη πίστη. 


Η λέξη «αίρεση» δηλώνει μια άποψη που αποκλίνει από την επιστήμη διδασκαλία μιας θρησκείας και της Εκκλησίας, πρόκειται, δηλαδή, για μια ετεροδιδασκαλία. Ο Απόστολος Παύλος, στην ομιλία του προς τους Πρεσβυτέρους της Εφέσου, αναφέρθηκε στους αιρετικούς, που θα προέλθουν από τους κόλπους της ίδιας της Εκκλησίας. «Εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαρείς εις υμάς μη φειδόμενοι του ποιμνίου· και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» (Πράξεις Κ', 29-30).

Σε μια επιστολή του ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στις αιρέσεις που αναπτύχθηκαν ακόμη και στην πρώτη Εκκλησία: «δει γαρ και αιρέσεις εν υμίν είναι, ίνα οι δόκιμοι φανεροί γένωνται εν υμίν» (Α Κορινθίους ια', 19). Η εμφάνιση των αιρέσεων αποδεικνύει δοκίμους τους Χριστιανούς, γιατί φανερώνει την σταθερότητά τους. Σε άλλη επιστολή του κάνει λόγο για το πώς πρέπει να αντίμετωπίζουν τον αιρετικό: «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος» (Τίτ. Γ΄ 10-11).

Η πρώτη Εκκλησία αντιμετώπιζε τις αιρέσεις και προσωπικώς και συνοδικώς. Ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του αντιμετωπίζει πολλές τέτοιες ετεροδιδασκαλίες, άλλα και η Εκκλησία συνεκάλεσε την Αποστολική Σύνοδο στα Ιεροσόλυμα, για να αντιμετωπίσει τον τρόπο εισελεύσεως στην Εκκλησία των Ιουδαίων που ήθελαν να βαπτισθούν (Πράξεις ιε΄, 6-29). Η πρώτη αυτή Αποστολική Σύνοδος έγινε πρότυπο όλων των άλλων Συνόδων που συνεκλήθησαν μεταγενέστερα στην Εκκλησία. Στην συνέχεια, θα δούμε τα περί αιρέσεων και Συνόδων.

Συνήθως η αίρεση σε σχέση με την δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι μια ετεροδιδασκαλία, που διαρθρώνεται και διατυπώνεται με έτερα δόγματα. Αλλά επειδή τα δόγματα, οι θεωρητικές διδασκαλίες, συνδέονται με την πρακτική ζωή, γι' αυτό και η αίρεση έχει σχέση με τον τρόπο ζωής αυτών που την κηρύττουν. Για παράδειγμα, η άποψη ότι ο Λόγος είναι κτίσμα του Θεού Πατρός, δείχνει ότι αυτός που την κηρύσσει δεν έχει αληθινή πνευματική γνώση του Θεού, γιατί, αν ήταν πραγματικός θεολόγος-θεόπτης, θα ήξερε ότι ο Χριστός ως Θεός είναι άκτιστος, η δόξα της θείας φύσεως είναι άκτιστη. Οπότε είναι φιλόσοφος-στοχαστής και όχι θεόπτης.

Συνήθως, η αίρεση περιορίζεται στην θεωρητική διδασκαλία και θεωρείται αιρετικός αυτός που αποκλίνει από τα θεσπισθέντα δόγματα της Εκκλησίας. Θα πρέπει, όμως, να δούμε την αίρεση ως προς την εσωτερική της διάσταση. Γιατί, όπως τα δόγματα είναι έκφραση της αποκαλύψεως, και η εφαρμογή των δογμάτων οδηγεί στην εμπειρία, έτσι και η αίρεση είναι απόκλιση από την αποκάλυψη, αλλά συγχρόνως καταστρέφει τον δρόμο προς την θέωση. Είναι σαν να υπάρχει ένα νοσοκομείο που δεν μπορεί να θεραπεύσει τον άνθρωπο.

«Όταν η Εκκλησία αντιμετωπίζει μία αίρεση, το κριτήριο ότι είναι αίρεση, είναι ότι ανατρέπει την εμπειρία της Πεντηκοστής που απεκαλύφθη η πάσα αλήθεια και ανακόπτει την πορεία των ανθρώπων προς την θέωση. Γι' αυτό είναι η αίρεση επικίνδυνη». 

Η ανατροπή της εμπειρίας της Πεντηκοστής γίνεται γιατί οι αιρετικοί αρνούνται την διδασκαλία των θεουμένων Πατέρων της Εκκλησίας, εγκαταλείποντας, δηλαδή, την αποκαλυπτική αλήθεια στηρίζονται, κυρίως, στην λογική τους, τον στοχασμό τους.

«Αλλάζουν την παράδοση εξ αιτίας λογικών σχημάτων που κάνουν, έχουν πιο πολλή εμπιστοσύνη στην λογική τους, παρά στην εμπειρία των θεουμένων, γι' αυτό συλλαμβάνουν κάτι με την λογική τους και ταυτίζουν αυτό με την πραγματικότητα περί Θεού. Όλες οι αιρέσεις προέρχονται από τέτοια εσφαλμένη βάση»

Αυτό σημαίνει ότι οι αιρετικοί στηρίζονται περισσότερο στην φιλοσοφία που είναι γεμάτη από λογισμούς, στοχασμούς και φαντασίες και δεν στηρίζονται στις αποκαλύψεις του Θεού.Επειδή στηρίζονται σε φιλοσοφικές αρχές, στην πραγματικότητα αρνούνται και την διδασκαλία που οδηγεί στην θεοπτία.

«Ο αρειανισμός δεν είναι αίρεση εξ επόψεως θεωρητικής επιστήμης και κακών στοχασμών απλώς. Ο αρειανισμός είναι αίρεση, διότι καταστρέφει την διδασκαλία της Θεώσεως. Δεν καταλαβαίνει το θέμα της Θεώσεως, τις σχέσεις μεταξύ κτιστού και ακτίστου κλπ. Και δεν μπορεί ποτέ μια αίρεση να μεταβάλλει το δόγμα σε βίωμα, διότι πάντοτε το δόγμα της παραμένει ένα κακό βίωμα και δεν θα είναι το βίωμα της Θεώσεως. Και αν δείτε όλες τις αιρέσεις, θα δείτε πάντοτε ότι τα κριτήρια των αιρέσεων είναι πνευματικά. Οι αιρέσεις είναι αιρέσεις, γιατί δεν οδηγούν εκεί που πρέπει να οδηγήσουν. Και δεν μπορεί η αίρεση να οδηγήσει στην σωστή πνευματική ζωή».

«Η αίρεση προέρχεται από έλλειψη καθάρσεως και φωτισμού.Όταν κανείς δεν έχει φωτισμό, διατρέχει τον κίνδυνο να πέσει σε αιρέσεις, διότι συγχέει την σκέψη του περί του Θεού με τον Θεό».

Ο αιρετικός δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό, γιατί δεν γνωρίζει την μέθοδο θεογνωσίας. Κάθε επιστήμη έχει την θεωρία και αυτή επιβεβαιώνεται με πείραμα και κάθε επαλήθευση του πειράματος οδηγεί στην ίδια θεωρία.

«Ο αιρετικός δεν κατέχει την μέθοδο καθάρσεως, φωτισμού και Θεώσεως, γι' αυτό και είναι αδύνατον να μάθει κανείς από αυτόν την μέθοδο της Θεώσεως».

«Η αίρεση συνίσταται στην αδυναμία να διακρίνει κανείς μεταξύ κτιστών και ακτίστων ενεργειών και ότι η αίρεση προέρχεται από το ότι είναι σκοτισμένος ο νους. Και επειδή είναι σκοτισμένος ο νους, ο άνθρωπος θεολογεί κατά φαντασία και στοχαστικά. Ενώ η πατερική θεολογία δεν είναι στοχαστική. Οι Πνευματικοί Πατέρες δεν στοχάζονται, διότι, εάν εστοχάζοντο, δεν θα υπήρχε αιτία κανένας να ξεφύγει από τον διάβολο. Και μπορεί κανείς να ξεφύγει από τα τεχνάσματα του διαβόλου».
Η αίρεση δεν αναφέρεται μόνον σε δογματικά θέματα, αλλά και στην πνευματική ζωή. Για παράδειγμα ο χωρισμός της Χριστιανικής ζωής σε θεωρητική (δόγμα) και πρακτική (ασκητική) είναι πλάνη. Μερικοί δέχονται τα δόγματα και αρνούνται τις προϋποθέσεις των δογμάτων.

Συμπερασματικά:
Αίρεση είναι η θρησκευτική διδασκαλία που παρεκκλίνει από τη γνήσια και αυθεντική Χριστιανική Πίστη και επομένως πλανεμένη, αντορθόδοξη και αντιχριστιανική.

π. Ιωάννη Ρωμανίδη 

Η οδός προς τι;

Σε πολλούς επικρατεί η αντίληψη ότι η Ορθοδοξία είναι μία από τις πολλές θρησκείες, που έχει σαν κύρια μέριμνά Της την προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας για την ζωή μετά θάνατον, να εξασφάλιση δηλαδή μία θέση στον Παράδεισο για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό.
….. Οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβεί στον άνθρωπο μετά θάνατο αποκλειστικά, αλλά εκείνο κυρίως που τους ενδιαφέρει είναι το τι θα γίνει ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον δεν υπάρχει θεραπεία του νοός, οπότε πρέπει σ’ αυτήν τη ζωή να αρχίσει η θεραπεία, διότι «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια». Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι υπερκοσμική ούτε μελλοντολογική ούτε εσχατολογική, αλλ’ είναι καθαρά ενδοκοσμική. Διότι το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας είναι για τον άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο, σ’ αυτήν την ζωή, όχι μετά θάνατον.
…. Έτσι είναι φανερό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο όπως είναι σήμερα, αυτήν την στιγμή. Και εκείνος, που χρειάζεται θεραπεία, είναι ο κάθε άνθρωπος, ο οποίος έχει και την ευθύνη ενώπιον του Θεού να αρχίσει αυτό το έργο σήμερα, σ’ αυτήν την ζωή, διότι σ’ αυτήν την ζωή μπορεί. Όχι μετά θάνατον. Και αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος είναι εκείνος, που θα αποφασίσει για το αν θα ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο της θεραπείας ή όχι.
Ο Χριστός είπε: « Εγώ ειμί η οδός».
Η οδός προς τι; Όχι μόνον προς την άλλη ζωή.
Ο Χριστός είναι πρώτα η οδός σ’ αυτήν την ζωή. Ο Χριστός είναι η οδός προς τον Πατέρα Του και Πατέρα μας. Ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο πρώτα σ’ αυτήν την ζωή και του δείχνει τον δρόμο προς τον Πατέρα. Αυτός ο δρόμος είναι ο ίδιος ο Χριστός.

Αν ο άνθρωπος δεν δη τον Χριστό σ’ αυτήν την ζωή τουλάχιστον με την νοερά αίσθηση, δεν θα δη τον Πατέρα, δηλαδή το Φως του Θεού ούτε στην άλλη ζωή.

π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Ο «ψυχοπαθής» κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας

Ποιος είναι ο ψυχοπαθής κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας; Ο κάθε άνθρωπος είναι ψυχοπαθής κατά την Πατερική έννοια. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος σχιζοφρενής για να είναι ψυχοπαθής. Ο ορισμός της ψυχοπάθειας από Πατερικής απόψεως είναι ότι ψυχοπάθεια υπάρχει στον άνθρωπο εκείνον που δεν λειτουργεί σωστά η νοερά ενέργεια μέσα του. Όταν δηλαδή ο νους του ανθρώπου είναι γεμάτος από λογισμούς, όχι μόνο κακούς λογισμούς, αλλά και καλούς λογισμούς.

Όποιος έχει λογισμούς, καλούς η κακούς μέσα στην καρδιά του, αυτός ο άνθρωπος από Πατερικής απόψεως είναι ψυχοπαθής. Ας είναι οι λογισμοί αυτοί ηθικοί, ακόμη και ηθικώτατοι, ανήθικοι η ο,τιδήποτε άλλο. Δηλαδή κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας όποιος δεν έχει περάσει από κάθαρσι της ψυχής από τα πάθη και δεν έχει φθάσει σε κατάστασι φωτισμού με την Χάρι του Αγίου Πνεύματος είναι ψυχοπαθής. Όχι όμως με την έννοια της Ψυχιατρικής. Ο ψυχοπαθής για τον ψυχίατρο είναι κάτι άλλο. Είναι εκείνος που πάσχει από ψύχωσι, είναι ο σχιζοφρενής. Για την Ορθοδοξία όμως ένας που δεν έχει περάσει από κάθαρσι της ψυχής από τα πάθη και δεν έχει φθάσει σε φωτισμό, είναι νορμάλ η δεν είναι νορμάλ; Αυτό είναι το θέμα.

Ποιος είναι ο νορμάλ Ορθόδοξος Χριστιανός στην Πατερική παράδοσι; Αν θέλετε να το δήτε αυτό ξεκάθαρα, διαβάστε την ακολουθία του Αγίου Βαπτίσματος, διαβάστε την ακολουθία του Αγίου Μύρου, η οποία τελείται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως την Μεγάλη Πέμπτη, διαβάστε την ακολουθία των Εγκαινίων των ιερών ναών. Εκεί θα δήτε τι σημαίνει ναός του Αγίου Πνεύματος, εκεί θα δήτε ποιος είναι ο φωτισμένος. 

Όλες οι ακολουθίες καθώς και η ασκητική παράδοσις της Εκκλησίας αναφέρονται κυρίως σε τρεις πνευματικές καταστάσεις: Στην κάθαρσι από τα πάθη της ψυχής και του σώματος, στον φωτισμό του νού του ανθρώπου από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, και στην θέωσι της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου. Κυρίως όμως μιλούν για την κάθαρσι και τον φωτισμό, επειδή οι ακολουθίες της Εκκλησίας είναι εκφράσεις της λογικής λατρείας. Οπότε ο νορμάλ Ορθόδοξος ποιος είναι; Ο βαπτισμένος, αλλά μη κεκαθαρμένος; Ο μη φωτισμένος; Η ο κεκαθαρμένος και φωτισμένος; Ο τελευταίος φυσικά. Αυτός είναι ο νορμάλ Ορθόδοξος.

Άρα σε τι διαφέρουν οι νορμάλ Ορθόδοξοι από τους άλλους Ορθοδόξους; Στο δόγμα; Όχι, βέβαια. Πάρτε τους Ορθοδόξους, γενικά. Μεταξύ τους όλοι έχουν το ίδιο δόγμα, την ίδια παράδοσι και την ίδια κοινή λατρεία. Μέσα σε έναν ιερό ναό μπορεί να υπάρχουν π.χ. τριακόσιοι Ορθόδοξοι. Από αυτούς όμως μόνο οι πέντε να είναι σε κατάστασι φωτισμού, ενώ οι άλλοι να μην είναι. Και μάλιστα οι άλλοι να μην έχουν ιδέα του τι είναι κάθαρσις. Οπότε τίθεται το ερώτημα: Οι νορμάλ Ορθόδοξοι Χριστιανοί μεταξύ αυτών πόσοι είναι; Δυστυχώς μόνο οι πέντε.

Ρωμανίδης Ιωάννης (Πρεσβύτερος(+)

Πατήρ Ἰωάννης Ῥωμανίδης: «Ἡ σύνοδος δὲν φτιάχνει Πατέρες, ἀλλὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ Πατέρες. Ἂν δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ θεοπνεύστους, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνει θεόπνευστος

Οἱ Πατέρες ἦταν θεόπνευστοι ὄχι μόνον κατὰ τὴν διάρκεια κάποιας συνόδου, ἀλλὰ καὶ πρὶν καὶ μετὰ ἀπ΄ αὐτή. Ἡ σύνοδος δὲν φτιάχνει Πατέρες, ἀλλὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ Πατέρες. Γιὰ τοῦτο εἶναι θεόπνευστος. Σύνοδος, ποὺ δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ θεοπνεύστους, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνει θεόπνευστος. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ διαφορὰ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ μὴ Ὀρθοδόξων συνόδων.
Κλειδὶ σωστῆς κατανόησης τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ὡς καὶ τῆς θεοπνευστίας τῶν Πατέρων εἶναι οἱ καταστάσεις φωτισμοῦ καὶ θέωσης, τῶν ὁποίων προϋπόθεση εἶναι ἡ εὐχὴ καὶ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδιά. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς διαμάχης μεταξὺ Παλαμᾶ καὶ...
Βαρλαὰμ στὰ κείμενα…

Τὰ διάφορα εἴδη νοερᾶς εὐχῆς στὴν καρδιὰ εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων. Μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ναὸς τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ φθάνει στὸ φωτισμὸ καὶ βαδίζει στὴ θέωση.
1) Ἡ θέωση εἶναι ἡ θεοπτία ἐκείνων ποὺ βλέπουν ἐν τῇ ἀκτίστῳ δόξῃ τῆς Ἁγίας Τριάδος τὸν ἀναστάντα Χριστὸ (π.χ. 1 Κορ. 15, 5-8). Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θέωσης παύει σ΄ αὐτοὺς ἡ εὐχὴ ἡ ἀδιάλειπτος καὶ ἐπανέρχεται μὲ τὴν λήξη τῆς θεοπτίας. Δηλαδὴ στὴ ζωὴ αὐτὴ ἡ θέωση δὲν εἶναι μόνιμος κατάσταση ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὴν ἔχει κατὰ φύση.

2) Τὰ διάφορα στάδια τοῦ φωτισμοῦ ἀρχίζουν ἀπὸ τὰ «γένη γλωσσῶν» (1 Κορ. 12, 28), καὶ ἀνέρχονται μέχρι τὸ στάδιο τοῦ διδασκάλου (αὐτόθι). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δίδει τὴν πληρεστέρα περιγραφὴ τῶν εἰδῶν, ἀδιαλείπτου νοερᾶς εὐχῆς (Ἔφ. 5, 18-20). Διακρίνει τὶς προσευχὲς καὶ τοὺς ψαλμοὺς ποὺ γίνονται μὲ τὸ Πνεῦμα ἀπ΄ αὐτά, ποὺ γίνονται μὲ τὸν νοῦ (1 Κορ. 14, 15). Στὴ διάκριση αὐτὴ ὀδείλεται ἡ διαφορὰ μεταξὺ λατρείας ποὺ γίνεται στὴν καρδιὰ καὶ αὐτῆς, ποὺ γίνεται μὲ τὴν λογική.

Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ ἐννοεῖται ἡ ἀπαρίθμηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τάξη ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Μάλιστα τονίζει ὅτι ὁ Θεὸς θέτει τὸν καθένα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἀρχίζει μὲ τοὺς ἀποστόλους, προφήτας, ποὺ φθάσανε στὴ θέωση, καὶ τελειώνει μὲ τὰ «γένη γλωσσῶν» (1 Κορ. 12, 28). Αὐτὰ τὰ στάδια εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ βαπτίσματος τοῦ Πνεύματος ποὺ διακρίνεται ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ ὕδατος, ὡς φαίνεται, μέχρι σήμερα ἀπὸ τὶς ἀκολουθίες τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος. Οἱ εὐρισκόμενοι στὴν ἀπαρίθμηση αὐτὴ ἀποτελοῦν τὸν βασίλειο ἱεράτευμα. Οἱ ἰδιῶτες (1 Κορ. 14, 16), ποὺ εἶναι οἱ λαϊκοὶ καὶ δὲν ἔχουν τὸ βάπτισμα τοῦ Πνεύματος δὲν ἀπαριθμοῦνται ἀκόμα ἀπὸ τὸν Παῦλο μεταξὺ τῶν μελῶν, ποὺ ἔθεσε ὁ Θεὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Ἐπικράτησε νὰ λέγεται ὁ προεστῶς προφήτης τῆς ἐνορίας ἐπίσκοπος καὶ οἱ ὑπόλοιποι πρεσβύτεροι, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ συνηθίζετο νὰ λέγονται ὅλοι πρεσβύτεροι. Σημειωτέον ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου εἶχε τουλάχιστο πέντε προφῆτες (1 Κορ. 14, 29). Δὲν ἀπασχολοῦν τὸν Παῦλο τόσο τὰ ὀνόματα ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἀφοῦ, ὡς προφῆτες, τοὺς θεωρεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους, θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας (Ἔφ. 2, 20). Ἡ χειροτονία τους, ὅπως στὴν περίπτωση τῶν ἀποστόλων, ἦτο κατ΄ εὐθείαν ἀπ΄ τὸν Χριστὸ μέσῳ τῆς θέωσης (Ἔφ. 3, 5) καὶ ἐν συνεχείᾳ μέσῳ τῆς ἀναγνώρισης τῆς θέωσης αὐτῆς ἀπὸ τοὺς συνθεουμένους.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν πρόλογο τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Ῥωμανίδου, 
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας» Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, τόμος 1

Πατήρ Ἰωάννης Ῥωμανίδης: «Ἐὰν οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Τουρκοκρατία ἦταν αὐτοὶ ποὺ εἶναι σήμερα, θὰ εἶχε σβήσει ἡ Ὀρθοδοξία»



Στὴν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος.

«Γι' αὐτὸν τὸν λόγο, ἐπειδὴ εἴχαμε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους σὲ ὅλη τὴν Τουρκοκρατία, γι' αὐτὸ καὶ δὲν ἔσβησε ἡ Ὀρθοδοξία. Ἐὰν οἱ Ὀρθόδοξοι τότε στὴν Τουρκοκρατία ἦταν αὐτοὶ ποὺ εἶναι σήμερα, θὰ εἶχε σβήσει ἡ Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικὸ πικρὸ γεγονός.

Λοιπόν, ἐλεύθερος κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βρίσκεται σὲ κατάσταση φωτισμοῦ. Γι' αὐτὸ καὶ λέμε στὴν Ἐκκλησία «Εἰρήνη πάσι», διότι ἔτσι ἔχει τὴν εἰρήνη.

«Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμὶν» (Ἰω Ιδ’, 27). Καὶ ὅταν λέει ὅτι σᾶς δίδω εἰρήνη, σημαίνει ὅτι σᾶς δίδω Πνεῦμα ἅγιον, προσευχὴ στὴν καρδιά, καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος εἰρηνεύει, ἔχει τὴν δικαίωση. Ἔχει τὴν καταλλαγὴ μὲ τὸν Θεό. Ἀρχίζει νὰ γίνεται φίλος τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν φωτισμὸ καὶ μετὰ...στὴν θέωση εἶναι 100% πλέον φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐλεύθερος.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν φθάνει στὸ νὰ ἀπαλλαγεῖ, ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν συμφεροντολογία, ὅπως στὴν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴν κατάσταση τῆς Θεώσεως ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, διότι τρέφεται ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ σ' αὐτὴν τὴν κατάσταση ἐὰν συνεχίσει μπορεῖ νὰ πάει καὶ χρόνια καὶ μῆνες κ.ο.κ. Ὁπότε ἡ καλύτερη μελέτη εἶναι νὰ ἐπανέλθουμε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων νὰ τὰ δοῦμε ἐκεῖ καὶ νὰ καταλάβουμε ὅτι ἁμαρτία εἶναι ἔλλειψη φωτισμοῦ, ἐλευθερία εἶναι ἀπὸ τὸν φωτισμὸ στὴν θέωση.

Αὐτὰ εἶναι πολὺ ἁπλὰ τὰ πράγματα καὶ εἶναι ἡ θεραπεία τῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου. Γι' αὐτὸ λέγω ὅτι, ἐὰν ἐμφανιζόταν σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία στὴν ἀκμή της καὶ ὄχι στὴν κατάπτωσή της, ὅπως σήμερα, θὰ θεωρεῖτο κατὰ πάντα θετικὴ ἐπιστήμη καὶ θὰ ἦτο κάτι παραπάνω ἀπὸ ψυχολογία καὶ ψυχιατρική».

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἰεροθέου, «Ἐμπειρικὴ Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου 
Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη» Τόμος Β΄

Ῥωμανίδης: Σήμερα σπανίζει ἡ νοερὰ προσευχὴ στοὺς ἐπισκόπους. Δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί χρειάζονται τὴν νοερὰ προσευχὴ ὅταν προσέρχονται στὴν Σύνοδο γιὰ νὰ τούς φωτίση ἡ Θεία Χάρις


Εἰκόνα τοῦ «Ῥωμαίικου Ὁδοιπορικοῦ» 

Ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὡς παράλληλο ἔργο της τὸ νὰ προστατεύη τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς κομπογιαννίτες γιατρούς, δηλαδὴ ἀπὸ τούς αἱρετικούς. Οἱ Τοπικές καὶ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἐφρόντιζαν ἀκριβώς γι’ αὐτό. Στὰ Πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βρίσκομε τὴν φράσι: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν». Δηλαδή: Ἐφάνη καλὸν εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ εἰς ἡμᾶς… Αὐτὸ τὸ ἔλεγαν οἱ παρευρισκόμενοι στὶς Συνόδους αὐτές, διότι, εἶχαν στὴν κατοχὴ τους τὴν νοερὰ προσευχή, διὰ τῆς ὁποίας ἐπληροφοροῦντο περὶ τῆς ἀληθείας τῶν Ὅρων ποὺ διετύπωναν.
Σήμερα ὅμως, ποὺ σπανίζει ἡ νοερὰ προσευχὴ στοὺς ἐπισκόπους, ἂν συνέλθη μία Σύνοδος ἐξ ἐπισκόπων καὶ σηκωθοῦν κατὰ τὴν ἔναρξι καὶ ποῦν ὅλοι μαζὶ «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν…», θὰ ἔλθη...
ὁπωσδήποτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ τoύς φωτίση; Ἐπειδὴ δηλαδὴ εἶναι κανονικοὶ ἐπίσκοποι καὶ συνέρχονται σὲ Σύνοδο καὶ κάνουν προσευχή; Ὅμως δὲν ἐνεργεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἔτσι. Μόνο δηλαδὴ κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις. Χρειάζονται καὶ ἄλλες. Χρειάζεται ὁ προσευχόμενος νὰ ἔχη ἤδη ἐνεργουμένη τὴν νοερὰ προσευχὴ μέσα του, ὅταν προσέρχεται στὴν Σύνοδο, γιὰ νὰ τὸν φωτίση ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Στὶς ψευδο-συνόδους οἱ προσερχόμενοι δὲν εἶχαν αὐτὴν τὴν προσευχητικὴ κατάστασι.

Οἱ παλαιοὶ ἐπίσκοποι ὅμως εἶχαν τέτοια πνευματικὴ ἐμπειρία καί, ὅταν προσήρχοντο ὡς Σῶμα, ἤξεραν τί τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τούς πληροφοροῦσε μέσα στὴν καρδιὰ γιὰ ἕνα συγκεκριμένο θέμα. Καί, ὅταν ἔβγαζαν ἀποφάσεις, ἤξεραν ὅτι οἱ ἀποφάσεις τους ἦταν σωστές. Διότι εὐρίσκοντο σὲ κατάστασι φωτισμοῦ, ἐνῶ ὠρισμένοι ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν φθάσει καὶ στὸν δοξασμό, δηλαδὴ στὴν θέωσι.

Ὁπότε βλέπομε ὅτι στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία κυριαρχοῦσε τὸ χαρισματικὸ στοιχεῖο (δηλαδὴ κυριαρχοῦσαν τὰ μέλη μὲ χαρίσματα Ἁγίου Πνεύματος), ἐνῶ τὰ καθιδρυματικᾶ στοιχεῖα, δηλαδὴ τὰ τυπικὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ διοικητικὰ προσόντα ἀκολουθοῦσαν. Αὐτὸ εἶναι σαφέστατο καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία καὶ στοὺς μεγάλους Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀπὸ τὴν 1η Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (4ος αἰὼν ) μέχρι τὴν 9η Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔλαβε χώραν ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (14ος αἰὼν).

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν συμμαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδιὰ τὴν ξέρουν καλὰ μόνο ὅσοι ἔχουν τὴν νοερὰ προσευχὴ ἐνεργουμένη μέσα στήν καρδιά τους. Ἡ νοερὰ προσευχὴ εἴναι μία ἐμπειρικὴ ἐξακρίβωσις καὶ ἐπιβεβαίωσις τῆς θεραπείας τοῦ νοὸς τοῦ ἀνθρώπου. Μία τέτοια θεραπεία εἶναι ἐφικτὴ σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἐφ’ ὅσον πληροῦνται οἱ πνευματικὲς προϋποθέσεις τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου. Δὲν εἶναι δηλαδὴ προωρισμένη ἢ σχεδιασμένη μόνο γιὰ κάτι καλογήρους, μόνο δηλαδὴ γιὰ κάποιους ποὺ φορᾶνε ράσα, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Διότι στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν φαίνεται πουθενὰ νὰ γίνεται διάκρισις μεταξὺ μοναστικῆς πνευματικότητος καὶ λαϊκῆς πνευματικότητος. Ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει μόνο γιὰ μία πνευματικότητα. Ἔχετε βρὴ ποτὲ στὴν Ἁγία Γραφὴ κάποιο χωρίο πού νὰ μιλάη ξεχωριστὰ γιὰ πνευματικότητα λαϊκῶν ἢ γιὰ πνευματικότητα κληρικῶν; Δὲν ὑπάρχει τέτοιο πράγμα στὴν Ἁγία Γραφή. Ἡ ἐν Χριστῷ πνευματικότης εἶναι μία γιὰ ὅλους τούς πιστούς.

Αὐτὴ ἡ ἐν Χριστῷ πνευματικότης εἶναι στὴν οὐσία της μία θεραπευτικὴ ἀγωγή, ἡ ὁποία προσφέρεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἶναι σχεδιασμένη γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἢ τοὺς παπάδες ἢ τοὺς μορφωμένους ἢ διανοούμενους, διότι μέσα της δὲν ἔχει καθόλου διανόησι. Οὔτε ἔχει σχέσι μὲ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ φαινόμενα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μὲ τὰ ἐσωτερικὰ καὶ κρυπτά.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὴ Θεολογία», τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Σ. Ῥωμανίδου (†)

Ῥωμανίδης: «Δὲν εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐπισκόπου ἡ ἐγγύησις ὅτι μία Σύνοδος ἐμφορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Οὔτε ἡ Χάρις τῆς Ἀρχιερωσύνης ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία «εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν»


Εἰκόνα τοῦ «Ῥωμαίικου Ὁδοιπορικοῦ»

Πῶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καθοδηγεῖ, ποιοὺς καθοδηγεῖ καὶ σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ καθοδήγησις; Ἐκεῖνο ποὺ λένε μερικοὶ ὅτι, ὅταν μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφασίση κάτι, αὐτὸ εἶναι ἀλάθητο, ἐπειδὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι θεόπνευστη κλπ., εἶναι σὰν νὰ μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ δεχθοῦμε ὡς ἀλάθητη διδασκαλία ὅ,τι ἀποφασίζει καὶ διακηρύσσει μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα.

Βέβαια εἶναι σωστὸ ὅτι μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι ἀλάθητη, ὅτι διδάσκει ἀλαθήτως, ὅτι εἶναι ὠφέλιμη γιὰ τὴν πίστι μας κλπ. Ναί, ἀλλὰ πῶς γίνεται καὶ εἶναι ἀλάθητη; Γιατί εἶναι ἀλάθητη; Γιατί οἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἀλάθητες;

Ἡ μοντέρνα Ὀρθόδοξη θεολογία μιλάει πάρα πολὺ γιὰ θεοπνευστία. Ἀπὸ ὅσα ἔχω διαβάσει, βλέπω νὰ μιλᾶνε περὶ θεοπνευστίας, ἀλλὰ δὲν ἔχω βρῆ περιγραφὴ τῆς θεοπνευστίας…

ἐκείνης γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶνε. Εἴπαμε ὅτι καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες συμφωνοῦν στὸ ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι θεόπνευστος. Τί σημαίνει ὅμως θεοπνευστία; Καί, ἐὰν σώζεται κάπου, ποῦ σώζεται; Θὰ πῆ ὅμως κάποιος: Καλά, θεόπνευστοι ἦταν μόνο οἱ Προφῆτες καὶ οἱ Ἀπόστολοι; Μετά τούς Ἀποστόλους δὲν ἔχομε θεοπνεύστους ἀνθρώπους; Δὲν ἔχομε θεόπνευστα συγγράμματα ἐκτός τῆς Ἁγίας Γραφῆς; Καί, ἐὰν ναί, ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ θεόπνευστοι ἄνθρωποι; Καὶ ἂν ὑπάρχουν, πῶς ξέρομε ὅτι εἶναι θεόπνευστοι; Οἱ Προφῆτες ξέρομε ὅτι ἦσαν θεόπνευστοι. Ὁμοίως καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἤσαν θεόπνευστοι. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτούς, ποιοὶ ἄλλοι ἦσαν ἢ εἶναι θεόπνευστοι; Ἐπίσης ποιὰ εἶναι τὰ διάφορα στάδια αὐτῆς τῆς θεοπνευστίας, καὶ πῶς διακρίνονται; Πῶς ὁ ἄνθρωπος ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ πῶς ξέρομε ὅτι ἕνας εἶναι ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Διάβολο ἢ ἀπὸ φαντασιοπληξίες;

Ὁ Χριστός, ὅταν εἶπε ὅτι θὰ μᾶς δώση τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς ὁδηγήση εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν, δὲν μίλησε γιὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Δὲν εἶπε δηλαδὴ ὅτι αὐτὸ θὰ γίνεται στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ δηλαδὴ τὸ καινὸν περὶ τοῦ ἀλαθήτου τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν περιλαμβάνεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφή. Ὁ Χριστὸς εἶπε ἁπλὰ ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον θὰ εἶναι Ἐκεῖνο ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήση στὴν πλήρη ἀλήθεια. Προηγουμένως ὅμως, πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ αὐτό, εἶπε ὅτι ἐὰν ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας, ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας μου θὰ ἔλθωμε καὶ θὰ κατοικήσωμε μέσα σας, καθὼς ἐπίσης εἶπε ὅτι τώρα, μὲ βλέπετε, ἀλλὰ ἀργότερα δὲν θὰ μὲ βλέπετε. Ἀλλά, ἐὰν ἔχετε ἀγάπη, πάλι θὰ μὲ βλέπετε. Καί, τὸ Πνεῦμα θὰ ἔλθη νὰ κατοικήση μέσα σας καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήση εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν.

Ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Χριστὸς καὶ ἀναφέρονται στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη καὶ ποὺ τὰ διαβάζουν οἱ παπάδες τὴν Μεγάλη Πέμπτη, εἶναι βασικὰ κεφάλαια. Ἀλλὰ γιατί εἶναι βασικὰ κεφάλαια; Αὐτὴ ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ἡ Ἀρχιερατική, γιατί ἔχει τόσο μεγάλη σημασία; Γιατί προσεύχεται ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν Ἀποστόλων; Γιὰ ποιὰ ἕνωσι προσεύχεται; Μήπως, τῶν Ἐκκλησιῶν; Ποιὰ ἕνωσις εἶναι αὐτή; Αὐτό, τὸ «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν», ὅταν τὸ λέγη ὁ Χριστός, τὸ ἐννοεῖ ἀσφαλῶς μέσα σὲ ὠρισμένα πλαίσια. Ποιὰ εἶναι αὐτά;

Τὰ κεφάλαια αὐτά, 14 ἕως 17, τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου κάνουν ὁλόκληρη ἀνάπτυξη περὶ τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τῶν Ἀποστόλων σὲ σχέσι μὲ τὴν ἀγάπη καὶ ἀναφέρουν ποιὰ θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀγάπης. Ἡ πλήρης μορφὴ ὅμως τῆς ἀγάπης ἀποκαλύπτεται στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ἡ θέωσις εἶναι ἡ πλήρης μορφὴ τῆς ἀγάπης. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀγάπης, πού πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, γίνεται ἡ πλήρης θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἀρχίζη νὰ ἐνεργῆται, ὅταν ἔλθη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὁπότε γίνεται ὁ ἄνθρωπος κατοικητήριο καὶ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί, ὅταν ἔλθη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ κατοικήση μέσα στὸν ἄνθρωπο, φέρνει μαζί Του καὶ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν. Τότε στὸν ἄνθρωπο κατοικεῖ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα. Ἀλλὰ πῶς γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἔγινε ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Πῶς γίνεται αὐτὴ ἡ διαπίστωσις; Ὁ ἀληθινὸς πνευματικὸς πατέρας γνωρίζει πότε ἕνα πνευματικό του παιδὶ ἔχει λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἔχει γίνει ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔχομε συγκεκριμένα Πατερικὰ κριτήρια στὸ θέμα αὐτό. Ποιὰ εἶναι αὐτά;

Ὅταν ὁ Χριστὸς μιλάη γιὰ τὴν ἔκχυσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία καὶ στοὺς πιστούς, δὲν μιλάη ἀφηρημένα, δὲν ἐννοεῖ ὅτι θὰ τὸ στείλη σὲ ὅλην τὴν Ἐκκλησία γενικά. Οὔτε ὅτι, ἐπειδὴ οἱ δεσποτάδες καὶ οἱ παπάδες ἔχουν μία ἀλληλοδιαδοχὴ μὲ τὶς χειροτονίες, θὰ τὸ λάβη γενικὰ ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Οὔτε ἐννοεῖ ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς χειροτονίας τῶν ἐπισκόπων ὑπάρχει ὁπωσδήποτε ἡ ἐγγύησις ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο θὰ κατοικῆ μόνιμα μέσα στὴν Ἱεραρχία. Διότι, δὲν εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐπισκόπου ἡ ἐγγύησις ὅτι μία Σύνοδος ἐμφορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ὑπῆρξαν μέσα στὴν Ἐκκλησία πολλοὶ ἐπίσκοποι, ποὺ κατεδικάσθησαν ὡς αἱρετικοί. Ἂν εἶχαν ἐκεῖνοι οἱ ἐπίσκοποι Πνεῦμα Ἅγιο, δὲν θὰ ἔπεφταν σὲ αἵρεσι. Ἄρα, δὲν εἶναι ἡ εἰς ἐπίσκοπον χειροτονία κάποιου ἀπόδειξις οὔτε ἐγγύησις ὅτι στὸν ἐπίσκοπο αὐτὸν κατοικεῖ ὁπωσδήποτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἄρα, δὲν εἶναι ἡ Χάρις τῆς Ἀρχιερωσύνης ἐκείνη ποὺ ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία «εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν».

Ὁ Χριστὸς μιλάει ἐδῶ γιὰ κάτι ἄλλο. Οἱ Πατέρες λένε καθαρὰ ὅτι ἐδῶ ὁ Χριστὸς μιλάει γιὰ δύο καταστάσεις. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος μιλάει γιὰ τὴν φώτισι καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μιλάει γιὰ τὴν θέωσι. Ὅταν λέγη ὁ Χριστὸς ἴνα πάντες ἓν ὦσι, γιὰ ποιοὺς μιλάει; Γιὰ τοὺς Ἀποστόλους βέβαια. Δηλαδὴ παρακαλεῖ τὸν Πατέρα νὰ γίνουν οἱ Ἀπόστολοι «ἓν, καθὼς ἠμεῖς ἓν ἐσμεν». Δὲν λέγει εἷς, ἀλλὰ ἓν. Πῶς ὅμως ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἓν; Ἀπάντησις: Εἶναι ἑνωμένοι εἰς ἓν, κατὰ τὴν δόξαν (ἐνέργειαν) καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν. Κατὰ τὰ Πρόσωπα, τὶς ὑποστάσεις, δὲν εἶναι ἑνωμένοι. Διότι τὰ Πρόσωπα στὴν Ἁγία Τριάδα, λένε οἱ Πατέρες, εἶναι ἀκοινώνητα μεταξύ τους. Τὰ κοινὰ στὴν Ἁγία Τριάδα εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ φυσικὴ ἐνέργεια τῆς οὐσίας, δηλαδὴ ἡ δόξα. Καὶ κατὰ τί εἶναι ἓν ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο ἓν καὶ ἐμεῖς θὰ γίνωμε ἓν, δηλαδὴ καὶ μεταξύ μας καὶ μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα; Ποιὸ θὰ εἶναι αὐτὸ τὸ κοινὸ γνώρισμα; Ἀπάντησις: Εἶναι τὸ ἓν κατὰ τὴν δόξαν.

Δηλαδή, ὅπως ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἕνα κατὰ τὴν δόξαν, διότι ἔχουν κοινὴν τὴν δόξαν, ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ γίνωμε ἕνα, ὅταν ὅλοι μας μετάσχωμε στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅταν δηλαδὴ ὅλοι μας ἢ ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς γίνουν ἄξιοι, γίνουν μέτοχοι τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Διότι, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος δοξάζεται, τότε γίνεται κοινωνὸς τῆς ἀκτίστου δόξης τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁπότε ἑνώνεται καὶ μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσους συνανθρώπους του εἶναι ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἑνωμένοι καὶ ἐκεῖνοι μὲ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

Ὁπότε ἐκεῖνο, γιὰ τὸ ὁποῖο προσεύχεται ὁ Χριστὸς στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο εἶναι, πρῶτα-πρῶτα γιὰ τὴν κάθαρσί τους, μετὰ γιὰ τὴν φώτισί τους καὶ τέλος γιὰ τὴν θέωσί τους. Ἑπομένως τὸ «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν» ἀναφέρεται ὄχι γενικὰ σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἰδικὰ σὲ ὅσους θὰ λάβουν μέρος στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Δηλαδή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάση στὴν θέωσι, τότε μόνον ὁδηγεῖται εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν. Ἑπομένως ἡ πάσαν ἀλήθειαν (ὄχι περὶ τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀλλὰ περὶ τοῦ Θεοῦ) γίνεται γνωστὴ μόνο στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.

Ἐπειδὴ ὅλοι οἱ Πατέρες εἶχαν αὐτὴν τὴν ἐμπειρία ἢ παρόμοια, διότι εἴτε ἤσαν σὲ κατάστασι φωτισμοῦ εἴτε ἤσαν σὲ κατάστασι θεώσεως, γι’ αὐτὸ καὶ ὅλοι τους ἔχουν τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἀντίληψι γιὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ κάνουν ὅλοι τους τὴν ἴδια ἑρμηνεία στὴν Ἁγία Γραφὴ στὰ βασικά της σημεῖα καὶ τὴν ἴδια ἑρμηνεία στὰ κείμενα τῶν ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπὸ τὰ παραπάνω τί συνάγεται; Ὅσοι βρίσκονται σὲ κατάστασι φωτισμοῦ ἢ θεώσεως, αὐτοὶ εἶναι θεόπνευστοι ἢ δὲν εἶναι θεόπνευστοι; Ἀπάντησις: Αὐτοὶ φυσικὰ εἶναι θεόπνευστοι. Διότι θεοπνευστία σημαίνει τί; Σημαίνει νὰ εἶναι κάποιος ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐν ἀντιδιαστολὴ πρὸς τί; Πρὸς τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ τοὺς δαίμονες. Ἐκεῖνος θὰ εἶναι διαβολόπνευστος καὶ δαιμονόπνευστος.

Ἡ ὑψηλοτέρα μορφὴ τῆς Ἀποκαλύψεως ὅσον ἀφορᾶ στὴν θεοπνευστία, ἦταν ἐκείνη ποὺ συνέβη στοὺς Ἀποστόλους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Τὸ κλειδὶ λοιπὸν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας σχετικὰ μὲ τὴν θεοπνευστία εἶναι ἡ Πεντηκοστή. Ἐὰν κανεὶς μπορέση νὰ κατανοήση τὴν σημασία τῆς Πεντηκοστῆς γιὰ τὴν Πατερικὴ παράδοσι, τότε καὶ θεολόγος νὰ μὴν εἶναι, τουλάχιστον θὰ ξέρη τί εἶναι Θεολογία καὶ τί θεολόγος. Ὅπως δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς γιατρὸς γιὰ νὰ ξέρη τί εἶναι ἡ Ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ τί εἶναι γιατρός, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο κάποιος μπορεῖ νὰ ξέρη τί εἶναι Θεολογία, ποιὸς εἶναι ὁ θεολόγος καὶ ποιὸς εἶναι ὁ θεολογῶν, χωρὶς νὰ εἶναι ὁ ἴδιος θεολόγος ἢ θεολογῶν.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὴ Θεολογία», τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Σ. Ῥωμανίδου (†)

Ποιὰ εἶναι ἡ ραχοκοκκαλιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως

Συμβαίνει νὰ ἔχωμε στὰ χέρια μας ἕναν θησαυρό, τὴν Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ποὺ εἶναι ἀπαύγασμα καὶ ἀποτέλεσμα αἰώνων ἐμπειριῶν, ποὺ ἐπαναλαμβάνονται, ἀνανεώνονται καὶ καταγράφονται ἀπὸ τοὺς θεουμένους τῶν διαφόρων ἐποχῶν. 
Ἔχομε τίς ἐμπειρίες τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Προφητῶν, καὶ μετὰ τίς ἐμπειρίες τῶν Ἀποστόλων, τίς ὁποίες ὅλες ἀποκαλοῦμε δοξασμό. Δοξάζεται ὁ Προφήτης σημαίνει ὅτι βλέπει τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Δοξάζεται ὁ Ἀπόστολος σημαίνει ὅτι ὁ Ἀπόστολος βλέπει τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Βλέποντας ὁ Ἀπόστολος τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ, διαπιστώνει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐμπειρία του ὅτι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ στὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ὁπότε ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Γιαχβὲ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἐλωΐμ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ὅσο γιὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ τί εἶναι – ἐπειδὴ δὲν εἶναι σαφὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη - διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἀποστόλων. Διότι σ’ αὐτοὺς γίνεται μία ἐπανάληψις τῆς ἐμπειρίας τῶν Προφητῶν μὲ τὴν διαφορὰ ὅμως ὅτι τώρα στὸν Γιαχβὲ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔχει προστεθῆ ἡ ἀνθρώπινη φύσις τοῦ Χριστοῦ. Διότι οἱ Ἀπόστολοι ἐδοξάσθησαν μετὰ τὴν Ἐνσάρκωσι, οἱ τρεῖς μερικῶς κατὰ τὴν Μεταμόρφωσι στὸ ὅρος Θαβώρ, ὅλοι ὅμως πλήρως κατὰ τὴν Πεντηκοστή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφθασαν στὸ ἀνώτατο ὕψος...δοξασμοῦ, ποὺ μπορεῖ νὰ φθάση ποτὲ ἕνας ἄνθρωπος σ’ αὐτὴν τὴν ζωή.

Μετὰ τούς Ἀποστόλους ἔχομε τὶς ἐμπειρίες τῶν θεουμένων, ποὺ εἶναι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς Ἁγίους ἔφθασαν σὲ θέωσι. Αὐτὴ ἡ διαδοχὴ τῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως εἶναι ἡ ραχοκοκκαλιὰ τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως, καθὼς καὶ τὸ θεμέλιο τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μέχρι σήμερα.

Ὅποτε, ἂν σ’ αὐτὴν στηριχθῆ ἕνας σημερινὸς Ὀρθόδοξος θεολόγος, ἂν δηλαδὴ γίνη μελετητὴς τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως καί, ἂν ὁ ἴδιος περνώντας μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρσι καὶ φωτισμό, φθάση στὴν θέωσι, ὥστε ὄχι μόνο νὰ τὴν κατανοήση, ἀλλὰ καὶ νὰ διαπιστώση ὁ ἴδιος ἐν Πνεύματι Ἁγίω τὴν ἀλήθεια τῆς Παραδόσεως αὐτῆς, τότε μόνο μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀποκτᾶ ἀντικειμενικότητα στὴν θεολογική του μέθοδο.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὴ Θεολογία», τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου (†), ἐκδόσεις «Παρακαταθήκη»

Ενωση, Προδοσία της Πίστεως και «intercommunion»: Άγ. Ιουστίνος και π. Ι. Ρωμανίδης



Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, εδώ και δεκαετίες ομιλεί για την προδοσία της Πίστεως από τους Οικουμενιστές, γι’ αυτό και διέκοψε το Μνημόσυνο του Πατριάρχου Γερμανού (“Ὀρθ. Τύπος, φ. 144, 15/6/1971”), αλλά οι Ορθόδοξοι Ποιμένες ακόμα «κοινωνούν» με όλους αυτούς που προδίδουν την Πίστη!

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης –ἐδῶ καὶ δεκαετίες «εἶχε ἀποκαλύψει ὅτι Ρωμαιοκαθολικὸς ἐπίσκοπος τοῦ εἶχε ἐκμυστηρευθῆ ὅτι κατὰ τὸ σχέδιο τοῦ Βατικανοῦ ἡ ἕνωσις δὲν θὰ γίνη ἐκ τῶν ἄνω, δηλαδὴ τῶν ἐπισκόπων, τῶν θεολόγων καὶ τῶν διαλόγων, ἀλλὰ μᾶλλον μέσῳ τοῦ λεγομένου λαϊκοῦ οἰκουμενισμοῦ, δηλαδὴ τῶν ἀμοιβαίων ἐπαφῶν καὶ τῆς σταδιακῆς ἐφαρμογῆς τῆς μυστηριακῆς διακοινωνίας (intercommunio), ἡ ὁποία τουλάχιστον ἀπὸ τὴν Ρώμη ἤδη ἐφαρμόζεται» (Καψάνη Γεωργίου, Ἡ κρίσις Θεολογίας καὶ Οἰκουμενισμοῦ ἐν Η.Π.Α., Ἀθῆναι 1968).

Ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς γράφει γιὰ τὴν δια-κοινωνία:

«Ἡ «intercommunion», δηλαδὴ ἡ διακοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς στὰ ἅγια Μυστήρια ἰδιαιτέρως στὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ πλέον ἀναίσχυντη προδοσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα. 
Πρόκειται μάλιστα περὶ προδοσίας ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀποστολικῆς, τῆςἘκκλησίας τῆς Ἁγιοπατερικῆς, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἁγιοπαραδοσιακῆς, τῆςἘκκλησίας τῆς Μιᾶς καὶ μοναδικῆς» (π. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ ὁ Οἰκουμενισμός»).

Ο κύβος ερρίφθη, Alea jacta est

Φαίνεται πως τα ψέματα τελειώνουν για όσους είχαν ακόμα την ελπίδα ότι θα αποφεύγονταν το μοιραίο, για όσους ακόμα έλπιζαν πως θα συνεχίσουν να τηρούνται οι Ιεροί Κανόνες, για όσους ακόμα έτρεφαν την προσδοκία πως η Ορθοδοξία θα παραμείνει Ορθοδοξία, όπως παρέμεινε επί τόσους αιώνες. Ενώ η χώρα αυτή υποφέρει τραυματισμένη από τα μαρτύρια της ξένης μνημονικιακής κατοχής, ενώ ο εκκλησιασμός διώκεται με κάθε μέσο, ο προκαθήμενος της Κωνσταντινούπολης έχει πάρει την οριστική του απόφαση.

Βαρθολομαίος: «H επανένωση Ορθόδοξης και Καθολικής Εκκλησίας συνιστά καθήκον της εποχής μας». Χωρίς πλέον κανένα δισταγμό, χωρίς πλέον κανένα πρόσχημα, χωρίς καμία αμφιβολία, σε μια σημαντική συνέντευξη σε αυστριακή εφημερίδα ο κ. Βαρθολομαίος σημειώνει πως, «η αποκατάσταση της διάσπασης της και η επανένωση της Εκκλησίας συνιστά μεγάλο καθήκον της εποχής μας, και παραπέμπει στα πρώτα βήματα που ξεκίνησαν σε αυτή την κατεύθυνση πριν από 50 χρόνια ο Πάπας Παύλος ο Έκτος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας», ενώ, όπως παρατηρεί, «ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος ανάμεσα στις Εκκλησίες βοήθησε να εξαλειφθούν παρεξηγήσεις και διαφορές απόψεων» (;;;).

Μετά από όλα αυτά θα αναρωτηθεί κανείς, θα αναρωτηθεί κάθε καλόπιστος, κάθε ευσεβής, μέλος της ελληνορθόδοξης εκκλησίας, κάθε σκεπτόμενος, (γιατί υπάρχουν δυστυχώς και οι μη σκεπτόμενοι), τι δέον γενέσθαι. Πολλοί θα υποστηρίξουν πως μη δέον γενέσθαι οτιδήποτε. Δηλαδή να μην αντιδρούμε, να μην πούμε τίποτα, να μην αναφερόμαστε καν σε αυτή τη εξέλιξη, να μην βλέπουμε, και να μην ακούμε. Δηλαδή να είμαστε πρόβατα ενός ποιμνίου που το καθηγηθούν λύκοι για να το κατασπαράξουν.
Για όσους όμως ακόμα έχουν συνείδηση και θέλουν να κρατήσουν την Μια, Αγία, Καθολική, Αποστολική, και Ορθόδοξη Εκκλησία, το πρόβλημα είναι πως θα αντιδράσουν, πως θα εκκλησιάζονται όταν οι ιερείς θα είναι Οικουμενιστές, πως θα λάβουν την Θεια Κοινωνία όταν αυτή δεν θα έχει καμία Χάρη γιατί οι Ιερουργοί θα έχουν αποστατήσει, όταν το μίασμα του Οικουμενισμού θα έχει μολύνει τα Ιερά και τα Όσια, όταν αυτά που μας κράτησαν επί τόσους αιώνες θα έχουν καταρρεύσει μετά από μια πολύχρονη προετοιμασία αποδόμησης κάθε ορθόδοξης αγάπης, κάθε ορθόδοξης θεραπευτικής λειτουργίας. Κάποιοι πιστοί λίγο-πολύ λέγουν, «μα το τάδε μοναστήρι, ο τάδε μοναχός έχει αγάπη, έχει ελεημοσύνη, έχει άσκηση, έχει αυταπάρνηση, έχει προσευχή, έχει τόσα καλά… πως είναι δυνατόν να σφάλλει; Μήπως από κάποια πλευρά έχει κάποιο δίκαιο;
Μήπως εδώ επιβάλλεται να κάνουμε οικονομία;». Εδώ θα πρέπει να καταλάβουμε, να αντιληφτούμε πως οι Νεοεποχίτες δεν επιδιώκουν να κλείσουν οι εκκλησίες αλλά να συνεχίσουν να υπάρχουν, να λειτουργούν γεμάτες εκκλησίασμα αλλά με αλιωμένο-κοσμικό και οικουμενιστικό φρόνημα. Αντίθετα τις όποιες εκκλησίες θα παραμείνουν στην Ορθοδοξία θα τις απομονώσουν και θα της χαρακτηρίσουν αναχρονιστικές και απομεινάρια ενός σκοταδιστικού παρελθόντος.

Πριν από λίγα χρόνια ένας πασίγνωστος γέροντας στο Άγιο Ορός αναφερόμενος στους παπικούς μου είχε πει: «Δεν μπορούμε να τους αποδεχτούμε γιατί έτσι αλλοιώνουμε την θεραπευτική χάρη της Ορθοδοξίας και χάνουμε την αγάπη που θα μπορούσαμε να τους προσφέρουμε για να μετανοήσουν». Σήμερα όχι μόνο τους αποδεχόμαστε αλλά οι προκαθήμενοι βάσει συνωμοτικού σχεδίου που εξυφαίνονταν εδώ και δεκαετίες, έφτασαν στο σημείο να επιδιώκουν πλέον ανοιχτά και χωρίς κανένα πρόσχημα την λεγομένη «ένωση των εκκλησιών», δηλαδή την ένωση με τον «Έξω από εδώ». 
Αλλά το πιο τραγικό είναι πως ο ίδιος αυτός ο γέροντας, στον οποίο πηγαίνουν να τον επισκεφτούν χιλιάδες από όλο τον κόσμο θεωρώντας τον σαν πάτερ Παΐσιο νούμερο 2, (και ο όποιος καθοδηγεί ένα από τα μεγαλύτερα ιδρύματα Ρωμιοσύνης του οποίου υπήρξα ιδρυτικό μέλος), μου συνέστησε με αυστηρό τρόπο να σταματήσω να γράφω για όσα σήμερα γίνονται σε βάρος της Ορθοδοξίας παρά την ευλογία που έχω από τον πνευματικό μου. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να με συστήσει να εξομολογηθώ για όσα έγραψα τους τελευταίους μήνες. Αλλοίμονο! 

Ο πατήρ Ρωμανιδης είχε προφητέψει από την δεκαετία του ογδόντα ότι θα έρθει η μέρα που δεν θα υπάρχει πλέον τίποτα στην ορατή εκκλησία που θα μαρτυρά την Ορθοδοξία, καθώς αυτή θα έχει εγκαταλειφτεί από τους ίδιους τους ιερείς της. Τώρα διαφαίνεται πως όλα είχαν σχεδιαστεί με τον καλύτερο τρόπο και οι ανύποπτοι ευλαβείς σύμφωνα με τα σχέδια τους θα έπεφταν σαν «ώριμα φρούτα» στον λάκκο της καταστροφής. Από την μια η πολιτική προδοσία και από την άλλη η θρησκευτική αποστασία και στη μέση ένα ζαλισμένο ποίμνιο. Όλα ωραία και άριστα σχεδιασμένα και καθορισμένα.
Ο προφήτης Ησαΐας ως αυθεντικός κήρυκας του λόγου του Θεού ελέγχει κατά τρόπο αληθινά προφητικό τους ανάξιους άρχοντες των Ιουδαίων. Η αγανάκτηση του Προφήτη φτάνει σε τέτοιο βαθμό που καλεί τους βαρβάρους ειδωλολάτρες, οι οποίοι λόγω της βαρβαρότητας τους μοιάζουν με άγρια θηρία, να έρθουν να κατασπαράξουν τους κακούς άρχοντες. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτη: «Πάντα τα θηρία τα άγρια, δεύτε φάγετε, πάντα τα θηρία του δρυμού» (Ης. νστ΄9). Αλλά ο προφητικός λόγος δεν εξαντλείται στο σημείο αυτό. Συνεχίζει με την ίδια και περισσότερο δριμύτητα και ελέγχει τώρα, «τους αναιδείς τη ψυχή», λέγοντας, «Και οι κύνες αναιδείς τη ψυχή, ουκ ειδότες πλησμονήν, και εισί πονηροί ουκ ειδότες σύνεσιν, πάντες εν ταις οδοίς αυτών εξηκολούθησαν, έκαστος κατά το εαυτού» (Ης. νστ΄10).
Τι μας λέγει η Αγία Γραφή: «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον!», αναφωνεί ο Απόστολος Παύλος, (Α΄Τιμόθ. γ΄16). Και πιο κάτω τι λέγει; Να είμαστε απλώς καλοί άνθρωποι; Όχι! Αλλά,: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις εκηρύχθη εν ένθεσι, επιστεύθη εν κόσμω, ανελλήφθη εν δόξη». Και η προσωπική Θεία αποκάλυψις γίνεται μόνο εν Πνεύματι Αγίω. « Ούτως ο άνθρωπος αυτοπροαιρέτως, είτε γίνεται σκώληξ και δεν διαμαρτύρεται επειδή τον πατούν, είτε γίνεται υψιπέτης αετός της Χάριτος και ίπταται εις τους Ουρανούς».

Στην εποχή που ζούμε όλα τα προσωπεία έχουν πέσει και έχουν αποκαλυφθεί τα πάντα. Στη συνείδηση του κάθε πιστού επαφίεται αν θα αγωνιστεί, ή αν θα παραδοθεί στα επερχόμενα. Στην συνειδητή ευθύνη του κάθε ιεράρχη είναι να πάψει να κρύβεται πίσω από την «σκιά» του και να πάρει ξεκάθαρη θέση στα τελούμενα.

Νίκος Χειλαδάκης

Ἡ σημερινή πνευματική κατάστασις στήν Ἑλλάδα




Τώρα (το 1983), συμβαίνει να βρισκώμαστε σε μία καμπή στην ιστορία της Εκκλησίας, που ο ίδιος ο κομπογιαννίτης γιατρός (δηλαδή ο μη δυνάμενος να θεραπεύση ή να καθοδηγήση σωστά πνευματικός πατήρ) δεν έχει επίγνωσι ότι είναι κομπογιαννίτης. Ο κομπογιαννίτης όμως είναι σε θέση να αναγνωρίση έναν πραγματικό γιατρό, όταν συναντηθή με αυτόν ή όχι; 
Η απάντησις είναι, ότι, αν έχη πορρωμένη συνείδησι, δεν θα τον αναγνωρίση. Αυτό συνέβη με τον Ιούδα, ο οποίος εγνώρισε μεν τον Χριστόν, αλλά όχι όπως οι άλλοι Απόστολοι. Ο Ιούδας δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο Χριστός. 
Γιατί; 
Διότι πνευματικά δεν ήταν εν τάξει. Δηλαδή ο Ιούδας απεδείχθη κομπογιαννίτης και ούτε τον εαυτό του μπόρεσε να σώση.
Σήμερα δίνει η Ορθόδοξη Θεολογία την δυνατότητα σε κάποιον να ανιχνεύση τον πραγματικό γιατρό και να τον διακρίνη από έναν κομπογιαννίτη; 
Δηλαδή μπορούμε σήμερα να ανιχνεύσωμε τον αληθινό πνευματικό πατέρα, εκείνον που είναι σε θέσι να θεραπεύη, ανάμεσα σε πολλούς άλλους; 
Ή αλλιώς μπορούμε σήμερα να ανιχνεύσωμε τον άγιο μέσα στο πλήθος; Δύσκολο φαίνεται. Δηλαδή οι Χριστιανοί σήμερα έχουν φθάσει στο σημείο δύσκολα να ξεχωρίζουν τους πνευματικούς γιατρούς από τους κομπογιαννίτες. Και φθάσαμε σ’ αυτήν την κατάστασι, διότι αντικαταστήσαμε την Πατερική Θεολογία με Δυτικού τύπου Θεολογία, με Θεολογία των δογμάτων, με Θεολογία του βιβλίου δηλαδή και όχι εμπειρική, η οποία δεν οδηγεί στην κάθαρσι της ψυχής από τα πάθη. Καταδιώξαμε την Ησυχαστική παράδοσι και την αντικαταστήσαμε με τα δόγματα ή με την ηθική (ευσεβισμό). Και αυτό συνέβη από τους χρόνους μετά την Ελληνική Επανάστασι του 1821, με πρωταίτιο τον Αδαμάντιο Κοραή.

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (+)

http://www.oodegr.com

Περί νοερᾶς προσευχῆς




Περί νοεράς προσευχής 

Το θέμα τώρα της νοεράς προσευχής είναι πολύ ενδιαφέρον. Η νοερά προσευχή είναι μία καθαρά εμπειρική κατάστασις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται περί εμπειρίας. Ούτε ένας ψυχίατρος μπορεί να αρνηθή ότι η νοερά προσευχή είναι καθαρή εμπειρία. Η διαφορά μας με τους ψυχιάτρους θα ήταν όχι στο γεγονός αυτό καθ’ εαυτό, αλλά στην αιτία που προκαλεί την νοερά προσευχή. Δηλαδή, αν το θέμα αυτό τεθή υπ’ όψιν των επιστημόνων των θετικών επιστημών, π.χ. ψυχολόγων, ψυχιάτρων, παθολόγων, βιολόγων κ.λ.π. σαν ένα φαινόμενο άξιο παρατηρήσεως και μελέτης, θα είναι υποχρεωμένοι οι άνθρωποι αυτοί, εφαρμόζοντες την επιστημονική μέθοδο ερεύνης, να προβάλουν υποθέσεις. 

Βέβαια η Εκκλησία έχει την δική της κατατεθειμένη εμπειρία του φαινομένου. Ένας, που έχει νοερά προσευχή μέσα του, «ακούει» ο ίδιος την προσευχή αυτή να λέγεται μέσα στην καρδιά του. 

Και υπάρχει εκατοντάδων ετών παράδοσις αυτής της πνευματικής καταστάσεως. Από τους αγίους έχει δοθή μία συγκεκριμένη ερμηνεία σ’ αυτήν την πάραδοσι της νοεράς προσευχής και βάσει αυτής της ερμηνείας η Εκκλησία γνωρίζει ότι η νοερά προσευχή είναι μία πνευματική εμπειρία και ότι είναι αποτέλεσμα της επενεργείας του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Αυτή είναι μια μακραίωνη παράδοσις, που κανείς δεν μπορεί να αρνηθή την ύπαρξί της, διότι υπάρχουν πάρα πολλά συγγράμματα των Πατέρων επάνω στο θέμα αυτό, εκτός από όσα αναφέρονται γι’ αυτήν στην Αγία Γραφή. Και υπάρχουν σήμερα άνθρωποι, που ζουν αναμεταξύ μας, οι οποίοι γνωρίζουν από προσωπική τους εμπειρία, επειδή την ζουν, ενεργουμένη μέσα τους, την νοερά προσευχή. 

Οπότε, εφ’ όσον αυτοί οι επιστήμονες αποδεχθούν αυτήν την πραγματικότητα, μετά θα πρέπη να προβάλουν τις δικές τους υποθέσεις για να εξηγήσουν το φαινόμενο αυτό της νοεράς προσευχής. Βέβαια μεταξύ τους θα υπάρχουν και μερικοί, που θα πουν ότι αυτό είναι ένα εφεύρημα των παπάδων, ιδίως εδώ στην Ελλάδα! Θα πουν ότι αυτά τα λένε οι παπάδες, ότι είναι προϊόν της φαντασίας τους. Μακάρι όμως οι παπάδες να ησχολούντο με τέτοια πράγματα εδώ στην Ελλάδα. 

Άλλοι τώρα από αυτούς τους επιστήμονες ίσως πουν ότι αυτό είναι ένα είδος υπνωτισμού. Είχα μία σχετική συζήτησι με γιατρούς, μάλιστα με καθηγητές Πανεπιστημίου, οι οποίοι έλεγαν ότι αυτό είναι ένα είδος υπνωτισμού! Όμως, έστω, ας είναι έτσι γι’ αυτούς. Αλλά ένας ψυχίατρος είναι υποχρεωμένος να ασχοληθή συστηματικά με το θέμα αυτό. 

Σχετικά με τον υπνωτισμό τώρα, ο οποίος πράγματι είναι μία εμπειρία. Ο ψυχίατρος όμως θα πρέπη να μπορή να εξακριβώση, αν η νοερά προσευχή είναι ένα είδος υπνωτισμού ή όχι. Ο υπνωτισμός μπορεί να οδηγήση σε παραίσθησι, που σημαίνει σε ασυνταξία ως προς την σωστή σύνθεσι των εμπειρικών εντυπώσεων, που έχει ο άνθρωπος μέσα στην μνήμη του. Όμως όλα τα στοιχεία, που συνθέτουν μία παραίσθηση, είναι παρμένα από τις αισθήσεις. Διότι ο άνθρωπος που φθάνει σε παραίσθησι, φθάνει σ’ αυτήν, όχι διότι έχει χάσει την επαφή του με τα αισθητά, αλλά επειδή η μνήμη του έχει εκτροχιασθή και η σύνθεσις των εντυπώσεων, που γίνεται μέσα στο μυαλό του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αταξία στην ταξινόμησι των εντυπώσεων. Έτσι έχομε τους ανισόρροπους, καθώς και αυτούς που ονειρεύονται στον ξύπνιο τους. Τα στοιχεία δηλαδή των αισθήσεων, που συνθέτουν μία παραίσθησι, είναι υπαρκτά. Εκείνος, που βρίσκεται σε παραίσθησι μπορεί να βλέπη κάτι, που δεν υπάρχει εκείνην την στιγμή μπροστά του, που είναι όμως υπαρκτό 24. 

Όσον αφορά στον υπνωτισμό, εκείνος που υπνωτίζεται μπαίνει σε μία κατάστασι κώματος, σαν δηλαδή να βρίσκεται σε κώμα και, αφού βρίσκεται σε κωματώδη κατάστασι, ενθυμείται πράγματα από το παρελθόν και απαντά στα ερωτήματα εκείνου που τον υπνώτισε. Οπότε, σαν υπνωτισμένος που είναι, δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα. 

Όσον αφορά τώρα στην νοερά προσευχή, δεν έχομε να κάνωμε με κάτι υπαρκτό, που έχει ήδη κατατεθή στην μνήμη και το οποίο ανακαλείται από την μνήμη και έτσι ονειρεύεται ο άνθρωπος. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όπως σε μία παραίσθησι, που βλέπει κανείς κάτι, χωρίς όμως να υπάρχει πράγματι γύρω του εκείνο που βλέπει εκείνην την στιγμή ούτε να υποπίπτη στις αισθήσεις του εκείνην την στιγμή. Στην περίπτωσι της νοεράς προσευχής ό,τι συμβαίνει στην καρδιά του ανθρώπου και ό,τι αισθάνεται ο άνθρωπος, λαμβάνει χώραν εκείνην την στιγμή που το αισθάνεται. Δεν είναι κάτι του παρελθόντος. Είναι μία εμπειρία του παρόντος. Το να είναι επίσης κανείς σε εγρήγορσι πνεύματος, πράγμα που συμβαίνει κατά την νοερά προσευχή, δηλαδή ούτε υπνωτισμένος να είναι ούτε να βρίσκεται σε παραίσθησι, και ταυτόχρονα να βιώνη κάτι το πολύ ξεκάθαρο μέσα του, μέσα στην καρδιά του, κάποιον άλλον, που προσεύχεται μέσα του για λογαριασμό του «στεναγμοίς αλαλήτοις»25, τέτοιο πράγμα δεν συμβαίνει στον υπνωτισμό. Κατά την νοερά προσευχή ο άνθρωπος έχει πλήρη συνείδησι ότι κάτι οικείο προς την φύσι του και ενεργούμενο έσωθεν, όχι όμως από τον ίδιο λαμβάνει χώρα μέσα του, το οποίο όχι μόνο βιώνει ξεκάθαρα αλλά ταυτόχρονα το παρατηρεί, και το οποίο μπορεί εκούσια να συμμετέχη. 

Το βάρος την αποδείξεως την αληθείας αυτής της εμπειρίας δεν ανήκει στους Ορθοδόξους, οι οποίοι την κατέχουν, αλλά στους επιστήμονες, οι οποίοι την αμφισβητούν ή θέλουν να την ερευνήσουν. Αν πάλι οι επιστήμονες δώσουν ιδική τους ερμηνεία σ’ αυτό το φαινόμενο της νοεράς προσευχής, αυτοί οι ίδιοι θα πρέπη να αποδείξουν ότι η ιδική τους ερμηνεία είναι η σωστή ερμηνεία. Διότι οι Ορθόδοξοι έχουν παράδοσι αιώνων της ερμηνείας της νοεράς προσευχής, της οποίας η αλήθεια είναι αδιαφιλονείκητος για τους Ορθοδόξους. Και είναι αυτή η ερμηνεία αδιαφιλονείκητος, διότι δεν είναι ερμηνεία παρελθούσης εμπειρίας, η οπoία δεν μπορεί να εξακριβωθή ή να επαναληφθή, αλλά είναι ερμηνεία μιας ζώσης, αληθινής, σημερινής εμπειρίας και πραγματικότητος, που συνεχώς επαναλαμβάνεται και συνεχίζεται και παραδίδεται από γενεά σε γενεά μέσα στην Ορθόδοξο Εκκλησία. 

Η Εκκλησία στην γλώσσα της, που είναι η εκκλησιαστική γλώσσα, λέγει διά στόματος του αποστόλου Παύλου: «Δεν μιλούμε με την ανθρώπινη σοφία, αλλά με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος»26. Τι εννοεί μ’ αυτό; Γιατί ο Απόστολος αντιπαρατάσσει την δύναμι του Αγίου Πνεύματος με την σοφία του κόσμου τούτου; Διότι ο άνθρωπος, που έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος, που έχει δηλαδή έλθει μέσα του το Άγιο Πνεύμα και έχει κατοικήσει μέσα στην καρδιά του, αυτός ο άνθρωπος αισθάνεται ζωντανά μέσα στην καρδιά του την δύναμι, δηλαδή την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, και έτσι δεν πείθεται ότι έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος από λόγια άλλων ούτε από φιλοσοφικά ή θεολογικά επιχειρήματα άλλων, αλλά γνωρίζει ότι είναι ναός του Αγίου Πνεύματος από άμεση και προσωπική του εμπειρία· διότι νιώθει, ακούει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, που κάνει τον παπά και τον ψάλτη μέσα στην καρδιά του. Δηλαδή είναι η συμμαρτυρία του Αγίου Πνεύματος στο πνεύμα του ανθρώπου εκείνο το πράγμα, που δίνει στον άνθρωπο αυτόν την απόλυτη βεβαιότητα ότι έχει γίνει το σώμα του ναός του Θεού, αφού το Πνεύμα το Άγιο ήλθε και σκήνωσε στην καρδιά του. Αυτήν την κατάστασι περιγράφει ο απόστολος Παύλος, όταν λέγη: «Το Πνεύμα του Θεού κράζει μέσα στις καρδιές μας το αββά ο Πατήρ»27. Φωνάζει δηλαδή μέσα μας το Άγιο Πνεύμα απευθυνόμενο προς τον Πατέρα και λέγει: «Πατέρα μου»! 

Αυτό λοιπόν, που περιγράφει ο απόστολος Παύλος, είναι μία πραγματικότητα ή μία φαντασιοπληξία; Πετούσε στα σύννεφα ο απόστολος Παύλος, όταν το έλεγε αυτό; Αν προσέξετε καλά σε όσα λέει ο απόστολος Παύλος στο κεφ. 8 της προς Ρωμαίους επιστολής του, θα δήτε ότι μιλάει για πραγματική προσευχή στην καρδιά του ανθρώπου. Αλλά δεν είναι μόνο ο απόστολος Παύλος που μιλάει έτσι. Και ο Δαυΐδ στους Ψαλμούς του μιλάει έτσι και η Παλαιά Διαθήκη μιλάει έτσι. Γι’ αυτό βλέπομε εδώ ποιος ήταν ο λόγος που οι αρχαίοι Χριστιανοί, που προητοιμάζοντο για την νοερά προσευχή, πρώτα αποστηθίζανε όλο το Ψαλτήρι. Αυτήν τη μεγάλη σημασία είχε το Ψαλτήρι γι’ αυτούς· στο να τους βοηθήσει να εργασθούν την νοερά προσευχή. 

Δεν ξέρω πόσοι Χριστιανοί σήμερα έχουν διαβάσει ολόκληρο το Ψαλτήρι. Τα παληά χρόνια το διάβαζαν επάνω στους πεθαμένους πριν την κηδεία. Ίσως τότε να ήταν η μόνη φορά που διάβαζαν ολόκληρο το Ψαλτήρι. Το διάβαζε ο παπάς και, αν είχε κοντά του κανένα ψάλτη, έβαζε και τον ψάλτη και το διάβαζε. Τα παληά χρόνια, για να χειροτονηθή κανείς επίσκοπος, έπρεπε να αποδείξη ότι ήξερε το Ψαλτήρι28. Γιατί; Γιατί το Ψαλτήρι είχε τόσο μεγάλη σημασία μέσα στην Εκκλησία; Διότι το Ψαλτήρι έχει προσευχές σχετικές με την νοερά προσευχή. Διότι η νοερά προσευχή στην Εβραϊκή παράδοσι, στην Προφητική παράδοσι, αλλά και στην αρχαία Χριστιανική παράδοσι, γινόταν και με τους Ψαλμούς. Γι’ αυτόν τον λόγο λέει ο απόστολος Παύλος «προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι και τω νοΐ. Ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ και τω νοΐ»29. Οπότε η νοερά προσευχή δεν είναι μόνο προσευχή με λόγια, αλλά είναι και ψαλμωδία, ψαλμός δηλαδή. Γι’ αυτό έχομε και δείγματα από την Παράδοσι ότι η νοερά ευχή γινόταν και με τους Ψαλμούς. Ένα από αυτά τα παραδείγματα είναι εκείνο του Αγίου Ιωάννου του Κασσιανού, ο οποίος διδάσκει νοερά προσευχή με Ψαλμούς. Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες γι’ αυτό το πράγμα 30. 

Οπότε χρειάζεται καμμία φιλοσοφική απόδειξις γι’ αυτά τα θέματα, εφ’ όσον εκείνοι, που πιστεύουν και έχουν φθάσει σ’ αυτήν την κατάσταση της νοεράς προσευχής, έχουν μέσα τους αυτήν την εμπειρία; Και, εφ’ όσον υπάρχη αυτή η εμπειρία, σε τι χρειάζεται η μεταφυσική; Σε τι χρειάζεται η φιλοσοφία; Σε τι βοηθάει η φιλοσοφία; Βοηθήθηκε ποτέ κανείς ουσιαστικά στην ζωή του από καμμία φιλοσοφία στο να αποκτήση αυτήν την κατάστασι της νοεράς προσευχής, που ενεργεί αδιάλειπτα μέσα στην καρδιά, ώστε να γίνη ναός του Αγίου Πνεύματος; 

Όταν κανείς δεν έχη τέτοια εμπειρία, αλλά θέλη να την αποκτήση, τότε πηγαίνει και διδάσκεται από τους έχοντας την εμπειρία αυτή. Η εμπειρία αυτή της νοεράς προσευχής είναι συνήθως - αν και υπάρχουν εξαιρέσεις - απαραίτητη προϋπόθεσις για να φθάση κάποιος στην εμπειρία της θεώσεως, κατά την οποία αποκτά εμπειρία της ακτίστου δόξης του Θεού. Αυτή η εμπειρία της θεώσεως είναι αποκλειστικά δώρο Θεού, το οποίο ο Θεός χαρίζει σε όποιους θέλει, όταν θέλη και για όσο θέλει και δεν εξαρτάται από την ανθρώπινη προσπάθεια. Προϋπόθεσις όμως υπό συνήθεις συνθήκες είναι το να έχη κανείς την νοερά προσευχή. 

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (+)
Καθηγητού Πανεπιστημίου 

Επιμέλεια - Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου 

Σημειώσεις 

24. Αυτό συμβαίνει με τα παραισθησιογόνα, όπως π.χ. το LSD. Βέβαια, παραίσθησι μπορεί να έχη κάποιος και κατά τον υπνωτισμό, όταν εισαχθή από τον υπνωτιστή δαιμονική ενέργεια, οπότε ο υπνωτισμένος έρχεται σε επαφή με πονηρά πνεύματα. 

25. Βλ. Ρωμ. 8, 26. 

26. Α’ Κορ. 2, 4: «... Και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως». 

27. Γαλ. 4, 6. «Ότι δε εστε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον· αββά ο πατήρ». 

28. Κανών β’ της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου. 

29. Α’ Κορ. 14, 15. 

30. Στο «Ρουμανικό Γεροντικό», που έγραψε ο π. Ιωαννίκιος Μπάλαν, (έκδ. «Ορθοδόξου Κυψέλης»), αναφέρεται η περίπτωσις ενός λαϊκού Χριστιανού, ο οποίος είχε αδιάλειπτη την νοερά προσευχή, απαγγέλλοντας διαρκώς του Ψαλμούς.