.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η παναίρεση του Οικουμενισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η παναίρεση του Οικουμενισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ…την αἱρετική, ληστρική σύναξη του Κολυμπαρίου

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ…
Σάν σήμερα, ημέρα τῆς Πεντηκοστῆς, πρίν ἀπό τέσσερα χρόνια, ἔλαβε χώρα στήν Κρήτη ἡ ληστρική ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου.

Τοῦ ιατροῦ Μιχαήλ Φωτίου



Σάν σήμερα, πρίν ἀπό τέσσερα χρόνια, ἔλαβε χώρα στήν Κρήτη ἡ ληστρική ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου.

Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἄλλες ἐντολές ἔλαβαν ἀπό τήν ὁλομέλεια τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καί ἄλλες ἀποφάσεις προέκριναν καί ὑπέγραψαν στό Κολυμπάρι!

Ὦ τῆς παρακοῆς καί τῆς παρανομίας!

Ὦ τῆς φρικτῆς περιφρονήσεως καί προδοσίας τῆς Ἁγιοπατερικῆς μας Παραδόσεως!

Ὠνόμασαν τούς παπικούς “ἐκκλησία” καί τούς ἀναγνώρισαν “ἱερωσύνη” καί “μυστήρια”!

“Νομιμοποίησαν” τούς γάμους τούς μεικτούς! 

Ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, λειτούργησαν στό Κολυμπάρι, παρουσίᾳ ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ πολυμελοῦς ὁμάδος καρδιναλίων!

Προλείαναν τό ἔδαφος γιά τήν προσχεδιαζόμενη ἐκκλησιολογική ἀναγνώριση τῶν ἀχειροτόνητων καί καθηρημένων Οὐκρανῶν.
Ἔστρωσαν χαλί στήν ἐπέλαση τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ!

Στῶμεν καλῶς, ἀδελφοί μου. 
Στῶμεν μετά φόβου.

Ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νά μᾶς στηρίζει στήν ὀρθοτόμηση τῆς Ἀλήθειας.

«Αιρετικοί Εἰσιν Οἱ Λατίνοι Καὶ Οἱ Συγκοινωνοῦντες Αὐτοῖς Ἀπόλλυνται…»



ΕΣΥ ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΤΗΓΟΡAΣ, ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΜΠΗΚΑΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΕΣ ΜΑΣΟΝΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΜΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ;;;

ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΜΑΣΟΝΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΗΓΕΤΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΒΛΑΣΦΗΜΟΥΣ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥΣ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΛΑΝΕΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΗΛΟΙ ΑΦΟΥ ΤΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΜΕΤΑΔΩΣΕΙ ΤΟ ΤΙΜΙΟΝ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΙΟΝ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ;;;

ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΕΧΟΥΝ ΕΝΩΘΕΙ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΜΑΣΟΝΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟ "ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ";;;

ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΟΤΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΣΕ ΕΧΕΙ ΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΙ ΕΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΣΟΝΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΕΣ,ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΝΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ;;;

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΛΕΣ ΦΡΙΚΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΟΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΗΝ ΜΙΑ ΟΡΘΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΩ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΚΟΙΝΩΝΑΣ ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΑΥΤΟ ΚΑΝΕΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ, και όταν τον υπερασπίζεις αυτόν και όχι τους κανόνες, τότε και εσύ κάνεις το ίδιο)

ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΜΕΤΑΡΙΘΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ ΠΟΥ ΕΘΕΣΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΥΠΑΚΟΗ ΣΕ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ;;;

«Οὐχ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν διατέτμηται μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν τὰ αὐτὰ φρονεῖν ἀλλήλοις λεγόντων διασπᾶται». [1] Τὸ παραμικρὸ ζήτημα ποὺ ἀφορᾶ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι μικρό, κατά τον Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ.

«Κάθε κληρικό – λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ θεολόγος – τοῦ ὁποίου ἡ πίστις, οἱ λόγοι καὶ τὰ ἔργα δὲν συμφωνοῦν μὲ τὶς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων πατέρων νὰ μὴν τὸν δεχόμαστε στὴν οἰκία μας. Ἀλλὰ νὰ τὸν ἀποστρεφόμεθα καὶ νὰ τὸν μισοῦμε ὡς δαίμονα, ἔστω κι ἄν ἀνασταίνει νεκροὺς καὶ κάνει ἄλλα μύρια θαύματα»

«…Διὸ φευκτέον [νὰ φεύγετε] ἀπὸ τῶν φθοροποιῶν ποιμένων».

Στίς ἡμέρες μας οἱ ἐπίσκοποι ἀπροκάλυπτα ἀποδείχτηκαν ψευδοεπίσκο-ποί γιατί μολύνουν τήν Πίστη, συγκαταβαίνοντας σέ αἱρετικούς. «Ἀλλοίμονο σὲ ὅσους μολύνουν τὴν Ἁγία Πίστη μὲ αἱρέσεις ἢ συγκαταβαίνουν στοὺς αἱρετικούς». [9]

Ὁ ὅσιος Ἀντίοχος ὁ Πανδέκτης ἔλεγε πὼς ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τὴν ὀρθὴ πίστη πρέπει ὄχι μόνο νὰ τὸν ἀποστρεφόμαστε ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀναθεματίζουμε, δηλαδὴ νὰ τὸν θεωροῦμε ὅτι βρίσκεται ἐκτὸς Ἐκκλησίας. [10] «Οὔτε γιὰ λίγη ὥρα δὲν δεχόμαστε σχέση μὲ αὐτοὺς ποὺ κουτσαίνουν στὴν πίστη» [11]… «ἀκόμα κι ἂν αὐτοί μᾶς φαίνονται πολὺ γνήσιοι καὶ ἐπίσημοι, ἐμεῖς πρέπει νὰ τοὺς σιχαι-νόμαστε, ὅσοι ἀγαπᾶμε τὸν Κύριο».

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποφαίνεται: «Καὶ εἰ φίλοι κατὰ Θεὸν, πῶς τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἑτεροδόξων κοινωνοῦντες; Οὐ γὰρ φίλοι οἱ τοιοῦτοι ἀληθινοὶ καὶ πιστοί». [13] Ὁ ἴδιος Ἅγιος λέει: «Οἱ μὲν [αἱρετικοὶ] τέλειον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν. οἱ δὲ εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθηκαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται [ἐξ αἰτίας τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς θὰ χαθοῦν μαζί τους]». [14] Θεωρεῖ «προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας» τὸ νὰ παραμένει κάποιος ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν κακοδοξοῦντα ἐπίσκοπόν του».

ΔΙΑΒΑΣΑΤΕ ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΑΓΙΟΣ : ‘’Θεωρεῖ «προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας» τὸ νὰ παραμένει κάποιος ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν κακοδοξοῦντα ἐπίσκοπόν του’’

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος γιὰ αὐτὸν ποὺ φρονεῖ ἀσεβῆ δόγματα ἀναφέρει:«Ἀποφύγετε αὐτὸν καὶ ἔτσι θὰ διατηρήσετε τὴν πίστη σας καθαρή». [16] Κατὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο Αἰγίνης: «ἡ κοινωνία μὲ αὐτὸν [τὸν κακόδοξο καὶ αἱρετικό] μολύνει τὴν πίστη μὲ τὶς εὐθύνες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται.

Ἂν ὁ Μ. Βασίλειος τονίζει: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον ἀποστρέφεσθαι», [19] πόσο μᾶλλον τον κακόδοξο κληρικό;

Ὁ Ἅγιος Μελέτιος Γαλησιώτης: «Αἱρετικοί εἰσιν οἱ λατίνοι καὶ οἱ συγκοινωνοῦντες αὐτοῖς ἀπόλλυνται…»

O ἅγιος Μᾶρκος: «… Νὰ συμβουλεύσεις δὲ τοὺς Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποφεύγουν μὲ κάθε τρόπο τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν λατινόφρονα μητροπολίτη τους καὶ οὔτε νὰ συλλειτουργοῦν μαζί του, οὔτε νὰ τὸν μνημονεύουν καθόλου, οὔτε νὰ τὸν θεωροῦν ἀρχιερέα, ἀλλὰ ὡς μισθωτὸ λύκο! …Νὰ ἀποφεύγετε λοιπὸν καὶ ἐσεῖς ἀδελφοί, τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους καὶ τὸ μνημόσυνο τῶν ἀμνημονεύτων.

Μετὰ τὴν ὑπογραφὴ τῆς ψευδο-ένωσης στὴ Φερράρα-Φλωρεντία ὁ ἅγ. Μᾶρκος εἶπε: «Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὅσον ἀπομακρύνομαι ἀπὸ τούτου [τοῦ Πατριάρχη] καὶ ἀπὸ τοὺς τοιούτους [τοὺς Λατινόφρονες] τόσον προσεγγίζω πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τοὺς Ἁγίους, καὶ ὅσον περισσότερον χωρίζομαι ἀπὸ αὐτοὺς τόσον περισσότερον ἑνοῦμαι μὲ τὴν ἀλήθειαν». [32] Λέει ὁ Ἅγιος: «Ὅσοι προσποιοῦνται ὅτι ὁμολογοῦν τὴν ὑγιῆ πίστη, κοινωνοῦν [μνημονεύουν] δὲ μὲ τοὺς ἑτερόφρονες, ἂν μετὰ ἀπὸ τὴν σύστασή σας δὲν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ αὐτούς, ὄχι μόνο νὰ τοὺς ἔχετε ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ οὔτε ἀδελφοὺς νὰ τοὺς ὀνομάζετε»

Θά ἀναφέρουμε τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχου ἁγίου Γερμανοῦ Πατριάρχου Κ/πόλεως πρὸς τοὺς Κυπρίους λαϊκοὺς γιὰ τὴν ἀποτείχιση ἀπὸ τοὺς κληρικούς των, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὑποταχτεῖ στοὺς Λατίνους κατακτητὲς τὸν 12ο καὶ 13ο αἰῶνα. «…Ὅσοι τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐστὲ τέκνα γνήσια, φεύγειν ὅλῳ ποδὶ ἀπὸ τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῇ λατινικῇ ὑποταγῇ, καὶ μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθαι, μηδὲ εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν λαμβάνειν τὴν τυχοῦσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστιν ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῷ θεῷ προσεύχεσθαι κατὰ μόνας, ἢ ἐπ’ ἐκκλησίαις συνάγεσθαι μετὰ τῶν λατινοφρόνων· εἰ δ’ οὖν, τὴν αὐτὴν αὐτοῖς ὑφέξετε κόλασιν». [34]

«Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει [τοῖς αἱρετικοῖς] ἀνάθεμα».

Κανών ΜΕ’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων : “Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἥ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς, ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω”. «Φεύγετε τούς Παπικούς ως φεύγει τις από όφεως και από προσώπου πυρός»

(ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ)

5…Κανών ΞΕ’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων : “Εἴ τις Κληρικός, ἤ Λαϊκός εἰσέλθοι εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἤ αἱρετικῶν προσεύξασθαι καί καθαιρείσθω, καί ἀφοριζέσθω”.

Πρέπει να αποφεύγουμε τους Οικουμενιστές

Οἱ Ἅγιοι τὰ γράφουν, ἀλλὰ ποιός νοιάζεται;

Μ. Βασίλειος: Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς Ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ τὸν ἀποφεύγουμε καὶ νὰ εἶναι γιὰ μᾶς βδελυκτός!

Πειθαρχεῖν δὴ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις μνημονεύοντας τοῦ Κυρίου λέγοντος: Ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσι, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ΄αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν, καὶ τοῦ Ἀποστόλου τολμήσαντος ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ἀσφαλείας καὶ αὐτῶν καθάψασθαι τῶν Ἀγγέλων δι΄ ὧν φησί: Κἂν ἡμεῖς ἢ Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζητε ὑμῖν, παρ΄ ὃ εὐαγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Ἐξ ὧν παιδευόμεθα, ὅτι κἂν πολὺ γνήσιός τις ᾖ, κἂν ὑπερβαλλόντως ἔνδοξος ὁ κωλύων τὸ ὑπὸ τοῦ Κυρίου προστεταγμένον ἢ προτρέπων ποιεῖν τὸ ὑπ΄ αὐτοῦ κεκωλυμένον φευκτὸς ἢ καὶ βδελυκτὸς ὀφείλει εἶναι ἑκάστῳ τῶν ἀγαπώντων τὸν Κύριον.

[Μ. Βασιλείου, T.L.G.,: Asceticon magnum sive Quaestiones (regulae brevius tractatae) : Volume 31, page 1160, line 38].

«“Κἂν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμᾶς παρ’ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω”· πόρρωθεν, ὡς εἰκός, μηδ’ ἐπισκόποις μήδ’ ἄρχουσιν μηδὲ διδασκάλοις προσέχειν, εἰ τὸν ἀληθῆ τῆς πίστεως διαστρέφει τις λόγον, διαστελλόμενος» .

[Εὐσεβίου: Contra Marcellum : Book 1, chapter 1, section 12, line 8].

Εκκλησία. Ορθοπραξία. Αίρεση. Αποτείχιση. Πότε επιτρέπεται. Ποιοί Άγιοι την πραγματοποίησαν





1. Eκκλησία και αίρεση

Εκκλησία, κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Κεφαλή του Σώματός Της είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Κάθε χριστιανός δια του Αγίου Βαπτίσματος γίνεται μέλος της Εκκλησίας. Δια της Θείας Ευχαριστίας, γίνεται ένα σώμα με τον Χριστό και κοινωνεί με την άκτιστη Θεία Χάρη. 
Ο χριστιανός δια των Αγίων Μυστηρίων και των αρετών, κατά το μέτρο της πίστεώς του και της εν Χριστώ ζωής του εντός της Εκκλησίας καθαρίζεται, φωτίζεται, θεώνεται λόγω της ενανθρώπησης του Θεού Λόγου.
Αίρεση, κατά τον Όσιο Ιερώνυμο, είναι μια πλανεμένη αναζήτηση της αλήθειας, αμάρτημα του πνεύματος, διαστροφή της πραγματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας.
Αιρετικός είναι ο ξένος προς τον Θεό*. Για τον όσιο, ο αιρετικός δεν είναι μόνο παίγνιο του διαβόλου και των αντιθέτων δυνάμεων αλλά και συνεργάτης του. 
Χαρακτηριστικά του αιρετικού είναι η αλαζονεία του νου, η πλεονεξία, η ακολασία, η υποκρισία και η επιμονή στο λάθος.
Αίρεση, κατά τον π.Ιωάννη Ρωμανίδη, είναι ετεροδιδασκαλία, απόκλιση από την διδασκαλία των προφητών, των αποστόλων, των πατέρων, από τις αποφάσεις των οικουμενικών και τοπικών συνόδων και διαφοροποίηση απ’ τις προϋποθέσεις του ορθόδοξου δόγματος. 

Αιρετικός είναι εκείνος που δεν συμφωνεί με την διδασκαλία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού όπως την δίδαξαν οι άγιοι απόστολοι και οι άγιοι πατέρες και όπως την ερμήνευσαν οι οικουμενικές σύνοδοι εν Πνεύματι Αγίω.
Η Εκκλησία τους αιρετικούς τους καθιστά ακοινώνητους, τους χωρίζει από το σώμα του Χριστού με βάση τα αναθέματα, τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. 
Ανάθεμα σημαίνει χωρισμός. Οι αναθεματιζόμενοι δεν ανήκουν στο σώμα του Χριστού και γι αυτό εκφωνείται «πάσι τοις αιρετικοίς ανάθεμα».

*Κατά τον Άγιο Ιωάννη Σιναΐτη, στον πρώτο λόγο για την αποταγή του μάταιου βίου, φίλοι του Θεού είναι αυτοί που εκτελούν το πανάγιο θέλημά Του ακούραστα και χωρίς παραλείψεις, αχρείοι δούλοι όσοι αξιώθηκαν να λάβουν Άγιο Βάπτισμα όμως δεν φύλαξαν γνήσια τις υποσχέσεις τους προς τον Θεό, ξένοι και εχθροί του Θεού οι αβάπτιστοι και μη έχοντες ορθή πίστη και αντίπαλοι Του αυτοί που απέρριψαν το θέλημα του Θεού και πολεμούν με πάθος αυτούς που το τηρούν.
«Σωτηρία εκτός Εκκλησίας δεν υφίσταται»
Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνας

2. Είμαστε σε καιρό αιρέσεως;
Eδώ και έναν περίπου αιώνα, γίνεται προσπάθεια άλωσης της Ορθοδοξίας και αποκοπής των ορθοδόξων από την Αλήθεια όπως τη βίωσαν οι Πατέρες, όπως την εξέφρασαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι,όπως την περιχαράκωσαν οι Ιεροί Κανόνες και την διέσωσε η Ιερή Παράδοση.

-Το 1920, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε Συνοδική Εγκύκλιο προς τις απανταχού «εκκλησίες» του Χριστού, με την οποία δήλωσε ότι η προσέγγιση και κοινωνία των διαφόρων χριστιανικών «εκκλησιών» είναι αναγκαία και χρήσιμη στην παρασκευή και διευκόλυνση της πλήρους «ευλογημένης ενώσεως» και ότι επιβάλλεται η αναζωπύρωση της αγάπης μεταξύ των «εκκλησιών» οι οποίες είναι συγκληρονόμοι της επαγγελίας του Θεού (δηλ. ένωση των αιρέσεων με την ορθοδοξία). Πρότεινε λοιπόν την παραδοχή ενιαίου ημερολογίου ώστε να επιτευχθεί ο ταυτόχρονος εορτασμός των μεγάλων χριστιανικών εορτών με τους αιρετικούς, συσχέτιση των αντιπροσώπων των διαφόρων «εκκλησιών», επικοινωνία των θεολόγων και των θεολογικών σχολών, κοινά συνέδρια και άλλους τρόπους προσέγγισης (αντί να ελέγχουμε τους αιρετικούς για τις πλάνες τους πρέπει να προσπαθούμε να βρούμε σημεία που μας ενώνουν ώστε να βαδίζουμε με βάση την αγάπη και όχι την αλήθεια).
-Το 1948, η Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως υπήρξαν ιδρυτικά μέλη του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), μιας οικουμενιστικής οργάνωσης που αποτελείται από 348 «εκκλησίες» με σκοπό την προώθηση της χριστιανικής ενότητας βασιζόμενης στα σημεία συμφωνίας και όχι διαφωνίας των μελών.
-Το 1965 γίνεται η «άρση» των αναθεμάτων ή «άρση ακοινωνησίας» κατά το ξενόγλωσσο κείμενο, που οδηγεί στην ένωση των εκκλησιών. (Ερωτ.: Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος που επέβαλε τα αναθέματα και αναθεματίζει όλες τις αιρέσεις και τους αρχηγούς των αιρέσεων έκανε λάθος;)
-Το 1990-1991, στο Σαμπεζύ, αναγνωρίζονται οι μονοφυσίτες ως εκκλησία. (Ερωτ.: Οι Δ΄ και Ε΄ Οικουμενικές Σύνοδοι έκαναν λάθος;)
-Το 1993, στο Μπάλαμαντ του Λιβάνου, αναγνωρίζονται τα μυστήρια των Λατίνων ως έγκυρα (Ερωτ.: Οι Η΄ και Θ’ με οικουμενικό κύρος Σύνοδοι του Αγίου Φωτίου και του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά έκαναν λάθος;)
-Ο Oικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος στην προσφώνησή του προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, 24/5/2014, δήλωσε ότι δεν πιστεύει «εις Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» αφού αυτή είναι διεσπαρμένη και διηρημένη σε κατά τόπους εκκλησίες οι οποίες είναι ταμιούχοι χάριτος (Συνεπώς το Σύμβολο της Πίστεως κάνει λάθος καθώς και οι δύο πρώτες Οικουμενικές Σύνοδοι οι οποίες το διατύπωσαν;).
o Πιστεύει, ο φερόμενος ως Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, όπως δήλωσε στη Γενεύη το 1995, ότι όλες οι θρησκείες είναι οδοί σωτηρίαςδιαφωνώντας με τον ίδιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό που ενσαρκώθηκε και σταυρώθηκε για να μας διδάξει πως Αυτός είναι η μόνη Οδός της σωτηρίας.
  • Στην 6η Παγκόσμια Συνάντηση Θρησκείας και Ειρήνης, 4/11/94, δήλωσε (ο κ. Βαρθολομαίος) ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες πρέπει να φέρουν τον οικουμενισμό, την αδελφοσύνη και την ειρήνη ενωμένοι στο πνεύμα ενός θεού: ρωμαιοκαθολικοί, ορθόδοξοι, προτεστάντες, εβραίοι, μουσουλμάνοι, ινδοί, βουδιστές...
  • Πιστεύει ότι το κοράνιο είναι άγιο, 13/1/2002.
  • Ονομάζει ευλογημένη την συναγωγή των εβραίων διαφωνώντας με τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο που την αποκαλεί χώρο δαιμονίων όπου συνάζονται οι σταυρωτές του Χριστού και οι θεομάχοι.
  • Πιστεύει πως η παπική «εκκλησία» είναι κανονική και ο πάπας είναι κανονικός επίσκοπος.
  • Αναγνωρίζει τις χειροτονίες των αγγλικανών, το βάπτισμα των λουθηρανών και των προτεσταντών.
  • Πιστεύει και κηρύττει ότι οι εντολές του Θεού είναι προσωρινές.
  • Ονομάζει τους Άγιους Πατέρες της Εκκλησίας «ατυχή θύματα του αρχέκακου όφεως».
  • Ονομάζει τους Ιερούς Κανόνες «τείχη του αίσχους».
  • Πιστεύει και κηρύττει την βασική αρχή της μασονίας «καθένας να λατρεύει τον Θεό που προτιμά».
  • Το 1993 προέβη σε άρση των αναθεμάτων των μονοφυσιτών ονομάζοντας τα αναθέματα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου προς αυτούς «παρεξηγήσεις του παρελθόντος».
  • Συμπροσεύχεται με θρησκευτικούς ηγέτες (αιρετικούς) αντίθετα με τον 45ο και τον 65ο Αποστολικό Κανόνα, τον 6ο, 32ο και 33ο της εν Λαοδικεία Συνόδου (το 2014 ο πάπας απήγγειλε το «Πάτερ ημών» στο Φανάρι).
Με την Σύνοδο της Κρήτης (Ιούνιος 2016) νομιμοποιήθηκε συνοδικά ο Οικουμενισμός αναγνωρίζοντας ως «εκκλησίες» τις ετερόδοξες ομολογίες-αιρέσεις, επικυρώθηκε το σύνολο των αποφάσεων του συμβουλίου «Πίστις και Τάξις» του ΠΣΕ (Παγκόσμιου Συμβούλιου των εκκλησιών), έγιναν αποδεκτοί οι μεικτοί γάμοι (αντίθετα με τον 72ο κανόνα της πενθέκτης συνόδου 692) και η κατάλυση της νηστείας.
Μετά την σύνοδο στην Κρήτη, είμαστε, και τυπικά, σε καιρό αιρέσεως
«Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν
παρ' ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω»
( προς Γαλάτας α΄,8)

3. Οικουμενισμός
Ο Οικουμενισμός κινείται σε δύο επίπεδα, στον διαχριστιανικό και στον διαθρησκειακό.
Ο διαχριστιανικός Οικουμενισμός προωθεί την ένωση των χριστιανικών θρησκειών-αιρέσεων με την Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρώντας τις δογματικές διαφορές «τυπικές παραδόσεις» που πρέπει να παρακάμπτονται για το καλό της ενότητας της Εκκλησίας (νομιμοποίηση εκκλησιών-αιρέσεων στη Σύνοδο της Κρήτης).
Ο διαθρησκειακός Οικουμενισμός προωθεί την ένωση μεταξύ όλων των θρησκειών, δηλαδή την λεγόμενη πανθρησκεία προβάλλοντας τα κοινά θεολογικά σημεία ώστε να επιτευχθεί η θρησκευτική ενότητα της οικουμένης (δηλώσεις πατριάρχου περί «αγίου» κορανίου, «ευλογημένης» συναγωγής εβραίων... ).
Ο Οικουμενισμός νομιμοποιεί όλες τις αιρέσεις ως «εκκλησίες» προσβάλλοντας το Δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Θεωρεί πως οι αιρέσεις-»εκκλησίες» είναι μέρη, κομμάτια της Εκκλησίας (όπως και η Ορθοδοξία) και ότι όλες μαζί αποτελούν την Εκκλησία. 
Η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να διαιρεθεί. Είναι μία και μοναδική διότι είναι το Σώμα του ενός και μοναδικού Χριστού.
Εκ της αδιαιρέτου Εκκλησίας του Χριστού, απεσχίσθηκαν και απεκόπηκαν οι αιρετικοί και σχισματικοί οι οποίοι έπαυσαν να είναι μέλη του Σώματός της.
Οι οικουμενιστές παρερμηνεύουν το χωρίο από την προσευχή του Κυρίου «ίνα ώσιν εν» (κατά Ιωάννη,κεφ.ιζ΄ στ.11) νομίζοντας ότι ο Κύριος προσεύχεται για ένωση διηρημένων εκκλησιών-ομολογιών-αιρέσεων. Ο Χριστός, όμως, αναφέρεται στην ενότητα των Αποστόλων κατά την θεωρία της Δόξης του Θεού την ημέρα της Πεντηκοστής (αυτή την ημέρα έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού). Το Άγιο Πνεύμα, στο Θεανθρώπινο Σώμα της Εκκλησίας, ενώνει από τότε όλους τους βαπτισμένους πιστούς που αποτελούν το Σώμα της Εκκλησίας. Η ενότητα γίνεται με βάση την πίστη. Με βάση την κοινή πίστη στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια των Αγίων Μυστηρίων, ελπίζουμε στην ένωσή μας με τον Χριστό. Οι οικουμενιστές στο όνομα της ενότητας, της αγάπης, της αδελφοσύνης προσπαθούν να επιτύχουν την θρησκευτική ενοποίηση, ένα μείγμα ετερόκλητων πίστεων.
«Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» λέγει ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός (κατά Ιωάννη κεφ. ιδ, στ. 6). Εγώ είμαι η μοναδική οδός σωτηρίας, μας λέει. Ο Οικουμενισμός, η μεγαλύτερη αίρεση στην ιστορία της εκκλησίας, αναγνωρίζει στις αιρέσεις συμμετοχή στο σωτηριολογικό έργο του Θεού ,δηλαδή διδάσκει ότι μπορούμε να σωθούμε και μέσω των άλλων θρησκειών. Τότε για ποιό λόγο ήλθε ο Κύριός μας στη Γη και υπέμεινε την Σταύρωση; Για ποιό λόγο μαρτύρησαν οι Άγιοι, ομολόγησαν την πίστη τους οι Άγιοι Ομολογητές, οι Άγιοι Πατέρες πολέμησαν τις αιρέσεις;
Ο χριστιανός εκφράζει την αγάπη του στον συνάνθρωπο όταν του δείχνει τον δρόμο προς την σωτηρία γιατί ενδιαφέρεται πραγματικά να σωθεί έστω και μία ψυχή. 
Εμείς, που γνωρίζουμε αυτόν τον δρόμο, είμαστε έτοιμοι να Τον ξεχάσουμε και να απαρνηθούμε τον Κύριό μας, στα πλαίσια μιας εκκοσμικευμένης αγάπης (η οποία δεν βασίζεται σε κοινή πίστη);
Αναγνωρίστηκαν οι αιρέσεις ως εκκλησίες. Συνυπάρχουν εξισωμένες κάτω απο την ομπρέλα του Οικουμενισμού (γι’ αυτό και ο Οικουμενισμός ονομάστηκε παναίρεση απ τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς καθώς περικλείει όλες τις αιρέσεις που απομάκρυναν τον άνθρωπο απ' τον Θεάνθρωπο). Ο Οικουμενισμός, κατεγνωσμένη αίρεση από τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, αλλοιώνει την Πίστη μας, αμβλύνει το ορθόδοξο φρόνημά μας, ενσωματώνει θεολογικά και εκκλησιολογικά στοιχεία που έχουν απορριφθεί απ την Ορθοδοξία (αλώνει την Ορθοδοξία) καθώς εστιάζει στα σημεία συμφωνίας των μελών του Οικουμενισμού και όχι σε αυτά που διαφέρουν. Θα τον δεχθούμε; Θα δεχθούμε την παναίρεση;

«Πίστη είναι να πεθάνει κάποιος για τον Χριστό και την τήρηση των εντολών Αυτού και να έχει τον θάνατο αυτό ως ζωή» (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος).

4. Ορθοδοξία και ορθοπραξία
Είμαστε σε καιρό αιρέσεως. Της παναιρέσεως του Οικουμενισμού.
Σήμερα η Ορθοδοξία δεν διώκεται μόνο από έξω, αλλά και από το εσωτερικό της.
Στη Σύνοδο της Κρήτης, 10 προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών συνυπέγραψαν τα τελικά κείμενα. Μεταξύ αυτών, ο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος και 23 ιεράρχες.
Για την ενημέρωση του κλήρου και του λαού για τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενέκρινε το κείμενο που δημοσιεύτηκε στο φυλλάδιο «Προς τον λαό» συμμετέχοντας έτσι στην παραπλάνησή του.
Οι περισσότεροι ιερείς, διάβασαν το κείμενο στον ναό που λειτουργούν συμμετέχοντας και αυτοί στην νάρκωση του ακατήχητου (εσκεμμένα) ποιμνίου και στην εδραίωση της αίρεσης.
Το Άγιο Όρος, στην καλύτερη περίπτωση, σιωπά ενόχως και στην χειρότερη εκδιώκει τους ορθώς φρονούντας μοναχούς αρνούμενο να υπηρετήσει το έργο του, την διαφύλαξη δηλαδή της Πίστεώς μας.
Ο Οικουμενισμός έχει καταδυναστεύσει τις Θεολογικές Σχολές και εισχωρεί πλέον και στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Ενημέρωση του λαού δεν υπάρχει. Οι πιστοί είναι ακατάρτιστοι και αδίδακτοι στα δογματικά θέματα.
Κάποια μεμονωμένα μέλη του κλήρου και του μοναχισμού, στην προσπάθειά τους να δηλώσουν και να ομολογήσουν την Ορθόδοξη Πίστη, τιμωρούνται και εκδιώκονται. 
Ακόμη και αυτοί εκ των κληρικών και μοναχών που αντιλαμβάνονται την κατάσταση, σιωπούν φοβούμενοι τις επιπτώσεις.
Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες (μέσω των μέσων μαζικής επικοινωνίας) συμπροσευχών με τους ετερόδοξους-αιρετικούς, όπως και της διακοινωνίας μαζί τους. Βλέπουμε επίσης την αναγνώριση των «μυστηρίων» τους, την αποδοχή της “ιεροσύνης”» τους. (Ερώτ.: Μπορεί να είναι σωτήρια και ζωοποιά τα μυστήρια εκτός Εκκλησίας;Yπάρχει Χάρις σ’αυτά; 
Απάντηση. «Οι αιρετικοί μήτε εκκλησία είναι μήτε θυσιαστήριο έχουν, μήτε Άγιο Πνεύμα» Κανόνας Ιερομάρτυρος Κυπριανού της Συνόδου Καρχηδόνος).
Η δίωξη των ορθοδόξων μοναχών από το Άγιο Όρος, η δίωξη των ορθοδόξων κληρικών αποσιωπήθηκε σε αντίθεση με τις εκδηλώσεις αγάπης, ενότητας, φιλίας και συνεργασίας με τους αιρετικούς οι οποίες ανακοινώνονται πανηγυρικά στο ποίμνιο ώστε να τις συνηθίζει και να μην αντιδρά σ' αυτές. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και οι λοιποί πατέρες, συνεπείς στο γράμμα και το πνεύμα των γραφών της Ορθόδοξης Παράδοσης, όταν προχωρούσαν σε διάλογο με τους αιρετικούς, τους έλεγχαν για την πλάνη τους, καθόριζαν με σαφήνεια τις ορθόδοξες θέσεις, περιχαράκωναν την αλήθεια και συμπεριφέρονταν σε εκείνους ως αποστάτες του Χριστού και αποκομμένους απ' την Εκκλησία. Σήμερα συζητούμε χωρίς να διακρίνουμε διάθεση μετανοίας στους άλλους με αποτέλεσμα να βλάπτουμε το ορθόδοξο ποίμνιο που πρέπει να κρατά την Αλήθεια και να το απομακρύνουμε από το Χριστό, τους Αγίους και την Παράδοση.

Κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι η σωτηρία των ψυχών μας.
Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (+1966) μας προειδοποιεί: «στα έσχατα χρόνια το κακό και η αίρεση θα έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ που οι πιστοί δεν θα βρίσκουν ιερέα και ποιμένα να τους προστατέψει από τις πλάνες και να τους οδηγήσει στην πολυπόθητη σωτηρία. 
Τότε οι πιστοί δεν θα μπορούν να δεχθούν ασφαλείς οδηγίες από ανθρώπους αλλά οδηγός τους θα είναι τα κείμενα των Αγίων Πατέρων. Σ 'αυτή την εποχή ο κάθε πιστός θα είναι υπεύθυνος για όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Αδελφοί, καιρός ν' αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας απέναντι στον Θεό και την Ιστορία. Μην ανέχεστε άλλες λοξοδρομίες και πλάνες απ' τους αρχιερείς και τους ιερείς σας. Μην κάνετε τα στραβά μάτια, είστε συνυπεύθυνοι».
Η μεθοδευμένη και καλά σχεδιασμένη εξάπλωση της αιρέσεως άμβλυνε τα αισθητήρια των πιστών και διευκόλυνε την εγκατάστασή και ενθρόνιση της.
Πώς θα περιχαρακωθεί και θα οριοθετηθεί η Ορθόδοξη Πίστη ώστε να προφυλαχθούν οι πιστοί από την πλάνη των αιρετικών; Οι σημερινοί ορθόδοξοι έχουν άγνοια σχετικά με την στάση των Πατέρων απέναντι στους αιρετικούς, όπως και με την ευθύνη των κληρικών και των λαϊκών σε καιρό αιρέσεως. Υπακούοντας στα λόγια του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, πρέπει να τηρήσουμε όσα μας δίδαξαν με λόγια και έργα οι Άγιοι Πατέρες μας κι όσα προβλέπονται από τις Ιερές Συνόδους και τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας.

Ορθοδοξία σημαίνει και ορθοπραξία.
Οι άγιοι πατέρες, διαχρονικά, έκαναν πράξη τα όσα ορίζει ο ΙΕ΄ κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Ο κανόνας αυτός μας λέει το εξής εξαιρετικά σημαντικό. 
Όσοι χωρίζονται πριν από συνοδική απόφαση από επίσκοπο που κηρύττει δημόσια και γυμνή τη κεφαλή κατεγνωσμένη αίρεση και δεν τον μνημονεύουν στην Θεία Λειτουργία, δεν επιφέρουν σχίσμα, διότι χωρίζονται από ψευδοδιδάσκαλο. Όχι μόνο δεν αποκόπτονται από την Εκκλησία αλλά είναι και γνήσια μέλη της και άξιοι τιμής από αυτήν διότι την προφυλάσσουν από σχίσματα.
Σύμφωνα λοιπόν με τον κανόνα αυτό, επιβάλλεται απομάκρυνση από αιρετικώς φρονούντες ποιμένες ώστε να διατηρηθεί ακέραιη η ενότητα της Πίστεως.

Τί σημαίνει αποτείχιση;
Αποτείχιση είναι η απομάκρυνση (χωρισμός) από κάτι νόθο, επιβλαβές και ξένο προς την υγιή Πίστη της Εκκλησίας. Είναι το τείχος που σηκώνει ο πιστός ώστε να περιφρουρήσει την Ορθόδοξη Πίστη και να προφυλαχθεί ο ίδιος από την πλάνη των αιρετικών παραμένοντας μέσα στην διαχρονική αποστολική Εκκλησία και ταυτόχρονα το μέσο πίεσης που χρησιμοποιεί ώστε να δρομολογηθεί σύνοδος που θα καταδικάσει τους αιρετικούς. 
Η αποτείχιση επιτελείται δια της διακοπής μνημονεύσεως του αιρετικού επισκόπου (δεν είναι δυνατόν ο αιρετικός επίσκοπος να ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας) και της διακοπής κάθε εκκλησιαστικής κοινωνίας και επικοινωνίας μαζί του. Είναι, τέλος, η αποτείχιση η ενδεδειγμένη και υγιής συμπεριφορά του πιστού σε καιρό αιρέσεως ώστε να αποφευχθεί η εγκατάσταση της αίρεσης. 
Γι αυτόν τον λόγο, όσοι προχώρησαν σε αποτείχιση είναι άξιοι τιμής και επαίνου. 

Πότε επιτρέπεται η αποτείχιση;
Σε περιπτώσεις προσωπικών αμαρτιών των επισκόπων, οι ΙΓ΄, ΙΔ΄και ΙΕ΄Ιεροί Κανόνες απαγορεύουν την απόσχιση δια της διακοπής της μνημονεύσεως προ συνοδικής κρίσης και όσοι προχωρούν σε αποτείχιση θεωρούνται υπεύθυνοι σχίσματος. 
Επιβάλλεται η αποτείχιση, σε περιπτώσεις αιρετικώς φρονούντων επισκόπων ώστε εκείνος που αιρετικά φρονεί και κηρύττει να αποκόπτεται από το Σώμα του Χριστού, ενώ αυτός που κάνει αποτείχιση να παραμένει ενσωματωμένος δια της αληθινής πίστης στην Εκκλησία.

Τί σημαίνει κατεγνωσμένη αίρεση;
Κατεγνωσμένη σημαίνει γνωστή αίρεση η οποία έχει καταδικασθεί από Σύνοδο ή από Αγίους της Εκκλησίας. Ο Οικουμενισμός περικλείει αιρέσεις οι οποίες ήδη έχουν καταδικασθεί από Συνόδους και είναι αίρεση κατεγνωσμένη και από τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς. Ο Οικουμενισμός είναι γνωστικισμός,ο οποίος υφίσταται από τον 1ο μ.Χ. αιώνα και έχει καταδικαστεί π.χ. από την 6η Οικουμενική Σύνοδο (καταδίκη Παυλικιανών).
Οι Άγιοι Πατέρες που συμμετείχαν στην Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 879-880 διακήρυξαν με παρρησία ότι κάθε παρέμβαση στα παραδοθέντα από τις προηγούμενες θεόπνευστες 7 Οικουμενικές Συνόδους καθιστά αίρεση και ύβρη.

Μνημόνευση κατά την Θεία Λειτουργία
Η μνημόνευση του επισκόπου κατά την Θεία Λειτουργία δηλώνει την ταυτότητα πίστεως επισκόπου και λαού, άρα σε καιρό αιρέσεως δηλώνει συμμετοχή στην αίρεση. 
Δεν είναι δυνατόν να μνημονεύεται εκείνος που είναι εχθρός προς τον Θεό. Δεν είναι δυνατό να ομολογείται δημόσια ότι ο αιρετικός ορθοτομεί τον λόγο της Αληθείας. 
Οι λαϊκοί, όταν κινδυνεύει η Πίστη, πρέπει να φεύγουν από ιερέα που μνημονεύει αιρετικό επίσκοπο και να αγωνισθούν για την Ορθοδοξία.
Κατά τον Άγιο Γενάδιο Σχολάριο, η πνευματική κοινωνία των ομοδόξων και η τέλεια υποταγή στους γνήσιους ποιμένες εκφράζεται με το μνημόσυνο (μνημόνευση).
Κατά τον Άγιο Θεόδωρο Στουδίτη, και μόνον η αναφορά ονόματος επισκόπου που δεν έχει ορθόδοξη πίστη, μολύνει τη Θεία Λειτουργία, έστω και αν ο τελών την Θεία Λειτουργία φρονεί ορθά.

Ποιοί είναι οι ψευδοδιδάσκαλοι;
Ψευδοδιδάσκαλοι κατά της ευσεβείας, ψευδοαπόστολοι και ψευδοπροφήτες, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, είναι οι αιρετικοί τους οποίους εξέλεξε ο διάβολος ώστε να πολεμηθεί ο παλαιός Νόμος και ο Ευαγγελικός. Γι αυτό, συνεχίζει ο Άγιος, όποιος τους δέχεται, δέχεται τον διάβολο. Ο Κύριος, στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, μας λέει: «προσέχετε από των ψευδοπροφητών οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύματι προβάτου, ένδοθεν δε εισί λύκοι άρπαγες. από των καρπών αυτών επιγνώσεσθε αυτούς». (κατά Ματθαίον κεφ.ζ’ στ 15)

Τί σημαίνει δημοσία και γυμνή τη κεφαλή;
Δημοσία και γυμνή τη κεφαλή σημαίνει ότι ο επίσκοπος κηρύττει τις αιρετικές του απόψεις δημόσια και απροκάλυπτα, με λόγια και με έργα ώστε να τις διαδώσει και να τις καταστήσει γραμμή της Εκκλησίας χρησιμοποιώντας την θέση του. Επισφράγιση των κακόδοξων λόγων και των έργων ήταν η σύνοδος στην Κρήτη τον Ιούνιο του 2016. 
Επειδή το σύστημα της Ορθοδοξίας είναι συνοδικό, η προσπάθεια των αιρετικών επικεντρωνόταν στο να «νομιμοποιηθεί» συνοδικά η αίρεση, πράγμα που επιτεύχθηκε με την ψευδοσύνοδο στην Κρήτη.

Ποιοί Άγιοι δίδαξαν την απομάκρυνση από τους αιρετικούς;
Οι άγιοί μας, βασιζόμενοι στην εμπειρική και βιωματική τους σχέση με τον Θεό, μας δίδαξαν την ά μ ε σ η απομάκρυνση από τους αιρετικούς ως τρόπο διαφύλαξης της Πίστης.
O Μ. Βασίλειος συμβούλευε την μη εκκλησιαστική κοινωνία με αιρετικούς επισκόπους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τον Άγιο ως «λύκοι βαρείς» καθώς και την απομάκρυνση από εκείνους που προσποιούνται ότι έχουν την ορθή πίστη αλλά κοινωνούν με τους ετερόφρονες.
Ο Μ. Αθανάσιος δίδασκε την απομάκρυνση από όσους επισκόπους ή πρεσβυτέρους σκανδαλίζουν και την απομάκρυνση από εκείνους που κοινωνούν με αιρετικούς και προσποιούνται ότι ομολογούν ορθή πίστη.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, συμβούλευε, να αποφεύγουμε προϊστάμενο (ποιμένα) όταν είναι κακός εξ αιτίας της πίστεως και να απομακρυνόμαστε απ' αυτόν όχι μόνο αν είναι άνθρωπος αλλά και αν είναι άγγελος που κατέβηκε από τον Ουρανό. Αν είναι κακός ως προς την ιδιωτική του ζωή δεν θα πρέπει να ασχολούμαστε μ' αυτήν καθώς το «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» αναφέρεται στον τρόπο ζωής, και όχι στην πίστη. Κατά την διάρκεια της εξορίας του, μακάριζε τους φυλακισμένους κληρικούς για το ορθόδοξό τους φρόνημα, λέγοντας ότι τα ονόματά τους συγκαταριθμούνται μαζί με των Μαρτύρων στο βιβλίο της Ζωής. 
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας χαρακτήριζε ως ομολογητές της Πίστεως τους κληρικούς που καθήρεσε ο αιρετικός πατριάρχης Νεστόριος, τιμωρώντας τους επειδή είχαν διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία και μνημόνευσή του. Συμβούλευε, δε, ο Άγιος τον κλήρο και τον λαό της Κωνσταντινούπολης να μη κοινωνούν με τον Νεστόριο για να μη μολυνθούν, χαρακτηρίζοντάς τον ως λύκο αντί ποιμένα.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής με την αποτείχισή του, δίδασκε έμπρακτα την σωστή στάση απέναντι στην αίρεση. Πίστευε ότι είναι χρέος του καθενός να μη προδίδει την αληθινή Πίστη και να την υπερασπισθεί μέχρι θανάτου. Χαρακτήριζε τους αιρετικούς ως ψευδοδιδασκάλους και ψευδοπροφήτες και έλεγε ότι όποιος τους αποδέχεται ως ποιμένες της Εκκλησίας, αποδέχεται και αναγνωρίζει τον διάβολο. Η αποτείχιση, για τον Άγιο, είναι η μοναδική οδός σωτηρίας διότι μόνο δι΄ αυτής η αληθινή Πίστη παραμένει ανόθευτη από την επικοινωνία με την αίρεση. Προτίμησε τον αναθεματισμό, την εξορία, τον μαρτυρικό θάνατο παρά την κοινωνία με τους αιρετικούς.
Ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων χαρακτήριζε τους ορθοδόξους, που απομακρύνονταν από αίρεση υπό Συνόδου ή Αγίων Πατέρων κατεγνωσμένη, άξιους τιμής και αποδοχής.
Ο Όσιος Θεόδωρος Στουδίτης, σε καιρό αιρέσεως, ως Εκκλησία θεωρούσε εκείνους που προχώρησαν σε αποτείχιση από τους αιρετικούς, έστω και αν ήταν ελάχιστοι. Την τοπική εκκλησία, που είχε αποδεχθεί την αίρεση την θεωρούσε «πεπτωκυία, καταπεσούσα, ερρυπωμένη» και γι αυτό συμβούλευε τους ορθοδόξους να αποφεύγουν με παρρησία κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία με τους κακόδοξους και να διακόπτουν την μνημόνευσή τους στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας.
Ο Μέγας Φώτιος πρόσταζε το εξής «αν ο ποιμένας είναι αιρετικός να απομακρυνθούμε από αυτόν άμεσα διότι η κοινωνία με αυτόν είναι δηλητήριο φιδιού. 
Δεν πρέπει, έλεγε, να εξαπατηθούμε από το γεγονός ότι φαίνεται ήμερος, διότι είναι λύκος. Ως προς τον ορθόδοξο ποιμένα, συνέχιζε, ο πιστός αφού εξετάσει αν έχει ευσεβή πίστη και ζωή, χωρίς κανένα αιρετικό σημάδι, πρέπει να υποτάσσεται σ' αυτόν. Όλα τα άλλα, εκτός της πίστεως, δεν πρέπει να τα εξετάζουμε».
Ο Άγιος Γερμανός ο Β΄, εξόρκιζε τους λαϊκούς να φεύγουν από ιερείς υποταγμένους σε λατίνους και να μην παίρνουν ευλογία από τα χέρια τους. Καλύτερα προσεύχεστε στα σπίτια σας, έλεγε, ειδ' άλλως θα υποστείτε την ίδια κόλαση μ' αυτούς.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θεωρούσε ότι είναι αδύνατο κάποιος που επικοινωνεί εκκλησιαστικώς με αιρετικό πατριάρχη, να είναι ορθόδοξος. Συνέδεε την υποταγή στους ποιμένες με την πλήρη αποδοχή και ταύτιση με την Ορθόδοξο Πίστη η οποία είναι το κριτήριο εισόδου (ή εξόδου) από την Εκκλησία.
Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, υποστήριζε ότι στα της πίστεως δεν χωρεί συγκατάβαση διότι όλοι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, όλες οι Σύνοδοι και όλες οι Θείες Γραφές προτρέπουν την αποφυγή των ετεροφρόνων και την αποφυγή της κοινωνίας με αυτούς. Για τα θέματα της Πίστεως, έλεγε, δεν υπάρχουν μικρά και μεγάλα, όλα είναι μεγάλα και σημαντικά γι αυτό δεν κάνουμε υπακοή ούτε σε αρχιερέα ούτε σε σύνοδο ψευδή αλλά στον Χριστό και στους Αποστόλους! 
Ο Άγιος Γεννάδιος Σχολάριος συμβούλευε ότι αυτών που αποστρεφόμεθα το φρόνημα, πρέπει, σύμφωνα με τις Συνόδους και τους Πατέρες, να αποφεύγουμε και την κοινωνία.
Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος, δίδασκε να εξετάζουμε τον πνευματικό άνθρωπο από την ζωή του και τις πράξεις του, αν συνάδουν με τις διδασκαλίες του Κυρίου, των Αποστόλων και των Πατέρων και αν όχι, ακόμα και αν κάνει θαύματα και ανασταίνει νεκρούς να τον αποστρεφόμαστε και να τον μισούμε ως δαίμονα. Όσοι αποδέχονται αιρετικές διδασκαλίες, λέει, είναι καταδικασμένοι εις απώλεια.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης θεωρούσε ότι ο αρχιερέας που είναι ως προς την Πίστη κακός, δεν είναι δυνατό να μη κηρύξει και στον λαό, το αιρετικό φρόνημα που έχει στην καρδιά του. Αν λοιπόν είναι ως προς την Πίστη κακός, έχει δηλαδή αιρετικά και βλάσφημα δόγματα, τότε πρέπει να φεύγουμε από αυτόν.

Ποιοί άγιοι προχώρησαν σε αποτείχιση (εφαρμόζοντας τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου)
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής είχε εκκλησιαστική κοινωνία μόνο με όσους διατηρούσαν την Ορθόδοξη Πίστη και καμία κοινωνία με την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και της Ρώμης (οι οποίες τότε ήταν αιρετικές) .
Επίσης οι ακόλουθοι Άγιοι προχώρησαν σε αποτείχιση:
Ο Άγιος Θεοφύλακτος επίσκοπος Νικομήδειας, ο Άγιος Μιχαήλ επίσκοπος Συνάδων, ο Άγιος Αιμιλιανός επίσκοπος Κυζίκου, ο Άγιος Ευθύμιος επίσκοπος Σάρδεων, ο Όσιος Θεοφάνης ηγούμενος Μονής Μεγάλου Αγρού, ο Άγιος Στέφανος ηγούμενος Τρίγλιας, ο Άγιος Μακάριος ηγούμενος Πελεκητής, ο Άγιος Ιωάννης ηγούμενος Καθαρών, ο Όσιος Νικήτας ηγούμενος Μηδικίου, ο όσιος Πέτρος Ατρώας, οι Άγιοι Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί, ο Όσιος Πλάτων Στουδίτης, ο Άγιος Ιωσήφ αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο Όσιος Νικόλαος Στουδίτης, ο Όσιος Ναυκράτιος Στουδίτης, ο Όσιος Θαδδαίος Στουδίτης, ο Όσιος Θεόδωρος Στουδίτης.
Οι 74 Αγιορείτες Πατέρες επί πατριάρχου Βέκκου, υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο, διότι ομολόγησαν ότι δεν ήθελαν καμμία εκκλησιαστική κοινωνία με τον λατινόφρονα πατριάρχη.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως ιερομόναχος, διέκοψε το μνημόσυνο του αιρετικού πατριάρχη και γι' αυτό αναθεματίσθηκε και φυλακίστηκε.
Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, διέκοψε κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με όλους όσους υπέγραψαν στην σύνοδο στην Φλωρεντία καθώς πίστευε ότι μόνο έτσι έμενε ενωμένος με τους Αγίους Πατέρες.
Ο Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης διέκοψε το μνημόσυνο του πατριάρχη Αθηναγόρα καθώς πίστευε ότι η συμπροσευχή με άλλους είναι επιτρεπτή μόνο όταν υπάρχει συμφωνία Πίστης.
Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς διέκοψε το μνημόσυνο του πατριάρχη Σερβίας Γερμανού και έπαψε κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία με αυτόν παραμένοντας έγκλειστος στο ησυχαστήριό του.

Ποιά η στάση του λαού
Στην εποχή του Μεγάλου Βασιλείου, σύμφωνα με μαρτυρία του Αγίου, οι πιστοί έφευγαν απ' τους ναούς, θεωρώντας τους «ασεβείας διδασκαλεία» και προσευχόντουσαν στην ύπαιθρο. Ο Άγγελος της Εκκλησίας, συνεχίζει ο Άγιος, έφυγε κι αυτός απ' τους ναούς όπου παρέμεναν οι αιρετικοί και ήλθε εκεί όπου συγκεντρώνονταν οι ορθόδοξοι (στις ερημιές). Ο Μ. Βασίλειος λέγοντας «και γαρ και το αχρειωθέν απερρύη και ουκ εκολοβώθη το μένον» δηλώνει ότι όσοι κι αν αποχωρήσουν δια της αιρέσεως απ' την Ορθοδοξία, το Σώμα του Χριστού μένει ανέπαφο, ακέραιο και ολόκληρο. 
Στα χρόνια του Μ. Αθανασίου, οι Ορθόδοξοι δεν είχαν καμμιά εκκλησιαστική επικοινωνία με τους αιρετικούς. Το κριτήριο για την εκκλησιαστική κοινωνία ήταν το φρόνημα και όχι η απόφαση συνόδου.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος περιγράφει τον λαό που αποτείχισε τον αιρετικό πατριάρχη, ως πλήθος ασύντακτο και ανεπίσκοπο (χωρίς επίσκοπο) περιπλανώμενο σε όρη, σπήλαια και οπές στη γη. Τοποθετείται ξεκάθαρα υπέρ της διδασκαλίας και εφαρμογής του ΙΕ' Κανόνος γνωστοποιώντας στους πιστούς πως ο Θεός βρίσκεται εκεί που είναι η αληθινή Πίστη λέγοντας ότι οι αιρετικοί έχουν τους οίκους αλλά εμείς (οι πιστοί της αποτείχισης) τον Ένοικο, αυτοί τους ναούς εμείς τον Θεό.
Όταν ο Άγιος Κύριλλος αγωνιζόταν εναντίον της αιρέσεως του Νεστορίου, ο λαός και οι κληρικοί έφυγαν απ τον ναό παρόλο που η αίρεση δεν ήταν κατεγνωσμένη (καταδικασμένη).
Στην εποχή του Μεγάλου Φωτίου οι πιστοί, όχι απλώς δεν κοινωνούσαν με τον αρχιεπίσκοπο που πρόδωσε τα δόγματα της Πίστεως, αλλά ούτε και «χαίρετε» του έλεγαν.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας θέτει το δίλημμα:
«Τι προτιμάς, ν’ ανασταίνεις νεκρούς με την προσευχή σου
ή να χύσεις το αίμα σου για τον Χριστό;»

5. Αγώνας για τον Θεό
«Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξεις κεφ.ε΄στ.29).
«Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσι» (Κατά Ιωάννην, κεφ. ιε΄στ. 20).
Η εκκλησιαστική επικοινωνία με την αίρεση μολύνει. Μας κάνει κοινωνούς με αυτήν. Επικοινωνούμε εκκλησιαστικά μόνον με όσους έχουν την ίδια ακέραιη Ορθόδοξη Πίστη (με λόγια και με έργα). Η υποστήριξη των Αγίων μας σε όσους προχώρησαν σε αποτείχιση (κληρικούς και λαϊκούς) μας διδάσκει ότι χρέος κάθε ενός πιστού είναι η ομολογία της Πίστης του δια της αποτείχισής του σε καιρό αιρέσεως και η προάσπιση της Ορθοδοξίας. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος παραμονής στην Εκκλησία (στο σώμα του Χριστού) και ο μόνος δρόμος σωτηρίας. Δεν έχει σημασία πόσοι αποκόπτονται δια της αιρέσεως από την Ορθοδοξία. Ο Μ. Βασίλειος μας δίδαξε ότι το Σώμα του Χριστού μένει ακέραιο. Σκοπός μας είναι να μείνουμε μέσα στην Εκκλησία ώστε να σωθούμε. Όσοι κι αν μείνουμε. Όσους κι αν έχουμε απέναντι μας. Έχουμε πρότυπα τους Αγίους μας, τους οποίους και πρέπει να μιμηθούμε.
Είναι πόθος μας ο Θεός; Θέλουμε να είμαστε μαζί Του; Πρέπει, τότε, να παλέψουμε γι' αυτό. Χρειάζεται αγώνας και θυσία.
«Ο πόλεμος κατά των αιρέσεων φανερώνει την τέλεια αγάπη προς τον Θεό και την τέλεια αγάπη προς τον πλανηθέντα αδελφό» μας διαβεβαιώνει ο Μέγας Φώτιος. Θέλουμε να δείξουμε στον Θεό την τέλεια αυτή αγάπη; Τότε πρέπει να Τον ομολογήσουμε , μπροστά στους ανθρώπους χωρίς να φοβόμαστε τους χαρακτηρισμούς που θα μας προσάψουν. 
Δεν πρέπει να δειλιάσουμε, έχουμε μαζί μας τον Χριστό. Ο αγώνας μας έχει ως έπαθλο την αιώνια ζωή και όχι την επίγεια! Θα μείνουμε μέσα στους ναούς όταν γνωρίζουμε ότι ο Κύριος μας δεν είναι εκεί; Μπορεί να βρίσκεται εκεί που υπάρχει κοινωνία με τους αιρετικούς; Θα μας κρατήσουν αιχμάλωτους στους ναούς οι συνήθειές μας, οι κοινωνικές μας σχέσεις και συναναστροφές; Θα αγαπήσουμε την δόξα των ανθρώπων ή του Θεού; 
Θα μείνουμε δέσμιοι του κάθε κληρικού που χρησιμοποιεί σαν επιχείρημα την υπακοή ενώ παράλληλα ο ίδιος κοινωνεί με την αίρεση; Υπακοή σε θέματα πίστης δεν γίνεται. Υπακοή γίνεται μόνο στον Κύριο μας. O Μ. Αθανάσιος, μας συμβουλεύει ότι πρέπει να διακρίνουμε τους καλούς απ' τους κακούς ποιμένες με βάση τα έργα τους, τα οποία φανερώνουν την πίστη τους. Στους καλούς ποιμένες οφείλουμε υπακοή, ενώ από τους κακούς πρέπει να απομακρυνόμαστε (αποτείχιση απ τους κακώς φρονούντες και πράττοντες).
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μας ειδοποιεί, ότι για θέματα πίστεως πρέπει να απομακρυνόμαστε άμεσα απ' τους προεστώτες που έχουν αιρετικά φρονήματα. Χαρακτηριστικά λέει: «ει μεν γαρ δόγμα έχει διεστραμμένον, καν άγγελος ή, μη πείθου. 
Ει δε ορθά διδάσκει, μη τω βίω πρόσεχε, αλλά τοις ρήμασιν».
Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και μέλη της οι χριστιανοί, κλήρος και λαός. Εκκλησία είναι, κατά τον Άγιο Θεόδωρο Στουδίτη, όσοι είναι προσκολλημένοι στην αλήθεια, τον Χριστό, και την ομολογούν. Η ευσέβεια, η πίστη και η αλήθεια μας ενώνουν με τον Χριστό και την Εκκλησία. Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, καθολική Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήρια ομολογία της Πίστεώς μας προς τον Θεό.
Εκκλησία δεν είναι οι κληρικοί, οι επίσκοποι, οι ηγούμενοι των μοναστηριών, οι πατριάρχες. Αυτοί είναι οι διοικούντες. Όταν κάνουν λάθος αυτοί, πρέπει να συμμετέχουμε στο λάθος τους; Τώρα που αυτοί (οι διοικούντες) γίνονται κοινωνοί της αίρεσης, τώρα που σιωπούν λησμονώντας την ευθύνη που έχουν απέναντι στο ποίμνιο, τώρα που γίνονται διώκτες, καθώς διώκουν όσους ομολογούν ορθή πίστη, εμείς θα μείνουμε αμέτοχοι; Θα αφήσουμε να διώκουν τον Χριστό μας (γιατί Αυτόν διώκουν, Αυτόν καταργούν, Αυτόν αμφισβητούν) στο πρόσωπο των διωκόμενων μοναχών κληρικών και λαϊκών; Θα μείνουμε απλοί παρατηρητές χωρίς να πάρουμε θέση; Θα συνεχίσουμε να εκκλησιαζόμαστε εορτάζοντες τους Aγίους Mάρτυρες και Oμολογητές χωρίς να γνωρίζουμε τον λόγο για τον οποίο τους εορτάζουμε; Δεν βλέπουμε τα σημεία των καιρών; Και όσοι τα βλέπουμε γιατί σιωπούμε; 
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς λέει ότι η σιωπή, σε θέματα πίστεως, είναι το τρίτο είδος αθεΐας, ο Ιερός Χρυσόστομος ότι ο σιωπών είναι άξιος κολάσεως και ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης μας υπενθυμίζει την εντολή του Κυρίου να μη σιωπούμε σε καιρό που κινδυνεύει η Πίστη. Τί περιμένουμε; Κάποιον «αρχηγό-οδηγό» ή μήπως το κοινό ποτήριο με τους αιρετικούς; Kι αν αίφνης αύριο βρεθούμε (παρουσιαστούμε) μπροστά στον Κύριο και το κριτήριο Του, θα βρεθούμε ως αμαρτωλοί ή ως προδότες; Θα παραστούμε ως χλιαροί χριστιανοί (τους οποίους ο ίδιος ο Κύριος προειδοποίησε ότι θα τους εμέσει) ή ως θερμοί στην πίστη και τον ζήλο;
Η απόφαση και η ευθύνη είναι αποκλειστικά δική μας. Δική μας η ψυχή, δικός μας ο αγώνας για την σωτηρία. Ας διδαχθούμε από τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή, ο οποίος στην ερώτηση των αιρετικών «σύ μόνος σώζη και πάντες απόλλυνται;» (δηλ. μόνο εσύ θα σωθείς και όλοι οι άλλοι θα χαθούν), ο Άγιος απάντησε ότι η κρίση είναι του Θεού, δική του όμως ευθύνη ήταν, να πεθάνει χάριν της αληθινής Πίστης και να μην την προδώσει.
Έρχονται πιο δύσκολα χρόνια. Θα κληθούμε οι ορθόδοξοι χριστιανοί να πάρουμε ακόμη πιο δύσκολες αποφάσεις. Αν σήμερα, δεν αντέχουμε το κόστος της αποτείχισης, αύριο πώς θα παλέψουμε όταν η χάρη του Θεού δεν θα είναι μαζί μας;

Επιλέγουμε τώρα: ή στρατιώτες του Θεού ή με τον αντίχριστο, διότι ο οικουμενισμός είναι γέννημα του αντιχρίστου. Όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης κηρύττει ότι όλες οι θρησκείες σώζουν και ότι ο καθένας μπορεί να λατρεύει όποιον θεό προτιμά, τότε αυτό πού μας οδηγεί;

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

ΟΜΑΔΕΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ:

«μικρό ποίμνιο»

ΛΥΚΟΣ ΜΕ ΕΝΔΥΜΑ ΠΡΟΒΑΤΟΥ Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ



Ενώ 152 Κύπριοι γιατροί ζήτησαν με επιστολή προς τον πρόεδρο της κυπριακής δημοκρατίας να ανοίξει τις Εκκλησίες, ο αρχιεπισκοπος ανακοίνωσε οτι οι γιατροί να κοιτάξου την δουλεια τους…
ο ίδιος σε Κοινή δήλωση με τον Αρχιραβίνο του Ισραήλ «Δεν υπάρχει συλλογική ενοχή των Εβραίων στoν θάνατο του Ιησού» (ως να είπε περίπου οτι ο χριστός αυτοκτόνησε). 
Το γεγονός το επιβεβαιώνετε σε άρθρο (8/12/2011) από την Jerusalem Post Ο Αρχιραββίνος Yona Metzger και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β’ υπέγραψαν μια ιστορική δήλωση στη Λευκωσία.

Αναφορικά με το Μυστήριο της Θείας Μετάληψης, στην επιστολή τους οι γιατροί, τονίζουν:
«Όπως γνωρίζετε και εσείς, ως ορθόδοξος χριστιανός, η Θεία Κοινωνία είναι ο ίδιος ο Χριστός, και η μετάληψή Του από τους ορθοδόξους χριστιανούς, δεν αποτελεί απλά ένα θρησκευτικό εθιμοτυπικό τελετουργικό καθήκον, αλλά τη βάση της πίστεώς τους, καθώς και αναφαίρετο δικαίωμά τους. Παρόλο που είμαστε σίγουροι, ότι και εσείς, ως ορθόδοξος χριστιανός συμμερίζεστε τα δόγματα της Ορθοδοξίας, μεταξύ των οποίων και ότι η Θεία Κοινωνία είναι «εφόδιο ζωής αιωνίου» και ότι από αυτή ή μέσω αυτής δεν είναι δυνατόν να μεταφερθούν ιοί, σας αναφέρουμε ότι και επιστημονικά, δεν υπάρχει στη βιβλιογραφία οποιοδήποτε επιστημονικό άρθρο, μελέτη ή έρευνα που να αποδεικνύει ότι με τη Θεία Κοινωνία μεταδίδονται μικρόβια και ιοί».

Οικουμενιστικός κατήφορος Και παρά ταύτα, η επιμονή να κοινωνούμε με τους Οικουμενιστές- παραμένει!

Κι ενώ η τραγωδία της πανδημίας του φονικού ιού συνεχίζεται χωρίς οίκτο και έλεος, ο οικουμενιστικός κατήφορος συνεχίζεται κι αυτός με πολύ αυξημένο θράσος από ορισμένους ορθόδοξους ιεράρχες.
Ο θλιβερός ορθόδοξος πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος ξεπέρασε κάθε όριο ασέβειας, κηρύττει με περισσό θράσος τον παραλογισμό, δηλαδή την ένωση με τους αιρετικούς και την πανθρησκεία.

Αγκάλιασε τον πατριάρχη των κοπτών και τον διαβεβαίωσε πως έχουν την ίδια πίστη οι δυο τους, χωρίς καμία δογματική διαφορά! Ενώ παραμονές του ραμαζανιού των μουσουλμάνων έστειλε εγκάρδιες ευχές προς τους μουσουλμάνους «αδελφούς» του να έχουν ένα κατανυκτικό ραμαζάνι, γεμάτο από τις ευλογίες του αληθινού Θεού! 

Δηλαδή ο πατριάρχης Θεόδωρος βεβαίωσε τους μουσουλμάνους πως αυτός ο αληθινός Θεός είναι ο ίδιος για τους μουσουλμάνους και τους ορθοδόξους! 

Μάλιστα αγαπητοί μου, καλά ακούσαμε όλοι μας και τα ακούσαμε από το στόμα του πατριάρχη του πρεσβυγενούς πατριαρχείου Αλεξανδρείας, ενός πατριαρχείου που βρίθει από μεγάλους αγίους. Αλήθεια ποιος θα σταματήσει αυτόν τον φοβερό κατήφορο του εν λόγω πατριάρχου; Αν περιμένουμε από το Φανάρι, μάταια θα περιμένουμε αφού κι αυτοί τα ίδια πράττουν.
Να περιμένουμε να συγκαλέσει κάποιος πανορθόδοξη σύνοδο; 
Κι αυτό μάταιο φαντάζει, αφού ο προσφάτως συγκαλέσας πανορθόδοξη σύνοδο στο Αμμάν της Ιορδανίας πατριάρχης Θεόφιλος Ιεροσολύμων,συμμετείχε αυτές τις μέρες σε οικουμενιστική συμπροσευχή για την εξάλειψη του κορωνοϊού!
Ω Θεέ μου! Άλλη τραγωδία κι αυτή από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλο. Αλήθεια πιστεύει ο πατριάρχης Θεόφιλος πως ο Ιησούς Χριστός, η κεφαλή της ορθοδόξου εκκλησίας θα δεχθεί μια τέτοια δαιμονική συμπροσευχή; 
Δεν άκουσε ο πατριάρχης Θεόφιλος πως ο μεγάλος άγιος των ημερών μας Παΐσιος ο αγιορείτης αποκάλεσε τις αιρετικές εκκλησίες που απαρτίζουν τον οικουμενισμό κουρελούδες του διαβόλου; Δεν άκουσε τον άγιο Πορφύριο τον καυσοκαλυβίτη να λέει πως μέσα στον οικουμενισμό κατοικούν πονηρά πνεύματα; 
Δεν άκουσε τον άγιο Εφραίμ τον κατουνακιώτη που πήρε πληροφορία ύστερα από προσευχή που έκανε πολλές ώρες για αυτό το θέμα κι ο Χριστός του αποκάλυψε πως οικουμενισμός σημαίνει δαιμονισμός; Είναι δυνατόν να μην τα έχει ακούσει αυτά ο πατριάρχης Θεόφιλος; 
Και εφόσον είναι βέβαιο πως τα άκουσε, τότε πως προχώρησε στον οικουμενισμό και διασύρει την ορθοδοξία; Και που το βρήκε αυτό το δικαίωμα, ποιος του το έδωσε; Πάντως σε καμία περίπτωση δεν έλαβε τέτοιο δικαίωμα από τον αρχηγό της πίστεως μας Ιησού Χριστό. 
Ο Κύριος μας του παρήγγειλε να φυλάξει την ορθόδοξη πίστη από τους αιρετικούς, όμως δυστυχώς πράττει το αντίθετο, έως πότε όμως; Διότι ο Ιησούς Χριστός λέγει στην Αποκάλυψη «ναι έρχομαι ταχύ» (Αποκαλ. 22, 20)
Και τότε τι μέλλει γενέσθαι…

Αρσένιος μοναχός, Ιερά σκήτη Αγ. Παντελεήμονος (Μονής Κουτλουμουσίου), Άγιον Όρος

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274) ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

Στό παρόν κείμενο θά ἐπιχειρήσουμε νά παραθέσουμε κάποιες λίαν ἀξιοπρόσεκτες καί ἀξιοσημείωτες ἁγιοπατερικές θέσεις καί ἀπαντήσεις σέ θέματα, πού ἀπασχολοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἐπικαιρότητα, ὅπως ἡ κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους, ἡ σημασία τῆς μνημονεύσεως, ἡ μνημόνευση αἱρετικῶν καί οἱ συνέπειές της, ἡ οἰκονομία καί ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Ὡς κύρια πηγή θά χρησιμοποιήσουμε τό βιβλίο «Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976», δηλ. «Ἀρχεία τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς 16, Ἑλληνικό ἀρχεῖο τῆς ἕνωσης τῆς Λυών (1273-1277) ἀπό τούς V. Laurent καί J. Darrouzes,Γαλλικό Ἰνστιτούτο Βυζαντινῶν Σπουδῶν, Παρίσι 1976» καί ἰδίως τήν ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἐπί αὐτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου καί Πατριάρχου Ἰωάννου ΙΑ΄ Βέκκου τῶν λατινοφρόνων.
Τό ἱστορικό πλαίσιο

Τό 1261 μετά ἀπό ἑξῆντα σχεδόν χρόνια δουλείας, ἔγινε ἡ ἀνάκτηση καί ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς σταυροφόρους. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ ὁ Παλαιολόγος, γιά νά ἀποφύγει νέα ἐκστρατεία τῶν σταυροφόρων ἐναντίον τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, θέλησε νά ἀποσπάσει τήν εὔνοια καί φιλία τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα Γρηγορίου Ι΄. Τό ἐνέχυρο, πού θά δινόταν, καί τό πρός θυσίαν σφάγιο, τό ὁποῖο θά κατατίθονταν στόν παπικό βωμό, ἦταν φυσικά ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νά ὑποταχθεῖ στόν Παπισμό, ἀναγνωρίζοντας τήν αἵρεση τοῦ «Filioque», τήν παπική ἐξουσία καί αὐθεντία ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τά ἄζυμα στή Θεία Λειτουργία καί ὅ,τι ἄλλο ἀξίωναν οἱ Πάπες. Ὁ αὐτοκράτορας, γιά νά πετύχει τόν σκοπό του, ἔπρεπε νά ἔχει σύμμαχο καί ὁμόφρονα καί τόν Πατριάρχη. Πατριάρχης τότε ἦταν ὁ Ἰωσήφ, ἄνδρας κατά πάντα ὀρθόδοξος, ἀντιτιθέμενος στήν κακή καί ψευδή ἕνωση Ὀρθοδοξίας και Παπισμοῦ, καί ὑπέρμαχος τῆς καλῆς και ἀληθοῦς ἑνώσεως.

Τό 1274 ἔγινε στή Λυών τῆς Γαλλίας παπική ψευδοσύνοδος (ἡ 14η Οἰκουμενική Σύνοδος τοῦ Παπισμοῦ), στήν ὁποία ἔστειλε ἀντιπροσωπεία ὁ αὐτοκράτορας, χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ Πατριάρχου. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι δέχθηκαν τήν ψευδοένωση μέ τόν Πάπα. Ἐν συνεχείᾳ, ὁ αὐτοκράτορας, προκειμένου νά ἑδραιωθεῖ ἡ ψευδοένωση, ἄρχισε νά ἐξορίζει καί νά βασανίζει ποικιλοτρόπως τούς Ὀρθοδόξους. Ὑπέστησαν τά πάνδεινα οἱ φανεροί καί ἀφανεῖς ὁμολογητές τῆς πίστεως, διότι δέν δέχονταν νά ἀναγνωρίσουν τά τρία κεφάλαια, δηλαδή τό πρωτεῖο, τό ἔκκλητο καί τήν μνημόνευση τοῦ Πάπα κατά τήν τάξιν τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν.

Μετά τήν ἐξορία τοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ κατά τό ἔτος 1275 μέ τήν προτροπή τοῦ αὐτοκράτορα, ἀναβιβάσθηκε Πατριάρχης ὁ λατινόφρων καί ὁμόφρονάς του Ἰωάννης ΙΑ΄ ὁ Βέκκος. Κατ’ αὐτήν τήν περίοδο καί προκειμένου νά ἔχει βοήθεια ἀπό τούς Λατίνους, ὁ αὐτοκράτορας πίεζε ὅλους νά ἀποδεχθοῦν τήν ψευδοένωση, ἐξαιρέτως δέ τούς ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκουμένους μοναχούς.

Ἡ ἐπιστολή, πού ἀπέστειλαν οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες στόν αὐτοκράτορα, εἶναι ὄντως, ὄχι μόνο ἕνα ὁμολογιακό κείμενο, ἀλλά καί ἕνας ἀπλανής ὁδηγός πρός σωτηρίαν ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί κινδυνευούσης πίστεως, στήν ὁποία ἀναφέρονται σέ ὅλα τά παραπάνω θέματα, πού μᾶς ἀπασχολοῦν.

2. Ἡ κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους. Ὑπόδικοι ἔναντι τῶν Θείων Κανόνων ὅσοι ἔχουν κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους.

Οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί στήν ἐπιστολή τους ἀναφέρονται στό θέμα τῆς κοινωνίας μέ ἀκοινωνήτους καί ὀνομάζουν ὑποδίκους ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνων ὅσους ἔχουν κοινωνία μέ ἀκοινώνητους.

Λέγουν : «Πῶς γοῦν θεμιτόν καί θεάρεστον ἑνωθῆναι τοῖς τοιούτοις ἡμᾶς, ὧν δικαίως καί κανονικῶς ἐξεκόπημεν, ἀμεταβλήτως ἔχουσι τῶν αἱρέσεων; Εἰ τοῦτο καταδεξόμεθα, τό ὀρθόδοξον καί ἐν ἑνί τό πᾶν ἀνατρέπομεν καί ἐν ὅσοις οἱ ἀναξίως δεχόμενοι ἀνατρέπουσιν. Λέγουσι γάρ οἱ θεῖοι καί ἱεροί κανόνες˙ «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, ἀφοριζέσθω», καί ἀλλαχοῦ˙ «Ὁ ἀκοινωνήτοις συγκοινωνῶν ἀκοινώνητος ἔσται, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς ἐκκλησίας», καί πάλιν˙ «Ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται». Ἐν ὅσοις γοῦν οὗτοι ἐγκαλούμενοι ὑπό εὐθύνας εἰσί, τοῖς αὐτοῖς ἅπασι καί ἡμεῖς, εἰ καταδεξοίμεθα, παρά τῶν θείων κανόνων τῶν ἐν Πνεύματι ἀποφαινομένων ὑπόδικοι γινόμεθα»[1].

Δηλ. «Πῶς εἶναι, λοιπόν, νόμιμο καί θεάρεστο νά ἑνωθοῦμε μέ ἐκείνους, ἀπό τούς ὁποίους ἀποκοπήκαμε δίκαια καί κανονικά, ἐφ’ὅσον παραμένουν ἀμετάβλητοι στίς αἱρέσεις τους; Ἐάν τό δεχθοῦμε αὐτό, ἀνατρέπουμε μονομιᾶς τά πάντα καί καταργοῦμε τήν Ὀρθοδοξία καί μάλιστα σ’ἐκεῖνα τά σημεῖα, πού τήν ἀνατρέπουν καί αὐτοί, πού γίνονται ἀποδεκτοί τώρα ἀναξίως. Διότι, οἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες λέγουν : «Ὅποιος συμπροσευχηθεῖ μέ ἀκοινώνητο, ἀκόμη καί μέσα σέ σπίτι, νά ἀφορίζεται»[2] ( 10ος Ἀποστολικός). Καί σέ ἄλλο μέρος : «Ὅποιος κοινωνεῖ μέ ἀκοινωνήτους, νά εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει καί παραβαίνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας»[3] (2ος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ.). Καί παλι : «Ὅποιος δέχεται τόν αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον». Ἄν, λοιπόν, δεχθοῦμε τήν ψευδοένωση, θά γίνουμε καί ἐμεῖς ὑπόδικοι ἀπέναντι στούς Θείους Κανόνες, πού ἀποφαίνονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι γιά ὅλα ὅσα καί αὐτοί κατηγοροῦνται καί εἶναι ὑπεύθυνοι».

3. Ἡ κοινωνία διά τῆς μνημονεύσεως. Μέγα ψεῦδος ἡ μνημόνευση αἱρετικῶν ὡς ὀρθοδόξων. Ἀπομάκρυνση ἀπό τούς μνημονεύσαντες.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἀναφέρονται στό ἀδύνατον τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Θεία Λειτουργία, διότι αὐτό ἀποτελεῖ μέγα ψεῦδος καί ἀνίερο θέατρο, πού παίζεται ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου. Ἐπίσης, συμβουλεύουν τους ὀρθοδόξους νά ἀπομακρυνθοῦν ἀμέσως ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, αὐτῶν πού μνημόνευσαν τόν Πάπα, διότι αὐτοί θεωροῦνται πλέον ἱεροκάπηλοι.

Λέγουν : «Εἰ δέ ἁπλῶς ἐν ὁδῷ χαίρειν αὐτῷ κωλυόμεθα λέγειν, εἰ τό εἰσάγειν εἰς οἰκίαν κοινήν εἱργόμεθα, πῶς οὐκ ἐν οἰκίᾳ, ἀλλ’ἐν ναῷ Θεοῦ, ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀδύτοις, ἐπί τῆς μυστικῆς καί φρικτῆς τραπέζης τοῦ Υἱοῦ ἀμώμου, ἵνα ἡμᾶς ἐξιλάσηται τῷ Πατρί καί ἑαυτῷ καί τάς ἁμαρτίας ἡμῶν διά τοῦ ἰδίου αἵματος καθαρίσῃ ὁ ἀναμάρτητος; Ποῖος ᾃδης ἐξερεύξηται τό μνημόσυνον τοῦ παρά τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκκοπέντος ἀξίως, ὡς κατά Θεοῦ καί τῶν θείων τραχηλιάσαντος, καί διά τοῦτο ἐχθρός τοῦ Θεοῦ γενήσεται; Εἰ γάρ τό ἁπλῶς χαίρειν εἰπεῖν κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καί ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων; Εἰ δέ ὁ προκείμενός ἐστιν ἡ αὐτοαλήθεια, πῶς ἄν τό μέγα ψεῦδος τοῦτο δέχηται εἰκάζειν εἰκός, τό συντάττειν αὐτόν ὡς ὀρθόδοξον πατριάρχην μετά τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων πατριαρχῶν. Ἐν καιρῷ φρικτῶν μυστηρίων σκηνικῶς παίξομεν καί τό μή ὄν ὡς ὄν ὑποκρινώμεθα; Καί πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθόδοξος ψυχή, καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα καί ὡς καπηλεύσαντας τά θεῖα τούτους ἡγήσεται»[4];

Δηλ. «Ἄν, λοιπόν, ἐμποδιζόμαστε νά χαιρετᾶμε τόν αἱρετικό ἁπλά στόν δρόμο καί ἄν δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά τόν βάλουμε σ’ἕνα συνηθισμένο σπίτι, πῶς δέν εἶναι ἀνεπίτρεπτο νά τόν εἰσάγουμε, ὄχι σέ σπίτι, ἀλλά στόν ναό τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα σ’αὐτά τά ἴδια τά ἄδυτα, πάνω στήν μυστική καί φρικτή (Ἁγία) Τράπεζα τοῦ ἀμώμου Υἱοῦ, ἔτσι ὥστε ὁ ἀναμάρτητος (Υἱός) νά μᾶς ἐξιλεώσει στόν Πατέρα καί τόν Ἑαυτό Του καί νά καθαρίσει τίς ἁμαρτίες μας μέ τό ἴδιο τό Αἷμα Του; Ποιός ᾃδης θά ἀναφωνήσει τήν μνημόνευση τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος ἀποκόπηκε δίκαια ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐξ αἰτίας τῆς αὐθάδειάς του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί τῶν θείων Μυστηρίων, καί θά γίνει μ’αὐτόν τόν τρόπο ἐχθρός τοῦ Θεοῦ; Διότι, ἄν ἀκόμη καί ὁ ἁπλός χαιρετισμός μᾶς καθιστᾶ κοινωνούς τῶν πονηρῶν ἔργων αὐτοῦ, πού χαιρετᾶμε, πόσο μᾶλλον ἡ μνημόνευσή του ἐκφώνως καί μάλιστα τήν στιγμή, πού ἀντικρύζουμε μέ φρίκη τά θεῖα Μυστήρια; Ἄν αὐτός ὁ Ἴδιος, πού βρίσκεται μπροστά μας, εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθεῖ ἕνα τόσο μεγάλο ψεῦδος, τό νά συγκατατάσσεται δηλ. ὁ Πάπας μεταξύ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν; Μήπως θά παίξουμε θέατρο κατά τόν καιρό τῶν φρικτῶν Μυστηρίων καί θά ὑποκριθοῦμε ὅτι εἶναι ὑπαρκτό, αὐτό πού δέν ὑπαρκτό; Καί πῶς θά τά ἀνεχθεῖ αὐτά ἡ ψυχή τοῦ Ὀρθοδόξου καί δέν θά ἀπομακρυνθεῖ ἀμέσως ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία αὐτῶν, πού τόν μνημόνευσαν, καί δέν θά τούς θεωρήσει ἱεροκαπήλους»;

4. Ἡ σημασία τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως κατά τήν Θεία Λειτουργία. Ὁ διά τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν μολυσμός.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐξηγοῦν γιὰ ποιό λόγο μνημονεύουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία. Αὐτὸ γίνεται, ὄχι γιατὶ, χωρὶς τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως, δὲν ἐπιτελεῖται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴν σφαλερὴ γνώμη μερικῶν συγχρόνων οἰκουμενιστῶν, ἀλλὰ, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ «τέλεια συγκοινωνία» καί ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου. Ἀναφέρουν μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἱερουργὸς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως, γιὰ νὰ δείξει ὅτι κάνει ὑπακοὴ στὸν προϊστάμενό του, ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μ’ αὐτὸν καὶ ὅτι εἶναι διάδοχος τῶν θείων Μυστηρίων. Ἄς προσέξουμε ἐδῶ ὅτι γίνεται λόγος γιά μολυσμό, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖται, ὄχι βεβαίως ὡς μολυσμός τῶν μυστηρίων, ἀλλά ὡς ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία, πού προέρχεται ἀπό τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετικοῦ.

Λέγουν : «Ἄνωθεν γάρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τήν ἐπί τῶν ἀδύτων ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο˙ γέγραπται γάρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τό τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, «δεικνύων καί τήν πρός τό ὑπερέχον ὑποταγήν καί ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ τῆς πίστεως καί τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος». Καί ὁ μέγας πατήρ ἡμῶν καί ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει πρός τινα διά τῆς τιμίας αὐτοῦ ἐπιστολῆς˙ «Ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην˙ καί τί περί τούτου εἰπεῖν σοι τό παρόν οὐ καταθαρρῶ, πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων». Ταῦτα δέ ὁ πατήρ, πρό δέ τούτου καί ὁ Θεός τοῦτο ἐσήμανεν, οὕτως εἰπών˙ «Ἱερεῖς ἠθέτουν νόμον μου καί ἐβεβήλουν τά ἅγιά μου – πῶς; – ὅτι βεβήλοις καί ὁσίοις οὐ διέστελλον, ἀλλ’ἧν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά». Τί τούτων φωτεινότερον καί ἀληθέστερον»[5];

Δηλ. «Ἄλλωστε, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχόταν ἀπό παλαιά τήν ἀναφορά τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως ἐνώπιον τῶν ἁγίων Μυστηρίων ὡς τελεία συγκοινωνία. Διότι, ἔχει γραφεῖ στήν ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας ὅτι ὁ λειτουργός ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως, γιά νά δείξει ὅτι ὑποτάσσεται στόν ἀνώτερό του, ὅτι εἶναι κοινωνός του καί ὅτι ἔχει δεχθεῖ δι’αὐτοῦ τήν πίστη καί τήν χάρι τῆς ἱερουργίας τῶν Μυστηρίων. Καί ὁ μεγάλος πατέρας μας καί ὁμολογητής Θεόδωρος Στουδίτης λέγει τά ἑξῆς πρός κάποιον μέσῳ τῆς τιμίας του ἐπιστολῆς : «Μοῦ εἶπες ὅτι φοβᾶσαι νά πεῖς στόν πρεσβύτερό σου νά μήν ἀναφέρει τόν αἱρεσιάρχη. Σχετικά μ’αὐτό δέν θά διστάσω νά σοῦ πῶ τό ἑξῆς˙ ὅτι μολυσμό ἔχει ἡ κοινωνία καί μόνο, πού τόν ἀναφέρει, παρ’ὅλο πού μπορεῖ αὐτός, πού τόν ἀναφέρει, νά εἶναι ὀρθόδοξος». Αὐτά λέγει ὁ πατέρας (Θεόδωρος Στουδίτης). Ἀλλά, καί πρίν ἀπ’αὐτόν καί ὁ Θεός τό φανέρωσε, λέγοντας τό ἑξῆς : «Οἱ Ἱερεῖς ἀθέτησαν τόν νόμο μου καί βεβήλωσαν τά ἅγιά μου»[6]. Μέ ποιόν τρόπο τό ἔκαναν αὐτό; Μέ τό νά μήν κάνουν διάκριση μεταξύ βεβήλων καί ὁσίων ἀνθρώπων, ἀλλά νά ἔχουν τά πάντα κοινά μέ ὅλους˙ καί ποιό ἄλλο ἐναργές καί ἀληθινό παράδειγμα ἀπ’αὐτό χρειαζόμαστε»;

5. Δέν χωρᾶ οἰκονομία στήν μνημόνευση αἱρετικῶν. Βέβηλη οἰκονομία. Πῶς θεωροῦνται οἱ μνημονεύοντες αἱρετικούς.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ μνημόνευση αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου στή Θεία Λειτουργία δέν μπορεῖ καθόλου νά νοηθεῖ σάν οἰκονομία. Ἀντιθέτως, εἶναι βεβήλωση τοῦ μυστηρίου, ἀπώθηση ἀπ’ αὐτό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄρνηση τῆς υἱοθεσίας καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί ἔκπτωση ἐκ τῆς ἀληθοῦς καί ὀρθοδόξου πίστεως. Εἶναι ἄξιο πάσης προσοχῆς τό γεγονός ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες θεωροῦν ὅτι οἱ μνημονεύοντες αἱρετικό συγκοινωνοῦν μέ ὅλους τούς αἱρετικούς,εἶναι ὁμολογουμένως ἀσυγχώρητοι καί ἀκοινώνητοι καί ὑπόδικοι γιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις ἐκείνων, καίγεμάτοι ἀπό κάθε αἵρεση.

Λέγουν : «Ἀλλ’ὡς οἰκονομίαν τοῦτο ποιήσομεν; Καί πῶς δεχθήσεται οἰκονομία τά θεῖα βεβηλοῦσα, κατά τόν τοῦ Θεοῦ εἰρημένον λόγον, καί ἐκ τῶν θείων ἀπωθοῦσα τό τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα, καί τῆς ἐντεῦθεν ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί τῆς υἱοθεσίας τούς πιστούς ἀμετόχους ποιοῦσα; Καί τί ἄν εἴη ταύτης τῆς οἰκονομίας ζημιωδέστερον; Αὕτη κοινωνία αὐτῶν ἐστι πρόδηλος καί ἐν ἑνί τοῦ παντός ὀρθοῦ ἔκπτωσις καί ἀνατροπή. «Ὁ γάρ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ὑπόκειται ἐγκλήμασι», καί˙ «ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς ἐκκλησίας», καθά δή καί οὗτοι οἱ γενναῖοι τῇ ἀπειθείᾳ τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν «καί Ἰουδαίοις καί Ἀρμενίοις καί Ἰακωβίταις καί Νεστοριανοῖς καί Μονοθελήταις καί, ἁπλῶς εἰπεῖν, πᾶσιν αἱρετικοῖς συγκοινωνοῦσι»˙ καί διά τοῦτο μόνον, εἰ μή διά τί ἄλλο, ἀσυγχώρητοι ὁμολογουμένως καί ἀκοινώνητοί εἰσι καί πᾶσιν ὑπόδικοι τῶν ἐκείνων θεοστυγέσιν αἱρέσεσιν. Εἰκός δέ καί ἐντεῦθεν, ἐκ τοῦ μή διαστέλλεσθαι τῶν αἱρετικῶν δηλαδή, κατά τόν τῆς ἐκκλησίας κανόνα καί τόν τοῦ Θεοῦ ἄνωθεν νόμον, πάσης ἀνάπλεοι αἱρέσεως ἐγένοντο, καί οὐκ ἄλλοθεν»[7].

Δηλ. «Ἤ μήπως νά κάνουμε τήν ἕνωση σάν ἕνα εἶδος οἰκονομίας; Καί πῶς νά γίνει δεκτή μία οἰκονομία, ἡ ὁποία βεβηλώνει τά θεῖα Μυστήρια, κατά τόν θεῖο λόγο, πού προαναφέραμε, καί ἀπωθεῖ ἀπ’αὐτά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί στερεῖ ἀπό τούς πιστούς τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί τήν Χάρι τῆς υἱοθεσίας, πού πηγάζει ἀπ’αὐτά τά Μυστήρια; Καί τί πιό ἐπιβλαβές ἀπό μία τέτοια οἰκονομία; Αὐτή εἶναι φανερή κοινωνία μ’αὐτούς καί μ’ἕνα λόγο ἔκπτωση καί ἀνατροπή κάθε ὀρθοῦ. «Διότι, αὐτός, πού δέχεται αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον» καί «αὐτός, πού κοινωνεῖ μέ ἀκοινωνήτους, εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει καί παραβαίνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπειδή καί αὐτοί οἱ γενναῖοι, ἐξαιτίας τῆς ἀπείθειάς τους στούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς, «συγκοινωνοῦν καί μέ τούς Ἰουδαίους καί μέ τούς Ἀρμενίους καί μέ τούς Ἰακωβῖτες καί μέ τούς Νεστοριανούς καί μέ τούς Μονοθελήτες καί, γιά νά μιλήσουμε γενικά, μέ ὅλους τούς αἱρετικούς». Καί γι’αὐτό μόνο, ἄν ὄχι γιά κάτι ἄλλο, εἶναι ἀσυγχώρητοι ὁμολογουμένως καί ἀκοινώνητοι καί ὑπόδικοι γιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις ἐκείνων. Καί εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο, ἀπ’αὐτό καί μόνο καί ὄχι ἀπό ἀλλοῦ, δηλαδή ἀπό τό νά μήν διέστειλλαν (ξεχώρισαν) τούς ἑαυτούς τους ἀπό τούς αἱρετικούς, σύμφωνα μέ τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας καί τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ἀπό πάνω, ἀπό τόν οὐρανό, νά γέμισαν ἀπό κάθε αἵρεση».

Στό ἴδιο πνεῦμα μέ τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς οἰκονομίας, κινεῖται καί ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κυρός Μιχαήλ ὁ Ἀγχιάλων στόν διάλογό του πρός τόν πορφυρογέννητο βασιλέα Μανουήλ τόν Κομνηνό.

Ὁ Βασιλεύς τοῦ λέγει : «Ἀλλ’ «οἰκονομεῖν ἐν κρίσει» δέον τά πράγματα – οὐ γάρ μόνον τούς λόγους – καί κιρνᾶν τῇ αὐστηρίᾳ τήν ἐπιείκιαν». Δηλ. «Ἀλλά, πρέπει νά οἰκονομήσουμε μέ διάκριση τά πράγματα» – ὄχι μόνο τούς λόγους – καί νά ἀναμίξουμε στήν αὐστηρότητα τήν ἐπιείκια».

Ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπαντᾶ : «Ἐν ἄλλοις τοῦτο». Δηλ. «Σέ ἄλλα θέματα αὐτό μπορεῖ νά γίνει».

Ὁ Βασιλεύς τοῦ λέγει : «Κἄν τοῖς θείοις αὐτοῖς». Δηλ. «Καί στά θεῖα πράγματα».

Καί ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπαντᾶ : «Οὕτω σύ, ἀλλ’οὔχ ὁ πολύς καί μέγας Βασίλειος˙ τοὐναντίον δ’ἅπαν μηδέ τό βραχύτατον παραθραύειν διά λόγον οἰκονομίας τῶν πνευματικῶν ἐνομοθέτησε διατάξεων. Καί μάλα εἰκότως˙ οὐ γάρ ἄν τις κρεῖττον οἰκονομοίη τοῦ τό πᾶν ἐπιβλέποντος, καί διόλου δέον ἐχομένους αὐτοῦ καταλιμπάνειν τά καθ’ἡμᾶς ὅπως ἐκείνῳ οἰκονομοῖτο καί διεξάγοιτο˙ οὕτω γάρ ἄν ὡς ἄριστα φέροιτο. Εἰ δέ τις οἰκονομεῖν ἐγχειροίη χωρίς οἰκονομίας τῆς ἄνωθεν, δι’ὧν τά συμφέροντα πραγματεύεται, διά τούτων λάθῃ ἑαυτῷ τά χείριστα διαθέμενος˙ οὐδέ πόλιν φυλάξει, οὐδ’οἰκονομῆσαί τι δυνηθείη «μή τοῦ Κυρίου οἰκονομοῦντός τε καί φυλάσσοντος, ἀλλά μάτην μέν ἀγρυπνήσει», ἐπί κενοῦ δέ τόν μόχθον εἰς τά θέμεθλα καταβάληται»[8].

Δηλ. «Ἔτσι λές ἐσύ, ἀλλά ὄχι ὁ πολύς καί μέγας Βασίλειος˙ ἐντελῶς ἀντίθετα αὐτός νομοθέτησε νά μήν παραβιάζουμε τό παραμικρό ἀπό τίς πνευματικές διατάξεις γιά λόγους οἰκονομίας. Γιατί δέν θά μποροῦσε νά οἰκονομήσει κανείς καλύτερα ἀπό Αὐτόν, πού ἐπιβλέπει τό πᾶν, καί γενικά πρέπει, ἀκολουθώντας Αὐτόν, νά ἀφήνουμε καθ’ἡμᾶς ὅπως οἰκονομοῦνται καί διεξάγονται ἀπό Ἐκεῖνον. Ἄν, ὅμως, ἐπιχειρεῖ κανείς νά οἰκονομεῖ χωρίς τήν ἄνωθεν οἰκονομία, μέ πράγματα, πού ἐξυπηρετοῦν τά συμφέροντά του, μέ αὐτό, χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖ, θά κατορθώσει τά χείριστα. Οὔτε τήν Πόλη θά φυλάξει, οὔτε θά μπορέσει κάτι νά οἰκονομήσει, ἄν ὁ Κύριος δέν οἰκονομεῖ καί δέν φυλάξει, ἀλλά μάταια θά ἀγρυπνήσει καί θά πέσουν στό κενό οἱ κόποι, πού ἔβαλε στά θεμέλια».

6. Οἱ τραγικές καί φρικτές συνέπειες τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες μᾶς παραθέτουν τίς τραγικές συνέπειες τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ. Ὅσοι μνημονεύουν αἱρετικούς συγκοινωνοῦν μαζί τους μέ τελειοτάτη κοινωνία καί εἶναι ἕνα μ’αὐτούς˙ πρέπει νά καθαιρεθοῦν καί νά ἀποκηρυχθοῦν˙ στεροῦνται τῆς ἱερωσύνης καί εἶναι ἀποκομμένοι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Λέγουν : «Ἀλλά τί βλάπτειν μνημονεύειν τοῦ αἱρετικοῦ; Φασίν οἱ θεῖοι καί ἱεροί κανόνες τῶν ἁγίων ἀποστόλων˙ «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω». Οὗτοι δέ οἱ τοῦτο κακῶς καί ἀθέως παρεισφθείραντες τῇ ἐκκλησίᾳ οὐκ ἐν οἴκῳ, ἀλλ’ἐν ναῷ Θεοῦ, αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ προκειμένου ἐπί τῆς μυστικῆς καί φρικτῆς τραπέζης, οὐχί τῷ ἀκοινωνήτῳ, ἀλλά τῷ αἱρετικῷ, καί οὐχί μόνῳ τῷ συνεύξασθαι, ἀλλ’ ἐν τελειοτάτῃ κοινωνίᾳ ἐπί τοῦ τῆς ζωῆς ποτηρίου συγκοινωνοῦσι, καί διά τοῦτο ἕν εἰσί μετ’αὐτῶν. Λέγει γάρ καί ἕτερος κανών˙ «Ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται», καί πάλιν ἕτερος τῆς ἐν Καρθαγένῃ ἁγίας συνόδου ρκδ΄˙ «Ὅστις ἐπίσκοπος τούς Δονατιστάς τυχόν οἶδε πρός τήν καθολικήν ἐκκλησίαν μή ὑποκύψαντας, ἤ ἑτέρους αἱρετικούς, καί συγκοινωνήσει αὐτοῖς, λέγων πρός τήν ὀρθοδοξίαν μετατρέψαι αὐτούς, ὁ τοιοῦτος ὡς ψευδόμενος περί τῆς κοινωνίας αὐτῶν καί τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ἀπατήσας, ἔσται καθῃρημένος καί ἐκκήρυκτος». Ἐντεῦθεν συνορῶμεν ὅτι οἱ κοινωνήσαντες ἐπίσκοποι τοῖς αἱρετικοῖς καί τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καθολικῇ ἀπωλείᾳ ὑποβαλόντες, ἅμα μέν καί τῆς ἱερωσύνης στεροῦνται καί ἐκκήρυκτοι δέ γίνονται, ἥτοι πᾶσι δηλοῖ ὡς ἀποκεκομμένοι τοῦ ὀρθοδόξου σώματος τῆς ἐκκλησίας»[9].

Δηλ. «Ἀλλά, τί βλάπτει τό νά μνημονεύει κανείς τόν αἱρετικό; Λέγουν οἱ θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων˙ «Ἄν κάποιος μόνο συμπροσευχηθεῖ σέ σπίτι μέ ἀκοινώνητο, αὐτός νά ἀφορίζεται». Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κακῶς καί ἀθέως εἰσήγαγαν, ὄχι μόνο τήν συμπροσευχή, ἀλλά καί τήν μνημόνευση, ὄχι μόνο τοῦ ἀκοινωνήτου, ἀλλά καί τοῦ αἱρετικοῦ στήν Ἐκκλησία, ὄχι σέ σπίτι, ἀλλά στόν ναό τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν ὁποῖο βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πάνω στήν μυστική καί φρικτή (Ἁγία) Τράπεζα, αὐτοί συγκοινωνοῦν μέ τελειοτάτη κοινωνία στό ποτήριο τῆς ζωῆς, καί γι’αὐτό εἶναι ἕνα μ’αὐτούς. Γιατί λέγει κι ἄλλος Ἱερός Κανόνας˙ «Αὐτός, ὁ ὁποῖος δέχεται τόν αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον». Καί πάλι ἄλλος Ἱερός Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένῃ Ἁγίας Συνόδου[10], ὁ 124ος, λέγει ˙ «Ὅποιος Ἐπίσκοπος τυχόν γνωρίζει ὅτι οἱ Δονατιστές ἤ ἄλλοι αἱρετικοί δέν ἐπέστρεψαν στήν Καθολική (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία καί συγκοινωνήσει μ’αὐτούς, λέγοντας ὅτι θά τούς μεταστρέψει πρός τήν Ὀρθοδοξία, αὐτός, ἐπειδή εἶπε ψέμματα σχετικά μέ τήν κοινωνία τους καί ἀπάτησε τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, νά εἶναι καθηρημένος καί ἀποκηρυγμένος». Ἀπό αὐτό βγάζουμε τό συμπέρασμα ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι, πού κοινώνησαν μέ τούς αἱρετικούς καί ὑπέβαλαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ σέ καθολική ἀπώλεια, ταυτοχρόνως καί τήν ἱερωσύνη στεροῦνται καί γίνονται ἀποκηρυγμένοι, δηλαδή λογίζονται ἀπό ὅλους ὡς ἀποκομμένοι ἀπό τό Ὀρθόδοξο Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας».

Αὐστηρότερη θέση γιά τό θέμα τῆς κοινωνίας καί τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ τηρεῖ ὁ Ἀθανάσιος ὁ Β΄, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας τήν περίοδο τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Λυών, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὅτι ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία καί μνημονεύουν τούς αἱρετικούς ὡς ὀρθοδόξους στά Ἱερά Δίπτυχα, βρίσκονται ὑπό κατάρα καί ἀνάθεμα καί εἶναι ἀκοινώνητοι.

Γράφει σέ ἐπιστολή του : «Οἵτινες δέ παρά ταύτας καί θείας καί σωστικάς παραδόσεις ἤ πιστεύουσιν ἤ πράττουσιν ἤ κακοσχόλως εὐαγγελίζονται τῷ λαῷ τοῦ Χριστοῦ εἰς σύστασιν μέν τῶν οἰκείων ἐρεσχηλιῶν, ἀθέτησιν δέ τῶν θείων καί ἱερῶν συνόδων, εἰς ἀπάτην δέ τῶν ἁπλουστέρων καί ὄλεθρον, ἀνάθεμα, ἀνάθεμα, ἀνάθεμα. Ἀλλά καί οἱ τοῖς τοιούτοις πρός οἱανδήποτε κοινωνοῦντες κοινωνίαν, ἤ κοινωνήσαντες, ἤ τούτων ὡς εὐσεβῶν μνημονεύοντες, ἐπιμενόντων ἔτι αὐτῶν κακογνωμοσύνῃ καί ἀθεότητι, ὑπό κατάραν καί ἀνάθεμα ἔστωσαν, ἔστ’ἄν μετά τούτων αἱροῦνται τήν ἀπό Θεοῦ χωρίζουσαν ἕνωσιν. Εἰ γάρ «ὁ ἀκοινωνήτῳ κἀν ἐν οἴκῳ συνευξάμενος ἀκοινώνητος», ὡς ὁ ἀποστολικός διαγορεύει κανών, πολλῷ μᾶλλον ἀκοινώνητος ὁ ἐπ’ἐκκλησίας αὐτοῖς συνευχόμενος καί τούτων ἐν ἱεροῖς διπτύχοις μνημονεύων ὡς εὐσεβῶν καί τήν αὐτῶν ἐπιφημίζων κακοδοξίαν ὡς ἔννομον, ἥν τό πρίν, ὡς οὐκ ἀντίθεος, χλεύης οὖσαν ἀξίαν ἐχλεύαζε καί κατ’αὐτῆς ὡς εἰκός ἔλεγέ τε καί ἔγραψε. † οἱ καί εἰς τό ἑξῆς μνημονεύσαντες, οὕτω φρονοῦντες, οὕτω πράττοντες †»[11].

Δηλ. «Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἤ πιστεύουν ἤ πράττουν ἤ εὐαγγελίζονται μέ ἐπιπολαιότητα τόν λαό τοῦ Χριστοῦ ἐνάντια στίς θεῖες αὐτές καί σωστικές παραδόσεις, μέ σκοπό νά συστήσουν τίς δικές τους ἐρεσχελίες (φλυαρίες, μωρολογίες) καί νά ἀθετήσουν τίς θεῖες καί ἱερές συνόδους, γιά νά ἐξαπατήσουν καί νά ἐπιφέρουν τόν ὄλεθρο στούς ἁπλούστερους, αὐτοί ἄς εἶναι ἀνάθεμα (χωρισμένοι ἀπό τόν Κυριο). Ἀλλά καί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦν μ’αὐτούς μέ ὁποιαδήποτε κοινωνία, ἤ κοινώνησαν ἤ τούς μνημόνευσαν ὡς εὐσεβεῖς, ἐνῶ αὐτοί ἐπιμένουν ἀκόμη στήν κακογνωμοσύνη καί τήν ἀθεότητά τους, αὐτοί νά εἶναι κάτω ἀπό κατάρα καί ἀνάθεμα, διότι ἐπέλεξαν τήν ἕνωση, πού χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Γιατί, ἄν «αὐτός, πού συμπροσευχήθηκε μόνο σέ σπίτι μέ ἀκοινώνητο, εἶναι ἀκοινώνητος», ὅπως διαγορεύει ὁ Ἀποστολικός Κανόνας, πολύ περισσότερο εἶναι ἀκοινώνητος αὐτός, ὁ ὁποῖος συμπροσευχήθηκε μ’αὐτούς στήν Ἐκκλησία καί τούς μνημόνευσε ὡς εὐσεβεῖς στά ἱερά δίπτυχα καί ἀνεκήρυξε μέ βοή τήν κακοδοξία τους ὡς νόμιμη, τήν ὁποία προηγουμένως, ἐπειδή δέν ἦταν ἀντίθεος, τήν χλεύαζε, ἐπειδή ἦταν ἄξια χλεύης, καί ἔλεγε καί ἔγραφε φυσικά ἐναντίον της. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι στό ἑξῆς θά μνημονεύσουν, ἔτσι θά φρονοῦν καί ἔτσι θά πράττουν».

7. Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Ἡ διακοπή μνημονεύσεως δέν εἶναι σχίσμα, ἀλλά ἀπαλλαγή ἀπό τά σχίσματα καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας.

Ὅσον ἀφορᾶ τόν 15ο Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί στήν ἐπιστολή τους λέγουν τά ἑξῆς ἀποστομωτικά, ἀπευθυνόμενοι σέ ὅσους ἑσφαλμένα θεωροῦν ὅτι ἡ διακοπή μνημονεύσεως εἶναι σχίσμα : «Ἐμπεριέχεται δέ καί ἐν τῷ ιε΄ κανόνι τῆς ἁγίας καί μεγάλης συνόδου, τῆς Πρώτης καί Δευτέρας ἐπονομασθείσης, ὅτι οὐ μόνον ἀνευθύνους εἶναι, ἀλλά καί ἐπαινετέους τούς ἀποσχίζοντας ἑαυτούς καί πρό συνοδικῆς καταδίκης ἀπό τῶν δημοσίᾳ διδασκόντων αἱρετικά διδάγματα καί ὄντως προφανῶς αἱρετικῶν˙ οὐ γάρ ἀπέσχισαν ἑαυτούς ἀπό ἐπισκόπων, ἀλλ’ἀπό ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων˙ καί τό παρά τούτων γεγονός ἐπαίνου ἄξιον καί προσῆκον ὀρθοδόξοις χριστιανοῖς, καί ὡς οὐ σχίσμα τοῦτο ἐκκλησίας, ἀλλά μᾶλλον μερισμῶν ἀπαλλαγή καί τῆς ἀληθείας ἐπικράτησις»[12].

Δηλ. «Ἐμπεριέχεται δέ καί στόν 15ο Κανόνα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πού ἐπονομάσθηκε Πρωτοδευτέρα, ὅτι αὐτοί, πού χωρίζουν τόν ἑαυτό τους, καί πρίν γίνει συνοδική καταδίκη, ἀπό τούς Ἐπισκόπους, πού διδάσκουν δημόσια αἱρετικά διδάγματα καί εἶναι προφανῶς αἱρετικοί, ὄχι μόνο δέν φέρουν καμμία εὐθύνη, ἀλλά πρέπει καί νά ἐπαινοῦνται. Διότι, δέν χώρισαν τόν ἑαυτό τους ἀπό ἀληθινούς ἐπισκόπους, ἀλλά ἀπό ψευδεπισκόπους καί ψευδοδιδασκάλους. Καί αὐτό, πού ἔκαναν, εἶναι ἄξιο ἐπαίνου καί ταιριάζει στούς ὀρθοδόξους χριστιανούς. Καί αὐτό δέν εἶναι σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μᾶλλον ἀπαλλαγή ἀπό τούς μερισμούς (τά σχίσματα) καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας».

Σέ ἔργο Ἀνωνύμου κατά τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου Ἰωάννου ΙΑ΄ Βέκκου, γίνεται ἀναφορά στόν ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη, στήν διακοπή μνημονεύσεως, πού ἔκανε, καί στήν ἀποστροφή τῆς κοινωνίας, πού πρέπει νά ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο πρός τούς κατεγνωσμένους Λατίνους, ἀλλά καί πρός ὅσους εἶναι ὁμόφρονές τους καί συγκοινωνοῦν μ’αὐτούς.

Λέγει ὁ Ἀνώνυμος : «Εἰ οὗν ὁ ἅγιος οὗτος καί μέγας ὁμολογητής Θεόδωρος, τῶν βασιλέων ἐκείνων ὀρθοδόξων μέν ὄντων καί μηδέν ἐγκαλουμένων περί τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, μόνον δέ ὅτι παρενόμησαν ἔν τισι καί ἀκανόνιστόν τι ἔκαστος ἐκείνων πεποιήκει, διά τοῦτο οὐ μόνον τῆς κοινωνίας ἐκείνων ἀπέστησεν ἑαυτόν, ἀλλά καί τό μνημόσυνον ἐκείνων ἀπό τῶν θείων συνάξεων ἐξέκοψεν, ἡμεῖς τί ἄδικον ἤ καινόν ποιοῦμεν ἀρτίως, διά τόν τοῦ Θεοῦ φόβον παριδόντες δόξαν ἀνθρωπίνην; Εἰ γάρ μή τοῖς θείοις πατράσιν ἀκολουθήσωμεν, ἐγκαλείτωσαν ἡμῖν˙ εἰ δέ τοῖς ἁγίοις ἑπόμεθα, ἵνα τί διωκόμεθα; Ταύταις δέ ταῖς δεσποτικαῖς καί εὐαγγελικαῖς αὐθεντίαις ἑπόμενοι, ἔτι δέ καί ταῖς ἀποστολικαῖς θεολογίαις καί συνοδικαῖς καί πατρικαῖς παραδόσεσι καί διατάξεσι, τούς Λατίνους τῶν τοιούτων θείων προσταγμάτων καί παραδόσεων μακράν ἐκτρεπομένους εὑρίσκομεν, καί διά τοῦτο τήν τούτων κοινωνίαν καί τῶν ὁμοφρονούντων καί συγκοινωνούντων αὐτοῖς λίαν ἀποστρεφόμεθα, πάντα θεσμόν ἀποστολικόν καί ἐκκλησιαστικόν λογιζομένους ὡς τό μηδέν»[13].

Δηλ. «Ἐάν, λοιπόν, αὐτός ὁ ἅγιος καί μεγάλος ὁμολογητής Θεόδωρος (ὁ Στουδίτης), παρ’ὅλο πού οἱ τότε βασιλεῖς ἦταν ὀρθόδοξοι καί σέ τίποτε δέν ἐγκαλοῦνταν σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη, παρά μόνο ὅτι παρανόμησαν σέ κάποια πράγματα καί καθένας ἔκανε κάτι ἀντικανονικό, καί γι’αὐτό, ὄχι μόνο ἀπεμάκρυνε τόν ἑαυτό του ἀπό τήν κοινωνία μ’ἐκείνους, ἀλλά διέκοψε καί τήν μνημόνευσή τους ἀπό τίς θεῖες συνάξεις, ἐμεῖς ποιό ἄδικο ἤ καινούργιο πρᾶγμα πράττουμε τώρα, ἀψηφώντας τήν ἀνθρώπινη δόξα, ἐξαιτίας τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ; Γιατί, ἐάν δέν ἀκολουθήσουμε τούς θείους πατέρες, αὐτοί θά μᾶς ἐγκαλέσουν. Ἐάν, ὅμως, ἀκολουθοῦμε τούς ἁγίους, τότε γιατί διωκόμαστε; Ἀκολουθώντας, λοιπόν, αὐτές τίς δεσποτικές καί εὐαγγελικές αὐθεντίες καί ἀκόμη περισσότερο τίς ἀποστολικές θεολογίες καί τίς συνοδικές καί πατερικές παραδόσεις καί διατάξεις, βρίσκουμε ὅτι οἱ Λατῖνοι ἔχουν πάρα πολύ ἐκτραπεῖ ἀπό αὐτά τά θεῖα προστάγματα καί τίς παραδόσεις, καί γι’αὐτό πάρα πολύ ἀποστρεφόμαστε τήν κοινωνία μαζί τους, ἀλλά καί μέ ὅσους εἶναι ὁμόφρονες καί συγκοινωνοῦν μαζί τους, ἐπειδή κάθε ἀποστολικό καί ἐκκλησιαστικό θεσμό τόν θεωροῦν ὡς ἕνα τίποτα».

Δυστυχῶς, ἡ παραπανω ὁμολογιακή ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων δέν στάθηκε ἱκανή νά συνετίσει τόν βασιλέα Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τήν γενική ἀποδοχή τῆς ψευδοενώσεως τῆς Λυών.

Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποδοκίμαζαν τήν ψευδοένωση, θεωροῦσαν ὅσους τήν ἀποδέχθηκαν ὡς μολυσμένους καί διέκοψαν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν λατινόφρονα πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ΄ Βέκκο καί τούς ὁμόφρονές του[14]. Τούς κατηγοροῦσαν ὄτι ἐξέπεσαν τῆς ἱερωσύνης καί ὅτι τελοῦσαν ἄκυρα μυστήρια[15]. Αὐτό ἦταν σύμφωνο μέ τούς Κανόνες α΄ καί β΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[16]. Γι’αὐτό προέτρεπαν τούς πιστούς νά μήν ἐκκλησιάζονται μέ τόν Πατριάρχη καί τούς ὁμόφρονές του κληρικούς. Ὁ Βέκκος ἐπεκύρωσε τήν ψευδοένωση διά Συνόδου[17], ἐνῶ τόν Ἰούλιο τοῦ 1277 ἐξέδωσε «πατριαρχικό ἀφορισμό» ἔναντι τῶν «σχισματικῶν» Ὀρθοδόξων, πού ἦταν ἐναντίον τῆς ψευδοενώσεως.

8. Ἐπικαιροποίηση τῶν ἀνωτέρω στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική κατάσταση

Ἐάν θά θέλαμε νά ἐπικαιροποιήσουμε τά ὅσα μέχρι τώρα ἀναφέρθηκαν καί νά τά προσαρμόσουμε στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική κατάσταση, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ἀκολουθώντας κατά πόδας τούς προαναφερομένους Πατέρες, ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι, Μητροπολῖτες καί Ἐπίσκοποι ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία, κοινό συλλείτουργο, κοινό ποτήριο καί μνημονεύουν στά Δίπτυχα τόν κατεγνωσμένο καί ἀκοινώνητο αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκῖσκο καί τόν κατεγνωσμένο, σχισματοααιρετικό, ἀκοινώνητο ψευδομητροπολίτη Κιέβου Ἐπιφάνιο θεωροῦνται ὡς ὑπόδικοι καί ὑπόλογοι ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνωνγιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις, γεμάτοι ἀπό κάθε αἵρεση, ἱεροκάπηλοι, μολυσμένοι, ἀσυγχώρητοι, ἀκοινώνητοι, καθαιρετέοι, ἀποκηρυχτέοι, ἐστερημένοι ἱερωσύνης, ἀποκομμένοι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εὑρίσκομενοι ὑπό κατάρα καί ἀνάθεμα, διότι συγκοινωνοῦν μαζί τους μέ τελειοτάτη κοινωνία καί μέσῳ αὐτῶν μέ ὅλους τούς αἱρετικούς καί γίνονται ἕνα μ’αὐτούς.

Κάποιος θά μποροῦσε νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ὅλα τά ἀνωτέρω θά πρέπει νά ἀποφασισθοῦν καί νά ὀρισθοῦν ἀπό μία ὄντως Ὀρθόδοξη Σύνοδο. Φυσικά, ναί. Ἀλλά, μήν ξεχνᾶμε ὅτι ὅσον ἀφορᾶ το Οὐκρανικό ζήτημα τό Πατριαρχεῖο Ρωσίας ἀπέκοψε ἀπὸ τὸ σῶμα του μὲ παλαιότερη συνοδικὴ ἀπόφασή του τούς καθηρημένους καὶ ἀναθεματισμένους σχισματοαιρετικούς τῆς Οὐκρανίας καί μέ πρόσφατες συνοδικές ἀποφάσεις του κατεδίκασε σέ ἀκοινωνησία τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί ὅσους Ἱεράρχες ἀπό τήν Ἑκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας συλλειτούργησαν, κοινώνησαν καί μνημόνευσαν τοὺς σχισματοαιρετικούς. Παραλλήλως διέκοψε τήν μνημόνευση ἀπό τά Δίπτυχα τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Θεοδώρου. Μπορεῖ μέν νὰ μὴν εἶναι πανορθόδοξη, ἀλλὰ τοπική ἀπόφαση, εἶναι δέ πάντως κανονικὰ κατοχυρωμένη καὶ ὀρθή, ἰσχύει γι’ ὅλη τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀναγνωρίσθηκε ἀπ’ ὅλη τήν Ἐκκλησία, πλήν τριῶν (Κωνσταντινουπόλεως, Ἑλλάδος, Ἀλεξανδρείας). Ἑπομένως, τά «ἔσται ἀκοινώνητος», ἤ «ἔστω ἀκοινώνητος», ἔχασαν τὴν μελλοντική τους διάσταση καὶ ἔγιναν παρούσα πραγματικότητα μὲ τὴν συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία εὐχόμαστε νὰ γίνει πανορθόδοξη.

Τέλος, πρός ἀντιμετώπιση τῆς τραγικῆς αὐτῆς καταστάσεως, οἱ μέν Ὀρθόδοξοι πιστοί ὀφείλουν νά ἀποδοκιμάζουν τήν ψευδοένωση μέ τόν Φραγκῖσκο, τόν Ἐπιφάνιο καί τούς σύν αὐτοῖς, νά μήν ἔχουν καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία καί νά μήν ἐκκλησιάζονται ἐκεῖ ὅπου λειτουργοῦν οἰκουμενιστές, λατινόφρονες, παπόφιλοι καί σχισματόφιλοι Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι, Μητροπολῖτες, Ἐπίσκοποι καί ὁμόφρονές τους κληρικοί, οἱ δέ Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς, πού ἀνήκουν ἐκκλησιαστικῶς σέ τέτοιους ἐπισκόπους, καλό θά ἦταν νά προβοῦν στήν ἐφαρμογή τοῦ ἱεροκανονικοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως,ἡ ὁποία σέ καμμία περίπτωση δέν συνιστᾶ σχίσμα, ἀλλά ἀπαλλαγή ἀπό τά σχίσματα καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας.

[1] Ἐπιστολή ἀποσταλεῖσα παρά τῶν Ἁγιορειτῶν πάντων πρός τόν βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, ὁμολογητική, σπεύδοντος τούτου ὅση δύναμις ἑνῶσαι τούς Ἰταλούς παραλόγως μεθ’ἡμῶν, μένοντας ἐκείνους ἀδιορθώτους πάντη τῶν σφῶν αἱρέσεων καί ἀμεταβλήτους, Lettre des Hagiorites a l’ Empereur (1275), στίχ. 14-24, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 395.

[2] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 13.

[3] Ὅ. π., σσ. 407-408.

[4] Ἐπιστολή…, στίχ. 25-34, σ. 397 καί στίχ. 1-8, σ. 399.

[5] Ἐπιστολή…, στίχ. 9-23, σ. 399 .

[6] Ἰεζ. 22, 26.

[7] Ἐπιστολή…, στίχ. 24-33, σ. 399 και στίχ. 1-7, σ. 401.

[8] Διάλογος ὅν ἐποίησεν ὁ ἁγιώτατος καί σοφώτατος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κῦρ Μιχαήλ ὁ Ἀγχιάλων πρός τόν πορφυρογέννητον βασιλέα κῦρ Μανουήλ τόν Κομνηνόν περί τῆς τῶν Λατίνων ὑποθέσεως, ὅτε πολλοί τῶν ὑπό τόν πάπαν ἀρχιερέων καί ἐπισκόπων καί φρερίων εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν κατέλαβον, τῶν ἐκκλησιῶν ζητοῦντες τήν ἕνωσιν καί μηδέν τι ἕτερον ἀπό τῶν Γραικῶν ἀπαιτοῦντες ἤ παραχωρῆσαι τῷ πάπᾳ τῶν πρωτείων καί τῆς ἐκκλήτου, δοῦναι δέ τούτῳ καί τό μνημόσυνον, Dialoque de Michel d’Anchialos, στίχ. 1-28, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 357.

[9] Ἐπιστολή…, στίχ. 5-23, σ. 419.

[10] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, Τῆς ἐν Καρθαγένη Τοπικῆς Συνόδου Κανών ΡΛΓ΄ (124), ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 535.

[11] Ἀθανασίου πατριάρχου Ἀλεξανδρείας ἐπιστολή, Lettre d’Athanase d’Alexandrie (1276), στίχ. 8-23, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 345.

[12] Ἐπιστολή ἀποσταλεῖσα παρά τῶν Ἁγιορειτῶν πάντων πρός τόν βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, ὁμολογητική, σπεύδοντος τούτου ὅση δύναμις ἑνῶσαι τούς Ἰταλούς παραλόγως μεθ’ἡμῶν, μένοντας ἐκείνους ἀδιορθώτους πάντη τῶν σφῶν αἱρέσεων καί ἀμεταβλήτους, Lettre des Hagiorites a l’ Empereur (1275), στίχ. 6-14, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 395.

[13] Ἀνωνύμου. Κατά τοῦ Βέκκου (Anonyme, contre Bekkos 1275), στίχ. 1-16, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 333.

[14] ΙΩ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Ὁ θρυλλούμενος διωγμός… ἐν Ἀθωνικῇ Πολιτείᾳ, σ. 223.

[15] ΧΡ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ Ρώμη κατά τόν ιγ΄ αἰῶνα, σ. 109.

[16] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 170-172.

[17] ΑΡΧΙΜ. ΣΠ. ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, τ. β΄, Ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» καί Σύλλογος «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης», Ἀθήνα 2014, σ. 18.

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
15-01-2020

https://fdimathan.wordpress.com