.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η παναίρεση του Οικουμενισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η παναίρεση του Οικουμενισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274) ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

Στό παρόν κείμενο θά ἐπιχειρήσουμε νά παραθέσουμε κάποιες λίαν ἀξιοπρόσεκτες καί ἀξιοσημείωτες ἁγιοπατερικές θέσεις καί ἀπαντήσεις σέ θέματα, πού ἀπασχολοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἐπικαιρότητα, ὅπως ἡ κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους, ἡ σημασία τῆς μνημονεύσεως, ἡ μνημόνευση αἱρετικῶν καί οἱ συνέπειές της, ἡ οἰκονομία καί ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Ὡς κύρια πηγή θά χρησιμοποιήσουμε τό βιβλίο «Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976», δηλ. «Ἀρχεία τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς 16, Ἑλληνικό ἀρχεῖο τῆς ἕνωσης τῆς Λυών (1273-1277) ἀπό τούς V. Laurent καί J. Darrouzes,Γαλλικό Ἰνστιτούτο Βυζαντινῶν Σπουδῶν, Παρίσι 1976» καί ἰδίως τήν ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἐπί αὐτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου καί Πατριάρχου Ἰωάννου ΙΑ΄ Βέκκου τῶν λατινοφρόνων.
Τό ἱστορικό πλαίσιο

Τό 1261 μετά ἀπό ἑξῆντα σχεδόν χρόνια δουλείας, ἔγινε ἡ ἀνάκτηση καί ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς σταυροφόρους. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ ὁ Παλαιολόγος, γιά νά ἀποφύγει νέα ἐκστρατεία τῶν σταυροφόρων ἐναντίον τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, θέλησε νά ἀποσπάσει τήν εὔνοια καί φιλία τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα Γρηγορίου Ι΄. Τό ἐνέχυρο, πού θά δινόταν, καί τό πρός θυσίαν σφάγιο, τό ὁποῖο θά κατατίθονταν στόν παπικό βωμό, ἦταν φυσικά ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νά ὑποταχθεῖ στόν Παπισμό, ἀναγνωρίζοντας τήν αἵρεση τοῦ «Filioque», τήν παπική ἐξουσία καί αὐθεντία ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τά ἄζυμα στή Θεία Λειτουργία καί ὅ,τι ἄλλο ἀξίωναν οἱ Πάπες. Ὁ αὐτοκράτορας, γιά νά πετύχει τόν σκοπό του, ἔπρεπε νά ἔχει σύμμαχο καί ὁμόφρονα καί τόν Πατριάρχη. Πατριάρχης τότε ἦταν ὁ Ἰωσήφ, ἄνδρας κατά πάντα ὀρθόδοξος, ἀντιτιθέμενος στήν κακή καί ψευδή ἕνωση Ὀρθοδοξίας και Παπισμοῦ, καί ὑπέρμαχος τῆς καλῆς και ἀληθοῦς ἑνώσεως.

Τό 1274 ἔγινε στή Λυών τῆς Γαλλίας παπική ψευδοσύνοδος (ἡ 14η Οἰκουμενική Σύνοδος τοῦ Παπισμοῦ), στήν ὁποία ἔστειλε ἀντιπροσωπεία ὁ αὐτοκράτορας, χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ Πατριάρχου. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι δέχθηκαν τήν ψευδοένωση μέ τόν Πάπα. Ἐν συνεχείᾳ, ὁ αὐτοκράτορας, προκειμένου νά ἑδραιωθεῖ ἡ ψευδοένωση, ἄρχισε νά ἐξορίζει καί νά βασανίζει ποικιλοτρόπως τούς Ὀρθοδόξους. Ὑπέστησαν τά πάνδεινα οἱ φανεροί καί ἀφανεῖς ὁμολογητές τῆς πίστεως, διότι δέν δέχονταν νά ἀναγνωρίσουν τά τρία κεφάλαια, δηλαδή τό πρωτεῖο, τό ἔκκλητο καί τήν μνημόνευση τοῦ Πάπα κατά τήν τάξιν τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν.

Μετά τήν ἐξορία τοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ κατά τό ἔτος 1275 μέ τήν προτροπή τοῦ αὐτοκράτορα, ἀναβιβάσθηκε Πατριάρχης ὁ λατινόφρων καί ὁμόφρονάς του Ἰωάννης ΙΑ΄ ὁ Βέκκος. Κατ’ αὐτήν τήν περίοδο καί προκειμένου νά ἔχει βοήθεια ἀπό τούς Λατίνους, ὁ αὐτοκράτορας πίεζε ὅλους νά ἀποδεχθοῦν τήν ψευδοένωση, ἐξαιρέτως δέ τούς ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκουμένους μοναχούς.

Ἡ ἐπιστολή, πού ἀπέστειλαν οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες στόν αὐτοκράτορα, εἶναι ὄντως, ὄχι μόνο ἕνα ὁμολογιακό κείμενο, ἀλλά καί ἕνας ἀπλανής ὁδηγός πρός σωτηρίαν ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί κινδυνευούσης πίστεως, στήν ὁποία ἀναφέρονται σέ ὅλα τά παραπάνω θέματα, πού μᾶς ἀπασχολοῦν.

2. Ἡ κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους. Ὑπόδικοι ἔναντι τῶν Θείων Κανόνων ὅσοι ἔχουν κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους.

Οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί στήν ἐπιστολή τους ἀναφέρονται στό θέμα τῆς κοινωνίας μέ ἀκοινωνήτους καί ὀνομάζουν ὑποδίκους ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνων ὅσους ἔχουν κοινωνία μέ ἀκοινώνητους.

Λέγουν : «Πῶς γοῦν θεμιτόν καί θεάρεστον ἑνωθῆναι τοῖς τοιούτοις ἡμᾶς, ὧν δικαίως καί κανονικῶς ἐξεκόπημεν, ἀμεταβλήτως ἔχουσι τῶν αἱρέσεων; Εἰ τοῦτο καταδεξόμεθα, τό ὀρθόδοξον καί ἐν ἑνί τό πᾶν ἀνατρέπομεν καί ἐν ὅσοις οἱ ἀναξίως δεχόμενοι ἀνατρέπουσιν. Λέγουσι γάρ οἱ θεῖοι καί ἱεροί κανόνες˙ «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, ἀφοριζέσθω», καί ἀλλαχοῦ˙ «Ὁ ἀκοινωνήτοις συγκοινωνῶν ἀκοινώνητος ἔσται, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς ἐκκλησίας», καί πάλιν˙ «Ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται». Ἐν ὅσοις γοῦν οὗτοι ἐγκαλούμενοι ὑπό εὐθύνας εἰσί, τοῖς αὐτοῖς ἅπασι καί ἡμεῖς, εἰ καταδεξοίμεθα, παρά τῶν θείων κανόνων τῶν ἐν Πνεύματι ἀποφαινομένων ὑπόδικοι γινόμεθα»[1].

Δηλ. «Πῶς εἶναι, λοιπόν, νόμιμο καί θεάρεστο νά ἑνωθοῦμε μέ ἐκείνους, ἀπό τούς ὁποίους ἀποκοπήκαμε δίκαια καί κανονικά, ἐφ’ὅσον παραμένουν ἀμετάβλητοι στίς αἱρέσεις τους; Ἐάν τό δεχθοῦμε αὐτό, ἀνατρέπουμε μονομιᾶς τά πάντα καί καταργοῦμε τήν Ὀρθοδοξία καί μάλιστα σ’ἐκεῖνα τά σημεῖα, πού τήν ἀνατρέπουν καί αὐτοί, πού γίνονται ἀποδεκτοί τώρα ἀναξίως. Διότι, οἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες λέγουν : «Ὅποιος συμπροσευχηθεῖ μέ ἀκοινώνητο, ἀκόμη καί μέσα σέ σπίτι, νά ἀφορίζεται»[2] ( 10ος Ἀποστολικός). Καί σέ ἄλλο μέρος : «Ὅποιος κοινωνεῖ μέ ἀκοινωνήτους, νά εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει καί παραβαίνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας»[3] (2ος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ.). Καί παλι : «Ὅποιος δέχεται τόν αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον». Ἄν, λοιπόν, δεχθοῦμε τήν ψευδοένωση, θά γίνουμε καί ἐμεῖς ὑπόδικοι ἀπέναντι στούς Θείους Κανόνες, πού ἀποφαίνονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι γιά ὅλα ὅσα καί αὐτοί κατηγοροῦνται καί εἶναι ὑπεύθυνοι».

3. Ἡ κοινωνία διά τῆς μνημονεύσεως. Μέγα ψεῦδος ἡ μνημόνευση αἱρετικῶν ὡς ὀρθοδόξων. Ἀπομάκρυνση ἀπό τούς μνημονεύσαντες.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἀναφέρονται στό ἀδύνατον τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Θεία Λειτουργία, διότι αὐτό ἀποτελεῖ μέγα ψεῦδος καί ἀνίερο θέατρο, πού παίζεται ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου. Ἐπίσης, συμβουλεύουν τους ὀρθοδόξους νά ἀπομακρυνθοῦν ἀμέσως ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, αὐτῶν πού μνημόνευσαν τόν Πάπα, διότι αὐτοί θεωροῦνται πλέον ἱεροκάπηλοι.

Λέγουν : «Εἰ δέ ἁπλῶς ἐν ὁδῷ χαίρειν αὐτῷ κωλυόμεθα λέγειν, εἰ τό εἰσάγειν εἰς οἰκίαν κοινήν εἱργόμεθα, πῶς οὐκ ἐν οἰκίᾳ, ἀλλ’ἐν ναῷ Θεοῦ, ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀδύτοις, ἐπί τῆς μυστικῆς καί φρικτῆς τραπέζης τοῦ Υἱοῦ ἀμώμου, ἵνα ἡμᾶς ἐξιλάσηται τῷ Πατρί καί ἑαυτῷ καί τάς ἁμαρτίας ἡμῶν διά τοῦ ἰδίου αἵματος καθαρίσῃ ὁ ἀναμάρτητος; Ποῖος ᾃδης ἐξερεύξηται τό μνημόσυνον τοῦ παρά τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκκοπέντος ἀξίως, ὡς κατά Θεοῦ καί τῶν θείων τραχηλιάσαντος, καί διά τοῦτο ἐχθρός τοῦ Θεοῦ γενήσεται; Εἰ γάρ τό ἁπλῶς χαίρειν εἰπεῖν κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καί ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων; Εἰ δέ ὁ προκείμενός ἐστιν ἡ αὐτοαλήθεια, πῶς ἄν τό μέγα ψεῦδος τοῦτο δέχηται εἰκάζειν εἰκός, τό συντάττειν αὐτόν ὡς ὀρθόδοξον πατριάρχην μετά τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων πατριαρχῶν. Ἐν καιρῷ φρικτῶν μυστηρίων σκηνικῶς παίξομεν καί τό μή ὄν ὡς ὄν ὑποκρινώμεθα; Καί πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθόδοξος ψυχή, καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα καί ὡς καπηλεύσαντας τά θεῖα τούτους ἡγήσεται»[4];

Δηλ. «Ἄν, λοιπόν, ἐμποδιζόμαστε νά χαιρετᾶμε τόν αἱρετικό ἁπλά στόν δρόμο καί ἄν δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά τόν βάλουμε σ’ἕνα συνηθισμένο σπίτι, πῶς δέν εἶναι ἀνεπίτρεπτο νά τόν εἰσάγουμε, ὄχι σέ σπίτι, ἀλλά στόν ναό τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα σ’αὐτά τά ἴδια τά ἄδυτα, πάνω στήν μυστική καί φρικτή (Ἁγία) Τράπεζα τοῦ ἀμώμου Υἱοῦ, ἔτσι ὥστε ὁ ἀναμάρτητος (Υἱός) νά μᾶς ἐξιλεώσει στόν Πατέρα καί τόν Ἑαυτό Του καί νά καθαρίσει τίς ἁμαρτίες μας μέ τό ἴδιο τό Αἷμα Του; Ποιός ᾃδης θά ἀναφωνήσει τήν μνημόνευση τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος ἀποκόπηκε δίκαια ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐξ αἰτίας τῆς αὐθάδειάς του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί τῶν θείων Μυστηρίων, καί θά γίνει μ’αὐτόν τόν τρόπο ἐχθρός τοῦ Θεοῦ; Διότι, ἄν ἀκόμη καί ὁ ἁπλός χαιρετισμός μᾶς καθιστᾶ κοινωνούς τῶν πονηρῶν ἔργων αὐτοῦ, πού χαιρετᾶμε, πόσο μᾶλλον ἡ μνημόνευσή του ἐκφώνως καί μάλιστα τήν στιγμή, πού ἀντικρύζουμε μέ φρίκη τά θεῖα Μυστήρια; Ἄν αὐτός ὁ Ἴδιος, πού βρίσκεται μπροστά μας, εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθεῖ ἕνα τόσο μεγάλο ψεῦδος, τό νά συγκατατάσσεται δηλ. ὁ Πάπας μεταξύ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν; Μήπως θά παίξουμε θέατρο κατά τόν καιρό τῶν φρικτῶν Μυστηρίων καί θά ὑποκριθοῦμε ὅτι εἶναι ὑπαρκτό, αὐτό πού δέν ὑπαρκτό; Καί πῶς θά τά ἀνεχθεῖ αὐτά ἡ ψυχή τοῦ Ὀρθοδόξου καί δέν θά ἀπομακρυνθεῖ ἀμέσως ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία αὐτῶν, πού τόν μνημόνευσαν, καί δέν θά τούς θεωρήσει ἱεροκαπήλους»;

4. Ἡ σημασία τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως κατά τήν Θεία Λειτουργία. Ὁ διά τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν μολυσμός.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐξηγοῦν γιὰ ποιό λόγο μνημονεύουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία. Αὐτὸ γίνεται, ὄχι γιατὶ, χωρὶς τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως, δὲν ἐπιτελεῖται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴν σφαλερὴ γνώμη μερικῶν συγχρόνων οἰκουμενιστῶν, ἀλλὰ, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ «τέλεια συγκοινωνία» καί ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου. Ἀναφέρουν μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἱερουργὸς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως, γιὰ νὰ δείξει ὅτι κάνει ὑπακοὴ στὸν προϊστάμενό του, ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μ’ αὐτὸν καὶ ὅτι εἶναι διάδοχος τῶν θείων Μυστηρίων. Ἄς προσέξουμε ἐδῶ ὅτι γίνεται λόγος γιά μολυσμό, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖται, ὄχι βεβαίως ὡς μολυσμός τῶν μυστηρίων, ἀλλά ὡς ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία, πού προέρχεται ἀπό τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετικοῦ.

Λέγουν : «Ἄνωθεν γάρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τήν ἐπί τῶν ἀδύτων ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο˙ γέγραπται γάρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τό τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, «δεικνύων καί τήν πρός τό ὑπερέχον ὑποταγήν καί ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ τῆς πίστεως καί τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος». Καί ὁ μέγας πατήρ ἡμῶν καί ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει πρός τινα διά τῆς τιμίας αὐτοῦ ἐπιστολῆς˙ «Ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην˙ καί τί περί τούτου εἰπεῖν σοι τό παρόν οὐ καταθαρρῶ, πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων». Ταῦτα δέ ὁ πατήρ, πρό δέ τούτου καί ὁ Θεός τοῦτο ἐσήμανεν, οὕτως εἰπών˙ «Ἱερεῖς ἠθέτουν νόμον μου καί ἐβεβήλουν τά ἅγιά μου – πῶς; – ὅτι βεβήλοις καί ὁσίοις οὐ διέστελλον, ἀλλ’ἧν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά». Τί τούτων φωτεινότερον καί ἀληθέστερον»[5];

Δηλ. «Ἄλλωστε, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχόταν ἀπό παλαιά τήν ἀναφορά τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως ἐνώπιον τῶν ἁγίων Μυστηρίων ὡς τελεία συγκοινωνία. Διότι, ἔχει γραφεῖ στήν ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας ὅτι ὁ λειτουργός ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως, γιά νά δείξει ὅτι ὑποτάσσεται στόν ἀνώτερό του, ὅτι εἶναι κοινωνός του καί ὅτι ἔχει δεχθεῖ δι’αὐτοῦ τήν πίστη καί τήν χάρι τῆς ἱερουργίας τῶν Μυστηρίων. Καί ὁ μεγάλος πατέρας μας καί ὁμολογητής Θεόδωρος Στουδίτης λέγει τά ἑξῆς πρός κάποιον μέσῳ τῆς τιμίας του ἐπιστολῆς : «Μοῦ εἶπες ὅτι φοβᾶσαι νά πεῖς στόν πρεσβύτερό σου νά μήν ἀναφέρει τόν αἱρεσιάρχη. Σχετικά μ’αὐτό δέν θά διστάσω νά σοῦ πῶ τό ἑξῆς˙ ὅτι μολυσμό ἔχει ἡ κοινωνία καί μόνο, πού τόν ἀναφέρει, παρ’ὅλο πού μπορεῖ αὐτός, πού τόν ἀναφέρει, νά εἶναι ὀρθόδοξος». Αὐτά λέγει ὁ πατέρας (Θεόδωρος Στουδίτης). Ἀλλά, καί πρίν ἀπ’αὐτόν καί ὁ Θεός τό φανέρωσε, λέγοντας τό ἑξῆς : «Οἱ Ἱερεῖς ἀθέτησαν τόν νόμο μου καί βεβήλωσαν τά ἅγιά μου»[6]. Μέ ποιόν τρόπο τό ἔκαναν αὐτό; Μέ τό νά μήν κάνουν διάκριση μεταξύ βεβήλων καί ὁσίων ἀνθρώπων, ἀλλά νά ἔχουν τά πάντα κοινά μέ ὅλους˙ καί ποιό ἄλλο ἐναργές καί ἀληθινό παράδειγμα ἀπ’αὐτό χρειαζόμαστε»;

5. Δέν χωρᾶ οἰκονομία στήν μνημόνευση αἱρετικῶν. Βέβηλη οἰκονομία. Πῶς θεωροῦνται οἱ μνημονεύοντες αἱρετικούς.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ μνημόνευση αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου στή Θεία Λειτουργία δέν μπορεῖ καθόλου νά νοηθεῖ σάν οἰκονομία. Ἀντιθέτως, εἶναι βεβήλωση τοῦ μυστηρίου, ἀπώθηση ἀπ’ αὐτό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄρνηση τῆς υἱοθεσίας καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί ἔκπτωση ἐκ τῆς ἀληθοῦς καί ὀρθοδόξου πίστεως. Εἶναι ἄξιο πάσης προσοχῆς τό γεγονός ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες θεωροῦν ὅτι οἱ μνημονεύοντες αἱρετικό συγκοινωνοῦν μέ ὅλους τούς αἱρετικούς,εἶναι ὁμολογουμένως ἀσυγχώρητοι καί ἀκοινώνητοι καί ὑπόδικοι γιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις ἐκείνων, καίγεμάτοι ἀπό κάθε αἵρεση.

Λέγουν : «Ἀλλ’ὡς οἰκονομίαν τοῦτο ποιήσομεν; Καί πῶς δεχθήσεται οἰκονομία τά θεῖα βεβηλοῦσα, κατά τόν τοῦ Θεοῦ εἰρημένον λόγον, καί ἐκ τῶν θείων ἀπωθοῦσα τό τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα, καί τῆς ἐντεῦθεν ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί τῆς υἱοθεσίας τούς πιστούς ἀμετόχους ποιοῦσα; Καί τί ἄν εἴη ταύτης τῆς οἰκονομίας ζημιωδέστερον; Αὕτη κοινωνία αὐτῶν ἐστι πρόδηλος καί ἐν ἑνί τοῦ παντός ὀρθοῦ ἔκπτωσις καί ἀνατροπή. «Ὁ γάρ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ὑπόκειται ἐγκλήμασι», καί˙ «ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς ἐκκλησίας», καθά δή καί οὗτοι οἱ γενναῖοι τῇ ἀπειθείᾳ τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν «καί Ἰουδαίοις καί Ἀρμενίοις καί Ἰακωβίταις καί Νεστοριανοῖς καί Μονοθελήταις καί, ἁπλῶς εἰπεῖν, πᾶσιν αἱρετικοῖς συγκοινωνοῦσι»˙ καί διά τοῦτο μόνον, εἰ μή διά τί ἄλλο, ἀσυγχώρητοι ὁμολογουμένως καί ἀκοινώνητοί εἰσι καί πᾶσιν ὑπόδικοι τῶν ἐκείνων θεοστυγέσιν αἱρέσεσιν. Εἰκός δέ καί ἐντεῦθεν, ἐκ τοῦ μή διαστέλλεσθαι τῶν αἱρετικῶν δηλαδή, κατά τόν τῆς ἐκκλησίας κανόνα καί τόν τοῦ Θεοῦ ἄνωθεν νόμον, πάσης ἀνάπλεοι αἱρέσεως ἐγένοντο, καί οὐκ ἄλλοθεν»[7].

Δηλ. «Ἤ μήπως νά κάνουμε τήν ἕνωση σάν ἕνα εἶδος οἰκονομίας; Καί πῶς νά γίνει δεκτή μία οἰκονομία, ἡ ὁποία βεβηλώνει τά θεῖα Μυστήρια, κατά τόν θεῖο λόγο, πού προαναφέραμε, καί ἀπωθεῖ ἀπ’αὐτά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί στερεῖ ἀπό τούς πιστούς τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί τήν Χάρι τῆς υἱοθεσίας, πού πηγάζει ἀπ’αὐτά τά Μυστήρια; Καί τί πιό ἐπιβλαβές ἀπό μία τέτοια οἰκονομία; Αὐτή εἶναι φανερή κοινωνία μ’αὐτούς καί μ’ἕνα λόγο ἔκπτωση καί ἀνατροπή κάθε ὀρθοῦ. «Διότι, αὐτός, πού δέχεται αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον» καί «αὐτός, πού κοινωνεῖ μέ ἀκοινωνήτους, εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει καί παραβαίνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπειδή καί αὐτοί οἱ γενναῖοι, ἐξαιτίας τῆς ἀπείθειάς τους στούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς, «συγκοινωνοῦν καί μέ τούς Ἰουδαίους καί μέ τούς Ἀρμενίους καί μέ τούς Ἰακωβῖτες καί μέ τούς Νεστοριανούς καί μέ τούς Μονοθελήτες καί, γιά νά μιλήσουμε γενικά, μέ ὅλους τούς αἱρετικούς». Καί γι’αὐτό μόνο, ἄν ὄχι γιά κάτι ἄλλο, εἶναι ἀσυγχώρητοι ὁμολογουμένως καί ἀκοινώνητοι καί ὑπόδικοι γιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις ἐκείνων. Καί εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο, ἀπ’αὐτό καί μόνο καί ὄχι ἀπό ἀλλοῦ, δηλαδή ἀπό τό νά μήν διέστειλλαν (ξεχώρισαν) τούς ἑαυτούς τους ἀπό τούς αἱρετικούς, σύμφωνα μέ τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας καί τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ἀπό πάνω, ἀπό τόν οὐρανό, νά γέμισαν ἀπό κάθε αἵρεση».

Στό ἴδιο πνεῦμα μέ τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς οἰκονομίας, κινεῖται καί ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κυρός Μιχαήλ ὁ Ἀγχιάλων στόν διάλογό του πρός τόν πορφυρογέννητο βασιλέα Μανουήλ τόν Κομνηνό.

Ὁ Βασιλεύς τοῦ λέγει : «Ἀλλ’ «οἰκονομεῖν ἐν κρίσει» δέον τά πράγματα – οὐ γάρ μόνον τούς λόγους – καί κιρνᾶν τῇ αὐστηρίᾳ τήν ἐπιείκιαν». Δηλ. «Ἀλλά, πρέπει νά οἰκονομήσουμε μέ διάκριση τά πράγματα» – ὄχι μόνο τούς λόγους – καί νά ἀναμίξουμε στήν αὐστηρότητα τήν ἐπιείκια».

Ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπαντᾶ : «Ἐν ἄλλοις τοῦτο». Δηλ. «Σέ ἄλλα θέματα αὐτό μπορεῖ νά γίνει».

Ὁ Βασιλεύς τοῦ λέγει : «Κἄν τοῖς θείοις αὐτοῖς». Δηλ. «Καί στά θεῖα πράγματα».

Καί ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπαντᾶ : «Οὕτω σύ, ἀλλ’οὔχ ὁ πολύς καί μέγας Βασίλειος˙ τοὐναντίον δ’ἅπαν μηδέ τό βραχύτατον παραθραύειν διά λόγον οἰκονομίας τῶν πνευματικῶν ἐνομοθέτησε διατάξεων. Καί μάλα εἰκότως˙ οὐ γάρ ἄν τις κρεῖττον οἰκονομοίη τοῦ τό πᾶν ἐπιβλέποντος, καί διόλου δέον ἐχομένους αὐτοῦ καταλιμπάνειν τά καθ’ἡμᾶς ὅπως ἐκείνῳ οἰκονομοῖτο καί διεξάγοιτο˙ οὕτω γάρ ἄν ὡς ἄριστα φέροιτο. Εἰ δέ τις οἰκονομεῖν ἐγχειροίη χωρίς οἰκονομίας τῆς ἄνωθεν, δι’ὧν τά συμφέροντα πραγματεύεται, διά τούτων λάθῃ ἑαυτῷ τά χείριστα διαθέμενος˙ οὐδέ πόλιν φυλάξει, οὐδ’οἰκονομῆσαί τι δυνηθείη «μή τοῦ Κυρίου οἰκονομοῦντός τε καί φυλάσσοντος, ἀλλά μάτην μέν ἀγρυπνήσει», ἐπί κενοῦ δέ τόν μόχθον εἰς τά θέμεθλα καταβάληται»[8].

Δηλ. «Ἔτσι λές ἐσύ, ἀλλά ὄχι ὁ πολύς καί μέγας Βασίλειος˙ ἐντελῶς ἀντίθετα αὐτός νομοθέτησε νά μήν παραβιάζουμε τό παραμικρό ἀπό τίς πνευματικές διατάξεις γιά λόγους οἰκονομίας. Γιατί δέν θά μποροῦσε νά οἰκονομήσει κανείς καλύτερα ἀπό Αὐτόν, πού ἐπιβλέπει τό πᾶν, καί γενικά πρέπει, ἀκολουθώντας Αὐτόν, νά ἀφήνουμε καθ’ἡμᾶς ὅπως οἰκονομοῦνται καί διεξάγονται ἀπό Ἐκεῖνον. Ἄν, ὅμως, ἐπιχειρεῖ κανείς νά οἰκονομεῖ χωρίς τήν ἄνωθεν οἰκονομία, μέ πράγματα, πού ἐξυπηρετοῦν τά συμφέροντά του, μέ αὐτό, χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖ, θά κατορθώσει τά χείριστα. Οὔτε τήν Πόλη θά φυλάξει, οὔτε θά μπορέσει κάτι νά οἰκονομήσει, ἄν ὁ Κύριος δέν οἰκονομεῖ καί δέν φυλάξει, ἀλλά μάταια θά ἀγρυπνήσει καί θά πέσουν στό κενό οἱ κόποι, πού ἔβαλε στά θεμέλια».

6. Οἱ τραγικές καί φρικτές συνέπειες τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες μᾶς παραθέτουν τίς τραγικές συνέπειες τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ. Ὅσοι μνημονεύουν αἱρετικούς συγκοινωνοῦν μαζί τους μέ τελειοτάτη κοινωνία καί εἶναι ἕνα μ’αὐτούς˙ πρέπει νά καθαιρεθοῦν καί νά ἀποκηρυχθοῦν˙ στεροῦνται τῆς ἱερωσύνης καί εἶναι ἀποκομμένοι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Λέγουν : «Ἀλλά τί βλάπτειν μνημονεύειν τοῦ αἱρετικοῦ; Φασίν οἱ θεῖοι καί ἱεροί κανόνες τῶν ἁγίων ἀποστόλων˙ «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω». Οὗτοι δέ οἱ τοῦτο κακῶς καί ἀθέως παρεισφθείραντες τῇ ἐκκλησίᾳ οὐκ ἐν οἴκῳ, ἀλλ’ἐν ναῷ Θεοῦ, αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ προκειμένου ἐπί τῆς μυστικῆς καί φρικτῆς τραπέζης, οὐχί τῷ ἀκοινωνήτῳ, ἀλλά τῷ αἱρετικῷ, καί οὐχί μόνῳ τῷ συνεύξασθαι, ἀλλ’ ἐν τελειοτάτῃ κοινωνίᾳ ἐπί τοῦ τῆς ζωῆς ποτηρίου συγκοινωνοῦσι, καί διά τοῦτο ἕν εἰσί μετ’αὐτῶν. Λέγει γάρ καί ἕτερος κανών˙ «Ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται», καί πάλιν ἕτερος τῆς ἐν Καρθαγένῃ ἁγίας συνόδου ρκδ΄˙ «Ὅστις ἐπίσκοπος τούς Δονατιστάς τυχόν οἶδε πρός τήν καθολικήν ἐκκλησίαν μή ὑποκύψαντας, ἤ ἑτέρους αἱρετικούς, καί συγκοινωνήσει αὐτοῖς, λέγων πρός τήν ὀρθοδοξίαν μετατρέψαι αὐτούς, ὁ τοιοῦτος ὡς ψευδόμενος περί τῆς κοινωνίας αὐτῶν καί τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ἀπατήσας, ἔσται καθῃρημένος καί ἐκκήρυκτος». Ἐντεῦθεν συνορῶμεν ὅτι οἱ κοινωνήσαντες ἐπίσκοποι τοῖς αἱρετικοῖς καί τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καθολικῇ ἀπωλείᾳ ὑποβαλόντες, ἅμα μέν καί τῆς ἱερωσύνης στεροῦνται καί ἐκκήρυκτοι δέ γίνονται, ἥτοι πᾶσι δηλοῖ ὡς ἀποκεκομμένοι τοῦ ὀρθοδόξου σώματος τῆς ἐκκλησίας»[9].

Δηλ. «Ἀλλά, τί βλάπτει τό νά μνημονεύει κανείς τόν αἱρετικό; Λέγουν οἱ θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων˙ «Ἄν κάποιος μόνο συμπροσευχηθεῖ σέ σπίτι μέ ἀκοινώνητο, αὐτός νά ἀφορίζεται». Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κακῶς καί ἀθέως εἰσήγαγαν, ὄχι μόνο τήν συμπροσευχή, ἀλλά καί τήν μνημόνευση, ὄχι μόνο τοῦ ἀκοινωνήτου, ἀλλά καί τοῦ αἱρετικοῦ στήν Ἐκκλησία, ὄχι σέ σπίτι, ἀλλά στόν ναό τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν ὁποῖο βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πάνω στήν μυστική καί φρικτή (Ἁγία) Τράπεζα, αὐτοί συγκοινωνοῦν μέ τελειοτάτη κοινωνία στό ποτήριο τῆς ζωῆς, καί γι’αὐτό εἶναι ἕνα μ’αὐτούς. Γιατί λέγει κι ἄλλος Ἱερός Κανόνας˙ «Αὐτός, ὁ ὁποῖος δέχεται τόν αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον». Καί πάλι ἄλλος Ἱερός Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένῃ Ἁγίας Συνόδου[10], ὁ 124ος, λέγει ˙ «Ὅποιος Ἐπίσκοπος τυχόν γνωρίζει ὅτι οἱ Δονατιστές ἤ ἄλλοι αἱρετικοί δέν ἐπέστρεψαν στήν Καθολική (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία καί συγκοινωνήσει μ’αὐτούς, λέγοντας ὅτι θά τούς μεταστρέψει πρός τήν Ὀρθοδοξία, αὐτός, ἐπειδή εἶπε ψέμματα σχετικά μέ τήν κοινωνία τους καί ἀπάτησε τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, νά εἶναι καθηρημένος καί ἀποκηρυγμένος». Ἀπό αὐτό βγάζουμε τό συμπέρασμα ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι, πού κοινώνησαν μέ τούς αἱρετικούς καί ὑπέβαλαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ σέ καθολική ἀπώλεια, ταυτοχρόνως καί τήν ἱερωσύνη στεροῦνται καί γίνονται ἀποκηρυγμένοι, δηλαδή λογίζονται ἀπό ὅλους ὡς ἀποκομμένοι ἀπό τό Ὀρθόδοξο Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας».

Αὐστηρότερη θέση γιά τό θέμα τῆς κοινωνίας καί τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ τηρεῖ ὁ Ἀθανάσιος ὁ Β΄, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας τήν περίοδο τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Λυών, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὅτι ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία καί μνημονεύουν τούς αἱρετικούς ὡς ὀρθοδόξους στά Ἱερά Δίπτυχα, βρίσκονται ὑπό κατάρα καί ἀνάθεμα καί εἶναι ἀκοινώνητοι.

Γράφει σέ ἐπιστολή του : «Οἵτινες δέ παρά ταύτας καί θείας καί σωστικάς παραδόσεις ἤ πιστεύουσιν ἤ πράττουσιν ἤ κακοσχόλως εὐαγγελίζονται τῷ λαῷ τοῦ Χριστοῦ εἰς σύστασιν μέν τῶν οἰκείων ἐρεσχηλιῶν, ἀθέτησιν δέ τῶν θείων καί ἱερῶν συνόδων, εἰς ἀπάτην δέ τῶν ἁπλουστέρων καί ὄλεθρον, ἀνάθεμα, ἀνάθεμα, ἀνάθεμα. Ἀλλά καί οἱ τοῖς τοιούτοις πρός οἱανδήποτε κοινωνοῦντες κοινωνίαν, ἤ κοινωνήσαντες, ἤ τούτων ὡς εὐσεβῶν μνημονεύοντες, ἐπιμενόντων ἔτι αὐτῶν κακογνωμοσύνῃ καί ἀθεότητι, ὑπό κατάραν καί ἀνάθεμα ἔστωσαν, ἔστ’ἄν μετά τούτων αἱροῦνται τήν ἀπό Θεοῦ χωρίζουσαν ἕνωσιν. Εἰ γάρ «ὁ ἀκοινωνήτῳ κἀν ἐν οἴκῳ συνευξάμενος ἀκοινώνητος», ὡς ὁ ἀποστολικός διαγορεύει κανών, πολλῷ μᾶλλον ἀκοινώνητος ὁ ἐπ’ἐκκλησίας αὐτοῖς συνευχόμενος καί τούτων ἐν ἱεροῖς διπτύχοις μνημονεύων ὡς εὐσεβῶν καί τήν αὐτῶν ἐπιφημίζων κακοδοξίαν ὡς ἔννομον, ἥν τό πρίν, ὡς οὐκ ἀντίθεος, χλεύης οὖσαν ἀξίαν ἐχλεύαζε καί κατ’αὐτῆς ὡς εἰκός ἔλεγέ τε καί ἔγραψε. † οἱ καί εἰς τό ἑξῆς μνημονεύσαντες, οὕτω φρονοῦντες, οὕτω πράττοντες †»[11].

Δηλ. «Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἤ πιστεύουν ἤ πράττουν ἤ εὐαγγελίζονται μέ ἐπιπολαιότητα τόν λαό τοῦ Χριστοῦ ἐνάντια στίς θεῖες αὐτές καί σωστικές παραδόσεις, μέ σκοπό νά συστήσουν τίς δικές τους ἐρεσχελίες (φλυαρίες, μωρολογίες) καί νά ἀθετήσουν τίς θεῖες καί ἱερές συνόδους, γιά νά ἐξαπατήσουν καί νά ἐπιφέρουν τόν ὄλεθρο στούς ἁπλούστερους, αὐτοί ἄς εἶναι ἀνάθεμα (χωρισμένοι ἀπό τόν Κυριο). Ἀλλά καί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦν μ’αὐτούς μέ ὁποιαδήποτε κοινωνία, ἤ κοινώνησαν ἤ τούς μνημόνευσαν ὡς εὐσεβεῖς, ἐνῶ αὐτοί ἐπιμένουν ἀκόμη στήν κακογνωμοσύνη καί τήν ἀθεότητά τους, αὐτοί νά εἶναι κάτω ἀπό κατάρα καί ἀνάθεμα, διότι ἐπέλεξαν τήν ἕνωση, πού χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Γιατί, ἄν «αὐτός, πού συμπροσευχήθηκε μόνο σέ σπίτι μέ ἀκοινώνητο, εἶναι ἀκοινώνητος», ὅπως διαγορεύει ὁ Ἀποστολικός Κανόνας, πολύ περισσότερο εἶναι ἀκοινώνητος αὐτός, ὁ ὁποῖος συμπροσευχήθηκε μ’αὐτούς στήν Ἐκκλησία καί τούς μνημόνευσε ὡς εὐσεβεῖς στά ἱερά δίπτυχα καί ἀνεκήρυξε μέ βοή τήν κακοδοξία τους ὡς νόμιμη, τήν ὁποία προηγουμένως, ἐπειδή δέν ἦταν ἀντίθεος, τήν χλεύαζε, ἐπειδή ἦταν ἄξια χλεύης, καί ἔλεγε καί ἔγραφε φυσικά ἐναντίον της. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι στό ἑξῆς θά μνημονεύσουν, ἔτσι θά φρονοῦν καί ἔτσι θά πράττουν».

7. Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Ἡ διακοπή μνημονεύσεως δέν εἶναι σχίσμα, ἀλλά ἀπαλλαγή ἀπό τά σχίσματα καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας.

Ὅσον ἀφορᾶ τόν 15ο Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί στήν ἐπιστολή τους λέγουν τά ἑξῆς ἀποστομωτικά, ἀπευθυνόμενοι σέ ὅσους ἑσφαλμένα θεωροῦν ὅτι ἡ διακοπή μνημονεύσεως εἶναι σχίσμα : «Ἐμπεριέχεται δέ καί ἐν τῷ ιε΄ κανόνι τῆς ἁγίας καί μεγάλης συνόδου, τῆς Πρώτης καί Δευτέρας ἐπονομασθείσης, ὅτι οὐ μόνον ἀνευθύνους εἶναι, ἀλλά καί ἐπαινετέους τούς ἀποσχίζοντας ἑαυτούς καί πρό συνοδικῆς καταδίκης ἀπό τῶν δημοσίᾳ διδασκόντων αἱρετικά διδάγματα καί ὄντως προφανῶς αἱρετικῶν˙ οὐ γάρ ἀπέσχισαν ἑαυτούς ἀπό ἐπισκόπων, ἀλλ’ἀπό ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων˙ καί τό παρά τούτων γεγονός ἐπαίνου ἄξιον καί προσῆκον ὀρθοδόξοις χριστιανοῖς, καί ὡς οὐ σχίσμα τοῦτο ἐκκλησίας, ἀλλά μᾶλλον μερισμῶν ἀπαλλαγή καί τῆς ἀληθείας ἐπικράτησις»[12].

Δηλ. «Ἐμπεριέχεται δέ καί στόν 15ο Κανόνα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πού ἐπονομάσθηκε Πρωτοδευτέρα, ὅτι αὐτοί, πού χωρίζουν τόν ἑαυτό τους, καί πρίν γίνει συνοδική καταδίκη, ἀπό τούς Ἐπισκόπους, πού διδάσκουν δημόσια αἱρετικά διδάγματα καί εἶναι προφανῶς αἱρετικοί, ὄχι μόνο δέν φέρουν καμμία εὐθύνη, ἀλλά πρέπει καί νά ἐπαινοῦνται. Διότι, δέν χώρισαν τόν ἑαυτό τους ἀπό ἀληθινούς ἐπισκόπους, ἀλλά ἀπό ψευδεπισκόπους καί ψευδοδιδασκάλους. Καί αὐτό, πού ἔκαναν, εἶναι ἄξιο ἐπαίνου καί ταιριάζει στούς ὀρθοδόξους χριστιανούς. Καί αὐτό δέν εἶναι σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μᾶλλον ἀπαλλαγή ἀπό τούς μερισμούς (τά σχίσματα) καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας».

Σέ ἔργο Ἀνωνύμου κατά τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου Ἰωάννου ΙΑ΄ Βέκκου, γίνεται ἀναφορά στόν ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη, στήν διακοπή μνημονεύσεως, πού ἔκανε, καί στήν ἀποστροφή τῆς κοινωνίας, πού πρέπει νά ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο πρός τούς κατεγνωσμένους Λατίνους, ἀλλά καί πρός ὅσους εἶναι ὁμόφρονές τους καί συγκοινωνοῦν μ’αὐτούς.

Λέγει ὁ Ἀνώνυμος : «Εἰ οὗν ὁ ἅγιος οὗτος καί μέγας ὁμολογητής Θεόδωρος, τῶν βασιλέων ἐκείνων ὀρθοδόξων μέν ὄντων καί μηδέν ἐγκαλουμένων περί τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, μόνον δέ ὅτι παρενόμησαν ἔν τισι καί ἀκανόνιστόν τι ἔκαστος ἐκείνων πεποιήκει, διά τοῦτο οὐ μόνον τῆς κοινωνίας ἐκείνων ἀπέστησεν ἑαυτόν, ἀλλά καί τό μνημόσυνον ἐκείνων ἀπό τῶν θείων συνάξεων ἐξέκοψεν, ἡμεῖς τί ἄδικον ἤ καινόν ποιοῦμεν ἀρτίως, διά τόν τοῦ Θεοῦ φόβον παριδόντες δόξαν ἀνθρωπίνην; Εἰ γάρ μή τοῖς θείοις πατράσιν ἀκολουθήσωμεν, ἐγκαλείτωσαν ἡμῖν˙ εἰ δέ τοῖς ἁγίοις ἑπόμεθα, ἵνα τί διωκόμεθα; Ταύταις δέ ταῖς δεσποτικαῖς καί εὐαγγελικαῖς αὐθεντίαις ἑπόμενοι, ἔτι δέ καί ταῖς ἀποστολικαῖς θεολογίαις καί συνοδικαῖς καί πατρικαῖς παραδόσεσι καί διατάξεσι, τούς Λατίνους τῶν τοιούτων θείων προσταγμάτων καί παραδόσεων μακράν ἐκτρεπομένους εὑρίσκομεν, καί διά τοῦτο τήν τούτων κοινωνίαν καί τῶν ὁμοφρονούντων καί συγκοινωνούντων αὐτοῖς λίαν ἀποστρεφόμεθα, πάντα θεσμόν ἀποστολικόν καί ἐκκλησιαστικόν λογιζομένους ὡς τό μηδέν»[13].

Δηλ. «Ἐάν, λοιπόν, αὐτός ὁ ἅγιος καί μεγάλος ὁμολογητής Θεόδωρος (ὁ Στουδίτης), παρ’ὅλο πού οἱ τότε βασιλεῖς ἦταν ὀρθόδοξοι καί σέ τίποτε δέν ἐγκαλοῦνταν σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη, παρά μόνο ὅτι παρανόμησαν σέ κάποια πράγματα καί καθένας ἔκανε κάτι ἀντικανονικό, καί γι’αὐτό, ὄχι μόνο ἀπεμάκρυνε τόν ἑαυτό του ἀπό τήν κοινωνία μ’ἐκείνους, ἀλλά διέκοψε καί τήν μνημόνευσή τους ἀπό τίς θεῖες συνάξεις, ἐμεῖς ποιό ἄδικο ἤ καινούργιο πρᾶγμα πράττουμε τώρα, ἀψηφώντας τήν ἀνθρώπινη δόξα, ἐξαιτίας τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ; Γιατί, ἐάν δέν ἀκολουθήσουμε τούς θείους πατέρες, αὐτοί θά μᾶς ἐγκαλέσουν. Ἐάν, ὅμως, ἀκολουθοῦμε τούς ἁγίους, τότε γιατί διωκόμαστε; Ἀκολουθώντας, λοιπόν, αὐτές τίς δεσποτικές καί εὐαγγελικές αὐθεντίες καί ἀκόμη περισσότερο τίς ἀποστολικές θεολογίες καί τίς συνοδικές καί πατερικές παραδόσεις καί διατάξεις, βρίσκουμε ὅτι οἱ Λατῖνοι ἔχουν πάρα πολύ ἐκτραπεῖ ἀπό αὐτά τά θεῖα προστάγματα καί τίς παραδόσεις, καί γι’αὐτό πάρα πολύ ἀποστρεφόμαστε τήν κοινωνία μαζί τους, ἀλλά καί μέ ὅσους εἶναι ὁμόφρονες καί συγκοινωνοῦν μαζί τους, ἐπειδή κάθε ἀποστολικό καί ἐκκλησιαστικό θεσμό τόν θεωροῦν ὡς ἕνα τίποτα».

Δυστυχῶς, ἡ παραπανω ὁμολογιακή ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων δέν στάθηκε ἱκανή νά συνετίσει τόν βασιλέα Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τήν γενική ἀποδοχή τῆς ψευδοενώσεως τῆς Λυών.

Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποδοκίμαζαν τήν ψευδοένωση, θεωροῦσαν ὅσους τήν ἀποδέχθηκαν ὡς μολυσμένους καί διέκοψαν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν λατινόφρονα πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ΄ Βέκκο καί τούς ὁμόφρονές του[14]. Τούς κατηγοροῦσαν ὄτι ἐξέπεσαν τῆς ἱερωσύνης καί ὅτι τελοῦσαν ἄκυρα μυστήρια[15]. Αὐτό ἦταν σύμφωνο μέ τούς Κανόνες α΄ καί β΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[16]. Γι’αὐτό προέτρεπαν τούς πιστούς νά μήν ἐκκλησιάζονται μέ τόν Πατριάρχη καί τούς ὁμόφρονές του κληρικούς. Ὁ Βέκκος ἐπεκύρωσε τήν ψευδοένωση διά Συνόδου[17], ἐνῶ τόν Ἰούλιο τοῦ 1277 ἐξέδωσε «πατριαρχικό ἀφορισμό» ἔναντι τῶν «σχισματικῶν» Ὀρθοδόξων, πού ἦταν ἐναντίον τῆς ψευδοενώσεως.

8. Ἐπικαιροποίηση τῶν ἀνωτέρω στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική κατάσταση

Ἐάν θά θέλαμε νά ἐπικαιροποιήσουμε τά ὅσα μέχρι τώρα ἀναφέρθηκαν καί νά τά προσαρμόσουμε στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική κατάσταση, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ἀκολουθώντας κατά πόδας τούς προαναφερομένους Πατέρες, ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι, Μητροπολῖτες καί Ἐπίσκοποι ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία, κοινό συλλείτουργο, κοινό ποτήριο καί μνημονεύουν στά Δίπτυχα τόν κατεγνωσμένο καί ἀκοινώνητο αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκῖσκο καί τόν κατεγνωσμένο, σχισματοααιρετικό, ἀκοινώνητο ψευδομητροπολίτη Κιέβου Ἐπιφάνιο θεωροῦνται ὡς ὑπόδικοι καί ὑπόλογοι ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνωνγιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις, γεμάτοι ἀπό κάθε αἵρεση, ἱεροκάπηλοι, μολυσμένοι, ἀσυγχώρητοι, ἀκοινώνητοι, καθαιρετέοι, ἀποκηρυχτέοι, ἐστερημένοι ἱερωσύνης, ἀποκομμένοι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εὑρίσκομενοι ὑπό κατάρα καί ἀνάθεμα, διότι συγκοινωνοῦν μαζί τους μέ τελειοτάτη κοινωνία καί μέσῳ αὐτῶν μέ ὅλους τούς αἱρετικούς καί γίνονται ἕνα μ’αὐτούς.

Κάποιος θά μποροῦσε νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ὅλα τά ἀνωτέρω θά πρέπει νά ἀποφασισθοῦν καί νά ὀρισθοῦν ἀπό μία ὄντως Ὀρθόδοξη Σύνοδο. Φυσικά, ναί. Ἀλλά, μήν ξεχνᾶμε ὅτι ὅσον ἀφορᾶ το Οὐκρανικό ζήτημα τό Πατριαρχεῖο Ρωσίας ἀπέκοψε ἀπὸ τὸ σῶμα του μὲ παλαιότερη συνοδικὴ ἀπόφασή του τούς καθηρημένους καὶ ἀναθεματισμένους σχισματοαιρετικούς τῆς Οὐκρανίας καί μέ πρόσφατες συνοδικές ἀποφάσεις του κατεδίκασε σέ ἀκοινωνησία τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί ὅσους Ἱεράρχες ἀπό τήν Ἑκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας συλλειτούργησαν, κοινώνησαν καί μνημόνευσαν τοὺς σχισματοαιρετικούς. Παραλλήλως διέκοψε τήν μνημόνευση ἀπό τά Δίπτυχα τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Θεοδώρου. Μπορεῖ μέν νὰ μὴν εἶναι πανορθόδοξη, ἀλλὰ τοπική ἀπόφαση, εἶναι δέ πάντως κανονικὰ κατοχυρωμένη καὶ ὀρθή, ἰσχύει γι’ ὅλη τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀναγνωρίσθηκε ἀπ’ ὅλη τήν Ἐκκλησία, πλήν τριῶν (Κωνσταντινουπόλεως, Ἑλλάδος, Ἀλεξανδρείας). Ἑπομένως, τά «ἔσται ἀκοινώνητος», ἤ «ἔστω ἀκοινώνητος», ἔχασαν τὴν μελλοντική τους διάσταση καὶ ἔγιναν παρούσα πραγματικότητα μὲ τὴν συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία εὐχόμαστε νὰ γίνει πανορθόδοξη.

Τέλος, πρός ἀντιμετώπιση τῆς τραγικῆς αὐτῆς καταστάσεως, οἱ μέν Ὀρθόδοξοι πιστοί ὀφείλουν νά ἀποδοκιμάζουν τήν ψευδοένωση μέ τόν Φραγκῖσκο, τόν Ἐπιφάνιο καί τούς σύν αὐτοῖς, νά μήν ἔχουν καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία καί νά μήν ἐκκλησιάζονται ἐκεῖ ὅπου λειτουργοῦν οἰκουμενιστές, λατινόφρονες, παπόφιλοι καί σχισματόφιλοι Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι, Μητροπολῖτες, Ἐπίσκοποι καί ὁμόφρονές τους κληρικοί, οἱ δέ Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς, πού ἀνήκουν ἐκκλησιαστικῶς σέ τέτοιους ἐπισκόπους, καλό θά ἦταν νά προβοῦν στήν ἐφαρμογή τοῦ ἱεροκανονικοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως,ἡ ὁποία σέ καμμία περίπτωση δέν συνιστᾶ σχίσμα, ἀλλά ἀπαλλαγή ἀπό τά σχίσματα καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας.

[1] Ἐπιστολή ἀποσταλεῖσα παρά τῶν Ἁγιορειτῶν πάντων πρός τόν βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, ὁμολογητική, σπεύδοντος τούτου ὅση δύναμις ἑνῶσαι τούς Ἰταλούς παραλόγως μεθ’ἡμῶν, μένοντας ἐκείνους ἀδιορθώτους πάντη τῶν σφῶν αἱρέσεων καί ἀμεταβλήτους, Lettre des Hagiorites a l’ Empereur (1275), στίχ. 14-24, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 395.

[2] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 13.

[3] Ὅ. π., σσ. 407-408.

[4] Ἐπιστολή…, στίχ. 25-34, σ. 397 καί στίχ. 1-8, σ. 399.

[5] Ἐπιστολή…, στίχ. 9-23, σ. 399 .

[6] Ἰεζ. 22, 26.

[7] Ἐπιστολή…, στίχ. 24-33, σ. 399 και στίχ. 1-7, σ. 401.

[8] Διάλογος ὅν ἐποίησεν ὁ ἁγιώτατος καί σοφώτατος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κῦρ Μιχαήλ ὁ Ἀγχιάλων πρός τόν πορφυρογέννητον βασιλέα κῦρ Μανουήλ τόν Κομνηνόν περί τῆς τῶν Λατίνων ὑποθέσεως, ὅτε πολλοί τῶν ὑπό τόν πάπαν ἀρχιερέων καί ἐπισκόπων καί φρερίων εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν κατέλαβον, τῶν ἐκκλησιῶν ζητοῦντες τήν ἕνωσιν καί μηδέν τι ἕτερον ἀπό τῶν Γραικῶν ἀπαιτοῦντες ἤ παραχωρῆσαι τῷ πάπᾳ τῶν πρωτείων καί τῆς ἐκκλήτου, δοῦναι δέ τούτῳ καί τό μνημόσυνον, Dialoque de Michel d’Anchialos, στίχ. 1-28, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 357.

[9] Ἐπιστολή…, στίχ. 5-23, σ. 419.

[10] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, Τῆς ἐν Καρθαγένη Τοπικῆς Συνόδου Κανών ΡΛΓ΄ (124), ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 535.

[11] Ἀθανασίου πατριάρχου Ἀλεξανδρείας ἐπιστολή, Lettre d’Athanase d’Alexandrie (1276), στίχ. 8-23, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 345.

[12] Ἐπιστολή ἀποσταλεῖσα παρά τῶν Ἁγιορειτῶν πάντων πρός τόν βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, ὁμολογητική, σπεύδοντος τούτου ὅση δύναμις ἑνῶσαι τούς Ἰταλούς παραλόγως μεθ’ἡμῶν, μένοντας ἐκείνους ἀδιορθώτους πάντη τῶν σφῶν αἱρέσεων καί ἀμεταβλήτους, Lettre des Hagiorites a l’ Empereur (1275), στίχ. 6-14, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 395.

[13] Ἀνωνύμου. Κατά τοῦ Βέκκου (Anonyme, contre Bekkos 1275), στίχ. 1-16, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 333.

[14] ΙΩ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Ὁ θρυλλούμενος διωγμός… ἐν Ἀθωνικῇ Πολιτείᾳ, σ. 223.

[15] ΧΡ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ Ρώμη κατά τόν ιγ΄ αἰῶνα, σ. 109.

[16] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 170-172.

[17] ΑΡΧΙΜ. ΣΠ. ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, τ. β΄, Ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» καί Σύλλογος «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης», Ἀθήνα 2014, σ. 18.

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
15-01-2020

https://fdimathan.wordpress.com

Να γιατί, οι σύγχρονοι Επίσκοποι και Ιερείς σφάλλουν θανάσιμα!

Γιὰ νὰ μὴν ξεχνοῦν οἱ παλαιότεροι,
καὶ γιὰ νὰ μαθαίνουν οἱ νεώτεροι!

Σὲ ἐκτεταμένη παράβαση τοῦ ὑψίστου λειτουργήματος τους βρίσκονται οἱ ἱερωμένοι,συμπαρασύροντας στὴν προδοσία τῆς Πίστεως τοὺς λαϊκοὺς ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν ἀδιαμαρτύρητα

Κανὼν ΜΣΤ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 



«Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».

Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰἀποστρέφωνται τοὺς αἱρετικούς (σσ. τοὺς χωρισμένους ἀπὸ τὴν Μίαν Ἐκκλησίαν καὶ καταδικασμένους), καὶ τὰς τῶν αἱρετικῶν τελετάς. Μᾶλλον δὲ αὐτοί, οἱ αἱρετικοὶ δηλ., πρέπει νὰἐλέγχωνται καὶ νὰ νουθετῶνται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους, μήπως ἤθελαν καταλάβουν καὶ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν πλάνην των. Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι, ὅποιος Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἤθελεν ἀποδεχθῆ ὡς ὀρθὸν καὶ ἀληθινὸν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ἢ τὴν παρ’ αὐτῶν προσαγομένην θυσίαν, ὁ τοιοῦτοςπροστάζομεν νὰ καθαιρεθῇ. Ἐπειδὴ ποίαν συμφωνίαν ἔχει ὁ Χριστὸς μὲ τὸν διάβολον; ἢ ποίαν μερίδα ἔχει ὁ πιστὸς μὲ τὸν ἄπιστον;
Διότι ἐκεῖνοι ὁποῦ δέχονται τὰ παρὰ τῶν αἱρετικῶν,
ἢ τὰ ὅμοια φρονήματα ἐκείνων ἔχουσι καὶ αὐτοί, ἢ τὸ ὀλιγώτερον δὲν ἔχουσι προθυμίαν νὰ ἐλευθερώνουν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κακοδοξίαν των.
Οἱ γὰρ συνευδοκοῦντες εἰς τὰς ἐκείνων τελετάς, πῶς δύνανται νὰ ἐλέγξουσιν αὐτοὺς διὰ νὰ παραιτήσουν τὴν κακόδοξον καὶ πεπλανημένην αἵρεσιν;».

Το Φανάρι γυρίζει την πλάτη σε Ορθοδόξους και αγκαλιάζει τους παπικούς

Το Φανάρι γυρίζει την πλάτη σε Ορθοδόξους και αγκαλιάζει τους παπικούς 
– Φραγκίσκος προς Βαρθολομαίο:
Αποφασισμένοι να αποκαταστήσουμε την πλήρη κοινωνία


Είναι τουλάχιστον πρόκληση αυτό που συμβαίνει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο… 
Την στιγμή που η Παγκόσμια Ορθοδοξία διέρχεται μια τόσο σοβαρή κρίση και μοιάζει πιο διχασμένη από ποτέ, οι Φαναριώτες για μια ακόμη φορά έστησαν σόου εντυπώσεων με αφορμή τον εορτασμό του Αγίου Ανδρέα, και μάλιστα με την συνδρομή για πολλοστή φορά παπικής αντιπροσωπείας. 
Η Παπική Αντιπροσωπεία, με επί κεφαλής τον Καρδινάλιο Κουρτ Κοχ, Πρόεδρο του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Χριστιανική Ενότητα, και μέλη της, τον Αρχιεπίσκοπο Paul Fitzpatrick Russell, Αποστολικό Νούντσιο στην Άγκυρα, τον Επίσκοπο Brian Farrell, Γραμματέα του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Χριστιανική Ενότητα, και τον π. Andrea Palmieri, Υπογραμματέα του ιδίου Συμβουλίου, έγινε δεκτή με “λόγους αγάπης” από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο κατά την Θεία Λειτουργία.

«Ἀγαπητέ ἐν Χριστῶ ἀδελφέ Καρδινάλιε….καί λοιπά μέλη τῆς ἐπισήμου ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης…..” ξεκίνησε την ομιλία του και τόνισε πως “ο οικουμενισμός των Αγίων είναι μία εξαίρετος ευκαιρία διά διάλογον μεταξύ των Εκκλησιών”.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης απευθυνόμενος στους παπικούς χαρακτήρισε εκ νέου «αδελφό» τον Πάπα και είπε μεταξύ άλλων πως «Ανατολή και Δύση δεν μπορούν να θεωρηθούν μεμονωμένες μονάδες γιατί έχουν κοινή παράδοση και κοινή χριστιανική κληρονομιά». 
Μίλησε για «συνέχιση του αγώνος για την αποκατάσταση της απωλεσθείσης ενότητος» και για «αναζήτηση συμφωνίας σε επίπεδο του δόγματος». Για την δε «διπλωματία των λειψάνων» που λαμβάνει χώρα το τελευταίο διάστημα ανέφερε πως «το γεγονός πως οι αδερφοί Πέτρος και Ανδρέας ενώθηκαν δια των ιερών λειψάνων μας βοηθάει στο δρόμο για την πλήρη ενότητα» 

Σε όλα αυτά είχαμε και την απάντηση του ίδιου του ποντίφικα. 

“Είμαστε αποφασισμένοι να αποκαταστήσουμε την πλήρη κοινωνία” ήταν το μήνυμα του Πάπα Φραγκίσκου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τουλάχιστον όπως ανέφερε στο παραδοσιακό του μήνυμα προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Όπου υπογράμμισε συν τοις άλλοις ότι μέσω της αντιπροσωπείας του Βατικανού, που συμμετείχε στις εορταστικές εκδηλώσεις του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, μεταδίδει «τη διαβεβαίωση της αδιάσειστης πρόθεσης της Καθολικής Εκκλησίας, καθώς και της δικής μου, να συνεχίσει τη δέσμευσή μας να εργαστούμε για την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας των Χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης ». 

Υπενθυμίζοντας την 40ή επέτειο της Κοινής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ των Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων Εκκλησιών που γιορτάζεται φέτος, ο Πάπας σημείωσε ότι το ζήτημα της αποκατάστασης της κοινωνίας «συνεχίζει να δοκιμάζει τις εκκλησίες μας». 

«Κατά την επίσκεψή του στο Φανάρι, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β ‘είπε ότι« το ερώτημα που πρέπει να αναρωτηθούμε δεν είναι εάν μπορούμε να αποκαταστήσουμε την πλήρη κοινωνία αλλά αν έχουμε το δικαίωμα να παραμείνουμε χωρισμένοι», έγραψε ο ποντίφικας. «Αυτή η ερώτηση, η οποία είναι μόνο φαινομενικά ρητορική, συνεχίζει να δοκιμάζει τις Εκκλησίες μας και απαιτεί από όλους τους πιστούς να ανταποκριθούν με την ανανέωση τόσο της στάσης όσο και της συμπεριφοράς». 

Ταυτόχρονα, τόνισε ότι «η αναζήτηση της αποκατάστασης της πλήρους κοινωνίας μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων δεν περιορίζεται σίγουρα στον θεολογικό διάλογο, αλλά πραγματοποιείται και μέσω άλλων διαύλων της εκκλησιαστικής ζωής». 

«Οι σχέσεις μας τρέφονται κυρίως με αυθεντικές χειρονομίες αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης. <…> Η Καθολική Εκκλησία και η Ορθόδοξη Εκκλησία έχουν ήδη ξεκινήσει αυτό το πολλά υποσχόμενο ταξίδι, όπως μαρτυρούν οι κοινές μας πρωτοβουλίες. 
Πιστεύω επίσης ότι σε τοπικά πλαίσια όλοι θα ενισχύσουμε ολοένα και περισσότερο τον καθημερινό διάλογο της αγάπης και της ζωής σε κοινά πνευματικά, ποιμενικά, πολιτιστικά και φιλανθρωπικά έργα”, έγραψε ο επικεφαλής των Ρωμαιοκαθολικών προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Του Μανώλη Κείου

Βαρθολομαίος: «οι Καθολικοί είναι "ακριβώς οι ίδιοι οι Χριστιανοί που είμαστε"» κι εμείς!

Σοβαρή καταγγελία:
Είπε ο Βαρθολομαίος στο Άγιο Όρος πως:
η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Ρωμαιοκαθολικούς ήταναναπόφευκτη;


Σύμφωνα με την Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος πιστεύει ότι μόνο οι ιστορικές διαφορές και όχι τα δόγματα είναι αυτά που χωρίζουν την Ορθοδοξία και τον Καθολικισμό, και ως εκ τούτου η ενότητά τους είναι αναπόφευκτη. 
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, όπως αναφέρει η Ένωση, δήλωσε ότι υπάρχουν μόνο ιστορικές και όχι δογματικές διαμάχες μεταξύ Ορθοδόξων Χριστιανών και Ρ/Καθολικών κατά την τελευταία του επίσκεψη στο Άγιο Όρος. 
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πηγές της Ένωσης, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο αγιορείτικο μοναστήρι Παντοκράτορος,
ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, παρουσία των αδελφών και προσκεκλημένων του μοναστηριού, ισχυρίστηκε ότι η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Ρωμαιοκαθολικούς ήταν αναπόφευκτη. 
Κατά την άποψή του, η διαίρεση που υπάρχει τώρα μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών έχει ιστορικές ρίζες, αλλά δεν είναι στον τομέα του δόγματος. 
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος σύμφωνα με όσα καταγγέλλει η Ένωση, είναι πεπεισμένος ότιοι Καθολικοί είναι «ακριβώς οι ίδιοι οι Χριστιανοί που είμαστε». Τόνισε επίσης ότι το δώρο του Πάπα Φραγκίσκου, τα ιερά λείψανα του Αγίου Αποστόλου Πέτρου είναι μαρτυρία καλής ευλογίας της Καθολικής Εκκλησίας σε σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία. 
Οι πηγές της Ένωσης ανέφεραν ότι κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, παρευρέθηκαν ο Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ, ηγούμενος της μονής Παντοκράτορος, ο Αρχιμανδρίτης Αλέξιος, ηγούμενος της μονής Ξενοφώντος, ο Αρχιμανδρίτης Εφραίμ, ηγούμενος του Βατοπαιδίου, και μοναχοί πολλών μοναστηριών και φιλοξενούμενοι. Οι περισσότεροι από τους αδελφούς των μοναστηριών μετά από αυτά τα λόγια του επικεφαλής του Φαναρίου βρέθηκαν σε αμηχανία, αλλά κανένας από τους παρόντες δεν διαμαρτυρήθηκε στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Επιπλέον, ορισμένοι μοναχοί, μετά από τα λόγια του ότι η ενότητα με τους καθολικούς είναι αναπόφευκτη, έκλαψαν… 
Σύμφωνα με τους αυτόπτες μάρτυρες, πολυάριθμοι πατριαρχικοί φρουροί δεν επέτρεπαν σε κανέναν από τους αδελφούς να καταγράψει την ομιλία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. 
Υπενθυμίζεται ότι στο Βέλγιο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Ηγούμενος της αγιορείτικης μονής Ξενοφώντος προσεύχονταν από κοινού με τους καθολικούς…

Ποιός θα μπορούσε να το φανταστεί ότι θα βλέπαμε Αγιορείτες νασυμπροσεύχονται με αιρετικούς;

Αυτά τα αδιανόητα δεν θα συνέβαιναν, αν δεν επικρατούσαν τα κηρύγματα του "αχρικαιρισμού" και του "Δυνητισμού" Γατζέας-Θεσσαλονίκης! -- Και έπεται συνέχεια!


Ηγούμενος Ξενοφώντος Αλέξιος και Ιερομόν. Θεόφιλος Παντοκράτορος

Αδελφοί τα πράγματα στην Εκκλησία άλλαξαν. Περνάνε πια σαν εικόνες μπροστά μας κι εμείς προσπαθούμε να καταλάβουμε πως και πότε συνέβη όλο αυτό.

Φτάσαμε στο σημείο να βλέπουμε Αγιορείτες να παρευρίσκονται σε τελετή παπικών και να συμπροσεύχονται με αιρετικούς μοναχούς. 

Όπως γράφει το dimpnews: «Η είδηση δεν είναι μια ακόμη δι-ομολογιακή συμπροσευχή του Βαρθολομαίου αλλά ότι σε αυτή συμμετείχαν και Αγιορείτες. Συμπροσευχή Αγιορειτών και Βενεδικτίνων έχουμε να δούμε αιώνες... Ραγδαίες οι εξελίξεις...».
Έχει ειπωθεί πολλάκις, όχι μόνο από αυτό το βήμα αλλά και από αλλού, ότι μας οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην Ουνία.
Όσοι έχουν ιδρυματοποιηθεί μέσα στην Εκκλησία, όσοι δηλαδή πληρώνονται για τις υπηρεσίες τους και βλέπουν την Εκκλησία σαν εργοδότρια, δύσκολα θα θελήσουν να το αντιληφθούν και ακόμη πιο δύσκολα θα αντιδράσουν. 
Θα βρίσκουν πάντα δικαιολογίες. Θα πούμε αλήθειες όσο κι αν πληγώνουν. 
Η Εκκλησία πάσχει από την δημοσιο-υπαλληλίστικη σχέση και νοοτροπία που έχουν αναπτύξει αρκετά μέλη Της με Αυτήν. 
Ποιός θα το περίμενε όμως ότι θα έφτανε η μέρα που θα βλέπαμε ακόμη και Αγιορείτες που άφησαν τα εγκόσμια να συμπροσεύχονται με αιρετικούς;


Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος Αγίου Όρους, Αλέξιος [αριστερά του Βαρθολομαίου] Ιερομόναχος Θεόφιλος, εκπρόσωπος Μονής Παντοκράτορος [ο δεξιός Ιερομόναχος στην φωτογραφία, και πολλές φορές αρχιγραμματέας της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, όπως επεσήμανε σχολιαστής ΕΔΩ.

Στο dimpnews τον αναφέρουν ως Ιερομόναχο της ίδιας Μονής (Ξενοφώντος)]. 
Οι πνευματικοί συγγενείς όλων αυτών βγαίνουν κάθε λίγο και λιγάκι από το Άγιον Όρος για να μας δασκαλέψουν να υπακούμε στον αιρεσιάρχη «Πατριάρχη του Γένους».
Αδελφοί προσευχηθείτε να δίνει δύναμη και χρόνια ο Τριαδικός Θεός στον ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ που απέμεινε, τον Γέροντα Γαβριήλ, η ομολογία του οποίου ήλθε σαν βάλσαμο στην ψυχή μας.

Φαίη.

Τί έπεται μετά την πτώσιν του «οχυρου της Ορθοδοξίας»;



«…Πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια στὴν ἱστοσελίδα ΕΟΔ δημοσιεύτηκε τὸ ἄρθρο «Ἀλλαγὴ φύλου ἢ πολιτιστικοῦ κώδικα; Πῶς ἀγοράζετε ἡ Ὀρθοδοξία στὴν Ἑλλάδα», ὅπου ἀναφερόταν πὼς σὲ μία χώρα ποὺ ὀνομάζεται Ὀρθόδοξη, τὸ κοινοβούλιο (ἀποτελούμενο κυρίως ἀπὸ ἄτομα ποὺ ὀνομάζονται ἐπίσης Ὀρθόδοξοι) ψήφισε νόμο γιὰ τὴν ἀλλαγὴ φύλου ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν. Καὶ αὐτό, παρὰ τὴν ἄμεση ἀπαγόρευση τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ὄχι μόνο νὰ ἀλλάζεις τὸ φῦλο ἀλλὰ καὶ νὰ φορᾶς ροῦχα διαφορετικοῦ φύλου: «Ἡ γυναίκα δὲν πρέπει νὰ φοράει τὰ ροῦχα τοῦ ἄντρα, οὔτε ὁ ἄντρας τὰ ροῦχα τῆς γυναίκας. Ὅποιος κάνει αὐτὰ τὰ πράγματα, τὸν ἀποστρέφεται ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς σας» (Δευτερονόμιο 22, 5). Ἐνῶ τὸ 2015 τὸ ἑλληνικὸ κοινοβούλιο νομιμοποίησε τὰ λεγόμενα συμβόλαια συμβίωσης ὁμοφυλοφίλων.
Τὸ ἄρθρο ἀναλύει πῶς οἱ δυτικὲς χῶρες, ὁδηγώντας τὴν Ἑλλάδα σὲ τρελλὰ χρέη, τὴν ἀναγκάζουν νὰ λαμβάνειἀποφάσεις ποὺ εἶναι ἄμεσα ἀντίθετες μὲ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία (σύμφωνα μὲ αὐτούς).

Σήμερα εἴδαμε τὴ συνέχεια αὐτῆς τῆς ἱστορίας. Τοὺς Ἕλληνες ἀνάγκασαν νὰ λάβουν μία ἀπόφαση ποὺ ἔρχεται ἀντίθετη, ὅπως εἰπώθηκε προηγουμένως, καὶ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ τὴν κοινὴ λογική. Ἂν κάποιος δὲν θυμᾶται, στὴν Ἑλλάδα ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐντοιχισμένη στὸ σύστημα τῶν κρατικῶν ὀργάνων καὶ ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς παίρνουν μισθοὺς ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸ τοῦ κράτους… 
Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδας σημαίνει ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐγκατέλειψαν τὴν ἀλήθεια γιὰ χάρη τῆς πολιτικῆς. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία μποροῦν νὰ τοὺς ἀναγκάσουν νὰ λάβουν τὶς ἀποφάσεις ποὺ τοὺς ὠφελοῦν. Οἱ Ἕλληνες ἔδειξαν τὴν ἀδυναμία τους. 
Εἶναι πολὺ λυπηρό, τουλάχιστον. Ὅλοι κάπως συν­ήθισαν μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Φανάρι ἐκτελεῖ τὴ βούληση τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνει ὑπόψη του κάτι ἰδιαίτερο. 
Μετὰ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρα σὲ συν­έντευξη στὸ περιοδικὸ Evening Independent, ποὺ εἰπώθηκαν λίγο μετὰ τὴν ἐκλογή του: «Θὰ προωθῶ πάντα τὴν Ἀμερικὴ καὶ τὰ ἀμερικανικὰ συμφέροντα, θὰ ζήσω μὲ ἀμερικανικὰ ἰδεώδη καὶ θὰ τὰ κηρύσσω. Δὲ θὰ ξεχάσω ποτὲ αὐτὴ τὴ τρανὴ χώρα», δὲν ἐκπλήσσεται κανεὶς μὲ τίποτα πιά. Ἀλλὰ ὅλοι θεωροῦσαν τὴν Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἕνα εἶδος πυλώνα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀλλὰ ἡ πραγματικότητα εἶναι διαφορετική.
Τί ἕπεται;
Ὅπως ἔχει ἀναφερθεῖ, τὸ σχίσμα στὴν Ὀρθοδοξία ἔγινε καὶ στὸ ἑξῆς μόνο θὰ βαθαίνει. 
Δὲν χρειάζεται νὰ μαντέψουμε ποῖες ἄλλες Τοπικὲς Ἐκκλησίες θὰ ὑποστηρίξουν τὸ Φανάρι. 
Ἂς ἀναφέρουμε μόνο ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο: «Ἐκ τούτου πολλοὶ ἀπῆλθον ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ οὐκέτι μετ’ αὐτοῦ περιεπάτουν. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς τοῖς δώδεκα· μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;» (Ἰω. 6, 66-67).
Ἀλλὰ ἕνα πρᾶγμα εἶναι ἤδη ἀπολύτως σαφὲς –οἱ ἐκκλησίες θὰ χωρίζονται σύμφωνα μὲ τὸ κριτήριο τῆς στάσης τους πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης. Κάποιες θὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἐξουσία τοῦ Πάπα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἄλλοι θὰ ὑπερασπιστοῦν τὴν ἀρχὴ τῆς καθολικότητας. Ἡ ἀπάντηση στὴν ἐρώτηση: ἀπὸ ποία πλευρὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, θὰ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».
Ἐκεῖνοι ποὺ σήμερα ἀναγνωρίζουν τὶς ἄδικες ἀποφάσεις τοῦ Φαναρίου γιὰ τὴν Οὐκρανία, αὔριο θὰ ἀναγκαστοῦν νὰ ἀναγνωρίσουν ἄλ­λες, καθόλου λιγότερο ἄνομες ἀποφάσεις. Πιθανότατα θὰ εἶναι ἀποφάσεις σχετικὰ μὲ τὴν προσέγγιση, μέχρι τὴν πλήρη ἑνότητα μὲ τὴν «Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία». Αὐτὸ ἔχει ἤδη ἀνακοινωθεῖ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ τὸν Πάπα Φραγκίσκο…

Τοῦ κ. Κυρὶλ Ἀλεξάντροφ

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ τοῦ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ



Καρυαί, 24 Ὀκτωβρίου 2019 (π.ἡμ.)

Παναγιώτατε,

Ἤθελα πολύ, κατά τήν πρόσφατη ἐπίσκεψή σας στό Ἅγιον Ὄρος τῆς Παναγίας Μητρός μας, τῆς Θεοτόκου, νά λάβω τήν εὐχή σας, καί νά σᾶς φιλήσω τά πόδια, ἀλλά δέν μπορῶ νά τό κάνω, διότι ἀπό μακροῦ χρόνου αὐτό εἶναι πιά ἐφάμαρτο. Μήπως θέλετε νά ἀκούσετε τό γιατί ;

1. Στούς ἀκάρπους καί πονηρούς διαλόγους μέ τούς αἱρετικούς ἔχετε προδώσει ἐσεῖς καί οἱ δικοί σας τήν Μόνη Ἐκκλησία, τήν Ὀρθοδοξία, παραδεχόμενοι πολλές φορές «ποικιλία» στά ἱερά Δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἐκκλησιαστικό χαρακτῆρα στίς αἱρετικές παρασυναγωγές τῶν Μονοφυσιτῶν, τοῦ Πάπα, καί τῶν Θεοτοκομάχων καί Εἰκονομάχων Προτεσταντῶν· ἔχετε πρωτύτερα καθυβρίσει ἐπισήμως καί ἀμετακλήτως τούς Ἁγίους Πατέρες ὡς «ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως», ὥστε νά φαίνεσθε ἀπαλλαγμένος ἀπό τήν ἀνάγκη ὑπακοῆς στά θεόπνευστα κελεύσματά τους.

2. Εἶστε ἐχθρός τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ καί τῆς Παναγίας μας, διότι ἔχετε θεσμική φιλία μέ τούς συνειδητούς καί ἀμετανοήτους αἱρετικούς καί ἀλλοθρήσκους, τούς «ἐξεστραμμένους καί αὐτοκατακρίτους» προεστῶτες τῶν αἱρέσεων (Τίτον 3, 11), τούς προμάχους τῆς ἀσεβείας, καί θά ἔχετε τό ἴδιο μέ ἐκείνους ἀτελεύτητο μέλλον, μακράν τῆς Χώρας τῶν Ζώντων, ἄν δέν ἐπανέλθετε στήν Πίστη. Διότι λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Ὁ τοῖς ἐχθροῖς τοῦ Βασιλέως συμφιλιάζων, οὐ δύναται φίλος τοῦ Βασιλέως εἶναι, οὐδέ ζωῆς ἀξιοῦται, ἀλλά σύν τοῖς ἐχθροῖς ἀπολεῖται, καί τά χείρονα ὑπομενεῖ» καί ὅτι «τῆς φιλίας τῆς διά τόν Χριστόν τό μῖσος τό δι’ Αὐτόν πολλῷ βέλτιον». Δέν ἐνθυμεῖσθε, τόν θεόπνευστο λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «ἐν ἴσῳ μισητά Θεῷ καί ὁ ἀσεβῶν καί ἡ ἀσέβεια αὐτοῦ»; (Σοφία Σολομῶντος 14, 9).

3. Ὑπό τήν πατριαρχική νοσσιά καί προστασία σας, ἔχει εὕρει καταφύγιο κάθε αἵρεση καί νεωτερισμός, ὄχι μόνο στίς ἐπαρχίες τοῦ Θρόνου, ἀλλά καί στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί ἀλλοῦ. Οἱ Κληρικοί σας, καί οἱ βραβευμένοι ἀπό σᾶς μέ ὀφφίκια καί τιμητικά συνέδρια καί ἐκδόσεις θεολόγοι καί διανοητές, οἱ ἐπαινέτες τῆς «πεφωτισμένης Πατριαρχίας» σας, ὅλοι αὐτοί εἶναι οἱ πρωτουργοί καί ἔξαρχοι πασῶν τῶν νέων θεολογικῶν πλανῶν καί τῶν θεσμικῶν νεωτερισμῶν, ἀπό τήν μεταπατερική θεολογία καί τήν οἰκολογική καί παγανιστική λατρεία τῆς Γῆς, μέχρι τήν χωρίς μετάνοια ἀποκατάσταση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας. Πλησίον σας βρίσκουν καταφυγή καί δικαίωση ἀπό τήν κατακραυγή τοῦ Ὀρθοδόξου Κλήρου καί τοῦ Ποιμνίου ὅλοι αὐτοί οἱ πνευματικοί λύκοι, καί ἐσεῖς εἶστε ὁ ποιμήν καί Μαικήνας τους· κατά τήν πατερική διατύπωση εἶστε τελείως ὁμόφρων καί ἔνοχος μέ αὐτούς: «Πῶς οὐχί τῆς ἴσης ἐκείνοις δυσσεβείας εἰσίν, οἱ μή κατά τῆς ἐκείνων ψηφισάμενοι δυσσεβείας, μηδέ δικαιώσαντες τούς ἀντιταττομένους τῇ αὐτῶν δυσσεβείᾳ, διωκομένους παρά τοῦθ’ ὑπ’ ἐκείνων;».

4. Ὡς ἄλλος Πάπας ἔχετε καλλιέργήσει ἐπί τρεῖς δεκαετίες τώρα στό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα τήν ἀντίληψη, πώς ὅ,τι θέλει αὐθαιρέτως ὁ ἑκασταχοῦ Ἐπίσκοπος, πολύ περισσότερο ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, συνιστᾷ νόμο τῆς Ἐκκλησίας. Πόσο σᾶς ἐπικρίνουν, ὅπως καί τόν Πάπα, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, τούς ὁποίους διά τοῦτο ὑβρίσατε ! Πόσο ταιριάζει σέ σᾶς ἡ μομφή τοῦ Ἁγίου Παλαμᾶ πρός τόν καταδικασμένο αἱρετικό προκάτοχό σας, Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα «μόνος αὐτός ὑπῆρχεν ἡ Σύνοδος, ἐπεί καί μόνον ἑαυτόν πολλάκις καί τήν Ἐκκλησίαν εἶναί φησι καί ὅ,τι ἄν αὐτῷ δόξῃ καί ὅ,τι ἄν αὐτός εἴπῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ, φησί δοκεῖν καί τήν Ἐκκλησίαν ἀποφαίνεσθαι πᾶσαν».

5. Μέ αὐτά πού κάνετε καί διδάσκετε, ἀσεβεῖτε πρός τούς ἀποστολικούς Κανόνες, πρός ἐκείνους τῶν ἱερῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, τά ὁποῖα ἀπαγορεύουν αὐστηρῶς τίς συμπροσευχές, τίς φιλίες καί τά συλλείτουργα μέ τούς αἱρετικούς, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία πιστεύει«μή τέλειον εἶναι ὀρθόδοξον, ἀλλ’ ἐξ ἡμισείας, τόν τοῖς θείοις Κανόσι μή ἀπευθυνόμενον». Δείχνετε ἔτσι, ὅτι δέν πιστεύετε σέ Θεό, σέ ἀθανασία ψυχῆς, σέ ἀόρατο κόσμο, σέ Παράδεισο καί Κόλαση, σέ Μέλλουσα Κρίση καί ἀνταπόδοση. Μήπως λοιπόν, Παναγιώτατε, οἱ πυκνές συναντήσεις σας μέ παράγοντες καί δωρητές ἀπό μασονικά καί ἄλλα συναφῆ τάγματα μαρτυροῦν γιά σᾶς καί κάποια ἀνομολόγητη καί ὑψηλή ἰδιότητα καί θέση, ἀσυμβίβαστη καί ἐχθρική πρός τήν Ὀρθόδοξο Πίστη ;

6. Δυστυχῶς, ὅπως καλῶς γνωρίζουν ὅσοι ἔλαβαν πεῖρα, μέ διακριτικές ὁδηγίες δικές σας καί τῶν συνεργατῶν σας καί ὄχι μέ τίς θεμιτές ἐκκλησιαστικές διαδικασίες, ἐκεῖνοι πού ἀντιστέκονται στίς μεθοδεύσεις σας πρός ἐπέλαση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπομονώνονται ἐκκλησιαστικά μέσα στό ἴδιο τό περιβάλλον τους καί ἐξαναγκάζονται εἴτε σέ ἀποχώρηση εἴτε σέ σιωπή. Ἐκεῖ πού εἶναι δυνατόν, χρησιμοποιεῖτε καί τήν πολιτική παρέμβαση, ὅπως ἔχει γίνει καί στό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐφαρμόζεται σέ σᾶς, αὐτό πού ὁ Μ. Ἀθανάσιος θεωρεῖ ἐπικριτικῶς χαρακτηριστικό τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανοφρόνων: «Οὐ γάρ ξίφεσιν ἤ βέλεσιν οὐδέ διά στρατιωτῶν ἡ ἀλήθεια καταγγέλλεται, ἀλλά πειθοῖ καί συμβουλίᾳ. Ποία οὖν πειθώ, ἔνθα βασιλέως φόβος; Ἤ ποία συμβουλία, ἐν ᾗ ὁ ἀντιλέγων τό τέλος ἐξορισμόν ἔχει καί θάνατον;».

Πολλές φορές, βεβαίως, προσποιεῖσθε, Παναγιώτατε, τήν Ὀρθοδοξία, σέ δηλώσεις σας ἀντίθετες πρός τίς πράξεις σας καί πρός τό κυρίως φρόνημά σας. Ἀλλά κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον τόν Παλαμᾶν, ἀκόμη καί ἄν μόνον ἀμφιταλεντευόσασταν περί τήν Ὀρθοδοξία, θά ἤσασταν ἀνάξιος τῆς Ἱερωσύνης:«Παρά τῶν ἱερῶν Κανόνων ὁρίζεται τόν μέν πολλάκις συγκαταθέμενον εὐσεβεῖν καί πολλάκις αὖ ἠρνημένον, “ἀβέβαιον εἶναι περί τό σέβας”· εἰ δέ πάλιν τῆς αὐτῆς κακοφροσύνης ἀνερυθριάστως ἔχοιτο, παρά τίνων ἱερῶν Κανόνων τῆς ἱερωσύνης ἐπειλῆφθαι δικαιωθήσεται;».

Ἔχετε ὁδηγήσει τήν ψυχή κάθε Ὀρθοδόξου Ἕλληνος νά ἀντιμετωπίσει τό δίλημμα: «Νά ταχθῶ μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἤ μέ τοῦ αἱρεσιαρχοῦντος Πατριάρχου τοῦ Γένους;». Ἔτσι ἀκριβῶς γράφει καί ὁ Ἅγιος Κύριλλος τῆς Ἀλεξανδρείας στόν αἱρετικό Προκαθήμενο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί προκάτοχό σας, τόν Νεστόριο, πρίν ἀπό 1600 χρόνια: «Τί πάθωμεν ἡμεῖς, οἱ παρά τῆς σῆς εὐλαβείας ἀπαιτούμενοι τό ὑπεραγαπᾶν σε τοῦ πάντων ἡμῶν Σωτῆρος Χριστοῦ; Τίς ἡμᾶς ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ὀνῆσαι δυνήσεται ἤ ποίαν εὑρήσομεν ἀπολογίαν, σιωπήν οὕτω τιμήσαντες τήν μακράν, ἐπί ταῖς παρά σοῦ γενομέναις κατ’ Αὐτοῦ δυσφημίαις;». Καί βέβαια, Παναγιώτατε, ἡ βλάβη πού προξενήσατε στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἐπανάσταση κατά τοῦ Ἰδίου τοῦ Σωτῆρος.

Στά 28 χρόνια τῆς Πατριαρχίας σας δέν ἔχετε ἀναπαύσει οὔτε μία φορά τίς καρδιές τῶν ἀληθινῶν Ὀρθοδόξων· μόνον τούς κοσμικά φρονοῦντες ἀναπαύετε, χάρη στήν εὔκλεια καί τίς τιμητικές διακρίσεις πού σᾶς ἔχουν ἀπονείμει οἱ ἄρχοντες τοῦ «ἐν τῷ πονηρῷ κειμένου κόσμου» (Α΄ Ἰω. 5, 19), ὄχι πρός δόξαν τῆς σωστικῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά γιά νά ἐπαινέσουν τήν ἀπό σᾶς παντοιότροπο καθαίρεσή της.

Παναγιώτατε,

Μετανοῆστε ἀπό τήν εὐρεῖα καί ψυχώλεθρο ὁδό ἐπί τῆς ὁποίας σταθερῶς προχωρεῖτε, ἡ ὁποία βλάπτει τό ἀκραιφνές ὀρθόδοξο φρόνημα καί τήν διορθόδοξη ἑνότητα ἑκατομμυρίων βαπτισμένων ψυχῶν, περί τῶν ὁποίων θά δώσετε φοβερό, «οἰκουμενικό», λόγο ἐπί τοῦ ἀδεκάστου κριτηρίου. Φοβηθεῖτε, ὅτι ἡ ἄκτιστη καί ἀτελεύτητη κόλαση εἶναι γεμάτη ἀπό ἀμετανοήτους Ἀρχιερεῖς καί Πατριάρχες, ὅπως καλῶς γνωρίζει ἡ ἐκκλησιαστική Ἱστορία περί τῶν καταδικασμένων αἱρεσιαρχῶν Πατριαρχῶν καί τῆς ὑψηλῆς συνοδίας τους, μέ πρῶτο τόν πεπτωκότα Ἀπόστολο καί προδότη Ἰούδα τόν Ἰσκαριώτη· διότι ἡ θεία δίκη πρῶτα ξεκινᾶ ἀπό ἐμᾶς τούς ἐκκλησιαστικούς: «Καιρός τοῦ ἄρξασθαι τό κρίμα ἀπό τοῦ Οἴκου τοῦ Θεοῦ»(Α΄ Πετρ. 4, 17). «Περιπατεῖτε», λοιπόν Παναγιώτατε, «ἕως τό Φῶς ἔχετε, ἵνα μή σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ, ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι» (Ἰω. 12, 35. 9, 4)

Μοναχός Γ. Γαβριήλ
Ἱ. Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Ὁσίου Χριστοδούλου τῆς Πάτμου

Ὁ Κων/λεως ἐπιδοκιμάζει τὴν Οὐνίαν καὶ ὁμιλεῖ περὶ «κοινῆς πίστεως»!



Ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖ­ος κατὰ τὴν πρόσφατον ἐπίσκεψίν του εἰς τὴν Ἰταλίαν μετέβη τὴν 18ην Σεπτεμβρίου εἰς τὸ Λοῦγκρον, ὅπου ἐγένετο δεκτὸς μετὰ τιμῶν ἀπὸ τοὺς Οὐνίτας. Κατὰ τὴν ὑποδοχὴν αὐτοῦ μεταξὺ ἄλλων ἀνεφώνησε καὶ τὰ ἑξῆς: 
«(Ἤρθαμε)… νὰ προσκυνήσωμεν τὰ ἱερὰ σεβάσματα τῆς κοινῆς ἡμῶν Πίστεως καὶ πνευματικῆς κληρονομίας καὶ νὰ μετάσχωμεν τῆς χαρᾶς τῆς τοπικῆς Ἐπισκοπῆς διὰ τὴν ἑκατοστὴν ἐπέτειον ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της… Αἰσθανόμεθα ὅτι μαζί σας μᾶς ὑποδέχονται οἱ Ἅγιοι τῆς περιοχῆς, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεριστής… 
Μέσα ἀπὸ μιὰ ποικιλία ὀνομάτων ποὺ ὑπενθυμίζουν τὴν ἀπώτερη Ἑλληνικὴ ἢ Ἀρβανίτικη καταγωγὴ καὶ τὸν σύνδεσμο μὲ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ μὲ τὸ λειτουργικὸ Τυπικὸ καὶ τὶς Παραδόσεις της, οἱ Χριστιανοὶ τῆς περιοχῆς προσπαθεῖτε νὰ αὐτοπροσδιορισθῆτε καὶ νὰ νιώσετε τὴν ὑπερηφάνειαν ποὺ δικαιοῦσθε γι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶσθε!». 
Ὑπάρχει «κοινὴ Πίστις» μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ Οὐνιτῶν; Μετέχει εἰς τὴν χαρὰν τῆς ἱδρύσεως Οὐνιτικῆς Ἐπισκοπῆς; Ὁμιλεῖ διὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Θεριστήν, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης ἐξεδίωξεν, ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοὺς Ὀρθοδόξους; Τοὺς παροτρύνει νὰ αἰσθάνωνται ὑπερηφάνεια, ἐπειδὴ εἶναι Οὐνῖται; 
Δυστυχῶς, ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος δὲν ἐσταμάτησε εἰς αὐτά. Μετέχων εἰς «ἑσπερινὸν» συμπροσευχόμενος μὲ παπικοὺς εἰς τὸν καθεδρικὸν ναὸν εἰς τὸ Λοῦγκρον προσέθεσεν ἀκόμη ἕτερα ἀντορθόδοξα: 
«…Τιμᾶται ὁ Ἅγιος Δονάτος ἰδιαιτέρως ὡς προστάτης τῆς Θεσπρωτίας καὶ τῆς πόλεως τῆς Παραμυθιᾶς. Ἑπομένως, εἶναι ἰδιαιτέρως οἰκεῖος, ὄχι μόνον εἰς τὸν φέροντα τὸ ὄνομά του Ἐπίσκοπον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐνταῦθα Χριστιανούς, πολλοὶ τῶν ὁποίων κατάγονται ἐκ προγόνων ἐξ Ἠπείρου καὶ Ἀλβανίας… 
Ἡ Καλαβρία, αὐτὴ ἡ “terra d’ occidente volta verso l’ oriente”, ὅπως προσφυῶς ἀπεκλήθη, ὑπῆρχεν ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων Ὀρθόδοξος καὶ εὐδοκιμοῦσα εἰς τὴν εὐσέβειαν, μὲ θαυμαστῶς ἀκμάζοντα φιλοκαλικὸν καὶ νηπτικὸν Μοναχισμόν, εὑρίσκετο δὲ ἐκκλησιαστικῶς ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ Η΄ αἰῶνος ὑπὸ τὸν Θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἀνεγνώριζεν ὡς Μητέρα Ἐκκλησίαν. Οἱ σχέσεις συγγενείας, ὡς γνωστόν, δὲν ἀλλάζουν, παρὰ τὰς κατὰ καιροὺς στροφὰς τῆς Ἱστορίας. Ἡ μητέρα αἰσθάνεται πάντοτε μητέρα, ἀγαπᾶ τὰ παιδιά της, τὰ σκέπτεται καθημερινῶς, προσεύχεται διακαῶς ὑπὲρ αὐτῶν, ὅσον μακρυὰ καὶ ἂν εὑρίσκωνται. Ἅπαξ μητέρα, πάντοτε μητέρα! Οὕτω πως αἰσθάνεται καὶ δι’ ὑμᾶς ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Μήτηρ Ἐκκλησία, ἔστω καὶ ἂν δὲν εὑρίσκεσθε πλέον ὑπὸ τὴν ἄμεσον κανονικὴν προστασίαν της. Καὶ χαίρεται μητρικῶς, διότι βλέπει ὅτι κρατεῖτε τὴν γλῶσσαν της, τὸ τυπικόν της, τὴν ὑμνολογίαν καὶ ὅλον τὸν λειτουργικόν της πλοῦτον, τὴν περιβολὴν καὶ τὰ ἄμφια τῆς ἱερωσύνης της. Τοῦτο δὲν τὸ παραδέχεται ὡς ἐξωτερικὸν μόνον στοιχεῖον, κάτι τὸ ὁποῖον θὰ ἐνεῖχεν ἴσως καὶ κάποιαν δόσιν ὑποκρίσεως, ἀλλὰ ὡς δεῖγμα ἐσωτερικῆς καὶ βαθυτέρας δίψης καὶ νοσταλγίας. Δίψης, νοσταλγίας, ἀλλὰ καὶ ἀγάπης! Ἀγάπης «κραταιᾶς ὡς θάνατος», ἀφοῦ διὰ νὰ τὰ κρατήσετε ὅλα αὐτὰ ὡς θεμελιώδη στοιχεῖα τῆς ἰδιοπροσωπίας σας καὶ τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ σας, κάποτε, εἰς δυσκόλους ἐποχάς, «ἐσχήκατε ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀπόκριμα τοῦ θανάτου» (Β΄ Κόρ. 1,9) καὶ θαυμασίους Ὁμολογητὰς ἀνεδείξατε, οἷοι οἱ Ὅσιοι Λουκᾶς καὶ Βαρθολομαῖος, τῶν ὁποίων καὶ τὰς ἁγίας εὐχὰς ἐπικαλούμεθα… 
Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι αὐτὰς τὰς Ἐνορίας καὶ Μονὰς τῶν Ὀρθοδόξων ἤδη τὰς ἀγαπᾶτε καὶ δὲν τὰς θεωρεῖτε ὡς ἀνταγωνιστρίας, ποὺ βεβαίως δὲν εἶναι τοιαῦται, ἀλλ’ ὡς ἀδελφικὰς παρουσίας καὶ μαρτυρίας τῆς μητρικῆς ἀγάπης τῆς Κωνσταντινουπόλεως… 
Προσευχόμεθα ἐμεῖς, νὰ προσεύχεσθε καὶ σεῖς, νὰ λειάνη ὁ Θεὸς τὴν ὁδὸν καὶ νὰ ἀνατείλη ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη καὶ ἐπιφανής, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ πέριξ τῆς ἁγίας Τραπέζης. Μέχρι τότε, κρατεῖτε, παρακαλοῦμεν, τὰς ἀνατολικὰς παραδόσεις σας…». 
Τί νὰ πρωτοεπισημάνη κανείς. Ἀναγνωρίζει τὸν παπικὸν κ. Δονάτον ὡς Ἐπίσκοπον! Χαίρεται ποὺ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Ἀλβανίαν ἔπεσαν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Παπισμοῦ! Ἐνδιαφέρεται μόνον νὰ προβάλη ὅτι κάποτε ἡ περιοχὴ ἦτο δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως! Ἡ δικαιοδοσία εἶναι τὸ μεῖζον, ἐνῶ ἡ πίστις τὸ ἔλασσον! «Ἅπαξ μητέρα, πάντοτε μητέρα», δηλαδὴ ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι «μητέρα» τῆς Οὐνίας; Ἀναγνωρίζει τὴν Οὐνίαν ὡς ἀποδεκτὸν τέκνον τοῦ Πατριαρχείου; Βεβαίως, ἀφοῦ ἐν συνεχείᾳ ἐπιχαίρει, διότι κρατοῦν «τὴν γλῶσσαν της, τὸ τυπικόν της, τὴν ὑμνολογίαν καὶ ὅλον τὸν λειτουργικόν της πλοῦτον, τὴν περιβολὴν καὶ τὰ ἄμφια τῆς ἱερωσύνης της»! Ὅλα ἐκεῖνα δηλαδὴ μὲ τὰ ὁποῖα ἐξηπάτησαν ἐπὶ αἰῶνας Ὀρθοδόξους, διὰ νὰ τοὺς προσελκύσουν εἰς τὸν παπισμόν. Αὐτὰ εἶναι τὰ σημαντικὰ διὰ τοὺς Φαναριώτας, τὰ ἄμφια καὶ ὁ πλοῦτος… Πρὸ ἔτους εἶχεν ἐκμανεῖ ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καὶ ὡμίλει (ἐσφαλμένως βεβαίως) περὶ «ἀντιποιήσεως ἀρχῆς», ὅταν ἐθίγησαν τὰ ὑποτιθέμενα προνόμιά του! Τώρα ἡ Οὐνία δὲν εἶναι δι’ αὐτὸν ἀντιποίησις, ἀλλὰ ἀξία ἐπαίνων! 
Ἀναφέρεται ἐπίσης εἰς κάποιας ἐλαχίστους Ὀρθοδόξους ἐνορίας καὶ Μονάς, διὰ τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχη ἀνταγωνισμός… Δὲν εἶναι ἔργον τῶν Ὀρθοδόξων ἡ ἱεραποστολή; Ὄχι, διὰ τὸν κ. Βαρθολομαῖον αὐταὶ αἱ ἐνορίαι δὲν εἶναι «παρουσία καὶ μαρτυρία» τῆς πίστεως, ἀλλὰ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως! 
Παρελείψαμεν ἕνα τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον δηλώνει ὅτι ὄντως ὑπάρχουν διαφοραὶ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐκφράζει τὴν εὐχὴν τοῦ «Κοινοῦ Ποτηρίου». Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν Ὀρθόδοξος Πατριάρχης νὰ προτρέπη νὰ παραμείνουν εἰς τὴν Οὐνίαν; Καὶ ὅσοι ἐν τῷ μεταξὺ ἀπέλθουν εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν ὡς Οὐνῖται; 
Ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ μετάδοσις τῆς Θ. Κοινωνίας εἰς τὸν Οὐνίτην Ποροσένκο δὲν ἦτο σφάλμα ἀλλὰ συνειδητὴ πρᾶξις.

orthodoxostypos.gr

Απέναντι στη «γοητεία» της οικουμενιστικής πλάνης



Αυτές οι λίγες γραμμές ξεκίνησαν να γράφονται με αφορμή το κείμενο μιας συνέντευξης γνωστού για τις οικουμενιστικές θέσεις του θεολόγου, που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου. Στη συνέντευξη αυτή ο εν λόγω καθηγητής, πέρα από τις γνωστές αγαπολογικές απόψεις (για την τεκμηρίωση της «ανάγκης» συνέχισης και ολοκλήρωσης των «εκκλησιαστικών διαλόγων»), υπεραμυνόταν και της «αναγκαιότητας» εκμοντερνισμού της λειτουργικής ζωής (κυρίως με τις μεταφράσεις λειτουργικών κειμένων). Είχε βεβαίως προηγηθεί και όλος εκείνος ο πόλεμος οργής, λάσπης και χλεύης εναντίον της Ιεράς Συνόδου για το θέμα των εκτρώσεων, αλλά και εναντίον του μητροπολίτη Μόρφου (που έκανε το… εγκληματικό λάθος να επισημάνει μέσα σε ομιλίες του πράγματα που ήδη έχουν πει σπουδαίοι άγιοι της Εκκλησίας μας πάνω σε θέματα φιληδονίας, σαρκολατρείας και ομοφυλοφιλίας). Βλέποντας όλα αυτά, προσπάθησα να μπω στη θέση του μέσου σημερινού συμπατριώτη μας (και μάλιστα όχι κατ’ ανάγκην του πλέον κακοπροαίρετου), που η επαφή του με την πίστη των προγόνων του είναι σε γενικές γραμμές από ελλειμματική έως επιδερμική και που έχει υποστεί όλη τη γνωστή πλέον εδώ και 3-4 δεκαετίες ψυχοδιανοητική επεξεργασία σταδιακής εξοικείωσης με τη νεοταξική ατζέντα των (πνευματικών και πολιτικών) αφεντικών του πλανήτη. Δεν ξέρω πόσο το κατόρθωσα.

Τη θλίψη πάντως από το πόσο πολύ έχει μεταλλάξει τη σκέψη μας όλη αυτή η (ας μου επιτραπεί ο όρος) «γοητεία της πλάνης», όλη αυτή η νεωτερική προσέγγιση με στόχο τον «εκσυγχρονισμό» της εκκλησιαστικής μας Παράδοσης και των Ιερών Κανόνων, που πλέον αντιμετωπίζονται ουσιαστικά ως ξεπερασμένοι, όλη αυτή η νέα αναθεωρητική «μεταπατερική» ψευδοθεολογία, που δήθεν προσαρμόζει και εναρμονίζει την Εκκλησία μας με τις ανάγκες και τα προβλήματα της σημερινής εποχής, αυτή τη βαθιά θλίψη πράγματι κατάφερα να τη νιώσω.

Ναι, είναι ξεκάθαρο ότι μέγα μέρος του λαού της πάλαι ποτέ αγιοτόκου πατρίδας μας τελεί όντως υπό την καταλυτική επήρεια όλης αυτής της πλάνης. Έχοντας διαποτιστεί από τα νεοταξικά προτάγματα της «αγάπης», του «σεβασμού στη διαφορετικότητα», των «ανοιχτών συνόρων», της προσέγγισης λαών, πολιτισμών και θρησκειών, οι περισσότεροι βρίσκουν όχι μόνο φυσιολογικούς αλλά και απαραίτητους τους «διαλόγους» και τα αγαπολογικά ανοίγματα προς ετεροδόξους ή και αλλοθρήσκους. Πόσοι και πόσοι άλλωστε βαφτισμένοι Ορθόδοξοι συμπατριώτες μας, δεν έχουν πλέον την πεποίθηση ότι λίγες και ασήμαντες είναι οι διαφορές μας με τον Παπισμό και με τις αιρέσεις της Δύσης, αλλά και ότι ακόμη και σε σχέση με το Ισλάμ και τις άλλες θρησκείες, όλοι κατά βάθος «στον ίδιο Θεό πιστεύουμε»; Πόσοι επίσης δεν είναι υπέρ του εκμοντερνισμού της Εκκλησίας (και αναφέρομαι σε ανθρώπους που μπορεί και να εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή); Πόσοι δεν τα βρίσκουν φυσιολογικά και δεδομένα όλα αυτά, πόσοι δεν θεωρούν τις μεταπατερικές πλάνες προοδευτικές και φρέσκιες απόψεις (αφού…«ο κόσμος εξελίσσεται και οφείλει και η Εκκλησία να ακολουθήσει»), ενώ τις ορθόδοξες θέσεις πολύ συχνά τις επικρίνουν ως σκοταδιστικές, μουχλιασμένες και ξεπερασμένες; Πόσοι δεν έχουν πραγματικά γοητευθεί από την πλάνη της άνευ ορίων «αγάπης» από τη μια και της ανάγκης από την άλλη για πρόοδο και νεωτερισμό;

Και ο νεωτερισμός φυσικά τα περιλαμβάνει όλα, ξεκινώντας από τα τύποις πιο αθώα (αλλαγές στην ένδυση των κληρικών, νόθευση εκκλησιαστικής μουσικής, μεταφράσεις κάποιων – όχι φυσικά όλων εξαρχής – κειμένων στη λατρεία) και φτάνοντας μιθριδατικά μέχρι τα μείζονα, όπως ο νεο-νικολαϊτισμός και η αποδοχή της σαρκολατρείας ακόμη και στις πλέον διαστροφικές της μορφές («άλλωστε ο Χριστός δεν μιλησε για την κρεβατοκάμαρά μας»), η υποτίμηση της νηστείας και της άσκησης, η σταδιακή άμβλυνση έναντι της ομοφυλοφιλίας («αφού εξάλλου όλοι παιδιά του Θεού είμαστε»), η καύση των νεκρών, το «δόγμα» ότι ο Θεός ως αγάπη δεν υποβάλλει σε δοκιμασίες τον άνθρωπο (ούτε καν παιδαγωγικά) και τόσα ακόμη. Κεντρική θέση μέσα σε όλα αυτά κατέχουν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η άκριτη αγαπολογία, η «αναγκαιότητα» εκσυγχρονισμού και εναρμόνισης της Εκκλησίας με τους νέους καιρούς (και με στόχο την καλύτερη προσέγγιση με τον κόσμο), ο «σεβασμός του Άλλου» και η δήθεν ανάγκη εξάλειψης των θρησκευτικών φανατισμών.

Υπό το άλλοθι και το προσωπείο όλων αυτών περάσαμε στον επιλεκτικό εξοβελισμό των Ιερών Κανόνων και της Ιεράς Παράδοσης, στη θεολογία των κλάδων, στην ισοτιμία των θρησκειών, στην άποψη ότι όλες μπορούν να οδηγήσουν στον Θεό (εκπεφρασμένη μάλιστα από στόματα πατριαρχών και επισκόπων) και στην έναρξη επομένως της παρασκευής της παγκόσμιας Πανθρησκείας. Δεν δείχνουν όλα αυτά πράγματι καινούργια, δημοκρατικά και προοδευτικά, έναντι δογμάτων και Κανόνων που γράφτηκαν πριν από πολλούς αιώνες και που φαντάζουν πια αφόρητα συντηρητικοί, σκοταδιστικοί και απολύτως ξεπερασμένοι από το «φιλελεύθερο» πνεύμα της Νέας μας Εποχής; Δεν δείχνουν σαφέστατα πιο ελκυστικά και γοητευτικά εν τέλει;

Όσοι όμως γνωρίζουμε την αλήθεια (και παρά τα υπόλοιπα βαρύτατα πνευματικά χάλια μας), έχουμε καθήκον να αντιδρούμε απέναντι σε όλες αυτές τις κακοδοξίες (και τη «γοητεία» τους). Και να θυμίζουμε στους αδελφούς μας πως ανέκαθεν «ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν» ήταν πλατιά και ευχάριστη, πως πάντοτε η πλάνη φαινόταν νεωτερικά δροσερή και γοητευτική και πως οι μεγαλύτεροι αιρεσιάρχες (από τον Άρειο και εξής) ήταν άνθρωποι μορφωμένοι, γοητευτικοί και «χαρισματικοί». Είναι αλήθεια άλλωστε ότι ο «άρχων της πλάνης» στολίζει και αυτός τους ακολούθους του με κάποια…«χαρίσματα».

Και απέναντι σε όσους τελούν υπό το κράτος αυτής της «γοητείας» και βρίσκουν από τη μια υγιείς και φρέσκιες τις νεοεποχίτικες κακοδοξίες (και κακοπραξίες) και από την άλλη αρρωστημένα, μουχλιασμένα και φανατικά τα απολύτως αυτονόητα και κατά γράμμα συμμορφούμενα σε όλη μας την πατερική θεολογία περί Παπισμού και άλλων αιρέσεων, αλλά και τα πασιφανή ως προς τη δήθεν ανάγκη για «εκκλησιαστικό εκσυγχρονισμό», εμείς ας έχουμε πάντοτε στον νου μας και ας απαντούμε με τη φράση του Κυρίου μας ότι «ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν…» (Ματθ. 5,17-19).

Όσο για τους «μεταπατερικούς» και «εκσυγχρονιστές» κληρικούς και θεολόγους των ζοφερών καιρών μας, αυτή την ολοένα και αυξανόμενη πράγματι ομάδα ανθρώπων, μπορεί να μιλούν για Χριστό και Ορθοδοξία, δεν κατορθώνουν όμως παρά να μας φέρνουν στον νου την προειδοποίηση του Αποστόλου Παύλου «ὅτι εἰσελεύσονται… λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν». Και δυστυχώς, με το κύρος που θεωρητικά τους προσδίδουν τα εκκλησιαστικά τους αξιώματα ή οι πανεπιστημιακές τους έδρες, αλλά και με τη συνήθη τους αγαπολογική (και…νανουριστική) μειλιχιότητα, κατορθώνουν να ξεγελούν και να παρασύρουν πολλούς πιστούς, σε μία εποχή που δυστυχώς ο λαός μας χαρακτηρίζεται από βαθιά άγνοια πάνω στα θέματα των δογμάτων της πίστης μας και που η ανάγκη επανευαγγελισμού του είναι επιτακτική. Και αντί αυτού, εκείνοι γίνονται υπαίτιοι ακόμη μεγαλύτερης ζημιάς, πνευματικού ολέθρου και απώλειας ψυχών.

Απέναντι σε όλη αυτή την κατάσταση, θα επαναλάβω ότι το επιτακτικό μας καθήκον είναι να αντιστεκόμαστε στην εξάπλωση της πλάνης και να παραμένουμε, όσο μπορούμε, απαρασάλευτοι στην πίστη μας. Και πάνω απ’ όλα βέβαια οφείλουμε να παρακαλάμε με πόνο τον Θεό να παρέχει σε όλους (και βεβαίως και σ’ εμάς) φωτισμό, οδούς μεταστροφής και πνεύμα ειλικρινούς μετανοίας. Αυτόν τον απότομο κατήφορο άλλωστε στον οποίο κατρακυλούμε πνευματικά, μόνο Εκείνος μπορεί να τον ανασχέσει…

Του Νεκτάριου Δαπέργολα
Διδάκτορος Ιστορίας

Oὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι. Ο του κανόνος τοις ακοινωνήτοις κοινωνών, και τούτον ακοινώνητον είναι




Οι Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, με οικουμενικό κύρος, που αναφέρονται στην απαγόρευση συμπροσευχής με αιρετικούς και σχισματικούς είναι: 

1. Κανών Ι΄ των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις ακοινωνήτω, καν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω»

2. Κανών ΙΑ΄ των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις καθηρημένω, κληρικός ων, κληρικώ συνεύξηται, καθαιρείσθω και αυτός».

3. Κανών ΜΕ΄ των Αγ. Αποστόλων: «Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος, μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως Κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω»

4. Κανών ΞE΄ των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις Κληρικός, ή Λαϊκός εισέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω»

5. Κανών ΟΑ΄ των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις Χριστιανός έλαιον απενέγκοι εις ιερόν εθνών, ή εις συναγωγήν Ιουδαίων εν ταις εορταίς αυτών, ή λύχνους άπτοι, αφοριζέσθω»

6. Κανών ΣΤ΄ της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Περί του, μη συγχωρείν τοις αιρετικοίς εισιέναι εις τον οίκον του Θεού, επιμένοντας τη αιρέσει»

7. Κανών Θ΄ της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Περί του, μη συγχωρείν εις τα κοιμητήρια, ή εις τα λεγόμενα μαρτύρια πάντων των αιρετικών απιέναι τους της Εκκλησίας, ευχής ή θεραπείας ένεκα, αλλά τους τοιούτους, εάν ώσι πιστοί, ακοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός, μετανοούντας δε, και εξομολογουμένους εσφάλθαι, παραδέχεσθαι»

8. Κανών ΛΒ΄ της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ου δεί αιρετικών ευλογίας λαμβάνειν, αίτινές εισιν αλογίαι μάλλον, ή ευλογίαι»

9. Κανών ΛΓ΄ της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ου δεί αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι«

10. Κανών ΛΔ΄ της εν Λαοδικεία Συνόδου. Ότι ου δεί πάντα χριστιανόν εγκαταλείπειν μάρτυρας Χριστού και απιέναι προς τους ψευδομάρτυρας, τουτέστιν αιρετικών, ή αυτούς προς τους προειρημένους αιρετικούς γενομένους· Ούτοι γαρ αλλότριοι του Θεού τυγχάνουσιν. Έστωσαν ουν ανάθεμα οι απερχόμενοι προς αυτούς.

11. Κανών ΛΖ΄ της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ου δεί παρά των Ιουδαίων ή αιρετικών τα πεμπόμενα εορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αυτοίς»

12. Κανών Θ΄ του Τιμοθέου Αλεξανδρείας: «Ερώτησις. Ει οφείλει Κληρικός εύχεσθαι, παρόντων Αρειανών, ή άλλων αιρετικών; ή ουδέν αυτόν βλάπτει, οπόταν αυτός ποιή την ευχήν, ήγουν την προσφοράν; Απόκρισις. Εν τη θεία αναφορά ο Διάκονος προσφωνεί προ του ασπασμού. «Οι ακοινώνητοι περιπατήσατε.» Ουκ οφείλουσιν ουν παρείναι, ει μη αν επαγγέλλωνται μετανοείν και εκφεύγειν την αίρεσιν» 

13. Κανών Β΄ της εν Αντιοχεία Συνόδου: «Πάντας τους εισιόντας εις την Εκκλησίαν και των ιερών Γραφών ακούοντας, μη κοινωνούντας δε ευχής άμα τω λαώ ή αποστρεφομένους την αγίαν μετάληψιν της ευχαριστίας κατά τινα αταξίαν, τούτους αποβλήτους γίνεσθαι της Εκκλησίας, έως αν εξομολογησάμενοι και δείξαντες καρπούς μετανοίας και παρακαλέσαντες τυχείν δυνηθώσι συγγνώμης, μη εξείναι δε κοινωνείν τοις ακοινωνήτοις, μηδέ κατ” οίκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοις μη τη εκκλησία συνευχομένοις, μηδέ μη συναγομένοις. Ει δε φανείη τις των επισκόπων, ή πρεσβυτέρων, ή διακόνων, ή τις του κανόνος τοις ακοινωνήτοις κοινωνών, και τούτον ακοινώνητον είναι, ως αν συγχέοντα τον κανόνα της Εκκλησίας». 

Αδελφοί διαδώστε το παντού! Έχει σαπίσει το παν! Αρκετά τους έχουμε ανεχθεί!

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΚΑΤΑΝΤΙΑ!
ΠΑΡΑΒΡΕΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ 
ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΗΡΙΚΟΙ!

Πολλοί ήταν οι προβοκάτορες στην βλάσφημη διάσκεψη της Οξφόρδης για την ομοφυλοφιλία.
…Ανθρωποι από τέσσερις Ελληνικές Μητροπόλεις «τίμησαν» με την παρουσία τους τους αιρετικούς και τους ομοφυλόφυλους ακτιβιστές για τα «δικαιώματα» των ΛΟΑΤΚΙ.

Η Ιερά Μητρόπολη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής με τον π. Δημήτριο Μπαθρέλο.
Η Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος και Αλμυρού με τους Δρς Παντελή Καλαϊτζίδη και Νικόλαο Ασπρούλη, διευθυντή και αναπληρωτή διευθυντή αντίστοιχα της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.
Η Αρχιεπισκοπή Αθηνών με τον πρόσφατα χειροτονηθέντα π. Ισίδωρο Κάτσο.
Η Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας με τον (ποιόν άλλον;) π. Βασίλειο Θερμό.

Στην ανακοίνωσή τους οι διοργανωτές ανέφεραν ότι «η συνάντηση ήταν αυστηρώς ανεπίσημη: όλοι οι συμμετέχοντες παρευρέθησαν ως ιδιώτες και η ιεραρχία της Εκκλησίας δεν συμμετείχε με την τυπική της ιδιότητα». Αυτό όμως που γράφουν δεν στέκεται με τίποτα, διότι η ίδια η συνάντηση είχε την αξίωση, άκουσον άκουσον, «να βοηθήσει την Εκκλησία να μάθει πώς να ανταποκριθεί στις ποιμαντικές ανάγκες του 21ου αιώνα». Να μάθει η Εκκλησία από ποιους;… ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ

Διαβάστε όλο το ἄρθρο:


Η κοινωνία με τους Οικουμενιστές εκφράζει έλλειψη «αγάπης–ταύτισης προς τον Θεόν»

«Ο 15ος Κανόνας της Α–Β Συνόδου»

(Ως βιωματική πτυχή του Μοναχισμού)

Στην ασκητική γραμματεία, όπως για παράδειγμα στο Λειμωνάριο, στο Λαυσαϊκό και στο Γεροντικό, διακρίνουμε στην νηπτική συνείδηση των Μοναχών το φρόνημά τους, ότι αποτελούν οργανικά μέλη της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού.
Αυτή η συνείδηση–φρόνημα εκφράζει την ουσία του Ορθοδόξου Μοναχισμού, από τον απλούστερο κοινοβιάτη μοναχό εως τα πιο απόμακρα προκεχωρημένα φυλάκια, όπως είναι οι αναχωρητές – ερημίτες.
«Και αυτός δε ο Κύριος, ότε ήρξατο, πολεμείν μετά του διαβόλου, εν ερήμω ξηροτάτη επολέμησεν αυτόν…», υπογραμμίζει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
Σε πολλές σελίδες της ερήμου είναι λιγότερο ή περισσότερο εμφανές το πνεύμα του 15ου Κανόνα της Α–Β Συνόδου, που οριοθετεί και σχηματοποιεί την πορεία των πιστών σε καιρό αιρέσεως.
Διασώζονται αξιομνημόνευτα γεγονότα–περιστατικά (της ερήμου) εφαρμογής του κανόνα, ως πνεύμα και πρακτική, πριν ακόμη αυτός διατυπωθεί (αργότερα) από την Σύνοδο (Α–Β).

Στα γεγονότα αυτά η προφητική βίωση του πνεύματος του Ι. Κανόνα αναβλύζει ως δύναμη ορθοδόξου λόγου, ως ξεχείλισμα πνευματικής ζωής, ως περίσσευμα Αγίου Πνεύματος, ως σθεναρή ομολογιακή κίνηση, ως έκφραση αγάπης για τον ασθενούντα αιρετικό – άνθρωπο.
Για τους Πατέρες της ερήμου η ορθή πίστη δεν ήτο ενέργημα (απλό) της διανόησης. 
Ήτο ο μεγάλος κοινός παρονομαστής όλων των επιπέδων της ζωής τους, ως έκφραση ολοκληρωτικής εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού, ως έκφραση αγάπης–ταύτισης προς τον Θεόν.
Όπου υπήρξε αντιπαράταξη ανθρώπινου λόγου–αυθεντίας με την Αποκάλυψη του Θεού, οι φωτισμένοι Πατέρες της ερήμου προχώρησαν στην απόρριψη της ανθρώπινης λογικής και πρόσφεραν στο πλήρωμα της Εκκλησίας την ακαινοτόμητη αλήθεια του Χριστού. Πρόσφεραν δηλ. ως διδαχή και κήρυγμα αυτό που ζούσαν στην ένωσή τους με τον Χριστό.
Αυτή η διδαχή της ερήμου ενσωματώθηκε και στο πνεύμα του 15ου Κανόνα, ως μία συνεχής πρόσκληση και πρόκληση στην αλήθεια της εκκλησιαστικής ζωής, που αναιρεί τον θάνατο της αιρέσεως.

Διαβάζουμε στο Γεροντικό, στο βίο του Αββά Αγάθωνος:
Έλεγαν για τον Αββά Αγάθωνα, ότι πήγαν μερικοί σ’ αυτόν, έχοντας ακουστά ότι ήταν στολισμένος με μεγάλη διάκριση. Και θέλοντας να τον δοκιμάσουν αν οργίζεται, του λέγουν:
- Συ είσαι ο Αγάθων; Ακούσαμε για σένα ότι είσαι ακόλαστος και περήφανος.
- Ναι έτσι είναι, απάντησε ο Αββάς Αγάθων.
Ξαναρωτούν:
- Συ είσαι ο Αγάθων, ο φλύαρος και φιλοκατήγορος;
- Ναι εγώ είμαι, απάντησε ο γέροντας.
Τον ξαναρωτούν:
- Συ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;
- Δεν είμαι αιρετικός.
Τον παρακάλεσαν λέγοντες:
- Πες μας, γιατί τόσα σου είπαμε και τα παραδέχθηκες και το τελευταίο δεν το άντεξες;
Τους λέγει ο γέροντας:
- Τα πρώτα τα παίρνω επάνω μου. Γιατί χρέος είναι για την ψυχή μου. «Το δε αιρετικός χωρισμός εστίν από του Θεού, και ου θέλω χωρισθήναι από του Θεού. Οι δε ακούσαντες, εθαύμασαν την διάκρισιν αυτού και απήλθον οικοδομηθέντες».

Θεμέλιο, αρχή και τέλος, και το νόημα του 15ου Κανόνα, είναι να δαμάσει τις αιρετικές ροπές, που οδηγούν στον πνευματικό θάνατο, όπως τόνισε ο Αββάς Αγάθων.

Το βάθος της εκκλησιολογικής αφετηρίας του Ι. Κανόνα, το δείχνει ολοφάνερα και η διδασκαλία του Αββά Θεοδώρου της Φέρμης (Γεροντικό). Διαβάζουμε:
- Είπε πάλι: Αν έχης φιλία με κάποιον και του συμβή να πέση σε πειρασμό σαρκικό, αν μπορείς άπλωσέ του το χέρι και τράβηξέ τον πάνω. Αν όμως πέση σε αίρεση και δεν τον πείσης να την αποβάλη, γρήγορα κόψε κάθε δεσμό μαζί του. 
Γιατί, αργοπορώντας, είναι κίνδυνος να βυθισθής μαζί του στον βόθρο.

Καμμία «δυνητική» ουδετερότητα δεν επικαλείται ο γέροντας, καμμία «πρόφαση αγάπης» δεν εφαρμόζει, πιστός στην Αγιογραφική εντολή (Τιτ. 3,10) περί διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας με την (όποια) αίρεση.

Οι Θεοφόροι Πατέρες της ερήμου στάθηκαν όρθιοι έναντι των αιρέσεων, παρόλη την αριθμητική υπεροχή και την πολιτειακή στήριξη του αντιπάλου.
Σήμερα, ο ομολογιακός χάρτης άλλαξε. Έντονα επάνω του τα σημάδια αρνήσεως της Ορθοδοξίας. Ο Μοναχισμός δεν ανταποκρίνεται στο σημερινό αίτημα ομολογίας έναντι της παναιρέσεως του οικουμενισμού.
Οι «Δυνητικές» συνέπειες αντανακλώνται στη συνειδησιακή υποβάθμιση του πληρώματος της Εκκλησίας, στην απώλεια της αγωνιστικής ταυτότητας του πιστού.
Η ανέλιξη των «Δυνητικών» βημάτων σημαίνει κατάργηση της εφαρμογής του 15ου Κανόνα.
Η ανάπτυξη του «Δυνητικού άξονα» σημαίνει άρνηση της πρακτικής των Πατέρων και μορφοποίηση της (κακόδοξης) «Δυνητικής θεωρίας» του π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου και των συνεχιστών του, π. Θεοδώρου Ζήση και π. Νικολάου Μανώλη.
Βαραίνει, όμως, η ομολογιακή απουσία του Αγίου Όρους
Είναι αλήθεια ότι η βάση (πλήρωμα) δεν μορφοποιείται χωρίς κορυφή (ηγεσία) και η κορυφή δεν σταθεροποιείται χωρίς βάση.

Παραπέμπω σε ένα μικρό κείμενο του Γεροντικού, του Αββά Χομαί, το οποίο ελέγχει τις σημερινές Εκκλησιαστικές και Μοναχικές ηγεσίες. Εκφράζει το βάθος της Μοναχικής πολιτείας και το εύρος της.
«Έλεγον περί του αββά Χομαί ότι μέλλων τελευτάν είπε τοις υιοίς αυτού. Μη οικήσετε μετά αιρετικών μηδέ σχήτε γνώσιν μετά αρχόντων μηδέ έστωσαν αι χείρες υμών ηπλωμέναι εις το συνάγειν, αλλ’ έστωσαν μάλλον ηπλωμέναι εις το διδόναι».
Μετάφραση:
«Έλεγαν για τον Αββά Χομαί ότι, μέλλοντας να τελευτήση, είπε στα τέκνα του (πλήρωμα, πνευματικά παιδιά). Μη κατοικήσετε μαζί με αιρετικούς (όχι εκκλησιαστική κοινωνία) μήτε να συνάψετε σχέσεις με άρχοντες (επιδοτήσεις, δάνεια, συναλλαγές) μήτε να είναι τα χέρια σας απλωμένα στο να συνάζετε (ακτημοσύνη) αλλά μάλλον απλωμένα στο να δίνετε».

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ