.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η παναίρεση του Οικουμενισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η παναίρεση του Οικουμενισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Νέος δεινός σκανδαλισμός από τον πατριάρχη Βαρθολομαίο: Τέλεση Αγιασμού σε ναό των Αγγλικανων

ΙΔΟΥ ΟΙ "ΑΞΙΟΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ" ΤΟΥ ΠΑΓΚΑΚΙΣΤΟΥ.


ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΝΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΟΥΝ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΝ.



Νέος δεινός σκανδαλισμός από τον πατριάρχη Βαρθολομαίο: Τέλεση Αγιασμού σε ναό των Αγγλικανών.

Στον αγγλικανικό πανεπιστημιακό ναό της Παναγίας στην Οξφόρδη (University Church of St Mary the Virgin) μετέβει ο πατριάρχης Κων/πόλεως Βαρθολομαίος την 17η Σεπτεμβρίου 2026 [1].
Μέσα στον κατάμεστο από Αγγλικανούς ναό εκφώνησε ομιλία με τίτλο «Η θρησκευτική ελευθερία σε αμφισβητούμενα οικοσυστήματα. Δίκαιο, Θρησκεία και Εξωτερική Πολιτική σε μια Νέα Διεθνή Τάξη» (φωτογραφία 1, φωτογραφία 2).
Λίγο αργότερα ο Κων/πόλεως Βαρθολομαίος τέλεσε μικρό Αγιασμό μέσα στο ναό των αιρετικών καταπατώντας πλήθος Ιερών Κανόνων (φωτογραφία 1, φωτογραφία 2, φωτογραφία 3, φωτογραφία 4, φωτογραφία 5).
Το επίσημο Δελτίου Τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναφέρει σχετικά [2]:

“Αμέσως μετά, ο Παναγιώτατος τέλεσε τον μικρό Αγιασμό με την ευκαιρία της ενάρξεως του νέου Ακαδημαϊκού έτους”.

Λίγες ημέρες νωρίτερα ο πανεπιστημιακός ναός των Αγγλικανών είχε προαναγγείλει με σχετική ανακοίνωση στο διαδίκτυο ότι ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Βαρθολομαίος θα εκφωνήσει ομιλία στο πλαίσιο μίας “λειτουργικής τελετής” (as part of a liturgical service) [3].

Στον ναό των αιρετικών παρέστη η πατριαρχική συνοδεία την οποία αποτελούσαν οι Μητροπολίτες Πριγκηποννήσων Δημήτριος, Σηλυβρίας Μάξιμος και Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων Ιωακείμ, καθώς και ο Μέγας Εκκλησιάρχης Αέτιος και ο Διάκονος Ευλόγιος Τσάτσας, κωδικογράφος της Αγίας και Ιεράς Συνόδου (φωτογραφία).

Μαζί τους παρέστη και ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας Νικήτας (φωτογραφία).
Εκκλησιαστικό όργανο, χορωδία, πλήθος Αγγλικανών και η ακολουθία του Αγιασμού από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο (Βίντεο)

Η τελετή του μικρού Αγιασμού μεταδόθηκε σε ζωντανή σύνδεση από το διαδικτυακό κανάλι του πανεπιστημιακού αγγλικανικού ναού. Στο σχετικό βίντεο [4] παρατηρούμε ανάμεσα στα υπόλοιπα:

[10:40] Είσοδος των Αγγλικανών στον ναό υπό την μορφή πομπής. Ήχοι από εκκλησιαστικό όργανο και χορωδία.

[12:02] Στο τέλος της πομπής ακολουθεί ένας Μονοφυσίτης. Η πομπή ολοκληρώνεται με τον Πατριάρχη Κων/πόλεως Βαρθολομαίο Αρχοντώνη μετά της συνοδείας του.

[16:45] Αγγλικανός “ιερέας” και το ποίμνιο των Αγγλικανών εκφωνούν την Κυριακή Προσευχή.

[22:08] Χορωδία των Αγγλικανών ψάλλει ύμνους.

[24:39] Έναρξη ομιλίας του Κων/πόλεως Βαρθολομαίου.

[01:12:46] Έναρξη της ακολουθίας του Αγιασμού στον ναό των Αγγλικανών από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

[01:22:00] Ανάγνωση Ευαγγελίου από τον πατριάρχη Βαρθολομαίο.

[01:29:21] Ραντισμός από τον πατριάρχη Κων/πόλεως Βαρθολομαίο κατά τη διάρκεια της τελετής του Αγιασμού.

Πώς νομιμοποιείται βάσει των Ιερών Κανόνων ένας ορθόδοξος Ιεράρχης να τελεί την ακολουθία του Αγιασμού σε αιρετικό ναό, συμπροσευχόμενος μάλιστα με πλήθος αιρετικών;

Ανεξαρτήτως βαθμού Ιερωσύνης, οι ενέργειες αυτές απαγορεύονται ρητώς από τους Ιερούς Κανόνες, αποτελούν σοβαρότατη εκτροπή και τιμωρούνται με ποινή καθαιρέσεως.

Η κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας είναι πάγια, σαφής και κατηγορηματική: «ου δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι».

Ενδεικτικά σημειώνονται μερικοί μόνο από τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας με οικουμενικό κύρος, οι οποίοι αναφέρονται στην απαγόρευση συμπροσευχής με αιρετικούς:

Κανών ΜΕ’ των Αγ. Αποστόλων: «Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος, μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως Κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω».

Κανών ΞΔ’ των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις Κληρικός, ή Λαϊκός εισέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω».

Κανών ΛΓ’ της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ου δεί αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι».

Ο φωτισμένος λόγος του αγωνιστή και ομολογητή μακαριστού πατρός Νικολάου Μανώλη στο κείμενό του με τίτλο «Αδηφάγο τέρας ο Οικουμενισμός» από το βιβλίο του Βίωμα Ορθοδοξίας καθίσταται πιο επίκαιρος από ποτέ:

«Ὡς ἀδηφάγο τέρας ὁ Οἰκουμενισμὸς ἑτοιμάζει τὸ διάβα στὸ θηρίο της Ἀποκαλύψης… Στρατολογημένοι «ὀρθόδοξοι» πατριάρχες, ἐπίσκοποι καὶ θεολόγοι τῆς Νέας Ἐποχῆς, καταθέτουν τὶς σπουδές, τὶς ἐπιτυχίες, τὶς γνώσεις, τὶς κοσμικὲς συναναστροφές, στὸ σκοπὸ τῆς προδοσίας τῆς Πίστης. Στὴ βιασύνη τους νὰ ἐπιτύχουν τὴν περιβόητη ἑνότητα διαλύουν τὸν ἱστὸ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, σχίζουν τὸν ἄρραφο χιτῶνα τῆς Πίστης, γκρεμίζουν τὴν ἁγιοπατερικὴ θεολογία. Προδίδοντας τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Χριστοῦ, βραβεύονται ἀπὸ τὸν τρισκατάρατο πάπα.

Ὑπάρχει μία νοοτροπία σὲ κύκλους Ὀρθοδόξων νὰ καταδικάζουν ὑποτίθεται μέσα τους βαθιὰ ὅμως, πολύ …βαθιά, τὶς οἰκουμενιστικὲς πρακτικὲς (συμπροσευχές, συμπροσκυνήματα…) πατριαρχῶν καὶ ἄλλων, ἀλλὰ νὰ μὴν ἐκφράζουν ἄποψη γιὰ ὅλα αὐτά…Αυτό ποὺ συμβουλεύουν εἶναι ψευτουπακοὴ ποὺ εἶναι δαιμονικὴ ὀρμήνεια. Οἱ ἅγιοι μᾶς προστάζουν νὰ ἀντιδρούμε και νὰ παίρνουμε θέση δημόσια, ὅταν «γυμνὴ τὴ κεφαλὴ» κηρύσσεται ἡ πλάνη καὶ ἡ αἵρεση. Ἂν μάλιστα αὐτὸ δὲν ἔχει τὴν δύναμη νὰ τὸ κάνει ὁ ἐπίσκοπος, τότε νὰ τὸ κάνει ὁ ἱερέας, ὁ μοναχός, ἀκόμη καὶ ὁ λαϊκός.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὁρίζει ὡς ὑποχρέωση πάντων, σπουδαίων καὶ ταπεινῶν, διδασκόντων καὶ διδασκομένων, τὴν ἀντίδραση κατὰ τῶν αἰρετιζόντων. «Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾶν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης Πϊστεως […] Ὥστε, ὅτε περὶ Πίστεως ὁ λόγος οὐκ ἔστιν εἰπεῖν, «Ἐγὼ τὶς εἰμί;» […] Ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ πένης πάσης ἀπολογίας ἐστέρηται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, μὴ τανὺν λαλῶν, ὡς κριθησόμενος διὰ τοῦτο καὶ μόνον».

Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ μεγαλύτερη αἵρεση ὅλων τῶν αἰώνων.Έχουμε ὑποχρέωση νὰ ἀντισταθοῦμε. Μὲ νήψη, μὲ προσευχή, μὲ πίστη στὸν Χριστό, στὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ στοὺς Ἀγίους να πάρουμε μιὰ γενναία ἀπόφαση. Νὰ μείνουμε πιστοὶ στὴν Ὀρθοδοξία πολεμῶντας την παναίρεση. Νὰ μεταλαμπαδεύσουμε τὴν ἀληθινὴ Πίστη στὶς ἑπόμενες γενιές».

Η Αγιοπαράδοτη, Θεοπαράδοτη και Πατροπαράδοτη Αποτείχιση είναι ο Ιεροκανονικός τρόπος αντίδρασης των κληρικών κάθε βαθμίδος και του πιστού λαού (31ος Αποστολικός Κανόνας, 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επί Μεγάλου Φωτίου).

Είναι το τελευταίο ανάχωμα πριν την ολοσχερή επικράτηση του Οικουμενισμού και την ένωση με τους πάσης φύσεως αιρετικούς που επί έναν αιώνα προετοιμάζεται από τα οικουμενιστικά κέντρα και το Φανάρι (των σχισμάτων, των αντικανονικών ενεργειών, των αντοθρόδοξων πραχθέντων και της εκκοσμίκευσης), το οποίο έπαψε πλέον να εκπέμπει το φως της Ορθοδοξίας των Αγίων Πατέρων και οδηγεί στην άβυσσο της απώλειας.


Αναρτήθηκε από ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Ὁ Ἐσταυρωμένος, ὁ Διάβολος καί ὁ Μητροπολίτης


Πορφυρίτης

Ὁ ἅγιος πατήρ Σεραφείμ Ρόυζ, στό βιβλίο του «Ἡ ψυχή μετά τό θάνατο», περιγράφοντας τούς δαιμονικούς πειρασμούς πού δέχθηκε ἡ ἁγία Μαύρα, ἐννέα μέρες σταυρωμένη μαζί μέ τόν σύζυγό της, ἀναφέρει τά λόγια τῆς ἁγίας πρός τό σύζυγό της Τιμόθεο, καθώς καί τόν τρόπο ἀντιμετώπισης αὐτῶν τῶν πειρασμῶν. 

«-Στάσου στερεός, στάσου παλικάρι, Τιμόθεε. Τά μεσάνυχτα βρέθηκα σέ ἔκσταση κι εὐθύς ἀμέσως πρόσεξα νά μέ ζυγώνει ἕνας ἄνθρωπος χαμογελαστός, πού κρατοῦσε στά χέρια ἕνα ποτήρι γιομάτο μέλι καί γάλα. Μοῦ τὄφερε μέχρι τά χείλη, καί μοῦ εἶπε: «Πάρτο κι ἀπόλαυσέ το.» «Ποιός εἶσαι καί ἀπό ποῦ ἔρχεσαι;» τόν ρώτησα. «Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ εἶμαι», μοῦ ἀποκρίθηκε. «Ἄν εἶσαι τέτοιος πού λές, ἔλα νά κλαύσουμε μαζί καί νά προσευχηθοῦμε στόν Ἐσταυρωμένο». «Ξέρεις κάτι;» μοῦ λέει. «Σέ λυπήθηκα νά σέ βλέπω πάνω στό ξύλο, δίχως τροφή. Θά τά καταφέρεις ἄραγε νά συνεχίσεις;». «Ποιός σ’ ἔστειλε νά μοῦ τά πεῖς αὐτά;» τόν σιγορώτησα. «Δέν ξέρεις ὅτι μέ τήν ὑπομονή, τήν ἐγκράτεια καί τήν προσευχή, ἀνεβαίνω τή σκάλα τοῦ ὕψους;» Ὤ, ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς λιώνει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας. Τή στιγμή πού στήν προσευχή μου ἀνέφερα τόν λυτρωτικό σταυρό τοῦ Σωτήρα μας, εἶδα νά στρέφει τό πρόσωπό του πρός τή Δύση. Τότε κατάλαβα. Καί τή στερνή ἀκόμα τούτη ὥρα, ἦλθε σάν ἄγγελος φωτός νά μᾶς ἀναστατώσει. Σέ λίγο ἡ ὀπτασία αὐτή ἐξαφανίσθηκε.

Μετά τήν ἐξαφάνισή του μ’ ἐπισκέφθηκε ἄλλος. Αὐτός μέ πῆρε στά χέρια του, μέ ξεσήκωσε καί μ’ ἔφερε σ’ ἕνα πλατύ ποτάμι. Ἀνάμεσα στίς ὄχθες του κυλοῦσε μέλι καί γάλα! «Σκύψε καί ἀπόλαυσε ὅσο λαχταρᾶς» μοῦ ψιθύρισε. Στή δελεαστική του προσφορά ἀποκρίθηκα: «Δέν πρόκειται νά γευτῶ μήτε νερό, μήτε ἄλλο εὔοσμο δροσιστικό ποτό, ἄν τά χείλη μου δέν ἀκουμπήσουν στό Ποτήρι τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ. Αὐτό τό ποτήρι σκορπᾶ σωτηρία καί ζωή. Ζωή ἀτελεύτητη». Ὁ καινούργιος μου ἐπισκέπτης ἔσκυψε στόν ποταμό, ἅπλωσε τίς παλάμες του καί ἤπιε, καί ξαφνικά ἐξαφανίστηκε, αὐτός μαζί καί τό ποτάμι».[1]

Ὁ Ἐσταυρωμένος «καίει» καί «ζεματάει» τόν διάβολο καί τόν (ἄσαρκο καί ἔνσαρκο) στρατό του. Δέν ἀντέχει νά Τόν βλέπει, καθώς τοῦ θυμίζει τήν συντριπτική του ἧττα· τό πέρας τῆς διορίας του ὡς κοσμοκράτορας· ἡ κόλαση εἶναι κοντά. Εἶναι εὐκόλως ἀντιληπτό ἀδελφοί, γιατί πολεμεῖται μέ τόση λύσσα ὁ Ἐσταυρωμένος μας Χριστός καί γιατί ξεριζώθηκε ἀπό τήν θέση του, ὄπισθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Ἕνας πόλεμος πού φαινομενικά ξεκίνησε ἀπό τή Μητρόπολη Περιστερίου, καί ἔγινε παγκοσμίως γνωστός χάριν τῆς ἀκλόνητης πνευματικῆς ἀντιστάσεως τῶν ἀδελφῶν τῆς ἐν λόγῳ Μητροπόλεως, ἀλλά εἶναι πλέον διαδεδομένος καί ἐξαπλώνεται διαρκῶς σέ ὅλη τήν (κυρίως ἑλληνόφωνη) Ὀρθοδοξία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ἡ τέλεση Πατριαρχικῆς Θείας Λειτουργίας τήν Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026, μέ τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας νά ἀναφέρεται «πρωτίστως στό βαθύ θεολογικό νόημα τῆς Κυριακῆς μετά τήν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί στή θέση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου στή ζωή καί στή μαρτυρία κάθε χριστιανοῦ, ὡς σημείου θυσίας, ἀγάπης, ἐλπίδας καί Ἀναστάσεως»[2], καί ὁ μεγάλος ἀπόντας ἀπό τό Ἅγιο Βῆμα νά εἶναι... (δέν πάει τό μυαλό σας...) ὁ Τίμιος καί ζωοποιός Σταυρός τοῦ Ἐσταυρωμένου (ἐν σαρκί) Κυρίου!

Προσφάτως ἀπό τόν «ὈρθόδοξοΤύπο»[3], γνωστοποιήθηκαν δύο κείμενα, ἕνα τοῦ Μητροπολίτου Περιστερίου καί τό ἄλλο τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς πιστῶν τῆς Μητροπόλεως πρός τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο. Ἐντύπωση μᾶς ἔκανε τό πέρας τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Μητροπολίτου: «Εὐχόμενος νά διέλθουμε τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἐν ὑγείᾳ κατ’ ἄμφω, διατελῶ...»[4]. Ἐν ὄψη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ εὐχή τοῦ Μητροπολίτου ἦταν (σωματική καί ψυχική) ὑγεία! Σέ μία κατ’ ἐξοχήν περίοδο ἔντασης τῆς πνευματικῆς ἀσκήσεως, μή ξεχνᾶμε ὅτι οἱ Μητροπολῖτες εἶναι μοναχοί(!), σέ μιά μοναδική εὐκαιρία ἀλλαγῆς τῆς λανθασμένης πορείας, τοῦ ἀνοίγματος τοῦ σταδίου μετανοίας, πάνω ἀπό ὅλα γιά τόν Μητροπολίτη, εἶναι ἡ ὑγεία;! Εἶναι αὐτοί οἱ ρασοφόροι ἑπόμενοι τῶν ἁγίων Πατέρων; Ἔχουν εὐαγγελικό φρόνημα; Τό ἐλάχιστο πού γίνεται ἀντιληπτό, εἶναι ὅτι ἡ μετάνοια δέν εἶναι ἄμεση προτεραιότητα τοῦ Μητροπολίτου. Ὡς γνωστόν ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, χαρακτηριστικό τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἡ ἀμετανοησία. Εὐχόμαστε ἐκ βάθους καρδίας, ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου νά μήν ἀνήκει σέ αὐτήν τήν κατηγορία (τῶν ἀμετανοήτων), ἐπιστρέφοντας τόν Ἐσταυρωμένο ἐκεῖ πού ἀνήκει, χαροποιῶντας πρωτίστως τό ποίμνιό του πού τόν ἀγαπᾶ, καί δευτερευόντως ὅλη τήν στρατευομένη ἀλλά καί τήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία!

Πορφυρίτης


[1] Πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ, «Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ, Οἱ μεταθανάτιες ἐμπειρίες στό φῶς τῆς Ὀρθόδοξης διδασκαλίας», ἐκδόσεις «ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ» (Ἡ ἔντονη γραφή εἶναι δική μας).

[2] «Κάτω ἀπό τή σκιά τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ Ἀλεξάνδρεια ἑνώνει (ΦΩΤΟ)», https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/78723-kato-apo-ti-skia-tou-timiou-stavroy-i-aleksandreia-enonei-foto
[3] «Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΗ ΑΣΥΣΤΟΛΩΣ!», «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ», ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΥΛΛΟΥ 2603, 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026.

[4] Ὅ.π.


Αναρτήθηκε από ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ

Η λαίλαπα με την Αφαίρεση του Εσταυρωμένου επεκτείνεται. Φωτογραφίες - ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

Πρόσφατα αναδείξαμε: 


Η κατάσταση σήμερα -δυστυχώς- έχει ως εξής: 


Δείτε,

ΑΔΙΑΣΕΙΣΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ :

Ο Αμαθούντος Νικόλαος, στον Ιερό Ναό Αγίου Τύχωνα Λεμεσού
(έχει αφαιρεθεί ο Εσταυρωμένος):


Ο Λεμεσού Αθανάσιος, 
στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Παναγίας Παντανάσσης Λεμεσού 
(έχει αφαιρεθεί ο Εσταυρωμένος):


Ιστορικό: 
Χειροτονία του Μητροπολίτη Λεμεσού στην Παναγία Παντάνασσα Λεμεσού, 
στην όψη του Εσταυρωμένου όπισθεν της Αγίας Τραπέζης.

Και όμως, μετά από λίγα χρόνια 
ακολούθησε η αφαίρεση του Εσταυρωμένου από τον Μητροπολίτη Λεμεσού. 
Δείτε:


Άγιος Πορφύριος Λεμεσού. 
Νέος ναός, χωρίς Εσταυρωμένο, ακολουθώντας τις «μεταπατερικές» επιταγές :


Ιερός Ναός Παναγίας Γλυκιώτισας Λεμεσού. 
Ο Εσταυρωμενος ΕΚΤΟΣ του Ιερού Βήματος
(συχνά καταλήγει σε αποθήκες) :


Από τη Ρουμανία και τις Βρυξέλλες, μέχρι τη Χιλή και την Αφρική, 
ΠΑΝΤΟΥ υπάρχει ο Εσταυρωμένος:


Όσο αφελής και καλοπροαίρετος και αν είναι κάποιος, δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι όλες αυτές οι ταυτόχρονες επιτακτικές «μεταρρυθμίσεις», σε Ελλάδα και Κύπρο (επιβλήθηκαν αρχικά στην Μητρόπολη Περιστερίου, όπου υπήρξαν μεγάλες αντιδράσεις από τους πιστούς)
συμβαίνουν «τυχαία».

Η δίωξη του Εσταυρωμένου από το Ιερό Βήμα, από το πιο ιερό μέρος του Ιερού Ναού, αποτελεί ασέβεια απέναντι στον ίδιο τον Κύριο μας και Θεό μας και καταπατά τον 1ο Νόμο του Θεού - τιμά τον Θεό σου.

Ο Εσταυρωμένος Χριστός είναι το σύμβολο της Πίστεως μας, της θυσίας του Θεανθρώπου για να μας σώσει.
Οι ασεβείς, αντί του ευχαριστώ και «Κύριε ελέησον με», Τον αφαιρούν από το κέντρο της λατρείας μας, για να προβάλουν ένα Ευαγγέλιο, όχι Σταυρικό όπως το παραλάβαμε, προωθώντας μια αόριστη έννοια «ενότητας» και «αγάπης». Χωρίς αλήθεια.

Στη νέα "Θεία Λειτουργία" που επιδιώκουν να καθιερώσουν, οι πιστοί πρέπει να κοιτάνε τον Δεσπότη τους, ο οποίος θα στρογγυλοκάθεται στον κεντρικό θρόνο στο Ιερό στραμμένος στη Δύση. 
Ακριβώς όπως είναι στραμμένοι σήμερα οι Παπικοί στους ναούς τους. 
Αλλά σε αυτά τα σχέδια τους, ο Εσταυρωμένος στο Ιερό στέκεται εμπόδιο, τους «κόβει τη θέα»
και ψάχνουν απεγνωσμένα προφάσεις.
Και για να μην κρυβόμαστε, πίσω από όλα αυτά είναι ο Οικουμενισμός:


Αγιασμός το 2026 σε Ιατρικό Κέντρο στην Λεμεσό στην παρουσία Ραβίνου.

Εδώ και χρόνια, που αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε πόσα βρώμικα διαδραματίζονται μέσα στην Εκκλησία μας, και γι αυτό άλλαξε ο προσανατολισμός του ιστολογίου μας, 
διαπιστώσαμε ότι ΤΙΠΟΤΕ δεν γίνεται τυχαία. 
Προχωράνε μεθοδικά, συντονισμένα, με «κάλυψη» από τις Θεολογικές Σχολές οι οποίες έχουν πλήρως αλωθεί, βολιδοσκοπώντας κάθε στιγμή τις αντιδράσεις.
Γυναίκες διακόνισσες, ψάλτριες κλπ. Ώστε να αποδεχθούμε τις προτεστάντισσες παπαδίνες και επισκοπίνες. Γι αυτό γεμίσαμε συναυλίες και μουσικά όργανα στις εκκλησιές μας με κάθε ευκαιρία, και προσπαθούν να επαναφέρουν την Θεία Λειτουργία του Αγ. Ιακώβου του Αδελφοθέου η οποία καταργήθηκε από την εκκλησιαστική μας Παράδοση. Και τόσα άλλα ...
Αδέρφια, 
Στώμεν Καλώς.

Ομάδα Εκπαιδευτικών «Ο Παιδαγωγός»

Ολοταχώς προς Ουνία;



Νικολάου Μάννη στην Romfea.gr
Εκπαιδευτικού

«Παρ’ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἠδυνήθησαν ποτέ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὑπερασπιστής τῆς Θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός «Εγκύκλιος Επιστολή των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής (1848)

Η στιγμή που πολλοί από εμάς προβλέπαμε πλησιάζει.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος στη δύση της ζωής του αποφάσισε να κάνει το μεγάλο του βήμα προς τη Δύση· ένα βήμα στα χνάρια της πορείας του ινδάλματός του (του Αθηναγόρα) και σχεδιασμένο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, κατά την οποία σπούδαζε στα έδρανα του «Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών Ρώμης».

Το εν λόγω «Ινστιτούτο», το οποίο, όπως το ίδιο αποκαλύπτει, αναλαμβάνει «την εκπαίδευση και την προετοιμασία μιας νέας γενιάς ηγετών» αφού «οι απόφοιτοι υπηρετούν ως επίσκοποι τόσο στην Ορθόδοξη όσο και στην Καθολική Εκκλησία» [1] ιδρύθηκε το 1917 και έχει εξαιρετική ομοιότητα με το περίφημο «Collegium Graecum» που είχε ιδρύσει ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ το 1577 ως προς τα εξής: α) και τα δύο είχαν ως σκοπό την εκπαίδευση «σχισματικών» που θα επιστρέφουν στις χώρες τους ως κήρυκες της Ουνίας [2] και β) αμφότερα συνδέονται οργανικά με το διαβόητο τάγμα των Ιησουιτών, οι οποίοι τα διοικούσαν (το Ινστιτούτο μέχρι και σήμερα, το Κολλέγιο μέχρι το 1897 που περιήλθε στη διοίκηση των Βενεδικτίνων).

Δεν προκαλεί λοιπόν καμία εντύπωση η κατάληξη της πορείας του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, ο οποίος προσφάτως (4 Σεπτεμβρίου 2026) ανέπτυξε δημοσίως τις θέσεις του και το σχέδιό του για το βήμα προς την Ουνία, στην ομιλία του στο 27ο Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας για το Δίκαιο των Ανατολικών Εκκλησιών στο Κέντρο Ορθόδοξου Χριστιανικού Διαλόγου «ΦΑΝΑΡΙΟΝ» στη Βουδαπέστη [3].

Οι θέσεις του είναι οι εξής:

1. Αποδέχεται ότι η Εκκλησία της Ρώμης έχει το Πρωτείο, το οποίο ο ίδιος κατανοεί ως «ένα πρωτείο αγαπητικής διακονίας, το οποίο ασκείται εντός και ποτέ υπεράνω της κοινωνίας των αδελφών Εκκλησιών» [4].

2. Γράφοντας ότι «ο θεσμός της Πενταρχίας —των πέντε μεγάλων αρχαίων Εδρών της Ρώμης, της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και των Ιεροσολύμων— αποτελούσε, κατά την πρώτη χριστιανική χιλιετία, το ίδιο το πλαίσιο εντός του οποίου η ενότητα της καθολικής Εκκλησίας έβρισκε την πιο ορατή εκκλησιαστική της έκφραση» [5], ουσιαστικά δέχεται δύο πράγματα: ότι μόνο η Πενταρχία είναι το πλαίσιο στο οποίο η Εκκλησία έχει περισσότερη ορατή έκφραση και πως η Πενταρχία καταλύθηκε με την έκπτωση της Ρώμης το 1054.

3. Θεωρεί ότι τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων «στέκονται ως ακλόνητοι πυλώνες και αρραγή θεμέλια της Αποστολικής Παράδοσης και, μαζί με την Εκκλησία της Πρεσβυτέρας Ρώμης, αποτελούσαν κατά την πρώτη χιλιετία την πεντάχορδη λύρα της παγκόσμιας Εκκλησίας, συμμετέχοντας ενεργά στις Επτά Άγιες Οικουμενικές Συνόδους και «ορθοτομώντας τον λόγον της αληθείας»» [6].

Και συνεχίζοντας, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος εκθέτει το σχέδιό του, στο οποίο αποκαλύπτει ότι έστειλε επιστολή στους Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων για να συναντηθούν στις 30 Νοεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να εξετάσουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το χριστεπώνυμο ποίμνιο, εκφράζοντας την ελπίδα για «την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας με την Εκκλησία της Ρώμης μέσα στο ένα Σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ώστε η Πενταρχία να γίνει και πάλι ολόκληρη και η «πεντάχορδη λύρα» της παγκόσμιας Εκκλησίας να αντηχήσει ξανά στην πληρότητα της αρχαίας της αρμονίας» [7]!

Εξετάζοντας τις παραπάνω θέσεις ας μου επιτραπεί η κατάθεση ορισμένων παρατηρήσεων:

1. Σχετικά με το Πρωτείο, το θέμα δεν είναι πως το κατανοεί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αλλά αφενός μεν πως το εκλαμβάνει ο ίδιος ο Πάπας Λέων ΙΔ΄, αφετέρου δε πως το βλέπουν οι Άγιοι Πατέρες με τους οποίους οφείλουμε να είμαστε σύμφωνοι, εάν θέλουμε να λεγόμαστε Ορθόδοξοι.

Και ο μεν πρώτος εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται το Πρωτείο ως εξουσία υπεράνω όλων των Εκκλησιών άνευ Συνοδικότητας (όπως απέδειξε και τον περασμένο Ιούλιο με τον αφορισμό της γνωστής «Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι΄» (SSPX), στον οποίο προέβη ως μονοκράτορας και χωρίς τη σύγκληση Συνόδου), οι δε Πατέρες σύσσωμοι ουδέποτε αποδέχθηκαν οποιοδήποτε Πρωτείο εξουσίας (έστω και μασκαρεμένο ως «διακονίας») για κανέναν Πάπα ή Πατριάρχη, αλλά θεωρούσαν ως Κεφαλή της (ορατής τε και αοράτου) Εκκλησίας τον Ιησού Χριστό, ανώτατο δε διοικητικό όργανο την Οικουμενική Σύνοδο [8].

2. Σχετικά με τον θεσμό της Πενταρχίας, αυτός ως προϊόν της εξέλιξης της Εκκλησίας είναι δυνατόν, όπως εμφανίστηκε, έτσι και να εξαφανιστεί ή ακόμα και να τροποποιηθεί (αλλάζοντας ακόμη και ο αριθμός της) εξαιτίας αλλαγών στην εκκλησιαστική ζωή Είναι απαράδεκτη η θεώρηση ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι λιγότερο ορατή χωρίς την Πενταρχία.

Αντιθέτως η ορατή έκφραση της Εκκλησίας δεν αυξομειώνεται, αλλά παραμένει ακέραιη, ορατή και πλήρης σε όσους διατηρούν την Ορθόδοξη Πίστη. Μήπως αυτό δεν συνέβη κατά τους τρεις πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, που δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί η Πενταρχία;

Μήπως αυτό δεν συνέβη και μετά την απόσχιση τεράστιων επαρχιών της (όπως στη Βόρεια Αφρική με τους Δονατιστές, ή στην Αίγυπτο και την Ασία με τους Αντιχαλκηδόνιους); Γιατί λοιπόν η έκπτωση της Ρώμης το 1054 και η κατάλυση της Πενταρχίας να σημαίνει μείωση της ορατής εκφράσεως της Εκκλησία;

Πόσο μάλλον όταν αυτή η κατάλυση της Πενταρχίας μετά το 1054 υπήρξε προσωρινή αφού υπήρξε αποκατάστασή της, πράγμα το οποίο ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αποσιωπεί!

Διότι είναι γνωστό, σε όλους τους ασχολούμενους με την Εκκλησιαστική Ιστορία ή το Εκκλησιαστικό Δίκαιο ότι η εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθόδοξος Σύνοδος του 1593 (με τη συμμετοχή των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίου Β΄ του Τρανού, Αλεξανδρείας Αγίου Μελετίου Πηγά – που εκπροσωπούσε και τον Αντιοχείας Ιωακείμ – και Ιεροσολύμων Σωφρονίου), αφενός μεν, με τον Η΄ Κανόνα της [9], ο οποίος ήταν ανανέωση του Α΄ Κανόνα της εν Αντιοχεία Συνόδου, απέκοψε επισήμως από το Σώμα της Εκκλησίας την, μόλις προ ολίγων ετών (1582) παραβάτρια του εν λόγω Κανόνος, Εκκλησία της Ρώμης, αφετέρου δε απεκατέστησε την Πενταρχία δίνοντας την πέμπτη θέση στην Εκκλησία της Ρωσίας αφού αποφάσισε «τὸν θρόνον τῆς εὐσεβεστάτης καὶ Ὀρθοδόξου πόλεως Μοσκόβου εἶναί τε καὶ λέγεσθαι Πατριαρχεῖον, διὰ τὸ βασιλείας ἀξιωθῆναι παρὰ Θεοῦ τὴν χώραν ταύτην, πᾶσάν τε Ρωσσίαν καὶ τὰ Ὑπερβόρεια μέρη ὑποτάττεσθαι τῷ Πατριαρχικῷ Θρόνῳ Μοσκόβου καὶ πάσης Ρωσσίας καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν, ἔχειν τὸν τόπον αὐτοῦ μετὰ τὸν παναγιώτατον Ἱεροσολύμων ἔν τε τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις καὶ ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς συνελεύσεσιν, ἵνα τοὺς προρρηθέντας τῶν ἁγίων Πατέρων κανόνας, ἀπαρασαλεύτους τηρήσωμεν, ὑπερέχειν τε ἐπισκόπων, μητροπολιτῶν, ἀρχιεπισκόπων, ἐν ὅλῃ τῇ καθολικῇ τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ, τῆς δὲ παροικίας ἐκείνης Μοσκόβου καὶ πάσης Ρωσσίας καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν κεφαλὴν εἶναι καὶ ἐπιγινώσκεσθαι… ἀδελφόν τε εἶναι καὶ λέγεσθαι τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν μετὰ ταύτης τῆς ἐπωνυμίας, ὁμοταγῆ καὶ σύνθρονον, ἴσον τε τῇ τάξει καὶ τῇ ἀξίᾳ ἐπιγράφεσθαί τε καὶ ὑπογράφεσθαι κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Πατριάρχης Μοσκόβου καὶ πάσης Ρωσσίας καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν» [10].

Μάλιστα το Πατριαρχείο Μόσχας είναι το μόνο νεώτερο Πατριαρχείο που έχει έγκριση Πανορθοδόξου Συνόδου σε αντίθεση με όλα τα άλλα νέα, και καταχρηστικώς λεγόμενα, Πατριαρχεία (Σερβίας, Βουλγαρίας κλπ).

Είναι μάλιστα θεμελιώδους σημασίας το γεγονός ότι η απόφαση του 1593 δεν έτυχε αναθεώρησης σε καμία μεταγενέστερη Σύνοδο.

Το να περιφρονεί λοιπόν την ήδη (από το 1593) αποκαταστημένη συνοδικώς Πενταρχία, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, και να προσπαθεί να ρυθμίσει το θέμα αυτό μόνος του (έστω και με τη σύμπραξη κάποιων Προκαθημένων), θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τον προηγούμενο Πατριάρχη που έπραξε ανάλογα.

Και, για όσους δεν γνωρίζουν, αναφέρομαι στον Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Ε΄ τον Καράκαλλο, ο οποίος περιφρονώντας την Πανορθόδοξο Σύνοδο του 1484, αλλά και την πλειοψηφία των ανά την Οικουμένη Αρχιερέων [11], επέβαλε μόνος του (με την, εκβιαστικώ τω τρόπω, έγκριση δύο ακόμη Προκαθημένων) τον Αναβαπτισμό των Λατίνων και των Αρμενίων.

Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Αφενός μεν ο «Όρος» του να απορριφθεί από την πλειοψηφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφετέρου να κατηγορηθεί από τους συνεπισκόπους του ως παπίσκος, όπως αποκαλύπτουν τα στηλιτευτικά κείμενα της εποχής (σε μορφή τροπαριών), εκ των οποίων σταχυολογώ ενδεικτικά ελάχιστα μεν, διαφωτιστικότατα δε: «Οὐκ ἔδει σε Κύριλλε τὸν παπισμὸν σφετερίσασθαι, καὶ μοναδικῶς ἀποφασίζειν. Εἰ βουλητόν σοι ἦν δείλαιε τὸ περὶ τῆς ὑποδοχῆς Ἀρμενίων καὶ Λατίνων ἀνακινῆσαι ζήτημα, ἐχρῆν τὴν σύνοδον ἐρωτῆσαι, καὶ ταύτῃ πεισθῆναι ὡς ὑποκειμένῳ. Οὐ γὰρ οἶδεν ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία κεφαλὴν τὸν πατριάρχην, ἀλλὰ τὸν νυμφίον αὐτῆς σωτῆρα Χριστόν, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν. …Ὅροι καὶ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας διὰ συνόδων ἱερῶν ἐθεσπίσθησαν παράνομε πατριάρχα, καὶ οὐδέποτε δόγματα, ἢ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα μοναδικῶς ἀπεφάνθησαν· ὡμολόγηται γὰρ διὰ συνόδων λαλεῖν τὸ πανάγιον πνεῦμα. Εἰπὲ οὖν ἡμῖν πόθεν παρέλαβες τὸ ἐνδόσιμον ἀποβαλεῖν σύνοδον, καὶ ἰδικῶς ἀποφασίζειν; Ἀλλ’ ἡμεῖς τὴν παπικήν σου φρενοβλαβίαν ἀπορρίψαντες, τῇ συνόδῳ πεπείσμεθα, δι’ ἧς ὁ Κύριος λαλεῖ ἅτε αὐτῆς ἐν μέσῳ, ὁ ἔχων τὸ μέγα ἔλεος. …Κύριλλος Ἐκκλησίας τοὺς ὅρους, ἠθέτησε σύνοδον θείων πατέρων ἀπώσας, καὶ ἀρχηγὸς παπολατρίας φανείς· καθελὼν γὰρ τῆς Ἐκκλησίας προνόμια, τὸ κράτος ἥρπασεν αὐτῆς, ὅθεν αἰώνιον ποινὴν ἐκ ταύτης ἔλαβε» [12].

3. Ούτε τα Πατριαρχεία υπήρξαν πάντοτε «πυλώνες και αρραγή θεμέλια της Αποστολικής παράδοσης», ούτε η Εκκλησία της Ρώμης συμμετείχε ενεργά στις Επτά Οικουμενικές Συνόδους.

Τα μεν πρώτα αρκετές φορές, και για ικανά χρονικά διαστήματα, εξέπεσαν σε αιρέσεις (Αρειανισμό, Μονοθελητισμό, Εικονομαχία κ.ά.) και εδίωξαν την Ορθοδοξία, η δε Ρώμη κάθε άλλο παρά ενεργά συμμετείχε αφού: α) ο Επίσκοπός της δεν παρέστη αυτοπροσώπως σε καμία Οικουμενική Σύνοδο, β) στην Β΄ Οικουμενική δεν υπήρξε ούτε καν εκπροσώπησή της, γ) στην Ε΄ Οικουμενική ο τότε Πάπας Βιγίλιος, που βρισκότανε στην Κωνσταντινούπολη, αρνήθηκε να παραστεί και μόνο μετά από καιρό πιεζόμενος αποδέχθηκε τις αποφάσεις της, και δ) απέρριψε την εν Τρούλλω Πενθέκτη Σύνοδο.

Αν η Ρώμη επιθυμεί να επιστρέψει στην Εκκλησία του Χριστού (το οποίο εύχεται ολόψυχα κάθε Ορθόδοξος) τότε οφείλει, πρώτα από όλα, να επαναφέρει ως Κεφαλή της τον Ιησού Χριστό αντί του Πάπα και να δεχθεί να υποταχθεί στο ανώτατο εκκλησιαστικό όργανο, που είναι η Οικουμενική Σύνοδος.

Μια τέτοια Σύνοδος όμως ίσως θα πρέπει να δεχθεί την πρεσβυτέρα Ρώμη ως έκτη τη τάξει, όχι μόνο για να κάνει τον κανόνα της για την αιματοβαμμένη χιλιετή εωσφορική αποστασία της, αλλά και διότι μόνο τότε ο Προκαθήμενός της θα καταφέρει να αποδείξει ότι ο τίτλος που χρησιμοποιεί για τον εαυτό του («Servus servorum Dei»!) δεν είναι υποκριτικός, ταπεινολογικός και χωρίς ουσιαστικό νόημα… Ένα τέτοιο ευαγγελικό Πρωτείο ταπείνωσης [13], θα ήταν το μόνο αρμόζον στην περίπτωση αυτή.

Ειδάλλως αν οι «τέσσερις αρχαίοι πατριαρχικοί θρόνοι» επιμείνουν να ακολουθήσουν την αμετανόητη Ρώμη στην πτώση της με μια ενδεχόμενη Ουνία, ο φύλακας λαός θα παραμείνει στην Ορθοδοξία προσδοκώντας σε μία Πανορθόδοξη Σύνοδο υπό την εναπομείνασα αρχή της Πενταρχίας, την Εκκλησία της Ρωσίας.

Βεβαίως δεν γνωρίζουμε τα σχέδια του Θεού, ο Οποίος μπορεί να διακόψει μια τέτοιου είδους προδοσία με κάποιον αιφνίδιο θάνατο, αλλά εμείς ευχόμαστε την μετάνοια όσων υψηλόβαθμων επιθυμούν να βυθίσουν στο χάος την Εκκλησία, ελπίζοντας στην επαλήθευση των λόγων του Αγίου Πορφυρίου: «Μπορεί όμως, με το σχέδιο τού Θεού, να έρθει, να έρθει ώστε οι άνθρωποι να αποκτήσουν μία επίγνωση, να ιδούνε το χάος ολόφωτο, ολοζώντανο μπροστά τους, να πούνε: Έεε! Πέφτουμε στο χάος, χανόμαστε. Όλοι πίσω, όλοι πίσω, γυρίστε πίσω, πλανηθήκαμε. Και να έρθουνε πάλι στο δρόμο του Θεού και να λάμψει η Ορθόδοξος πίστις» [14].

Και για όσους, τέλος, έχουν αμφιβολίες για το μήπως ο ενωτικός δρόμος που προτείνει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι τελικά ο ορθός, ας ανοίξουν τα συναξάρια και τα μηναία της Εκκλησίας μας· εκεί δεν θα συναντήσουν ούτε έναν «ενωτικό» Άγιο για δείγμα, αλλά αντιθέτως πληθώρα ανθενωτικών, σαν τον Μέγα Φώτιο, τον Μάρκο Ευγενικό, τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Κύριλλο Λούκαρι, τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως και τη λοιπή χορεία των Πατέρων, τους οποίους έχουμε ελπίδες να συναντήσουμε στη Βασιλεία των Ουρανών μόνο αν είμαστε ομόφρονες με αυτούς. Αμήν, γένοιτο!

__________________


[2] Η πολωνολατινική λέξη Unia σημαίνει Ένωση, και οι Ουνίτες είναι οι ιδεολογικοί απόγονοι των Ενωτικών του Βυζαντίου.



[5] «The institution of the Pentarchy — the five great ancient Sees of Rome, Constantinople, Alexandria, Antioch, and Jerusalem — constituted, during the first Christian millennium, the very framework within which the unity of the universal Church found its most visible ecclesial expression» (στο ίδιο).

[6] «Stand as unshaken pillars and unbroken foundations of the Apostolic Tradition, and which, together with the Church of Elder Rome, constituted in the first millennium the five-stringed lyre of the universal Church, actively participating in the Seven Holy Ecumenical Councils and “rightly dividing the word of truth».» (στο ίδιο).

[7] «Τhe restoration of full communion with the Church of Rome within the one Body of the One, Holy, Catholic, and Apostolic Church, so that the Pentarchy may once again be whole, and the “five-stringed lyre” of the universal Church may again resound in the fullness of its ancient harmony» (στο ίδιο).

[8] Θεωρώ περιττό να παραθέσω ενταύθα τις πολυάριθμες μαρτυρίες των Πατέρων περί του Πρωτείου του Πάπα Ρώμης, από την στιγμή που υπάρχουν, προσβάσιμα στο διαδίκτυο, σχεδόν τα άπαντα των Αγίων, στα οποία μπορούν να ανατρέξουν οι αναγνώστες.

[9] «Ἀσάλευτον διαμεῖναι βουλόμεθα τὸ τοῖς Πατράσι διορισθὲν περὶ τοῦ ἁγίου καὶ σωτηρίου πάσχα, ἔχον οὕτως. ἅπαντας τοὺς τολμῶντας παραλύειν τοὺς ὅρους τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικής μεγάλης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς εὐσεβείας τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου περὶ τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους πάσχα, ἀκοινωνήτους καὶ ἀποβλήτους εἶναι τῆς ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρὸς τὰ καλῶς δεδογματισμένα. Καὶ ταῦτα εἰρήσθω περὶ τῶν λαϊκῶν. εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς ἐκκλησίας ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, μετὰ τὸν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπὶ διαστροφῇ τῶν λαῶν, καὶ ταραχῇ τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν, καὶ μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τὸ πάσχα, τοῦτον ἡ ἁγία Σύνοδος, ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς ἐκκλησίας. οἷς δὴ στοιχεῖν τῷ τῶν Πατέρων κανόνι μέχρι καὶ σήμερον Θεοῦ χάριτι, ὃν, καθὸ δὴ καὶ τὰ λοιπὰ ἡ Θεοῦ ἐκκλησία διαφυλάττει» (Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Αγάπης, Ιάσιο, 1698, σελ. 547).

[10] Στο ίδιο, σελ. 545.

[11] Mansi 38, 585-586.

[12] Ευαγγέλου Σκουβαρά, Στηλιτευτικά κείμενα του ΙΗ΄ αιώνος [Κατά των Αναβαπτιστών], Αθήνα, 1967, σελ. 194-195, 204).

[13] «Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος» (Μαρκ. θ΄ 35).




Αναρτήθηκε από ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμού (Το κολλυβάδικον ζήτημα)


Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΣΚΗΤΗΣ

Το έτος 1754 η Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, αποφάσισε να κτίσει μεγαλύτερο Κυριακό. Χρειάσθηκαν πολλά χρήματα. Οι Χριστιανοί έστειλαν από παντού βοήθεια εις μνημόσυνον γονέων και συγγενών. Τα μνημόσυνα όμως που έπρεπε να γίνουν στη σκήτη, και που εντάσσονταν σε αγρυπνίες, κούραζαν τους μοναχούς και δεν μπορούσαν να δουλέψουν την επομένη. Για το λόγο αυτόν, ύστερα από συμβουλή του κοινού τους πνευματικού παπά – Φιλοθέου του Πελοποννησίου, άρχισαν να κάνουν τα μνημόσυνα τις Κυριακές που, λόγω της αργίας, δεν επρόκειτο έτσι και αλλιώς να δουλέψουν.

Η καινοτομία μαθεύτηκε στο υπόλοιπο Όρος και προκάλεσε αντιδράσεις. Οι Αγιαννανίτες όπου πήγαιναν γίνονταν αντικείμενο ελέγχων γιατί μνημόσυνο νεκρών την Κυριακή ήταν κάτι το πρωτάκουστο και αντέβαινε στο αναστάσιμο της Κυριακής. Τότε μερικοί από τους μοναχούς της Σκήτης εξομολογήθηκαν στον πνευματικό ότι έχουν πρόβλημα συνειδήσεως. Ο πνευματικός τους επέτρεψε να αποχωρούν από τον ναό μόλις άρχιζε το μνημόσυνο. Η αποχώρηση όμως αυτή αναστάτωσε όσους έμεναν, εφ’ όσον ήταν έμπρακτος έλεγχος. Έτσι άρχισε στο Άγιο Όρος η περίφημη «περί μνημοσύνων έρις» που έμεινε στην Ιστορία.

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ

Στην Αγία Άννα εκείνο τον καιρό έμενε ο πρώην Πατριάρχης Κων/λεως Κύριλλος. Όταν άκουσε για την αποχώρηση ορισμένων από τα μνημόσυνα της Κυριακής είπε: «Εγώ όταν ήμουν στον θρόνο, συνεχώς έδινα άδεια και έψαλλαν την Κυριακή μνημόσυνα νεκρών» Τα λόγια αυτά του πρώην Πατριάρχου ενίσχυσαν τους καινοτόμους που, με το επιχείρημα ότι η Κωνσταντινούπολις κάνει μνημόσυνα τις Κυριακές, εξασκούσαν ηθική βία στους διστάζοντας. Το πείσμα των καινοτόμων δεν άργησε να μεταβληθεί σε μίσος, και το μίσος σε διωγμό αυτών που δε δέχθηκαν τελικά να υποκείψουν.

Η Σκήτη της Αγίας Άννης υπάγεται στη Μεγίστη Λαύρα. Κατήγγειλαν λοιπόν στη Λαύρα οι καινοτόμοι τους διαφωνούντες σαν ταραχοποιούς. Οι Λαυριώτες, χωρίς να καλέσουν τους κατηγορουμένους σε απολογία, έβγαλαν αμέσως αφορισμό εναντίον τους και διέταξαν τους Αγιαννανίτες να μη τους δέχονται ούτε στην εκκλησία, ούτε στα κελλιά, ούτε στο μύλο. Ο μύλος ήταν μοναδικός στην περιοχή και η απαγόρευση να τον χρησιμοποιήσουν ήταν καίριο πλήγμα για τη διατροφή τους. Οι υπερασπιστές της Παραδόσεως έδωσαν τόπο στην οργή και έφυγαν από την Αγία Άννα, αφήνοντας τα κελλιά τους, μερικοί σε προχωρημένη ηλικία, «μάλλον ελόμενοι κακουχείσθαι διά την εκκλησιαστικήν αλήθειαν ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν». Αλλά, όπου και αν βρήκε καταφύγιο ο καθένας, οι Αγιαννανίτες δεν τους άφηναν ήσυχους. Κοινοποιούσαν τον Λαυρεωτικό αφορισμό σε όλες τις Σκήτες και τις Μονές επισυνάπτοντας και ονομαστικό κατάλογο, όλων αυτών που είχαν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους προς την Παράδοση, έστω και αν δεν υπήρξαν ποτέ κάτοικοι της Αγίας Άννας. Και απαιτούσαν να εκδιωχθούν αμέσως! Στο διωγμό αυτόν πρωτοστάτησαν δύο Επίσκοποι που συνέπεσε να βρίσκονται τον καιρό εκείνο στο Όρος: ο προαναφερθείς πρώην Κων/λεως Κύριλλος (που είχε και την ιδέα για τον μύλο), και ο Μητροπολίτης πρώην Χαλεπίου Γεννάδιος. Οι ορθόδοξοι διώχνονταν σαν αφορισμένοι και αιρετικοί. Τους ονόμασαν χλευαστικά «Κολλυβάδες» και διέδωσαν εμπιστευτικά ότι ήσαν δήθεν μασόνοι. Ο τελευταίος αυτός χαρακτηρισμός έκανε μεγάλη εντύπωση στους απλούστερους μοναχούς, που ήσαν και η πλειονότης, και οι οποίοι μόλις τον άκουσαν, χωρίς να ερευνούν περισσότερο, αποστρέφονταν τους συκοφαντούμενους με όλη τους την ψυχή. Ακόμη και ο λαϊκός καραβοκύρης, που έκανε την συγκοινωνία, δεν δεχόταν Κολλυβά στο πλοίο του!

«ΘΕΛΕΙΣ ΜΗΛΟΝ ΕΠΑΡΕ, ΘΕΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΝ ΛΑΒΕ»

Μπροστά στην κατάσταση αυτήν οι παραδοσιακοί μοναχοί αποφάσισαν να καταφύγουν για τη δικαίωση και προστασία τους στο Πατριαρχείο. Για το σκοπό αυτό μαζεύτηκαν στο κελλί του παπα – Παρθενίου του Ζωγράφου του Σκούρτου. Εκεί έγραψαν ομολογία πίστεως που την υπέγραψαν όλοι οι παρόντες, και αργότερα και πολλοί άλλοι, και την έστειλαν στο Πατριαρχείο μαζί με αναφορά για τα γεγονότα. Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν τότε ο Θεοδόσιος Β΄ ο Κρής, μεγάλη δε επιρροή στη Σύνοδο είχε ο Νικομηδείας Μελέτιος και ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος. Το Πατριαρχείο απάντησε τον Ιούνιο του 1772. Έγραφε: «… Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ άν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι…»

Μετά ένα έτος, τον Ιούνιο του 1773, το Πατριαρχείο ξαναέγραψε: «… Ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων να μέμφονται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι…»

Σε μια τρίτη επιστολή, λίγο μετά την προηγούμενη ξαναγράφει το Πατριαρχείο ότι «οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος» δεν πρέπει «να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας» και ότι «όλοι οι εν σκήταις ασκούμενοι… να έπωνται και να ακολουθώσιν απαρασαλεύτως εις την φυλαττομένοιν εν τοις Μοναστηρίοις τάξιν και συνήθειαν περί των μνημοσύνων…».

Ήταν φανερό ότι το Πατριαρχείο δεν ήθελε να πει την αλήθεια καθαρά, ότι οι Κολλυβάδες έχουν δίκαιο και να σταματήσει η παρανομία, γιατί από καιρό ήδη το ίδιο παρανομούσε κάνοντας μνημόσυνα τις Κυριακές, για να ευχαριστήσει την κοσμικοφροσύνη των αρχόντων. Εφαρμόζοντας όμως Φαναριωτική πολιτική δίνει μια λύση που αν την εφήρμοζαν οι καινοτόμοι θα σταματούσε η παρανομία και κάθε έρις, γιατί κανένα Μοναστήρι δεν έκανε μνημόσυνα Κυριακή.

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΪΣΙΟΥ

Μόλις οι διώκτες των Κολλυβάδων πήραν στα χέρια τους την διακήρυξη του Πατριαρχείου ότι «ουκ υποκείνται κρίματι» έγιναν αχαλίνωτοι. Λησμόνησαν όχι μόνον το σχήμα του μοναχού που έφεραν αλλά και το χριστιανικό τους βάπτισμα, και ακολούθησαν την οδό του Κάϊν. Στην αρχή επιχείρησαν δυο φορές να δολοφονήσουν τον ασκητικό και ενάρετο Καππαδόκη μοναχό Σίλβεστρο. Την πρώτη φορά του έριξαν πέτρα καθώς περνούσε έξω από την Αγία Άννα. Την δεύτερη φορά, όταν μπήκε σε πλοίο για να φύγει από το Όρος, έπεισαν τον πλοίαρχο να τον σκοτώσει καθ’ οδόν. Όμως ο πλοίαρχος μετάνοιωσε και έτσι ο γέρο Σίλβεστρος γλίτωσε και έφθασε στην Πάρο. Για να γίνουν αποτελεσματικοί οι αββάδες της Αγίας Άννας και της Νέας Σκήτης, προσκάλεσαν τον αρχιληστή καπετάν – Μάρκο, του έδωσαν 700 αργυρά νομίσματα και τα ονόματα ένδεκα μοναχών Κολλυβάδων, που παρέμεναν ακόμη στα όρια των δύο Σκήτεων. «Οι μοναχοί αυτοί, του είπαν, είναι μάγοι και μασόνοι και κάνουν μεγάλο κακό στο Όρος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γλιτώσει ο τόπος παρά μόνον αν φονευθούν».

Τα παλικάρια του καπετάν – Μάρκου έφθασαν στο Κυριακό της Άγίας Άννης Σάββατο βράδυ, παραμονή της εορτής των Αγίων Πάντων του έτους 1773, ενώ είχε αρχίσει η αγρυπνία. Μπήκαν στο ναό και ζήτησαν οδηγό να τους δείξει τις καλύβες των μελλοθάνατων. Οι αββάδες υπέδειξαν κάποιον Τιμόθεον αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τον έπεισαν λέγοντας ότι πρέπει να κάνει υπακοή. Όταν έφυγαν οι ληστές με τον Τιμόθεο αυτοί συνέχισαν τον Προοιμιακό. Ο Τιμόθεος έδειξε στους ληστές την πόρτα του Παϊσίου και έφυγε. Ο ιερομόναχος Παϊσιος κατοικούσε στην καλύβη του προφήτη Ηλιού, πάνω από το Κυριακό της Αγίας Άννης και ήταν καλλιγράφος. Οι αντικολλυβάδες τον μισούσαν πολύ γιατί τους αποστόμωνε σε κάθε συζήτηση. Οι ληστές εισέβαλαν στην καλύβη του παπα – Παϊσίου, άρπαξαν ό,τι βρήκαν και τον ξυλοκόπησαν άγρια, γιατί δεν πίστευαν ότι δεν είχε κρυμμένα χρήματα. Τέλος ζήτησαν φαγητό και, αφού έφαγαν, φόρτωσαν στον παπά – Παϊσιο και τον γέροντά του Θεοφάνη τα κλοπιμαία και τους ζήτησαν να τους οδηγήσουν στον παπα – Αγάπιο, που ήταν τρίτος στη λίστα. Οι Πατέρες όμως δε μαρτύρησαν τις καλύβες των άλλων, παρά τους δαρμούς και τις ύβρεις. Η θλιβερή συνοδεία, έφθασε στο Κυριακό την ώρα που έψαλλαν την εβδόμη ωδή. Οι εξαντλημένοι από τους δαρμούς και τα βάρη πατέρες ακούμπησαν πίσω από το άγιο βήμα, και οι ληστές μπήκαν στην εκκλησία και φώναξαν έξω τους συνασκητές των μελλοθανάτων, για να τους δείξουν «το καλό κυνήγι». Αυτοί έβγαιναν λίγοι – λίγοι και, όπως γράφει ο Αθανάσιος Πάριος «στοχαζόμενοι συνομίλουν. Και ην να εκπλαγή τινας δια την τόσην απανθρωπίαν εκείνων των ασκητών… Καθ’ ότι ενώ έβλεπον τους αδελφούς αυτών εις τοσαύτην αθλίαν κατάστασιν, ουδείς ευρέθη ίνα είπη, τι τούτο εις αυτούς;… ουδείς ηκούσθη ίνα εκβάλη λόγον συμπαθείας εκ του στόματος.. τινάς δεν δείχνει έλεος εις εκείνους όπου κάθηνται δεδεμένοι οπίσω εις το βήμα, εκδεχόμενοι τον θάνατον». Αφού οι ληστές λεηλάτησαν και το κελλί του παπα – Γαβριήλ χωρίς να βρούν τον ίδιο, φόρτωσαν τα νέα κλοπιμαία σε κάτι λαϊκούς κτίστες που βρέθηκαν εκεί, και πήγαν στη Νέα Σκήτη την ώρα που οι εκεί πατέρες, έβγαιναν από τη λειτουργία. Ούτε αυτοί δεν έδειξαν την ελάχιστη χριστιανική συμπάθεια προς τους δύο καταδίκους, μόνον παρατηρούσαν το μαρτύριο από μακριά. Οι ληστές κατέβασαν τον παπα – Παϊσιο και τον γέροντα Θεοφάνη στο γιαλό, όπου είχαν το πλοίο τους, έδεσαν πέτρες στο λαιμό τους, ανοίχθηκαν λίγο και, λέγοντάς τους: «Σκυλιά, γιατί δεν θέλετε να κάνετε κόλλυβα τις Κυριακές, όπως λέγουν οι Πατριάρχες και οι πνευματικοί του Όρους;» τους έριξαν από το πλοίο στη θάλασσα, μπροστά στα μάτια όλου του πλήθους των μοναχών της Νέας Σκήτης, προσθέτοντας στους Αγίους Πάντες, που γιόρταζαν εκείνη την ημέρα, άλλους δύο οσιομάρτυρες.

Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

Το ισχυρότερο πλήγμα κατά των Κολλυβάδων το έδωσε το Πατριαρχείο Κων/λεως το έτος 1776, πατριαρχεύοντος του Κων/λεως Σωφρονίου Β΄. Μεγάλη κληρικολαϊκή Σύνοδος, αποτελούμενη απ’ όλους τους ενδημούντας στην Πόλη αρχιερείς και από πολλούς άρχοντες, καταδίκασε και αφόρισε όλους τους Κολλυβάδες και όλους όσους μαζί μ’ εκείνους και μετά από εκείνους φρονούν ότι μνημόσυνα νεκρών δεν επιτρέπει η Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού να γίνονται ημέρα Κυριακή. Διακήρυξε η Σύνοδος αυτή ότι ανέκαθεν η ιερά της Εκκλησίας τάξη και κανονική διατύπωση ήταν να γίνονται τα μνημόσυνα και Σάββατο και Κυριακή και οποιαδήποτε άλλη μέρα της εβδομάδος αδιακρίτως και ότι αυτό δήθεν είναι Αποστολική Παράδοσις, και όσοι δεν την δέχονται και δεν τελούν Κυριακή μνημόσυνα είναι αντάρτες, καινοτόμοι και κακόδοξοι. Ως αντιπροσώπους όλων των Κολλυβάδων, προταίτιους και αρχηγούς η Σύνοδος καθήρεσε και αφόρισε τέσσαρες ιερομονάχους αναφέροντάς τους ονομαστικά.

Το «θέσπισμα» αυτό της Συνόδου του 1776 το οποίο έκτοτε ακυρώθηκε, γράφει κατά λέξη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σωφρόνιος ελέω Θεού… επειδή ταραχή και σύγχυσις κατέλαβε την Εκκλησίαν… δια τινων δοκησισόφων και δοκοφρόνων.. ασέβειαν και ανταρσίαν νοσούντων… της ούν καινοτομίας ταύτης και κακοδοξίας καταδήλου γενομένης… διορίζοντες δια τούτο και αποφαινόμενοι κατά την ανέκαθεν ιεράν της Εκκλησίας τάξιν και κανονικήν διατύπωσιν απαρατηρήτως τελείσθαι και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα κατά την Παράδοσιν των Αποστολικών Διατάξεων… Όσοι μεν ουν συνωδή τη Εκκλησία και τω παρόντι Συνοδικώ θεσπίσματι και φρονούσι και πράττουσι, τελούντες απαρατηρήτως και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα, οι τοιούτοι είησαν συγκεχωρημένοι παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος». Αυτό φυσικά σημαίνει ότι όσοι μέχρι σήμερα, δεν φρονούσι και πράττουσι συνωδά τω παρόντι θεσπίσματι είησαν ως και οι πρωταίτιοι και αρχηγοί και συνίστορες της τοιαύτης δόξης… καθηρημένοι.. και γεγυμνωμένοι πάσης Θείας Χάριτος και ιεροπραξίας… και πάντη ανίεροι εν βάρει αργίας και αλύτου αφορισμού… Εξ αποφάσεως… 9ης Ιουνίου 1776» (Το πλήρες κείμενο βλέπε εν Ph. Meyer: «Die Haupturkϋnden fϋr die geschichte der Athos Kloster», Leipjig 1894 σ. 236-241 όπου και τα προαναφερθέντα κείμενα).

«ΑΥΤΟΙ ΚΑΤΑΡΑΣΣΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΥ ΕΥΛΟΓΗΣΕΙΣ»

Καταδικασμένοι από το Πατριαρχείο και κυνηγημένοι από τους συνασκητές τους, όσοι ήθελαν να παραμείνουν πιστοί στην Ιερά Παράδοση της Ορθοδοξίας, έφυγαν από το Όρος και βρήκαν καταφύγιο στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί, αγκαλιασμένοι από ένα λαό που διψούσε για αλήθεια και παράδειγμα, οι Κολλυβάδες έσπειραν τον λόγο του Χριστού, και η σπορά εκαρποφόρησε «εις εκατόν». Αυτή η καρποφορία ονομάσθηκε από την Ιστορία: «η πνευματική αναγέννηση του 18ου αιώνος». Σ’ αυτήν οφείλουμε την «Φιλοκαλία», τον «Ευεργετινό», τα «Ευρισκόμενα του Συμεών του Νέου Θεολόγου», τα δύο βιβλία «περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως», τον «Αντίπαπα», το «Πηδάλιο», τον «Συναξαριστή», το «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», και πλήθος άλλα. Οι Κολλυβάδες ίδρυσαν στα νησιά ονομαστά μοναστήρια, πηγές αγιασμού, που πότιζαν τον λαό του Θεού θεία νάματα έναν ολόκληρο αιώνα, στην Πάτμο, στην Ικαρία, στην Πάρο, στη Σκιάθο, στη Χίο. Οι «αφορισμένοι» Κολλυβάδες αποδείχθηκαν άγιοι και πολλών από αυτούς τα οστά ευωδίασαν και θαυματούργησαν: ο Νήφων ο κοινοβιάρχης της Σκιάθου, ο Παρθένιος ο ζωγράφος ο Σκούρτος, ο Μακάριος Κορίνθου ο Νοταράς, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Αρσένιος ο Νέος ο εν Πάρω ο θαυματουργός. Στους Κολλυβάδες χρωστούμε πνευματικά αναστήματα σαν τον Νεομάρτυρα Πολύδωρο, τον Όσιο Παρθένιο της Χίου, τον Γέροντα Διονύσιο ιδρυτή της Ι. Μονής Παναγίας της Κονιστρίας της Σκιάθου και συνεργάτη του αναγεννητού της Πελοποννήσου Παπουλάκου, τον Μωραϊτίδη και τον Παπαδιαμάντη. Μ’ ένα λόγο σ’ αυτούς χρωστούμε το ότι υπάρχει ακόμη Ορθοδοξία στην Ελλάδα παρά την θύελλα του Φαρμακίδη και των Βαυαρών. Αλλά όχι μόνο στην Ελλάδα. Η Ρουμανία δέχθηκε γρήγορα την επίδραση Κολλυβάδων που εξωρίσθηκαν σ’ αυτήν. Η Ρωσία, τσακισμένη από το νεοειδωλολατρικό, δυτικόπληκτο και αντιμοναστικό πνεύμα του Μεγάλου Πέτρου και της Αικατερίνης της Β΄, κείτονταν, παρά το πολιτικό μεγαλείο και την δύναμη της, σε πνευματικά ερείπια. Από αυτά την σήκωσε ο Μολδαβός στάρετς Όσιος Παϊσιος Βελιτσκόφσκι φέρνοντάς της, από το Άγιον Όρος, τον κολλυβαδικό ησυχασμό και την «Φιλοκαλία». Οι Αρχιερείς καταδίκασαν και αφόρισαν αυτούς που αγάπησαν την αλήθεια και αγωνίστηκαν γι’ αυτήν. Ο Θεός όμως τους ευλόγησε και τους δόξασε στον αιώνα. Αλέξανδρος Καλόμοιρος περιοδικό ΟΙ ΡΙΖΕΣ, Τεύχος 23 Καλοκαίρι 1988 Copyright ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΕΦΥΡΟΣ

ΤΟ ΡΗΓΜΑ…

Τον ΙΗ΄ αιώνα η πνευματική αποσύνθεση της Δύσης είχε πια επηρεάσει επικίνδυνα τις ορθόδοξες χώρες της Ανατολής. Ο ουμανισμός και η κοσμικοφροσύνη άρχισαν να έρπουν παντού και να κρυφοδαγκάνουν τις ψυχές. Η ευρωπαϊκή κουλτούρα άρχισε να λάμπει στις αληθινά χριστιανικές χώρες της Ανατολής σαν «άγγελοι φωτός».

Η ψεύτικη γνώση έκανε να χάσουν οι άνθρωποι σιγά – σιγά τη γλυκύτητα του αληθινού φωτός. Αγνοώντας την όντως Ζωή και συνεπαρμένοι από τα κεράτια της δυτικής σοφίας έχασαν την ευαισθησία που χαρακτήριζε τους πατέρες τους και τους έκανε ικανούς να διακρίνουν το γνήσιο από το κάλπικο. Το λεπτότατο πνεύμα της εκκοσμίκευσης εκθήλυνε ύπουλα τον τόνο της ψυχής, άμβλυνε τις πνευματικές αισθήσεις, παρέλυσε τις αντιδράσεις. Χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε απ’ έξω άλλαξε κάτι μέσα στις ψυχές. Και τότε άρχισαν τα: «Τι πειράζει αυτό;, «σε τι βλάπτει εκείνο;». Η κάθοδος στον κατήφορο έγινε στην αρχή ανεπαίσθητα. Αν ένα φράγμα ραγίσει δε θα γίνει βέβαια κατακλυσμός. Θ’ αρχίσει όμως να περνάει λίγο νερό από τη ρωγμή. Το λίγο αυτό νερό θα διευρύνει σιγά – σιγά το ρήγμα ώσπου θα έρθει κάποτε η ώρα που το φράγμα θα σπάσει και θα πλημμυρίσουν τα πάντα.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν έφθασε στο σημερινό οικουμενισμό ξαφνικά. Το πρώτο ρήγμα ήταν μια «μικρή» υποχώρηση στους πλούσιους και δυνατούς της Πόλης, που είχαν την απαίτηση να γίνονται τα μνημόσυνα των νεκρών ημέρα Κυριακή, για να τα παρακολουθεί πολύς κόσμος. Έτσι, όταν άρχισε στο Άγιον Όρος η περί μνημοσύνων έρις, το Πατριαρχείο ήταν ήδη εκτεθειμένο από τη δική του παρανομία. Γι’ αυτό πήρε στην αρχή αμφίρροπη στάση: «Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ αν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι..» Αλλά και προσπάθησε να δικαιολογήσει την παράβαση της εκκλησιαστικής παραδόσεως με την συνήθεια που επικράτησε: «.. όπερ και είθισται εν τοις κατά πόλεις εκκλησίαις εν Κυριακή δηλαδή τελείν τα μνημόσυνα διά τας εν ταύταις συναθροίσεις των Χριστιανών…» (Πρώτη επιστολή του Πατριαρχείου προς τους Αγιορείτες, Ιούλιος 1772). Συνέπεια της στάσεως αυτής, που αποφεύγει να υπερασπιστεί την αλήθεια είναι να ζητήσει το Πατριαρχείο από τους Αγιορείτες τον επόμενο χρόνο να εφαρμόσουν στο επίμαχο θέμα συγκρητισμό:«Νουθετούμεν άπαντας τους περί τοιούτων διαφερομένους, όπως από του νυν και εις το εξής να παύσωσι από τοιαύτας ταραχώδεις και ακαίρους διενέξεις, τας μηδόλως αυτάς ανηκούσας, και ούτε και οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν, αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι και να συναναστρέφονται εν αγάπη και ομονοία…»(Δεύτερη επιστολή του Πατριαρχείου από 10 Ιουνίου 1773). Δηλαδή: «ειρήνη» και «αγάπη» και εκκλησιαστική κοινωνία σε βάρος της αλήθειας, η πεμπτουσία του Οικουμενισμού.

Τα ίδια συνεχίζει να γράφει το Πατριαρχείο στους Αγιορείτες και στην τρίτη επιστολή του, γύρω στα 1774, παρά την αλλαγή του Πατριάρχου και την άνοδο στο θρόνο του Σαμουήλ Χατζερή: «Να παύσωσιν από τας τοιαύτας φιλονεικίας και ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθνος, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς να τους ονομάζουν αιρετικούς ή καινοτόμους ή άλλα δύσφημα ονόματα, να λέγωσιν αδίκως κατ’ αυτών…

Οι σύγχρονοι συγκρητιστές προσπαθούν να δικαιολογήσουν το Πατριαρχείο λέγοντας ότι αγωνιζόταν για την ειρήνη και την ομόνοια των πιστών εφαρμόζοντας εκκλησιαστική οικονομία. Ακριβώς δηλαδή ό,τι λένε και σήμερα οι Οικουμενιστές για να δικαιολογήσουν τον αδιάντροπο οικουμενισμό των ημερών μας. Ταλαίπωρη έννοια η εκκλησιαστική οικονομία! Χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει του κόσμου τις εκκλησιαστικές παρανομίες. Όμως στην πραγματικότητα, η οικονομία που δίδαξαν οι Πατέρες είναι ποιμαντική διάκριση και ευλυγισία μέσα στα όρια του νόμιμου και του αληθινού. Σε καμία περίπτωση δε δίνει άδεια στους ποιμένες να παρανομούν. Και στην περίπτωση των μνημοσύνων της Κυριακής υπήρχε σαφής παρανομία, αθέτηση της Παραδόσεως και του αναστάσιμου χαρακτήρα της Κυριακής. Το Πατριαρχείο απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια ότι δεν επιτρέπονται μνημόσυνα την Κυριακή, γιατί την Κυριακή γιορτάζουμε την Ανάσταση και δε γίνεται να ασχολούμαστε συγχρόνως και με το νικημένο θάνατο. Αλλά όχι μόνον απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια. Έβαλε τους Αγιορείτες – ουσιαστικά μόνον τους ορθόδοξους Κολλυβάδες – μπροστά στο δίλημμα να διαλέξουν ή την ειρήνη και την αγάπη ή την αλήθεια. Κι αυτό είναι μεγάλη αμαρτία κατά της ίδιας της ειρήνης, της αγάπης και της αλήθειας, που δε χωρίζονται ούτε διασπώνται ποτέ σε αντίθετα στρατόπεδα, αφού ειρήνη, αγάπη και αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεός που ποτέ δεν έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό Του. Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει ειρήνη και αγάπη χωρίς αλήθεια; Χωρίς αλήθεια αυτή η «ειρήνη» κι αυτή η «αγάπη» είναι κάτι το επίπλαστο, κάτι το ψεύτικο, και απατηλό, κοσμική συνύπαρξη με εγκόσμιες κοινωνικές σκοπιμότητες ξένες προς την πραγματικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Αυτό το τεχνητό δίλημμα ανάμεσα στην αγάπη και την αλήθεια είναι το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της αίρεσης του Οικουμενισμού που, όπως βλέπουμε, τα σπέρματά του έχουν τουλάχιστον δύο αιώνων ηλικία.

Όμως οι Κολλυβάδες έμειναν στην αλήθεια, και μαζί με την αλήθεια κράτησαν και την αγάπη και την ειρήνη. Αποσύρθηκαν στα ησυχαστήριά τους και εν αληθεία αγάπησαν το Θεό και εν ειρήνη κοινώνησαν μαζί Του. Και επειδή κοινώνησαν εν αγάπη με το Θεό γι’ αυτό αγάπησαν και αγαπήθηκαν από τους Χριστιανούς των τόπων της εξορίας τους και γι’ αυτό έδωσαν καρπούς πνευματικούς, τέκνα και τέκνα τέκνων, τον καιρό που το Όρος έπεφτε σε μια χωρίς προηγούμενο προοδευτική παρακμή και συρρίκνωση. Το ψέμα τα κάνει όλα ψεύτικα και φθαρτά. Η αλήθεια τα κάνει όλα αληθινά, φωτεινά και άφθαρτα, και δημιουργεί μια κοινωνία ανθρώπων, πεσμένων μεν και αμαρτωλών και μετανοημένων και αγίων μέσα στο φως του Χριστού, «ασπρισμένη όλη», «ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου».

ΑΠΟ ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΠΤΩΣΗ

Η πατριαρχική αμαρτία όμως δε σταμάτησε στο συγκρητισμό. Έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της εμπάθειας και του μίσους κατά της αλήθειας και προχώρησε στο κακούργημα. Ενώ το Φανάρι στην αρχή παραδεχόταν ότι οι Κολλυβάδες «καλώς ποιούσιν» κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος», και μάλωνε τους Αγιορείτες που τους ονόμαζαν «αιρετικούς» και «καινοτόμους», τώρα κάνει αυτό που πρώτα θεωρούσε απρεπές και άδικο και χαρακτηρίζει τους υπερασπιστές της Παραδόσεως«κακόδοξους», «δοκησίσοφους», «δοκόφρονες», «καινοτόμους», «ανταρσίαν νοσούντας». Ισχυρίζεται τώρα το Πατριαρχείο, αντίθετα προς ό,τι έλεγε πριν, ότι η τέλεση μνημοσύνων την Κυριακή είναι η «ανέκαθεν ιερά της Εκκλησίας τάξις και κανονική διατύπωσις» και «αποστολική Παράδοσις»! Και όλα αυτά τα πρωτάκουστα, ψευδή και άδικα λόγια δεν τα γράφει ένας Πατριάρχης μόνον αλλά ολόκληρη Σύνοδος, συγκληθείσα το έτος 1776 ακριβώς για να καταδικάσει τους ορθοδόξους Αγιορείτες, που χλευαστικά ονόμαζαν Κολλυβάδες, και να τους αφορίσει. Ο κατάπτιστος αυτός και εμπαθής αφορισμός (βλέπε «Ρίζες»23) δεν αφορά μόνον τους Κολλυβάδες της εποχής εκείνης αλλά καταδικάζει όλους τους Ορθοδόξους, όλους τους υπερασπιστές της Ιεράς Παραδόσεως όλων των εποχών, διότι εξαιρεί του αφορισμού και συγχωρεί μόνον όσους παρανομούν κατά της Παραδόσεως και τελούν μνημόσυνα την Κυριακή. Αλλά και κάτι πιο φοβερό ακόμη ο αφορισμός δεν αναφέρεται μόνο στην πράξη αλλά και στο φρόνημα. Συγχωρεί όσους φρονούν κακόδοξα και αφορίζει όσους φρονούν ορθόδοξα στον αιώνα, ρίχνοντας επάνω τους «άλυτο αφορισμό»! Ο συνοδικός αυτός αφορισμός, που όπως όλοι οι άδικοι αφορισμοί επέστρεψε στα κεφάλια αυτών που τον πρόφεραν, είναι ποιμαντική αμαρτία που δεν ξεπλύθηκε ποτέ, γιατί ποτέ το Πατριαρχείο δεν μετάνοιωσε γι’ αυτήν αλλά, αντίθετα, όπως θα δούμε, την επικύρωσε αργότερα επανειλημμένα και με τον ίδιο φανατισμό. Η αθώωση του Αθανασίου Παρίου από τον Πατριάρχη Γαβριήλ το 1781 δεν αφορούσε τους Κολλυβάδες γενικά αλλά μόνον το πρόσωπο του Αθανασίου, το οποίο απάλλαξε αυθαίρετα από τις κατά των Κολλυβάδων κατηγορίες, ενώ ο Αθανάσιος ποτέ δεν έπαψε να είναι Κολλυβάς. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει την ασυναρτησία και ασυνέπεια του Πατριαρχείου και την κακή του συνείδηση που ποτέ δεν μπόρεσε να φθάσει στη μετάνοια.

Οι Κολλυβάδες και όσοι φρονούν όπως αυτοί, έμειναν αφορισμένοι, μισημένοι και χλευασμένοι, γιατί διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους συνασκητές τους και έμειναν αλύγιστοι και ανυποχώρητοι για ένα τόσο «ασήμαντο» πράγμα όπως είναι τα κόλλυβα την Κυριακή. Τους έλεγαν στενοκέφαλους και φανατικούς, μισαλλόδοξους και ανθρώπους των άκρων, όπως γίνεται πάντοτε με όλους τους Ορθοδόξους που δεν υποκύπτουν στο ψεύδος. Τους μισούσαν οι εν Χριστώ αδελφοί και πατέρες τους στο όνομα μιας εξωτερικής εκκλησιαστικής ενότητας που, όταν δεν θεμελιώνεται στην αλήθεια, καταστρέφει την εσωτερική μυστική ενότητα της Εκκλησίας. Οι Κολλυβάδες έμειναν ενωμένοι εκκλησιαστικά με τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους, και αυτή η ενότητα με την θριαμβεύουσα Εκκλησία τους ήταν υπέρ αρκετή, έστω και εάν επρόκειτο να μείνουν μόνοι τους επί της γης.

Το έτος 1807 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ θεώρησε υποχρέωσή του να υπομνήσει με συνοδικό γράμμα προς όλους τους υποκείμενους στη Μ. Εκκλησία, μητροπολίτες, επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και πιστούς τον αφορισμό των Κολλυβάδων «προς τελείαν εξάλειψιν, όπως έγραφε, της πάλαι ποτέ αναφνείσης εκείνης των δοκοφρόνων διενέξεως». Έγραφε μεταξύ άλλων: «Διά ταύτα οριζόμεθα εν πνεύματι αγίω και θεσπίζομεν, ίνα τα συμβάντα μνημόσυνα των ευσεβώς κοιμηθέντων επιτελώνται απαρατηρήτως και εν Κυριακαίς και εν Σάββασιν, ως και εν ταίς λοιπαίς ημέραις της εβδομάδος». (Βλέπε Μ. Γεδεών, «Διατάξεις τ. Β΄ σ. 125) Ένα χρόνο αργότερα άλλος Πατριάρχης, ο Καλλίνικος Ε΄ γράφει προς τους Αγιορείτες τα παρακάτω: «Επειδή έφθασε και διωρίσθη παρά του προκατόχου της Αυτού Σεβασμιωτάτης Παναγιότητος εκ της συμμορίας των κολλυβιστών είς Ιερομόναχος Πνευματικός της Κοινότητος του Όρους τούνομα Ιερόθεος και ανακαινεί την αναφυείσαν ποτέ δολοφροσύνην και αλληλομαχίαν περί τε των κολλύβων και της Ιεράς Μεταλήψεως, και διά Συνοδικών Τόμων καταργηθείσαν… διά τούτο, ως εναντίον όντα τοις Αποστολικοίς και Συνοδικοίς κανόσι και τοις εκδοθείσιν Εκκλησιαστικοίς Τόμοις, να αποβάλωσι της πνευματικής διαγωγής και να εκλέξωσιν έτερον..» (Βλέπε Μ. Γεδεών «Ο Άθως» 1885 σ. 150).

Επισφράγισμα της κατά των Κολλυβάδων μήνης του Πατριαρχείου ήταν η επιστολή του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ προς τους Αγιορείτες, κατά την τρίτη Πατριαρχεία του, τον Αύγουστο του 1819. Στο γράμμα αυτό ο Γρηγόριος Ε΄ περιέγραφε την αδαμάντινη Ορθοδοξία των Κολλυβάδων σαν «ευρωτιώσα εκείνη και πεπαλαιωμένη σαθρά ιδέα», και βεβαίωνε ότι είναι «έθος αρχαίον της Εκκλησίας τα μεν κόλλυβα να προφέρονται εις τον θείον και ιερόν ναόν και να εκτελώνται μνημόσυνα… κατά Κυριακήν», και ότι «το τοιούτον, κοντά όπου παντελώς δεν κωλύεται είναι και ακαταιτίατον και πάντη ανέγκλητον, καθώς περί τούτου τρανώς απεφήνατο η Εκκλησία εν τω προεκδοθέντι Πατριαρχικώ ημών και συνοδικώ τόμω». (Παρά Μ. Γεδεών «Διατάξεις» τ. Β΄ σ. 152-155).

Ύστερα απ’ αυτά δεν πρέπει, να απορεί κανείς γιατί ο Θεός εγκατέλειψε τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, και την άφησε να τη συρρικνώσουν οι αμαρτίες της και επέτρεψε να χάσει συν τω χρόνω το ποίμνιό της, που είχε μείνει ακμαίο κατά τη διάρκεια τόσων αιώνων οθωμανικής τυραννίας, και να καταντήσει σήμερα, χωρίς ποίμνιο, στη χειρότερη αίρεση της Ιστορίας. Το Πατριαρχείο έχασε πρώτα την Εκκλησία της Ελλάδος, με το «αυτοκέφαλο» του Φαρμακίδη. Έχασε ύστερα την Εκκλησία της Βουλγαρίας με το περίφημα «σχίσμα». Έχασε αργότερα τις «Νέες Χώρες» με τους βαλκανικούς πολέμους, όλη τη Βόρειο Ελλάδα και την Ήπειρο. Και, μετά την ανοικτή διακήρυξη του Οικουμενισμού με την εγκύκλιο του 1920, έχασε και την καρδιά της Ορθοδοξίας, όλο το ποίμνιο της Μικράς Ασίας. Τέλος, το 1955, όσο βυθιζόταν στην αίρεση, έχασε και το μόνο ποίμνιο που της είχε μείνει, τους Χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως.

Όπως έγραψε ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Η εν ολίγω της αληθείας παρατροπή τη ασεβεία την πάροδον δέδωκεν». (P.G. 44, 1249) Και η ασέβεια σιγά – σιγά, όσο μένει αμετανόητη, υψώνει τείχος και κλείνει έξω τη Χάρη και την Ευλογία του Θεού. Ό,τι γίνεται με τα πρόσωπα γίνεται και με τις τοπικές Εκκλησίες. Αυτό παθαίνουμε όταν τα του Θεού χάσουν για μας την ιερότητά τους και συμπεριφερθούμε προς αυτά σα να ήσαν πράγματα ανθρώπινα. Όποιος ξεχωρίζει μικρά και μεγάλα στα του Θεού δεν ξέρει με ποιόν έχει να κάνει και δεν έχει πραγματική ευσέβεια, και τότε οι συνέπειες είναι φοβερές. «Ου μικρόν εν τοις περί Θεού το παραμικρόν» (Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Συγγρ. Α΄, σ. 24).Περιοδικό Οι Ρίζες Φθινόπωρο 1988 Τεύχος 24 Copyright Εκδόσεις Ζέφυρος




Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀνθεῖ, διότι ἀρνοῦνται οἱ πιστοὶ νὰ ἐργασθοῦν


«Ὁ Ἐπίσκοπος Χριστουπόλεως Ἐμμανουὴλ (κατὰ κόσμον Ἰωάννης Σφιατκὸς) τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εὑρέθη προσφάτως εἰς τὴν Γερμανίαν εἰς οἰκουμενικὴν λατρευτικὴν σύναξιν, ὅπου προσ­ηύχετο καὶ ἐμοίραζε σταυροὺς μαζὶ μὲ Προτεστάντισσα «ἐπίσκοπον»!!!

Ἡ σύναξις αὐτὴ ἀποτυπώνει τὴν ρηχὴν «θρησκευτικὴν» προσέγγισιν τῶν αἱρετικῶν καὶ ὁλόκληρον τὸ ἐγχείρημα τοῦ λεγομένου οἰκουμενικοῦ κινήματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πραγματικότητα ἀποτελεῖ μία κοινωνικὴν ἐνασχόλησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀπολύτως καμίαν σχέσιν μὲ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς.

Εἰς μίαν ἐντυπωσιακὴν ἐπίδειξιν ἑνότητος καὶ ἐνθαρρύνσεως, χριστιανοὶ ἀπὸ διαφόρους ὁμολογίας ἑώρτασαν τὴν κεντρικὴν Οἰκουμενικὴν Λειτουργικὴν Σύναξιν εἰς τὸ Καθολικὸν Συνέδριον τοῦ 2026 εἰς τὸ Βύρσμπουργκ. Πλῆθος ἐπισκεπτῶν συνεκεντρώθησαν εἰς τὸν Καθεδρικὸν Ναὸν μὲ τὸ σύνθημα “Θᾶρρος, σηκωθεῖτε!”, τὸ ὁποῖ­ον ἀπετέλεσε τὸ κεντρικὸν θέμα ὁλοκλήρου τῆς τελετῆς, τοῦ κηρύγματος καὶ τοῦ μουσικοῦ προγράμματος.

Ἐκπρόσωποι διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν ἐλειτούργησαν ἀπὸ κοινοῦ.

Ἡ κεντρικὴ οἰκουμενικὴ σύναξις κατέστησε σαφὲς ὅτι ὁ οἰκουμενισμὸς ἀνθεῖ μέσῳ κοινῶν ἐμπειριῶν, ἀμοιβαίας ἐνθαρρύνσεως καὶ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ χριστιανικὴ πίστις μπορεῖ νὰ δίνη δύναμιν καὶ νὰ ἑνώνη τοὺς ἀνθρώπους».

Ὅμως κάποιος δύναται νὰ ἀναρωτηθῆ, ποῦ ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστὸς εἰς ὅλα αὐτά; Ὁ Κύριος προέτρεψε τοὺς μαθητάς του «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη…διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ διδάξουν νὰ τηροῦν τὰς ἐντολάς, τὰς ὁποίας τοὺς παρήγγειλεν, ὅταν οἱ ἴδιοι ἀρνοῦνται νὰ τὰς τηρήσουν;




ΠΡΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ καί όχι μόνο

 

michail..63

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου: ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως-ιατρού 

Εν Θεσσαλονίκη τη 29η Ιουνίου 2026

Πριν από δέκα χρόνια ακριβώς πραγματοποιήθηκε, όπως είναι γνωστό, στο Κολυμπάρι της Κρήτης η ψευδοσύνοδος της Κρήτης, (16 έως 27 Ιουνίου 2016). Ένα κατ’ εξοχήν τραγικό και συγκλονιστικό εκκλησιαστικό γεγονός παγκοσμίων διαστάσεων με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ζωή της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που προκάλεσε το πλέον οδυνηρό πλήγμα στο σώμα της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που σήμανε τον θρίαμβο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και γέμισε με απερίγραπτη θλίψη την θριαμβεύουσα και τη στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού. 

Με αφορμή, λοιπόν, τη θλιβερή αυτή επέτειο θεωρήσαμε αναγκαίο να καταθέσουμε στον πιστό λαο του Θεού κάποιες αλήθειες που αφορούν την ψευδοσύνοδο, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να διδάσκονται οι νεώτεροι. 

Η ψευδοσύνοδος δεν αποτελεί οργανική συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτές. Και τούτο διότι: 

1. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκαλούντο πρωτίστως και κυρίως για να καταδικάσουν αιρέσεις της εποχής των. Η «Σύνοδος» της Κρήτης καμιά αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε, (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), ωσάν η Εκκλησία να έπαυσε να πολεμείται στην εποχή μας από σύγχρονες αιρέσεις, ενώ η θλιβερή σύγχρονη πραγματικότητα μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Απ’ εναντίας μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού και αναγνώρισε ως «Εκκλησίες» τους ετεροδόξους. 

2. Στις Οικουμενικές Συνόδους, κάθε επομένη Σύνοδος επεκύρωνε τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων. Αντίθετα η «Σύνοδος» της Κρήτης καμία από τις δογματικές αποφάσεις των προγενεστέρων Οικουμενικών και Ενδημουσών Συνόδων δεν θεώρησε χρέος της να επικυρώσει. Και τούτο διότι αν το έπραττε, θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών, πράγμα που δεν το ήθελε επ’ ουδενί λόγω. 

3. Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές, τους μεικτούς γάμους κ.λ.π.

4. Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών. 

5. Τα θέματα και οι αποφάσεις τις οποίες έλαβε ήταν προδιαγεγραμμένες και προαποφασισμένες. Οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, ή και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. 

6. Η «Σύνοδος» αυτή συγκλήθηκε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ωστόσο τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), ζήτησαν την αναβολή της «Συνόδου», με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων, διότι αυτά περιείχαν αντιφάσεις, ασάφειες και κακόδοξες διατυπώσεις. Επειδή όμως το αίτημά τους απερρίφθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο». Επομένως η «Σύνοδος» συνεκλήθη χωρίς να πληρούται ο όρος της ομοφωνίας, που προβλέπει ο Κανονισμός.

7. Προκάλεσε αλλοίωση και στρέβλωση του παραδοσιακού Συνοδικού Συστήματος και καθιέρωσε για πρώτη φορά ένα άλλο Συνοδικό Σύστημα, το οποίο οφείλεται κυρίως και πρωτίστως στην ανάπτυξη μιάς νέας οικουμενιστικής θεωρίας αυτής του «πρώτου άνευ ίσων». 

8. Είχε σοβαρότατο έλλειμα συνοδικότητος, τόσο κατά την περίοδο της προετοιμασίας της, όσο και κατά την διεξαγωγή της διότι:

Α). Τα προσυνοδικά κείμενα παρέμεναν άγνωστα επί μακρά σειρά ετών στις Ιεραρχίες των κατά τόπους Εκκλησιών και δεν έτυχαν συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας από τις εν λόγω Ιεραρχίες. Κοινοποιήθηκαν μόλις τον Φεβρουάριο του 2016, ολίγους μήνες πριν από την έναρξη της «Συνόδου», οπότε δεν δόθηκε επαρκής χρόνος συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας. 

Β). Δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν όλοι οι επίσκοποι της ανά την Οικουμένην Ορθοδοξίας, αλλά μόνον εικοσιτέσσερις από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας συμμετείχαν μόλις 156. 

Γ). Στις συνοδικές αποφάσεις υιοθετήθηκε το σχήμα: μία ψήφος - μία Εκκλησία, πράγμα που αποτελεί μια πρωτοφανή συνοδική καινοτομία. Οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη «Σύνοδο» επίσκοποι ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, διότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Αποφασιστική ψήφο είχαν μόνο οι δέκα παρόντες Προκαθήμενοι, πράγμα που προσβάλλει την ισότητα των επισκόπων, διότι μεταβάλλει τους προκαθημένους από «πρώτους μεταξύ ίσων» σε «πρώτους άνευ ίσων» .

Δ). Καταφρονήθηκε επιδεικτικά στην όλη συνοδική διαδικασία ο συνοδικός ρόλος του υπόλοιπου κλήρου, του μοναχισμού και του πιστού λαού του Θεού, λες και τα θέματα της πίστεως είναι μια ιδιωτική υπόθεση των αρχιερέων και των Προκαθημένων. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι καταφρονήθηκαν οι εισηγήσεις και τα πορίσματα της Ημερίδος που έγινε στον Πειραιά, (23.3.2016), οι επισημάνσεις εγκρίτων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, αλλά και άλλες δημοσιεύσεις καταξιωμένων θεολόγων, κληρικών και λαϊκών. Καταφρονήθηκαν οι πρό της ψευδοσυνόδου επισημάνσεις και παρατηρήσεις των είκοσι αγιορειτικών Μονών και εν γένει όλου συλήβδην του αγιορειτικού και λοιπού Μοναχισμού. 

Ε) Προ πάντων καταφρονήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγίων ανδρών, όπως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του αγίου Φιλόθεου Ζερβάκου κ.α., οι οποίοι ομίλησαν εν αγίω Πνεύματι περί της μελλούσης Συνόδου. 

ΣΤ) Η ψευδοσύνοδος αυτοαναγορεύθηκε ως η υπέρτατη αυθεντία και ο έσχατος κριτής σε θέματα πίστεως. Επομένως παραθεωρήθηκε το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Διακήρυξη των Πατριαρχών της Ανατολής του 1848, έσχατος κριτής της ορθότητος και της εγκυρότητος των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας, οι κληρικοί, οι μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, ή απορρίπτει τις αποφάσεις των Συνόδων. 

Το δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο» παρουσιάζει κακόδοξες διατυπώσεις, αντιφάσεις, κενά και ασάφειες. 

Πιο συγκεκριμένα:

α) Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση. Στην 6η παραγραφο διατυπώνεται: «Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Η προσπάθεια των οικουμενιστών να δικαιολογήσουν τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικό όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε στο παρελθόν, σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί πατέρες φρόντιζαν να διατυπώσουν τις δογματικές αληθειες της πίστεως με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Μια άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με την φράση «ιστορική ονομασία», αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο δεν ευσταθεί, διότι η φράση «ιστορική ονομασία», ισοδυναμεί με τη φραση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει. 

β) Παρουσιάζεται η Εκκλησία ως μία και αδιαίρετη και ταυτόχρονα ως διεσπασμένη. Ενώ δηλαδή στην 6η παράγραφο διατυπώνεται: «Κατά τήν οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον νά διαταραχθή», παράλληλα διατυπώνεται η ύπαρξη και άλλων «Εκκλησιών», με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Όμως η απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις «άλλες» αυτές «Εκκλησίες» υποδηλώνει διαίρεση και διάσπαση. Παραλληλα ενώ στο κείμενο γίνεται κατά κόρον λόγος για «αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος», πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια των ετεροδόξων, απάρνηση των κακοδοξιών των και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που φανερώνει ότι το ζητούμενο είναι η ενότητα παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές και όχι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. 

Ένα σοβαρότατο κενό είναι η απουσία μιάς αναλυτικής κριτικής αξιολογήσεως της πορείας όλων των μέχρι τώρα διμερών θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους. Η αναγκαιότης της αξιολογήσεως αυτής υπήρξε επιτακτική για τους εξής κυρίως λόγους: 

1) Οι διάλογοι αυτοί διεξάγονται εδώ και πολλές δεκαετίες και επομένως η ψευδοσύνοδος είχε ύψιστο καθήκον και χρέος να προχωρήσει στο έργο αυτό, προκειμένου να αποφασίσει για την μελλοντική πορεία τους, ή την διακοπή τους. 

2) Κατά την διεξαγωγή των παρήχθησαν κείμενα, όπως του Μπαλαμάντ, (1993), της Ραβέννας, (2007) του Πόρτο Αλέγκρε, (2006), του Πουσάν, (2013) και τα κείμενα των Κοινών Δηλώσεων του 1989 και 1990 με τους Μονοφυσίτες, τα οποία περιέχουν κακόδοξες διδασκαλίες και επομένως θα έπρεπε να εξετασθούν και να αποριφθούν.

Ένα άλλο σοβαρότατο κενό υπήρξε η απουσία μελέτης και εξετάσεως της νομιμότητος της εισόδου και της παραμονής, ως ισοτίμων μελών, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε. επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων.

Ένα ακόμη κενό υπήρξε η απουσία κριτικής αξιολογήσεως από ορθοδόξου απόψεως, της «Δηλώσεως του Τορόντο», διότι θεωρήθηκε «κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον, [ΠΣΕ]».

Το καρκίνωμα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αδελφοί μου, που ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα προχώρησε δυστυχώς σταδιακά και εξαπλώθηκε μεθοδικά, έτσι ώστε τελικά να βρεί πλήρη συνοδική νομιμοποίηση, αντί καταδίκης. Εκείνο που χρειάζεται τώρα είναι να συγκληθεί μιά αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θα καταδικάσει τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου. Αυτό όμως το χαρμόσυνο γεγονός δεν πρόκειται να γίνει ως διά μαγείας, χωρίς δηλαδή τη συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, συνεργούσης βεβαίως και της Χάριτος. Δεν πρόκειται να γίνει χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες και θυσίες και πρό πάντων χωρίς την ευλογημένη αποτείχιση, η οποία στην παρούσα χρονική συγκυρία καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. 


Αναρτήθηκε από ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ