.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Και ξαφνικά ανοίγει ένα παραθυράκι στο νου. Έρχεται ένα φως



Και ξαφνικά ανοίγει ένα παραθυράκι στο νου.

Έρχεται ένα φως.

Τότε έχεις μια άλλη αίσθηση. 
Τότε το κατανοείς καλά.

Όχι προς το ετυμολογικό. 
Μα με μια κατάνυξη και συναίσθηση και θεία θαλπωρή.

Και λες: “Τι άλλο να λέω;”. 
Παρά μόνο πάλιν και πολλάκις και συνεχώς: “Κύριε ελέησον!”

Δίχως να βαριέσαι. 
Δίχως να κουράζεσαι.

Αυτό τα λέει όλα.
Δεν θέλει άλλα και πολλά. 

Μόνο ποιητικά μπορεί κανείς μερικές φορές να εκφραστεί.

Η προσευχή είναι ποίηση.

Όλες οι προσευχές είναι ποιήματα.

Οι ποιητές νιώθουν τους συναθρώπους τους και τους παρηγορούν, όπως οι άγιοι.

Είναι μεγάλη ευλογία να συναντάς ένα ποιητή κι ένα άγιο. 
Οι άγιοι δεν θέλουν να αφήσουν πίσω τους ίχνη.

Οι άνθρωποι μόνο αφήνουν πάνω τους τ’ αχνάρια της κακίας τους. 
Κύριε, ελέησέ τους, δεν ξέρουν τι χάνουν και τι κάνουν.

Λυπάμαι όταν δεν μπορώ να προσευχηθώ. 
Και τούτο προσευχή είναι, μου ‘πε ένας διακριτικός γέροντας.

Όπως χαίρομαι όταν με τόση ικετευτική στάση μου ζητούν να προσεύχομαι στον Κύριο. 

Πιστεύω πως για την ταπείνωσή τους θα τους ελεήσει ο Κύριος.

Προτιμώ, έλεγε ένας άλλος γέροντας, την προσευχή απο τα κούφια λόγια, 
τις ψευτοευγένειες και τις θολές καλοσύνες.

Η μεγαλύτερη φιλανθρωπία είναι η προσευχή,
και ας μη το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.

Είναι η μεγαλύτερη ιεραποστολή κι ευεργεσία του κόσμου.

Τα πολλα λόγια δεν αναπάυουν.

Η προσευχή για τους άλλους επηρεάζει θερμότερα. 
Η αγάπη είναι αβίαστη και πάντα μια θυσία.

Η αληθινή προσευχή δεν είναι ηδονική ανάπαυλα, μα ορθοστασία,
μα περπάτημα στις μύτες σε τεντωμένο σχοινί.

Στην αληθινή προσευχή δεν δίνουμε περίσσευμα του χρόνου, μα τις πιο καλές,
κι αποδοτικές ώρες μας, τις κύριες ώρες της ημέρας, της ζωής μας.

Κύριε, συγχώρεσέ με για όσα είπα κι έγραψα, που δεν τα ζούσα και τα πίστευα ακόμη,
που απέφυγα να μιλήσω για τις ήττες και τις αποτυχίες μου, κι ήθελα να μιλώ μόνο για νίκες.

Δείλιαζα γιατί δεν είχα μετανοήσει...

Κύριε, ελέησον.


Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Ανοιχτό παράθυρο, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη



Έχουμε ξαναπεί πως ο Θεός δεν είναι θυμώδης, τιμωρός και εκδικητής. Αν ήταν έτσι, θα πρέπει να ήταν κακός. Στη θεότητα όμως δεν υπάρχει ίχνος κακότητας.
Η κάθε δοκιμασία είναι θεϊκή παιδαγωγία και αποτελεί μορφή ασκήσεως, την οποία διώξαμε από τη ζωή μας εκούσια. Με διάφορους τρόπους προσπαθεί ο Πανάγαθος Θεός να μας φέρει πιο κοντά του. Ενώπιον του Θεού είμεθα όλοι αγωνιστές.

Η σημερινή οικονομική κρίση είναι μια μεγάλη δοκιμή, δοκιμασία και εκπαίδευση. Ο Θεός είναι ένας άριστος εκπαιδευτής. Μας δοκιμάζει για το καλό μας και για τη νίκη μας. Η πατρίδα μας εξετέθη, μένει ανασφαλής, φοβισμένη και ταραγμένη. Ανοχύρωτη πνευματικά, παρασυρμένη από την ευδαιμονία, τον κορεσμό, την υπερκατανάλωση, τον πλουτισμό και την άσωτη διασκέδαση. Ο μαγνητισμός του ελληνικού βίου στην ύλη έφερε θλίψη και πικρή απογοήτευση. Έμεινε μόνο να νοιάζεται για το τι θα φάει και τι θα πιει. Κυκλοφορούν πολλά βιβλία με εκατοντάδες παράξενες συνταγές φαγητών. Ψάχνοντας επίμονα τη χαρά παντού, βρήκε συντρίμμια της, τη δυστυχία, τη διαφθορά, την ασυδοσία.

Αυξάνεται η ανεργία συνεχώς, μεγαλώνει η φτώχεια, δυναμώνει ο πόνος και ο άνθρωπος αισθάνεται αποτυχημένος, μόνος και απελπισμένος. Δίχως τον Θεό όλα αυτά επιδεινώνονται ανησυχητικά. Με τον Θεό δεν λύνονται ως διά μαγείας όλα μαζί. Έχει όμως ο άνθρωπος αίσθηση της παρουσίας του Θεού, της αγάπης του, της αγιοπνευματικής χάριτος, της παρηγοριάς και της ελπίδος. Έτσι μπορεί και μέσα στις καθημερινές δυσκολίες της ζωής να μη χάνει το θάρρος του. Να ζει μέσα στον κόσμο και να μην παρασύρεται από κάθε τι το ανίερο και αναίσχυντο. Η ακράδαντη πίστη θα δώσει αισιοδοξία. Η ουσιαστική αγάπη θα προσφέρει φιλανθρωπία και ελεημοσύνη. Έτσι θα φωτιστεί και θα θερμανθεί η καρδιά του πληγωμένου ανθρώπου.

Όσοι ακόμη θα ακολουθούν ψεύτικους Θεούς ή θα κάνουν Θεούς ανθρώπους της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης, θα πλανώνται οικτρά. Δίχως Θεό η κάθε κρίση θα καταδυναστεύει ψυχές και θα τις κάνει να πάσχουν από φοβερές πλάνες και πολλά δεινά.
Όσοι πονηροί σαγηνεύουν τον αφελή κόσμο με ψευδαισθήσεις, μελλοντολογίες και αντιχριστολογίες λαθεύουν και αμαρτάνουν. Χρειάζεται προσοχή, διάκριση και σοβαρότητα.
Είναι καιρός να αποφασίσουμε να συγχωρούμε ειλικρινά και εγκάρδια. Να γίνουμε ταπεινοί ελεήμονες. Να αγαπήσουμε και να ακολουθήσουμε την ευγένεια, την ανεκτικότητα, τη συντροφικότητα και την καλοσύνη. 

Η ανθρωπιά απουσιάζει. Το χαμόγελο κρύβεται. Μια σκληρότητα και σκυθρωπότητα καλύπτει τα πρόσωπα, τις κινήσεις, τα λόγια, τις αποφάσεις. Η δύσκολη κατάσταση του τόπου μας δεν διορθώνεται με περισσότερα βάρη, με πρόσθετα μέτρα, με απόρριψη και εκδικητικότητα. Οι αστυνομικοί μπορούν να συλλαμβάνουν, όταν πρέπει, αλλά όχι να δέρνουν. Οι δικαστές να μην εξαντλούν την αυστηρότητά τους σε ορισμένους. Παρουσιάζονται ως άτεγκτοι τηρητές των νόμων κι όμως αποδεικνύεται μερικές φορές ότι σφάλλουν σοβαρά. Οι δάσκαλοι όλων των βαθμίδων δεν θα βοηθήσουν τους μαθητές τους με την αγριότητα, την υπερβολική αυστηρότητα και την ειρωνεία. Οι πολιτικοί μάς οδήγησαν στον εξευτελισμό και την ακυβερνησία.

Η παρούσα κρίση είναι μια ευκαιρία να δούμε αυστηρά τον εαυτό μας και με επιείκεια τους άλλους. Η καλοσύνη είναι ωραία. Η αλληλοκατανόηση, ο αλληλοσεβασμός και η αλληλοεκτίμηση είναι πιο αναγκαία σήμερα. Στο κλειστό σπίτι είναι ένα ανοιχτό παράθυρο. Ένα παράθυρο που φέρνει ήλιο, φως και νέο αέρα. Η άνοιξη είναι μια ωραία εποχή. Μέσα στο σκοτάδι κι ένα κερί αναμμένο γκριζάρει το σκοτάδι. Ας ανοίξουμε και το παράθυρο της καρδιάς μας με την ανθρωπιά και την καλοσύνη, που όλοι έχουν μεγάλη ανάγκη.

...την Μεγάλη Παρασκευή της ζωής μας




Πάντα τὴ Μεγάλη Παρασκευή, νὰ ‘σαι μόνος σὰν τὸ Χριστὸ προσμένοντας τὸ τελευταιο καρφί, τὸ ξύδι, τὴ λόγχη. 

Τὶς ζαριὲς ν’ ἀκους ἀτάραχα στὸ μοίρασμα τῶν ὑπαρχόντων σου, τὶς βλαστήμιες, τὶς προκλήσεις, τὴν ἀδιαφορία. 

Πρὶν τὴν Παρασκευὴ δὲν ερχεται ἡ Κυριακή, τότε λησμονας τὰ μαρτύρια τῶν δρόμων της Μεγάλης Παρασκευης της ζωης μας. 

Μὴν ξαφνιαστεις, μὴ φοβηθεις στ’ ἀπρόσμενο σουρούπωμα. 

Οἱ μπόρες τοῦ οὐρανου δὲ στερεύουν. 

Ἡ ξαστεριὰ θὰ ’ρθει τὸ Σαββατόβραδο. 

Τότε λησμονας τὰ μαρτύρια των δρόμων της μεγάλης Παρασκευης της ζωης μας…

π. Μωυσής Αγιορείτης

Γιατί να πονώ Θεέ μου;

Είναι αλήθεια πως σήμερα υπάρχει άφθονος σω­ματικός και ψυχικός πόνος. Άλλοτε ευθύνεται γι’ αυ­τόν ο άνθρωπος και άλλοτε όχι. Σημασία έχει την ώρα του πόνου κάποιος να τον συνδράμει. Να μη τον α­φήσει ν’ απογοητευθεί, να πνιγεί στη μοναξιά, να πο­νέσει ακόμη πιο πολύ.
Με αυτή την προοπτική γράφθηκε και το κείμενο που ακολουθεί, από ένα άνθρωπο που πόνεσε πολύ. Γνωρίζω πως ο πόνος σ’ έφερε στο κρεβάτι του πόνου ή σ’ έκλεισε στο σπίτι σου. Η επίσκεψη του πόνου στη ζωή σου δεν είναι ασφαλώς κάτι δίχως σημασία και σκοπό. Δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός. Δεν πιστεύουμε στην τύχη. Το Ευαγγέλιο λέει πως κάτω από τη ματιά του Θεού είναι και το πέσιμο του κάθε φύλλου από το δένδρο. Πόσο μάλλον από τα προβλήματα των παιδιών Του. Ο Θεός δεν παύει ποτέ να ενδιαφέρεται για τα μετάνοια και τη σωτηρία μας και προσφέρει μύριες ευκαιρίες και ανοίγει διάφο­ρους δρόμους...

Αν την υγεία μας, αγαπητοί μου, τη σπαταλήσαμε σε ανώφελα έργα, καλούμεθα τώρα, να μελετήσουμε το παρελθόν, να δούμε βαθύτερα τον όχι και τόσο γνωστό εαυτό μας. Είναι μία μεγάλη ακόμη ευκαιρία που μας δίνει ο Πανάγαθος Θεός, για να σκύψουμε μέσα μας, να μετανοήσουμε ειλικρινά, να προσευχηθού­με θερμά, να γνωρίσουμε την ακένωτη χάρη των ιε­ρών μυστηρίων της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η ασθένεια δεν προέρχεται, αδελφοί μου, από την τιμωρία ενός εκδικητή Θεού. Η αντίληψη αυτή είναι ανορθόδοξη, πέρα για πέρα λαθεμένη. Ο Θεός μας μόνο αγαπά και δεν τιμωρεί τα πλάσματά Του. Ο Θεός είναι μακρόθυμος, πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, πανάγαθος και αληθινός. Τ’ όνομα του Θεού είναι α­γάπη, λέει ο αγαπημένος του μαθητής Ιωάννης ο Θε­ολόγος. Παραχωρεί, επιτρέπει παιδαγωγικά προς βοή­θεια την ασθένεια, για να μας φρονηματίσει, να μας διορθώσει, να μας προσγειώσει και ταπεινώσει. Ο πό­νος έτσι μπορεί να γίνει αφορμή, για μία πιο ουσια­στική και βαθειά γνωριμία μας με τον Θεό, και όχι να τα βάλουμε μαζί του. Ο πόνος μπορεί να μας συνδράμει να γίνουμε πιο ανεκτικοί και συμπονετικοί με τους αδελφούς μας και να γνωρίσουμε τον άγνωστο ε­αυτό μας. Είπαν ορθά πως όποιος έχει υποφέρει πολύ μοιάζει μ’ εκείνον που γνωρίζει πολλές γλώσσες κι έ­τσι μπορεί να καταλάβει πολλούς και να τον καταλά­βουν πολλοί.
Αν εκμεταλλευθούμε την πράγματι σημαντική ευ­καιρία, μπορεί ο σωματικός πόνος να γίνει θεραπευ­τής της αθάνατης ψυχής μας. Ο πόνος τότε θα γίνει ευλογία. Δεν ζητάμε βεβαίως εμείς οι πιστοί τον πόνο νοσηρά στη ζωή μας. Η Εκκλησία μας πάντοτε εύχε­ται υπέρ υγείας και διαφωτίσεως των τέκνων της. Εάν έλθει όμως ο πόνος να τον υπομείνουμε καρτερικά κι ελπιδοφόρα και θα έχουμε, αλήθεια, μεγάλο κέρδος. Με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της δοκιμασίας μας θα έχει επιτευχθεί, αφού θα έχει μαλακώσει η καρδιά μας και θα έχουμε βοηθηθεί στο να γνωρίσουμε τον πραγ­ματικό εαυτό μας και τον Θεό μας.
Είναι επίσης αλήθεια, αγαπητοί μου, πως οι πονε­μένοι λειαίνονται, και αυτοί τελικά έχουν κάτι σημα­ντικό να πουν, ως εμπειρικό και βιωματικό. Πίσω από κάθε ανθρώπινο πόνο κρύβεται το χέρι του Θεού που ευλογεί. Μακάριοι οι πονεμένοι ως πλούσια ευλογη­μένοι.
Είναι ακόμη αλήθεια πως στα χείλη του κάθε πο­νεμένου συχνά ανεβαίνει εκείνο το γνωστό και βαθύ «γιατί σ’ εμένα Θεέ μου»; Στο ανθρώπινο αυτό «γιατί» δεν νομίζουμε ότι υπάρχει μία εύκολη και γρήγορη α­πάντηση. Η απάντηση θάλθει πιο αργά από τον ίδιο τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο. Ο άνθρωπος αξιώνε­ται να συμμετέχει στον σταυρό του Κυρίου. Μη νομί­ζετε ότι είναι κάτι μικρό αυτό.
Μέσα από τον πόνο οι προσευχές είναι σίγουρα πιο κατανυκτικές, πιο θερμές, πιο ευπρόσδεκτες. Δί­νουν κατ’ αρχάς τη γαλήνη της υπομονής στη δοκιμα­σία, λιγοστεύουν την απαιτητικότητα, ταπεινώνουν α­ληθινά, χαρίζουν τη χαρά της ελπίδος και την υγεία της ψυχής. Μέσα μας θα βρούμε τον Θεό. Όσο πιο γρήγορα τον συναντήσουμε τόσο πιο γρήγορα θ’ απελευθερωθούμε και θα χαρούμε αληθινά.
Είπαν ωραία πως πριν μας στείλει ο Θεός τον σταυρό που σηκώνουμε, τον ζύγισε, τον είδε καλά, τον εξέτασε προσεκτικά με την πανσοφία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη Του. Το αγαθό βλέμμα Του τον πα­ρακολούθησε και η μεγάλη Του καρδιά τον θέρμανε, αφού τον ξαναζύγισε με την άπειρη στοργή Του. Νο­μίζεις πως είναι πιο βαρύς απ’ ότι μπορείς να σηκώ­σεις, ενώ έχεις άγνωστες και ανακάλυπτες δυνάμεις μέσα σου. Μη χάνεις το θάρρος σου, μη τα βάζεις με τον Θεό, γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει. Τον ευλόγησε πριν τον θέσει τον σταυρό στους ώμους σου. Σίγουρα μπορείς να τον σηκώσεις. Μη λησμονάς πως πάντα πριν το Κενό Μνημείο είναι ο Γολγοθάς. Η Ανάστα­ση έπεται της Σταύρωσης.
Είναι γεγονός πως η ζωή μας είναι ζυμωμένη με δάκρυα που προέρχονται από τον πόνο της ασθένειας, των θλίψεων, των βασάνων, της εγκατάλειψης και της μοναξιάς. Έχουν γίνει αχώριστοι σύντροφοι. Ο λό­γος του Θεού, η Αγία Γραφή, μας πληροφορεί πειστι­κά πως η ασθένεια, ο πόνος, η θλίψη, ο θάνατος δεν υπήρχαν από την αρχή της δημιουργίας. Πρόκειται για μεταπτωτικά φαινόμενα. Η φθαρτότητα, η ασθέ­νεια, ο πόνος είναι αποτέλεσμα της παρακοής των πρωτοπλάστων στον Δημιουργό τους και η υπακοή τους στον δαίμονα. Ο αποχωρισμός του ανθρώπου α­πό τον Θεό έχει οικτρές συνέπειες. Η απελευθέρωση του πιστού από τα δαιμονικά δεσμά μπορεί να τον κά­νει να βρει το πνευματικό περιεχόμενο της δοκιμα­σίας του και τότε η δοκιμασία να γίνει σημαντική ευ­καιρία, όπως είπαμε, βαθύτερης γνώσης του Θεού και συναντήσεώς του με Αυτόν.
Οι ιερείς της Εκκλησίας μας είναι νοσηλευτές και η Εκκλησία μας θεραπευτήριο. Οι ιερείς πλησιά­ζουν τους ασθενείς για να τους απελευθερώσουν, να τους επαναπροσανατολίσουν, να τους ανορθώσουν δια της μετανοίας. Συμμετέχουν όσο μπορούν στον πόνο για να τους τον απαλύνουν και να κάνουν πιο ε­λαφρύ τον σταυρό τους. Είναι μεγάλη η παράκληση των πασχόντων όταν κατανοήσουν το νόημα του σταυρού τους. Η προσωπική άρση του σταυρού νοηματιζόμενη συντελεί στην ανόρθωση. Βλέποντας ο ταλαιπωρούμενος και δοκιμαζόμενος άνθρωπος τη δοκιμασία του ως θεία επίσκεψη και θεία παιδαγωγία μεταβάλλει τη στάση του, αντιμετωπίζει το πρόβλημα πολύ διαφορετικά, αν δεν γεμίζει χαρά γεμίζει πάντως ελπίδα. Η θεία Χάρη μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την ωριμότητα τον σκληρά δοκιμαζόμενο. Εμείς θα πούμε τον καλό λόγο, αλλά η Χάρη του Θεού θα ολο­κληρώσει το έργο αυτό.
Το ευχολόγιο στα χέρια του ιερέως είναι πολύ πα­ρηγορητικό στις δύσκολες αυτές ώρες. Η σύνοψη ή το προσευχητάρι, με την Παράκληση της Παναγίας και τους υπέροχους Χαιρετισμούς, στα χέρια του α­σθενούς είναι φτερά ειρήνης. Η Παναγία, η μάνα ό­λων των πονεμένων, που πόνεσε τόσο πολύ και συ­μπονά όλους τους πονεμένους, δίνει μια γλυκειά πα­ραμυθία και μεγάλη ενίσχυση σε όλους. Μη φοβόμα­στε το ιερατικό πετραχήλι, τον τίμιο σταυρό, το άγιο έλαιο, τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανα, τον αγια­σμό, το αντίδωρο, τη θεία Κοινωνία.
Επανερχόμενοι στο δύσκολο ερώτημα γιατί ο Θε­ός να επιτρέπει να ταλαιπωρείται το πλάσμα του, να βασανίζεται και ν’ αγωνιά μέσα στον πολύ πόνο, τα­πεινά θα πούμε πάλι: Ο πόνος μας αφυπνίζει να ενδιαφερθούμε καλύτερα για τη μετάνοια, τηνταπείνωση, την αναθέρμανση της πίστης μας και τη συμπόνια του πλησίον μας. Ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός, μας ε­πισκέπτεται για κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό λόγο. Για να ξαναδούμε την πορεία, τους στόχους και τον σκο­πό της εφήμερης ζωής μας. Είπαμε πως μερικές φορές ένας ψυχικός πόνος είναι δριμύτερος του σωματικού και ίσως και πιο δυσκολοθεράπευτος. Ο μεγάλος ψυ­χίατρος Γιούνγκ πάντως λέει πως το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά ασυγκρίτως ανώτερο λόγο ανήκει στον πνευματικό παρά στον ιατρό!
Άνθρωποι δίχως Θεό και ηθικές αρχές στον πόνο της ασθένειας διαλύονται και καταντούν αξιολύπητοι. Ο Θεός δεν τους αποστρέφεται, αλλά τους επισκέπτε­ται διαφορότροπα, με διάφορα φάρμακα για να τους θεραπεύσει κι όχι να τους πληγώσει και πικράνει. Ο θείος και ιερός Χρυσόστομος θαυμάσια συμβουλεύεινα μη γογγύζουμε εύκολα με τα δυσάρεστα που μας βρίσκουνκαι μάλιστα να μη βλασφημούμε. Μήπως έτσι, λέει, θα γίνει πιο ελαφρύς ο πόνος μας; Ούτε χρειάζεται να πολυεξετάζουμε τους λόγους και τις αι­τίες και τις αφορμές και να ζητάμε πολλές εξηγήσεις για όλα αυτά που μας επιτρέπει η πανσοφία του Θεού.Να μη λησμονάμε ποτέ πως η παρούσα ζωή είναι στά­διο άθλων και αγώνων και η άλλη ζωή είναι επάθλων και αιώνιας ανάπαυσης. Στις δυσκολίες, τις συμφορές και τους πόνους να επικαλούμεθα τη σωστική βοή­θεια του Θεού με κάθε εμπιστοσύνη.
Πάντοτε παραμένει επίκαιρο το θέμα της ασθέ­νειας. Πολλοί οι ασθενείς στα σπίτια, στα νοσοκο­μεία, στους δρόμους. Είμαστε εμείς οι ίδιοι ασθενείς ή δικοί μας άνθρωποι. Σήμερα εμείς, αύριο άλλοι και το αντίθετο. Ο πόνος κτυπά όλες τις πόρτες, όλες τις ώρες αδιάκριτα, πλουσίων, φτωχών, νέων, ηλικιωμέ­νων, μορφωμένων, αμόρφωτων, όλων. Γιατί ν’ αρρω­σταίνουμε και γιατί να πονάμε; Το ίδιο ερώτημα επα­νέρχεται με δριμύτητα. Δεν είναι μόνο από τις αμαρ­τίες οι διάφορες αρρώστειες. Αρρώστειες πολλές και μεγάλες είχαν και οι άγιοι. Οι αρρώστειες μας κάνουννα θυμηθούμε τον λησμονημένο Θεό, να τον επικαλε­σθούμε, να συνδεθούμε μαζί του. Η μνήμη του Θεού συντείνει στην ειλικρινή μετάνοια. Οι αρρώστειες εί­ναι, αλήθεια, για να μας φέρουν πιο κοντά στον Θεό και όχι να μας απομακρύνουν από Αυτόν. Την πίστη μας στον Θεό αποδεικνύουμε με την υπομονή στις δο­κιμασίες και μάλιστα στον πόνο των ασθενειών.
Αν ο πόνος σ’ έκανε συμπονετικό κέρδισες. Αν η ασθένεια σ’ έφερε να θυμάσαι πιο πολύ τον ουρανό εί­σαι ευλογημένος και μακάριος. Αν ο πόνος σου κα­θάρισε τα μάτια, για να βλέπεις πιο βαθειά τα γεγονό­τα και τα πράγματα, τότε είσαι πλούσια κερδισμένος. Αν ο άγιος πόνος σ’ έκανε, αδελφέ μου, πιο καρτερι­κό, πιο γενναίο, πιο διαλλακτικό και ανεκτικό να ευ­χαριστείς εκ βαθέων τον Θεό που αρρώστησες. Γιατί αρρώστησες και κέρδισες τελικά έτσι. Δίχως πόνο έχεις πολλές κατακτήσεις, αλλά όχι αληθινές γνώσεις. Ο πόνος σμιλεύει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Δί­χως τον πόνο ο άνθρωπος θα ήταν σκληρός και ακα­τέργαστος. Ο πόνος γεννά τα δάκρυα και τα δάκρυα την κάθαρση. Τα δάκρυα ποτίζουν τα ευώδη άνθη της κατάνυξης, της συντριβής, της ευλάβειας, της ευσέ­βειας, της ευλογίας.
Δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως πόνο. Πήγε κάποτε ένας να πει τον πόνο του σε κάποιον και δεν πρόλαβε και του είπε πρώτα ο άλλος τον πόνο του κι ήταν τό­σο πιο μεγάλος που δεν τόλμησε να πει τον δικό του. Δίχως τον πόνο θα είμασταν πιο πονεμένοι, πιο σκλη­ροί, πιο ανάλγητοι, πιο αδιάφοροι και πιο άγριοι. Κα­τά τον ιερό Χρυσόστομο δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο αυτό που να μη δοκιμάζει στη ζωή του πόνο. Αν δεν πονέσει σήμερα, θα πονέσει αύριο κι αν όχι αύριο σίγουρα μεθαύριο. Κύρια πηγή του πόνου η α­μαρτία.
Ο πόνος είπαν είναι ο φρουρός της υγείας. Σαν έ­να καμπανάκι μας αφυπνίζει. Αν δεν πονούσαμε δεν θα πηγαίναμε ποτέ στον ιατρό. Ο πόνος είναι σαν ένα σήμα κινδύνου, που εκπέμπεται για να μας γλυτώσει από τα χειρότερα. Αυτά ισχύουν και για το σώμα και για την ψυχή. Έτσι ο πόνος καταντά σ’ ευλογία και για το σώμα και για την ψυχή. Ο πόνος ακόμη καθίσταται σαν ένα προληπτικό εμβόλιο για να μη υπερηφανευόμεθα. Ο πόνος μπορεί να γίνει μία οδός επι­στροφής στον Θεό. Ο πόνος γεννά την ωραία και θεάρεστησυμπόνια. Ο πόνος δοκιμάζει την αγάπη μας στον Θεό. Ο πόνος μας ζυγίζει, μας σμιλεύει, μας καλλιεργεί, μας ωριμάζει, μας ωραιοποιεί.
Το αληθινό νόημα του πόνου στη ζωή μας
Η παρουσία του πόνου στη ζωή μας δεν μπορεί παρά να είναι για όλους ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο. Το αρχαίο ερώτημα, δικαιολογημένο και σαφές, είναι πάντοτε και σήμερα το αυτό.Γιατί να πονάμε; Έχει κάποιο νόημα ο πόνος στη ζωή του καθενός μας; Η απάντηση μη νομίζετε πως είναι τόσο εύκολη. Μόνο ο Θεός μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την αρκετά χρή­σιμη και ωφέλιμη κατανόηση.
Υπάρχει άφθονος, ποικίλος, σωματικός πόνος προερχόμενος συνήθως από πρόσκαιρες ή ανίατες α­σθένειες, που ταλαιπωρούν πολύ τον άνθρωπο. Υπάρ­χει επίσης πλούσιος ψυχικός πόνος, που μπορεί νάναι και πιο δυνατός του σωματικού. Πόνος που προέρχε­ται από ξαφνική ορφάνια, χηρεία, ξενιτεμό, προσφυ­γιά, πένθος, αποτυχία, αδυναμία, μειονεξία, στέρηση, έλλειψη, ανικανότητα, ανεπάρκεια, απόρριψη, απώ­λεια, φτώχεια, κακουχία, δυστυχία, ειρωνεία, εμπαιγ­μό, προδοσία, εξαπάτηση, ψέμα, επιορκία, βουλιμία, κατάχρηση, καταδίκη, φυλάκιση, απομόνωση, μονα­ξιά….
Υπάρχει ο πόνος του προδότη και του προδομέ­νου, του εκμεταλλευτή και του εκμεταλλευόμενου, του εξαπατούντα και του εξαπατώμενου. Πόνος της νο­σταλγίας, του έρωτος, του πάθους, του κενού, του ανι­κανοποίητου και ανολοκλήρωτου του ανθρώπου. Πό­νος της χαμένης ολότητος, των ενοχών, του ορθολο­γισμού, της εξουσιαστικότητος, των ψευδαισθήσεων, των διαψεύσεων, των φαντασιώσεων, των διαπροσω­πικών συγκρούσεων, δια κακιών, ζηλοτυπιών, ύβρε­ων, φθόνων, κατηγοριών, συκοφαντιών κι εχθροτή­των. Δυνατός ο πόνος του φόβου, επικείμενων κατα­στροφών, αγωνιών, υποκρισιών, απογνώσεων, απελπι­σιών, απαισιοδοξιών, μελαγχολιών, καταθλίψεων και θανάτων. Πόνος μεγάλος η αντιφατικότητα, η αμφιθυ­μία, η αμφιβολία, η αναποφασιστικότητα, η αναβλη­τικότητα. Επίσης η δικαιολόγηση της μετριότητος, της ρηχότητος, της καθημερινότητος, της αυτάρκειας, της υποκρισίας. Ακόμη το ξεγέλασμα του εαυτού μας, η ψυχολογική κατάρρευση, η συνεχής ανταγωνιστι­κότητα, η βάναυση εξουσιαστικότητα, η παράφορη κτητικότητα, η άκρατη πλεονεξία, ο ευδαιμονισμός, η κραιπάλη, η ασωτεία, η εμπάθεια, η κακότητα…
Πάθος σημαίνει πάθημα, πτώση, υποδούλωση, ο­δύνη, άλγος. Ο πιο πονεμένος και δυστυχισμένος εί­ναι ο εμπαθής άνθρωπος. Νοσεί, αφού αγαπά τα πάθη, τα λατρεύει, τα προσκυνά, δεν τ’ αφήνει παρότι τον ταλαιπωρούν. Πρόκειται για ένα φοβερό και παθογό­νο διχασμό. Ενώ του δίνονται ευκαιρίες ν’ απεγκλωβισθεί τις απορρίπτει. Οι εμπαθείς επιλογές όμως του ανθρώπου του κοστίζουν. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν μία μέτρια, χλιαρή και χαλαρή, μονότονη, ανια­ρή, ανολοκλήρωτη, μίζερη, κακόμοιρη, ρηχή, άχαρη ζωή. Η βίωση της άρνησης και της αποτίναξης αυτού του τρόπου ζωής αποτελεί οδυνηρή εμπειρία. Αφαι­ρείται από τον ίδιο τον άνθρωπο η δυνατότητα βιώσεως μιας αυθεντικής, καθαρής, ανυπόκριτης, τίμιας και ειλικρινούς ζωής. Είναι λυπηρό να πλανάται και να αιχμαλωτίζεται ο άνθρωπος σε αυτή την ανόητη ζωή. Να σκηνοθετεί μία αμεταμόρφωτη ζωή μέσα στην ε­μπάθεια. Σίγουρα κύριος υποκινητής είναι ο δαίμο­νας, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά όλα τα πάθη είναι δαιμονοκίνητα. Ο άνθρωπος βέβαια ε­πιλέγει μόνος του τον τρόπο αυτό ζωής. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα ν’ αντισταθεί, ν’ αντικρούσει τα πάθη, ν’ απελευθερωθεί. Μα δυστυχώς συχνά δεν το κάνει.
Ο πόνος φαίνεται να έχει μία κυρίαρχη θέση στη ζωή. Έφθασαν οι φιλόσοφοι να πουν πονώ άρα υ­πάρχω. Ο Κίκεργκωρ λέει: «Δεν είμαι αυτός που σκέ­φτεται πως δεν πρέπει να πονούμε ποτέ. Περιφρονώ αυτήν την ποταπή σκέψη κι αν μπορώ να επιλέξω προτιμώ να υπομείνω μέχρι τέλους τον πόνο. Είναι καλό να υποφέρουμε και μέσα στα δάκρυα υπάρχει δύ­ναμη, αλλά δεν είναι να υποφέρουμε δίχως ελπίδα». Κρύβεται ένα βαθύ νόημα, αδελφοί μου, στην παρου­σία του πόνου στη ζωή μας. Για να το δούμε μαζί.
Ο πόνος αρχίζει στον κήπο της Εδέμ. Η παράλο­γη υπακοή στον δαίμονα και η υπερήφανη ανυπακοή στον Θεό είναι η αρχή του πόνου στη ζωή των ανθρώ­πων. Η τραγωδία εισέρχεται στον κόσμο. Συγκρούε­ται ο άνθρωπος με τον Θεό. Διακόπτεται ο άνετος διά­λογος Αδάμ και Θεού. Χάνεται ο παράδεισος. Αρχί­ζει ο κόπος, η λύπη, ο στεναγμός. Τη γυμνότητά του αισθάνθηκε ο Αδάμ μετά την αμαρτία της παρακοής και τη γεύση του κακού. Η αίσθηση της γυμνότητός του σημαίνει αντίληψη της τρεπτότητος και τρωτότητος, έλλειψη προστασίας, κατανόηση του πόνου της αποδεσμεύσεώς του από τον Θεό. Μπορούσαν να θε­ραπευθούν οι πρωτόπλαστοι διά της μετανοίας. Δεν το έπραξαν όμως. Γιατί; Θέλησαν να δικαιολογηθούν, ν’ ακολουθήσουν δικό τους δρόμο, πιο σύντομο, πιο εύκολο, δίχως Θεό. Παγιδεύτηκαν οικτρά στον δρα­ματικό πόνο της μοναξιάς, της θεώσεως δίχως Θεό, της παράλογης αυτοθεώσεως. Η θεοδώρητη επιθυμία θεώσεως των πρωτοπλάστων εκμεταλλεύθηκε από τον πανούργο δαίμονα, που θέλησε να τους προσφέρει μία δική του ταχύρρυθμη ισοθεΐα κι έτσι τους απάτησε και τους θανάτωσε.
Η νοσταλγία του απολεσθέντος παραδείσου δη­μιουργεί δάκρυα πικρά, πόνο δυνατό, πόνο που μπο­ρεί όμως να θεραπεύσει τον αμαρτωλό. Και τότε να έχουμε το παράδοξο, αντιφατικό και οξύμωρο: Υγεία στην ασθένεια! Με την κατάφαση του πόνου, όχι μα­ζοχιστικά, όχι παθητικά, όχι μοιρολατρικά, αλλά με βεβαία πίστη, μ’ επίγνωση, με υπομονή, ως θεϊκή δο­κιμασία και παιδαγωγία, και όχι ως τιμωρία, που επε­ξεργάζεται λύτρωση και σωτηρία. Γεννιέται έτσι ένας άλλος πόνος. Αγαπάς και πονάς, ταπεινώνεσαι και πονάς, υποχωρείς και πονάς. Πονάς όμως διαφορετι­κά, γλυκά, κερδοφόρα. Το ν’ αγαπάς αληθινά σημαί­νει να θυσιάζεσαι. Αποτελεί μία ιδιαίτερα φιλόπονη εργασία, όπως και να ταπεινώνεσαι. Αγαπώντας ενδυναμώνεσαι και χαίρεσαι. Έχεις μια βαθειά ικανοποί­ηση. Μιλώντας για «χαρμολύπη» και «χαροποιόν πένθος», κατά τις ωραίες εκφράσεις των νηπτικών κει­μένων της Εκκλησίας μας, δεν παραδοξολογούμε. Ο πόνος και η συνειδητή κατάφαση σε αυτόν προσφέρει πολύτιμη γνώση, μεγάλη εμπειρία. Η εγνωσμένη παραδοχή της παθολογίας μας θα μας δώσει την υπέροχη και απαραίτητη για την πνευματική ανάβαση αυ­τογνωσία. Η γνήσια πνευματική ζωή είναι μία ηθελη­μένη απόσπαση από τον ψεύτικο εφησυχασμό της κα­λοπέρασης και η είσοδος σε μία καλή αγωνία και ή­ρεμη ανησυχία, όπως έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης, από την επανάπαυση και τη νωχέλεια σε μία ζωή όλο ωραίες αλλαγές. Μία πορεία προς συνάντηση του πλησίον, που κι εκείνος αγωνιά, άγχεται, δυσκολεύεται, προβληματίζεται, βασανίζεται και πονά.
Ο πόνος λιχνίζει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Ο πόνος από τους άλλους, διά πικρών λόγων και σκοτει­νών έργων, συχνά είναι πιο σκληρός και από της α­σθένειας και του πένθους. Πονά πολύ ο αταπείνωτος άνθρωπος όταν τον υποτιμούν, τον παρεξηγούν, τον μειώνουν, τον ειρωνεύονται, τον κουτσομπολεύουν, κατακρίνουν και συκοφαντούν. Οι συνεχώς κρίνοντες και κατακρίνοντες ασύστολα τους πάντες και τα πά­ντα, δίχως καμιά περίσκεψη κι αιδώ, καταδικάζοντάς τους αναπολόγητα, αμαρτάνουν φοβερά και θέτουν μεγάλο βάρος πάνω τους. Πονούμε τους άλλους, αλλά πονάμε κι εμείς.
Η συνεχής εξουσιαστικότητα στη ζωή δημιουργεί έντονη εχθρότητα, αντιπαλότητα και αντίδραση. Οι ε­ξουσιαστές συνήθως είναι άσπλαχνοι εγωιστές, με υ­περβολική εσωτερική ένδεια, που προσπαθούν να την καλύψουν με πράξεις ισχύος. Ο ανόητος άνθρωπος θέ­λει να γίνει μεγάλος, κάνοντας τους άλλους μικρούς. Ο μεγάλος χριστιανός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ ορθά λέει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν δια­πράξει ποτέ τους έγκλημα και όμως είναι χειρότεροι α­πό εγκληματίες. Μερικοί πεθαίνουν χωρίς να ζήσουν. Λησμονούν ότι είναι άνθρωποι, εικόνες Θεού.
Ο ψυχικός πόνος είναι μια κραυγή της ψυχής για βοήθεια. Μας καλεί να εντείνουμε την πνευματική ό­ραση και ακοή εντός μας. Δεν πρέπει απρόσεκτα να προσπεράσουμε αυτό το κάλεσμα και να παραβλέψου­με το μήνυμα. Όπως ένας πόνος του σώματος μας δη­λώνει ότι κάτι συμβαίνει στον οργανισμό μας και ο­δηγούμεθα στον ιατρό και τις σχετικές εξετάσεις, έτσι καλούμεθα ν’ αποκρυπτογραφήσουμε το σήμα του ψυ­χικού πόνου με τη συνδρομή μάλιστα της κατάλλη­λης μελέτης, της προσευχής και της βοήθειας του έ­μπειρου πνευματικού.
Πολύ συχνά ο άνθρωπος εκτός από τα «γιατί» πα­ραπονείται πως είναι αβάστακτος και ασήκωτος ο πό­νος του και πως δεν είναι ικανός να τον αντέξει. Εν­τούτοις αυτός ο μεγάλος πόνος τελικά αντέχεται και ανακαλύπτει και αποκαλύπτει πολύ σπουδαία πράγμα­τα, που φανερώνουν την ποιότητα και ακεραιότητα της ζωής μας. Αν δηλαδή πιστεύουμε αληθινά -με μία πίστη δυνατή, ακράδαντη και θερμή- αν υπομέ­νουμε κραταιά κι ελπίζουμε εγκάρδια. Η πίστη στον Κύριο ανοίγει δρόμους, εκεί που ήταν όλοι κλειστοί και αδιέξοδοι. Τότε αισθανόμεθα καλά την ατέλεια, την ανεπάρκεια, τη μικρότητα, την αδυναμία, την παροδικότητα της ζωής μας. Κατανοούμε τότε μετά του θείου και κορυφαίου αποστόλου Παύλου ότι η δύναμή μας στην ασθένεια φανερώνεται και ολοκληρώνεται. Μέσα στην ασθένεια ταλαντεύεται η επίγεια ευδαιμο­νία μας, πιστεύουμε ότι δεν έχουμε μένουσα πόλη, αλ­λά τη μέλλουσα επιζητούμε.
Ο πόνος μπορεί να γίνει εφαλτήριο για την εκτί­ναξή μας από τη στείρα μετριότητα, τη μονότονη στα­σιμότητα, το κουραστικό πνευματικό σημειωτόν, στη γνωριμία μας με τον πραγματικό εαυτό μας. Να γνωρίσουμε καλά τις δυνάμεις, τις δυνατότητες, τις αντο­χές, τα όριά μας, τα τάλαντα που μας έδωσε ο Θεός μας. Να δούμε την κρυμμένη άγνωστη διάστασή μας -ότι δεν υπάρχουμε για να τρώμε και να κοιμόμαστε- και να γίνουμε περισσότερο αληθινοί άνθρωποι και χριστιανοί.
Δεν είναι εύκολο θέμα πράγματι για εξετάσεις ο πόνος. Δεν εξορκίζεται με πρόχειρες συνταγές εύκο­λης υπομονής, αλλά με ουσιαστική, ζωντανή και θερ­μή σχέση με τον Λυτρωτή, Σωτήρα, Σταυροαναστηθέντα Χριστό και τις δυνατές πρεσβείες των μεγάλων α­γωνιστών του πόνου, μεγαλομαρτύρων, ιερομαρτύρων, οσιομαρτύρων, παρθενομαρτύρων, νεομαρτύρων, δι­καίων, οσίων, ομολογητών. Ιδιαίτερα με τις σωστικές πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, της στοργικής μητέρας πάντων των θλιβομένων, της ελπίδος των απηλπισμένων, της χαράς των χριστιανών, που τόσο πολύ την ακούει ο Υιός της, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
Η κάθε περίπτωση πόνου είναι προσωπική, ιδιαί­τερη, σημαντική για τον ίδιο τον άνθρωπο, πρωτό­γνωρη ίσως, ασύγκριτη με όποιο άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο πόνο. Είναι ο καθαρά δικός μου σταυρός, το δικό μου φορτίο, ο δυνατός πειρασμός, η ισχυρή δοκιμασία, όπου κρίνομαι, εξετάζομαι και προβιβάζομαι ή μη. Η καλύτερη παρηγοριά πάντως των πικρών αυτών ωρών είναι η διά της ταπεινής και θερμής προ­σευχής επικοινωνία με τον πολυεύσπλαχνο, επουρά­νιο πατέρα, που υπάρχει για ν’ ακούει και να προσ­τρέχει στους πόνους των πάντοτε αγαπητών παιδιών του.
Όμως, παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως ακόμη δεν έχω απαντήσει καίρια στο ποιο ακριβώς είναι το βαθύ νόημα του πόνου στη ζωή μας. Ταπεινά φρονώ πως την καλύτερη απάντηση συνάντησα σ’ ένα μεγάλο βυζαντινό θεολόγο, σ’ ένα σπουδαίο ασκητή και μάρτυ­ρα και μεγάλο άγιο της Εκκλησίας μας, Μάξιμο τον Ομολογητή, που οι ανόσιοι εικονομάχοι του έκοψαν τη γλώσσα και το χέρι, για να μη μιλά και γράφει. Λέγει περιεκτικά και χαρακτηριστικά ο άγιος: Η πα­ράλογη ηδονή είχε ως φυσικό αποτέλεσμα την οδύνη, τον πόνο. Για ν’ απαλλαγούμε από αυτή την οδύνη χρειάζεται μία νέα οδύνη, για να φθάσουμε στην ό­ντως ηδονή! Παράλογη ηδονή, αδελφοί μου, είναι κά­θε μορφή μικρής ή μεγάλης αμαρτίας. Η αμαρτία τε­λικά είναι ένας παραλογισμός. Ο άγιος Μάξιμος επί­σης λέγει πως αιτία της πτώσεως των πρωτοπλάστων ήταν η γεύση της ηδονής, που τους μετέδωσε οδύνη. Ο πνευματικός νόμος λειτουργεί πάντοτε άψογα. Η παράνομη, παράλογη, εγωιστική ηδονή καταλήγει σε οδύνη. Η γλυκύτητα δίνει πικρότητα, σαν τα χαρού­πια, την τροφή των χοίρων, την τροφή του ασώτου της γνωστής ευαγγελικής παραβολής.
Πώς θα ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την οδύνη, την πικρότητα, που τον κουράζει και ταλαιπωρεί; Χρειάζεται να κοπιάσει, να πονέσει, ν’ αγωνισθεί, για να ξεπεράσει τον πόνο και να απελευθερωθεί από την οδύνη, που του πρόσφερε η γεύση της παράλογης η­δονής. Πώς θα γίνει όμως αυτό; Είναι εύκολο; Θα έ­χει αίσια αποτελέσματα; Αξίζει ν’ αγωνίζεται και κο­πιάζει κανείς; Θα πραγματοποιηθεί δια του υπομονετικού, επίμονου, επιμελούς, δοκιμασμένου καλά και παραδεδομένου, γνήσιου ασκητικού αγώνος της Εκκλη­σίας μας. Η υπάρχουσα οδύνη της αμαρτίας θ’ ανα­χωρήσει μόνο διά μιας νέας οδύνης, βίας και ασκήσε­ως. Όταν όμως ο άνθρωπος για διαφόρους λόγους δεν αγαπά, δεν προσλαμβάνει και δεν ενστερνίζεται το α­παραίτητο, ασκητικό, μαρτυρικό φρόνημα της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε ο Πανάγα­θος Θεός, που θέλει όλους να μας σώσει και να έλθουμε σ’ επίγνωση της αληθείας, δεν μας εγκαταλείπει, δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλά μας επισκέπτεται δι’ ενός άλλου τρόπου για να μας βοηθήσει.
Ποιος είναι αυτός ο άλλος τρόπος; Οι διάφοροι πειρασμοί, οι πολλές δοκιμασίες, οι καθημερινές θλί­ψεις, οι έκτακτες ασθένειες, σωματικές ή ψυχικές. Ό­λα αυτά παραχωρούνται, επιτρέπονται από τον Θεό για την ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία μας. Με αυ­τές τις προϋποθέσεις και αυτή την προοπτική, αντι­λαμβάνεσθε αγαπητοί μου, το βαθύ θέμα του πόνου και του νοήματός του στη ζωή μας. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ατυχία, για κακή ώρα, για δυστυχία και τραγωδία, όπως λέγεται, αλλά γιαεπίσκεψη Θεού, ευ­λογία, τρόπο και οδό προς αγιασμό, σωτηρία και λύ­τρωση.
Η υπομονή λοιπόν στον πόνο και η προσευχητική καρτερία φέρει την επίσκεψη της θείας Χάριτος. Ο έτσι καλοδεχούμενος πόνος καθαρίζει την ψυχή. Αποδεικνύουμε την αγάπη μας στον Χριστό, με την αγόγγυστη υπομονή στον πόνο. Ο πόνος είναι ένας σταυρός, πάνω στον οποίο σταυρώνουμε τα πάθη μας. Μέσα από αυτή τηνεκούσια σταύρωση θ’ αναστηθεί ο αναγεννημένος εαυτός μας.
Ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής τονίζει πως η υπομο­νή στους πόνους των θλίψεων δίνει αληθινή γνώση και μεγάλη ωφέλεια. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος συνεχίζοντας λέγει πως αυτή η υπομονή στους πειρασμούς θα στεφθεί από χαρά, στην οποία προκαταβολικά πρέπει να ελπίζουμε κατά την αδιάψευστη εντολή του Κυρίου.
Ο πόνος, αδελφοί μου, ταπεινώνει τον άνθρωπο. Μέσα από την αδυναμία του μπορεί ν’ αναζητήσει τη δύναμη στον Θεό και να την έχει. Αν θελήσει να τα βγάλει πέρα μόνος του θα ταλαιπωρηθεί αρκετά και θα πονέσει σίγουρα πιο πολύ. Είναι μία ευκαιρία, να υποχωρήσει ο ατομισμός, η αυτάρκεια, η επικίνδυνη τάση για αυτοθέωση, που αποτελεί πονηρή ψευδαί­σθηση αυτοδυναμίας και αυτοδικαιώσεως, κι έτσι να οδηγηθεί στη σωτήρια μετάνοια, αποφασιστικά και α­μετάκλητα, γενναία και σταθερά, δίχως διλήμματα, ο­πισθοχωρήσεις και δαιμονοκίνητες αναβολές.
Ο πιστός παραδίδεται ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού. Λέγει κι εννοεί το «γενηθήτω το θέλημά Σου» της Κυριακής προσευχής. Η πίστη στον Θεό α­ποτελεί ένα διάφορο πόνο. Καλείται ο πιστός ν’ απα­γκιστρωθεί από το «ίδιον θέλημα», το κοσμικό περι­βάλλον, πρόσωπα και πράγματα αντίθεα, ιδέες και μέ­ριμνες παγιδευτικές. Ο πιστός προσκαλείται να μετα­ποιήσει τα πάθη σε αρετές και να μεταμορφώσει τη ζωή του.
Ένας ζωντανός και δυνατός οργανισμός, όταν νοσεί κάνει υψηλό πυρετό. Μη φοβόμαστε τον πυρετό. Είναι ένα σήμα. Κάτι δηλώνει. Ας μη σπεύσουμε να πάρουμε αντιπυρετικά. Ας αναζητήσουμε ως καλοί ιατροί την αιτία, την αφορμή, την προέλευση του ενοχλητικού πυρετού. Η πλούσια παράδοσή μας μας δι­δάσκει πως η κρίση του πόνου μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τα αντισώματαεκείνα που τελικά θα μας σώσουν. Η αντιμετώπιση του πόνου θέλει μεγάλη προσοχή και υπομονή.
Ο άγιος Διάδοχος, επίσκοπος Φωτικής της Ηπεί­ρου, θεοφώτιστα και θεοχαρίτωτα αναφέρει στις θε­σπέσιες γραφές του ένα λόγο υπέροχα παρηγορητικό για πολλούς: «Ο υπομείνας χρόνιον ασθένειαν αγογγύστως ως μάρτυς παραλειφθήσεται». Αυτός, λέγει, που έχει μία χρόνια και ανίατη ασθένεια και την υπο­μένει στο κρεβάτι του πόνου δίχως να γογγύζει, αυτόν θα τον παραλάβει ο Κύριος κοντά Του ως ένα μεγαλομάρτυρα. Για να έχει όμως κανείς, αγαπητοί μου αδελ­φοί, τη μεγάλη καρτερικότητα και υπομονή να μη γογγύζει, ασφαλώς και βεβαίως θα πρέπει ναπιστεύει θερμά στον Θεό και να προσεύχεται ταπεινά. Κατά τονάγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον νέο οικουμενικό διδάσκαλο, η προσευχή δεν είναι απλά μία νοητική ε­νέργεια που απευθύνεται έκτακτα στον Θεό, είναι πράξη καρδιακής καθάρσεως, στην οποία μετέχει ό­λος ο άνθρωπος.
Ο ασθενής, λοιπόν, που υπομένει τον πόνο κι ευ­χαριστιακά και δοξολογικά προσεύχεται, ενισχύεται, παραμυθείται, απαλλάσσεται από την εμπάθεια και την ηδυπάθεια κι αισθάνεται το μέγα έλεος του πανά­γαθου Κυρίου. Στην κατάσταση της απάθειας η επιθυ­μία του ανθρώπου δεν νεκρώνεται, αλλά κατά την πατερική διδασκαλία μεταμορφώνεται. Αυτά όμως μόνο όταν τα ζει καλά κανείς, μόνο τότε μπορεί άνετα να τα εκφράσει και να τα περιγράψει. Είναι πολύ διαφορετικό να ξέρω ότι υπάρχει κάπου πολύτιμος θησαυ­ρός, από το να τον έχω δικό μου, να γνωρίζω δηλαδή τι σημαίνει να είσαι αληθινός Ορθόδοξος χριστια­νός.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει πως ύλη της θεώσεως είναι η καθαρότητα. Η ασθένεια, όπως είπα­με, καθαρίζει τον άνθρωπο, όπως και η ταπεινή ά­σκηση -το μόνο που έχει να δώσει ο άνθρωπος στον Θεό. Με όλα τα παραπάνω πού καταλήγουμε αδελφοί μου; Ότι είναι καλύτερα να είμαστε άρρωστοι; Να μη προσευχώμεθα υπέρ της υγείας μας; Ν’ αγαπούμε τον πόνο; Όχι. Δεν επιζητούμε νοσηρά τον πόνο στη ζωή μας. Όταν όμως έλθει, που κάποτε με κάποιο τρόπο σίγουρα θα έλθει, μη πανικοβληθούμε, μη τρομάξου­με, μη φύγουν όλα κάτω από τα πόδια μας, μην απογοητευθούμε, μη μελαγχολήσουμε, μη τα βάλουμε με τον Θεό, μη Τον θεωρήσουμε τιμωρό κι εκδικητή, μη Τον αγνοήσουμε, μη Τον λησμονήσουμε, μη δεν προ­σευχηθούμε. Αν φαίνεται να καθυστερεί να μας απα­ντήσει, δεν σημαίνει διόλου ότι δεν μας παρακολου­θεί, προσέχει και ακούει. Το σχέδιο της σωτηρίας μας μπορεί να φαίνεται ότι καθυστερεί, υφαίνεται όμως προσεκτικά και μυστικά. Δεν επιζητούμε αστόχαστα τον πόνο στη ζωή μας, αλλά αν και όποτε μας επισκε­φθεί, ας αναζητήσουμε καρτερικά το κρυμμένο και βαθύ νόημα της επισκέψεώς Του. Μπορούμε ν’ ανα­πτύξουμε μαζί Του ένα σημαντικό διάλογο, που ν’ αποτελέσει σταθμό στη ζωή μας και να νοηματισθεί ό­λος ο βίος μας και να λάβει άλλη διάσταση και νέα προοπτική. Σας μιλά αδελφικά ένας πονεμένος.
Η ανάσταση ακολουθεί πάντα τη σταύρωση. Ο θάνατος μας συνοδεύει στην αιώνια και πανευφρόσυνη ζωή, όπου «ουκ έστι λύπη, πόνος και στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος». Αυτή την άλυπη, άπονη και αγόγγυστη παραδείσια ζωή προγεύεται, κατά τον υπέ­ροχο άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ο πιστός που έ­χει παραδώσει εκούσια όλη του τη ζωή στα χέρια του Χριστού, όπως λέμε σε κάθε θεία λειτουργία του α­γίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Με όλη μου την καρδιά, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου και με όλη τη θέρμη του είναι μου εύχομαι ταπεινά και προσεύχομαι συνέχεια, αδελφοί πεφιλημένοι, ο πόνος των ασθενειών, των πειρασμών και των θλίψεων, να μη σας απογοητεύσει ποτέ. Ο πόνος να σας κάνει πιο υγιείς ψυχικά, πιο ώριμους πνευματικά, πιο καλλιεργημένους καρδιακά. Ο πόνος να συνδράμει στη νοηματοδότηση της ζωής σας και στην ουσιαστική σχέση σας με τον ζώντα Χριστό, τους φίλους του Χριστού, τους Αγίους και την Παναγία, τ’ άγια μυστήρια και την αγία μας μητέρα Ορθόδοξη Εκκλησία, στην αγκάλη της οποίας όλοι οι πονεμένοι αναπαυόμαστε.
Εύχεστε και υπέρ εμού.

Άγιον Όρος Ιερά Σκήτη Κουτλουμουσίου Πάσχα 2008
ελάχιστος μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

(“ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2008)

impantokratoros.gr

ΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΑΓΙΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ



Στην παράδοση του Αγίου Όρους υπάρχει μια έντονη πολεμική κατά των αιρέσεων και ειδικότερα κατά τουΠαπισμού.

Στο παρόν κείμενο θ’ αναφερθούμε κυρίως στην δράση των Αγιορειτών αγίων κατά των εχθρών της Αληθείας και της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θεωρούμε ότι η πτυχή αυτή της αγιορείτικης ιστορίας και παραδόσεως δεν είναι τόσο γνωστή κι έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία και σημασία σήμερα. 

Οι άγιοι δεκατρείς μάρτυρες της μονής Καντάρας (1231), που λέγεται πως ξεκίνησαν την άσκησή τους από τον ιερό Άθωνα, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στη Κύπρο, κλήθηκαν να αρνηθούν την πίστη τους από τους Λατίνους. Αγέρωχοι και απτόητοι υπέστησαν σκληρά βασανιστήρια και είχαν μαρτυρικό τέλος μένοντας σταθεροί στην ορθόδοξη πίστη.

Ο κτήτορας της Αθωνικής μονής Χιλανδαρίου Άγιος Σάββας (1236), πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, στήριξε την ορθόδοξη πίστη και καταπολέμησε τις αιρέσεις με την γλυκύτητα της ακραιφνούς διδασκαλίας του, που είχε διδαχθεί από την μακρά παραμονή του στον Άθωνα.

Ο οσιομάρτυς Ιωάννης Δοχειαρίτης (1275), για την υποστήριξή των ορθών δογμάτων έναντι των Λατίνων στη Θεσσαλονίκη δέχθηκε διωγμούς, τους οποίους υπέμεινε άριστα. Για την ομολογία του υπέστη μαρτυρικό θάνατο από προδότη φιλενωτικό και λατινόφρονα μαθητή του. Το αυτό και ο μαθητής του Γρηγόριος Δοχειαρίτης(1275), ο οποίος έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου υπερασπιζόμενος απτόητα τα ορθόδοξα δόγματα.

Ο άγιος Ιωαννίκιος ο Α’ (1279), αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, από ηγούμενος του Χιλανδαρίου, ποίμανε βάσει των ιερών Κανόνων το ποίμνιό του. Διαφύλαξε αλώβητη την ορθόδοξη πίστη. Δεν συμμετείχε στην κίνηση για την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Καθολικισμό, που ενεργούσε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1261-1282).

Ο Οσιομάρτυς Κοσμάς, Πρώτος του Αγίου Όρους (1279-1280) απαγχονίσθηκε από τους Λατινόφρονες στις Καρυές μη θέλοντας να υποκύψει στα λατινικά δόγματα. Μαζί του μαρτύρησαν πατέρες Καρυώτες, Κουτλουμουσιανοί, Ιβηρίτες, Βατοπεδινοί, Ζωγραφίτες και Ξενοφωντικοί.

Ο όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής (13ος αιώνας) καταγόταν από την Ιταλία και άνηκε στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Τον εγκατέλειψε χάριν της φιλτάτης Ορθοδοξίας και μέσω Βυζαντίου ήλθε στο Άγιον Όρος. Επειδή αντιτάχθηκε στην ένωση των Εκκλησιών, εξορίσθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο, ο νηπτικός ομολογητής, Αγιορείτης όσιος.

Ο όσιος Γεράσιμος ο Σιναΐτης (1320), μαθητής του οσίου Γρηγορίου του Σιανΐτου (1346), μετά την έξοδό του από τον Άθωνα, περιήλθε την Ελλάδα ενισχύοντας τους πιστούς, βοηθώντας πολλούς να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία. Το αυτό πράττουν οι συμμαθητές του Ιωσήφ «ο ορθοδοξότατος» και Νικόλαος «ο ομολογοτής», που δέχθηκε για την πίστη του φυλακίσεις και εξορίες.

Ο άγιος Νικόδημος αρχιεπίσκοπος Πεκίου (1325), αγωνίσθηκε ακούραστα για την εκρίζωση των αιρέσεων των Βογομίλων και την στερέωση της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως. Το αυτό έργο εποίησε ο άγιος Δανιήλ ο Β’, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (1338).

Ο άγιος Θεόκλητος μητροπολίτης Φιλαδελφείας (1324/6) μεταβαίνοντας από τον Άθωνα στην Κωνσταντινούπολη ήλεγξε για την εκκλησιαστική του πολιτική τον αυτοκράτορα Μιχαήλ η’ τον Παλαιολόγο, με αποτέλεσμα να ριχθεί στη φυλακή. Ο επίσκοπος συνέχισε την ορθόδοξη διδασκαλία του σε όλη του τη ζωή απτόητα.

Ο άγιος Ισίδωρος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (U1350) διδασκάλους στον Άθωνα είχε τους αγίους Γρηγόριο Σιναΐτη και Γρηγόριο Παλαμά. Στη Θεσσαλονίκη, όπου στέλνεται να εργασθεί ιεραποστολικά, στέκεται στο πλευρό του αγίου Παλαμά και είναι ένας από τους πρώτους που πολεμά τον αιρετικό Βαρλαάμ. Ως πατριάρχης αποκατέστησε τον συνοδοιπόρο του στους αντιαιρετικούς αγώνες άγιο Παλαμά, τον οποίο χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.

Ο όσιος Νείλος ο Εριχιώτης (1355/6) υπήρξε ομολογητής αγιορείτης και πολλές υπέστη από τους κακοδόξους εξορίες και θλίψεις για την ακρίβεια της πίστεώς του.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359) υπήρξε μέγας θεολόγος. Υποστήριξε το ορθόδοξο δόγμα με γνώση, πίστη και επιμονή. Κατατρόπωσε με τους υπέροχους λόγους του τους αιρετικούς Βαρλαάμ, Ακίνδυνο και Γρηγορά. Για το σθένος του υπέμεινε διωγμούς φυλακίσεις κι εξορίες. Αν δεν είχαμε τον άγιο Γρηγόριο, σήμερα θα είμασταν τουλάχιστον Ουνίτες. Γι’ αυτό τον μισούν οι Λατίνοι μέχρι σήμερα.

Ο όσιος Θεοδόσιος Τυρνόβου (1362/3) μετά την παραμονή του στον ιερό Άθωνα επιστρέφει στην πατρίδα του Βουλγαρία κι εγκαθίσταται στην μονή Κελιφάρεβα. Η μονή αποτέλεσε φάρο Ορθοδοξίας, κέντρο αντιαιρετικό, όπου ακτινοβολούσε στη Σερβία, Ουγγαρία και Βλαχία. Ο άγιος συχνά άφηνε την ησυχία, για να υπερασπίσει τα ορθόδοξα δόγματα, που κινδύνευαν από τους ακόλουθους των αιρετικών Βαρλαάμ και Ακινδύνου, τους Αδαμιστές, τους Βογομίλους και τους Εβραίους. Στη σύνοδο του 1359 της Βουλγαρίας πρωτοστάτησε κατά των αιρετικών κι έδωσε μεγάλη χαρά στους πιστούς για την νίκη της Ορθοδοξίας κατά της πλάνης και του ψεύδους των αιρέσεων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (1379) πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες, στο πλευρό του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Έγραψε λόγους κατά του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη σύνοδο του 1351 για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε τον τόμο των πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του Παλαμά. Υπήρξε βαθύς θεολόγος και υπεράσπισε με ακαταμάχητο σθένος την Ορθοδοξία. Εξουδετέρωσε τις προσηλυτιστικές προσπάθειες των Λατίνων. Τιμάται την Ε’ Κυριακή των Νηστειών ως φύλακας της Ορθοδοξίας.

Ο άγιος Μακάριος ο Μακρής (1431) μόνασε στη μονή Βατοπεδίου. Διά του γέροντός του Δαυίδ σχετίσθηκε με τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ τον Παλαιολόγο. Ως ηγούμενος της μονής Παντοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως εστάλη από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ τον Παλαιολόγο στην Ρώμη ως αντιπρόσωπός και διακρίθηκε για την άκαμπτη στάση του και το γνήσιο ορθόδοξο φρόνημά του. Έγραψε λόγο κατά της εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όπου τονίζει τις σοβαρές μεγάλες διαφορές μεταξύ ορθοδόξων και Λατίνων.

Ο Διονυσιάτης άγιος Νήφων ο Β’ και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1508), μετά την εκθρόνισή του και κατά την παραμονή του στη Βλαχία, έσωσε την ρουμάνικη Εκκλησία από την έντονη παπική προπαγάνδα, τις διάφορες αιρέσεις, δεισιδαιμονίες και ηθοφθορίες. Παρόμοιο έργο επιτέλεσε στην Ρωσσία ο Βατοπεδινός μοναχός όσιος Μάξιμος ο Γραικός (1556).

Ο άγιος Βασίλειος Όστρογκ ο θαυματουργός (1671) έζησε αρκετά στο Άγιος Όρος. Ως επίσκοπος στην πατρίδα του Σερβία προφύλαξε σθεναρά το ποίμνιό του από τους Ιησουΐτες, τη λατινική προπαγάνδα και την Ουνία.

Ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (1745) δεν δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, που δίδασκε «αλλόκοτα δόγματα και άθεα μαθήματα» της αιρέσεως του Μολίνου. Παραβρέθηκε και σε σύνοδο, για να στηλιτεύσει την «πανσπερμία των αιρέσεων» του Μεθοδίου. Σε όλη του τη ζωή υπερασπιζόταν την ορθόδοξη παράδοση και δογματική.

Ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (1779), ο ακάματος Φιλοθεΐτης ιερομόναχος, δεν έπαυσε με αυστηρότητα να στηλιτεύει τα λάθη των Λατίνων και των Εβραίων στα πύρινα κηρύγματά του. Μαρτύρησε από το μίσος των Εβραίων και των Οθωμανών.

Οι άγιοι Κολλυβάδες Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1794), Μακάριος Νοταράς (1805), Νικόδημος Αγιορείτης (1809), Νήφων ο Χίος (1809) και Αθανάσιος ο Πάριος (1813) στους λόγους τους, στις συγγραφές και στα έργα τους υποστηρίζουν με σθένος και βαθειά γνώση την Ιερά παράδοση, τους Ιερούς Κανόνες, τα απαράβατα δόγματα της Εκκλησίας μας. Στιγματίζουν τις πλάνες τις εκτροπές, τα σχίσματα, τις αιρέσεις, τους άθεους.

Οι ένδοξοι νεομάρτυρες, οσιομάρτυρες και ιερομάρτυρες Αγιορείτες υπογράφουν με το αίμα τους την ακέραιη πίστη τους στο ορθόδοξο δόγμα και δεν διστάζουν με τόλμη και αφοβία να μιλήσουν για το ψεύδος του Ισλαμισμού και του Ιουδαϊσμού.

Τα παραπάνω στοιχεία λαμβάνουμε από λίαν προσεχώς εκδιδόμενο και από αρκετών ετών ετοιμαζόμενο έργο μας οι Άγιοι του Αγίου Όρους, οι οποίοι να πρεσβεύουν υπέρ της σεμνής, συνεπής, διακριτικής κι σώφρονης υποστήριξης της παραδοσιακής ορθόδοξης γραμμής των αγίων πατέρων μας, από όλους μας σήμερα. Σε καιρούς έξαρσης του επάρατου οικουμενισμού και του πονηρού συγκρητισμού χρειάζεται αντίσταση και αντίδραση. Όταν ο Πάπας διακηρύσσει ότι είναι ο μόνος εκπρόσωπος του Θεού και πατέρας και ποιμένας όλων των χριστιανών του κόσμου, δεν μπορούμε να τον ονομάζουμε «άγιο αδελφό»…

Γέροντος Μωυσέως Αγιορείτου
Εκ της εφημερίδος «Ορθόδοξος Τύπος»

Παιδί μου, φοβάσαι;




Να σκέφτεσαι τον Θεό πολύ. Να πηγαίνεις στην εκκλησία, όχι για μένα, αλλά για τον Θεό. Να κάνεις ότι ικανοποιεί την ψυχή σου. Ο Θεός μόνο μπορεί να θεραπεύσει τους φόβους σου. Πολύ λίγοι άνθρωποι μπορούν σήμερα να σε ξεδιψάσουν. Η σχέση μας με τον Θεό είναι μια συνεχής πάλη. Να θεωρείς τυχερό τον εαυτό σου όταν προσεύχεσαι. Να ευχαριστείς τον Θεό που τώρα σου έτυχε αυτό και όχι νωρίτερα, που όπως καταλαβαίνεις, δεν θα μπορούσες να το σηκώσεις. Η αδυναμία σου παιδί μου, δεν έχει τόση σημασία πια, αφού ομολογείς αληθινά ότι είσαι αδύναμος. Είναι η αρχή της νίκης η παραδοχή…

+μοναχός Μωϋσής, Αγιορείτης 

«Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΩ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ»

Ο αείμνηστος Γέροντας Καλλίνικος ο Ησυχαστής, ο Έγκλειστος, ο Κατουνανιώτης (1853–1930), αυτός ο μεγάλος διδάσκαλος της Νοεράς Προσευχής, λίγο πριν την τελευτή του είδε σε όραμα τους Αγιορείτες Οσίους να τον προσμένουν στον ουρανό βαστώντας λαμπάδες. Έλαμψε όλος από χαρά.
Τα τελευταία του λόγια ήταν:
«Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου που, αν και δεν έκανα τίποτε στη ζωή μου, πεθαίνω Ορθόδοξος».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΚΕΙΜ
(1893–1988)

[Μωϋσέως Μοναχού Αγιορείτου
(1952–2014):
«Αγιορείτικες διηγήσεις
του Γέροντος Ιωακείμ»
(1893–1988),
κεφ. 45ο, σελ. 124,
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», 
Θεσσαλονίκη 1998.]


Η σιωπή σκεπάζει το μαρτύριο του πονεμένου, του αναγκεμένου, του δυστυχισμένου. ( Μοναχού Μωυσή Αγιορείτου )

Η σιωπή συντροφεύει τις μεγάλες ώρες των αγίων, τις ιερές ώρες της περισυλλογής, της αυτοσυγκέντρωσης, της αυτομεμψίας, της μελέτης, της προσευχής.
Η σιωπή καλύπτει την έρευνα, την αγρυπνία, την ανακάλυψη του σοφού επιστήμονα. Η σιωπή σκεπάζει το μαρτύριο του πονεμένου, του αναγκεμένου, του δυστυχισμένου.
Τις ώρες της σιωπής τελεσιουργούνται τα μεγάλα θαύματα, οι αδιαφήμιστες ηρωικές πράξεις, οι μυστικές προσωπικές επαναστάσεις, η γνωριμία με τον άγνωστο εαυτό μας. Έτσι έχουμε τη σημαντική σιωπή του αγίου, την κορυφαία σιωπή του σοφού, την υπομονετική σιωπή του ήρωα, την ακριβή σιωπή του υπομονετικού κι επίμονου, την ευαγγελική σιωπή του αυτοθυσιαζόμενου.

Κουραστήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία. Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά. Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων. Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους. Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν’ ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, την εναγώνια φωνή της συνειδήσεως μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά. 

Μοναχού Μωυσή Αγιορείτου

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ



Ο άνθρωπος, αγαπητοί μου, αρχίζει να λέγεται πνευματικός, από τη στιγμή που ασχολείται συνειδητά με τον εαυτό του, αρχίζει ν’ αντιλαμβάνεται την αμαρτία μέσα του, παύει να περιεργάζεται τους άλλους, μετανοεί και προσεύχεται. Το να δει κάποιος την πραγματική του κατάσταση είναι βεβαίως αποτέλεσμα ισχυρής θελήσεως, αλλά και δυνατής θείας βοήθειας. Γι’ αυτή την ώρα θα λέγαμε υπάρχει κυρίως ο Χριστός, ο οποίος τρέχει πλάι μας για να μας συνδράμει σημαντικά κι αποτελεσματικά, εφόσον συνεχίζουμε αληθινά να το θέλουμε. Γιατί πολλές φορές ξεκινάμε κάτι χωρίς να το τελειώνουμε. Μάλιστα στην περίπτωση αυτή ο κίνδυνος είναι εύκολος, γιατί ο φόβος του τι θα συναντήσουμε, ο συνεχής και σκληρός αγώνας που χρειάζεται, για να τελεσφορήσει το έργο, κι ο πειρασμός που εμβάλλει λογισμούς δειλίας, είναι εμπόδια αρκετά ικανά.

Αφού γνωρίσουμε τον εαυτό μας θα γνωρίσουμε τον Θεό. Τότε θα μας αποκαλυφθεί το πρόσωπό μας. Τότε, αγαπώντας τον Θεό, θα αισθανόμαστε προοδευτικά το μέγεθος της αγάπης Του. Έτσι γνωρίζεται ο Θεός κι έτσι αποκαλύπτεται· κυρίως ως αγάπη. Φωτισμένος από τη θεία αγάπη ο άνθρωπος διαπερνά τον χώρο και τον χρόνο απτόητος, άφοβος, χαρούμενος, περαστικός που ενδιαφέρεται για τον σκοπό της πορείας του· την άνω βασιλεία, δίχως να περιφρονεί την παρούσα ζωή, αλλά να της δίνει μόνο τη σημασία που της αξίζει. Σε αυτή τη γνώση οδηγούνται όλες οι ψυχές που ταπεινά προσεύχονται, διακριτικά ασκούνται και ειλικρινά μετανοούν. Ο Χριστός αδυνατεί να κατοικήσει στο σκοτάδι. Και το σκοτάδι είναι η αμαρτία. Μη θέλουμε να δικαιολογούμε τις αμαρτίες μας, γιατί λυπούμε τον Θεό, γινόμαστε τότε παραβάτες των εντολών Του. Ο Χριστός μάς αφήνει αν το θέλουμε στα σκοτάδια μας, αναμένει πάντως τη μετάνοια.

Συχνά, λεγόμενες «ατυχίες» της ζωής, ασθένεια προσωπική, πτώχευση, ασθένεια ή θάνατος συγγενικών προσώπων οδηγούν τους ανθρώπους πιο κοντά στον Χριστό. Συμβαίνει όμως επίσης συχνά και εύκολα να λησμονιέται ο Χριστός, σαν περάσει το πρόβλημα. Τούτο, όπως καταλαβαίνετε, τουλάχιστον είναι ανέντιμο. Ο Χριστός δεν είναι μόνο για την «ώρα της ανάγκης». Αν κανείς δεν αποφασίσει τη μόνιμη παραμονή του «παρά τους πόδας του Ιησού», από τον Οποίο συνεχώς θα εμπνέεται, θα παρασυρθεί από τα σύγχρονα αλλότρια ρεύματα, που επίμονα μας θέλουν μακράν του Χριστού. Σ’ ένα κόσμο απάτης, απελπισίας, βίας και ύβρεως, δεν αρέσει ν’ ακούγονται λόγια αγάπης, ευγενείας και χάριτος. Στερεωμένοι επί την ασάλευτη πέτρα της πίστεως του Χριστού, γινόμαστε δυνατοί και ανίκητοι, λαμβάνοντας ως τέκνα Εκείνου την κληρονομία της νίκης Του.

Παρήλθε η εποχή των πολλών λόγων κι ο σημερινός κόσμος εναγώνια ζητά το βίωμα και το παράδειγμα. Πολλές φορές η σιωπή είναι το πιο βροντερό κήρυγμα, καθώς ειπώθηκε από τους αγίους πατέρες της ερήμου. Ένα κήρυγμα δίχως το ήθος και το ύφος του καθαρού βιώματος, καταντά κουραστικό και δίχως συνέπεια και συνέχεια. Γι’ αυτό αρκετοί νέοι ωφελούνται μόνο από τη σιωπή, τις ιερές ακολουθίες ή τα μετρημένα λόγια των μοναχών του Αγίου Όρους. Ένας σύγχρονος σοφός λέγει τα εξής βαρυσήμαντα όσο αξιοπρόσεκτα λόγια: «Τον Χριστό τον αγαπώ, αλλά τους χριστιανούς δεν τους αγαπώ, γιατί δεν μοιάζουν του Χριστού» (Γκάντι). Νομίζω έχει δίκιο. Αρκετές φορές, περισσότερο από τους θεωρούμενους αθέους, διασύρουμε εμείς το όνομα του Χριστού και προκαλούμε με την ασυνέπειά μας τη βλασφημία του παναγίου ονόματός Του. Στον παρόντα αλλοπρόσαλλο κόσμο ο άνθρωπος παρασύρεται ή επηρεάζεται ή αμβλύνει τη συνείδησή του και κάμνει συνεχώς νέες υποχωρήσεις, παραχωρήσεις και καταχρήσεις στο νου και την καρδιά του, που του αλλάζουν τα ορθόδοξα εκκλησιολογικά κριτήρια, το γνήσιο ορθόδοξο ήθος, αλλά και αυτές τις βασικές αρχές της ηθικής. Με τα τόσα πολλά που ακούει κανείς, δεν παραξενεύεται καν και δεν αντιδρά πλέον. Και όταν κάποιος απαγκιστρωθεί από τις πλεκτάνες του κόσμου και καταπιεσμένος και κατακτυπημένος φθάνει στη θύρα της Εκκλησίας, ζητώντας λιγότερο ή περισσότερο ειλικρινά, έλεος, φως, ίαση, λύτρωση και δεν βρίσκει τον θυρωρό εκεί, είναι τραγικό. Και το τραγικότερο είναι, όταν τον βρει, αλλά το βρει ανέτοιμο, κουρασμένο, απασχολημένο με πολλά άλλα, βιαστικό, προχειρολόγο, αναβλητικό, αγωνιζόμενο να δικαιολογηθεί για ν’ αποχωρήσει. Όμως ενώπιόν Του είναι ο επιστρέφων υιός του Θεού. Κλείνω όμως τώρα εδώ αυτή την παρένθεση του λόγου, λέγοντας μόνο κάτι που είπε ένας διάσημος γιατρός: «Αν είχαμε καλούς πνευματικούς, δεν θα χρειαζόμασταν ούτε ψυχιάτρους, ούτε ψυχαναλυτές» (Κ. Γιουνγκ).

Συνεχίστε όμως παρακαλώ να δίδετε την προσοχή σας, όχι σ’ εμένα, αλλά στον λόγο του Θεού, που δεν αφήνει κανέναν απληροφόρητο και δίχως να τον αναπαύσει. Σας διαβεβαιώ λοιπόν, φίλοι και αδελφοί μου, με την πείρα που μας έδωσαν οι άλλοι φίλοι μας, οι άγιοι, πως για τον Χριστό δεν υπάρχει πληγή και νόσημα που να μη θεραπεύεται. Όποια κι αν είναι η ιστορία και η κατάσταση του καθενός, μην πτοηθεί ποτέ και καθόλου. Ας γεννήθηκε σε δύσκολη εποχή και ακατάλληλες συνθήκες, ας τον συνόδευσε η φτώχεια από μικρό, ας μεγάλωσε στην άγνοια, ας δέχθηκε τη σκληρότητα άφθονη, ας παρασύρθηκε στην εύκολη ζωή, όποια κι αν είναι η δυσκολία της ζωής ή του χαρακτήρα του, αν μετανοήσει, ο Χριστός έρχεται και τα σφουγγίζει όλα και τα κάνει καινούργια.

Πολλοί είναι αυτοί που κορεσμένοι από την κενότητα του κόσμου ψάχνουν για μια διέξοδο. Φοβούνται ή αγνοούν τον χριστιανισμό; Φοβούνται τον αγώνα για τον οποίο απαραίτητα μιλά το Ευαγγέλιο κι αγνοούν οπωσδήποτε τη λυτρωτική ουσία του χριστιανισμού, που δεν γνωρίζεται και δεν βιώνεται ανώδυνα. Η κόπωση και η οκνηρία των συγχρόνων, η αγνωσία και η βιασύνη τους, τους οδηγεί δυστυχώς σε συνταγές αλλοθρήσκων, συχνά δαιμονοκίνητων ή εύκολες λύσεις ευφυών αιρετικών, που εμφορούνται από τα στοιχεία τα δολερά κι επικίνδυνα της πλάνης. Πλήθυναν, αδελφοί μου αγαπητοί, οι στοές, τα τεμένη, οι αίθουσες «χαρισματικών» στην πατρίδα μας. Η γη των ηρώων και των αγίων, η μαρτυριοπλούτιστη Ελλάδα, κατάντησε επικίνδυνο πανδοχείο που φιλοξενεί τον κάθε πονηρό και ανάξιο, εν ονόματι κάποιας ασαφούς ελευθερίας που υποσκάπτει τα θεμέλια του Έθνους και της Εκκλησίας, της Παραδόσεώς μας και της Ιστορίας μας. Προσπερνώντας προ πολλού το 2000 βρίσκουμε την Ελλάδα ανέτοιμη ν’ αντιμετωπίσει την μπότα της Ευρώπης. Παρεμένει άγνωστος ο Χριστός και στους χριστιανούς. Χρειάζεται επειγόντως επανευαγγελισμός και των χριστιανών. Χρειάζεται αγώνας.

Αρκετοί άνθρωποι δικαιολογούν την απιστία τους ή την ολιγοπιστία τους από την παρουσία της υπερβολικής και παράλογης οδύνης στον κόσμο. Την θεωρούν απουσία ή ασπλαχνία του Θεού. Θάνατοι νηπίων από πείνα ή ασθένεια, ναυάγια αθώων, αυτοκινητιστικά ατυχήματα με νεκρούς ολόκληρες οικογένειες και τόσα άλλα αφήνουν απορημένους τους ανθρώπους. Βεβαίως μόνο σ’ έναν καλοπροαίρετο μπορεί να δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση. Ο Θεός σεβόμενος απόλυτα την ιστορία της ζωής της ανθρωπότητας δεν επεμβαίνει δυναμικά να την ανατρέψει. Ο Θεός αδυνατεί θα λέγαμε να σώσει αυτούς που επ’ ουδενί δεν θέλουν να σωθούν, που Τον έχουν μ’ επίγνωση απορρίψει. Ο Θεός δείχνει τους δρόμους της απωλείας και της σωτηρίας κι αφήνει ελεύθερους τους ανθρώπους. Η συμμετοχή του Θεού στο κακό του κόσμου είναι ανύπαρκτη. Ο Θεός είναι μόνο ποιητής του αγαθού. Τ’ αποτελέσματα της ανταρσίας, της αυθάδειας, της ύβρης και της υπερηφάνειας του ανθρώπου παρουσιάζουν αυτή την ένταση του κακού, που παρασύρει κι αθώους. Επίσης, αρκετές φορές συμβαίνει, μέσα από το εξωτερικά φοβερό κι ανεξήγητο, ξαφνικό και βίαιο δυστύχημα, να υπάρχει το κρυμμένο σχέδιο του Θεού και για τους άδικα, καθώς λέγεται, χαμένους, αλλά και για τους γύρω τους. Συνήθως οι παραχωρήσεις αυτών των μεγάλων δοκιμασιών δίδονται για γενική μετάνοια. Πέρα απ’ όλ’ αυτά τ’ ατυχήματα δεν παύει ποτέ η Θεία Πρόνοια να ενεργεί. Για τον πιστό όλα αυτά είναι ξεκάθαρα κι ευκολονόητα.

Όλοι εκείνοι που προσπαθούν να εξηγήσουν τα πάντα με την πεπερασμένη τους λογική σφάλλουν, αμαυρώνουν την εικόνα του Θεού που έχουν μέσα τους και ταλαιπωρούνται από το βαρύ άγχος των λογισμών που φέρνει μια κουραστική ανία. Το αυτό πάσχουν και οι δέσμιοι της αχαλίνωτης φαντασίας που θεωρούνται κι επιτυχημένοι λογοτέχνες. Ο Χριστός που συνέδεσε τη θεότητα και ανθρωπότητα, ο Θεάνθρωπος, απαντά και δίνει λύσεις. Τον Υπέρλογο Χριστό απορρίπτουν οι παράλογοι. Τον αφήνουν στον σταυρό και συνεχίζουν να Τον βλασφημούν με τα «έργα τέχνης».

Είναι τρομερά τραγικό αυτό που συμβαίνει στον κόσμο. Προτιμά μικρές απολαύσεις και πρόσκαιρες τιμές παρά την αιώνια δόξα. Τι να είναι άραγε αυτό που μας κάνει τόσο δειλούς και ανόητους; Ν’ αρνούμαστε μια πλούσια αιωνιότητα για μια φτωχή προσωρινότητα; Να ολιγοψυχούμε και ν’ αγνοούμε τη θεία κλήση μας; Μόνο η ακράδαντη πίστη στον Χριστό μπορεί να μας κάνει να νικήσουμε το κοσμικό πνεύμα. Πρώτος ο Χριστός νίκησε τον κόσμο και η νίκη Του είναι νίκη μας – δίχως αυτό να μας δίνει καμιά έπαρση. Η μεγαλύτερη νίκη είναι να νικήσουμε την αμαρτία. Δεν είναι λίγοι οι τέτοιοι νικητές στο χθες και το σήμερα της Εκκλησίας. Ο κόπος του πολέμου για τη νίκη αυτή καταντά ασήμαντος, όταν σκεφθεί κανείς ότι συγκαταλέγεται με όλους εκείνους που εισήλθαν στην αιώνια Βασιλεία.

Ο Χριστός επανέρχεται συχνά στη ζωή μας, αν Του το ζητήσουμε και Του το επιτρέψουμε, κυρίως ως ιατρός. Οι επισκέψεις Του αυτές είναι συνήθως προσωπικές και μυστικές. Ο Χριστός ποτέ δεν θαυματουργεί προς εντυπωσιασμό κι ενθουσιασμό, θεαματικά και δημόσια. Τα περισσότερα θαύματα του Κυρίου έγιναν ενώπιον περιορισμένου αριθμού θεατών και ορισμένες φορές μόνο με τον ασθενή. Δεν επιθυμεί ο Χριστός να πείσει κατά τρόπο καταδυναστευτικό, να δημιουργήσει θόρυβο και ταραχή και οπαδούς αλλαλάζοντες. Τα θαύματα είναι σημεία της αγάπης του Θεού στον πάσχοντα άνθρωπο, που τελούνται μέσα στο ιερό κλίμα της πίστεως, της σιωπής και της ησυχίας. Γίνονται τόσα θαύματα καθημερινά στη ζωή, πολλοί τα βλέπουν και δεν τα βλέπουν, πολλοί τ’ ακούν και δεν τ’ ακούν, γιατί δεν έχουν τα μάτια και τ’ αυτιά της πίστεως. Άλλοι πάλι περιπαίζουν, αμφισβητούν, περιγελούν, ειρωνεύονται και κομπάζουν δρέποντας τους καρπούς της αμφιβολίας τους. Συνεχίζουν τη δίωξη του Χριστού από τη ζωή τους. Ο Χριστός σε όλη Του τη ζωή ήταν κυνηγημένος – έχει συνηθίσει το κυνηγητό. Και οι αληθινοί χριστιανοί ήσαν και είναι οι κυνηγημένοι, οι ακατανόητοι, γιατί είναι τέκνα του Χριστού, που δεν είναι από τον κόσμο αυτό, και γι’ αυτό τους μισεί ο κόσμος.

Υπάρχει μία ψυχολογική ερμηνεία στο σάλο που δημιουργεί το πλήθος εκείνο που υβρίζει την Εκκλησία και τον Ιδρυτή της. Τους κτυπούν για να μην τους κτυπούν κι ελέγχουν. Όμως η φωνή της συνείδησης δεν αναπαύεται ποτέ έτσι. Κι αν υπάρχουν λαθεμένοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας, αυτό δεν σημαίνει ότι μου επιτρέπεται να την εγκαταλείψω και ν’ αρνηθώ τον Χριστό. Οι σκοτεινές δυνάμεις και οι αιρετικοί εργάζονται συστηματικά προς τούτο· στο να διογκώνουν τα σκάνδαλα και να δημιουργούν άλλα. Οι απερίσκεπτοι τους ακολουθούν τότε εύκολα. Ο φίλος της αλήθειας και μεγάλος συγγραφέας Ντοστογιέφσκι, γράφει: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο αγαθό, πιο βαθύ, πιο συμπαθητικό, πιο λογικό, πιο γενναίο και πιο τέλειο από τον Χριστό. Εάν κάποιος μας αποδείκνυε ότι ο Χριστός είναι μακριά από την αλήθεια και η αλήθεια μακριά από τον Χριστό, θα προτιμούσα να μείνω με τον Χριστό παρά με την αλήθεια». Και ο φίλος του Ντοστογιέφσκι και μεγάλος θεολόγος του αιώνα μας, Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς συνεχίζει: «Δίχως τον γλυκύτατο Κυρίου Ιησού, είναι φοβερή και χωρίς νόημα αυτή η βραχύχρονη επίγεια ζωή, πολύ περισσότερο η απέραντη και ατελεύτητη αθανασία. Όπου βρίσκεται ο θάνατος, εκεί δεν υπάρχει πραγματική χαρά. Με άλλα λόγια: όπου δεν είναι παρών ο Χριστός, εκεί δεν υπάρχει αληθινή χαρά. Οι άνθρωποι μέσα στο παραλήρημα της αμαρτίας, μέσα στο μεθύσι της αμαρτίας, διακηρύσσουν ως χαρά της ζωής πολυάριθμες ανοησίες και μικρότητες. Και είναι πράγματι ανοησία και μικρότητα κάθε τι που απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Χριστό, κάθε τι που δεν του εξασφαλίζει την αγιότητα και την αθανασία του Χριστού. Και μακαριστός Γέρων Αββακούμ ο Λαυριώτης, έλεγε: «Άδειασα τον εαυτό μου για τον Χριστό! Δεν έχω τίποτ’ άλλο παρά τον Χριστό! Τίποτ’ άλλο παρά τον Χριστό και τη χαρά. Η φτώχεια είναι ωραία, διότι ελαφρύνει κι ευκολύνει. Πρέπει κανείς να είναι άδειος για να εισέλθει ο Χριστός. Κι όταν ο Χριστός είναι μαζί μου, είναι η χαρά εντός μου!».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΩΥΣΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1954–2014)

[Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου:
«Η ειρήνη των αρετών
και η ταραχή των παθών»,
–Αθωνικά Άνθη 3–
κεφ. 4ο, 61–72,
εκδόσεις «Τήνος»,
Αθήνα, 1989 (ημ. προλ.)4.]

"Ἂν συνεχιστεῖ ὁ τρόπος σκέψεως καὶ ζωῆς τοῦ παλιοῦ χρόνου καὶ στὸν νέο, τότε τί νόημα ἔχει κάθε εἶδος ἑορτῆς;"

Εἶναι μία χαρὰ κάθε νέα ἀρχή. Πρόκειται γιὰ ἕνα καινούργιο ξεκίνημα. Ἕναν φωτεινὸ ἥλιο ποὺ ἀνατέλλει μὲ νόημα καὶἐλπίδα. Κάθε νέο ξεκίνημα εἶναι ἕνα εὐχάριστο ἄθλημα. 
Ὁ νέος χρόνος δημιουργεῖ ἀπολογισμούς, σκέψεις, σχέδια, προγράμματα, συγκινητικοὺς ἐνθουσιασμούς. Χρειάζεται ὁπωσδήποτε γιὰ ὅλα αὐτὰ ὑπεύθυνος ἀγώνας. Ἡ κάθε ἀρχὴ μᾶςἀνανεώνει σημαντικά. Λησμονοῦμε τὰ παλαιὰ κι ἐπεκτεινόμαστε στὰ νέα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διδάσκει ὡραία πὼς ὁ χρόνος θὰ περάσει εὐτυχισμένα ἂν ποιεῖς εὐχάριστα τὸ θεῖο θέλημα. Ἂν ἐργάζεσαι τὴ δικαιοσύνη, ἡ ἡμέρα σου θὰ εἶναι καλή. Ἂν ἁμαρτάνεις, ἡ ἡμέρα σου θὰ εἶναι πονηρή, ταραγμένη καὶ σκοτεινή. Ἂν πιστεύεις στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἐφαρμόζεις, ὅλος ὁ χρόνος σου θὰ πηγαίνει καλά. Ἂν ὅμως παραμελεῖς τὴνἀρετὴ κι ἐξαρτᾶσαι ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἡμερῶν, θὰ μείνεις ἔρημος καὶ φτωχὸς ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθά.
Τὸ πρόσφατο παρελθὸν ποὺ ἔφυγε πῆρε μαζί του πολλὰ στοιχεῖα ἱερότητος, ὡραιότητος, εἰρήνης, ἡσυχίας καὶ χαρᾶς.Ἑορτάζουμε τί; Τὴν ἀπώλεια τῆς σοφίας, τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ πραγματικοῦ πλούτου; Ἑορτάζουμε τὴν εἴσοδο τοῦ νέου χρόνου γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε πρόσφατα κακὰ καὶ νὰ ὁλοκληρώσουμε καταστροφές; Ὁ χρόνος ποὺ πέρασε εἶχε θυμό, μίσος, κακία, οἴηση καὶ μεγάλη ταραχή. Δυστυχῶς ἡ ἴδια κατάσταση συνεχίζεται. Ἐπικρατεῖ τὸ συμφέρον, ὁ ἀτομισμός, ἡκερδοσκοπία καὶ μόνο ἡ προσωπικὴ καλοπέραση.
Οἱ χριστιανοὶ ἔμειναν θεατὲς ἁπλοὶ τῶν πικρῶν γεγονότων, κάποιοι ἐπηρεάστηκαν κιόλας καὶ ἄλλοι παρασύρθηκαν. Δὲν χαμογελᾶμε πιά, δὲν λέμε ζεστὰ καλημέρα, δὲν συμπαραστεκόμαστε εἰλικρινά. Δὲν ἀφήσαμε τὴν πονηριά, τὴν παραξενιά, τὴν γκρίνια, τὸ κουτσομπολιό, τὴν κατάκριση καὶ τὴν ἀχόρταγη ἐγωκεντρικότητά μας. Παρασυρθήκαμε ἀπὸ τὴ νοσηρὴἀπληστία, τὴ δαιμονοκίνητη χαιρεκακία καὶ τὸ κλείσιμο στὸ καβούκι τοῦ ἐγώ μας.
Ἂν συνεχιστεῖ ὁ τρόπος σκέψεως καὶ ζωῆς τοῦ παλιοῦ χρόνου καὶ στὸν νέο, τότε τί νόημα ἔχει κάθε εἶδος ἑορτῆς; Ἂν ὁ νέος χρόνος εἶναι ὁλόιδιος, γιὰ νὰ μὴν πῶ χειρότερος, τί διαφορὰ ὑπάρχει; Τί νέα ἀρχὴ θὰ τεθεῖ; Μήπως τὰ γέλια θὰ πρέπει νὰμᾶς ὁδηγήσουν σὲ δάκρυα; Μήπως θὰ πρέπει νὰ ξαναμιλήσουμε σοβαρὰ γιὰ εἰλικρινῆ μετάνοια; Ἀξίζει νὰ κάνουμε αὐτὸ τὸπολύτιμο δῶρο στὸν ἑαυτό μας. Ἂς ἀναχωρήσει ὁ παλιὸς χρόνος μὲ τὶς κακίες τοῦ ἀνεπίστρεπτα. Ἂς εἶναι ὁ νέος χρόνοςἀρχὴ οὐσιαστικῆς ἀλλαγῆς. Ἂς ἀποτελέσει σταθμὸ τῆς πνευματικῆς μας πορείας. Νὰ ἀναγεννηθεῖ ἕνας νέος ἐαυτὸς καὶ νὰ παραμείνει νέος στὸ πέρασμα τῶν χρόνων.
Δὲν γνωρίζουμε καθόλου τί μᾶς κρύβει τὸ νέο ἔτος. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ χρόνους καὶ καιρούς. Εἶναι Αὐτὸς ποὺγεννήθηκε καὶ βαπτίσθηκε ὡς ἄνθρωπος. Πειράχθηκε ὡς ἄνθρωπος, ἀλλὰ νίκησε ὡς Θεὸς καὶ μᾶς παρακινεῖ σὲ ἀντίσταση. Πείνασε, δίψασε, κουράστηκε, ἀποκοιμήθηκε, πλήρωσε φόρους, γιὰ νὰ πλησιάσει πιὸ πολὺ τὸ πλάσμα του. Τὸν ὀνομάζουν Σαμαρείτη, τὸν θεωροῦν δαιμονισμένο, τὸν πετροβολοῦν καὶ ὑπομένει ἀγέρωχα. Τὸν πετροβολοῦν, τὸν πουλοῦν, τὸν τραυματίζουν, τὸν κακοποιοῦν, τὸν ποτίζουν ξίδι, τὸν σταυρώνουν, τὸν λογχίζουν καὶ τὸν θάβουν. Προσεύχεται, δακρύζει, κατεβαίνει στὸν Ἅδη, ἀνίσταται, ἀναλαμβάνεται στοὺς οὐρανούς. Ἀποτελεῖ τὸ αἰώνιο πρότυπο καὶ γιὰ τὸν καινούργιο χρόνο καὶ γιὰ μία νέα ἀρχή.

Tου Μωυσῆ Ἁγιορείτου (†)
ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Μακεδονία 30/12/2012

Οι Χριστιανοί σήμερα



Όταν ο σύγχρονος χριστιανός μιλάει για τον Θεό, εννοεί, λίγο-πολύ, κάτι που βρίσκεται πέρα μακριά στον ουρανό, άγνωστο, ακατανόητο, φοβερό, απλησίαστο, που απλά το αποδέχεται, χρήσιμο για ώρα ανάγκης, μερικές φορές του αποδίδει μαγικές ιδιότητες και συχνά επαναλαμβάνει το ανορθόδοξο «πίστευε και μη ερεύνα». 

Κατά τ΄ άλλα αυτή η πίστη στο Θεό δεν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στη ζωή του χριστιανού. Μπορεί να εκκλησιάζεται μερικές Κυριακές, να έχει στη βιβλιοθήκη του σύγχρονα πνευματικά βιβλία, παλιές εικόνες στο σαλόνι, κάποιο κομποσκοίνι στο χέρι, να δίνει και λίγη ελεημοσύνη. Όμως παραμένει ανυπόμονος στ΄ ότι οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλει, μίζερος για τα χρήματα, βυθισμένος στον ατομισμό, στην καλοπέραση, στο άγχος, στον ανταγωνισμό. Αυτό όμως δεν είναι ζωή εν Χριστώ. Μυρίζει θάνατο. 

Σε τι διαφέρει ο χριστιανός σήμερα από τον υπόλοιπο κόσμο; Όταν δεν έχει μακροθυμία, πραότητα, χαρά, απλότητα και κυρίως ταπείνωση, σημαίνει ότι δεν έχει νοιώσει τίποτε από την εν Χριστώ ζωή. Ζωή που ανακαινίζει, μεταμορφώνει και ωραιοποιεί τον άνθρωπο και μέσα από τις καθημερινές δυσκολίες. 

Η ζωή των χριστιανών μη διαφέροντας καταντά επιβίωση δίχως νόημα, ανόητη, αφού δεν μπορείς να ζεις μόνο για μια σύνταξη ή για ένα δεύτερο διαμέρισμα ή για ένα καινούριο αυτοκίνητο. Δεν καρτεράμε μια ουσιαστική αλλαγή, κινούμεθα δίχως ελπίδα. Έτσι, τρέχουμε συνέχεια, υφαίνοντας κατά κάποιο τρόπο το σάβανο μας. Η ζωή, λέμε και εμείς, είναι μαύρη, άχαρη, τα ίδια και τα ίδια, μουντή, θολή, ρουτίνα. 

Ο χριστιανός πρώτα-πρώτα καλείται να σκύψει και να ακούσει τη φωνή του Ευαγγελίου, που τον καλεί σε μία συνεχή διακινδύνευση της αυτάρκειας που τον διακατέχει, που πονηρού λογισμού εκείνου, που τον κινεί να λέει: ε εμείς, δόξα τω Θεώ, δεν κάνουμε τα φοβερά και αισχρά, που βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση. 

Η σκέψη αυτή είναι μάλλον δαιμονοκίνητη και ο εφησυχασμός που δίνει δεν είναι ασφαλώς καθόλου αγαθός. Δεν θα δώσουμε λόγο στο Θεό μόνο γιατί δεν πράξαμε το κακό, αλλά και γιατί δεν πράξαμε το καλό, δεν αγαπήσαμε τρυφερά την αρετή. 

Οι χριστιανοί σήμερα έχουν διπλή ζωή, δεν είναι ακέραιοι, ενοειδείς, οι αυτοί πάντα. Ο διχασμός αυτός είναι μια μεγάλη ταλαιπωρία. Ο χριστιανός δεν μπορεί άλλος να είναι και άλλος να φαίνεται, άλλα να λέει και άλλα να ενεργεί. 

Αυτή η ηθοποιΐα, καλή ή κακή, δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν χριστιανό. Η αληθινή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, χαρακτηρίζει και τις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Δεν είναι άλλος ο κυριακάτικος χριστιανός και άλλος ο καθημερινός. 

Παρατηρείται, όπως και άλλοτε έχω πει, μια ευσεβής μασκοφορία. Μια ερμηνεία της μανιώδους σπουδής του ανθρώπου για την τέλεια εξωτερική του εμφάνιση, είναι τα φύλλα της συκής, για να καλύψει την εσωτερική του κενότητα και γυμνότητα. Στ΄ ακριβότερα και ωραιότερα ενδύματα δεν αντιστοιχεί το κάλλος και η τελειότητα του εσωτερικού κόσμου. 

Ο χριστιανός παρασύρεται στις πολλές βιοτικές μέριμνες, τυρβάζει περί πολλά, αποσπάται στη μερικότητα, απολυτοποιεί το λίγο, το μικρό, αρέσκεται και προτιμά τους απαγορευμένους καρπούς, οι οποίοι του παρουσιάζονται ωραίοι, γλυκείς και ευχάριστοι, δεν θέλει να διαφέρει, δεν θέλει να αγωνίζεται, δεν θέλει να μειώνεται η ελευθερία του, λέει, να περιορίζεται. 

Έτσι, σίγουρα οδηγείται στη αξιοποίηση πραγμάτων δευτερευόντων, που τα θεωρεί πρώτα. Επανέρχεται ο δαίμονας της Εδέμ και προτείνει το γυαλιστερό που θαμπώνει και όχι το πολύτιμο, το εύκολα βλεπόμενο, το φθηνό, το διαφημιζόμενο, το των πολλών, το παραποιημένο, το μεταχειρισμένο, το αποδεκτό, το καταναλώσιμο. 

Η απόκτηση αυτή δεν είναι κατάκτηση, δεν περιέχει γνησιότητα, αγωνιστικότητα, μόχθο υπομονής και αγάπης. Εδώ έγκειται η παραπληροφόρηση, ο αποπροσανατολισμός, η παραπλάνηση στην υιοθεσία δαιμονικού ήθους, ύποπτου, ύπουλου, δόλιου τρόπου προσεγγίσεως του κόσμου. 

Με τον τρόπο αυτό δίνονται σφαλερές προτεραιότητες, πλανερές, πλασματικές, αποσπασματικές αλήθειες, ωραιοποίηση της ακοσμίας, απομονωτισμός επικίνδυνος, ναρκισσισμός νοσηρός, μετάθεση του προβλήματος, πολυχρωματισμός του κελύφους. Υπερβάλλω; 

Έχουμε μια μαγική αντίληψη περί Εκκλησίας εμείς οι χριστιανοί σήμερα. Λέμε: «Αν έρθεις στην Εκκλησία οι δουλειές σου θα πάνε καλά». Μα υπάρχουν χριστιανοί πιστοί που είναι άνεργοι, νέοι επιστήμονες αδιόριστοι, έμποροι πτωχεύσαντες. Λέμε: «Αν δεν έλθεις στην Εκκλησία θα καταστραφείς». 

Μα ο Χριστός δεν πίεσε ερχόμενος καμία συνείδηση. Δεν έχουμε το δικαίωμα να απειλούμε, να φοβερίζουμε τον κόσμο, παιανίζοντας μάλιστα ένα σκοπό που μιλά για ένα Θεό ανύπαρκτο, ένα Θεό δηλαδή τιμωρό, εκδικητή, τρομοκράτη, φθονερό, αντίδικο. Ένα Θεό που μοιράζει καλές θέσεις εργασίας, παχυλούς μισθούς, υψηλές συντάξεις, επιδόματα, ευζωΐα, μακροζωΐα και λοιπά. 

Μοιάζουμε με διαφημιστές νέων προϊόντων ομορφιάς η συνήγορους του αδικημένου Θεού. Δεν έχουμε νοιώσει ακόμη εμείς οι χριστιανοί του δύστροπου εικοστού αιώνος ότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός που σώζει και δεν σώζεται από κανέναν μας. Ο Χριστός είπε" αν θέλουμε από την καρδιά μας την τελειότητα ας τον ακολουθήσουμε. Οι σημερινοί χριστιανοί γίνονται εισαγγελείς, βασιλικότεροι του βασιλέως, με ζήλο ανεπίγνωστο, με σπουδή αδιάκριτη, με νόθο ιεραποστολισμό. 

Μα, αγαπητοί μου, όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας ήταν άρρωστοι, φτωχοί οι πιο πολλοί, συχνά κυνηγημένοι, ανήμποροι, καταφρονεμένοι, δεν τους έπιανε το μάτι σου. Ο Χριστός δοξάσθηκε στον Γολγοθά. Ο πόνος είναι συνοδοιπόρος μας στη ζωή. Το σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο σταυρός. Δεν επιτρέπεται η παραπληροφόρηση. 

Στην Εκκλησία μέσα συνεχίζεται, ενυπάρχει ο πόνος, αλλά έχει νόημα, έχει διέξοδο, οδηγεί σε ανάσταση. Δεν έχουμε το δικαίωμα ως ορισμένοι υποψήφιοι πολιτικοί να ξεγελάμε το λαό, υποσχόμενοι επίγειους παραδείσους. Ο Χριστός είπε ότι θα έχουμε στον κόσμο αυτό θλίψη. Δεν μακαρίζει όσους χασομερούν στα γέλια. 

Επιθυμούμε και δημιουργούμε ένα νεοχριστιανισμό στα μέτρα μας, στις ανάγκες μας, άκοπο, άμοχθο, πρόχειρο, εύκολο, δίχως κανέναν κόστος, αντιασκητικό, τελικά αντιευαγγελικό. 

Σε αυτή την προοπτική η Θ. Λειτουργία στο ναό είναι μια απλή ακρόαση των λεγομένων, μία θέαση των τελουμένων, που θα μπορείς να την παρακολουθείς πιο ήσυχα και από την πολυθρόνα σου στο σπίτι από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Δεν είναι θυσία, συμμετοχή, εγρήγορση, επί τω αυτώ πάντων των αδελφών συγκοινωνούντων και θερμά δεομένων. 

Εντός των χριστιανικών κοινοτήτων ο ανέστιος, ο ανέραστος, ο αφιλόξενος, ο απομονωμένος και ταλαίπωρος άνθρωπος ζητά να θερμανθεί από την αγάπη και την αλήθεια. Αν ερχόμενος συναντήσει τη δική μας απροθυμία, αφιλοξενία κι αδιαφορία, την κόπωση, την αναβολή, την αδιαθεσία και αναποφασιστικότητα, τότε θα είναι τραγικό και για εμάς και για εκείνον. Αν δεν έχουμε φως και χαρά, βίωμα και ζωή, τι να προσφέρουμε; Τ΄ άλλα τα βρήκε αλλού κι ίσως καλύτερα. 

Αν εμείς οι χριστιανοί δεν έχουμε τη χαρά της προσωπικής συναντήσεώς μας με τον Χριστό τότε τι νόημα έχει η αναγραφή της χριστιανικής μας ιδιότητας στην ταυτότητα κι ένας τυπικός εκκλησιασμός; Λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης πως αν δεν γνωρίσουμε τι μας έπλασε ο Θεός, δεν θα κατανοήσουμε τι μας έκανε η αμαρτία. Αν δεν γνωρίσουμε το φως της χάριτος, λέμε ότι είμαστε καλά και στο ημίφως. Στο φως αποκαλύπτεται η πραγματικότητά μας. Μέσα στο φως θ' αποκαλυφθεί η Αλήθεια της Εκκλησίας. 

Η Εκκλησία δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε, που νομίζουμε, που θα θέλαμε να είναι. Η Εκκλησία είναι μία μητρική αγκάλη, που όλους θέλει να σώσει, αν θελήσουν να σωθούν. Δεν είναι θεσμός, δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι παράταξη, δεν είναι σύστημα, δεν είναι μέρος. Η Εκκλησία δεν δικάζει, δεν τιμωρεί, δεν ψάχνει για οπαδούς, δεν μετασχηματίζεται, δεν διαιρεί, δεν κουράζεται, δεν ξεκουράζεται, δεν ανησυχεί να πείσει αποστομωτικά, να υποδουλώσει και να κατατροπώσει κανένα και ποτέ. Προσέξτε το παρακαλώ. 

Οι χριστιανοί σήμερα πρέπει να γίνουμε οι άνθρωποι των καθαρών βιωμάτων, να μιλά πιο βροντερά η ζωή μας η ίδια από τα πολλά λόγια μας, να μη απαιτούμε με προπέτεια το θαύμα, να μη βιαζόμαστε στην προσευχή, ν΄ ακούμε και τον άλλο, όποιος κι αν είναι, να υπομένουμε την αντίδραση, την αντίσταση του άλλου, να συνεργασθούμε με το Θεό. 

Εμείς θα του δώσουμε τον εκούσιο κόπο μας, την άσκηση, κι Εκείνος τη χάρη Του και το έλεός του, αφού πάντοτε η σωτηρία του ανθρώπου είναι συνεργία Θείας Χάριτος κι ανθρώπινης ενέργειας. Ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ΄ εικόνα Θεού κι ο σκοπός της δημιουργίας του είναι η θέωση. 

Η αποστολή της Εκκλησίας είναι η σωτηρία του κόσμου, τα μυστήρια της Εκκλησίας αγιάζουν τον αγωνιζόμενο άνθρωπο, ο οποίος καθαριζόμενος φωτίζεται και θεώνεται. Αυτή είναι η οθρόδοξη θεολογία, η ανθρωπολογία, η εκκλησιολογία και η ασκητική της Εκκλησίας μας. Μη ψάχνουμε γι΄ άλλες ατραπούς, όταν μία είναι η οδός της σωτηρίας, της θεώσεως, της τελειότητος. 

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
http://agapienxristou.blogspot.ca

Λίγα λόγια για την Ορθοδοξία

Τι είναι η Ορθοδοξία ;

Δεν θ’ αντιγράψω ορισμούς από βιβλία. Θα μιλήσω μέσα από την καρδιά μου. Ορθοδοξία είναι η μόνη αλήθεια. Είναι πρόσκληση σε μια συγκινητική και καταπληκτική περιπέτεια. Θέλει τόλμη, έχει ρίσκο, δεν είναι μια επανάπαυση σε δάφνες του παρελθόντος. Θα συμφωνήσω με τον Ντοστογιέφσκι που λέει: “Πιστεύω πως δεν υπάρχει τίποτε πιο ωραίο, πιο βαθύ, πιο δελεαστικό, πιο δημοφιλές, πιο γενναίο και πιο τέλειο από τον Χριστό…”...

Η Ορθοδοξία αυστηρά μας θέλει καθαρούς και αθώους. Έχει μεγάλες απαιτήσεις από εμάς. Δίχως Θεό θα ήμασταν σίγουρα πιο παλιάνθρωποι. Είναι αλήθεια πως δεν είμαστε άγιοι. Το χειρότερο είναι να κάνουμε τους αγίους. Αυτό δεν αρέσει διόλου στον Θεό. Η Ορθοδοξία μας θέλει ανυπόκριτους, ατόφιους, γνήσια ταπεινούς κι επιεικείς με τους άλλους. Επίσης ακαχύποπτους, αζηλόφθονους και καρτερικούς. Ο Χριστός της Ορθοδοξίας είναι προσιτός, φιλικός, ευγενικός, συγχωρητικός και συμπαθητικός. Ποτέ δεν μίλησε σκληρά στουςαμαρτωλούς ούτε ποτέ τους περιφρόνησε. Κατανοεί την αδυναμία μας, τον παρασυρμό μας, την αδυναμία μας. Δεν κακιώνει, δεν επιτιμά, δεν τιμωρεί κι εκδικείται. Συγχωρεί, αγαπά, θυσιάζεται για μας.
Ένας Εβραίος-Ρουμάνος, που έγινε στη φυλακή ορθόδοξος, γράφει στο “Ημερολόγιο της ευτυχίας” του, ο Νικολάε Στάινχαρτ: Ο Θεός “σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτή η αφηρημένη έννοια, ο ψυχρός δημιουργός, δεν είναι ο αχώρητος και αμετάβλητος Βράχμα, δεν είναι η θεότητα της γνώσης που εκδιπλώνει τους αιώνες”. Η Ορθοδοξία δεν είναι μια ωραία θρησκεία ανάμεσα στις άλλες καλές. Είναι τρόπος, στάση, ύφος και ήθος ζωής. Είναι η θυσιαστική αγάπη δίχως ανταλλάγματα. Η αγάπη των εχθρών και η συγχώρεση των πάντων. Είναι ένα σκάνδαλο και μια μωρία για τους πολύ λογικούς η Ορθοδοξία.
Η ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι η ασαφής, μπερδεμένη, δύσκολη, ακατόρθωτη. Δεν είναιγια τους ευκολόπιστους και τους φανατικούς θρησκόληπτους. Είναι για απαιτητικά πνεύματα, για αισιόδοξους και μαχητικούς. Δίνει την πραγματική ελευθερία και μακαριότητα. Η ειρήνη, η ηρεμία, η γλυκύτητα των αγίων το φανερώνει. Η Ορθοδοξία δεν είναι αναλγητικό και ναρκωτικό. Είναι συνεχής διακινδύνευση, εγρήγορση, ορθοστασία, αγρύπνια, ανάταση.
Η Ορθοδοξία δεν είναι ελληνική, είναι οικουμενική. Δεν κρύβεται στο Άγιον Όρος ή τα Ιεροσόλυμα αλλά στην καρδιά του κάθε αληθινού ταπεινού.
Όσοι θεωρούν ότι η Ορθοδοξία είναι για τους απλοϊκούς και αφελείς πλανάται πλάνη οικτρή. Αν νομίζει κανείς ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία μαθητεύουν κάποιοι χασομέρηδες, κλαψιάρηδες, λαθεύει. Οι Ορθόδοξοι αγωνίζονται για την ακεραιότητα, τη διαφάνεια και τη γνησιότητα. Δεν είναι ακατάδεκτοι, ψυχροί. Η ματαιότητα του κόσμου δεν τους μελαγχολεί, αλλά τους συνετίζει καίρια. Ο Θεός μας δεν είναι μάγος, φακίρης, ταχυδακτυλουργός και παράξενος θαυματοποιός. Δεν του αρέσουν τα μεσοβέζικα πράγματα, τα μελαγχολικά, τα βιαστικά, ανυπόμονα και χλιαρά.
Αγαπά κυρίως τ’ αληθινά, τ’ ατόφια, τα ταπεινά.
Στην Ορθοδοξία πάντοτε ελπίζουμε, μυστικά χαιρόμαστε, δεν μπορούμε να μην αισιοδοξούμε.
Ζούμε για ν’ αγαπάμε. Όποιος νομίζει ότι η Ορθοδοξία θέλει εχθρούς, μόνο πολεμά, είναι για να εξουσιάζει και να καταδικάζει, αστοχεί σοβαρά. Για ν’ αναστηθούμε θα πρέπει πρώτα να σταυρωθούμε. Η σταύρωση θέλει προετοιμασία. Η σταύρωση θέλει την ώρα της. Η Ορθοδοξία είναι σταυρωμένη, τεταπεινωμένη και αναστημένη.
Ορθοδοξία σημαίνει ορθοπραξία. Ορθή και αληθινή γνώση και καθαρή ζωή. Η Ορθοδοξία είναι παρεξηγημένη. Ίσως φταίμε κι εμείς που την παρουσιάσαμε λαθεμένα. Η Ορθοδοξία περισσότερο βιώνεται και λιγότερο διδάσκεται. Η Ορθοδοξία είναι μια στοργική μητρική αγκαλιά, που γνωρίζει ν’ αναπαύει τα τέκνα της εξαίσια.

Μωυσής Μοναχός Αγιορείτης

Ο ασπασμός της Παναγίας



Πλησιάζει ξανά η μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όλοι οι πιστοί ετοιμάζονται να πανηγυρίσουν λαμπρά τη μεγάλη θεομητορική πανήγυρη. 

Η μνήμη της είναι ιερή, θαυμαστή, εξαίσια και συγκινητική. Εορτή θαυμάσια, δοξασμένη, υπέροχη και λαοφίλητη. Οι πιστοί χαίρονται, παρότι πρόκειται για την κοίμηση της Θεοτόκου, για μετάσταση αγαπητού προσώπου. Χαίρονται που η προστάτισσά τους, η μητέρα του Θεού και των ανθρώπων, ανέρχεται στους ουρανούς για να πρεσβεύει διηνεκώς υπέρ σύμπασας της πάσχουσας ανθρωπότητος. 

Φαίνεται αντιφατικό το σχήμα. Χαρά στη νεκρώσιμη έξοδο; Πρόκειται για χαροποιό πένθος και χαρμολύπη, για την ασκητική και νηπτική γραμματεία. Οι λυπητεροί ύμνοι γίνονται χαροποιοί. Η κηδεία μετατρέπεται σε πανηγυρική εορτή. Φαίνεται παράδοξο εξωτερικά και με πρώτη ματιά. Αν εμβαθύνει κανείς, θα παρατηρήσει ότι πρόκειται για θεϊκή ενέργεια, για θαυματουργό γεγονός. Ο Υιός της Αειπαρθένου Μαρίας με τον θάνατό του νίκησε τον θάνατο. Τα δάκρυα του πένθους, της θλίψης και της στενοχώριας μεταβλήθηκαν σε δάκρυα χαράς, ευφροσύνης, αγαλλιάσεως και ελπίδος. Παραμυθεί η Θεοτόκος τους φίλους της, τους χαρίζει ωραίους λογισμούς, αισιόδοξη σκέψη, γλυκιά παρηγοριά. Η Παναγία μετέβη σε καλύτερη, ανώτερη και ωραιότερη ζωή. 

Ήταν αδύνατο ο σκοτεινός Άδης να φυλακίσει την Πανυπέραγνη μητέρα του Εμμανουήλ, τη γεννήσασα τον Φωτοδότη Χριστό, τον ήλιο της δικαιοσύνης, τον εωθινό αστέρα. Έτσι ο θάνατός της έγινε πύλη της ζωής και του φωτός. Οι πιστοί προσκυνώντας με ευλάβεια τις θαυματουργές θεομητορικές εικόνες λαμβάνουν χάρη και χαρά, κουράγιο και άνεση, ενίσχυση και δύναμη. Τα δάκρυα των πιστών είναι καρδιακά, άκοπα, γλυκά. Δάκρυα χάρης και χαράς, ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης, παρακλήσεως και θερμής ικεσίας. Ο ελληνικός λαός είναι θεοτοκοφιλής. Οι λυπηρές εξαιρέσεις παντού και πάντοτε υπάρχουν. 

Οι ταπεινοί και ευλογημένοι προσκυνητές των εικόνων της Παντάνασσας καταθέτουν τον πόνο τους, το πρόβλημά τους, το αίτημά τους, τη δυσκολία τους. Η πονεμένη μητέρα Παναγία τους δέχεται όλους, τους ακούει, τους παρηγορεί, τους σφουγγίζει ιδρώτες και δάκρυα, τους ασπάζεται, τους εγκαρδιώνει. Πόνεσε η Πανάχραντη πολύ και γνωρίζει να συμπονά, να συντρέχει, να δέεται συνεχώς. Μονές, εκκλησίες, εκκλησάκια, προσκυνητάρια, θυμίζουν τη χάρη της. Άπειρα τα αφιερώματα δεήσεων. Πλούσια τα δώρα ευχαριστιών. Εικόνες μουλιασμένες στο δάκρυ των ευλαβών προσκυνητών. Κάποτε δακρύζει και η ίδια η εικονιζόμενη Μεσίτρια και Πρέσβειρα όλων των πιστών. Η κάθε εικόνα της έχει μια ιδιαίτερη ιστορία κι ένα ξεχωριστό, χαρακτηριστικό όνομα. 

Η μορφή της Παναγίας μένει πάντοτε σεμνή, σοβαρή, σιωπηλή, συνετή και σεβάσμια. Μιλά όμως κι έτσι, με την πλούσια χάρη της, την καθαρότητά της, την ταπείνωσή της. Κρύβει στο ιερό πρόσωπό της ένα υπέροχο ήθος. Δίνει χαρά δίχως να γελά και να αστειεύεται, κηρύττει δίχως λόγια, αλλά με το βιωμένο της παράδειγμα, διδάσκει με την ίδια την ωραία ζωή της. Δίνει αυτό που έχει: αγάπη, υπομονή, υπακοή και καλοσύνη. Νομίζει ο προσκυνητής ότι κάτι του λέει προσωπικό η εικόνα. Αισθάνεται μέσα του να σκιρτά η λησμονημένη αθωότητα, η παιδική λιτότητα, η καρτερικότητα στους πόνους. Ένας άλλος τρόπος ζωής που ανέθρεψε πολλές γενιές με μεγάλες δυσκολίες. Στον εφετινό εορτασμό της ας ασπασθεί όλους τους προσκυνητές της, για να μην αποκάμουν και απογοητευθούν.

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

http://tokandylaki.blogspot.ca