.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παπα-Νικόλας Πλανάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παπα-Νικόλας Πλανάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πώς μαλακώνει μια σκληρή καρδιά; (Από το βίο του Αγ.Νικολάου Πλανά)



Στην οικογένεια που συχνότατα πήγαινε ο Παππούς (άγιος Νικόλαος Πλανάς), τον χώρο τους εντός της αυλής τον είχε νοικιάσει ένας τσαγκάρης κομουνιστής, εκ των σημαινόντων στελεχών. Το μίσος του προς όλους, και εξαιρετικώς προς τους ιερείς, δεν είχε όρια. Εκεί που εργαζόταν παραληρούσε μονολογώντας, από πού θα αρχίσει με την παρέα του να σφάζουν τους παππάδες.
Και έλεγε:
- «Πρώτα – πρώτα, θα σφάξουμε τους παπάδες της Ζωοδόχου Πηγής».
Και έλεγε συνέχεια και για τους άλλους. Όπως σας είπα αυτός εργαζόταν εντός της αυλής. Ο Παππούς με την καλοσύνη του πήγε κοντά του και του λέει:
- «Καλησπέρα, παιδί μου».
Εκείνος, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του από την δουλειά του, κάτι μουρμούρισε. Το άλλο Σάββατο πήγε πάλι ο Παππούς:
- «Καλησπέρα, Λουκά μου».
Εκείνος του απάντησε «καλησπέρα», και πάλι χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του. Σε τρίτη επίσκεψη, του λέει πάλι ο Παππούς:
- «Καλησπέρα, Λουκά μου, τι κάνεις παιδί μου»;
Εδέησε να πει «καλά, παππού».
Συνέχεια ο Παππούς να τον επισκέπτεται εκεί που δούλευε, ώσπου έσπασε ο πάγος. Σηκώνεται από τη δουλειά του, τού ασπάζεται με σεβασμό το χέρι, και λέει σε μας:
- «Όταν θα σκοτώσουν τους παπάδες, εγώ θα πω για τον παπα-Νικόλα να μην τον σκοτώσουν. Και όχι μόνο θα πω, αλλά θα τον περιφρουρήσω».
Κατόπιν όταν ερχόταν ο Παππούς, έσπευδε αυτός να τον συναντά και να του φιλά το χέρι. Ούτε ήξερε ο Παππούς τις προθέσεις του, ούτε από κομμουνισμό είχε ιδέα, ούτε και την μεταβολή του κατάλαβε -έτσι νομίζουμε εμείς.- Ποιος ξέρει πώς έβλεπε αυτός με το διορατικό της ψυχής του.
Λοιπόν, ο κομμουνιστής αυτός, όσα κηρύγματα και αν άκουγε και όσες συμβουλές να του έλεγαν, τίποτα από αυτά δεν θα μπορούσε να επιδράσει στην πωρωμένη ψυχή του, όσο η αγαθότητα του πολιού αυτού γεροντάκου, με το να τον επισκέπτεται όρθιος κάθε φορά, αδιαφορώντας αν αυτός κατ’ αρχήν τον περιφρονούσε. Με την ευχούλα του Παππούλη μετανόησε. Και όταν σε λίγο καιρό αρρώστησε με μία ασθένεια (παράλυση των κάτω άκρων των ποδιών του) και πέθανε σε ηλικία 30 ετών, εκοιμήθη ως καλός χριστιανός και χωρίς να… σκοτώσει κανέναν.
Αυτήν την επίδραση είχε η φυσιογνωμία του Παππού σε όσους τον γνώριζαν. Και για αυτό δεν είχε εχθρό κανέναν. Μόνο τον σατανά, αλλά και αυτόν τον εκμηδένιζε δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που είχε εγκατασταθεί στην ψυχή του».

''Ο άγιος παπα-Νικόλας Πλανάς'', εκδόσεις Αστήρ σελ. 62-63

Ο ΑΠΛΟΪΚΟΣ ΠΟΙΜΗΝ ΤΩΝ ΑΠΛΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ



Το πανάγιο και γλυκύτατο στόμα, που ο,τι είπε είναι αλήθεια, λάλησε και τούτα τα λόγια που αναπαύουν την καρδιά κάθε ανθρώπου: Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Μακάριοι οι ειρηνοποιώνει, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται.
Όσο κουραστικός είναι ο κακός και πονηρός άνθρω­πος, άλλο τόσο ξεκουραστικός είναι ο καλός και ευλαβής. Ο προφήτης Δαυίδ λέγει για τον κακόν: υπό την γλώσσαν αυτού κόπος και πόνος. Κ' οι αρχαίοι Έλληνες τον κακό τον άνθρωπο πολύ σωστά τον λέγανε μοχθηρόν, που θα πη κουραστικός. Κι αυτός ο δυστυχής άνθρωπος δεν είναι μοναχά κουραστικός για τους άλλους, αλλά κι ο ίδιος είναι κουρασμένος από τις πονηρές έγνοιες του, ενώ ο καλόψυχος και απλός είναι ξεκούραστος. Γι' αυτό ο Κύριος είπε: Ελάτε σε μένα οι κουρασμένοι κ' οι φορτωμένοι, κ' εγώ θα σάς ξε­κουράσω. Με αυτά τα λόγια δεν κάλεσε κοντά του μοναχά όσους είναι κουρασμένοι από τις θλίψεις και τις δυστυχίες της ζωής, αλλά κάλεσε κ' εκείνους που είναι κουρασμένοι και φορ­τωμένοι με τις μάταιες γνώσεις, με τις μάταιες φροντίδες και με τις πολύπλοκες πονηριές που ρίχνουν τον άνθρωπο στη απελπισία της απιστίας.
Η ομιλία του καλού ανθρώπου ξεκουράζει και ειρηνεύει, γιατί είναι ίσια, απλή κ' ειλικρι­νής, κ' η ψυχή μας ευχαριστιέ­ται να τον ακούη, σαν τον στρατοκόπο που ξεδιψά από το δροσερό νεράκι της ερημικής βρυσούλας.
Ο κόσμος ας πορεύεται στον δρόμο του, εις την ευρύχωρο οδόν την απάγουσαν εις την απώλειαν (Ματθ. ζ 13). Οι λίγοι που ξεστρατίζουνε άπ' αυτόν τον δρόμο, ζούνε μεν κρυφά από τον κόσμο, περιφρονημένοι και περιπαιγμένοι, μα αυτοί έχουνε τη μακάρια ελπίδα, που είναι αθανασία πλήρης. Οι άλλοι είναι, κατά τον απόστολο Παύλο, οι μη έχοντες ελπίδα.
Για τούτο κι ο μακάριος και αθώος γέροντας, ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς, έζησε χαρούμενος σαν νάτανε παιδάκι, εν ιλαρότητι, μ' όλες τις πίκρες που πέρασε, επειδή είχε μέσα του το Πνεύμα το Άγιο, που λέγεται Παράκλητος, δηλαδή Παρηγορητής, γιατί όποιος είναι φωτισμένος άπ' αυτό, έχει την παρηγοριά που νικά όλες τις πίκρες, κι αχτινοβολά το πρόσωπό του. Σ' αυτόν η περιφρόνηση γίνεται ευπρόσδεκτη με χαρά, η φτώχεια κ' η στέρηση γίνεται πλούτος, η κακομεταχείριση αλλάζει σε τιμή, το μίσος σε αγάπη, η απελπισία σε μακάρια ελπίδα, η θλίψη σε χαρά.
Αληθινά, είναι βλογημένοι και καλότυχοι όσοι καταλάβανε γρήγορα την πίκρα που βρίσκεται μέσα στις χαρές του κόσμου και πήγανε κοντά στον Χριστό που μακάρισε τους πτωχούς τω πνεύματι, τούς πενθούντες, τους πραείς, τους ελεήμονας, τους καθαρούς τη καρδία, τους ειρηνοποιούς.
Οι άνθρωποι με το σαρκικό φρόνημα ας τους νομίζουν δυστυχισμένους, παραπετα­μένους, περιφρονημένους, ακοινώνητους, άχαρους, στε­ρημένους, πικραμένους. Αυτοί οι καλότυχοι έχουν πάρει δώρο από τον Κύριο να αλλάζουν θαυμαστά το πένθος σε χαρά, το δάκρυο σε αγαλλίαση, και σε όσα είπαμε παραπάνω. Σ' αυτούς γίνεται το μυστήριο εκείνης της θαυμαστής καταστάσε­ως που λέγεται από τους Πατέ­ρας χαρμολύπη ή χαροποιό πένθος. Τούτα είναι τα δώρα του αγίου Πνεύματος, που είναι ακατανόητα στους σαρκικούς ανθρώπους, και που για να τα πη κανένας μεταχειρίζεται και καινούργιες λέξεις, όπως είναι η χαρμολύπη. Αυτή είναι η καινούργια γλώσσα που είπε ο Χριστός πως θα λαλήσουν όσοι θα πιστέψουν σ' αυτόν: Γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς (Μαρκ. ιστ 17).
Για τον χριστιανό, δεν υπάρχει δραστικώτερο δίδαγμα από το να διαβάζη τη ζωή ενός αγίου, προ πάντων ενός ανθρώπου που έζησε στον καιρό του, και που φάνηκε πως ήτανε άγιος από μόνος του, χωρίς να συντελέση σ' αυτό μήτε κανένας θόρυβος γι' αυτόν, μήτε κανένα εγκώμιο ειπωμένο από κάποιο επίσημο άνθρωπο. Μάλιστα, εκείνος που τον πιστέψανε για άγιο, φαινό­τανε από κάθε τι που έκανε και που έλεγε, πως δεν είχε καμμιά ιδέα για την αγιωσύνη του, αλλά το δάκρυο για τις αμαρτίες του δεν έλειπε από τα μάτια του, ενώ προσπαθούσε να ζη κρυμμένος και μοναχιασμένος, ως στρουθίον μονάζον επί δώματος. Η χαρά του κ' η ζωή του ήτανε να λατρεύη τον Θεό ημέρας και νυκτός, να κάνη Λειτουργίες, αγρυπνίες, εσπε­ρινούς, παρακλήσεις, αγιασμούς, ευχέλαια, μνημόσυνα. Έξω από αυτά, ζωή και ευτυχία δεν υπήρχε για τον γέροντα, για τον παππού, για τον παπα-Νικόλα, κατά τον προφήτη Δαυίδ που λέγει: Μία ητησάμην παρά Κυρίου, ταύτην ζητήσω, το κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου. Τού θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου, τού επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιο αυτού (Ψαλμ. κστ' 4). Και με την άσβεστη δίψα που είχε να ιερουργή, μαζι με την απλοϊκή συνοδεία του παράσερνε και τους αδιάφορους και τους ακατάνυκτους, και τους έκανε χριστιανούς. Η συνοδεία του ήτανε τα τέκνα του, υιοί και θυγατέρες τού Χριστού, ευλογημένη συντροφιά, που στη μέση είχανε τον αθώο γέροντα για οδηγό, τον καλό ποιμένα, που οδηγούσε τα πρόβατα του στα καλά και δροσερά λειβάδια της Ορθοδόξου πίστεως. Όλη η έγνοια κ' η φροντίδα τού γέροντα ήτανε η σωτηρία των προβάτων. Τα πονούσε, επειδή δεν ήτανε ο μισθωτός, που αφήνει τα πρόβατα και φεύγει.
Και πως δεν ήτανε μι­σθωτός το φανερώνει όλη η ζωή του, που την πέρασε χωρίς να αποκτήση τίποτα. Με τα χρήματα δεν είχε καμμιά συνάφεια, όπως είπαμε πρωτύτερα. Ο,τι τού δίνανε για να λειτουργήση και για να μνημονέψη, από το ένα χέρι τα έπαιρνε κι από τ' άλλο τα έδινε. Τα πρόβατά του ήθελε ν' ανακουφίση, κ' εκείνος ας ήτανε πεινασμένος, διψασμέ­νος, κουρασμένος, με στεγνό λαρύγγι, ύστερ' από χιλιάδες ονόματα που είχε μνημονέψει. Επί χρόνια έσερνε μαζί του δέματα από χαρτιά κιτρινισμένα, που απάνω σ' αυτά ήτανε γραμμένα ένα πλήθος ακαταμέτρητο ονόματα κεκοιμημένων. Ω! Τι απίστευτη απλότητα και αγαθότητα! Και πόσο μακάριοι θα είναι όσοι τεθνεώτες μνημονευθήκανε από έναν τέτοιο ιερέα!
Μεγάλο και ψυχοσωτήριο παράδειγμα για μας είναι η ζωή ενός τέτοιου ανθρώπου στον σημερινό καιρό που φούντωσε η αμαρτία, και που την κάθε λογής ακολασία την έχουν συνηθίσει τόσο οι άνθρωποι, ώστε να έχουν γίνει αναίσθητοι. Στους πλέον σκοτεινούς καιρούς, που κρύβεται το λαμπερό πρόσωπο τού Θεού από τα μάτια των ανθρώπων, η φιλανθρωπία του φανερώνει ανάμεσά μας κάποιο απεσταλμένο του, για να μας στερεώση στη πίστη με την
πολιτεία του, κι ας μη λέγη πολλά λόγια. Τέτοιος απεσταλμένος ήτανε ο παπα-Πλανάς, που μήτε γράμματα γνώριζε, μήτε είχε την ευκολία στα λόγια που έχουν εκείνοι όπου συνηθίζει ο κόσμος να τους λέγη θεολόγους, και που σπου­δάζουν στα πανεπιστήμια και στ' άλλα σχολειά και παίρνουν διπλώματα.
Γνώρισμα της Ορθοδοξίας είναι η απλότητα της καρδιάς που φέρνει την πίστη. Κι όπου υπάρχει αληθινή κι αμετασάλευτη πίστη, φανερώνουνται όλα τα πνευματικά χαρίσματα και δώρα τού Θεού.
Όλ' αυτά τα ουράνια χαρίσματα τα είχε λάβει από τον Κύριο ο παπα-Νικόλας. Όλα αυτά τα άφθαρτα διαμάντια στολίζανε εκείνο το φτωχοντυμένο γεροντάκι, που στάθηκε ο πιο ταπεινός από τους ταπεινούς. Για τούτο η θεία χάρη σκήνωσε μέσα του, κατά τον λόγο της Γραφής που λέγει:
Επί τίνα επιβλέψω, άλλ' η επί τον ταπεινό και ησύχιο και τρέμοντά μου τους λόγους; (Ης. ξστ' 2).
Ποιος άρχοντας, ποιος βαθύπλουτος έζησε σαν τον παπα-Πλανά, που δεν είχε που την κεφαλή κλίνη; Ποιος δοξασμένος αγαπήθηκε όσο αγαπήθηκε εκείνος που κρυβότανε για να μη τον δη κανένας; Ποιος ρήτορας στάθηκε πιο εκφραστικός από τον παπα-Νικόλα, που ψεύδιζε σαν νάτανε κανένα νήπιο;
Κι αληθινά, ποιος ήτα­νε πιο πλούσιος από τον αγιασμένο αυτόν γέρο­ντα, αφού τα είχε όλα στη ζωή του, χωρίς να κρατά μία δραχμή στη τσέπη του; Αυτός ζούσε σαν εκείνους τους βλογημένους που λέγει ο απόστολος Παύλος πως ήτανε μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες. Ζητούσε πρώτα τη βασιλεία τού Θεού, κι όλα τα άλλα προσετίθεντο αυτώ (Μαρκ. δ' 24). Το πιο μικρό νόμισμα δεν βραδυαζότανε στη τσέπη του. Γιατί, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολό­γος, εκείνος όπου έχει φυλαγμένα χρήματα, είναι αδύνατο να πιστεύη και να ελπίζη στον Θεό. Και τούτο είναι φανερό από εκείνα όπου είπε ο Χριστός και Θεός μας: Όπου ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών (Ματθ. στ' 21).


Φώτη Κόντογλου
Από το βιβλίο Ο παπα-Νικόλας Πλανάς, ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων, εκδ. Αστήρ