.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

ΠΩΣ ΕΚΛΕΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ

«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΣΠΙΘΑΣ», φυλ. 240, Αύγούστου 1961
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
ΠΩΣ ΕΚΛΕΓΟΝΤΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ;

«Οὐχ ἑαυτῶ τις λαμβάνει τὴν τιμήν,
ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ»
(Ἑβρ. 5, 4)

Ἡ ἀδιαφορία ἔγκλημα

Περὶ ἐπισκόπων καὶ πάλιν, ἀγαπητοί μου, ὁ λόγος. Διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Ἐπισκόπου, προωρισμένου νὰ ποιμάνη τὸν λαὸν ἐπαρχίας ἰσοβίως, ἐπὶ πολλὰ ἔτη, δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους, ποὺ προκύπτουν ἐνίοτε καὶ ἥμισυ αἰῶνος, δὲν ἀποτελεῖ παρονυχίδα. Ὄχι. 
Δὲν εἶνε θέμα ποὺ ἐνδιαφέρει μόνον τοὺς «παπάδες», τοὺς «καλογέρους» καὶ τοὺς ἐπιτρόπους τῶν ναῶν, ἀλλὰ εἶνε θέμα ποὺ πρέπει νὰ προκαλῆ ζωηρὸν καὶ ἔντονον τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ τῆς ἐπαρχίας καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ὁ Ἕλλην ὡς πολίτης, μέλος τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας δὲν ἐπιτρέπεται νʼ ἀδιαφορῆ διὰ τὴν κοινότητά του καὶ ἐπαρχίαν του, διὰ τὸ ποῖος θὰ εἶνε ὁ πρόεδρος ἤ ὁ δήμαρχος καὶ ποῖος θὰ εἶνε ὁ βουλευτής του, καὶ διὰ τὴν ἐκλογὴν τοὺ ἱκανωτέρου, κατὰ τὴν κρίσιν του, δὲν διστάζη νὰ διεξάγη εὐπρεπῶς πολιτικὴν μάχην διὰ νὰ πείση τοὺς συμπολίτας του εἰς ποίαν κατεύθυνσιν εὑρίσκεται τὸ ἀληθὲς πολιτικὸν συμφέρον των, πολὺ περισσότερον ὁ Ἕλλην ὡς Χριστιανός, ζῶν μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν πρέπει νʼ ἀδιαφορῆ διὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα τοῦ τόπου του. Δὲν πρέπει νʼ ἀδιαφορῆ ποῖοι θὰ εἶνε οἱ ἐπίτροποι τοῦ ναοῦ, πολὺ περισσότερον δὲν πρέπει νʼ ἀδιαφορῆ ποῖος θὰ εἶνε ὁ ἰερεὺς τῆς ἐνορίας του, ὅστις θὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν οἰκίαν του διὰ νʼ ἁγιάζη αὐτήν, ἀσυγκρίτως δὲ περισσότερον δὲν πρέπει νʼ ἀδιαφορῆ ποῖος θὰ εἶνε ὁ ἐπίσκοπος ὅστις ἰσοβίως θὰ κυβερνήση τὴν ἐπαρχίαν του.
Ἡ ἀρχαία νομοθεσία τῆς Ἀθηναϊκῆς Πολιτείας «ἀχρείους» (ἀχρήστους) καὶ ἀτίμους ἀπεκάλει ἐκείνους ἐκ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἐδείκνυον διὰ τὰ κοινά, ἀλλὰ παρέμενον ἀπαθεῖς καὶ ἀδιάφοροι, μόνον διὰ τʼ ἀτομικὰ καὶ οἰκογενειακά των συμφέροντα ἐνδιαφερόμενοι, καὶ διὰ τῆς ἀπαθείας καὶ ἀδιαφορίας των ταύτης ἄφηνον τοὺς ἀγύρτας καὶ τοὺς δημαγωγοὺς νὰ καταλαμβάνουν τὰ ὕψιστα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα καὶ νὰ ὁδηγοῦν αὐτὴν εἰς τὰ βάραθρα τῆς καταστροφῆς. 
«Ἀχρείους» καὶ ἡμεῖς καὶ ἀτίμους, θὰ μᾶς ἐπιτρέψητε, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶσται, νὰ ὀνομάσωμεν τοὺς χριστιανοὺς ἐκείνους τῆς σήμερον, οἱ ὁποῖοι μόνον διὰ τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῆς μικρᾶς των οἰκογενείας ἐνδιαφερόμενοι ἀδιαφοροῦν διὰ ζητήματα τῆς μεγάλης οἰκογενείας, τῆς Ἐκκλησίας των, ἀδιαφοροῦν διὰ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς ἐνορίας των, τῆς ἐπισκοπῆς των, ὑψώνουν τοὺς ὤμους των καὶ λέγουν˙ «Οὔφ, μὲ τοὺς παπάδες καὶ δεσποτάδες ἡμεῖς θʼ ἀσχολοῦμεθα; Ἔχομεν τὶς δικές μας δουλειές». Πολὺ καλά, κύριοι. 
Ἔχετε «τὶς δικές σας δουλειὲς» καὶ δὲν σᾶς μένει καιρὸς νὰ ἐνδιαφερθῆτε διὰ τὴν Ἐκκλησίαν σας; Ἀφήσατε λοιπὸν τὸ πεδίον ἐλεύθερον διὰ τὴν δρᾶσιν τῶν κακοποιῶν. Ἀφήσατε τοὺς κλέπτας τοῦ ἱεροῦ χρήματος νὰ καταλάβουν τὰ παγκάρια τῶν Ἱ. Ναῶν. Ἀφήσατε τοὺς φαύλους καὶ διαβεβλημένους, τὰ οἰκτρὰ ναυάγια τῆς κοινωνίας νὰ περιβληθοῦν τὸ τίμιον ράσον, νὰ χειροτονηθοῦν καὶ νὰ εὐλογοῦν ἀπὸ τῆς ὡραίας πύλης καὶ σᾶς καὶ τὰ παιδιά σας. Ἀφήσατε νὰ σᾶς σταλῆ ἐξ Ἀθηνῶν, κατόπιν αἰσχρᾶς συναλλαγῆς μεταξὺ τῶν ἰσχυρῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ κοσμικῶν παραγόντων, ἐπίσκοπος ἀνίκανος καὶ φαῦλος, διὰ νὰ σᾶς ἀρμέγη ἐλεεινῶς καὶ νὰ σᾶς διοικῆ δικτατορικῶς καὶ φατριαστικῶς καὶ νὰ βοοῦν οἱ δρόμοι καὶ αἱ πλατεῖαι ἀπὸ τὰ καθημερινὰ σκάνδαλα. Ἀφήσατε νὰ καταληφθοῦν ὅλα τὰ «πόστα» τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἀνάξια ὑποκείμενα. Σεῖς καὶ τὰ τέκνα σας καὶ τὰ τέκνα τῶν τέκνων σας θὰ πληρώσουν ἀκριβὰ τὴν ἀδιαφορίαν σας. Ὅ,τι κακὸν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε θὰ προέλθη ἐκ τῆς φαυλότητος καὶ τῆς ἀνικανότητος τῶν κακῶν ποιμένων, τῶν ὁποίων τὴν εἰκόνα δύνασθε νὰ ἴδητε ἐν προφητείαις Ἰεζεκιὴλ (κεφάλαιον ΛΒ΄). Ὡς λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἡ Ἐκκλησία δεξαμένη «φθόρους (διεφθαρμένους) ἀνθρώπους ἐπλήσθη ναυαγίων πολλῶν».
Διὰ τοῦτο ἡ ἀδιαφορία τῶν χριστιανῶν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν των ἀποτελεῖ ἔγκλημα, θανάσιμον ἔγκλημα, θανάσιμον ἁμάρτημα, ποὺ βλάπτει τὴν Ἐκκλησίαν ὅσον οὐδὲν ἕτερον. 
Ὦ εὐσεβὴς λαὲ τῆς Ἑλλάδος! Παῦσον τὴν ἐγκληματικὴν αὐτὴν ἀδιαφορίαν σου. Δεῖξον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν σου. Ἀγωνίσου διὰ νὰ ἀνέλθουν εἰς τοὺς ἐπισκοπικοὺς θρόνους ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους σὺ ἐκ τῆς ἐν γένει ἀναστροφῆς αὐτῶν γνωρίζεις καλλίτερον παντὸς ἄλλου ὡς ἀξίους καὶ ἰκανοὺς καὶ ἄν σὺν Θεῶ τὸ ἐπιτύχης, τότε ἡ Ἑλλάς, ἀποκτῶσα ἀξίαν πνευματικὴν ἡγεσίαν θὰ γίνη λαὸς περιούσιος, τὸ εὐτυχέστερον ἔθνος τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς Εὐρώπης ὁλοκλήρου. Ναί! Τὸ εὐτυχὲς μέλλον τῆς μικρᾶς μας πατρίδος ἐξαρτᾶται κυρίως ἐκ τῆς πνευματικῆς ἡγεσίας, ἐκ τῶν ἁγίων καὶ σοφῶν ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἥλιοι πνευματικοὶ θὰ λάμψουν εἰς τὸ στερέωμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ κοινωνίας.
Ἰδοὺ γιατὶ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν διαμαρτυρόμεθα κατὰ τοῦ σημερινοῦ τρόπου ἐκλογῆς ἐπισκόπων καὶ λέγομεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐπισκόπου πρέπει νὰ ἐπανέλθη εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν. 
Ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Τὶς δὲ εἶνε ὁ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τρόπος ἐκλογῆς ἐπισκόπων ἐν τῆ Ὀρθοδόξω ἡμῶν Ἐκκλησία, αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν θὰ τὸ εἴπωμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ θʼ ἀφήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζωτικοῦ τούτου διὰ τὴν Ἐκκλησίαν θέματος νὰ ὁμιλήση ἕνας ἐκ τῶν νεωτέρων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ὅστις ἐσχάτως ἀνεκηρύχθη ὅσιος καὶ ἑορτάζεται εἰς τὰς 14 Ἰουλίου. Θὰ ὁμιλήση ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809). Ὅ,τι λέγει φέρει τὴν σφραγίδα τῆς σοφίας καὶ τῆς ἁγιότητός του καὶ ἐλπίζομεν νʼ ἀκουσθῆ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ εὐλαβείας ἐκ μέρους ὅλων. Δὲν ὁμιλεῖ ὁ συντάκτης τῆς «Σπίθας»… Ὁμιλεῖ ὁ Ὅσιος. 
Δὲν θὰ τὸν ἀκούσετε; Ὅσοι κατέχετε ὕψιστα ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα, ὅσοι πυρετωδῶς κινεῖσθε νὰ καταλάβετε ἐπισκοπικοὺς θρόνους, ἀλλὰ καὶ σύ, ὦ λαέ, ὦ δῆμε, ποὺ δὲν ὑψώνεις τὴν φωνήν σου, διὰ νὰ φύγουν οἱ λύκοι καὶ ἐκλεγοῦν καλοὶ ποιμένες διὰ νὰ σὲ ποιμάνουν θεαρέστως, κλῆρος καὶ λαός πλησιάζετε, ἀνοίξατε τὰ ὦτά σας καὶ ἀκούσατε τὶ φθέγγεται ἡ ἱερὰ γλῶσσα ἑνὸς νεωτέρου Ὁσίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἀφοῦ ἀκούσετε, κάμετε αὐστηρὰν αὐτοκριτικὴν καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ νὰ κλαύσητε καὶ νὰ θρηνήσητε, νὰ κλαύσωμεν καὶ νὰ θρηνήσωμεν ὅλοι μας ἀνεξαιρέτως διὰ τὴν ἀθλιότητα, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε σήμερον ἡ Ἐκκλησία μας ἀκριβῶς διότι δὲν ἐφαρμόζονται πλέον οἱ χρυσοῖ λόγοι τοῦ Ὁσίου.

«Ἤ Θεόκλητοι ἤ δημόκλητοι»

Ὁ ὅσιος Νικόδημος ἀσκητεύων εἰς μίαν ἐρημόνησον τοῦ Αἰγαίου πελάγους, τὴν Σκυροπούλλαν, ἔλαβεν ἐπιστολὴν συγγενοῦς τοῦ κληρικοῦ Ἱεροθέου καλουμένου, ὅστις τὸν ἐπληροφόρει, ὅτι ἐγένετο ἐπίσκοπος Εὐρίπου καὶ ἐζήτει τὶς πολυτίμους συμβουλάς του. 
Ὁ ὅσιος εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπιστολὴς του συνέγραψεν ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα βιβλία του, τὸ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον ἤ περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων». Τὸ βιβλίον προορίζεται κυρίως διὰ τοὺς καθημένους ἐπὶ τῶν ἐπισκοπικῶν θρόνων. Μετὰ πόσης σοφίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πόσης παρρησίας γράφει πρὸς αὐτοὺς τὰ δέοντα! 
Τὸ βιβλίον τοῦτο οἱ ἐπίσκοποι καὶ ἐν γένει οἱ κληρικοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχουν ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιόν των καὶ νὰ τὸ μελετοῦν συχνά. Ὅποιος τὸ διαβάζει θαυμάζει πῶς ἕνας μοναχός, ἀπομεμονωμένος εἰς μίαν ἐρημόνησον χωρὶς κανὲν βιβλίον κατώρθωσε νὰ γράψη τοιοῦτον βιβλίον! Ἀσφαλῶς, ὡς σημειοῖ καὶ ὁ νεώτερος βιογράφος του μοναχὸς π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, ὁ συγγραφεὺς τοῦ ἀριστουργηματικοῦ τούτου βιβλίου ἐφωτίζετο ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἁγίου Πνεύματος. (Ἄγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα του. 1749-1809. Ἕκδοσις Παπαδημητρίου – Ἀθῆναι 1959 σελ. 154-171).
Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ βιβλίου ὁ ὅσιος Νικόδημος ὡς ἄριστος ἰατρὸς ερευνᾶ τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία ἐκ τοῦ ἀρχαίου της μεγαλείου κατέπεσεν εἰς τὴν ἀδοξίαν. 
Καὶ η αἰτία εὑρίσκεται εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐπισκόπων ἐξέκλινε τῆς κανονικῆς τροχιᾶς καὶ δὲν γίνεται πλέον ὡς ἐγίνετο κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἐποχήν. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξει ἡ σχετικὴ περικοπὴ τοῦ βιβλίου:
«Ὅτι τὸ πάλαι οἱ ἀρχιερεῖς δὲν ἐγίνοντο αὐτόκλητοι, ἀλλὰ Θεόκλητοι ἤ Δημόκλητοι. Καὶ τὸ παράδοξον εἶναι, ὅτι και σὺν τῆ σωρεία ὅλων τούτων τῶν ἀρετῶν μετὰ τῆς ὁποῖας ἦσαν πεπλουτισμένοι οἱ γεννᾶδαι ἐκεῖνοι καὶ τρισμακάριοι, δὲν φαίνονται ὅμως ποτέ τις αὐτόκλητος νὰ ὁρμήση εἰς τὸ μέγα τῆς ἱεραρχίας ἀξίωμα. Ἀλλʼ ἦτον ἀνάγκη, ἤ νὰ προσκληθῆ εἰς τοῦτο ὑπὸ τοὺ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου διὰ σημείων τινῶν καὶ ἀποκαλύψεων˙ ἤ τὸ ἐλάχιστον νὰ κληθῆ ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Συντόμως εἰπεῖν, ἦτον ἀνάγκη νὰ γείνη ἤ Θεόκλητος ἤ δημόκλητος. 
Ἀλλὰ καὶ τότε πάλιν, ἄλλος ἔκοπτε τὸ ὠτίον, καθὼς ὁ Ἀμμώνιος˙ ἄλλος ὑπεκρίνετο τὸν δαιμονῶντα, ὡς ὁ Ἐφραίμ˙ ἄλλος ἐκρύπτετο, ὡς ὁ Ἀκραγαντίνων Γρηγόριος˙ ἄλλος ἔφευγε καὶ ἐπλανᾶτο ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ὡς ὁ Νεοκαισαρείας Γρηγόριος˙ καὶ ἄλλος ἄλλην μηχανὴν ἐτεχνάζετο, διὰ νὰ ἐλευθερώση τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τοιούτου φορτίου βαρυτάτου, φοβούμενος τὴν ὑπερτάτην ὑπεροχὴν τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος. Άφοῦ δὲ μία τοιαύτη ἁγιωτάτη συνήθεια (ἀγνοῶ τίνος ἕνεκα ἀφορμῆς) ὀλίγον κατʼ ὀλίγον ἐξέλιπεν ἀπὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, συνεξέλιπον οἴμοι! (καλὸν γὰρ ἐνταῦθα στενάξει πικρόν) ἐν ταυτῶ καὶ τὰ προειρημένα πάντα καλά˙ ἀντεινήχθησαν δὲ τὰ ἐναντία τούτων δεινά». (Ἴδε Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον. Ἔκδοσις «Ἁγιορειτικῆς Βιβλιοθήκης» – Σωτηρίου Σχοινᾶ – Βόλος σελ. 27).
Ἠκούσατε ἀγαπητοί, τὸν ὅσιον Νικόδημον; Κατʼ αὐτὸν τὸν τρόπον ἤθελε νὰ ἀναδεικνύωνται οἱ ἐπίσκοποι. Ἤ θεόκλητοι ἤ δημόκλητοι νὰ εἶνε. Ποτὲ αὐτόκλητοι. 
Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς εἶνε σύμφωνος μὲ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διὰ τοῦ ὑπʼ ἀριθμ. 208/1958 φύλλ. τῆς Σπίθας ἀπεδείξαμεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐπισκόπων ἐν τῆ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐξέφυγεν ἐντελῶς ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ εὐσεβοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ περιῆλθεν ἀπολύτως εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐπισκόπων (ὀλιγομελοῦς ἤ πολυμελοῦς Συνόδου), οἱ ὁποῖοι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἦσαν κορυφαῖοι Ἀπόστολοι, δὲν θὰ ἔκαμνον τὴν ἐκλογήν των μόνοι, ἀλλὰ θὰ ἐκάλουν τὸν εὐσεβῆ λαὸν νὰ ἐκλέξη τοὺς κατὰ τὴν κρίσιν του ἀξίους, καὶ αὐτοὶ ὕστερον θὰ ἐνέκρινον τὸ ἀποτέλεσμα καὶ θὰ ἐχειροτόνουν τοὺς ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλεγέντας (Ἴδε Πράξ. 1, 15-26). Ἐὰν θέλη νὰ ἴδη τις κατὰ ποῖον τρόπον ἐξελέγησαν οἱ πρῶτοι ἐν Ἑλλάδι ἐπίσκοποι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἔθνους ἐκ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ, ἄς ἀνοίξη τοῦ ἀοιδίμου Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων τὰ Ἐκκλησιαστικὰ Ἀπομνημινεύματα, τόμος Β΄, σελ. 662 καὶ ἀπαισία εἰκὼν ἐκλογῆς ἐπισκόπων θὰ προβάλη ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν του. Θὰ φρίξη διὰ τὸ κατάντημα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ δυστυχῶς τὸ κακὸν μέ τινας βαρυτέρας ἤ ἐλαφροτέρας παραλλαγὰς ἐπὶ αἰῶνα καὶ πλέον ἐξακολουθεῖ νὰ διαιωνίζεται ἐν τῆ ἡμετέρα Ἐκκλησία.

Ἐπίσκοποι ζυγισθῆτε!

Τὰ χρυσᾶ αὐτὰ λόγια τοῦ ὁσίου Νικοδήμου ἄς γίνουν ἡ πνευματικὴ πλάστιγξ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἰστάμενοι οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι ἄς ζυγισθοῦν. Ἕκαστος ἐκ τῶν ἐπισκόπως ἄς κάμη τὴν σωτήριον αὐτοκριτικήν. Ἄς θέση εἰς ἑαυτὸν τὰ ἐξῆς ἐρωτήματα: «Πῶς ἐγὼ ἔγινα ἐπίσκοπος; Πῶς εἰσῆλθον εἰς τὴν μάνδραν τῶν προβάτων; Ἤμουν ὁ ἄξιος; 
Μὲ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς διά τινων σημείων, ποὺ νὰ μὲ ἔπειθον, ὅτι πρέπει νʼ ἀναλάβω τὸ βάρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος; Εἶμαι θεόκλητος; Ἤ ἐὰν δὲν εἶμαι θεόκλητος, εἶμαι τοὐλάχιστον δημόκλητος; Ἠγέρθη αὐτορμήτως καὶ σύσσωμος ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας διὰ νʼ ἀξιώση τὴν χειροτονίαν μου; Ἤμουν κάπου κεκρυμμένος καὶ ἦλθον καὶ μὲ ἐκάλεσαν νʼ ἀναλάβω τὴν πνευματικήν των διαποίμανσιν; Ἤ μήπως μόνος μου ὁ ἄθλιος ἐπεζήτησα τὴν ἐπισκοπὴν καὶ μύρια μέσα μετεχειρίσθην διὰ νὰ γίνω ἐπίσκοπος; Μήπως κατὰ τὸ κοινὸν λεγόμενον «ἔφαγα τὰ καλντερίμια» διὰ νὰ τύχω τοῦ ποθουμένου; Μήπως εἶμαι αὐτόκλητος; 
Καὶ ἐὰν εἶμαι αὐτόκλητος, ἄρα δὲ καὶ ἀνάξιος, διατὶ δὲν συναισθάνομαι τὴν μεγάλην μου ταύτην ἁμαρτίαν, ἀλλὰ ὑπερηφανεύομαι καὶ κομπάζω, ὡς τὸ ὑπερήφανον ἐκεῖνο πτηνὸν ποὺ λέγεται ταώς; Διατὶ δὲν ἀποσύρομαι εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, διὰ νὰ εὕρω ἅγιον γέροντα πνευματικὸν καὶ ἐξομολογηθῶ τὸν ἄθλιον, τὸν πονηρότατον, τὸν σατανικὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς μου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξοντώσας τοὺς ἀξίους ἀνῆλθον ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου, ἐγώ, ὅστις τὴν θέσιν τῶν προσκλαιόντων θὰ ἔπρεπε νὰ κατέχω; Ὤ! ὁ τάλας ἐγώ!». 
Ἰδοὺ καίοντα ἐρωτήματα ποὺ θέτομεν ὄχι ἡμεῖς, ἀλλὰ ἡ Ἱερὰ Ἐξομολογητικὴ εἰς τὸν πρὸς ἐξομολόγησιν προσερχόμενον ἐπίσκοπον. Ἐκτὸς καὶ ἐὰν οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι δὲν ἐξομολογοῦνται!
Ἕνας, ἀγαπητοί μου, ἕνας κληρικός, ὅστις εἰς τὴν καρδίαν του διαρκῆ διατηρεῖ τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἡ ἀρχιερωσύνη δὲν εἶνε κοσμικὸν ἀξίωμα, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταβάλη κοσμικὰ μέσα, ἀλλὰ εἶνε πνευματικὸν λειτούργημα, ἐξουσία Θεοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κληθῆ ἄνωθεν, οὐδὲποτε θὰ προτρέξη, οὐδέποτε θὰ παρακαλέση πολιτικοὺς ἤ ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντας καὶ θὰ εἴπη˙ «Κάμετέ με λοιπὸν ἐπίσκοπον καὶ θὰ σᾶς ὀφείλω αἰωνίαν εὐγνωμοσύνην». Τὸ εἶπε; 
Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶνε ἀνάξιος νὰ γίνη ἐπίσκοπος. Διότι διὰ τῆς στάσεώς του ταύτης καὶ μόνον ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει ούδεμίαν συναίσθησιν. Καὶ ἐνῶ ὅσοι κληρικοὶ ἔχουν τὴν συναίσθησιν ταύτην δὲν κινοῦνται, δὲν κτυποῦν θύρας, δὲν ἐκλιπαροῦν, οἱ ἄλλοι, οἱ ὑπερήφανοι καὶ θρασεῖς καὶ τετυφωμένοι εὑρίσκοντες, λόγω εὐσυνειδησίας τῶν πρώτων, τὸ πεδίον ἐλεύθερον, τί, ὦ Ὕψιστε Θεέ, τὶ δὲν πράττουν διὰ νʼ ἀναρριχηθοῦν ὡς αἴλουροι εἰς τὰς κορυφὰς τῶν ὑψίστων ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων; Οἱ τοιοῦτοι γνωρίζουν πολὺ καλῶς, ὅτι διὰ τὴν προαγωγήν των οὐδεμία ἀξιόλογος δρᾶσις χρειάζεται, οὔτε συγγράμματα, οὔτε κηρύγματα, οὔτε φιλανθρωπικὰ ἔργα, οὔτε βίος ἅγιος καὶ ἄμεμπτος, οὔτε θαύματα, ἀλλὰ ἕν καὶ μόνον˙ νὰ κατορθώση τις νὰ γίνη εὐνοούμενος «ἰσχυρῶν» ἐκκλησιαστικῶν ἤ κοσιμκῶν παραγόντων τῶν ἡμερῶν μας. Αὐτῶν τὰς θύρας κρούουν ἡμέρας καὶ νυκτὸς οἱ ὑποψήφιοι, οἱ ἐκ τῆς ἐπισκοπίτιδος πάσχοντες. Αὐτῶν τὰς ἀδυναμίας κολακεύουν. Αὐτῶν καὶ παρανομίας καὶ ἐγκλήματα κανονικῆς φύσεως καλύπτουν. Ὤ! Πόσον τρέμουν ἐνώπιόν των! Πόσον ἐξευτελίζονται! 
Νὰ χάσουν τὴν εὔνοιάν των; Ἀπωλέσθησαν! Περιέρχονται εἰς τὸ περιθώριον καὶ κλαίουν χειρότερον ἀπὸ τὰς νεάνιδας, αἱ ὁποῖαι ἔχασαν τὴν εὔνοιαν τῶν ἐρωμένων των καὶ κινδυνεύουν νὰ μείνουν «εἰς τὸ ράφι». Οἱ τοιοῦτοι φονεύουν τὸν ἄνθρωπον, ἵνα ἐπίσκοποι γίνουν.
Καὶ πόθεν, ἐρωτῶμεν, ὁ τοιοῦτος ἐξευτελισμὸς τῶν ὑποψηφίων; 
Βεβαίως ἐκ τῆς ἐπιπολαιότητος καὶ κενοδοξίας των, ἡ ὁποία δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ σκεφθοῦν ὁποῖος ἀκάνθινος στέφανος εἶνε ἡ ἀρχιερατικὴ μίτρα. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἀθλίου σήμερον συστήματος τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων, ἡ ὁποία κυρίως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς σκανδαλώδους εὐνοίας ἑνὸς ἐκ τῶν 3-4 «ἰσχυρῶν» Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι προσφυέστατα ὑπὸ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρὸς ὠνομάσθησαν «ἀρχιτσελιγκᾶνοι». Αὐτοὶ πρέπει νὰ συμφωνήσουν, διὰ νὰ ἐξέλθη μιτροφόρος ὁ εὐνοούμενός των κληρικός. Καὶ ἐρωτῶ ὁλόκληρον τὸ Πανελλήνιον˙ Ποῖος ἔντιμος κληρικὸς διὰ τοιαύτης μεθόδου δύναται νὰ έκλεγῆ; Εἴμεθα ὑπερβέβαιοι, ὅτι ἐὰν σήμερον ἔζη ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, οὐδέποτε θὰ ἐξελέγετο ἐπίσκοπος. Διότι οὐδέποτε εἰς τὰ χείλη τοιούτου ἀνδρὸς θʼ ἀνήρχετο ἡ φράσις˙ – Πίπτω καὶ σὲ προσκυνῶ, φιλῶ καὶ τὰ πόδια σου… κάνε με ἐπίσκοπον καὶ θὰ εἶμαι δοῦλός σου πιστὸς καὶ ἀφωσιωμένος.
Δυστυχῶς, ἀγαπητοί, ὡς ἀπέδειξαν αἱ τελευταῖαι ἐν Ἑλλάδι ἐκλογαί, ἀναζῆ ὁ Γεροντισμός, ἡ φοβερᾶ αὕτη ἐκκλησιαστικὴ νόσος, ἡ ὁποία παρʼ ὀλίγον θὰ διέλυε τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Κων/πόλεως. Ζοφερὰν εἰκόνα τοῦ Γεροντισμοῦ μᾶς δίδει εἰς τὰ Ἀπομνημονεύματά του ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Μηθύμνης Νικηφόρος Γλυκᾶς. 
Ὁ Γεροντισμὸς ἐπὶ αἰῶνα καὶ πλέον δρᾶσας ἐν Κων/πόλει ἀνύψωνε εἰς τοὺς θρόνους τὰ πλέον ἐλεεινὰ ὑποκείμενα, τοὺς ὑπηρέτας, τοὺς «τσανακογλύπτας» τῶν Γερόντων. Ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρίστων ἦτο σπάνιόν τι, ἀπετέλει ἐξαίρεσιν κανόνος. Εὐτυχῶς κατὰ τοῦ ἐπάρατου Γεροντισμοῦ ἠγέρθησαν ὑπέροχοι ἄνδρες, κατέφεραν σφοδρὰ κτυπήματα, συνέτριψαν καὶ διέλυσαν αὐτὸν καὶ διὰ νέου κανονισμοῦ ἡ ἐκλογὴ Μητροπολιτῶν καὶ Πατριάρχου, περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας μεγάλης κληρικολαϊκῆς συνελεύσεως, ἐκ δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον γενομένης ἐκλογῆς προῆλθον οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι Πατριάρχαι, οἱ εὐεργετήσαντες τὸ Γένος καὶ δοξάσαντες τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀκοίμητος φρουρὸς τοῦ νέου κανονισμοῦ ἐστάθη ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων, ὅστις μὲ ὅλην τὴν ψυχὴν τοῦ συμμετεῖχε εἰς τὰς ἐκλογὰς Πατριάρχου, ἀγωνιζόμενος διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρίστων. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ λαὸς διαπιστώνων ἀνικανότητα καὶ φαυλότητα Προκαθημένου ἐξηγείρετο ὡς εἶς ἄνθρωπος καὶ ἔρριπτε ἐκ τοῦ θρόνου τοὺς ἀναξίους (ἴδε Δημ. Μαυροπούλου, Πατριαρχικαὶ σελίδες – Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀπὸ τοῦ 1879 ἕως 1949. Ἀθῆναι 1960, σελ. 65-96).

Νέα δήλωσις

Ἀλλʼ ὅστις διὰ πρώτην φορὰν ἀναγινώσκει τὴν «Σπίθα» καὶ δὲν γνωρίζει τὸ παρελθὸν τῆς μικρᾶς αὐτῆς προσπαθείας θὰ εἴπη. «Τὶ εἶνε αὐτὸς ποὺ τὰ γράφει; Κληρικός, θεολόγος, ἀρχιμανδρίτης! Ἔ! Κατάλαβα. Φωνάζει ὁ καϋμένος, διότι δὲν τὸν ἔκαμαν ἐπίσκοπον…». Ἔτσι δυστυχῶς εἰς τὸν τόπον μας ἑρμηνεύεται ὁ πόνος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν παρʼ ἡμῖν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Δὲν διαμαρτυρόμεθα; Εἶσθε δειλοὶ καὶ συμφεροντολόγοι, μᾶς λέγουν. Διαμαρτυρόμεθα καὶ μετὰ παρρησίας λέγομεν τὰς ἀπόψεις μας; 
Τὸ κάμνετε διότι δὲν ἐγίνατε καὶ σεῖς ἐπίσκοποι. Ἐὰν ἐγίνεσθε, θὰ ἐσιωποῦσατε! Ἀλλʼ ἡμεῖς, παρʼ ὅλας τὰς καθʼ ἡμῶν ἐπικρίσεις, ἀκούομεν τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μας, λαλοῦμεν μετὰ παρρησίας καὶ ἀσκοῦμεν τὸν ἔλεγχον ὡς καθῆκον. Ἵνα δὲ ἄρωμεν πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι ἰδιοτελῆ ἐλατήρια μᾶς ὠθοῦν, ἐπαναλαμβάνομεν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἐτῶν ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ἀρχιεπισκόπου Δωροθέου γραπτῶς ὑπεβάλομεν τῆ Ἁγία καὶ Ἱερᾶ Συνόδω καὶ ἐδημοσιεύσαμεν εἰς τὸ ὑπʼ ἀριθμ. 193/1957 φύλλ. τῆς «Σπίθας». Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες! Καὶ πάλιν σᾶς λέγομεν, δὲν κρίνω τὸν ἑαυτόν μου ἄξιον διʼ Ἀρχιερωσύνην. 
Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ μὲ φωτίση, ὥστε νὰ συναισθανθῶ βαθύτερον τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Οὔτε δέχομαι υπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, καθʼ ἅς βασιλεύει ἡ εὐνοιοκρατία, νὰ ἐκλεγῶ ἐπίσκοπος παρὰ τὴν θέλησιν ἤ ἐν ἀγνοία τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀνωτέρω, ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπὸ τὸ σημερινὸν σχῆμα σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας κρινόμεθα ὅλως ἐπικίνδυνοι. Διότι ὁπαδοὶ ἡμεῖς τοῦ χωρισμοῦ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἀπὸ ἐτῶν προφορικῶς καὶ ἐγγράφως διακηρύττομεν, ἐάν ποτε νομίμως καὶ κανονικῶς ἠθέλομεν ἐκλεγῆ, μὲ ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν θὰ ἐβαδίζομεν πρὸς χωρισμόν, ἡ δὲ πρώτη πρᾶξις τῆς ἀρχιερατικῆς ζωῆς μας θὰ ἦτο, ἵνα ἐνώπιον ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ τῆς περιφέρειας ποιήσωμεν «εὐλογητὸς» καὶ σχίσωμεν εἰς μύρια τεμάχια ἀπόφασιν πρωτοδικείου, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐλύετο γάμος ὀρθοδόξων διὰ λόγον μὴ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῆς αἰωνίου κύρους νομοθεσίας τοῦ Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διότι θεωροῦμεν προδοσίαν τῆς πίστεως, τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου, ὑφʼ ὅ δίδουν τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως οἱ ἀρχιερεῖς, θεωροῦμεν, λέγομεν, προδοσίαν τῆς ὀρθοδοξίας νὰ θέτη ὁ ἐπίσκοπος τὴν ὑπογραφήν του κάτω ἀπὸ τοιαύτας ἀντιχριστιανικὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας μόνον τὸ μασωνικὸν πνεῦμα δύναται νὰ ἐπικροτήση. 
Δὲν λέγομεν τοῦτο ἐξ ὑπερηφανείας, ἀλλὰ διότι βαθυτάτη λύπη κατέχει τὴν καρδίαν μας διὰ τὴν ἐκ λόγων δουλόφρονος ὑποταγῆς εἰς τὰ ἄνομα κελεύσματα τῆς Πολιτείας καταπάτησιν τῆς Εὐαγγελικῆς νομοθεσίας ὑπʼ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε οἱ πρῶτοι φύλακες καὶ φρουροί. Καὶ ἐνῶ διὰ τὴν καταπάτησιν αὐτὴν οὐδεμία ἀκούεται σθεναρὰ διαμαρτυρία, ὑπάρχουν ἐν τούτοις Ἱεράρχαι, ποὺ εἶνε ἕτοιμοι νὰ ξιφουλκήσουν καὶ νʼ ἀγωνισθοῦν μέχρις ἐσχάτων, διότι ἡ Πολιτεία, ὀρθῶς πράττουσα, κατήργησε τὸ ἐπάρατον μεταθετὸν ἐκ τῶν μικρῶν μητροπόλεων εἰς τὰς μεγάλας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζουν οἱ τοιοῦτοι, ὅτι κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἐπιζητῶν μετάθεσιν Ἐπίσκοπος ἤ ὑπὸ κενοδοξίας ἤ ὑπὸ φιλαργυρίας ἐλαύνεται. Ἀμφότερα ὅμως ταῦτα τὰ ἐλατήρια εἶνε κατηραμένα, καὶ ἀποβαίνουν πηγὴ συμφορῶν διὰ τὴν Ἁγίαντοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν. Ἀποθάνετε, ὦ ἐπίσκοποι, ναὶ ἀποθάνετε εἰς τὰς ἐπισκοπάς, εἰς τὰς ὁποίας κατʼ εὐδοκίαν ἤ παραχώρησιν Θεοῦ ἐξελέγητε. Αὐτὴ εἶνε ἡ φωνὴ τῶν Πατέρων. 
Τὰ ἄλλα ποὺ ζητεῖτε εἶνε τοῦ πονηροῦ πνεύματος καὶ μὴ ζητεῖτε νὰ καλύψητε ταῦτα μὲ ἐπίδειξιν τοῦ ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν καλλιτέραν διαποίμανσιν τῶν μεγαλειτέρων Μητροπόεων. 
Ὑπὸ ποίων; Ὑπὸ τῶν ἀποδεδιγμένως κενοδόξων καὶ φιλαργύρων!

Θὰ συνεχισθῆ ἡ εὐνοιοκρατία;

Ἀγαπητοί μας ἀναγνῶσται! Ἡ ἀνωτέρω ἐκ νέου γενομένη δήλωσίς μας καὶ μόνον ἀρκεῖ νὰ ἀποδείξη, ὅτι δὲν μᾶς ἐκίνησεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος ἄρθρου ἰδιοτέλεια τις. Ὄχι! 
Δὲν θέλομεν, δὲν ἐπιδιώκομεν νὰ γίνωμεν ἐπίσκοποι. Ὡς Ἕλληνες ὅμως καὶ Χριστιανοὶ ἐπιθυμοῦμεν, ἵνα εἰς τὰς κενὰς μητροπολιτικὰς ἕδρας ἀνυψώνωνται ἄνδρες κληρικοί, κοπιάσαντες ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν τῶ ἀμπελῶνι τοῦ Κυρίου καὶ διαπρέποντες διʼ ἀρετὴν καὶ σοφίαν καὶ ἀπολαμβάνοντες διὰ τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν ζωήν των ἐκτιμήσεως μεγάλων μαζῶν τοῦ ἑλλην. λαοῦ. Ἀδιαφοροῦμεν, ἐὰν εἶνε ἐχθροί μας ἤ φίλοι μας. Ὑπεράνω ἀντιπαθειῶν ἤ συμπαθειῶν πρέπει νὰ πρυτανεύση τὸ ἀληθινὸν συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς οἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ ἀρχιερέων ἀπέδειξαν, ὅτι τὸ Δεσποτικὸν κόμμα ὀργιάζει ἐν τῆ Ἐκκλησία καὶ οἱ εὐνοούμενοι αὐτοῦ εἶνε οἱ ἐκλεκτοί του. Πρὸς τοὺς Ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὴν ψῆφόν των ὄχι ὑπὲρ τῶν ἀξιῶν, ἀλλʼ ὑπὲρ τῶν «γνωρίμων» τῆς αὐλῆς των, ὄχι ἡμεῖς, ἀλλʼ ἕνας ἅγιος, ὁ Συμεὼν ὁ Νὲος Θεολόγος στρεφόμενος θὰ ἔλεγε˙
«Ποῖος (ἐκ τῶν ἐπισκόπων) οὐ προέκρινε ἀξίου φίλον,
τὸν ἀνάξιον μᾶλλον ἐγκαταστήσας;
Ποῖος διʼ αἴτησιν τῶν κατὰ κόσμον
δυναστῶν, φίλων, πλουσίων, ἀρχόντων,
οὐκ ἐχειροτόνησε καὶ παρʼ ἀξίαν;
Ὄντως οὐδεὶς σήμερον τούτων ὑπάρχει».
Ἡ εὐνοιοκρατία, ἰδοὺ τὸ βαρὺ νόσημα τῆς Ἱεραρχίας μας. Ἰδοὺ ὁ ὑπʼ ἀριθμ. 1 ἐσωτερικὸς ἐχθρὸς τῆς Ἐκκλησίας μας. Θὰ δυνηθοῦν ἆρά γε θερμοί τινες ἐπίσκοποι, τοὺς ὁποίους ἐγκλείει τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, νὰ ἀγωνισθοῦν καὶ νὰ θραύσουν τὴν αἰσχρὰν εὐνοιοκρατίαν; 
Θὰ δυνηθοῦν νὰ εἴπουν εἰς τοὺς ἐν Χριστῶ ἀδελφούς των; «Ἀδελφοὶ «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας». Ἐκλέξωμεν τοὺς ἀξίους, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες βαθεῖαν τὴν συναίσθησιν, οὔτε αἰτήσεις ὑπέβαλον, οὔτε μᾶς παρεκάλεσαν διὰ νὰ γίνουν ἐπίσκοποι, ἀλλὰ μένουν εἰς γωνίαν τινα παρηγκωνισμένοι». Ἀλλὰ ἔχει τοιαύτας ρίζας ρίψει εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἡ εὐνοιοκρατία, ὥστεἀμφιβάλλομεν, ἐὰν τὸ διάβημα τῶν ἐκλεκτῶν ἐπισκόπων ἐπιτύχη. 
Ἐκ τῶν προτέρων λέγεται, ὅτι αἱ ἕδραι εἶνε διανεμημέναι μεταξὺ τῶν εὐνοουμένων τῶν «ἰσχυρῶν». Διὰ τοῦτο μία καθʼ ἡμᾶς σωτήριος λύσις ὑπάρχει: Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν μετὰ τοῦ κλήρου νὰ κινηθοῦν δραστηρίως καὶ νʼ ἀναλάβουν τὰ δικαιώματά των, τὰ ὁποῖα ἡ δεσποτοκρατία ἀφήρπασεν ἐκ τῶν χειρῶν του. Καιρὸς νὰ γνωσθῆ, ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶνε μόνον τῶν Ἀρχιερέων. Καιρὸς ὁ λαὸς νὰ ἐκλέγη. Νὰ ἐκλέγη καθʼ ὅν ὑπεδείξαμεν τρόπον (Ἴδε ἡμέτερον βιβλίον «Ἐλευθέρα καὶ ζῶσα Ἐκκλησία», Ἀθῆναι 1955 σελ. 94-101). Νὰ εἶσθε δὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ εὐσεβὴς λαός, καλούμενος εἰς κανονικὴν ἐκλογήν, ὡς συμβαίνει ἐν τῆ μεγαλονήσω Κύπρω, θὰ ἐξέλεγε τοὺς ἀρίστους. Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῶν Σερρῶν θὰ ἐξέλεγεν ὡς Μητροπολίτην του τὸν ἐθνικὸν καὶ θρησκευτικὸν ἥρωα τῆς Μακεδονίας, τὸν ἀπολαμβάνοντα τῆς γενικῆς ἐκτιμήσεως παρʼ ὅλου τοῦ Μακεδονικοῦ λαοῦ, τὸν ἀρχιμανδρίτην π. Λεωνίδαν Παρασκευόπουλον. Ποῖος πρὸς τὴν ἀξίαν του καὶ τοὺς ἀτρύτους κόπους ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ ἐκ τῶν ὑποψηφίων δύναται νὰ συγκριθῆ; Μήπως ὁ Ἅγιος Ταλαντίου Στέφανος; Σᾶς ἐρωτῶμεν, Ἅγιε Θεσσαλονίκης! Ἀπαντήσατε εὐθέως θέσαντες τὴν χεῖρά σας ἐπὶ τῆς ἀρχιερατικῆς καρδίας! Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας θὰ ἐξέλεγε μὲ μεγάλην πλειονοψηφίαν τὸν φλογερὸν κήρυκα τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν π. Βενέδικτον Πετράκην. Τὶς τούτου περισσότερον ἐκοπίασε καὶ ἐκινδύνευσεν ἐν Ἀκαρνανία; Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῶν Καλαμῶν θὰ ἐξέλεγε τὸν ἐπὶ σοφία καὶ ἀρετῆ διακρινόμενον π. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλον…
Ἀλλὰ ποῦ μᾶς παρέσυρε τὸ κῦμα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ! Ἡ αἰσχρὰ εὐνοιοκρατία, ἡ δεσπόζουσα σήμερον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας μᾶς καλεῖ νʼ ἀφήσωμεν τῆν στρατόσφαιραν τῶν ὀνείρων μας καὶ νὰ προσγειωθῶμεν εἰς τὰ ταπεινὰ καὶ ἄθλια γήπεδά της, διὰ νʼ ἀκούσωμεν τὴν θρασυτάτην φωνήν της: «Ἐγὼ διοικῶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐγὼ λοιπὸν θʼ ἀναβιβάσω εἰς τοὺς κενοὺς θρόνους τοὺς ἰδικούς μου, τοὺς ἀχρήστους, διὰ νὰ διακωμωδῆται ὁ Χριστὸς ἐν τοιαύτοις κρισίμοις ἡμέραις. Ἐγὼ θὰ ἐκλέξω, ἔχω ἤδη ἐκλέξει διὰ μὲν τὴν Μητρόπολιν Σερρῶν τὸν…, διὰ δὲ τὴν Μητρόπολιν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὡς διάδοχον τοῦ Ἱεροθέου τὸν…, διὰ τὴν Μητρόπολιν τῶν Καλαμῶν τὸν…, καὶ διὰ τὴν Μητρόπολιν Σύρου τὸν… Τὸ μυστικὸν τῆς ἐκλογῆς των δὲν θὰ σᾶς τὸ εἴπω ποτέ. Κάποιος μόνον τὸ γνωρίζει, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει συμφέρον διὰ τοιούτων ἀναξίων, ποὺ οὔτε ὡς ἐφημέριοι νεκροταφείων θὰ ἔκαμνον, νὰ ἐξευτελίζεται ἡ Ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ «ἀνάξιος», ποὺ ἠκούσθησαν κατὰ τῆς αἰσχρᾶς εὐνοιοκρατίας, δὲν ἐδίδαξον τίποτε τὴν σεπτὴν Ἱεραρχίαν; Μήπως οἱ συνήγοροι φαυλοκρατικῶν μεθόδων ἐκλογῆς θέλουν ὁ εὐσεβὴς λαὸς νὰ φθάση εἰς τὴν γενικὴν ἐξέγερσιν καὶ νʼ ἁρπάση τὰς σανίδας; Ἅγιοι Ἱεράρχοι, οἱ πονοῦντες τὴν Ἐκκλησίαν! Στῆτε καλῶς, φωνάζει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Διότι ἤγγικεν «ὁ καιρὸς τοῦ ἄρξασθαι τὸ κρῖμα ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Πέτρου 4, 17).

Ὁ μνημονεύων τόν πάπα, γίνεται παπικός, Αγίου Μάρκου του Ευγενικού


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΝ ΕΡΓΩΝ

Τοῦ κ. Nicoló Ghigi, ὑποψ. διδάκτορος, Scienze dell’ Antichitá, Πανεπιστήμιον Ca Foscari, Venezia

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς μελέτης μας ἐπὶ τῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦκατὰ τῆς ψευδο-συνόδου τῆς Φλωρεντίας, εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐξετάσωμε ἐπιμελῶς τὸ χειρόγραφο ὑπ’ ἀριθμὸν 256 τῆς ἐν Μονάχῳ Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βαυαρίας. Ὁ κῶδιξ αὐτὸς ἀντεγράφη γύρω στὸ 1445 ἀπὸ τέσσερις γραφεῖς εὑρισκομένους πολὺ κοντὰ στὸν Ἅγιο Μᾶρκο, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ τότε διάκονος καὶ ἱερομνήμων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Θεόδωρος Ἀγαλλιανός (ὁ μετέπειτα ἐπίσκοπος Μηδείας Θεοφάνης) [1], καὶ παραδίδει ἔργα ἐξαιρετικῶς πολύτιμα, ὅπως ἐπιστολὰς τοῦ ἁγίου Μάρκου πρὸς τοὺς φίλους του, προτρέποντάς τους νὰ μὴ μνημονεύουν ὅσους ἀποδέχθηκαν τὴν ἕνωσι μετὰ τῶν Λατίνων, ἢ τὸ πρωτότυπο τοῦ Ἀντιρρητικοῦ κατὰ τοῦ ὅρου τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας, γραμμένο ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἁγίου Μάρκου, Ἰωάννη Εὐγενικό.

Μεταξὺ τῶν ἐλασσόνων κειμένων ποὺ συν­οδεύουν αὐτὴν τὴν πολυτιμότατη συλλογή, συναντήσαμε αὐτὴν τὴν σύντομη προτροπὴ σχετικὰ μὲ τὶς σοβαρὲς πνευματικὲς συνέπειες τῆς λειτουργικῆς μνημόνευσης τοῦ πάπα. Πραγματικὰ οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς ψευδοενώσεως διαβεβαίωσαν ὅτι θὰ ἐπρόκειτο μόνον γιὰ τὸ λειτουργικὸ μνημόσυνο τοῦ πάπα, χωρὶς νὰ ἀλλάξῃ κανένα ἐκ τῶν δογμάτων ἢ τῶν ἐθίμων τῆς Ἐκκλησίας (βλ. τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ Συροπούλου, κεφ. ιβ΄, 13, γιὰ παρόμοιο λόγο τοῦ οὐνίτη «πατριάρχη» Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνους Β΄). 

Ἀλλὰ ἡ κοινωνία καὶ ἐπίσης τὸ ἁπλὸ μνημόσυνο ὅσων ἔχουν διαφορετικὸ δόγμα,ἀποτελεῖ ἀπὸ μόνη της ἀλλοίωσι τοῦ δόγματος καὶ πλήρη συμμετοχὴ στην αἵρεσι,διδάσκει ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοσις. Τὸ κείμενο αὐτό, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ μία σπουδαία μαρτυρία γιὰ τὸ εἶδος τῶν ψυχωφελῶν κειμένων ποὺ κυκλοφοροῦσαν τότε μεταξὺ τῶν διωκομένων Ὀρθοδόξων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, θὰ ἔπρεπε νὰ προκαλῆ τρόμο σὲ κάθε οὐνίτη ποὺ τὸ ἀναγινώσκει, ἀναλογιζόμενος τὴν βαρύτητα τῶν πράξεών του. 

Καὶ ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ἐπίσης καὶ ὁ νῦν Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος οὐχὶ ἅπαξ ἐτόλμησε νὰ μνημονεύσῃ τὸν σχισματοαιρετικὸ πάπα κατὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες στὸ Φανάρι, ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἐπισκέψεών του!

Ὁ ἀναγινώσκων νοείτω, ὡς φοβερά ὄντα καί ταῦτα

[φ. 230β] Ἐὰν ὅλως μνημονεύσῃς πάπαν τὸν ἀζυμίτην, τὸ ἔνζυμόν σου, ὃ κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀναίμακτον θυσίαν προσέφερες, οὐκ ἔτι τὸ σὸν ἔνζυμον εἶναι δύναται ἔνζυμον, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄζυμον τοῦ παρὰ τοῦ μνημονευομένου, καὶ αὐτὸ ἄζυμον λογισθήσετο· ὅπερ οὐ ψεύδεται Παῦλος τὸ στόμα τῆς ἀληθείας· ὃ γάρ τις κολλᾶται, μετὰ τοῦ κολλωμένου (κολομένου χγ.), ἓν γίνεται· ὥσπερ γὰρ ὁ τῇ πόρνῃ κολλώμενος (κολόμενος χγ.), ἓν σῶμά ἐστι (A΄ Κορ. 6, 17), οὕτω καὶ ὁ μνημονεύων τὸν ἀζυμίτην Λατῖνον (τῷ ἀζυμίτῃ Λατίνῳ χγ.), ἓν καὶ αὐτὸς μετὰ τοῦ ἀζυμίτου ἐστί· καὶ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστὸς ὁ κανὼν ὁ ἐκκλησιαστικὸς ὁ λέγων, ὅτι ὁ κοινωνῶν τῷ ἀκοινωνήτῳ, καὶ αὐτός ἀκοινόνητός ἐστι (βλ. καν. 2 τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ συνόδου καὶ τὴν ἑρμηνεία αὐτοῦ ὑπὸ Ἀριστηνοῦ)· 

Καὶ ἕτερος κανὼν ἀφορίζων τὸν ἐν οἴκῳ ἑνὶ μετὰ σχισματικοῦ προσευχόμενον (καν. 10 τῶν Ἀποστόλων)· ὃ δὴ τούτου φοβερώτερον θεωρεῖται· καὶ αἰωνίου κολάσεως ἄξιον· τὸ ἀκόλουθον κεφάλαιον παραστήσει, καὶ ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν (Ματθ. 11, 15 κ.ἀ.), ἀκουέτω, εἶπε ὁ Κύριος. Κεφαλήν σου καὶ φῶς καὶ διδάσκαλόν σου καὶ ποιμένα ποιήσας τὸν διπλῆν (δυπλῆν χγ.) παραβάντα τὴν τε Χριστοῦ θεολογίαν περὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου ὅτι ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, (Ἰω. 15, 26) τόν τε ὅρον τῶν οἰκουμενικῶν ἁγίων συν­όδων, καὶ ἀποτολμῶντα λέγειν ὅτι καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται, εἰ γὰρ καὶ τῇ γλώσσῃ σιωπᾶς τὴν παραβατικοτάτην καὶ παράνομον ἐκείνην φωνήν, τῆς προφανεστάτης παρανόμου προσθήκης, ἀλλὰ ἀκριβῶς γίνωσκε (καὶ μηδείς ὀφιακῶς σε ἀπατάτω, ὡς ὁ ὄφις πάλαι τῇ Εὔᾳ) ἐπεὶ πράγματι γὰρ σαλπίζεις καὶ ὑπογράφεις τὴν τοῦ λατίνου παρανομωτάτην προσθήκην (προσθύκην χγ.), ἐν ὅσῳ τὸν [φ. 231α] λέγοντα ταύτην ἐπ’ ἐκκλησίας, σὺ ὡς παναγιώτατον καὶ ἄκρον ἀρχιερέα καὶ κορυφαῖον τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας, ἐπ’ ἐκκλησίας μνημονεύσεις.

Ἄκουσον καί ἕτερον

Θέλεις μαθεῖν μετὰ ἀκριβείας ὁ μηδὲν ἁμαρτάνειν ἡγούμενος, ἐὰν τὸν Λατῖνον τὸν τῆς παλαιᾶς Ῥώμης ἐπίσκοπος, τὸν ἀθετοῦντα τὰς ἀποστολικὰς καὶ τῶν διαδόχων αὐτῶν, καὶ τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν συνόδων τὰς θεοδιδάκτους παραδόσεις (παραδώσεις χγ.) καὶ ὅρους, ὡς ὀρθοδοξώτατον τὸν πάπαν μνημονεύειν ἐθέλεις, πόσην ὀργὴν Θεοῦ ἕνεκεν τῆς παρανομίας σου ταύτης ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπισπᾶσαι; Μάθε ἀκριβῶς πρῶτον, τίνα ἀθετεῖς· λέγει γὰρ ὁ γλυκύτατος καὶ ἀψευδὴς (ἀψευδεῖς χγ.) Ἰησοῦς· ὁ ἀκούων ὑμῶν, ἐμοῦ ἀκούει· καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς, ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν, ἀθετεῖ τὸν ἀποστήλαντά με (Λουκ. 10, 16). 

Ὁρᾷς ὅτι ὁ ἀθετῶν τὰς οἰκουμενικὰς ἁγίας συνόδους, καὶ τούς διαδόχους τῶν ἀποστόλων, καὶ τὰς παραδόσεις τῶν ἀποστόλων, ὅτι τὸν μονογενῆ υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἀθετεῖ πάντως καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον· εἰς ὃ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀριδήλως προσκρούουσιν, μᾶλλον δὲ βλασφημοῦσι διὰ τὴν ἐν τῷ ἁγίῳ συμβόλῳ προσθήκην παράνομον, λέγοντες οἱ Λατῖνοι, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ, ὥσπερ ἐκ τοῦ πατρὸς δηλονότι ὑπαρκτικῶς ἐκπορεύεται, οὕτω καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ, τὴν αἰτίαν τοῦ εἶναι ἔχει, κατὰ τὴν ἰδίαν προσωπικὴν ἐκπορευομένην ὑπόστασιν.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. ἐνδεικτικὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ χειρογράφου στὸν κατάλογο τοῦ K. Hajdú, Wiesbaden 2012, σσ. 363-378.




«ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ» - Ηχηρό μήνυμα Γέροντα Γαβριήλ για ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ

 

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΕΝΑ

Καθηγητής Νεκτάριος Δαπέργολας: Ἀπό πρόκληση σέ πρόκληση οἱ θλιβεροί δεσποτάδες τῶν ἐσχάτων χρόνων…


Φαίνεται πάντως πώς ὅσο ἐμεῖς λέμε ὅτι τά ἔχουμε δεῖ ὅλα μέ δαύτους καί ὅτι τίποτε πλέον δέν μπορεῖ νά μᾶς σοκάρει, τόσο αὐτοί σκυλιάζουν καί κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιά νά μᾶς ἐκπλήξουν μέ κάποιο νέο κατόρθωμα. Σίγουρα ἐπίτηδες τό κάνουν, δέν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς.

Τό τελευταῖο λαμπρό ἐπίτευγμα ἦταν ἡ ἐπιστολή πού ἔστειλε προχτές ὁ εἰκονιζόμενος (γνωστός μεταξύ ἄλλων καί γιά τήν προκλητικά σκληροπυρηνική στάση του κατά τῶν ἀνεμβολίαστων στόν καιρό τῆς ψευτοπανδημίας) πρός τόν Θανασάκη τόν Πλεύρη γιά τήν δομή λαθρεποίκων στήν περιοχή τοῦ Σιδηροκάστρου. Καί τί τοῦ ἔγραψε τοῦ Θανασάκη γιά τήν δομή ὁ «κάντε τά ἐμβόλια νά σωθεῖτε», ὁ «ἔκανα καί τά τρία ἐμβόλια καί δέν ἔβγαλα οὐρά» καί ὁ «ἐγώ ὁ ἴδιος ἔστειλα στό μοναστήρι τήν ἀστυνομία, γιά νά μήν κάνουν τοῦ κεφαλιοῦ τους μέ τά ὑγειονομικά μέτρα»;Δέν τόν παρακάλεσε φυσικά νά τήν κλείσει, ἀλλά γιά τό ἀκριβῶς ἀντίθετο, ὑπερασπιζόμενος τούς...ἐπενδυτές καί τήν συνεισφορά τῶν ἐργαζομένων τῆς δομῆς στήν τοπική οἰκονομία (ὄχι, δυστυχῶς δέν πρόκειται γιά κάποιο γκροτέσκ ἀνέκδοτο), τονίζοντας ὅτι γιά τήν ὅποια ἐγκληματικότητα στήν περιοχή εὐθύνονται κυρίως οἱ ντόπιοι καί ἀποκαλώντας ἀκραῖες τίς φωνές ὅσων ζητοῦν τό κλείσιμο τῆς δομῆς.

Καί ἐπειδή ἀρνοῦμαι νά περιγράψω ἄλλο, πιό κάτω μπορεῖτε νά διαβάσετε ὁλόκληρο τό κείμενο. Δυστυχῶς, τίποτε δέν δείχνει ἱκανό νά ἀνακόψει τήν ἐλεύθερη πτώση τῶν ἐπισκόπων τῶν ἐσχάτων χρόνων (καθότι γιά ἁπλό κατήφορο δέν μποροῦμε πλέον ἐδῶ καί πολύ καιρό νά μιλᾶμε). Καί μετά μοῦ λένε μερικοί ὅτι ἤμουν ὑπερβολικός, ὅταν ἔγραφα ὅτι καί λίγα τούς ἔδωσε ὡς αὔξηση τό καθεστώς. Μέ τέτοια συνεπῆ καί συνεχῆ παροχή τόσο ἀνεκτίμητων ὑπηρεσιῶν, ὄχι ἁπλῶς λίγα, ἀλλά σκέτα ψίχουλα πῆραν...

Νεκτάριος Δαπέργολας

Καλωσόρισες Κίνα! – Έφτασε το «μεγάλο ξεχώρισμα» με credit score για κάθε Έλληνα!


Ελευθέριος Ανδρώνης

Μια ζωή με… πόντους δεν σημαίνει τίποτε άλλο από καταπόντιση της ελευθερίας. Το γράφαμε εδώ και 6 χρόνια από τούτη εδώ τη στήλη: Ότι μετά το πολιτικό πείραμα στον καιρό της πανδημίας, θα οδεύαμε ολοταχώς στο social credit system κατά τα νεοταξικά πρότυπα της Κίνας.

Προειδοποιούσαμε ως πρόσφατα, έπειτα από την ανακοίνωση του «Τειρεσία των Ενοικιαστών», ενός συστήματος πιστοληπτικής αξιολόγησης που θα πιστοποιεί τη φερεγγυότητα των υποψήφιων ενοικιαστών και ουσιαστικά έρχεται για να θεσμοθετήσει την κοινωνική πίστωση για κάθε πολίτη. Το μέτρο πάγωσε προσωρινά λόγω των αντιδράσεων από φορείς και κινήσεις πολιτών, αφού θα επιδείνωνε σε πολλαπλάσιο βαθμό τη στεγαστική κρίση που ήδη μαστίζει τα νοικοκυριά.

Όμως η κυβέρνηση έδειξε τις δυστοπικές προθέσεις της και τώρα επανέρχεται με ακόμα πιο ζοφερά μέτρα.

Ένα πανίσχυρο σύστημα εξοστρακισμού του πολίτη μπαίνει σε λειτουργία από το Σεπτέμβρη, με δύο ψηφιακές πλατφόρμες που θα βαθμολογούν κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο με βάση τις οφειλές του. Πρόκειται για το Μητρώο Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους και το Σύστημα Πιστοληπτικής Αξιολόγησης, δύο εργαλεία που ουσιαστικά θα διαμορφώνουν το κρατικό credit score μας, για κάθε οικονομική μας εκκρεμότητα στο Δημόσιο και όχι μόνο

Χρωστάς μια δόση του ΕΝΦΙΑ; Έναν λογαριασμό ρεύματος; Μια οφειλή στον Δήμο; Ένα πάγιο στον τηλεπικοινωνιακό σου πάροχο; Το πιστοληπτικό σου σκορ αρχίζει να καταποντίζεται και αυτομάτως μεταφέρεσαι στη «μαύρη λίστα» των πολιτών. Το ψηφιακό «πανοπτικό» δεν θα δώσει τσακιστή δεκάρα αν το χρέος σου προέκυψε από πρόσκαιρη δυσχέρεια ή από κάποια αναποδιά της ζωής. Αυθωρεί και παραχρήμα, επισημαίνεσαι σαν ελλαττωματικό εξάρτημα του τεχνοφασιστικού πολιτεύματος. Γίνεσαι πολίτης β΄ κατηγορίας.

«Οι πολίτες βαθμολογούνται για να είναι... πολίτες»

Τις ανατριχιαστικές συνέπειες που περιμένουν έναν τέτοιον πολίτη, περιέγραψε σε τηλεοπτική εκπομπή η δικηγόρος Γερασιμούλα Στάμου, σε ένα βίντεο που κάνει τον γύρο του διαδικτύου τις τελευταίες μέρες:

«Σε λίγα χρόνια θα βρούμε μπροστά μας αυτό το σύστημα, όταν προκύψει ένα έκτακτο θέμα υγείας. Αυτός ο άνθρωπος θα καθυστερήσει λίγες μέρες να πληρώσει ένα λογαριασμό και απευθείας θα βαθμολογηθεί άσχημα. Θα κατέβει στο σκορ που έχει το κράτος για τους πολίτες. Δηλαδή οι πολίτες θα βαθμολογούνται για να είναι πολίτες, πράγμα αδιανόητο που μας υπερβαίνει όλους.

Αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορεί να κάνει μια σύνδεση με το διαδίκτυο για να έχει ίντερνετ, για τα παιδιά του να μπορούν να διαβάσουν στο διαδίκτυο. Δεν θα μπορεί να έχει ρεύμα στο σπίτι του. Δεν θα μπορεί να έχει πρόσβαση στο τραπεζικό δίκτυο και να έχει ένα IBAN και μια τραπεζική κάρτα. Όλο αυτό ενώ παρουσιάζεται θεωρητικά ως μια ευκαιρία να επιβραβευθούν οι καλοπληρωτές, στην ουσία αποτελεί ένα τρομακτικό μέσο πίεσης για όλους τους ανθρώπους που – όχι δεν θέλουν – αλλά δεν μπορούν να είναι απόλυτα συνεπείς - χωρίς καμία μέρα καθυστέρησης - απέναντι στο σύνολο των υποχρεώσεών τους».

Ανέκαθεν υπήρχαν οφειλές, χρέη και κυρώσεις στη σχέση πολίτη – Δημοσίου. Η διαφορά είναι ότι πριν την αυγή του τεχνοφασισμού, μόνο η Εφορία ήξερε τι χρωστάς στην Εφορία. Μόνο ο Δήμος ήξερε τι χρωστάς στον Δήμο. Μόνο η ΔΕΗ ήξερε τι χρωστάς στη ΔΕΗ κ.ο.κ. Ενώ πλέον με το ενιαίο μητρώο πιστοληπτικής αξιολόγησης, όλοι οι φορείς και οι υπηρεσίες θα έχουν πρόσβαση στο σύνολο των οφειλών σου και των δοσοληψιών σου προς το Δημόσιο. Μια συγκεντρωτική «ακτινογραφία» της ζωής σου στη διάθεση κάθε τεχνοκρατικού «λύκου», κάθε Αρχής, κάθε κρατικοδίαιτου golden boy, κάθε οικονομικού «δολοφόνου».

Αρχικά οι πλατφόρμες θα καταγράφουν τις εκκρεμότητές μας προς το Δημόσιο (και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας) και έπειτα - αναπόφευκτα - θα επεκταθεί σε «Τειρεσία» ΚΑΙ των οφειλών προς τον ιδιωτικό τομέα. Μια απολύτως ανεστραμμένη ψευτο-Δημοκρατία, όπου αντί να αξιολογείται η εξουσία από τον πολίτη, θα συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο.

Πιστοποιητικό «νομιμοφροσύνης»

Αυτοί που δεν αξιολογούνται ποινικά για ένα «βουνό» οικονομικά σκάνδαλα και που έχουν φεσώσει το κόμμα τους με μισό δισεκατομμύριο ευρώ, θα αξιολογούν αν ο πολίτης αμέλησε να πληρώσει το κάθε φραγκοδίφραγκο. Σε όποιον τους ελέγχει για τα σκάνδαλα, απαντούν ανερυθρίαστα ότι «δεν επιτρέπεται να ποινικοποιείται η πολιτική ζωή», την ώρα που οι ίδιοι ποινικοποιούν – όχι μόνο την οικονομική μας ζωή – αλλά την ίδια την επιβίωση μας.

Για τέτοια ζητήματα, πάντα μου αρέσει να επικαλούμαι τα κοφτερά διδάγματα της ιστορίας. Στη φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, το απαιτούμενο για διορισμούς, επαγγελματικές άδειες ή σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες, ήταν το πιστοποιητικό πολιτικής και κοινωνικής νομιμοφροσύνης (Certificato di Buona Condotta), το οποίο λειτουργούσε ως «λαιμητόμος» αποκλεισμού για όσους δεν έδειχναν αφοσίωση στο φασιστικό κόμμα. Στο πρώην Ανατολικό Μπλοκ, η δυσώνυμη υπηρεσία της Στάζι διατηρούσε μυστικούς φακέλους για εκατομμύρια πολίτες, αξιολογώντας τη «συνεργασιμότητα τους και τελικά καθορίζοντας ποιος θα σπουδάσει, ποιος θα πάρει σπίτι και ποιος θα τεθεί στο περιθώριο.

Αν το σημερινό σύστημα κοινωνικής πίστωσης επιτύχει την πλήρη δυναμική του, ο οικονομικός και κοινωνικός αποκλεισμός θα δημιουργήσει γκετοποιημένες κοινωνίες για τους «ανυπότακτους» και τους φτωχοποιημένους. Ένα χαμηλό πιστοληπτικό σκορ θα σου επιτρέπει να βρεις στέγη μόνο σε υποβαθμισμένες περιοχές, να βρεις εργασία μόνο σε κακοπληρωμένες «γαλέρες», να έχεις πρόσβαση μόνο σε τριτοκοσμικές υπηρεσίες.

Έτσι θα γίνει αυτόματα το «μεγάλο ξεχώρισμα», ασφαλώς με «κλειδί» την ηλεκτρονική ταυτότητα που θα λειτουργήσει ως εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τα ψηφιακά μητρώα. Από τη συνταγματική οντότητα του προσώπου, περνάμε στη φάση όπου ο καθένας αντιμετωπίζεται σαν λογαριθμικό κατακάθι που συντηρείται μόνο όσο λιπαίνει τη μηχανή της εξουσίας. Ο άνθρωπος γίνεται αριθμός και ο αριθμός γίνεται βαθμολογία. Αν ο πολίτης είχε εκατό λόγους ως τώρα για να ανησυχεί με τον προσωπικό αριθμό, τώρα μπορεί επισήμως να προσθέσει άλλους χίλιους…

sportime.gr· 31/08/2026

Νομίζατε ήταν θεωρία συνομωσιας ε? Ακούστε το μέχρι το τέλος

 

GLOBALNEWS21

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμού (Το κολλυβάδικον ζήτημα)


Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΣΚΗΤΗΣ

Το έτος 1754 η Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, αποφάσισε να κτίσει μεγαλύτερο Κυριακό. Χρειάσθηκαν πολλά χρήματα. Οι Χριστιανοί έστειλαν από παντού βοήθεια εις μνημόσυνον γονέων και συγγενών. Τα μνημόσυνα όμως που έπρεπε να γίνουν στη σκήτη, και που εντάσσονταν σε αγρυπνίες, κούραζαν τους μοναχούς και δεν μπορούσαν να δουλέψουν την επομένη. Για το λόγο αυτόν, ύστερα από συμβουλή του κοινού τους πνευματικού παπά – Φιλοθέου του Πελοποννησίου, άρχισαν να κάνουν τα μνημόσυνα τις Κυριακές που, λόγω της αργίας, δεν επρόκειτο έτσι και αλλιώς να δουλέψουν.

Η καινοτομία μαθεύτηκε στο υπόλοιπο Όρος και προκάλεσε αντιδράσεις. Οι Αγιαννανίτες όπου πήγαιναν γίνονταν αντικείμενο ελέγχων γιατί μνημόσυνο νεκρών την Κυριακή ήταν κάτι το πρωτάκουστο και αντέβαινε στο αναστάσιμο της Κυριακής. Τότε μερικοί από τους μοναχούς της Σκήτης εξομολογήθηκαν στον πνευματικό ότι έχουν πρόβλημα συνειδήσεως. Ο πνευματικός τους επέτρεψε να αποχωρούν από τον ναό μόλις άρχιζε το μνημόσυνο. Η αποχώρηση όμως αυτή αναστάτωσε όσους έμεναν, εφ’ όσον ήταν έμπρακτος έλεγχος. Έτσι άρχισε στο Άγιο Όρος η περίφημη «περί μνημοσύνων έρις» που έμεινε στην Ιστορία.

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ

Στην Αγία Άννα εκείνο τον καιρό έμενε ο πρώην Πατριάρχης Κων/λεως Κύριλλος. Όταν άκουσε για την αποχώρηση ορισμένων από τα μνημόσυνα της Κυριακής είπε: «Εγώ όταν ήμουν στον θρόνο, συνεχώς έδινα άδεια και έψαλλαν την Κυριακή μνημόσυνα νεκρών» Τα λόγια αυτά του πρώην Πατριάρχου ενίσχυσαν τους καινοτόμους που, με το επιχείρημα ότι η Κωνσταντινούπολις κάνει μνημόσυνα τις Κυριακές, εξασκούσαν ηθική βία στους διστάζοντας. Το πείσμα των καινοτόμων δεν άργησε να μεταβληθεί σε μίσος, και το μίσος σε διωγμό αυτών που δε δέχθηκαν τελικά να υποκείψουν.

Η Σκήτη της Αγίας Άννης υπάγεται στη Μεγίστη Λαύρα. Κατήγγειλαν λοιπόν στη Λαύρα οι καινοτόμοι τους διαφωνούντες σαν ταραχοποιούς. Οι Λαυριώτες, χωρίς να καλέσουν τους κατηγορουμένους σε απολογία, έβγαλαν αμέσως αφορισμό εναντίον τους και διέταξαν τους Αγιαννανίτες να μη τους δέχονται ούτε στην εκκλησία, ούτε στα κελλιά, ούτε στο μύλο. Ο μύλος ήταν μοναδικός στην περιοχή και η απαγόρευση να τον χρησιμοποιήσουν ήταν καίριο πλήγμα για τη διατροφή τους. Οι υπερασπιστές της Παραδόσεως έδωσαν τόπο στην οργή και έφυγαν από την Αγία Άννα, αφήνοντας τα κελλιά τους, μερικοί σε προχωρημένη ηλικία, «μάλλον ελόμενοι κακουχείσθαι διά την εκκλησιαστικήν αλήθειαν ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν». Αλλά, όπου και αν βρήκε καταφύγιο ο καθένας, οι Αγιαννανίτες δεν τους άφηναν ήσυχους. Κοινοποιούσαν τον Λαυρεωτικό αφορισμό σε όλες τις Σκήτες και τις Μονές επισυνάπτοντας και ονομαστικό κατάλογο, όλων αυτών που είχαν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους προς την Παράδοση, έστω και αν δεν υπήρξαν ποτέ κάτοικοι της Αγίας Άννας. Και απαιτούσαν να εκδιωχθούν αμέσως! Στο διωγμό αυτόν πρωτοστάτησαν δύο Επίσκοποι που συνέπεσε να βρίσκονται τον καιρό εκείνο στο Όρος: ο προαναφερθείς πρώην Κων/λεως Κύριλλος (που είχε και την ιδέα για τον μύλο), και ο Μητροπολίτης πρώην Χαλεπίου Γεννάδιος. Οι ορθόδοξοι διώχνονταν σαν αφορισμένοι και αιρετικοί. Τους ονόμασαν χλευαστικά «Κολλυβάδες» και διέδωσαν εμπιστευτικά ότι ήσαν δήθεν μασόνοι. Ο τελευταίος αυτός χαρακτηρισμός έκανε μεγάλη εντύπωση στους απλούστερους μοναχούς, που ήσαν και η πλειονότης, και οι οποίοι μόλις τον άκουσαν, χωρίς να ερευνούν περισσότερο, αποστρέφονταν τους συκοφαντούμενους με όλη τους την ψυχή. Ακόμη και ο λαϊκός καραβοκύρης, που έκανε την συγκοινωνία, δεν δεχόταν Κολλυβά στο πλοίο του!

«ΘΕΛΕΙΣ ΜΗΛΟΝ ΕΠΑΡΕ, ΘΕΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΝ ΛΑΒΕ»

Μπροστά στην κατάσταση αυτήν οι παραδοσιακοί μοναχοί αποφάσισαν να καταφύγουν για τη δικαίωση και προστασία τους στο Πατριαρχείο. Για το σκοπό αυτό μαζεύτηκαν στο κελλί του παπα – Παρθενίου του Ζωγράφου του Σκούρτου. Εκεί έγραψαν ομολογία πίστεως που την υπέγραψαν όλοι οι παρόντες, και αργότερα και πολλοί άλλοι, και την έστειλαν στο Πατριαρχείο μαζί με αναφορά για τα γεγονότα. Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν τότε ο Θεοδόσιος Β΄ ο Κρής, μεγάλη δε επιρροή στη Σύνοδο είχε ο Νικομηδείας Μελέτιος και ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος. Το Πατριαρχείο απάντησε τον Ιούνιο του 1772. Έγραφε: «… Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ άν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι…»

Μετά ένα έτος, τον Ιούνιο του 1773, το Πατριαρχείο ξαναέγραψε: «… Ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων να μέμφονται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι…»

Σε μια τρίτη επιστολή, λίγο μετά την προηγούμενη ξαναγράφει το Πατριαρχείο ότι «οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος» δεν πρέπει «να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας» και ότι «όλοι οι εν σκήταις ασκούμενοι… να έπωνται και να ακολουθώσιν απαρασαλεύτως εις την φυλαττομένοιν εν τοις Μοναστηρίοις τάξιν και συνήθειαν περί των μνημοσύνων…».

Ήταν φανερό ότι το Πατριαρχείο δεν ήθελε να πει την αλήθεια καθαρά, ότι οι Κολλυβάδες έχουν δίκαιο και να σταματήσει η παρανομία, γιατί από καιρό ήδη το ίδιο παρανομούσε κάνοντας μνημόσυνα τις Κυριακές, για να ευχαριστήσει την κοσμικοφροσύνη των αρχόντων. Εφαρμόζοντας όμως Φαναριωτική πολιτική δίνει μια λύση που αν την εφήρμοζαν οι καινοτόμοι θα σταματούσε η παρανομία και κάθε έρις, γιατί κανένα Μοναστήρι δεν έκανε μνημόσυνα Κυριακή.

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΪΣΙΟΥ

Μόλις οι διώκτες των Κολλυβάδων πήραν στα χέρια τους την διακήρυξη του Πατριαρχείου ότι «ουκ υποκείνται κρίματι» έγιναν αχαλίνωτοι. Λησμόνησαν όχι μόνον το σχήμα του μοναχού που έφεραν αλλά και το χριστιανικό τους βάπτισμα, και ακολούθησαν την οδό του Κάϊν. Στην αρχή επιχείρησαν δυο φορές να δολοφονήσουν τον ασκητικό και ενάρετο Καππαδόκη μοναχό Σίλβεστρο. Την πρώτη φορά του έριξαν πέτρα καθώς περνούσε έξω από την Αγία Άννα. Την δεύτερη φορά, όταν μπήκε σε πλοίο για να φύγει από το Όρος, έπεισαν τον πλοίαρχο να τον σκοτώσει καθ’ οδόν. Όμως ο πλοίαρχος μετάνοιωσε και έτσι ο γέρο Σίλβεστρος γλίτωσε και έφθασε στην Πάρο. Για να γίνουν αποτελεσματικοί οι αββάδες της Αγίας Άννας και της Νέας Σκήτης, προσκάλεσαν τον αρχιληστή καπετάν – Μάρκο, του έδωσαν 700 αργυρά νομίσματα και τα ονόματα ένδεκα μοναχών Κολλυβάδων, που παρέμεναν ακόμη στα όρια των δύο Σκήτεων. «Οι μοναχοί αυτοί, του είπαν, είναι μάγοι και μασόνοι και κάνουν μεγάλο κακό στο Όρος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γλιτώσει ο τόπος παρά μόνον αν φονευθούν».

Τα παλικάρια του καπετάν – Μάρκου έφθασαν στο Κυριακό της Άγίας Άννης Σάββατο βράδυ, παραμονή της εορτής των Αγίων Πάντων του έτους 1773, ενώ είχε αρχίσει η αγρυπνία. Μπήκαν στο ναό και ζήτησαν οδηγό να τους δείξει τις καλύβες των μελλοθάνατων. Οι αββάδες υπέδειξαν κάποιον Τιμόθεον αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τον έπεισαν λέγοντας ότι πρέπει να κάνει υπακοή. Όταν έφυγαν οι ληστές με τον Τιμόθεο αυτοί συνέχισαν τον Προοιμιακό. Ο Τιμόθεος έδειξε στους ληστές την πόρτα του Παϊσίου και έφυγε. Ο ιερομόναχος Παϊσιος κατοικούσε στην καλύβη του προφήτη Ηλιού, πάνω από το Κυριακό της Αγίας Άννης και ήταν καλλιγράφος. Οι αντικολλυβάδες τον μισούσαν πολύ γιατί τους αποστόμωνε σε κάθε συζήτηση. Οι ληστές εισέβαλαν στην καλύβη του παπα – Παϊσίου, άρπαξαν ό,τι βρήκαν και τον ξυλοκόπησαν άγρια, γιατί δεν πίστευαν ότι δεν είχε κρυμμένα χρήματα. Τέλος ζήτησαν φαγητό και, αφού έφαγαν, φόρτωσαν στον παπά – Παϊσιο και τον γέροντά του Θεοφάνη τα κλοπιμαία και τους ζήτησαν να τους οδηγήσουν στον παπα – Αγάπιο, που ήταν τρίτος στη λίστα. Οι Πατέρες όμως δε μαρτύρησαν τις καλύβες των άλλων, παρά τους δαρμούς και τις ύβρεις. Η θλιβερή συνοδεία, έφθασε στο Κυριακό την ώρα που έψαλλαν την εβδόμη ωδή. Οι εξαντλημένοι από τους δαρμούς και τα βάρη πατέρες ακούμπησαν πίσω από το άγιο βήμα, και οι ληστές μπήκαν στην εκκλησία και φώναξαν έξω τους συνασκητές των μελλοθανάτων, για να τους δείξουν «το καλό κυνήγι». Αυτοί έβγαιναν λίγοι – λίγοι και, όπως γράφει ο Αθανάσιος Πάριος «στοχαζόμενοι συνομίλουν. Και ην να εκπλαγή τινας δια την τόσην απανθρωπίαν εκείνων των ασκητών… Καθ’ ότι ενώ έβλεπον τους αδελφούς αυτών εις τοσαύτην αθλίαν κατάστασιν, ουδείς ευρέθη ίνα είπη, τι τούτο εις αυτούς;… ουδείς ηκούσθη ίνα εκβάλη λόγον συμπαθείας εκ του στόματος.. τινάς δεν δείχνει έλεος εις εκείνους όπου κάθηνται δεδεμένοι οπίσω εις το βήμα, εκδεχόμενοι τον θάνατον». Αφού οι ληστές λεηλάτησαν και το κελλί του παπα – Γαβριήλ χωρίς να βρούν τον ίδιο, φόρτωσαν τα νέα κλοπιμαία σε κάτι λαϊκούς κτίστες που βρέθηκαν εκεί, και πήγαν στη Νέα Σκήτη την ώρα που οι εκεί πατέρες, έβγαιναν από τη λειτουργία. Ούτε αυτοί δεν έδειξαν την ελάχιστη χριστιανική συμπάθεια προς τους δύο καταδίκους, μόνον παρατηρούσαν το μαρτύριο από μακριά. Οι ληστές κατέβασαν τον παπα – Παϊσιο και τον γέροντα Θεοφάνη στο γιαλό, όπου είχαν το πλοίο τους, έδεσαν πέτρες στο λαιμό τους, ανοίχθηκαν λίγο και, λέγοντάς τους: «Σκυλιά, γιατί δεν θέλετε να κάνετε κόλλυβα τις Κυριακές, όπως λέγουν οι Πατριάρχες και οι πνευματικοί του Όρους;» τους έριξαν από το πλοίο στη θάλασσα, μπροστά στα μάτια όλου του πλήθους των μοναχών της Νέας Σκήτης, προσθέτοντας στους Αγίους Πάντες, που γιόρταζαν εκείνη την ημέρα, άλλους δύο οσιομάρτυρες.

Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

Το ισχυρότερο πλήγμα κατά των Κολλυβάδων το έδωσε το Πατριαρχείο Κων/λεως το έτος 1776, πατριαρχεύοντος του Κων/λεως Σωφρονίου Β΄. Μεγάλη κληρικολαϊκή Σύνοδος, αποτελούμενη απ’ όλους τους ενδημούντας στην Πόλη αρχιερείς και από πολλούς άρχοντες, καταδίκασε και αφόρισε όλους τους Κολλυβάδες και όλους όσους μαζί μ’ εκείνους και μετά από εκείνους φρονούν ότι μνημόσυνα νεκρών δεν επιτρέπει η Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού να γίνονται ημέρα Κυριακή. Διακήρυξε η Σύνοδος αυτή ότι ανέκαθεν η ιερά της Εκκλησίας τάξη και κανονική διατύπωση ήταν να γίνονται τα μνημόσυνα και Σάββατο και Κυριακή και οποιαδήποτε άλλη μέρα της εβδομάδος αδιακρίτως και ότι αυτό δήθεν είναι Αποστολική Παράδοσις, και όσοι δεν την δέχονται και δεν τελούν Κυριακή μνημόσυνα είναι αντάρτες, καινοτόμοι και κακόδοξοι. Ως αντιπροσώπους όλων των Κολλυβάδων, προταίτιους και αρχηγούς η Σύνοδος καθήρεσε και αφόρισε τέσσαρες ιερομονάχους αναφέροντάς τους ονομαστικά.

Το «θέσπισμα» αυτό της Συνόδου του 1776 το οποίο έκτοτε ακυρώθηκε, γράφει κατά λέξη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σωφρόνιος ελέω Θεού… επειδή ταραχή και σύγχυσις κατέλαβε την Εκκλησίαν… δια τινων δοκησισόφων και δοκοφρόνων.. ασέβειαν και ανταρσίαν νοσούντων… της ούν καινοτομίας ταύτης και κακοδοξίας καταδήλου γενομένης… διορίζοντες δια τούτο και αποφαινόμενοι κατά την ανέκαθεν ιεράν της Εκκλησίας τάξιν και κανονικήν διατύπωσιν απαρατηρήτως τελείσθαι και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα κατά την Παράδοσιν των Αποστολικών Διατάξεων… Όσοι μεν ουν συνωδή τη Εκκλησία και τω παρόντι Συνοδικώ θεσπίσματι και φρονούσι και πράττουσι, τελούντες απαρατηρήτως και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα, οι τοιούτοι είησαν συγκεχωρημένοι παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος». Αυτό φυσικά σημαίνει ότι όσοι μέχρι σήμερα, δεν φρονούσι και πράττουσι συνωδά τω παρόντι θεσπίσματι είησαν ως και οι πρωταίτιοι και αρχηγοί και συνίστορες της τοιαύτης δόξης… καθηρημένοι.. και γεγυμνωμένοι πάσης Θείας Χάριτος και ιεροπραξίας… και πάντη ανίεροι εν βάρει αργίας και αλύτου αφορισμού… Εξ αποφάσεως… 9ης Ιουνίου 1776» (Το πλήρες κείμενο βλέπε εν Ph. Meyer: «Die Haupturkϋnden fϋr die geschichte der Athos Kloster», Leipjig 1894 σ. 236-241 όπου και τα προαναφερθέντα κείμενα).

«ΑΥΤΟΙ ΚΑΤΑΡΑΣΣΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΥ ΕΥΛΟΓΗΣΕΙΣ»

Καταδικασμένοι από το Πατριαρχείο και κυνηγημένοι από τους συνασκητές τους, όσοι ήθελαν να παραμείνουν πιστοί στην Ιερά Παράδοση της Ορθοδοξίας, έφυγαν από το Όρος και βρήκαν καταφύγιο στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί, αγκαλιασμένοι από ένα λαό που διψούσε για αλήθεια και παράδειγμα, οι Κολλυβάδες έσπειραν τον λόγο του Χριστού, και η σπορά εκαρποφόρησε «εις εκατόν». Αυτή η καρποφορία ονομάσθηκε από την Ιστορία: «η πνευματική αναγέννηση του 18ου αιώνος». Σ’ αυτήν οφείλουμε την «Φιλοκαλία», τον «Ευεργετινό», τα «Ευρισκόμενα του Συμεών του Νέου Θεολόγου», τα δύο βιβλία «περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως», τον «Αντίπαπα», το «Πηδάλιο», τον «Συναξαριστή», το «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», και πλήθος άλλα. Οι Κολλυβάδες ίδρυσαν στα νησιά ονομαστά μοναστήρια, πηγές αγιασμού, που πότιζαν τον λαό του Θεού θεία νάματα έναν ολόκληρο αιώνα, στην Πάτμο, στην Ικαρία, στην Πάρο, στη Σκιάθο, στη Χίο. Οι «αφορισμένοι» Κολλυβάδες αποδείχθηκαν άγιοι και πολλών από αυτούς τα οστά ευωδίασαν και θαυματούργησαν: ο Νήφων ο κοινοβιάρχης της Σκιάθου, ο Παρθένιος ο ζωγράφος ο Σκούρτος, ο Μακάριος Κορίνθου ο Νοταράς, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Αρσένιος ο Νέος ο εν Πάρω ο θαυματουργός. Στους Κολλυβάδες χρωστούμε πνευματικά αναστήματα σαν τον Νεομάρτυρα Πολύδωρο, τον Όσιο Παρθένιο της Χίου, τον Γέροντα Διονύσιο ιδρυτή της Ι. Μονής Παναγίας της Κονιστρίας της Σκιάθου και συνεργάτη του αναγεννητού της Πελοποννήσου Παπουλάκου, τον Μωραϊτίδη και τον Παπαδιαμάντη. Μ’ ένα λόγο σ’ αυτούς χρωστούμε το ότι υπάρχει ακόμη Ορθοδοξία στην Ελλάδα παρά την θύελλα του Φαρμακίδη και των Βαυαρών. Αλλά όχι μόνο στην Ελλάδα. Η Ρουμανία δέχθηκε γρήγορα την επίδραση Κολλυβάδων που εξωρίσθηκαν σ’ αυτήν. Η Ρωσία, τσακισμένη από το νεοειδωλολατρικό, δυτικόπληκτο και αντιμοναστικό πνεύμα του Μεγάλου Πέτρου και της Αικατερίνης της Β΄, κείτονταν, παρά το πολιτικό μεγαλείο και την δύναμη της, σε πνευματικά ερείπια. Από αυτά την σήκωσε ο Μολδαβός στάρετς Όσιος Παϊσιος Βελιτσκόφσκι φέρνοντάς της, από το Άγιον Όρος, τον κολλυβαδικό ησυχασμό και την «Φιλοκαλία». Οι Αρχιερείς καταδίκασαν και αφόρισαν αυτούς που αγάπησαν την αλήθεια και αγωνίστηκαν γι’ αυτήν. Ο Θεός όμως τους ευλόγησε και τους δόξασε στον αιώνα. Αλέξανδρος Καλόμοιρος περιοδικό ΟΙ ΡΙΖΕΣ, Τεύχος 23 Καλοκαίρι 1988 Copyright ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΕΦΥΡΟΣ

ΤΟ ΡΗΓΜΑ…

Τον ΙΗ΄ αιώνα η πνευματική αποσύνθεση της Δύσης είχε πια επηρεάσει επικίνδυνα τις ορθόδοξες χώρες της Ανατολής. Ο ουμανισμός και η κοσμικοφροσύνη άρχισαν να έρπουν παντού και να κρυφοδαγκάνουν τις ψυχές. Η ευρωπαϊκή κουλτούρα άρχισε να λάμπει στις αληθινά χριστιανικές χώρες της Ανατολής σαν «άγγελοι φωτός».

Η ψεύτικη γνώση έκανε να χάσουν οι άνθρωποι σιγά – σιγά τη γλυκύτητα του αληθινού φωτός. Αγνοώντας την όντως Ζωή και συνεπαρμένοι από τα κεράτια της δυτικής σοφίας έχασαν την ευαισθησία που χαρακτήριζε τους πατέρες τους και τους έκανε ικανούς να διακρίνουν το γνήσιο από το κάλπικο. Το λεπτότατο πνεύμα της εκκοσμίκευσης εκθήλυνε ύπουλα τον τόνο της ψυχής, άμβλυνε τις πνευματικές αισθήσεις, παρέλυσε τις αντιδράσεις. Χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε απ’ έξω άλλαξε κάτι μέσα στις ψυχές. Και τότε άρχισαν τα: «Τι πειράζει αυτό;, «σε τι βλάπτει εκείνο;». Η κάθοδος στον κατήφορο έγινε στην αρχή ανεπαίσθητα. Αν ένα φράγμα ραγίσει δε θα γίνει βέβαια κατακλυσμός. Θ’ αρχίσει όμως να περνάει λίγο νερό από τη ρωγμή. Το λίγο αυτό νερό θα διευρύνει σιγά – σιγά το ρήγμα ώσπου θα έρθει κάποτε η ώρα που το φράγμα θα σπάσει και θα πλημμυρίσουν τα πάντα.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν έφθασε στο σημερινό οικουμενισμό ξαφνικά. Το πρώτο ρήγμα ήταν μια «μικρή» υποχώρηση στους πλούσιους και δυνατούς της Πόλης, που είχαν την απαίτηση να γίνονται τα μνημόσυνα των νεκρών ημέρα Κυριακή, για να τα παρακολουθεί πολύς κόσμος. Έτσι, όταν άρχισε στο Άγιον Όρος η περί μνημοσύνων έρις, το Πατριαρχείο ήταν ήδη εκτεθειμένο από τη δική του παρανομία. Γι’ αυτό πήρε στην αρχή αμφίρροπη στάση: «Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ αν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι..» Αλλά και προσπάθησε να δικαιολογήσει την παράβαση της εκκλησιαστικής παραδόσεως με την συνήθεια που επικράτησε: «.. όπερ και είθισται εν τοις κατά πόλεις εκκλησίαις εν Κυριακή δηλαδή τελείν τα μνημόσυνα διά τας εν ταύταις συναθροίσεις των Χριστιανών…» (Πρώτη επιστολή του Πατριαρχείου προς τους Αγιορείτες, Ιούλιος 1772). Συνέπεια της στάσεως αυτής, που αποφεύγει να υπερασπιστεί την αλήθεια είναι να ζητήσει το Πατριαρχείο από τους Αγιορείτες τον επόμενο χρόνο να εφαρμόσουν στο επίμαχο θέμα συγκρητισμό:«Νουθετούμεν άπαντας τους περί τοιούτων διαφερομένους, όπως από του νυν και εις το εξής να παύσωσι από τοιαύτας ταραχώδεις και ακαίρους διενέξεις, τας μηδόλως αυτάς ανηκούσας, και ούτε και οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν, αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι και να συναναστρέφονται εν αγάπη και ομονοία…»(Δεύτερη επιστολή του Πατριαρχείου από 10 Ιουνίου 1773). Δηλαδή: «ειρήνη» και «αγάπη» και εκκλησιαστική κοινωνία σε βάρος της αλήθειας, η πεμπτουσία του Οικουμενισμού.

Τα ίδια συνεχίζει να γράφει το Πατριαρχείο στους Αγιορείτες και στην τρίτη επιστολή του, γύρω στα 1774, παρά την αλλαγή του Πατριάρχου και την άνοδο στο θρόνο του Σαμουήλ Χατζερή: «Να παύσωσιν από τας τοιαύτας φιλονεικίας και ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθνος, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς να τους ονομάζουν αιρετικούς ή καινοτόμους ή άλλα δύσφημα ονόματα, να λέγωσιν αδίκως κατ’ αυτών…

Οι σύγχρονοι συγκρητιστές προσπαθούν να δικαιολογήσουν το Πατριαρχείο λέγοντας ότι αγωνιζόταν για την ειρήνη και την ομόνοια των πιστών εφαρμόζοντας εκκλησιαστική οικονομία. Ακριβώς δηλαδή ό,τι λένε και σήμερα οι Οικουμενιστές για να δικαιολογήσουν τον αδιάντροπο οικουμενισμό των ημερών μας. Ταλαίπωρη έννοια η εκκλησιαστική οικονομία! Χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει του κόσμου τις εκκλησιαστικές παρανομίες. Όμως στην πραγματικότητα, η οικονομία που δίδαξαν οι Πατέρες είναι ποιμαντική διάκριση και ευλυγισία μέσα στα όρια του νόμιμου και του αληθινού. Σε καμία περίπτωση δε δίνει άδεια στους ποιμένες να παρανομούν. Και στην περίπτωση των μνημοσύνων της Κυριακής υπήρχε σαφής παρανομία, αθέτηση της Παραδόσεως και του αναστάσιμου χαρακτήρα της Κυριακής. Το Πατριαρχείο απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια ότι δεν επιτρέπονται μνημόσυνα την Κυριακή, γιατί την Κυριακή γιορτάζουμε την Ανάσταση και δε γίνεται να ασχολούμαστε συγχρόνως και με το νικημένο θάνατο. Αλλά όχι μόνον απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια. Έβαλε τους Αγιορείτες – ουσιαστικά μόνον τους ορθόδοξους Κολλυβάδες – μπροστά στο δίλημμα να διαλέξουν ή την ειρήνη και την αγάπη ή την αλήθεια. Κι αυτό είναι μεγάλη αμαρτία κατά της ίδιας της ειρήνης, της αγάπης και της αλήθειας, που δε χωρίζονται ούτε διασπώνται ποτέ σε αντίθετα στρατόπεδα, αφού ειρήνη, αγάπη και αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεός που ποτέ δεν έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό Του. Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει ειρήνη και αγάπη χωρίς αλήθεια; Χωρίς αλήθεια αυτή η «ειρήνη» κι αυτή η «αγάπη» είναι κάτι το επίπλαστο, κάτι το ψεύτικο, και απατηλό, κοσμική συνύπαρξη με εγκόσμιες κοινωνικές σκοπιμότητες ξένες προς την πραγματικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Αυτό το τεχνητό δίλημμα ανάμεσα στην αγάπη και την αλήθεια είναι το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της αίρεσης του Οικουμενισμού που, όπως βλέπουμε, τα σπέρματά του έχουν τουλάχιστον δύο αιώνων ηλικία.

Όμως οι Κολλυβάδες έμειναν στην αλήθεια, και μαζί με την αλήθεια κράτησαν και την αγάπη και την ειρήνη. Αποσύρθηκαν στα ησυχαστήριά τους και εν αληθεία αγάπησαν το Θεό και εν ειρήνη κοινώνησαν μαζί Του. Και επειδή κοινώνησαν εν αγάπη με το Θεό γι’ αυτό αγάπησαν και αγαπήθηκαν από τους Χριστιανούς των τόπων της εξορίας τους και γι’ αυτό έδωσαν καρπούς πνευματικούς, τέκνα και τέκνα τέκνων, τον καιρό που το Όρος έπεφτε σε μια χωρίς προηγούμενο προοδευτική παρακμή και συρρίκνωση. Το ψέμα τα κάνει όλα ψεύτικα και φθαρτά. Η αλήθεια τα κάνει όλα αληθινά, φωτεινά και άφθαρτα, και δημιουργεί μια κοινωνία ανθρώπων, πεσμένων μεν και αμαρτωλών και μετανοημένων και αγίων μέσα στο φως του Χριστού, «ασπρισμένη όλη», «ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου».

ΑΠΟ ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΠΤΩΣΗ

Η πατριαρχική αμαρτία όμως δε σταμάτησε στο συγκρητισμό. Έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της εμπάθειας και του μίσους κατά της αλήθειας και προχώρησε στο κακούργημα. Ενώ το Φανάρι στην αρχή παραδεχόταν ότι οι Κολλυβάδες «καλώς ποιούσιν» κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος», και μάλωνε τους Αγιορείτες που τους ονόμαζαν «αιρετικούς» και «καινοτόμους», τώρα κάνει αυτό που πρώτα θεωρούσε απρεπές και άδικο και χαρακτηρίζει τους υπερασπιστές της Παραδόσεως«κακόδοξους», «δοκησίσοφους», «δοκόφρονες», «καινοτόμους», «ανταρσίαν νοσούντας». Ισχυρίζεται τώρα το Πατριαρχείο, αντίθετα προς ό,τι έλεγε πριν, ότι η τέλεση μνημοσύνων την Κυριακή είναι η «ανέκαθεν ιερά της Εκκλησίας τάξις και κανονική διατύπωσις» και «αποστολική Παράδοσις»! Και όλα αυτά τα πρωτάκουστα, ψευδή και άδικα λόγια δεν τα γράφει ένας Πατριάρχης μόνον αλλά ολόκληρη Σύνοδος, συγκληθείσα το έτος 1776 ακριβώς για να καταδικάσει τους ορθοδόξους Αγιορείτες, που χλευαστικά ονόμαζαν Κολλυβάδες, και να τους αφορίσει. Ο κατάπτιστος αυτός και εμπαθής αφορισμός (βλέπε «Ρίζες»23) δεν αφορά μόνον τους Κολλυβάδες της εποχής εκείνης αλλά καταδικάζει όλους τους Ορθοδόξους, όλους τους υπερασπιστές της Ιεράς Παραδόσεως όλων των εποχών, διότι εξαιρεί του αφορισμού και συγχωρεί μόνον όσους παρανομούν κατά της Παραδόσεως και τελούν μνημόσυνα την Κυριακή. Αλλά και κάτι πιο φοβερό ακόμη ο αφορισμός δεν αναφέρεται μόνο στην πράξη αλλά και στο φρόνημα. Συγχωρεί όσους φρονούν κακόδοξα και αφορίζει όσους φρονούν ορθόδοξα στον αιώνα, ρίχνοντας επάνω τους «άλυτο αφορισμό»! Ο συνοδικός αυτός αφορισμός, που όπως όλοι οι άδικοι αφορισμοί επέστρεψε στα κεφάλια αυτών που τον πρόφεραν, είναι ποιμαντική αμαρτία που δεν ξεπλύθηκε ποτέ, γιατί ποτέ το Πατριαρχείο δεν μετάνοιωσε γι’ αυτήν αλλά, αντίθετα, όπως θα δούμε, την επικύρωσε αργότερα επανειλημμένα και με τον ίδιο φανατισμό. Η αθώωση του Αθανασίου Παρίου από τον Πατριάρχη Γαβριήλ το 1781 δεν αφορούσε τους Κολλυβάδες γενικά αλλά μόνον το πρόσωπο του Αθανασίου, το οποίο απάλλαξε αυθαίρετα από τις κατά των Κολλυβάδων κατηγορίες, ενώ ο Αθανάσιος ποτέ δεν έπαψε να είναι Κολλυβάς. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει την ασυναρτησία και ασυνέπεια του Πατριαρχείου και την κακή του συνείδηση που ποτέ δεν μπόρεσε να φθάσει στη μετάνοια.

Οι Κολλυβάδες και όσοι φρονούν όπως αυτοί, έμειναν αφορισμένοι, μισημένοι και χλευασμένοι, γιατί διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους συνασκητές τους και έμειναν αλύγιστοι και ανυποχώρητοι για ένα τόσο «ασήμαντο» πράγμα όπως είναι τα κόλλυβα την Κυριακή. Τους έλεγαν στενοκέφαλους και φανατικούς, μισαλλόδοξους και ανθρώπους των άκρων, όπως γίνεται πάντοτε με όλους τους Ορθοδόξους που δεν υποκύπτουν στο ψεύδος. Τους μισούσαν οι εν Χριστώ αδελφοί και πατέρες τους στο όνομα μιας εξωτερικής εκκλησιαστικής ενότητας που, όταν δεν θεμελιώνεται στην αλήθεια, καταστρέφει την εσωτερική μυστική ενότητα της Εκκλησίας. Οι Κολλυβάδες έμειναν ενωμένοι εκκλησιαστικά με τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους, και αυτή η ενότητα με την θριαμβεύουσα Εκκλησία τους ήταν υπέρ αρκετή, έστω και εάν επρόκειτο να μείνουν μόνοι τους επί της γης.

Το έτος 1807 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ θεώρησε υποχρέωσή του να υπομνήσει με συνοδικό γράμμα προς όλους τους υποκείμενους στη Μ. Εκκλησία, μητροπολίτες, επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και πιστούς τον αφορισμό των Κολλυβάδων «προς τελείαν εξάλειψιν, όπως έγραφε, της πάλαι ποτέ αναφνείσης εκείνης των δοκοφρόνων διενέξεως». Έγραφε μεταξύ άλλων: «Διά ταύτα οριζόμεθα εν πνεύματι αγίω και θεσπίζομεν, ίνα τα συμβάντα μνημόσυνα των ευσεβώς κοιμηθέντων επιτελώνται απαρατηρήτως και εν Κυριακαίς και εν Σάββασιν, ως και εν ταίς λοιπαίς ημέραις της εβδομάδος». (Βλέπε Μ. Γεδεών, «Διατάξεις τ. Β΄ σ. 125) Ένα χρόνο αργότερα άλλος Πατριάρχης, ο Καλλίνικος Ε΄ γράφει προς τους Αγιορείτες τα παρακάτω: «Επειδή έφθασε και διωρίσθη παρά του προκατόχου της Αυτού Σεβασμιωτάτης Παναγιότητος εκ της συμμορίας των κολλυβιστών είς Ιερομόναχος Πνευματικός της Κοινότητος του Όρους τούνομα Ιερόθεος και ανακαινεί την αναφυείσαν ποτέ δολοφροσύνην και αλληλομαχίαν περί τε των κολλύβων και της Ιεράς Μεταλήψεως, και διά Συνοδικών Τόμων καταργηθείσαν… διά τούτο, ως εναντίον όντα τοις Αποστολικοίς και Συνοδικοίς κανόσι και τοις εκδοθείσιν Εκκλησιαστικοίς Τόμοις, να αποβάλωσι της πνευματικής διαγωγής και να εκλέξωσιν έτερον..» (Βλέπε Μ. Γεδεών «Ο Άθως» 1885 σ. 150).

Επισφράγισμα της κατά των Κολλυβάδων μήνης του Πατριαρχείου ήταν η επιστολή του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ προς τους Αγιορείτες, κατά την τρίτη Πατριαρχεία του, τον Αύγουστο του 1819. Στο γράμμα αυτό ο Γρηγόριος Ε΄ περιέγραφε την αδαμάντινη Ορθοδοξία των Κολλυβάδων σαν «ευρωτιώσα εκείνη και πεπαλαιωμένη σαθρά ιδέα», και βεβαίωνε ότι είναι «έθος αρχαίον της Εκκλησίας τα μεν κόλλυβα να προφέρονται εις τον θείον και ιερόν ναόν και να εκτελώνται μνημόσυνα… κατά Κυριακήν», και ότι «το τοιούτον, κοντά όπου παντελώς δεν κωλύεται είναι και ακαταιτίατον και πάντη ανέγκλητον, καθώς περί τούτου τρανώς απεφήνατο η Εκκλησία εν τω προεκδοθέντι Πατριαρχικώ ημών και συνοδικώ τόμω». (Παρά Μ. Γεδεών «Διατάξεις» τ. Β΄ σ. 152-155).

Ύστερα απ’ αυτά δεν πρέπει, να απορεί κανείς γιατί ο Θεός εγκατέλειψε τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, και την άφησε να τη συρρικνώσουν οι αμαρτίες της και επέτρεψε να χάσει συν τω χρόνω το ποίμνιό της, που είχε μείνει ακμαίο κατά τη διάρκεια τόσων αιώνων οθωμανικής τυραννίας, και να καταντήσει σήμερα, χωρίς ποίμνιο, στη χειρότερη αίρεση της Ιστορίας. Το Πατριαρχείο έχασε πρώτα την Εκκλησία της Ελλάδος, με το «αυτοκέφαλο» του Φαρμακίδη. Έχασε ύστερα την Εκκλησία της Βουλγαρίας με το περίφημα «σχίσμα». Έχασε αργότερα τις «Νέες Χώρες» με τους βαλκανικούς πολέμους, όλη τη Βόρειο Ελλάδα και την Ήπειρο. Και, μετά την ανοικτή διακήρυξη του Οικουμενισμού με την εγκύκλιο του 1920, έχασε και την καρδιά της Ορθοδοξίας, όλο το ποίμνιο της Μικράς Ασίας. Τέλος, το 1955, όσο βυθιζόταν στην αίρεση, έχασε και το μόνο ποίμνιο που της είχε μείνει, τους Χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως.

Όπως έγραψε ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Η εν ολίγω της αληθείας παρατροπή τη ασεβεία την πάροδον δέδωκεν». (P.G. 44, 1249) Και η ασέβεια σιγά – σιγά, όσο μένει αμετανόητη, υψώνει τείχος και κλείνει έξω τη Χάρη και την Ευλογία του Θεού. Ό,τι γίνεται με τα πρόσωπα γίνεται και με τις τοπικές Εκκλησίες. Αυτό παθαίνουμε όταν τα του Θεού χάσουν για μας την ιερότητά τους και συμπεριφερθούμε προς αυτά σα να ήσαν πράγματα ανθρώπινα. Όποιος ξεχωρίζει μικρά και μεγάλα στα του Θεού δεν ξέρει με ποιόν έχει να κάνει και δεν έχει πραγματική ευσέβεια, και τότε οι συνέπειες είναι φοβερές. «Ου μικρόν εν τοις περί Θεού το παραμικρόν» (Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Συγγρ. Α΄, σ. 24).Περιοδικό Οι Ρίζες Φθινόπωρο 1988 Τεύχος 24 Copyright Εκδόσεις Ζέφυρος




ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΜΠΑΜΠΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΒΡΕΦΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ


Μαθήματα εφαρμοσμένης προπαγάνδας / Μάθημα 68ο

Aug 23

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης
ΦΟΒΟΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΒΡΕΦΟΠΟΙΗΣΗ


«Ιός Δυτικού Νείλου: Ανησυχία για την αύξηση κρουσμάτων – Σε Ανατολική Αττική, Καρδίτσα και Λάρισα τα περισσότερα.


Μέχρι τις 19 Αυγούστου 2026 έχουν ήδη καταγραφεί 157 κρούσματα και 13 θάνατοι, όταν σε ολόκληρο το έτος 2025 είχαν δηλωθεί 96 κρούσματα και 9 θάνατοι.


Σημαντική αύξηση των κρουσμάτων του ιού του Δυτικού Νείλου καταγράφεται στη χώρα μας, με τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τα μέτρα καταπολέμησης των κουνουπιών»1.

Ζούμε, άραγε, το ριμέικ του κορωνοϊού;

Η ίδια φοβογλώσσα που άρχισαν να χρησιμοποιούν εντατικά οι τρομολάγνοι δημοσιογράφοι από τις 11 Μαρτίου 2020 επιστρατεύεται 6 χρόνια μετά και για τα κουνούπια!

Κάποιοι γνώριμοι τηλεγυρολόγοι που εκράδαιναν το μαστίγιο της μάσκας και του εμβολίου έσκασαν πάλι μύτη!

Η πρόκληση πανικού από τα ΜΜΕ είναι μια ακόμη απόδειξη ότι ο προπαγανδιστικός μηχανισμός μάς μεταχειρίζεται βρεφοποιητικά και, κατ’ επέκτασιν, κακοποιητικά!

Δεν ξεχνάμε ποτέ: Η βρεφοποίηση (infantilization) είναι μία από τις πιο ύπουλες προπαγανδιστικές τεχνικές μιας κυβέρνησης που θέλει να μετατρέψει τους πολίτες σε νηπιακές πλαστελίνες ευχερώς χειραγωγήσιμες.

Kι όσο πιο τρομαγμένοι οι πολίτες τόσο πιο γερά οχυρωμένοι πίσω από τα κάγκελα της νηπιακής κούνιας τους, εκλιπαρώντας για βοήθεια και προστασία από το παντοδύναμο «γονεϊκό» κράτος, που για την καταπολέμηση των παγκόσμιων κρίσεων πρέπει να γίνει και αυτό παγκόσμιο.

Άρα, πίσω από την τεχνική της βρεφοποίησης θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ότι κρύβεται το σατανικό σχέδιο για την επιβολή μιας Παγκόσμιας Κυβέρνησης.
ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ ΤΟΥ ΟΡΓΟΥΕΛΙΚΟΥ ΘΑΛΑΜΟΥ 101

Ο μεγαλύτερος μπαμπούλας για τον Ουίνστον Σμίθ του οργουελικού «1984» ήταν οι αρουραίοι που υπήρχαν στον θάλαμο 101.

Στο κεφαλαιώδους σημασίας ερώτημα «πώς βεβαιώνεται κάποιος για τη δύναμή του πάνω σε έναν άλλον άνθρωπο», το οποίο ο βασανιστής του θαλάμου 101, δηλ. ο Ο’Μπράιεν, έθεσε στον Ουίνστον, προτού τον υποβάλει στο βασανιστήριο με το κλουβί των αρουραίων να απειλεί να κατασπαράξει το πρόσωπό του, ο τελευταίος απάντησε:


H φωτογραφία αυτή απεικονίζει το βασανιστήριο των αρουραίων στο οποίο υπέβαλε ο Ο’Μπράιεν τον Ουίνστον Σμιθ. Τόσο η φωτογραφία όσο και τα παραθέματα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του Τζωρτζ Όργουελ «1984», μτφ.: Μαρία Καρβέλα, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2021, σελ. 277/278, 297.

«Κάνοντάς τον να υποφέρει».

Σε ένα από τα σημαντικότερα χωρία του «1984» για την κατανόηση του τρόπου (μεταξύ άλλων: εκφοβιστικής) λειτουργίας του πιο απάνθρωπου ολοκληρωτικού καθεστώτος που θα μπορούσε ποτέ να επινοηθεί και εγκαθιδρυθεί, ο Τζωρτζ Όργουελ βάζει τον Ο’Μπράιεν να επαληθεύσει την ορθότητα αυτής της απάντησης που του έδωσε ο Ουίνστον Σμιθ, διευκρινίζοντας:

«Ακριβώς. Κάνοντάς τον να υποφέρει. Η υπακοή δεν αρκεί. Αν δεν υποφέρει, πώς μπορείς να είσαι βέβαιος ότι υπακούει στη δική σου θέληση και όχι στη δική του; Δύναμη είναι να επιβάλεις πόνο και ταπείνωση. Δύναμη είναι να κομματιάσεις το ανθρώπινο μυαλό και να το συναρμολογήσεις πάλι, δίνοντάς του το σχήμα που θέλεις εσύ. Αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι κόσμο δημιουργούμε; Είναι ακριβώς το αντίθετο από τις ανόητες ηδονιστικές Ουτοπίες που είχαν οραματιστεί οι παλαιοί μεταρρυθμιστές. Είναι ένας κόσμος φόβου και προδοσίας και βασανιστηρίων. Ένας κόσμος καταπιεστών και καταπιεζόμενων, ένας κόσμος που, όσο τελειοποιείται, θα γίνεται ολοένα και πιο ανελέητος. Η πρόοδος στον δικό μας κόσμο θα σημαίνει πρόοδο προς περισσότερο πόνο. Οι παλαιοί πολιτισμοί ισχυρίζονταν πως ήταν θεμελιωμένοι στην αγάπη και τη δικαιοσύνη. Ο δικός μας είναι θεμελιωμένος στο μίσος. Στον δικό μας κόσμο δεν θα υπάρχουν άλλα συναισθήματα εκτός από τον φόβο, την οργή, τη θριαμβολογία και την ταπείνωση. Όλα τα άλλα θα τα καταπνίξουμε. Ήδη τώρα καταστρέφουμε τις συνήθειες της σκέψης που έχουν επιζήσει από την προεπαναστατική εποχή. Σπάσαμε τους δεσμούς που ένωναν τους γονείς με τα παιδιά, τους άντρες με τους άντρες, τον άντρα με τη γυναίκα. Κανένας δεν τολμά πια να εμπιστευτεί τη γυναίκα του, το παιδί του ή τον φίλο του. Στο μέλλον όμως, δεν θα υπάρχουν ούτε γυναίκες ούτε φίλοι. Τα παιδιά θα τα παίρνουμε από τη μητέρα τους μόλις γεννιούνται, όπως παίρνει κανείς τα αυγά από την κότα. Το σεξουαλικό ένστικτο θα ξεριζωθεί. Η αναπαραγωγή θα είναι μια ετήσια τυπική διαδικασία όπως η ανανέωση του δελτίου τροφίμων. Θα εξαλείψουμε τον οργασμό. Οι νευρολόγοι εργάζονται πάνω σε αυτό τώρα. Δεν θα υπάρχει πίστη παρά μόνο για το Κόμμα, δεν θα υπάρχει αγάπη παρά μόνο για τον Μεγάλο Αδελφό. Δεν θα υπάρχει γέλιο, παρά μόνο το γέλιο του θριάμβου για κάποιον νικημένο εχθρό. Δεν θα υπάρχουν τέχνη, λογοτεχνία, επιστήμη. Όταν θα είμαστε παντοδύναμοι, δεν θα έχουμε πια την ανάγκη της επιστήμης. Δεν θα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην ομορφιά και στην ασχήμια. Δεν θα υπάρχει πια η περιέργεια ούτε η χαρά της ζωής. Δεν θα υπάρχει άμιλλα. Πάντα όμως –αυτό μην το ξεχνάς, Γουίνστον–, πάντα θα υπάρχει η μέθη της δύναμης, που ολοένα θα μεγαλώνει, ολοένα θα οξύνεται περισσότερο. Πάντα, σε κάθε στιγμή, θα υπάρχει η αγαλλίαση της νίκης, η συγκίνηση να ποδοπατάς έναν ανήμπορο εχθρό. Αν θέλεις μια εικόνα του μέλλοντος, φαντάσου μια μπότα να πατάει το πρόσωπο ενός ανθρώπου – για πάντα».

Ο βασανιστής του Ουίνστον συμπληρώνει:

«Και να θυμάσαι πως αυτό θα είναι για πάντα. Το πρόσωπο που θα ποδοπατιέται θα βρίσκεται εκεί πάντα. Ο αιρετικός, ο εχθρός της κοινωνίας θα υπάρχει πάντα για να νικηθεί και να ταπεινωθεί ξανά και ξανά. Όλα όσα πέρασες από τη στιγμή που έπεσες στα χέρια μας, όλα αυτά θα συνεχίζονται και μάλιστα χειρότερα. Η κατασκοπία, οι προδοσίες, οι συλλήψεις, τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις, οι εξαφανίσεις δεν θα σταματήσουν ποτέ. Θα είναι ένας κόσμος τρόμου, όπως και ένας κόσμος θριάμβου. Όσο ισχυρότερο θα γίνεται το Κόμμα τόσο λιγότερο ανεκτικό θα είναι. Όσο μικρότερη η αντίσταση τόσο μεγαλύτερος ο δεσποτισμός. Ο Γκολντστάιν και οι αιρέσεις του θα υπάρχουν πάντα. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, θα συντρίβεται, θα ατιμάζεται, θα γελοιοποιείται, θα γίνεται κατάπτυστος – ωστόσο θα υπάρχει πάντα. Το δράμα που παίζω μαζί σου εδώ και εφτά χρόνια θα παίζεται και θα ξαναπαίζεται, από γενιά σε γενιά, ολοένα και πιο έντεχνα. Θα έχουμε πάντα εδώ, στο έλεός μας, τον αιρετικό, που θα ξεφωνίζει από τον πόνο, συντετριμμένος, άξιος κάθε περιφρόνησης και στο τέλος μετανιωμένος θα σέρνεται με τη θέλησή του στα πόδια μας, ενώ θα έχει σωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτός είναι ο κόσμος που ετοιμάζουμε, Γουίνστον. Ένας κόσμος όπου η μία νίκη θα διαδέχεται την άλλη και ο ένας θρίαμβος θα έρχεται μετά τον άλλο, μια αδιάκοπη πίεση, μια συνεχής πίεση στο απώτατο σημείο της δύναμης. Αρχίζεις, βλέπω, να καταλαβαίνεις πώς θα είναι αυτός ο κόσμος, στο τέλος όμως θα προχωρήσεις πιο πέρα από αυτό. Θα τον αποδεχτείς, θα τον καλωσορίσεις, θα γίνεις μέρος του».

Και, πράγματι, ο Ουίνστον Σμιθ κατέληξε να αγαπήσει τον Μεγάλο Αδελφό!

ΟΙ ΜΠΑΜΠΟΥΛΕΣ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΛΑΩΝ

Οι μπαμπούλες των σύγχρονων λαών, μέσω των οποίων η παγκόσμια εξουσία επιδιώκει, αντιστοίχως, την χειραγώγηση των πολιτών και την πλήρη υποταγή τους στα προγράμματα της υπερεθνικής ελίτ, δεν έχουν τελειωμό: π.χ. ιοί, φωτιές, σεισμοί, πλημμύρες, κλιματική αλλαγή, ακρίβεια, κουνούπια και, βεβαίως, πόλεμοι.

Ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες το μενού της τρομολαγνείας, εκτός από τους φονικούς καύσωνες και τα κουνούπια, περιέχει κι άλλους «αόρατους εχθρούς», όπως μωβ μέδουσες, καρχαρίες, λαγοκέφαλους2, κατσαρίδες3 κ.ο.κ. Και, φυσικά, σύμφωνα με την πάγια προπαγάνδα των ΜΜΕ, ενάντια σε όλους αυτούς τους εχθρούς (πρέπει να) κηρύσσουμε τον«πόλεμο» και να δίνουμε «μάχες»!




Η συστηματική κατατρομοκράτηση των λαών, και δη του ελληνικού, η οποία υλοποιείται παγίως και τους καλοκαιρινούς μήνες, δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων μόνο ετών.

Επί παραδείγματι, στην εφημερίδα «Ακρόπολις» της 3ης Ιουλίου 1979 (σελ. 6) υπήρχε δημοσίευμα με τίτλο «Από πέντε αρρώστιες κινδυνεύουμε το Καλοκαίρι: Εγκεφαλίτιδα, καρκίνο δέρματος, θερμοπληξία, έρπητα, λοιμώξεις».


Στον πόλεμο κατά των κουνουπιών αναφερόταν στο πρωτοσέλιδό της η εφημερίδα «Το Βήμα» που είχε κυκλοφορήσει στις 17 Φεβρουαρίου 1979. Στο σχετικό άρθρο του ο Νικήτας Ορφανίδης έγραφε εισαγωγικώς τα εξής (παρατηρήστε την πολεμική ορολογία που χρησιμοποιεί ο συντάκτης, όπως ακριβώς πράττουν και οι σημερινοί συνάδελφοί του):


«Ἡ ἑλονοσία ἔχει ἐκλείψει ἐδῶ καὶ χρόνια ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τὰ κοινὰ κουνούπια ἐξακολουθοῦν νὰ ταλαιπωροῦν τοὺς κατοίκους πολλῶν περιοχῶν τῆς χώρας ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ ἰδιαίτερα τὸ καλοκαίρι. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀλλά καὶ γιὰ τὴν ἐξασφάλιση εὐχάριστης καὶ ἄνετης παραμονῆς τῶν ξένων ἐπισκεπτῶν στὴ χώρα, τὸ ὑπουργεῖο Κοινωνικῶν Ὑπηρεσιῶν συνεχίζει τὴν ἐφαρμογὴ εἰδικοῦ προγράμματος γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν κουνουπιῶν. Προτοῦ ἀρχίσει ἡ ἐπιδημικὴ περίοδος καὶ μὲ βάση τὰ στοιχεῖα τοῦ 1978, ποὺ συγκεντρώθηκαν καὶ μελετήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρμόδια ὑπηρεσία, ἀποφασίσθηκε νὰ ἀναληφθεῖ ἐφέτος ἐντονότερή προσπάθεια γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν κοινῶν καὶ ἀνωφελῶν κουνουπιῶν σὲ ὅλες τὶς περιοχὲς καὶ ἰδιαίτερα σὲ κεῖνες ποὺ προσελκύουν τουρίστες.

Ἡ μάχη ἐναντίον τῶν κουνουπιῶν χρησιμοποιεῖται κάθε χρόνο μὲ πάγιο κονδύλι τοῦ προγράμματος δημόσιων ἐπενδύσεων, συνεισφέρουν ὅμως καὶ τὰ νομαρχιακὰ ταμεῖα, ὅσο τοὺς εἶναι δυνατό. Ἔτσι, πεπειραμένοι καὶ μὴ ἐργάτες ψεκαστές, χωρισμένοι σὲ συνεργεῖα, θὰ ἀρχίσουν σὲ λίγο ἕνα ἐπίπονο ἔργο γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν κοινῶν καὶ ἀνωφελῶν κουνουπιῶν, σκορπῶντας προνυμφοφάγα ἰχθύδια, ψεκάζοντας διάφορα οἰκήματα ἐλονοσόπληκτων χωριῶν καὶ ρίχνοντας πετρέλαιο σὲ κάθε ἑστία ἐκκολάψεως τῶν ἐντόμων».

Πάντως, ο μπαμπούλας των κουνουπιών εμφανίσθηκε προ μηνών και σε στάσεις λεωφορείων, όπου υπήρχε γραμμένο ένα μήνυμα που προπαγάνδιζε την «κλιματική κρίση» συνδέοντάς την με την επιδρομή των κουνουπιών:

«Κουνούπια στην Ισλανδία. Δεν είναι αστείο. Είναι κλιματική κρίση».


ΜΠΙΛ ΓΚΕΙΤΣ

Ο… μέγας φιλάνθρωπος Μπιλ Γκέιτς είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εποχή του κορωνοϊού λόγω της εμβολιαστικής προπαγάνδας.

Κάπου πήρε το μάτι μου ότι έχει ασχοληθεί και με τα κουνούπια.

Το 2022, ο Γκέιτς αναρωτιόταν: Μπορούμε να νικήσουμε το πιο θανατηφόρο πλάσμα παγκοσμίως, δηλ. το κουνούπι;

«Μέσα σε ένα διώροφο τούβλινο κτήριο στο Μεντεγίν της Κολομβίας, οι επιστήμονες εργάζονται πολλές ώρες σε εργαστήρια που εκτρέφουν εκατομμύρια κουνούπια», αναφέρει σχετικό δημοσίευμα4.

Ένα είναι σίγουρο: Κάθε «φιλάνθρωπος» Γκέιτς στον ανάποδο κόσμο είναι «μισάνθρωπος» και άρα αντιμετωπίζει τους πολίτες σαν κουνούπια που πρέπει να τους κάνει χαλκομανία.

«ΣΥΝΩΜΟΣΙΟΛΟΓΟΣ»: Ο ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΓΚΟΛΝΤΣΤΑΪΝ

Ο μέγας πονοκέφαλος της ελίτ είναι ο προπαγανδιζόμενοςυπερπληθυσμός. Θα κάνουν το παν για να μας αποδεκατίσουν, πάντοτε με το πρόσχημα ότι ενεργούν για το καλό μας.

Κι αφού μας αποδεκατίσουν, θα προσπαθήσουν να μας ελέγχουν-επιτηρούν νυχθημερόν μέσω της τεχνολογίας τους.

Φυσικά, όποιος τολμά να διατυπώνει τέτοιους ισχυρισμούς αποκτά την ρετσινιά του «συνωμοσιολόγου»!

Αξιοποιώντας το οργουελικό χωρίο από το «1984» που παρατέθηκε πιο πάνω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο «συνωμοσιολόγος» του 21ου αιώνα δεν είναι παρά «ο αιρετικός, ο εχθρός της κοινωνίας» που «θα υπάρχει πάντα για να νικηθεί και να ταπεινωθεί ξανά και ξανά».

Κάθε στιγματισμένος από το κυρίαρχο σύστημα «συνωμοσιολόγος» είναι, λοιπόν, ό,τι και ο Γκολντστάιν της δυστοπικής Ωκεανίας, που χρησίμευε για να συσπειρώνονται όλοι οι υπόλοιποι κάτω από τις φτερούγες του ολοκληρωτικού καθεστώτος.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ανωτέρω άρθρο αποτελεί εμπλουτισμένη εκδοχή του κειμένου που αναρτήθηκε προσφάτως στον λογαριασμό του γράφοντος στο facebook και κέντρισε το ενδιαφέρον του δημοσιογράφου Δημήτρη Δραγάτη, ο οποίος το μετέτρεψε σε βίντεο αναρτηθέν στο κανάλι του «Ελεύθερη Πένα».