.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Αντώνιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Αντώνιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ψυχή πάσχει μαζί με το σώμα, ενώ το σώμα δεν πάσχει μαζί με την ψυχή...



Η ψυχή πάσχει μαζί με το σώμα, ενώ το σώμα δεν πάσχει μαζί με την ψυχή. Λόγου χάρη, όταν κόβεται το σώμα, υποφέρει και η ψυχή. Όταν το σώμα είναι δυνατό και γερό, συνευχαριστιέται το παθητικό μέρος της ψυχής.

Όταν όμως σκέφτεται η ψυχή, δεν σκέφτεται και το σώμα, αλλά μένει μόνο του κατά μέρος, γιατί η σκέψη είναι ιδιότητα της ψυχής.

Όπως και η άγνοια, η υπερηφάνεια, η απιστία, η πλεονεξία, το μίσος, ο φθόνος, η οργή, η αδιαφορία, η κενοδοξία, η επιθυμία της τιμής, η διχόνοια και η αίσθηση του καλού.
'Ολα αυτά τα ενεργεί η ψυχή. 

Μέγας Αντώνιος

Οι απαίδευτοι


Οι αγράμματοι και ακαλλιέργητοι άνθρωποι θεωρούν τα λόγια γελοίον πράγμα, και δεν θέλουν να τ` ακούνε, επειδή ελέγχεται η αγραμματοσύνη τους, και θέλουν να είναι όλοι όμοιοί τους.

Κατά τον ίδιο τρόπο και όσοι ζουν και συμπεριφέρονται ακόλαστα φροντίζουν (να αποδείξουν ότι) όλοι είναι χειρότεροί τους, νομίζοντας πώς από το πλήθος των κακών θα επιτύχουν το ακατηγόρητο για τους εαυτούς των.

Η άτονη (χαλαρή και νωθρή) ψυχή (τους) θολώνει από την κακία που περιλαμβάνει ασωτία, υπερηφάνεια, απληστία, οργή, προπέτεια, λύσσα, φόνο,οδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, αρπαγή, πόνο, ψεύδος, ηδονή, οκνησία, λύπη, δειλία, αρρώστια, μίσος, κατηγορία, αδυναμία, πλάνην, άγνοιαν, απάτην, λήθην Θεού.

Με τέτοια και παρόμοια (κακίες) τιμωρείται η άθλια ψυχή που χωρίζει τον εαυτό της από το Θεό.



Μέγας Αντώνιος

Εκείνοι που γνωρίζουν το Θεό



Εκείνοι που γνωρίζουν το Θεό, γεμίζουν από κάθε καλή έννοια και επειδή επιθυμούν τα ουράνια, καταφρονούν τα βιοτικά. 

Αυτοί οι άνθρωποι ούτε αρέσουν στους πολλούς, ούτε και αυτοί αρέσκονται με τους πολλούς. Και γι’ αυτό όχι μόνο τους μισούν αλλά και τους περιγελούν οι πιο πολλοί ανόητοι. 

Υπομένουν όσα τους φέρνει η φτώχεια επειδή γνωρίζουν ότι εκείνα που οι πολλοί θεωρούν κακά, σ’ αυτούς είναι καλά. Γιατί εκείνος που στοχάζεται τα επουράνια, πιστεύει στον Θεό γνωρίζοντας ότι όλα είναι έργα της θελήσεώς Του. 

Εκείνος όμως που δε τα στοχάζεται, δεν πιστεύει ποτέ ότι ο κόσμος είναι έργο του Θεού και ότι δημιουργήθηκε για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Η ΣΤΑΣΗ του Αγίου ΑΝΤΩΝΙΟΥ έναντι των αιρετικών, ΠΡΟΤΥΠΟ μίμησης για όλους σήμερα! π. Θεόδωρος Ζήσης

Μολυνόμαστε, ὅταν ἐπικοινωνοῦμε
μὲ Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους!


π. Θεόδωρος: Μόνο νὰ μὴμιανθοῦμε ἀπὸτὴνκοινωνία μας μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ Οἰκουμενισμό, μὲ τοὺς φιλοπαπικοὺς καὶ οἰκουμενιστὰςὈρθοδόξους. Παπισμὸς καὶ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἱρέσεις πολὺπιὸ ἐπικίνδυνες, ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό γιατὶ ἀναιροῦν τὸ σύνολο τῶν δογμάτων τῆς πίστεως.

Μέχρι πότε ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶθὰ ἐπιτρέπουμε τὰ ἄλογα κτήνη, τοὺς αἱρετικούς, νὰ λακτίζουν καὶ νὰ μιαίνουν τὰ Ἱερὰ καὶ τὰ Ἅγια τῆς Ὀρθοδοξίας;
Ὅσο ἀπρακτοῦμε καὶ βρίσκουμε διάφορεςπροφάσεις πνευματικοφανεῖς, τὸ βδέλυγμα τῆςἐρημώσεως θὰ ἵσταται ἐν τόπῳ ἁγίῳ. 

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ


Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Ὅταν κινδυνεύῃ ἡ πίστις, ἡ Ὀρθοδοξία, πρώτη πνευματικὴ προτεραιότητα εἶναι ἡ ὑπεράσπισή της, ὁ ἀγώνας ἡ συμπαράσταση πρὸς ὅσους ἀγωνίζονται, ἡ μέχρι θανάτου καὶ αἵματος προθυμία.Ὅλα τὰ ἄλλα πνευματικὰ καθήκοντα ἔπονται. Ὅσοι πράττουν καὶ συμβουλεύουν τὰ ἀντίθετα, ἁπλῶς συγκαλύπτουν μὲ προφάσεις τὴν ἀπροθυμία καὶ δειλία τους, καὶ γίνονται διδάσκαλοι καὶ καθηγητὲς τῆς ἀπραξίας καὶ τῆς ὑποκρισίας.

Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, πρότυπο μίμησης γιὰ ὅλους σήμερα.
Αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦμε τώρα νὰ κάνουμε ἐδῶ εἶναι νὰ παρουσιάσουμε πῶς ἀντιμετώπισε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε ἐσωτερικὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουσα τὴν ὑποστήριξη αὐτοκρατόρων, ἡγεμόνων, πατριαρχῶν καὶ ἐπισκόπων, ὅπως συμβαίνει καὶ σήμερα μὲ τὶς παναιρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνες, γιατὶ ἀναιροῦν τὸ σύνολο τῶν δογμάτων τῆς πίστεως καὶ μεταβάλουν τὴν θεϊκὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου σέ συνήθη ἀνθρώπινη διδασκαλία, ἀποσύρουν τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς Πατέρας, καὶ ἐγκαθιστοῦν τὸν ἀλάθητο πάπα τῆς Ρώμης καὶ τὴν πανσπερμία τῶν αἱρέσεων τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν δῆθεν Ἐκκλησιῶν. Ἡ παρουσίαση αὐτὴ εἶναι πολὺ διδακτικὴ καὶ γιὰ ὅσους καμώνονται πὼς δὲν βλέπουν τὸν κίνδυνο, γιὰ"σοβαροὺς" πνευματικοὺς ποὺ παρασύρουν ἢ φέρνουν σὲ πολὺ δύσκολη θέση τὰ πνευματικὰ τους παιδιά, ποὺ βλέπουν καλύτερα μὲ τὰ μάτια τῶν Ἁγίων καὶ ἀρχίζουν νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν ἀξιοπιστία τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης. 
Καὶ ἀσφαλῶς οἱ Ἅγιοι εἶναι πιὸ ἀξιόπιστοι ἀπὸ τοὺς οποιουσδήποτε Γέροντες καὶ πνευματικούς, ὅταν δὲν ὁργίζονται γιὰ τὴν αἵρεση καὶ δὲν ἀγωνίζονται νὰ τὴν φανερώσουν καὶ νὰ τὴν ἀποδιώξουν.

Ὁ Μ. Αντώνιος, ὅπως μᾶς παραδίδει ὁ «Βίος» του, καὶ στὰ θέματα τῆς πίστεως «πάνυ θαυμαστὸς ἦν καὶ εὐσεβής». Δὲν εἶχε καμμία κοινωνία μὲ τοὺς σχισματικοὺς Μελιτιανούς, γιατὶ γνώριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν πονηρία καὶ τὴν ἀποστασία τους. Ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς Μανιχαίους καὶ ἄλλους αἱρετικοὺς δὲν μίλησε ποτὲ φιλικά, παρὰ μόνο γιὰ νὰ τοὺς νουθετήσῃ καὶ νὰ τοὺς μεταβάλῃ σὲ εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους. 
Πίστευε καὶ ἐδίδασκε ὅτι ἡ φιλία καὶ ἡ συναναστροφὴ μαζί τους εἶναι βλάβη καὶ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς.Ἐσιχαίνετο καὶ τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν καὶ παρήγγελε σὲ ὅλους οὔτε νὰ τοὺς πλησιάζουν οὔτε νὰ δέχονται τὴν κακή τους πίστη.Ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκαν κάποτε κάτι φανατικοὶ Ἀρειανοί, ἀφοῦ συζήτησε μαζί τους καὶ κατάλαβε πὼς εἶναι ἀσεβεῖς, τοὺς ἔδιωξε ἀπὸ τὸ ὄρος ποὺ ἀσκήτευε, λέγοντας ὅτι τὰ λόγια τους εἶναι χειρότερα καὶ ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῶν φιδιῶν.
Τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτελεῖ θὰ λέγαμε κανόνα, ὁ ὁποῖος ὁλοκάθαρα μᾶς παρουσιάζει, ἀψευδέστατα καὶ ἀπλανέστατα, πῶς πρέπει νὰγίνονται οἱ διάλογοι μὲ τοὺς αἱρετικούς, καὶ πῶς πρέπει ἀνθρώπινα καὶ κοινωνικὰ νὰ ρυθμίζουμε τὴ σχέση μας μαζί τους, ἀλλὰ συγχρόνως δείχνει πὼς σήμερα γκρεμίζονται ὅλα τὰ ὅρια ποὺ ἔθεσαν οἱ Πατέρες ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστάς, οἱ ὁποῖοι ἀγκαλιάζουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀσπάζονται ὡς εὐσεβεῖς.

Φοβερὴ ἡ ὀπτασία τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου γιὰ τοὺς αἱρετικούς: 
Ἄλογα κτήνη γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα.

Εἶναι ὄντως φοβερὸ τὸ ὅραμα ποὺ εἶδε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος σχετικὰ μὲ τὴν παρουσία αἱρετικῶν μέσα σὲ ὀρθόδοξους ναούς. Τὸ ὅραμα αὐτὸ αἰτιολογεῖ, ἐξηγεῖ παραστατικὰ γιὰ ποιὸ λόγο οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀπαγορεύουν μὲ συνοδικοὺς κανόνες τὴν εἴσοδο αἱρετικῶν σὲ καθαγιασμένους χώρους, τὴν συμμετοχὴ τους σὲ ἀκολουθίες καὶ λειτουργίες, τὶς συμπροσευχὲς καὶ τὰ συλλείτουργα. 
Οἱ αἱρετικοὶ μὴ δεχόμενοι τὴνδιδασκαλία τῆςἘκκλησίας, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων, ἐπηρεάζονται ἀπὸτοὺς δαίμονες καὶ τὸν πατέρα τους τὸν διάβολο, στὴν προβολὴ πλανεμένων ἀπόψεων.
Συγκλονίσθηκε λοιπόν, καὶ ἐτρόμαξε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, ὅταν ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ δῇ στὸ ὅραμά του τοὺς Ἀρειανοὺς νὰ περικυκλώνουν τὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο ὡς ἡμίονοι (= μουλάρια), νὰ τὸ λακτίζουν καὶ νὰ τὸ μιαίνουν. Τόση ἦταν ἡ λύπη καὶ ἡ στεναχώρια του, ὥστε ἔβαλε τὰ κλάμματα, ὅπως πικράθηκαν καὶ ἔκλαυσαν πολλοὶ εὐσεβεῖς, ὅταν εἶδαν τὸν αἱρεσιάρχη πάπα νὰ εἰσάγεται μέσα στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, τὸν ὁποῖο μάλιστα Ἅγιο κατήργησε τὸ Βατικανό, καὶ νὰ τὸν μολύνῃ. Εἴμαστε βέβαιοι πὼς, ἂν διαβάσουν καὶ μάθουν αὐτὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἁγίου οἱ πατριάρχες, οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ οἱ ἐπίσκοποι, ἂν βέβαια ἐξακολουθοῦν ὡς Ὀρθόδοξοι νὰ σέβονται καὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, θὰ διακόψουν τὶς λειτουργικὲς ἀμοιβαῖες φιλοξενίες καὶ ἐπισκέψεις, τὶς ἑβδομάδες συμπροσευχῆς καὶ τὶς ἀποστολὲς ἀντιπροσωπειῶν στὶς θρονικὲς ἑορτές. Γιατὶ διαφορετικὰ θὰ συμπεριλαμβάνονται καὶ αὐτοὶ ὡς συνεργοὶ στὸ φρικτὸ ὅραμα τοῦ Μ. Ἀντωνίου.
Τώρα βλέπουμε νὰ μολύνονται οἱ ναοὶ καὶ τὰ θυσιαστήρια ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ συλλείτουργα μὲ τοὺς «ἀλόγους» αἱρετικοὺς καὶ ἐνισχύουμε τὴν μόλυνση καὶ τὴν ἐπαινοῦμε, συλλακτίζοντες κι ἐμεῖς μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. 
Μόνη ἐλπίδα γιὰ νὰ ἐπανεύρῃ ἡἘκκλησία τὴν ὁμορφιά της εἶναι ἡ σύσταση καὶ συμβουλὴ τοῦ Μ. Ἀντωνίου: «Μόνον μὴ μιάνετε ἑαυτοὺς μετὰ τῶν Ἀρειανῶν». Μόνο νὰ μὴ μιανθοῦμε ἀπὸ τὴν κοινωνία μας μὲτὸν Παπισμὸ καὶΟἰκουμενισμό, μὲ τοὺς φιλοπαπικοὺς καὶ οἰκουμενιστὰς Ὀρθοδόξους. 
Ἐπειδὴ μέχρι τώρα δὲν τὸ ἐπράξαμε δυναμικὰ καὶ ἀποφασιστικά, γι' αὐτὸ παρατείνει ὁΘεὸς ἐπὶ ἔτη τὴν ὀργή του, τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ὀρθοδόξων στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μέχρι πότε ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ θὰ ἐπιτρέπουμε τὰ ἄλογα κτήνη, τοὺς αἱρετικούς, νὰ λακτίζουν καὶ νὰ μιαίνουν τὰἹερὰ καὶ τὰ Ἅγια τῆς Ὀρθοδοξίας; 
Ὅσο ἀπρακτοῦμε καὶ βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανεῖς, τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως θὰ ἵσταται ἐν τόπῳ ἁγίῳ. 

Περιοδικὸ"Θεοδρομία", Ἔτος Θ, Τεῦχος 1, Ἰανουάριος - Μάρτιος 2007 
Ὅλο τὸ κείμενο ἐδῶ.

Την ενάρετη ζωή την πραγματοποιούν όσοι άνθρωποι είναι ευσεβείς και έχουν νου που αγαπά το Θεό…

Δεν πρέπει κανένας να λέει ότι δεν είναι δυνατό να κατορθώσει ο άνθρωπος την ενάρετη ζωή, αλλά να λέει ότι αυτό δεν είναι εύκολο.
Ούτε μπορούν να κατορθώσουν την αρετή οι τυχόντες.
Την ενάρετη ζωή την πραγματοποιούν όσοι άνθρωποι είναι ευσεβείς και έχουν νου που αγαπά το Θεό.
Γιατί ο νους των πολλών είναι κοσμικός και μεταβάλλεται. Κάνει σκέψεις άλλοτε καλές, άλλοτε κακές. 
Μεταβάλλεται στη φύση και γίνεται υλικότερος.
Ο νους όμως που αγαπά το Θεό, τιμωρεί την κακία η οποία έρχεται εκούσια στους ανθρώπους από την αμέλειά τους.

Μέγας Αντώνιος

dakriametanoias.blogspot.ca

Εκείνοι που νομίζουν δυστυχία το να χάσουν χρήματα ή παιδιά.... ( Μέγας Αντώνιος )



Εκείνοι που νομίζουν δυστυχία το να χάσουν χρήματα ή παιδιά ή δούλους ή ένα άλλο στοιχείο της περιουσίας τους, ας γνωρίζουν ότι πρώτα πρέπει να αρκούνται σ' εκείνα που δίνει ο Θεός. Και όταν πρέπει να τα δώσουν πίσω, να είναι πρόθυμοι και να το κάνουν με αγαθή γνώμη και να μη στενοχωρούνται διόλου για τη στέρηση ή μάλλον για την επιστροφή τους. Γιατί αφού έκαναν χρήση ξένων πραγμάτων, τα έδωσαν πάλι πίσω.

Μέγας Αντώνιος

Νά συναναστρεφόμαστε μέ τούς αἱρετικούς; Τί λέει ὁ Μέγας Ἀντώνιος



"Προσέξτε μόνο νά μή μολύνετε τούς ἑαυτούς σας μέ τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία τῶν Ἀρειανῶν, διότι ἡ διδασκαλί τους δέν εἶναι τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά τῶν δαιμόνων καί τοῦ πατρός τους διαβόλου. Ὡς τέτοια δέ εἶναι ἀκαρποφόρητη καί παράλογη καί προϊόν διανοίας, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀλογία τῶν ἠμιόνων".
("Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας β΄, σελ. 36)

"Καί κατά τήν πίστιν δέ, ἦταν λίαν θαυμαστός καί εὐσεβής. Διότι, οὔτε πρός τούς σχισματικούς Μελετιανούς ἐκοινώνησεν ποτέ, οὔτε πρός τού Μανιχαίους ἤ ἄλλους αἱρετικούς ὡμίλησε φιλικά…

Θεωρῶν καί διδάσκων τήν φιλίαν καί ὁμιλίαν μέ αὐτούς ὡς βλάβη καί ἀπώλεια ψυχῆς. 
Ἔτσι ἀκριβῶς ἐσιχαίνετο καί τήν αἵρεσιν τῶν Ἀρειανῶν καί προέτρεπε πάντας νά μήν προσεγγίζουν αὐτούς, οὔτε νά μετέχουν τῆς κακοδοξίας των".

(Ἀπό τήν βιογραφία τοῦ Μ. Ἀντωνίου πού γράφθηκε ἀπό τό Μ. Ἀθάνασιο) 

Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑΣ – ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ


Ο Χριστός ως "Άγγελος Σιωπής"

Ο Άγιος Αντώνιος έλεγε για τον αββά Μάρκο τον Αιγύπτιο, ότι επί τριάντα έτη παρέμενε έγκλειστος, χωρίς να εξέλθει καθόλου από το κελί του. Ο Πρεσβύτερος της Σκήτης συνήθιζε να μεταβαίνει στο κελί του και να τελεί τη Θεία Λειτουργία.
Ο διάβολος βλέποντας την υπομονή και την αρετή του Αγίου, πανουργεύθηκε να τον πειράξει. Γι΄ αυτό προετοίμασε έναν δυστυχή άνθρωπο που ταλαιπωρούνταν από ακάθαρτο πνεύμα, να τον επισκευθεί δήθεν με το πρόσχημα να λάβει την ευχή του.

Ο δαιμονισμένος επισκέφθηκε τον Άγιο και πριν προφέρει οποιαδήποτε άλλη λέξη, λέγει στον Γέροντα : Ο Πρεσβύτερός σου εκπέμπει ακόμη οσμή από αμαρτίες, μην τον αφήσεις λοιπόν άλλη φορά να εισέλθει στο κελί σου.

Ο θείος ανήρ απάντησε : «Όλοι αφήνουν έξω την ακαθαρσία. Εσύ την έφερες κοντά μου». Μη λησμονείς όμως την Αγία Γραφή που λέγει «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» (Ματθαίος Ζ,1). Εάν είναι αμαρτωλός ο Πρεσβύτερός μου, θα τον σώσει ο Θεός. Είναι δε γραμμένο στην Αγία Γραφή: «εύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθήται».

Λέγοντας αυτά ο Άγιος προσευχήθηκε υπέρ του επισκέπτη του, έδιωξε τον δαίμονα από μέσα του και τον άφησε να φύγει υγιή.

Μετά την επίσκεψη αυτή, ήλθε και ο Πρεσβύτερος για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία και ο Άγιος τον δέχθηκε με μεγάλη χαρά. Βλέποντας δε ο Θεός την ακακία του Γέροντα, του έδειξε αποκαλυπτικό σημείο. Όταν επρόκειτο ο Ιερεύς να σταθεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα για να τελέσει τη Θεία Μυσταγωγία, είδε Άγγελο Κυρίου να κατέρχεται και να θέτει την χείρα του πάνω στην κεφαλή του κληρικού. Κατόπιν αυτός ο κληρικός έγινε σαν πύρινος στύλος.

Ο Γέροντας εξεπλάγη από το όραμα. Κι ενώ συνέρχονταν ακόμη, άκουσε μια φωνή να του λέγει: ‘Άνθρωπε, γιατί έχεις θαυμάσει γι΄ αυτό το πράγμα ; 
Εάν ένας επίγειος βασιλεύς δεν είναι δυνατόν ν΄ αφήσει τους μεγιστάνες του να εμφανισθούν βρώμικοι μπροστά του, αλλά τους θέλει περιβεβλημένους με πολλή λαμπρότητα, πόσο μάλλον η Θεία Δύναμις δεν θα καθαρίσει από παντός ρύπου τους λειτουργούς των Αγίων Μυστηρίων, όταν στέκονται έμπροσθεν της ουράνιας δόξης».

ΠΗΓΗ: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΥΨΕΛΗ, εκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, σ. 157 κ.ε.

Ἐκκλησία καὶ ὁ Μέγας Ἀντώνιος



Γράφει ὁ πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ ὁ σύγχρονος οἰκουμενισμὸς

1. Δὲν εἶναι ἀναχρονιστικὴ ἡ συνάφεια. Παρόμοιο διαθρησκειακὸ καὶ διαχριστιανικὸ περιβάλλον. 

Στὸ τελευταῖο μας ἄρθρο μὲ τίτλο «Μακράν τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡ συνάντηση Βαρθολομαίου καὶ πάπα» εἴχαμε ἐξαγγείλει ὅτι θὰ συνεχίζαμε τὴν ἔκθεση τῶν ἐκτιμήσεών μας μὲ βάση τὴ διαχρονικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται μέσα στοὺς βίους τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ διδασκάλων. Ἐπειδὴ μάλιστα ὁ Ἅγιος Σπυρίδων, ὁ θαυματουργὸς πολιοῦχος τῆς Κέρκυρας, ἒδιωξε τὸν πάπα μέσα ἀπὸ τὸν ναό του μὲ ἕνα ἐντυπωσιακὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε, ἐνῶ οἱ σημερινοὶ προκαθήμενοι, τὸν εἰσάγουν στοὺς ὀρθόδοξους ναούς, τὸν ἀσπάζονται, τὸν θυμιάζουν καὶ τὸν πολυχρονίζουν, σχεδιάσαμε νὰ παρουσιάσουμε αὐτὸ τὸ θαῦμα, ὅπως τὸ διασώζει καὶ τὸ σχολιάζει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, μεγάλος λόγιος καὶ...

διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ μέλος τῆς τριάδος τῶν Ἁγίων Κολλυβάδων τοῦ 18ου αἰῶνος. Ὁ σχεδιασμὸς αὐτὸς καὶ ἡ προτεραιότητα παραμένει, μὲ μία μικρὴ χρονικὴ παρέκκλιση, λόγω τῆς ἐορτολογικῆς συγκυρίας. 

Ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, σὲ ναὸ τοῦ ὁποίου στὴ Θεσσαλονίκη ὑπηρετοῦμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου ἤδη δεκατρία χρόνια, μᾶς ἔδωσε τὴν εὐκαιρία καὶ πάλι νὰ ἐντρυφήσουμε στὸ θαυμάσιο «βίο» του, πρότυπο ἀπὸ πλευρᾶς γραμματολογικῆς ὅλων τῶν μεταγενέστερων «βίων» Ἁγίων, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ διατελέσας μαθητὴς του ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας καὶ στύλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὄντως Μέγας Ἀθανάσιος.

Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ «Βίου» ἀναλίσκεται στὰ ἀσκητικὰ κατορθώματα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, στοὺς ἀγῶνες του ἐναντίον τῶν δαιμόνων καὶ στὴ σχετικὴ διδασκαλία του, ὅπως καὶ στὸ μεγάλο ὄντως κατόρθωμά του νὰ γίνει ὁ «πολιστὴς τῆς ἐρήμου», νὰ γεμίσει τὴν ἔρημο μὲ μοναστήρια, θεμελιωτὴς ἔτσι καὶ ἀρχηγὸς γενόμενος τοῦ ἀναχωρητικοῦ βίου: «Ἔπεισε πολλοὺς αἰρήσασθαι τὸν μονήρη βίον, καὶ οὕτω λοιπὸν γέγονε καὶ ἐν τοῖς ὄρεσι μοναστήρια καὶ ἡ ἔρημος ἐπολίσθη ὑπὸ μοναχῶν ἐξελθόντων ἀπὸ τῶν ἰδίων καὶ ἀπογραψαμένων τὴν ἐν τοῖς οὐρανοῖς πολιτείαν». 

Τὴν μακροχρόνια ξενιτεία του ἀπὸ τὸν κόσμο διέκοψε δύο φορές, προκειμένου νὰ ἀγωνισθεῖ καὶ νὰ συμβάλει στὴ διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ὅπως τώρα, ἔτσι καὶ τότε, κινδύνευε ἀπὸ ἐξωτερικοὺς καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ἐσωτερικοὺς ἐχθρούς. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν παρουσιάσθηκε συνδιαλεγόμενος καὶ συναλλασόμενος «ἐπὶ ἴσοις ὄροις» μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες, διεκδικώντας μέρος τῆς ἀλήθειας, ποὺ ὑπάρχει δῆθεν σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, ὅπως βλάσφημα ἰσχυρίζονται σημερινοὶ δῆθεν χριστιανοὶ ἡγέτες τῶν διαθρησκειακῶν συναντήσεων τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀλλὰ ὡς μοναδικὴ ἀλήθεια, ἡ μοναδικὴ ὁδὸς σωτηρίας, ὡς τὸ ἀληθινὸ φῶς ποὺ ἀντικατέστησε ὄχι ἰσχνότερα φῶτα, ἀλλὰ τὸ σκότος τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πλάνης: «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρα καὶ σκιὰ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Δὲν εἶπε ὁ Χριστὸς ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἕνας δρόμος, μία ἀλήθεια, ἕνα φῶς ἀνάμεσα σὲ ἄλλους δρόμους, σὲ ἄλλες ἀλήθειες, σὲ ἄλλα φῶτα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια, ὁ μοναδικὸς δρόμος, τὸ μοναδικὸ φῶς: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήση ἐν τὴ σκοτία, ἂλλ΄ ἔξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς».

Αὐτὴν τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν ὁποία ὁρισμένοι χαρακτηρίζουν καὶ σήμερα ὡς ἀκραία καὶ φονταμενταλιστική, συκοφαντοῦντες καὶ διώκοντες ὅσους μὲ συνέπεια καὶ πιστότητα τὴν προβάλουν ὡς κήρυγμα καὶ ὡς ζωή, ἐπλήρωσαν ἀκριβὰ οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, προτιμήσαντες νὰ βασανισθοῦν καὶ νὰ χύσουν τὸ αἷμα τους παρὰ νὰ συμβιβασθοῦν μὲ τὶς ἄλλες «ἀλήθειες», νὰ συνυπάρξουν στὸ πολυπολιτισμικὸ μοντέλο τῶν διαθρησκειακῶν σχέσεων καὶ συναντήσεων, ἀπὸ ἀγάπη δῆθεν γιὰ τοὺς ἄλλους. 

2. Διδάσκαλοι ἀπραξίας καὶ ὑποκρισίας. Οἱ πολύξεροι καὶ οἱ ταπεινοί.

Ὅταν λοιπόν, πρὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἐμαίνετο ὁ διωγμὸς στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ἐπὶ Μαξιμίνου τὸ 311, ὁ Μέγας Ἀντώνιος σὲ ἡλικία ἑξήντα ἐτῶν (γεννήθηκε τὸ 251) ἄφησε γιὰ λίγο τὴν ἔρημο, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ καὶ ἦλθε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἄφοβος καὶ ἀτρόμητος μὲ διάθεση καὶ πόθο νὰ μαρτυρήσει καὶ νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς ὁδηγουμένους στὸ μαρτύριο. Ἀψήφησε καὶ ἀγνόησε τὶς ἀπαγορεύσεις τοῦ δικαστοῦ νὰ φύγουν οἱ μοναχοὶ ἀπὸ τὴν πόλη καὶ νὰ μὴ παρίστανται στὶς αἴθουσες τῶν δικαστηρίων. Ἐμφανίστηκε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνα σὲ περίβλεπτη θέση στὸ δικαστήριο, ἀποδεικνύοντας τὴν προθυμία τῶν Χριστιανῶν νὰ ἀγωνισθοῦν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ νὰ μαρτυρήσουν, «αὐτὸς ἀτρέμας εἰστήκει, δεικνὺς ἠμῶν τῶν Χριστιανῶν τὴν προθυμίαν, ηὔχετο γὰρ καὶ αὐτὸς μαρτυρῆσαι, καθὰ προεῖπον».

Τὸν φύλαξαι βέβαια ὁ Θεὸς καὶ δὲν μαρτύρησε, γιὰ νὰ ὠφελήσει περισσότερο μὲ τὴν ζωή του, αὐτὸς ὅμως δὲν περιορίσθηκεστο κελλί του, στὴν ἔρημο, ἀλλὰ «ὑπηρέτει συνήθως τοῖς ὁμολογηταῖς, καὶ ὡς συνδεδεμένος αὐτοῖς ἢν κοπιῶν ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις». Ὅταν κινδυνεύει ἡ πίστις, ἡ Ὀρθοδοξία, πρώτη πνευματικὴ προτεραιότητα εἶναι ἡ ὑπεράσπισή της, ὁ ἀγώνας ἡ συμπαράσταση πρὸς ὅσους ἀγωνίζονται, ἡ μέχρι θανάτου καὶ αἵματος προθυμία. Ὅλα τὰ ἄλλα πνευματικὰ καθήκοντα ἕπονται. Ὅσοι πράττουν καὶ συμβουλεύουν τὰ ἀντίθετα, ἁπλῶς συγκαλύπτουν μὲ προφάσεις τὴν ἀπροθυμία καὶ δειλία τους, καὶ γίνονται διδάσκαλοι καὶ καθηγητὲς τῆς ἀπραξίας καὶ τῆς ὑποκρισίας.

Δὲν πρόκειται βέβαια ἐδῶ νὰ παρουσιάσουμε πῶς ἀντιμετώπισε ὁ Μέγας Ἀντώνιος τοὺς μεγάλους καὶ σπουδαγμένους φιλολόγους καὶ φιλοσόφους τῆς εἰδωλολατρίας μὲ ἀκαθαίρετη ἐπιχειρηματολογία, ἀφήνοντάς τους, αὐτὸς ὁ ἀγράμματος, ἄναυδους καὶ ἐκστατικούς. Ἴσως αὐτὸ τὸ κάνουμε ἄλλη φορᾶ, γιατί καὶ πάλι ἡ εἰδωλολατρία, παγανισμὸς ἐμφανίζεται δυναμικὰ μὲ ἰσχυροὺς προστάτες. Δὲν τὰ ἤξερε ὁ Ἅγιος ὅλα, ὅπως ἐκεῖνοι, δὲν ἦταν πολύξερος κατὰ κόσμον, ἤξερε ὅμως ὅλα τὰ τῆς πίστεως, ἤξερε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καὶ ἐπιπλέον ἦταν θεοδίδακτος καὶ θεοφώτιστος.

Ἡ πίστη δὲν εἶναι θέμα πολυγνωσίας καὶ μάθησης, ἀλλὰ ὑποταγῆς ταπεινῆς ὄχι στὴ γνώμη τῶν πολλῶν, ἀλλὰ στὴν ἀλήθεια, τὴν διαχρονικὴ καὶ αἰώνια τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν δὲν ἀπογυμνωθεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν δοκησισοφία καὶ τὴν γνωσιολογική του καύχηση, γιὰ νὰ ἐνσωματωθεῖ ταπεινὰ στὸν νοῦ τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων, ποὺ ἀνοίγει τοὺς πνευματικοὺς ὁρίζοντες, τότε θὰ διαπορεῖ καὶ θὰ διερωτᾶται γιὰ τὴ βεβαιότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν πολυγνωσία, ἀκόμη καὶ ἁπλῶν πιστῶν καὶ θὰ τοὺς κατηγορεῖ ὡς πολύξερους καὶ ἐγωϊστές, χωρὶς ταπείνωση.

Ταπείνωση ὅμως δὲν εἶναι νὰ δέχεσαι τὴν γνώμη τῶν πολλῶν, ἀλλὰ τὴν γνώμη τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων, γιατί πολλὲς φορὲς οἱ πολλοὶ συντάσσονται μὲ τὸ ψεῦδος καὶ δίνουν ἰσχὺ σ' αὐτὸ μὲ τὴν πλειοψηφία τους. Ἂν ἡ ἀποδοχὴ τῆς γνώμης τῶν πολλῶν, ὅταν διαφωνοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια, ἀποτελοῦσε δεοντολογικὴ στάση, οὔτε τὸ Εὐαγγέλιο θὰ γίνονταν δεκτό, ὑποστηριζόμενο ἀπὸ ἐλάχιστους Ἀποστόλους, οὔτε ἡ Ἐκκλησία θὰ διεσώζετο μέσα στὴν πλημμυρίδα τῶν ἀπίστων καὶ αἱρετικῶν. 

3. Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, πρότυπο μίμησης γιὰ ὅλους σήμερα.

Αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦμε τώρα νὰ κάνουμε ἐδῶ εἶναι νὰ παρουσιάσουμε πῶς ἀντιμετώπισε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε ἐσωτερικὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουσα τὴν ὑποστήριξη αὐτοκρατόρων, ἡγεμόνων, πατριαρχῶν καὶ ἐπισκόπων, ὅπως συμβαίνει καὶ σήμερα μὲ τὶς παναιρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνες, γιατί ἀναιροῦν τὸ σύνολο τῶν δογμάτων τῆς πίστεως καὶ μεταβάλουν τὴν θεϊκὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου σὲ συνήθη ἀνθρώπινη διδασκαλία, ἀποσύρουν τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς Πατέρας, καὶ ἐγκαθιστοῦν τὸν ἀλάθητο πάπα τῆς Ρώμης καὶ τὴν πανσπερμία τῶν αἱρέσεων τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν δῆθεν Ἐκκλησιῶν.

Ἡ παρουσίαση αὐτὴ εἶναι πολὺ διδακτικὴ καὶ γιὰ ὅσους καμώνονται πὼς δὲν βλέπουν τὸν κίνδυνο, γιὰ «σοβαροὺς» πνευματικοὺς ποὺ παρασύρουν ἢ φέρνουν σὲ πολὺ δύσκολη θέση τὰ πνευματικά τους παιδιά, ποὺ βλέπουν καλύτερα μὲ τὰ μάτια τῶν Ἁγίων καὶ ἀρχίζουν νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν ἀξιοπιστία τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης. Καὶ ἀσφαλῶς οἱ Ἅγιοι εἶναι πιὸ ἀξιόπιστοι ἀπὸ τοὺς ὁποιουσδήποτε Γέροντες καὶ πνευματικούς, ὅταν δὲν ὀργίζονται γιὰ τὴν αἵρεση καὶ δὲν ἀγωνίζονται νὰ τὴν φανερώσουν καὶ νὰ τὴν ἀποδιώξουν. 

Ἄφησε λοιπὸν γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ Μέγας Ἀντώνιος τὴν ἔρημο καὶ κατέβηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια, τῆς ὁποίας ὁ ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος καὶ πατριάρχης, ὁ Μ. Ἀθανάσιος, βρισκόταν ὑπὸ συνεχῆ διωγμὸ καὶ διαδοχικὲς ἐξορίες καὶ τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο ὑπὸ τὴν διαποίμανση Ἀρειανῶν αἱρετικῶν, ὅπως τώρα ὑπὸ τὴν διαποίμανση οἰκουμενιστῶν ἢ φιλοοικουμενιστῶν πατριαρχῶν καὶ ἐπισκόπων.

Ὁ Μ. Ἀντώνιος, ὅπως μᾶς παραδίδει ὁ «Βίος» του, καὶ στὰ θέματα τῆς πίστεως «πάνυ θαυμαστὸς ἢν καὶ εὐσεβής». Δὲν εἶχε καμμία κοινωνία μὲ τοὺς σχισματικοὺς Μελιτιανούς, γιατί γνώριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν πονηρία καὶ τὴν ἀποστασία τους. Ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς Μανιχαίους καὶ ἄλλους αἱρετικοὺς δὲν μίλησε ποτὲ φιλικά, παρὰ μόνο γιὰ νὰ τοὺς νουθετήσει καὶ νὰ τοὺς μεταβάλει σὲ εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους. Πίστευε καὶ ἐδίδασκε ὅτι ἡ φιλία καὶ ἡ συναναστροφὴ μαζί τους εἶναι βλάβη καὶ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς. Ἐσιχαίνετο καὶ τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν καὶ παρήγγελε σὲ ὅλους οὔτε νὰ τοὺς πλησιάζουν οὔτε νὰ δέχονται τὴν κακή τους πίστη.

Ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκαν κάποτε κάτι φανατικοὶ Ἀρειανοί, ἀφοῦ συζήτησε μαζί τους καὶ κατάλαβε πὼς εἶναι ἀσεβεῖς, τοὺς ἒδιωξε ἀπὸ τὸ ὅρος ποὺ ἀσκήτευε, λέγοντας ὅτι τὰ λόγια τους εἶναι χειρότερα καὶ ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῶν φιδιῶν. Τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτελεῖ θὰ λέγαμε κανόνα, ὁ ὁποῖος ὁλοκάθαρα μᾶς παρουσιάζει, ἀψευδέστατα καὶ ἀπλανέστατα, πῶς πρέπει νὰ γίνονται οἱ διάλογοι μὲ τοὺς αἱρετικούς, καὶ πῶς πρέπει ἀνθρώπινα καὶ κοινωνικὰ νὰ ρυθμίζουμε τὴ σχέση μας μαζί τους, ἀλλὰ συγχρόνως δείχνει πὼς σήμερα γκρεμίζονται ὅλα τὰ ὅρια ποὺ ἔθεσαν οἱ Πατέρες ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀγκαλιάζουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀσπάζονται ὡς εὐσεβεῖς καὶ ὁμοπίστους καὶ οὔτε διανοοῦνται ὄχι νὰ τοὺς διώξουν καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνουν, ἀλλὰ οὔτε νὰ τοὺς νουθετήσουν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία.

Οἱ διάλογοι γίνονται ἐπὶ ἴσοις ὄροις. Ἐξίσωση τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀλήθειας, τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς πλάνης. Ὅταν διαλέγεσαι ἐπὶ «ἴσοις ὄροις», αὐτὸ σημαίνει ὅτι δίνεις τὶς ἴδιες πιθανότητες νὰ ἐπικρατήσει τὸ ψεῦδος ἐπὶ τῆς ἀλήθειας, ὅτι ἀμφιβάλλεις γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ ψάχνεις νὰ τὴν βρεῖς. Ὁ διάλογος ὅμως τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων, εἶναι ὅπως ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα, τῶν Ἀποστόλων πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἐθνικούς, τῶν Πατέρων πρὸς τοὺς αἱρετικούς, πρόσκληση καὶ νουθεσία νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀλήθεια, νὰ συναχθοῦν μέσα στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἕνωση καὶ εἰρήνη, τὰ ἄλλα εἶναι ψευδοενώσεις, ψευδοειρῆνες καὶ ψευδοδιάλογοι. 

Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ κείμενο αὐτὸ ὑποδεικνύει τὸν δρόμο τῆς ἀληθινῆς ἑνώσεως ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς μεγάλου Ἁγίου, καὶ πραγματοποιεῖ τὸ «ἴνα πάντες ἐν ὦσι», γιὰ τὸ ὁποῖο κόπτονται καὶ πολυπραγμονοῦν οἱ Οἰκουμενισταί, τὸ παραθέτουμε ἐπὶ λέξει: «Καὶ τὰ πίστει Δὲ πάνυ θαυμαστὸς ἢν καὶ εὐσεβής. Οὔτε γὰρ Μελιτιανοῖς τοῖς σχισματικοῖς πότε κεκοινώνηκεν, εἰδῶς αὐτῶν τὴν ἐξ ἀρχῆς πονηρίαν καὶ ἀποστασίαν, οὔτε Μανιχαίοις ἢ ἄλλοις τισὶν αἱρετικοῖς ὡμίλησε φιλικά, ἢ μόνον ἄχρι νουθεσίας τῆς εἰς εὐσέβιαν μεταβολῆς, ἡγούμενος καὶ παραγγέλλων τὴν τούτων φιλίαν καὶ ὁμιλίαν βλάβηνκαι ἀπώλειαν εἶναι ψυχῆς. Οὕτω γοῦν καὶ τὴν τῶν Ἀρειανῶν αἵρεσιν ἐβδελύσσετο, παρήγγελε Τὲ πάσι μήτε ἐγγίζειν αὐτοῖς μήτε τὴν κακοπιστίαν αὐτῶν ἔχειν. Ἀπελθόντας γοῦν ποτὲ τίνας πρὸς αὐτὸν τῶν Ἀρειομανιτῶν, ἀνακρίνας καὶ μαθῶν ἀσεβοῦντας, ἐδίωξεν ἀπὸ τοῦ ὅρους λέγων ὄφεων ἰοῦ χείρονας εἶναι τοὺς λόγους αὐτῶν».

4. Φοβερὴ ἡ ὀπτασία τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου γιὰ τοὺς αἱρετικούς:

Ἄλογα κτήνη γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα.

Είναι ὄντως φοβερὸ τὸ ὅραμα ποὺ εἶδε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος σχετικὰ μὲ τὴν παρουσία αἱρετικῶν μέσα σὲ ὀρθόδοξους ναούς. Τὸ ὅραμα αὐτὸ αἰτιολογεῖ, ἐξηγεῖ παραστατικὰ γιὰ ποιὸ λόγο οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀπαγορεύουν μὲ συνοδικοὺς κανόνες τὴν εἴσοδο αἱρετικῶν σὲ καθαγιασμένους χώρους, τὴν συμμετοχή τους σὲ ἀκολουθίες καὶ λειτουργίες, τὶς συμπροσευχὲς καὶ τὰ συλλείτουργα. Οἱ αἱρετικοὶ μὴ δεχόμενοι τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων, ἐπηρεάζονται ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ τὸν πατέρα τους τὸν διάβολο, στὴν προβολὴ πλανεμένων ἀπόψεων. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ διδασκαλία τους «μᾶλλον ἄγονος καὶ ἄλογος καὶ διανοίας ἐστὶν οὐκ ὀρθῆς, ὡς ἡ τῶν ἡμιόνων ἀλογία». 

Συγκλονίσθηκε λοιπόν, καὶ ἐτρόμαξε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, ὅταν ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ δεῖ στὸ ὅραμά του τοὺς Ἀρειανοὺς νὰ περικυκλώνουν τὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο ὡς ἡμίονοι (= μουλάρια), νὰ τὸ λακτίζουν καὶ νὰ τὸ μιαίνουν. Τόση ἦταν ἡ λύπη καὶ ἡ στεναχώρια του, ὥστε ἔβαλε τὰ κλάμματα, ὅπως πικράθηκαν καὶ ἔκλαυσαν πολλοὶ εὐσεβεῖς, ὅταν εἶδαν τὸν αἱρεσιάρχη πάπα νὰ εἰσάγεται μέσα στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, τὸν ὁποῖο μάλιστα Ἅγιο κατήργησε τὸ Βατικανό, καὶ νὰ τὸν μολύνει.

Εἴμαστε βέβαιοι πώς, ἂν διαβάσουν καὶ μάθουν αὐτὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἁγίου οἱ πατριάρχες, οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ οἱ ἐπίσκοποι, ἂν βέβαια ἐξακολουθοῦν ὡς Ὀρθόδοξοι νὰ σέβονται καὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, θὰ διακόψουν τὶς λειτουργικὲς ἀμοιβαῖες φιλοξενίες καὶ ἐπισκέψεις, τὶς ἑβδομάδες συμπροσευχῆς καὶ τὶς ἀποστολὲς ἀντιπροσωπειῶν στὶς θρονικὲς ἑορτές. Γιατί διαφορετικὰ θὰ συμπεριλαμβάνονται καὶ αὐτοὶ ὡς συνεργοὶ στὸ φρικτὸ ὅραμα τοῦ Μ. Ἀντωνίου. 

Κατὰ τὴν διήγηση τοῦ Μ. Ἀθανασίου στὸ «Βίο», ἐνῶ ἠσχολεῖτο μὲ τὸ ἐργόχειρό του καθιστὸς ὁ Μ. Ἀντώνιος, περιῆλθε σὲ ἕνα εἶδος ἐκστάσεως καὶ ἀναστέναζε πολὺ βλέποντας τὴν ὀπτασία. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα στράφηκε πρὸς τοὺς παρισταμένους μοναχούς, ἐξακολούθησε νὰ στενάζει και νὰ τρέμει. Ἔπεσε στὰ γόνατα γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἔμεινε γονατιστὸς ἐπὶ πολὺ ὥρα. Ὅταν σηκώθηκε ἔκλαιγε ὁ Γέροντας. Ἐτρόμαξαν οἱ παριστάμενοι καὶ ἐφοβήθηκαν πολύ, γι' αὐτὸ τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς ἐξηγήσει.

Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐπίεσαν πολὺ καὶ τὸν ἐξεβίασαν ἀναστέναξε πάλι καὶ εἶπε: «Παιδιά μου εἶναι καλύτερα νὰ πεθάνω, πρὶν νὰ συμβοῦν ὅσα εἶδα στὴν ὀπτασία. Θὰ πέσει στὴν Ἐκκλησία ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ παραδοθεῖ σὲ ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἄλογα κτήνη. Εἶδα τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ, στὸ Κυριακό τῆς σκήτης νὰ περικυκλώνεται σ' ὅλες τῆς πλευρές ἀπό μουλάρια, τὰ ὁποῖα κλωτσοῦσαν καὶ χοροπηδοῦσαν, ὅπως συνηθίζουν νὰ κάνουν αὐτὰ τὰ ἄλογα κτήνη. Εἴδατε καὶ ἀντιληφθήκατε πῶς ἐστέναζα προηγουμένως; Τὸ ἔκανα γιατί ἄκουσα φωνὴ ποὺ ἔλεγε: «Θὰ μιανθεῖ τὸ θυσιαστήριό μου».

Αὐτὰ εἶδε ὁ Γέροντας. Καὶ μετὰ ἀπὸ δύο ἀκριβῶς ἔτη ἔγινε ἐπίθεση τῶν Ἀρειανῶν καὶ ἡ ἁρπαγὴ τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἅρπαξαν τὰ ἱερὰ σκεύη μὲ τὴ βία, τὰ ἔδωσαν σὲ εἰδωλολάτρες νὰ τὰ κρατοῦν, τοὺς ἐξανάγκασαν νὰ μετέχουν στὶς συνάξεις τους καὶ παρόντων αὐτῶν ἔκαναν στὴν Ἁγία Τράπεζα ὅ,τι ἤθελαν. Τότε καταλάβαμε ὅλοι μας, λέγει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὅτι τὰ λακτίσματα ἐκεῖνα τῶν ἡμιόνων προεμήνυαν στὸν Ἀντώνιο ὅσα πράττουν τώρα οἱ Ἀρειανοὶ ὡς κτήνη.

Μετὰ τὴν ὀπτασία ἒνιωσε τὴν ἀνάγκη ὁ Γέροντας νὰ ἐνθαρρύνει καὶ νὰ παρηγορήσει τοὺς γύρω του λέγοντας: «Μὴ λυπάσθε, παιδιά μου, γιατί ὅπως ὀργίσθηκε ὁ Κύριος, ἔτσι πάλι καὶ θὰ θεραπεύσει τὸ κακό. Σύντομα ἡ Ἐκκλησία θὰ ἐπαναποκτήσει τὴν ὀμορφιά της καὶ θὰ λάμψει. Θὰ δεῖτε αὐτοὺς ποὺ ἐξορίστηκαν νὰ ἐπιστρέφουν, τὴν ἀσέβεια νὰ ὑποχωρεῖ καὶ νὰ κρύβεται, καὶ τὴν εὐσεβῆ πίστη νὰ ἐμφανίζεται καὶ νὰ κυριαρχεῖ παντοῦ, ἀρκεῖ σεῖς νὰ μὴν μιανθῆτε ἀπὸ τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν, γιατί δὲν εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ πατρὸς αὐτῶν τοῦ διαβόλου, ἄλογη καὶ ἄκαρπη, σὰν τὴν ἀλογία τῶν ἡμιόνων». 

Ἐπιλογος

Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἔχει καταλάβει τὴν Ἐκκλησία ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες. Ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Οἰκουμενισμὸς θριαμβεύουν. Τότε ὁ Μ. Ἀθανάσιος καὶ οἱ ἄλλοι Πατέρες κατενόησαν τὸν κίνδυνο, ποὺ περιέγραφε τὸ ὅραμα τοῦ Μ. Ἀντωνίου. Τώρα βλέπουμε νὰ μολύνονται οἱ ναοὶ καὶ τὰ θυσιαστήρια ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ συλλείτουργα μὲ τοὺς «ἀλόγους» αἱρετικοὺς καὶ ἐνισχύουμε τὴν μόλυνση καὶ τὴν ἐπαινοῦμε, συλλακτίζοντες κι ἐμεῖς μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων.

Ἂν παρακολουθήσει κανεὶς οἰκουμενίστικα συλλείτουργα καὶ συμπροσευχές, σὰν αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὴν Καμπέρα, στὴν Ζ' Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν δῆθεν Ἐκκλησιῶν, καὶ σὰν αὐτὰ ποὺ γίνονται συχνὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ ἱερέων ὁμοφυλοφίλων ποὺ τολμοῦν καὶ κρατοῦν τὸ Ἅγιο Δισκοπότηρο καὶ γυναικῶν ἐπισκόπων καὶ ἱερειῶν, ἡ εἰκόνα ὑπερβαίνει καὶ τὸ ὅραμα τοῦ Μ. Ἀντωνίου.

Μόνη ἐλπίδα γιὰ νὰ ἐπανεύρει ἡ Ἐκκλησία τὴν ὀμορφιὰ της εἶναι ἡ σύσταση καὶ συμβουλὴ τοῦ Μ. Ἀντωνίου: «Μόνον μὴ μιάνετε ἑαυτοὺς μετὰ τῶν Ἀρειανῶν». Μόνο νὰ μὴ μιανθοῦμε ἀπὸ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ Οἰκουμενισμό, μὲ τοὺς φιλοπαπικοὺς καὶ οἰκουμενιστᾶς Ὀρθοδόξους. Ἐπειδὴ μέχρι τώρα δὲν τὸ ἐπράξαμε δυναμικὰ καὶ ἀποφασιστικά, γι' αὐτὸ παρατείνει ὁ Θεὸς ἐπὶ ἔτη τὴν ὀργή του, τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ὀρθοδόξων στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μέχρι πότε ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ θὰ ἐπιτρέπουμε τὰ ἄλογα κτήνη, τοὺς αἱρετικούς, νὰ λακτίζουν καὶ νὰ μιαίνουν τὰ Ἱερὰ καὶ τὰ Ἅγια τῆς Ὀρθοδοξίας; Ὅσο ἀπρακτοῦμε καὶ βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανεῖς, τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως θὰ ἵσταται ἐν τόπω ἁγίω. 


Περιοδικὸ "Θεοδρομία"
Ἔτος Θ, Τεῦχος 1 . Ἰανουάριος - Μάρτιος 2007

Τὰ δίχτυα τοῦ κοσμοκράτορα



Κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, θὰ σᾶς ὁδηγήσω, ἀδελφοί, σ’ ἕνα πνευματικὸ θέαμα.

Κάποτε ὁ μεγάλος ὅσιος τοῦ Θεοῦ Ἀντώνιος, ὁ ἐρημίτης τῆς Αἰγύπτου, μὲ θεία ἀποκάλυψη εἶδε τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου ἁπλωμένες σὰν δίχτυα πάνω σ’ ὅλη τὴ γῆ, γιὰ τὴν παγίδευση καὶ τὴν ψυχικὴ καταστροφὴ τῶν ἀνθρώπων. Στέναξε τότε μὲ πόνο ὁ ὅσιος καὶ ρώτησε τὸν Κύριο: «Ποιὸς τάχα, Κύριε, θὰ μπορέσει νὰ ξεφύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα καὶ νὰ σωθεῖ;»(1).

Βυθίζομαι μὲ τὴ σκέψη στὴν παρατήρηση τῶν διχτυῶν τοῦ διαβόλου. Εἶναι ἁπλωμένα ὄχι μόνο ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ μέσα του. Τὸ ἕνα δίχτυ εἶναι σφιχτοδεμένο μὲ τὸ ἄλλο. Κάποια δίχτυα εἶναι στημένα σὲ σειρές. Ἄλλα ἀφήνουν μεγάλα ἀνοίγματα, αὐτὰ ὅμως ὁδηγοῦν σὲ ἀναρίθμητες πτυχώσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι ἀδύνατο νὰ ξεφύγει κανείς. Θρηνῶ πικρά, βλέποντας τὰ πολύπλοκα

σατανικὰ δίχτυα! Αὐθόρμητα ρωτάω κι ἐγώ, ὅπως ὁ ἐρημίτης ὅσιος: “Κύριε, ποιὸς μπορεῖ νὰ γλιτώσει ἀπ’ αὐτά;”.

Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ διάφορα βιβλία ποὺ μεταδίδουν δῆθεν τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα βυθίζουν στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ ἔχουν γραφεῖ μὲ τὴν ἀπροκάλυπτη ἤ συγκαλυμμένη ἐπήρεια τοῦ σκοτεινοῦ καὶ μοχθηροῦ κοσμοκράτορα. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ προέρχονται ἀπὸ λογικὴ ἀρρωστημένη καὶ φθαρμένη λόγω τῆς προπατορικῆς πτώσεως. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ περιέχουν «τὴν ἀνθρώπινη δολιότητα καὶ τὰ τεχνάσματα ποὺ μηχανεύεται ἡ ἀπάτη», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἀποστόλου(2), καθὼς προέρχονται ἀπὸ συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι «χωρὶς λόγο ὑπερηφανεύονται μὲ τὸ ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία μυαλὸ τους»(3).

Ὁ πλησίον, στὴν ἀγάπη τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ἀναζητῶ τὴ σωτηρία, κι αὐτὸς γίνεται γιὰ μένα δίχτυ, ποὺ μὲ παγιδεύει καὶ μὲ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, ὅταν ὁ νοῦς του εἶναι πιασμένος στὰ δίχτυα ψεύτικων διδασκαλιῶν καὶ πλανερῶν σοφιστειῶν.

Ὁ δικός μου νοῦς εἶναι σημαδεμένος ἀπὸ τὴν πτώση, εἶναι καλυμμένος μὲ τὸ πέπλο τοῦ ζόφου, εἶναι δηλητηριασμένος ἀπὸ τὸ ψέμα. Ὁ ἴδιος ὁ νοῦς μου, λοιπόν, πλανεμένος καθὼς εἶναι ἀπὸ τὸν κοσμοκράτορα, ἁπλώνει ἀνεπίγνωστα τὰ δικά του δίχτυα, γιὰ νὰ αὐτοπαγιδευθεῖ. Ἀκόμα κι ὅταν ἦταν στὸν παράδεισο ὁ ἄνθρωπος, ἀδιάκριτα καὶ ἀπερίσκεπτα θέλησε ν’ ἀποκτήσει μία γνώση ὀλέθρια, θανάσιμη!(4). Καὶ μετὰ τὴν πτώση του, ἔγινε ἀκόμα πιὸ ἀδιάκριτος, ἀκόμα πιὸ ἀπερίσκεπτος. Μὲ θρασύτητα μεθᾶ ἀπὸ τὸ ποτήρι τῆς φαρμακερῆς γνώσεως, διώχνοντας ἀποφασιστικὰ ἀπὸ τὴν ψυχὴ του τὴν ἐπιθυμία νὰ γευθεῖ τὸ θεϊκὸ ποτήρι τῆς σωτήριας γνώσεως.

Καὶ γιὰ τὴν καρδιά μου πόσα δίχτυα! Δίχτυα χοντρὰ καὶ δίχτυα λεπτά! Ποιὰ ἀπ’ αὐτὰ νὰ θεωρήσω πιὸ ἐπικίνδυνα, πιὸ φοβερά; Δὲν ξέρω. Ὁ κυνηγὸς εἶναι ἔμπειρος καὶ ἐπιδέξιος· αὐτὸν ποὺ θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ χοντρὰ δίχτυα του, θὰ τὸν πιάσει στὰ λεπτά. Ὁ σκοπὸς τοῦ κυνηγιοῦ εἶναι ἕνας: ἡ ψυχικὴ καταστροφή.

Τὰ δίχτυα εἶναι στημένα καὶ καμουφλαρισμένα μὲ ποικίλους τρόπους καὶ μὲ ἐξαιρετικὴ τέχνη. Ἡ πτώση εἶναι μεταμφιεσμένη, εἶναι ντυμένη μὲ ροῦχα θριάμβου —μὲ τὴν ὑποκρισία, μὲ τὴν κενοδοξία, μὲ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια— καὶ κρύβει ἀπατηλὰ τὸ σκοτεινὸ πρόσωπό της πίσω ἀπὸ ἕνα πνευματικό, ἕνα οὐράνιο προσωπεῖο ἀρετῆς. Ἡ ἀκόλαστη ἀγάπη εἶναι συχνὰ κρυμμένη πίσω ἀπὸ μιά φαινομενικὰ ἁγία ἀγάπη. Ἡ σαρκικὴ γλυκύτητα παρουσιάζεται συχνὰ σὰν γλυκύτητα πνευματική. Ὁ κοσμοκράτορας μὲ ὅλα τὰ μέσα προσπαθεῖ νὰ κρατήσει τὸν ἄνθρωπο δεμένο μὲ τὴ φθαρμένη φύση του. Κι αὐτὸ φτάνει γιὰ τὴν ἀποξένωση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν Θεό, ἔστω καὶ χωρὶς μεγάλες πτώσεις στὴν ἁμαρτία. Τὰ βαριὰ ἁμαρτήματα τὰ ὑποκαθιστᾶ ὁλοκληρωτικά, σύμφωνα μὲ τοὺς ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς τοῦ νοητοῦ κυνηγοῦ, τὸ ὑπερήφανο φρόνημα ἑνὸς χριστιανοῦ ἱκανοποιημένου ἀπὸ τὶς ἀρετές του, τὶς ἀρετὲς τῆς φθαρμένης φύσεως, ἑνὸς χριστιανοῦ πεσμένου στὴν αὐταπάτη· αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν Κύριο.

Καὶ γιὰ τὸ σῶμα μου πόσα δίχτυα! Τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τί δίχτυ ποὺ εἶναι! Καὶ πόσο ἐπωφελεῖται ἀπ’ αὐτὸ ὁ κοσμοκράτορας! Συγκαταβαίνοντας στὶς κατώτερες ροπὲς καὶ ἐπιθυμίες τοῦ σώματος, φτάνουμε νὰ μοιάζουμε στὰ ἄλογα ζῶα. Τί γκρεμός! Τί ξεπεσμὸς ἀπὸ τὴ θεία ὁμοίωση! Φεύγουμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ πέφτουμε σ’ αὐτὸν τὸν βαθὺ καὶ φοβερὸ γκρεμό, ὅταν παραδινόμαστε στὶς βαριὲς σαρκικὲς ἁμαρτίες, οἱ ὁποῖες, ἀκριβῶς γιὰ τὴ βαρύτητά τους, ὀνομάζονται πτώσεις(5). Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐλαφριὲς σαρκικὲς ἀπολαύσεις δὲν εἶναι λιγότερο ὀλέθριες. Γιὰ χάρη τους παραμελοῦμε τὴν ψυχή μας καὶ λησμονοῦμε τὸν Θεό, τὸν οὐρανό, τὴν αἰωνιότητα, τὸν προορισμό μας.

Ὁ κοσμοκράτορας μὲ τὶς σαρκικὲς ἀπολαύσεις κατορθώνει νὰ μᾶς κρατᾶ σὲ διαρκή περισπασμὸ καὶ νὰ μᾶς προξενεῖ νοητικὸ σκοτισμό. Οἱ θύρες, διαμέσου τῶν ὁποίων ἡ ψυχὴ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ὁρατὸ κόσμο, εἶναι οἱ σωματικὲς αἰσθήσεις. Μέσ’ ἀπ’ αὐτές, λοιπόν, τὶς θύρες ὁ κοσμοκράτορας εἰσάγει ἀκατάπαυστα στὴν ψυχὴ αἰσθητικὲς ἱκανοποιήσεις, ποὺ τὴν ὁδηγοῦν στὴν αἰχμαλωσία τῆς ἁμαρτίας. Ἐντυπωσιακὰ ἠχεῖ ἡ μουσικὴ στὶς περιβόητες ἐπίγειες συναυλίες, μία μουσικὴ ποὺ ἐκφράζει καὶ ξεσηκώνει διάφορα πάθη. Τέτοια πάθη προβάλλονται καὶ στὶς ἐπίγειες θεατρικὲς παραστάσεις, τέτοια πάθη ἀναμοχλεύονται μ’ ὅλες τὶς ἐπίγειες τέρψεις. Ὁ ἄνθρωπος μὲ κάθε δυνατὸ μέσο κυνηγᾶ τὴν ἀπόλαυση τοῦ κακοῦ ποὺ τὸν σκοτώνει. Μεθυσμένος ἀπ’ αὐτό, λησμονεῖ τὸ σωτήριο θεῖο ἀγαθὸ καὶ τὸ ἀπολυτρωτικὸ Αἷμα τοῦ Θεανθρώπου.

Νὰ μιά ἁπλὴ ἀπεικόνιση τῶν διχτυῶν ποὺ ἔχει ἁπλώσει ὁ κοσμοκράτορας γιὰ τὴ σύλληψη τῶν χριστιανῶν. Ναί, μόνο ἕνα ἄτεχνο ζωγράφισμά τους ἐπιχείρησα, ἀδελφοί, ἀλλὰ αὐτὸ ἀσφαλῶς θὰ σᾶς προκάλεσε τρόμο, ἀσφαλῶς θὰ γέννησε μέσα σας τὸ ἐρώτημα: “Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα;”.

Ἀκόμα δὲν τελείωσε, ὅμως, ὁ φοβερὸς πίνακας! Ἀκόμα κινεῖται ὁ χρωστήρας μου ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ!

Τί λέει. λοιπόν, ὁ Θεός; Κάνει μία προφητεία, ποὺ ἤδη ἐπαληθεύεται. Στοὺς ἔσχατους καιρούς, προαναγγέλλει, «ἐπειδὴ θὰ πληθύνει ἡ κακία, ἡ ἀγάπη τῶν πιὸ πολλῶν θὰ ψυχρανθεῖ»(6). Ὁ ἀδιάψευστος λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ πιὸ στέρεος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι στοὺς ἔσχατους καιροὺς θὰ αὐξηθοῦν τόσο τὰ διαβολικὰ δίχτυα ὅσο καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ θὰ πιάνονται σ’ αὐτά.

Πράγματι! Κοιτάζω τὸν κόσμο. Καὶ τί βλέπω; Τὰ δίχτυα τοῦ διαβόλου, ἂν τὰ συγκρίνουμε μ’ ἐκεῖνα τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἐποχῆς, αὐξήθηκαν πολύ, πολλαπλασιάστηκαν ἀνυπολόγιστα. Πολλαπλασιάστηκαν τὰ βιβλία μὲ τὶς ψεύτικες διδασκαλίες. Πολλαπλασιάστηκαν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐνσαρκώνουν διάφορες πλάνες καὶ τὶς μεταδίδουν στοὺς ἄλλους. Πολλοὶ λίγοι, ἐλάχιστοι εἶναι πιὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ἁγία ἀλήθεια. Ἐνισχύθηκε ὁ σεβασμὸς πρὸς τὶς φυσικὲς ἀρετὲς τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἡ γνώση τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν μειώθηκε καὶ ἡ ἔμπρακτη ἐργασία τους σχεδὸν ἐξαφανίστηκε. Ἡ ὑλιστικὴ ζωὴ κυριαρχεῖ καὶ ἡ πνευματικὴ ζωὴ τρεμοσβήνει. Οἱ σωματικὲς ἀπολαύσεις καὶ οἱ βιοτικὲς μέριμνες καταβροχθίζουν τὸν χρόνο μας. Δὲν ἔχουμε καιρὸ οὔτε νὰ σκεφτοῦμε τὸν Θεό. «Ἐπειδὴ θὰ πληθύνει ἡ κακία, θὰ ψυχρανθεῖ ἡ ἀγάπη τῶν πιὸ πολλῶν», κι ἐκείνων ἀκόμα ποὺ θὰ ἀγαποῦσαν θερμὰ τὸν Θεό, ἂν τὸ κακὸ δὲν ἦταν τόσο διάχυτο, ἂν τὰ δίχτυα τοῦ κοσμοκράτορα διαβόλου δὲν εἶχαν τόσο πολλαπλασιαστεῖ.

Δικαιολογημένη ἦταν ἡ λύπη τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Πιὸ δικαιολογημένη εἶναι ἡ λύπη τοῦ χριστιανοῦ τοῦ καιροῦ μας, ποὺ βλέπει τὰ σατανικὰ δίχτυα. Εὔλογο εἶναι τὸ θρηνητικὸ ἐρώτημά του: “Κύριε, ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα καὶ νὰ σωθεῖ;”.

Τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδωσε ὁ Κύριος στὸν μεγάλο ὅσιο τῆς ἐρήμου: «Ἡ ταπεινοφροσύνη ξεφεύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα, ποὺ δὲν μποροῦν οὔτε νὰ τὴν ἀγγίξουν!»(7).

Θεϊκὴ ἀπάντηση! Ἀπάντηση ποὺ διώχνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε ἀμφιβολία. Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ μὲ δυὸ λόγια ἀποκαλύπτει τὸν σίγουρο τρόπο κατατροπώσεως τοῦ ἐχθροῦ μας, τὸν σίγουρο τρόπο διαλύσεως τῶν πολύπλοκων παγίδων του, ποὺ στήνει μὲ μαεστρία χάρη στὴν πολυχρόνια καὶ καταχθόνια ἐμπειρία του.

Ἂς περιτειχίσουμε μὲ τὴν ταπείνωση τὸν νοῦ, μὴν ἀφήνοντάς τον νὰ κυνηγᾶ τὶς γνώσεις ἀνεξέλεγκτα καὶ ἀπερίσκεπτα. Ἂς τὸν φυλάξουμε ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, ποὺ κρύβονται συχνὰ πίσω ἀπὸ τὸ ὄνομα καὶ τὸ προσωπεῖο τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Ἂς τὸν κάνουμε νὰ ὑπακούει ταπεινὰ στὴν Ἐκκλησία, «ἀνατρέποντας ψεύτικους ἰσχυρισμοὺς καὶ καθετὶ ποὺ ὀρθώνεται μὲ ἀλαζονεία ἐναντίον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ»(8. Ὅλος θλίψη, ὅλος δυσκολία εἶναι στὴν ἀρχὴ γιὰ τὸν νοῦ ὁ στενὸς δρόμος(9 τῆς ὑπακοῆς στὴν Ἐκκλησία. Τελικά, ὅμως, αὐτὸς ὁ δρόμος τὸν φέρνει στὴν εὐρυχωρία καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς πνευματικῆς γνώσεως. Μπροστὰ στὴν πνευματικὴ γνώση ἐξαφανίζονται ὅλες οἱ ἐνστάσεις τῆς σαρκικῆς καὶ τῆς ψυχικῆς λογικῆς ἐναντίον τῆς ἀκριβοῦς ὑποταγῆς στὴν Ἐκκλησία.

Ἂς μὴν ἐπιτρέπουμε στὸν νοῦ μας τὴ μελέτη πνευματικῶν βιβλίων πέρα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν συντάξει οἱ συγγραφεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ συγγραφεῖς γιὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει σαφὴς ἐκκλησιαστικὴ μαρτυρία ὅτι ἀποτελοῦν ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅποιος μελετᾶ τὰ ἔργα τῶν ἁγίων αὐτῶν συγγραφέων, ὁπωσδήποτε κοινωνεῖ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ οἰκοῦσε μέσα τους καὶ μιλοῦσε μὲ τὸ στόμα τους. Ὅποιος, ἀντίθετα, μελετᾶ τὰ συγγράμματα τῶν αἱρετικῶν, ἔστω κι ἂν αὐτοὶ ἀποκαλοῦνταν ἅγιοι, κοινωνεῖ μὲ τὸ πονηρὸ πνεῦμα τῆς πλάνης(10 καί, δείχνοντας τὸν κρυφὸ ἐγωισμό του μὲ τὴν ἀνυπακοὴ στὴν Ἐκκλησία πέφτει στὰ δίχτυα τοῦ κοσμοκράτορα.

Τί νὰ κάνουμε μὲ τὴν καρδιά μας; Αὐτὴ τὴν ἀγριελιὰ ἂς τὴν μπολιάσουμε μ’ ἕνα κλαδάκι ἀπὸ ἥμερη καὶ καρποφόρα ἐλιά, ἂς τὴν κεντρίσουμε μὲ τὰ χαρακτηριστικά τοῦ Χριστοῦ, ἂς τῆς μεταδώσουμε τὴν εὐαγγελικὴ ταπείνωση, ἂς τὴν ἀναγκάσουμε νὰ οἰκειωθεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ διαπιστώσουμε τότε τὴν ἐναντίωσή της στὸ Εὐαγγέλιο, τὴν ἀκατάπαυστη ἀντιλογία της στὶς θεῖες ἐντολές, τὴν πεισματικὴ ἀνυποταξία της στὸν Κύριο. Σ’ αὐτὴ τὴν ἀντίδραση τῆς καρδιᾶς μας θὰ δοῦμε σὰν σὲ καθρέφτη τὴν πτώση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὴ δική μας πτώση. Βλέποντάς την, ἂς κλάψουμε μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ Πλάστη καὶ Σωτήρα μας, ἂς πονέσουμε λυτρωτικά. Καὶ ὅσο δὲν θεραπευόμαστε ἀπὸ τὰ πάθη, ἂς παραμένουμε σ’ αὐτὸν τὸν πόνο. Γιατί «καρδιὰ συντριμμένη καὶ ταπεινωμένη δὲν θὰ τὴν ἐγκαταλείψει ὁ Θεὸς»(11), δὲν θὰ τὴν ἀφήσει στὰ χέρια τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Θεός, ὡς Πλάστης μας καὶ ἀπόλυτος Κύριός μας, μπορεῖ νὰ ἀναπλάσει τὴν καρδιά μας, ἂν αὐτὴ ἀδιάλειπτα Τὸν ἱκετεύει μὲ δάκρυα καὶ νὰ τὴ μεταβάλει ἀπὸ καρδιὰ φιλάμαρτη σὲ καρδιὰ φιλόθεη, ἁγία.

Ἂς φυλᾶμε συνεχῶς τὶς σωματικές μας αἰσθήσεις, μὴν ἀφήνοντας τὴν ἁμαρτία νὰ περνᾶ μέσ’ ἀπ’ αὐτὲς στὸ ἐσωτερικό τῆς ψυχῆς. Ἂς χαλιναγωγήσουμε τὰ φιλοπερίεργα μάτια μας καὶ τὰ φιλοπερίεργα αὐτιά μας. Ἂς ἐπιβάλουμε σκληρὴ τιμωρία στὴ γλώσσα μας, τὸ μικρὸ αὐτὸ μέλος τοῦ σώματος ποὺ προκαλεῖ τόσο ἰσχυροὺς σεισμούς. Ἂς ταπεινώσουμε τὶς ἄλογες σαρκικὲς ὁρμὲς μὲ τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἀγρυπνία, τὸν σωματικὸ κόπο, τὴ συχνὴ μνήμη τοῦ θανάτου, τὴν ἀδιάλειπτη καὶ προσεκτικὴ προσευχή. Πόσο λίγο διαρκοῦν οἱ σωματικὲς ἀπολαύσεις! Καὶ μὲ πόση δυσοσμία τελειώνουν! Ἀπεναντίας, ὅταν τὸ σῶμα, περιτειχισμένο μὲ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴ φύλαξη τῶν αἰσθήσεων, λουσμένο στὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας καὶ ἁγιασμένο μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, γίνεται μυστικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅλες οἱ ἀπόπειρες τοῦ ἐχθροῦ γιὰ τὴν παγίδευση τοῦ ἀνθρώπου ἀποτυχαίνουν.

Ἡ ταπεινοφροσύνη καταστρέφει ὅλα τὰ δίχτυα τοῦ διαβόλου, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν οὔτε νὰ τὴν ἀγγίξουν! Ἀμήν.

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov


Σημειώσεις1. Πρβλ. Τὸ Γεροντικόν, Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας, ἀπόφθεγμα ζ΄. Ἀββᾶ Δωροθέου, ὅ.π., Β΄, 26. 2. Ἐφ. 4:14. 3. Κολ 2:18. 4. Βλ. Γεν. 2:16-17 3:1-6. 5. Βλ. Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου. ὅ.π., ΙΕ΄, 40. 6. Ματθ. 24:12. 7. Πρβλ. Τὸ Γεροντικόν, ὅ.π. 8. Β΄ Κορ. 10:4-5. 9. Πρβλ Ματθ. 7:14. 10. Πρβλ. Ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Βιβλίον Α΄. Περὶ διακρίσεως. 11. Πρβλ. Ψαλμ. 50:19.

Γίνεται ο άνθρωπος εικόνα του Θεού όταν ζει ορθά και θεάρεστα

Ο αληθινός άνθρωπος φροντίζει να είναι ευσεβής. Και ευσεβής είναι εκείνος που δεν επιθυμεί τα ξένα πράγματα. Ξένα για τον άνθρωπο είναι όλα τα κτίσματα, και σαν εικόνα του Θεού που είναι, όλα τα περιφρονεί. Γίνεται ο άνθρωπος εικόνα του Θεού όταν ζει ορθά και θεάρεστα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει, αν δεν απομακρυνθεί ο άνθρωπος από τις μέριμνες της ζωής. Εκείνος που έχει νου που αγαπά το Θεό, γνωρίζει πόση ψυχική ωφέλεια και ευλάβεια προέρχεται από αυτό. Ο θεοσεβής άνθρωπος δεν κατηγορεί κανένα για τις αμαρτίες του παρά μόνο τον εαυτό του. Και αυτό είναι σημάδι σωτηρίας της ψυχής.


Μέγας Αντώνιος

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΑ

Οταν ο Μεγας Αντωνιος ησκητευεν εις την ερημον, να και ερχεται ο Δαιμων τα μεσανυκτα, και του εκτυπησε την πορτα δια να του ανοιξη.

Ἐσηκώθη λοιπὸν ὁ Μέγας Ἀντώνιος, καὶ ἀφοῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα του, βλέπει ἔξαφνα ἄνθρωπον ἀλλόκοτον καὶ ἔστεκεν ἔξω.
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ποῖος εἶσαι ὁποῦ μοῦ κτυπᾶς τὰ μεσάνυκτα τὴν πόρταν, καὶ τὶ θέλεις»;
Λέγει του ὁ μιαρὸς Δαίμων «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Δαίμων».
Καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Ἅγιος «Πῶς ἦλθες, παγκάκιστε ἐδῶ»;
Καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Δαίμων «Ἦλθα νὰ σοῦ εἰπῶ πῶς μάχονται οἱ καλόγηροι καὶ λοιποὶ Χριστιανοί, ὑβριζόμενοι κατὰ πᾶσαν ὥραν, καὶ πῶς τοὺς κοσμικοὺς γυρίζω εὔκολα εἰς τὸ θέλημά μου».
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Παγκάκιστε, διατὶ κάμνεις αὐτό»;
Λέγει του ὁ Δαίμων «Ἐγὼ φθονῶ τοὺς καλογήρους, διότι ὁ αὐθέντης μου ὁ Ἑωσφόρος ἔχει πολὺν φθόνον εἰς αὐτούς, ἐπειδὴ μέλλει ὁ Θεὸς ν΄ἀποκαταστήσῃ τὸ Τάγμα τῶν Ἀγγέλων ὁποῦ ἐξέπεσεν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ κάμῃ Ἀγγέλους ἀπὸ τοὺς καλοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς ταπεινοὺς Μοναχούς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τόσον φθόνον εἰς αὐτούς».
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἐπειδὴ ἦλθες ἐδῶ, ὦ Δαίμων, ὁρκίζω σε εἰς τὸν Θεὸν τοῦ παντὸς τὸν κτίσαντα τὰ πάντα, νὰ σταθῇς αὐτοῦ ἕως οὗ νὰ ὁμολογήσῃς ὅλα ὅσα πράττεις».
Λέγει του ὁ Δαίμων «Διατὶ μὲ ἔδεσες Ἀντώνιε, ἐγὼ ἤλθα νὰ σοῦ πῶ τὸ καύχημά μου μόνον τό πῶς μάχονται οἱ μοναχοὶ καὶ λοιποὶ χριστιανοί, καὶ σὺ μὲ ἔδεσες»;
Λέγει ὁ Ἅγιος «Εἶπέ μοι τὰ ἔργα τῶν Δαιμόνων, τὶ κάμνωσιν εἰς τοὺς Μοναχοὺς καὶ λοιποὺς χριστιανούς».
Λέγει του ὁ Δαίμων «Ἄκουσον Ἀντώνιε ἡμεῖς εἴμεθα πρῶτα ἄγγελοι καὶ ὁ Ἑωσφόρος, ὁ πρῶτος μας, ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειαν ἐξέπεσε, διότι ἠθέλησε νὰ στήσῃ τὸν θρόνον του ἐπάνωθεν τοῦ Θεοῦ, συλλογιζόμενος δὶς τὸν ἑαυτόν του νὰ γίνη ὅμοιος μὲ τὸν Θεόν. «Καὶ ἔσομαι ὁμοίως τῷ Ὑψίστῳ». Καὶ μόλις τὸ ἐσυλλογίσθη, παρευθὺς ἔπεσε κάτω εἰς τὰ καταχθόνια τοῦ ᾅδου, ἀκολουθοῦντες αὐτὸν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἐξ αἰτίας τούτου, ἀπὸ ἄγγελοι ἐγείναμεν δαίμονες, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τὸν φθόνον εἰς τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς, καὶ τοὺς πειράζομεν. Ἀλλὰ ἄλλο δὲν μᾶς θανατώνει περισσότερον ἀπὸ τὴν προσευχήν, τὴν νηστείαν καὶ τὴν ταπείνωσιν ὁποῦ κάμνουν οἱ μοναχοὶ καὶ λοιποὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοί- διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς πασχίζομεν κατὰ πολλὰ διὰ νὰ τοὺς κάμωμεν οὔτε νὰ προσεύχωνται οὔτε νὰ νηστεύωσιν, ἀλλὰ νὰ ἀμελῶσι καὶ νὰ ὑπερηφανεύωνται, καὶ ἄλλοι νὰ λέγωσιν ὅτι εἶναι εὔμορφοι, ἐνῶ εἶναι ἄσχημοι, καὶ ἄλλοι ὅτι εἶναι προκομμένοι καὶ δὲν γνωρίζουν οὔτε τὰ ἄλφα, καὶ βάνωμεν πολλὴν ἔχθραν ἀνάμεσον τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου διὰ νὰ μαλώνουν, καὶ ἐξ΄αἰτίας τούτου πηγαίνωμεν ἀπὸ τόπον εἰς τόπον, καὶ ἄλλους κάμνωμεν νὰ ἀρνῶνται τὸν Χριστόν, καὶ ἄλλους νὰ ἀφίνουν τὴν μοναχικὴν ζωὴν καὶ νὰ γίνωνται κοσμικοί, καὶ μ΄αὐτὸν τὸν τρόπον τοὺς πέρνομεν μαζὺ εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν. Ἀλλ’ ἄκουσε καὶ τοῦτο, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ. Ὅτι ἄλλο δὲν μᾶς πειράζει οὔτε ἡ προσευχή, οὔτε ἡ νηστεία, ὅσον ἡ ταπείνωσις. Καὶ αὐτὴν τὴν βλέπομεν εἰς πολλοὺς μοναχοὺς καὶ εἰς ὀλίγους κοσμικούς, ἀλλὰ αὐτοὺς τόσον πολὺ σπουδάζωμεν νὰ τοὺς σείρωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας, ὅσον τὸ σκουλίκι ὁποῦ βόσκει εἰς τὶ δένδρον καὶ πασχίζει νὰ τὸ ξηράνη καὶ νὰ τὸ καταντήσῃ ἄχρηστον εἰς τὸ νὰ κάμῃ καρπὸν ὥστε νὰ βαλθῇ εἰς τὴν φωτιάν. Τέτοιας λογῆς λοιπὸν πασχίζομεν καὶ ἡμεῖς ὥστε νὰ ξηράνωμεν τὴν καρδία αὐτῶν ὁποῦ πράττουσι τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ὕστερον νὰ τοὺς ῥίξωμεν εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν.
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἀμὴ τοὺς κοσμικοὺς διατὶ τοὺς πειράζετε»;
Λέγει του ὁ Δαίμων – ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς διὰ τὸν Ἀδὰμ ἔῤῥιψε τὸν πρῶτον μας, καὶ ἔχομεν πολὺν φθόνον εἰς αὐτούς, βλέπεις δὲ καὶ ἐτοῦτα τὰ μαχαίρια ὁποῦ ἔχω εἰς τὴν ζῶσιν μου. Ὅλα δι’ αὐτοὺς τὰ ἔχω, καὶ ὅταν μεθύσωσιν ἀπὸ τὸ κρασὶ τοὺς βάνω εἰς μάχην πολλὴν καὶ ἀπὸ λόγον εἰς λόγον πιάνονται, καὶ ἐγὼ ἀναμαζώνω τους καὶ σφάζονται, καὶ ὄχι ἐγὼ μοναχός μου, ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποί μου ἀδελφοί.
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Καὶ ποῦ εἶναι οἱ ἀδελφοί σου»;
Λέγει του ὁ Δαίμων «Εἰς κάποιον τόπον γίνεται πανήγυρις καὶ πηγαίνουν ἐκεῖ διὰ νὰ κάμουν σκάνδαλα».
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Καὶ πῶς λέγουν τὰ ὀνόματά των»;
Λέγει του ὁ Δαίμων «Τὸν ἕναν τὸν λέγουν Κενόδοξον, ἤγουν τῆς κενοδοξίας, καὶ τὸν ἄλλον Θυμώδη, ἐπειδὴ θυμώνει τοὺς ἀνθρώπους καὶ δέρνονται, κάμνοντας καὶ ἀλλὰ πολλότατα κακά, δηλαδὴ νὰ πηγαίνωσιν εἰς τὰ κριτήρια, νὰ ἐξοδεύωσι τὸν βίον τους, ἔχοντες καὶ ἡμεῖς ἀπὸ αὐτοὺς πολὺ διάφορον τουτέστι μερδικόν, μόνον ἐκείνους ἔχομεν ἐχθροὺς ὁποῦ δὲν ἀφίνουν τοὺς ἄλλους νὰ πηγαίνουν εἰς τοὺς Κριτάς, διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἐκείνους ὁποῦ δὲν κάμνουν τὸ θέλημα μας πολλὰ τοὺς πολεμοῦμεν, ἀλλὰ δὲν κάμνωμεν τίποτε, καὶ ὅταν ὑπάγωμεν εἰς τὸν πρῶτον μας πολὺ μᾶς μαλώνει καὶ ὑβρίζει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ σε, νὰ μὲ ἀφήσῃς νὰ ὑπάγω, ὅτι πολὺν καιρὸν ἔκαμα ἐδῶ, καὶ ἄργησα, καὶ πλέον μὴ μὲ ἐρωτᾷς, διότι πολὺ θέλει μὲ παιδεύσει ὁ αὐθέντης μου.
Λέγει του ὁ Ἅγιος, τόσους χρόνους ἔχετε, παγκάκιστοι ἐχθροί, ὁποῦ πειράζετε τὸν κόσμον καὶ ἀκόμη δὲν ἐχορτάσατε; Ἀμὴ πάλιν ὁρκίζω σε, εἰς τὸν Παντοδύναμον Θεὸν νὰ μοῦ εἰπῇς τὴν ἀλήθειαν εἰς ὅ,τι σὲ ἐρωτήσω.
Τότε λέγει του ὁ Δαίμων: «Ἀντώνιε, διατὶ μὲ ἔδεσες περισσότερον, ὁποῦ ἐγὼ βιάζομαι; πηγαίνω διατὶ πολὺν καιρὸν ἄργησα ἐδῶ ὁποῦ ἕως τώρα ἤθελα γυρίσει εἰς τὸ θέλημά μου πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ σὺ δὲν μὲ ἀφίνεις, καὶ ὅταν ὑπάγω μὲ μαλώνει ὁ αὐθέντης μου, ἐρῶτα με λοιπὸν ὀγρήγορα, διότι ὅλοι μου οἱ ἀδελφοὶ ὑπάγουν μὲ κανίσκια εἰς τὸν αὐθέντην μας τὸν πρῶτον, καὶ δὲν ἔχω μὲ τὶ νὰ ὑπάγω κ΄ἐγώ, ἐπειδὴ μὲ κατέστησες ἄμοιρον τῆς χάριτός μου, καὶ μὲ μαλώνουν οἱ ἀδελφοί μου ὁποῦ πηγαίνουν εἰς τὰ πανηγύρια.
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ποῖον εἶναι τὸ μεγαλήτερον σκάνδαλον ὁποῦ δίδετε ἐσεῖς οἱ δαίμονες εἰς τοὺς ἀνθρώπους;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Κενοδοξίαν καὶ εἰς τοῦτο ἐγὼ πιάνω καὶ τοὺς δαιμονίζω, διὰ νὰ πιασθοῦν ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, ἔπειτα φθάνει καὶ ὁ θυμώδης ὁ μεγαλύτερός μου ἀδελφὸς καὶ τοὺς δίδει διπλὴν τὴν κενοδοξίαν καὶ τότε πιάνωμεν καὶ τοὺς ἀνακατώνομεν πολλά, καὶ οὕτω κάμνουν τὸ θέλημα μας καὶ τότε ὑπάγωμεν εἰς τὸν αὐθέντην μας, καὶ αὐτὸς πολὺ μᾶς χαίρεται, καὶ μᾶς ἀξιώνει εἰς μεγαλητέραν τιμήν».
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἀμὴ πῶς δὲν φοβεῖσθε τὸν Θεόν, ἀλλὰ τολμᾶτε καὶ κάμνετε σκάνδαλα εἰς τοὺς χριστιανούς;»
Λέγει του ὁ Δαίμων: «Ἀντώνιε, ἡμεῖς ἔχομεν ἀπὸ τὸν Θεὸν θέλημα, καὶ ὅ,τι θελήσωμεν κάμνωμεν, ἀφίνοντὰς μας καὶ οἱ Ἄγγελοί του νὰ πράξωμεν ὅ,τι θέλωμεν καὶ ἡ παραχώρησις αὕτη δίδεται εἰς ἡμᾶς, διὰ νὰ δοκιμάζωνται οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους• διατὶ ὅσοι ἔχουν πίστιν σταθερὰν δὲν κάμνουν τὰ θελήματα μας, διὰ τοῦτο πηγαίνουμεν καὶ εἰς τὰ τραπέζια ὁποῦ ἔχουν παιγνίδια, καὶ κανένας δὲν μᾶς ἐμποδίζει, καὶ χαιρόμεθα καὶ ἡμεῖς μαζὺ μὲ αὐτούς, καὶ γίνονται ἰδικοί μας ὑπηρέται, καὶ ἀφίνοντες τὸν Θεὸν λατρεύουν ἡμᾶς καὶ πολλαὶς φοραῖς μᾶς ὑβρίζουν, ἀλλ´ ὅταν πίνουν τὸ κρασὶ μὲ τὰ παιγνίδια, πάλιν κάμνουν τὸ θέλημά μας».
Λέγει του ὁ Ἅγιος ὁρκίζω σε εἰς τὸν Θεὸν νὰ μὲ εἰπῇς καὶ τοῦτο «Δηλ. τὴν Κυριακὴν τὶ κάμνετε εἰς τοὺς χριστιανούς;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Ἡμεῖς καθόλου δὲν ἀναπαυόμεθα ὅλον τὸν καιρόν, οὔτε παύομεν τὰ σκάνδαλα, μόνον εἰς αὐτὰ εὑρισκόμεθα παντοτεινά, καὶ τὴν Κυριακὴν κάμνομεν πολλὰ εἰς τοὺς χριστιανοὺς καὶ ἄλλους κάμνομεν νὰ ῥάπτουν, ἄλλους νὰ πραγματεύωνται, ἄλλους νὰ γελοῦν, ἄλλους νὰ τραγωδῶσι, καὶ εἰς τὰς γυναίκας, ἄλλας νὰ τὶς κάμνωμεν νὰ κεντῶσιν, ἄλλας νὰ πραγματεύονται τὴν Κυριακήν, κάμνομεν τοὺς ἄνδρας καὶ τὰς γυναίκας νὰ πολυκοιμῶνται καὶ νὰ μὴ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τοὺς δίδομεν πόνον εἰς τὴν κεφαλὴν ἢ εἰς ἄλλο μέρος τοῦ κορμίου, διὰ νὰ εὐρίσκουν πρότασιν, νὰ λέγωσι πῶς δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ τὸν χειμῶνα τοὺς δίδομεν ζέσταν, καὶ τὸ καλοκαίριον γλυκύτητα εἰς τὸν ὕπνον καὶ βάρος εἰς τὴν κεφαλὴν διὰ νὰ μὴ σηκωθοῦν νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ οὕτω κάμνουν καὶ αὐτοὶ τὰ θέλημά μας. Ἐκεῖνοι ὅμως ὁποῦ γυρίζουν εἰς θεογνωσίαν, φεύγωμεν ἀπ΄αὐτοὺς καὶ πηγαίνομεν εἰς ἐκείνους ὁποῦ κάμνουν τὸ θέλημά μας, νὰ ἔχουν καὶ νὰ κρατοῦν τὸν βίον τους, σιμά των ὡς νὰ δουλεύουν τὰς Κυριακὰς καὶ τὰς ἑορτὰς νὰ μὴν τιμοῦν. Ἐκεῖνοι ὅμως ὁποῦ τιμοῦν τοὺς ἁγίους, παρακαλοῦν καὶ οἱ Ἅγιοι δι` αὐτοὺς τὸν Θεόν, καὶ συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίαι των, καὶ ξαναφεύγουν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς θρηνοῦμεν πῶς τοὺς ἐχάσαμεν, διατὶ δὲν κάμνουν πλέον τὸ θέλημά μας, καὶ διὰ τοῦτο ὁ πρῶτος μας, πολλὰ συγχίζεται καὶ θλίβεται δι’ αὐτούς, τότε δὲ, κάμνει σύναξιν μεγάλην εἰς ὅλους τοὺς Δαίμονας καὶ πολλὰ πολλὰ τοὺς μαλώνει καὶ τοὺς ὑβρίζει, πῶς δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμουν σκάνδαλα εἰς τοὺς χριστιανούς, τοὺς ἐορτάζοντας τὰς Κυριακάς, διὰ τοῦτο μαλώνει ἡμᾶς καὶ τότε πηγαίνομεν καὶ ἡμεῖς καὶ τοὺς ἀνακατώνομεν καὶ οὕτω κάμνουν πάλιν τὸ θέλημα μας, καὶ ἐπιστρέφομεν εἰς τὸν αὐθέντην μας, καὶ μᾶς χαίρεται κατὰ πολλάς, καὶ μᾶς ἀξιώνει εἰς περισσοτέραν τιμήν, καὶ πάλιν στέλλει καθ’ ἕναν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, δηλαδὴ ἄλλους εἰς τὴν θάλασσαν νὰ παρακινοῦν τοὺς ναύτας νὰ πνίγουν τοὺς ἐπιβάτας διὰ νὰ πάρουν τὸν βίον τους ἂν ἔχουν, ἄλλους εἰς τὰ ποτάμια, καὶ πάλιν στέλλει τὸν ἔξαρχον μὲ ἑκατὸν πεντήκοντα Δαίμονας νὰ ταράσσουν τὴν θάλασσαν διὰ νὰ κινδυνεύουν τὰ καράβια, καὶ νὰ ἀγανακτοῦν οἱ ναῦται καὶ νὰ ὑβρίζουν τὴν πίστιν τους, καὶ νὰ λέγουν πολλὰς ἄλλας βλασφημίας, ἄλλους διὰ νὰ φονεύουν τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἄλλους εἰς τὰ παιγνίδια διὰ νὰ κάμουν σκάνδαλα νὰ μαλώνουν καὶ νὰ ὑβρίζωνται ἕνας τὸν ἄλλον ἄνθρωπον, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ὁλίγον εἰς ὁλίγον πιάνονται καὶ δέρνονται καὶ ἔτζι κάμνουν τὸ θέλημά μας, δίδοντες εἰς αὐτοὺς πολὺν θυμὸν διὰ νὰ χάνουν τὸν μισθόν τους ἀπὸ τὸν Ἅγιον ὁποῦ ἐορτάζουν, καὶ ἄλλοι πάλιν δαίμονες εἰσχωροῦν εἰς ἀνδρόγυνα καὶ κάμνουν πολλὴν μάχην, καὶ ἄλλοι εἰς ἐκείνους ὁποῦ ἔχουν περισσὸν βίον, διὰ νὰ σκληρύνουν, τὰς καρδίας των καὶ νὰ μὴ λυπῶνται τοὺς πτωχοὺς διόλου, ἀλλὰ μόνον νὰ παίρνουν τῶν πτωχῶν τὸ ἀμπέλι, ἢ τὸ χωράφι, καὶ διὰ τοῦτο σπουδάζομεν πολὺ νὰ μὴ λυπῶνται οἱ πλούσιοι, τοὺς πτωχούς».
Τότε λέγει του ὁ Ἅγιος «Ὁρκίζω σε εἰς τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, νὰ μοῦ εἰπῇς καὶ τοῦτο τὶ ἔχετε ἐσεῖς οἱ δαίμονες μὲ τοὺς πτωχούς;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Ἡμεῖς ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς διάφορον δὲν ἔχομεν, παρὰ ἀπὸ ἐκείνους ὁποῦ κλέπτουν, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ εἶναι ἰδικοί μας δοῦλοι, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνους ὁποῦ φυλάττουν τὴν πίστιν τους, διάφορον δὲν ἔχομεν.»
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἀμὴ ἐκείνους ὁποῦ δίδουν τὰ ἀργύρια τους μὲ τὸ διάφορον πῶς τοὺς ἔχετε;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Αὐτοὶ εἶναι ἰδικοί μας φίλοι.»
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἀμὴ ἐκείνους ὁποῦ μαντεύουν πῶς τοὺς ἔχετε;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Αὐτοὶ εἶναι ὡσὰν μανάδες μας, ἐπειδὴ πλανοῦν τὸν κόσμον, καὶ ἔρχεται πρὸς ἡμᾶς καὶ ἔχομεν πολὺ διάφορον ἀπὸ αὐτούς, διατὶ ἀφίνουν τὸν Θεόν, καὶ κάμνουσι τὸ ἰδικόν μας θέλημα, ἐπειδὴ κάμνουν τὸν ἑαυτόν τους διὰ Θεὸν καὶ προσκαλοῦν ἡμᾶς διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἄρρωστον τὴν ὑγείαν του, καὶ τότε ὁ μαντατοφόρος Δαίμων στέλλει δώδεκα ὑπηρέτας νὰ κάμουν φαντασίαν, πῶς ἀπὸ τὴν μαντείαν ἐσηκώθη ὁ ἄρρωστος, καὶ εὐθύς, ὁ μαντατοφόρος Δαίμων γράφει εἰς τὸ κατάστιχόν του ἐκείνους ὁποῦ κάμνουν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸ θέλημά του, διὰ τοῦτο καὶ ὁ αὐθέντης μας, πολλὰ τοὺς χαίρεται, καὶ τοὺς ἀξιώνει εἰς μεγαλητέραν τιμήν.
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἐκείνους ὁποῦ δὲν τιμοῦν τὴν ἁγίαν Κυριακὴν πῶς τοὺς ἔχετε;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Ὡσὰν οἱ γονεῖς τὰ παιδία των – διατὶ ἡμέραν Κυριακὴν μᾶς ἅρπαξεν ὁ Χριστός, ὅσους εἴχαμεν εἰς τὴν κόλασιν.»
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Διατὶ ἐβάλλατε τοὺς Ἑβραίους καὶ τὸν ἐσταύρωσαν;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Δὲν τὸ ἠξεύραμεν ὅτι ἦτον ὁ Θεός, ἀμὴ ἐνομίζαμεν αὐτὸν διὰ Προφήτην καὶ ἠπατήθημεν. Διότι τὰς βουλὰς τοῦ Θεοῦ κανεὶς δὲν τὰς ἠξεύρει. Λοιπὸν παρακαλῶ σε Ἀντώνιε, ἄφησέ με νὰ ὑπάγω, διότι πολὺ ἄργησα, καὶ πλέον μὲ τοὺς ἀδελφούς μου δὲν θὰ ἔχω ἀνάπαυσιν.»
Λέγει του ὁ Ἅγιος, «Ζῇ Κύριος ὁ Θεός μου, δὲν σὲ ἀφίνω ἂν δὲν μοῦ εἰπῇς ἀκόμη τὰς πανουργίας τῶν δαιμόνων.»
Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Δαίμων λέγει πρὸς τὸν Ἅγιον «Πολὺ κακὸν ἔκαμες εἰς ἐμέ, Ἀντώνιε, καὶ μὲ ἀργοπορεῖς κάθοντάς με ἐδῶ ἀδιαφόρευτον. Καὶ κατὰ πολλὰ ζημιώνομαι, χάνοντας καὶ τὴν ὑπόληψίν μου ἀπὸ τὸν αὐθέντην μου.»
Λέγει του ὁ Ἅγιος εἶπέ μοι καὶ τοῦτο «Αὐτοὺς ὁποῦ δὲν ἀγαποῦν ἕνας τὸν ἄλλον, πῶς τοὺς ἔχετε»;
Λέγει ὁ Δαίμων «Ἐδικοί μας κουμπάροι εἶναι, διότι καὶ ἡμεῖς ἀγάπην ἀναμεταξύ μας δὲν ἔχομεν, καὶ ἐκεῖ ὁποῦ εὑρίσκεται ἡ ἀγάπη δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐμβῶμεν εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ ἐνεργήσωμεν ὅλα ἐκεῖνα, ὁποῦ θέλομεν καὶ ἀρέσουν τοῦ αὐθέντος μας, διότι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ περισσότερον ἄλλο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἰμὴ τὴν ἀγάπην, διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἔχουν τὴν ἀγάπην πρὸς τοὺς γειτόνους των, στεκόμεθα μακρὰν ἀπὸ αὐτούς.
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἀμὴ αὐτοὺς ὁποῦ δίδουν ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς πῶς τοὺς ἔχετε»;
Λέγει του ὁ Δαίμων «Πολλαῖς μαχαιριαῖς ἐμπήγουν εἰς τὴν καρδίαν μας ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ λυποῦνται τοὺς πτωχούς, διότι εὐσπλαγχνίζεται καὶ αὐτοὺς ὁ Θεός, καὶ ἅμα δώσουν τὴν ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς σβύνονται ἀπὸ τὸ κατάστιχον τῶν γραμμάτων μας αἱ ἁμαρτίαι των, καὶ ἡμεῖς χάνομεν τὸν κόπον μας, καὶ δὲν ἔχομεν ἀπὸ αὐτοὺς ποσῶς διάφορον.»
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἀμὴ ἐκείνους ὁποῦ κρατοῦν τὸ δίκαιον τῶν πτωχῶν, πῶς τοὺς ἔχετε;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Αὐτοὶ εἶνε τραπεζῖται ἐδικοί μας, ἐπειδὴ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος πέρνουν τὸ δίκαιον τῶν πτωχῶν, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸ ἁρπάζομεν ἡμεῖς, καὶ διὰ τοῦτο ποτέ τους δὲν χορταίνουν, καὶ εἰς αὐτὸ χαιρόμεθα πολύ• ἀλλὰ δὲν ἤξευρα πῶς ἔχεις νὰ μὲ κρατήσῃς ἐδῶ τόσον καιρόν, ἀλλὰ ἤθελα νὰ φύγω μακρὰν ἀπὸ ἐσένα ὥσπερ δαίμων».
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Καὶ ἐγὼ θαυμάζω πῶς ἐσεῖς οἱ δαίμονες κάμνετε τόσον κακὸν εἰς τὸν κόσμον»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Διὰ τοῦτο μᾶς ἐκαταράσθη ὁ Θεός, διὰ νὰ μὴν ἔχωμεν κανένα καλόν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν καλωσύνην ν΄ἀπέχωμεν πάντοτε καὶ διὰ τοῦτο ἐργαζόμεθα κάθε λογῆς κακὸν εἰς τὸν κόσμον, ὡς καὶ εἰς τοὺς βασιλεῖς, καὶ εἰς τοὺς πατριάρχας, καὶ εἰς τοὺς μητροπολίτας καὶ εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχοὺς καὶ ὁσίους καὶ εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ πλουσίους, καὶ εἰς ὅλους δίδομεν σχεδὸν τὴν φιλαργυρίαν, τὴν μάχην, τὴν ζηλίαν, τὸν φθόνον καὶ ὅλα τὰ ἐπίλοιπα κακά, καὶ ὡς ἐκ τούτου γίνονται φίλοι μας. Καὶ τὶ νὰ σὲ εἰπῶ, Ἀντώνιε, αἱ τέχναι μας εἶναι ἀμέτρηται.»
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἀμὴ εἰς τὰ παιδία τὶ κάμνετε ἐκεῖ ὁποῦ παίζουν;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Ἐκεῖ ἔχομεν ἡμεῖς τὴν χάριν μας καὶ κάμνομεν πολλὰς τέχνας διὰ νὰ σφαγοῦν ἢ νὰ ἐβγάλουν τὰ ὀμμάτια τους, ἢ νὰ τσακίσουν τὰ χέρια τοὺς καὶ τὰ ποδάρια τους, καὶ ἀλλὰ πολλὰ κακὰ ἐργαζόμεθα διὰ νὰ θυμώνεται τὸ ἕνα κατὰ τοῦ ἄλλου, καὶ νὰ πηγαίνουν οἱ γονεῖς των εἰς τὰ κριτήρια καὶ εἰς τοὺς αὐθεντάδες νὰ ἐξοδιάζουν τὸ βίον τους καὶ νὰ χαλοῦν τὰ ὑπάρχοντά τους καὶ νὰ τὰ φθείρουν τοῦ κακοῦ, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι διάφορον ἐδικόν μας ὁποῦ ἔχωμεν καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη.»
Λέγει του ὁ Ἅγιος «Ἀμὴ εἰς τὸν διδάσκαλον, ὁποῦ μανθάνει τὰ παιδία ἱερὰ γράμματα, ὑπάγετε καὶ ἐκεῖ νὰ κάμνετε σκάνδαλα;»
Λέγει του ὁ Δαίμων «Εἰς αὐτὰ ὑπάγομεν, ἀμὴ στεκόμεθα ἀπὸ μακράν, διότι κρατοῦν τὰ βιβλία καὶ διαβάζουν τὰ γράμματα, μὲ τὰ ὁποῖα πολλά μᾶς κατακρίνουν καὶ μᾶς κατηγοροῦν, διὰ τοῦτο δὲν ὑπάγωμεν σιμά των, παρ΄ὅταν παύσουν καὶ δὲν διαβάζουν, τότε ὑπάγωμεν κοντά των καὶ βάνωμεν εἰς αὐτὰ πολλοὺς λογισμοὺς διὰ νὰ μισοῦν τὸ γράμματα, διὰ νὰ μὴ διαβάζουν, ὥστε νὰ μισοῦν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ κάμνουν τὸ θέλημά μας, διατὶ διαβάζοντας πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδία γυρίζουν εἰς θεογνωσίαν καὶ ἔχουμεν πολλὴν ἀδικίαν ἀπὸ αὐτά, καὶ διὰ τοῦτο σπουδάζομεν νὰ κάμνουν τὸ θέλημά μας βάνοντας εἰς αὐτά, μεγάλας παιδεύσεις καὶ τιμωρίας, καὶ τότε τὰ γράφομεν εἰς τὸ κατάστιχόν μας, συντρίβοντες ἀπὸ αὐτὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ ὅσοι ἀναγινώσκουν τὰ γράμματα πολλὰ μᾶς ὑβρίζουν, καὶ διὰ τοῦτο κάμνομεν τὰ παιδία νὰ μισοῦν τὰ γράμματα, καὶ νὰ μὴ θέλουν νὰ τὰ ἰδοῦν, κάμνοντες καὶ τοὺς γονεῖς των νὰ γίνωνται ἀμελεῖς καὶ νὰ μὴν τὰ παιδεύουν εἰς τὰ γράμματα» ἐπειδὴ διὰ τῶν ἱερῶν γραμμάτων δοξάζεται ὁ Θεὸς διὰ τὴν πολλὴν χάριν ὁποῦ ἔχουν.
Ταῦτα ἄκουσας ὁ Ἅγιος παρὰ τοῦ Δαίμονος, εἶπεν εἰς αὐτόν «Ἐπιτιμήσει σε, Κύριος ὁ Θεός, διάβολε, εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τῆς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Καὶ παρευθὺς ἔγεινεν ἄφαντος ὁ Δαίμων ἀπ´ αὐτόν. Καὶ μείνας ὁ Ἅγιος ἐκστατικὸς ἐκείνην τὴν ὥραν, εἶπε «Θεὲ Παντοκράτωρ καὶ Κύριε τοῦ ἐλέους, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς, αὐτὸς δεσπότα φιλάνθρωπε, ἐλευθέρωσόν με ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ παμπόνηρου διαβόλου» καὶ ποιήσας προσευχὴν ὁ Ἅγιος ὕπνωσεν ὁλίγον. Προσελθὼν λοιπὸν Ἄγγελος Κυρίου εἶπε πρὸς αὐτόν «Ἀντώνιε, εἶδες τὸν πονηρὸν δαίμονα;» Ναί, εἶδα αὐτὸν ἀπεκρίθη ὁ Ἅγιος -ἀμὴ ποῖος εἶσαι ὁποῦ μοῦ συντυχαίνεις; Λέγει του, ὁ Ἄγγελος «Ἐγὼ εἶμι ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἤλθα νὰ σοῦ εἰπῶ νὰ γράψεις τὰς πανουργίας τῶν δαιμόνων καὶ νὰ τὰς φανέρωσῃς εἰς τὸν Κόσμον». Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ ὅσιος, ἐνεθυμήθη τὰ λόγια τοῦ Ἀγγέλου, καὶ εὐχαριστήσας τὸν Θεόν, εἶπεν «Εὐχαριστῶ σοι Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων, ὁποῦ ἔστειλας τὸν Ἄγγελόν σου λέγοντάς μου νὰ γράψω τὰς πανουργίας τῶν δαιμόνων, πῶς αὐτοὶ κάμνουσι φθόνους, φόνους, μάχας καὶ ζηλοφθονίας μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν καὶ ἐνεργοῦν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐχθρεύωνται ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ μὴν τιμοῦν τὴν ἁγίαν Κυριακήν, ὁποῦ ἔγεινεν ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»
Διὰ τοῦτο τέκνα μου ἀγαπητά ἐν Χριστῷ, παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε ταύτην μου τὴν νουθεσίαν, καὶ νὰ ἀπέχητε ἀπὸ κάθε λογῆς παιγνίδια καὶ ἀτοπήματα, ἐπειδὴ αὐτὰ χαίρονται νὰ βλέπουν οἱ πονηροὶ δαίμονες, ὁποῦ προξενοῦν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἀμέτρητα σκάνδαλα, καὶ νὰ παρακαλῆτε τὸν Θεὸν νὰ σᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ ὅλα τὰ κακὰ καὶ τὰς ἐνέδρας τοῦ μιαροῦ ἐχθροῦ μας, δαίμονος, καὶ νὰ ἔχωμεν τὸν Θεὸν βοηθόν μας, οὗ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Εκείνοι που γνωρίζουν το Θεό…


Εκείνοι που γνωρίζουν το Θεό, γεμίζουν από κάθε καλή έννοια και επειδή επιθυμούν τα ουράνια, καταφρονούν τα βιοτικά. Αυτοί οι άνθρωποι ούτε αρέσουν στους πολλούς, ούτε και αυτοί αρέσκονται με τους πολλούς. Και γι’ αυτό όχι μόνο τους μισούν αλλά και τους περιγελούν οι πιο πολλοί ανόητοι. Υπομένουν όσα τους φέρνει η φτώχεια επειδή γνωρίζουν ότι εκείνα που οι πολλοί θεωρούν κακά, σ’ αυτούς είναι καλά. Γιατί εκείνος που στοχάζεται τα επουράνια, πιστεύει στον Θεό γνωρίζοντας ότι όλα είναι έργα της θελήσεώς Του. Εκείνος όμως που δε τα στοχάζεται, δεν πιστεύει ποτέ ότι ο κόσμος είναι έργο του Θεού και ότι δημιουργήθηκε για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Μέγας Αντώνιος

Ώστε το να λέμε ότι ο Θεός αποστρέφεται τους κακούς είναι σαν να λέμε ότι ο ήλιος κρύβει το φως του από τους τυφλούς

Ο Θεός είναι αγαθός και απαθής και αμετάβλητος. Αν κανείς αυτό το θεωρεί εύλογο και αληθές, απορεί όμως πως ο Θεός για τους αγαθούς χαίρεται ενώ τους κακούς τους αποστρέφεται, και εναντίον εκείνων που αμαρτάνουν οργίζεται, ενώ όταν υπηρετείται και λατρεύεται γίνεται ευμενής, πρέπει να του πούμε ότι ο Θεός ούτε χαίρεται ούτε οργίζεται. γιατί η λύπη και η χαρά είναι πάθη. ούτε με δώρα κολακεύεται, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι νικιέται από την ηδονή. 

Δεν πρέπει να κρίνομε τον Θεό με ανθρώπινα κριτήρια. Εκείνος είναι αγαθός και ωφελεί μόνο και ουδέποτε βλάπτει, αλλά είναι πάντοτε ο ίδιος απαθής. Ενώ εμείς εφόσον είμαστε αγαθοί ενωνόμαστε με τον Θεό. Κι όταν είμαστε κακοί χωριζόμαστε από Αυτόν, επειδή είμαστε ανόμοιοι. Όταν ζούμε με αρετή ακολουθούμε τον Θεό, όταν όμως γινόμαστε κακοί, κάνομε εχθρό μας Εκείνον που δεν οργίζεται χωρίς λόγο. γιατί τα αμαρτήματα δεν αφήνουν τον Θεό να μας φωτίζει εσωτερικά, αλλά μας ενώνουν με τιμωρούς δαίμονες. 

Αν με προσευχές και ελεημοσύνες κερδίζομε την άφεση των αμαρτιών μας, δεν κολακεύομε και δεν μεταβάλλομε το Θεό, αλλά με τα καλά έργα μας και την επιστροφή μας σ' Αυτόν γιατρεύομε την κακία μας και απολαμβάνομε πάλι την αγαθότητα του Θεού. 

Ώστε το να λέμε ότι ο Θεός αποστρέφεται τους κακούς είναι σαν να λέμε ότι ο ήλιος κρύβει το φως του από τους τυφλούς.

Μέγας Αντώνιος

Γιατί ο Θεός επιτρέπει την πονηρία


*Σοφά λόγια και αποφθέγματα από τον Μέγα και επονομαζόμενο Καθηγητή της Ερήμου Άγιο Αντώνιο.

-ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ 
ΤΗΝ ΠΟΝΗΡΙΑ-

Σαν αγαθός που είναι ο Θεός, όσα κάνει τα κάνει για τον άνθρωπο. Κι όσα κάνει ο άνθρωπος, για τον εαυτό του τα κάνει και τα καλά και τα κακά.

Για να μην θαυμάζεις όμως την ευτυχία των ανθρώπων, γνώριζε ότι, όπως οι πόλεις τρέφουν τους δημίους και δεν επαινούν την κάκιστή τους προαίρεση, αλλά τους χρησιμοποιούν για να τιμωρούν τους αξίους τιμωρίας, κατά τον ίδιο τρόπο βέβαια και ο Θεός επιτρέπει στους πονηρούς να καταδυναστεύουν τα βιοτικά, ώστε δια μέσου αυτών να τιμωρούνται οι ασεβείς.

Ύστερα όμως και αυτούς, τους παραδίδει στην κρίση, επειδή όχι από υπηρεσία προς τον Θεό, αλλά από υποδούλωση στην πονηρή τους προαίρεση, έκαναν τόσα δεινά στους ανθρώπους.


*από: Γεροντικό “Μέγας Αντώνιος – Παραινέσεις περί ήθους και χρηστής πολιτείας”

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΕΛΩΝΙΣΜΟ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ


Οι δαίμονες πολεμούν το Μέγα Αντώνιο -
(λεπτομέρεια φορητής εικόνας). 

Κάποια μέρα, στις τρεις το απόγευμα, ο άγιος Αντώνιος ετοιμαζόταν να φάει. Καθώς σηκώθηκε να προσευχηθεί, ένιωσε τον εαυτό του ν' αρπάζεται νοερά.και το περίεργο είναι ότι, ενώ στεκόταν, έβλεπε την ψυχή του σαν να έχει βγει από το σώμα και να οδηγείται από κάποιους στον αέρα. Έπειτα έβλεπε άλλους, φοβερούς και μοχθηρούς, να στέκονται στον αέρα και να θέλουν να εμποδίσουν τη διάβασή του. Εκείνοι όμως πού τον οδηγούσαν αντιδικούσαν μ' αυτούς πού ζητούσαν λόγο, μήπως ήταν υπεύθυνοι απέναντί τους για κάτι. και ενώ ήθελαν να κάνουν έλεγχο της ζωής του από τον καιρό πού γεννήθηκε, οι οδηγοί του αγίου Αντώνιου τούς εμπόδιζαν, λέγοντας: ο Κύριος του έσβησε όλες τις αμαρτίες από τη γέννησή του. Μπορείτε να λογαριάσετε μόνο όσα έπραξε αφότου έγινε μοναχός και αφιερώθηκε ατό Θεό.

Τότε, επειδή τον κατηγορούσαν χωρίς να μπορούν ν' αποδείξουν τις κατηγορίες, ο δρόμος του έγινε ελεύθερος και ανεμπόδιστος. και αμέσως είδε την ψυχή του να επιστρέφει, κι ένιωσε να συνέρχεται και να γίνεται πάλι ο Αντώνιος, όπως ήταν πρώτα.

Ξέχασε τότε να φάει και πέρασε την υπόλοιπη μέρα κι όλη τη νύχτα με στεναγμούς και προσευχές. Έμενε εκστατικός, καθώς αναλογιζόταν με πόσους έχουμε να παλέψουμε και με τι κόπους πρέπει κανείς να περάσει την εναέρια διάβαση (ώσπου να φτάσει στον ουρανό). και σκεφτόταν ότι αυτό εννοούσε ο απόστολος Παύλος όταν έλεγε, «κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος» (Έφ. 2,2). 
Γιατί η εξουσία του εχθρού αυτή είναι να πολεμάει και να προσπαθεί να εμποδίσει όσους περνούν από τον εναέριο αυτό δρόμο. Συμβούλευε λοιπόν συνεχώς: 
«Φορέστε την πανοπλία του θεού, για να μπορέσετε ν΄ αντισταθείτε την πονηρή μέρα, ώστε να καταντροπιαστεί ο εχθρός, αφού δεν θα έχει να πει κανένα κακό εναντίον μας» (Έφ. 6,13).

Κάποτε άλλοτε, συζήτησε με μερικούς επισκέπτες για την πορεία της ψυχής και για τον τόπο πού της έχει ετοιμαστεί μετά τη ζωή αυτή.

Την ίδια νύχτα κάποιος τον προσκάλεσε από ψηλά και του είπε :
- Σήκω, Αντώνιε. Βγες έξω και δες.

Σαν βγήκε λοιπόν έξω - γιατί γνώριζε σε ποίους πρέπει να υπακούει - και σήκωσε το βλέμμα του, είδε κάποιον ψηλό, απαίσιο και φοβερό, να στέκεται όρθιος και να φτάνει μέχρι τα σύννεφα, και καθώς κάποιοι ανέβαιναν, λες και είχαν φτερά, εκείνος άπλωνε τα χέρια του και τούς εμπόδιζε να περάσουν. Μερικοί όμως με το πέταγμά τους τον ξεπερνούσαν και ανέβαιναν ανενόχλητοι.

Γι' αυτούς λοιπόν έτριζε τα δόντια του εκείνος ο ψηλός, ενώ χαιρόταν για όσους γκρεμίζονταν και αμέσως ακούστηκε μία φωνή να λέει στον Αντώνιο:
- Προσπάθησε να καταλάβεις αυτό πού βλέπεις.

Φωτίστηκε τότε ο νους του και κατάλαβε ότι το δράμα ήταν το πέρασμα των ψυχών στον ουρανό και ότι ο ψηλός εκείνος που στεκόταν ήταν ο διάολος, πού φθονεί τούς πιστούς. Αυτός κρατούσε και εμπόδιζε να περάσουν όσους ήταν δούλοι του, ενώ όσους δεν τον ακολούθησαν σ' αυτή τη ζωή δεν μπορούσε να τούς πιάσει, γιατί περνούσαν ψηλότερα απ' αυτόν.


ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, 
εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, 
ΩΡΩΠΟΣ, ΑΤΤΙΚΗ 2001



"Χριστέ μου, πού είσαι; Χριστέ μου, πού είσαι;"


"Γιατί δεν επεμβαίνει ο Θεός μέσα στην Ιστορία για να αποδώσει το δίκαιον;
Πού είναι ο Θεός;
Γιατί δεν βοήθησε αυτό το αεροπλάνο που έπεσε με τους 63 ανθρώπους;
Γιατί εκείνο, γιατί εκείνο…;
Γιατί αφήνει να πεθαίνουν παιδιά και να γίνονται σκέλεθρα τα παιδιά από την πείνα;
Γιατί δεν επεμβαίνει ο Θεός; "και λέγεται Θεοδικία, ως να καλείται σε δίκη ο Θεός, για αυτήν την κατάσταση της Ιστορίας. Γιατί δηλαδή ο Θεός δεν επεμβαίνει μέσα εις την Ιστορία.

Αυτό το πρόβλημα είναι ψευδοπρόβλημα, διότι αν μελετήσει κανείς καλύτερα το λόγο του Θεού, δεν υπάρχει το θέμα της Θεοδικίας, γιατί παρέδωσε στα χέρια μας ο Θεός τη διαχείριση του εαυτού μας και των κοινωνιών μας, και της Ιστορίας.
Ο Θεός αγαπητοί μου δεν είναι χωροφύλακας, να κάθεται απο πάνω και να λέει:
Α! Έλα εδώ, έλα εδώ... τι έκανες; τι έκανες; ΜΠΑΠ, Άρπα την!!!
Δεν είναι ο Θεός χωροφύλακας. Θυμηθείτε κάποιες παραβολές που φεύγει, παραδίδει λέγει τα τάλαντα ας πούμε και φεύγει.
Γυρίζει..., για να λογαριαστεί. Θα έρθει ο Κύριος, αλλά τώρα σε αφήνει διαχειριστή! Διαχειριστή της Ιστορίας!!!

Μην λοιπόν φορτώνουμε στον Θεό το γιατί δεν επεμβαίνει. Ο Θεός είναι πανταχού παρών, βλέπει τα πάντα, ξέρει τα πάντα, ξέρει και τους δικούς του.
Αλλά... αλλά δεν επεμβαίνει γιατί δεν είναι χωροφύλακας και ακόμη είναι εκείνο το φοβερό που λέει ο ψαλμωδός:
"Ινα τι ευοδούται ο ασεβής". Για πιο λόγο προκόβει ο ασεβής;
Ο ευσεβής όλο άρρωστος είναι, φτωχός είναι, τούτο, κείνο... Ενώ ο ασεβής; Προκόβει, έχει υγεία. Ξέρετε πόσα σημεία λέγεται αυτό εις την Παλαιά Διαθήκη και ιδίως εις τους ψαλμούς;

Γιατί λοιπόν ο Θεός δεν επεμβαίνει μέσα στην Ιστορία για να αποδώσει το δίκαιον;
"Ινα τι ευοδούται ο ασεβής;" Είναι ο πειρασμός της "απουσίας" του Θεού.
Τη λέξη απουσία τη βάζω εντός εισαγωγικών. Δεν απουσιάζει ο Θεός, έτσι εμείς το καταλαβαίνουμε ότι απουσιάζει ο Θεός.

Θα ήθελα να σας έλεγα ένα πολύ ωραίο παράδειγμα με τον Μέγα Αντώνιο:
Όταν πρωτοξεκίνησε να γίνει ασκητής είχε πάρα πολλούς πειρασμούς, φοβερούς πειρασμούς. Ήταν 18 χρονών παιδί και πήγε σε ενα τάφο, θολωτόν εννοείται, όπως ήταν την εποχή εκείνη πολλοί θολωτοί τάφοι, για να μείνει εκεί κάποιο καιρό.
Εκεί οι δαίμονες τον ετάραξαν. Μέχρι τον έδερναν, μέχρι τον εξεφόβιζαν με πολλούς τρόπους, με φωνές, με τούτα, με κείνα.
Ο Άγιος Αντώνιος έμενε σταθερός. Τον τρομοκρατούσαν για να γυρίσει πίσω.
Εκεί λοιπόν στον τάφο, που ηγωνίζετο και έτρωγε ξύλο και τα λοιπά, φώναζε: "Χριστέ μου, που είσαι; Χριστέ μου, που είσαι;"Ούτε φωνή ούτε ακρόασης. Πέρασαν αρκετές ημέρες και οι πειρασμοί πέρασαν.
Κάποια στιγμή λέγει:
- Χριστέ μου, που είσαι;
- Εδώ είμαι, Αντώνιε, ακούει μια φωνή, του Χριστού.
- Που ήσουν όταν σε φώναζα;
- Σε έβλεπα να αγωνίζεσαι.
Βλέπετε παρακαλώ; Αυτό το παράδειγμα του Μεγάλου Αντωνίου είναι εύγλωττη απάντηση στο πρόβλημα της Θεοδικίας!

Αρχιμ. Αθαν. Μυτιλιναίου (ομιλία)

Η ζωή μας κρέμεται σε μια κλωστή· σε κάθε μας βήμα κρίνεται η ζωή μας. Πόσοι και πόσοι ξύπνησαν και δεν νύχτωσαν; και άλλοι έπεσαν να κοιμηθούν και δεν ξύπνησαν;

Πολλά όνειρα κάμνουμε… και ξαφνικά έρχεται ο θάνατος και τα ματαιώνει όλα… Προσοχή! να μη φύγουμε από την πρόσκαιρη αυτή ζωή με ένοχο συνείδηση και λερωμένη ψυχή.

Η παρούσα μας ζωή ομοιάζει με όνειρο και ατμίδα, ενώ η άλλη, η αιώνια ζωή είναι ατελεύτητος.

Πάντοτε να ενθυμούμεθα, αγαπητοί, τον θάνατο και την κρίσι του Θεού, διά να αυξάνουμε τον φόβο του Θεού και να κλαίμε για τις αμαρτίες μας, διότι τα δάκρυα παρηγορούν την ψυχή του κλαίοντος.

Ως όνειρο παρέρχονται όλα τα γήινα και κανένα αυτού του κόσμου δεν μένει σταθερό και αναλλοίωτο! Προς τι λοιπόν να αγαπήσωμε τα προσωρινά και εφήμερα, από τα αιώνια και αεί διαμένοντα!

Ο θάνατος μας απειλεί ανά πάσαν στιγμήν, για να μας παραπέμψη εις τον άλλο κόσμο. Τι λοιπόν εναπομένει να κάνωμε εμείς; Τι άλλο παρά να ετοιμαζώμεθα να δώσωμεν καλή απολογία εις τον Θεό;…

Ας μνημονεύουμε το άδηλον της φοβέρας ώρας του θανάτου, ως και το τρομερό κριτήριο· διότι εις την φοβερά ώρα του θανάτου κανένας δεν μας βοηθά· ούτε πατέρας, ούτε μητέρα, ούτε αδελφοί, συγγενείς και γνωστοί, ει μη μόνον τα έργα τα καλά, που κάναμε για τον Θεό και την ψυχή μας.

Ας ενατενίζωμε τον Ιησούν και αυτόν μόνον να φροντίζωμε να αναπαύσωμε και χαροποιήσωμε, διότι εις Αυτόν θα πάμε να κριθούμε.


Ας ενθυμούμεθα τον θάνατο, διότι όλα τερματίζουν εις αυτό τον κόσμο, και μακάριος όποιος εσπούδασε την γνώσι των ουρανίων πραγμάτων…
Εις την ώρα την δυσκολωτάτη και πάνυ οδυνηρά του θανάτου ουδείς τότε υπάρχει ο βοηθών τον άνθρωπο, ει μη τα έργα του μόνον. Ουδείς κατ” αλήθεια, ει μη ο Θεός. Εάν Αυτόν θεραπεύσωμε θα έχωμε πανίσχυρο βοηθό και αντιλήπτορα εις τον δεινόν και επιθανάτιο χωρισμό ψυχής και σώματος ημών! Οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζομένη του σώματος; Έχομεν και εναέρια τελώνια, που παρεμποδίζουν τας ανερχομένας ψυχάς να ανέλθουν, παρουσιάζοντας τας πράξεις του βίου προς εμποδισμό της ανόδου αυτών.

Ο Αββάς Αγάθων έκλαιγε την ώρα του θανάτου και του λέγουν τα καλογέρια του· και εσύ κλαις Αββά; Πιστεύσατέ μου, τέκνα, εγώ μεν έβαλα την δύναμίν μου διά να αρέσω τω Θεώ, δεν ξέρω όμως αν άρεσε το έργον μου ενώπιον του Θεού!
Έκλαιγε και ο μέγας εν ασκηταίς Άγιος Αντώνιος. Και συ κλαις Αββά; Πιστεύσατέ μου, τέκνα, αφ” ότου έγινα μοναχός ο φόβος του θανάτου ουκ απέστι απ’ εμού. Ο κόσμος είναι μακράν της αληθείας· εργάζονται, κοιμώνται, περιοδεύουν θάλασσας, χωρίς να γνωρίζουν τι μέλλει γενέσθαι πέραν του τάφου! Ένα, βαθύ σκότος καλύπτει την αλήθεια, όπως το βαθύ σκότος αποκλείει το φως του ηλίου….
Εάν είναι σε πνευματική θεωρία ο άνθρωπος, και βάλη κατά διάνοια ότι είναι εις ένα θέατρο, και γλεντούνε και χορεύουνε, τότε θα καταλάβη την τεραστία τρέλλα και την αμυαλοσύνη των ανθρώπων, και των δαιμόνων το κατόρθωμα. 
Δύο διαφορετικοί τρόποι σκέψεως· οι άνθρωποι οι κοσμικοί σκέπτονται τα προ του τάφου, και εμείς σκεπτόμαστε τα μετά τον τάφο! αυτοί οι κοσμικοί σκέπτονται τα παρόντα· αυτά βλέπουν και αυτά πιστεύουν· αλλά το Ευαγγέλιο του Χριστού, η αποκάλυψις, έρριξε άπλετο φως εις τις ψυχές που θέλουν να σωθούν· τους άνοιξε νέο ορίζοντα της επιγνώσεως του αληθινού Θεού. «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφήναι εις ημάς»! 
Δίδεται δόξα απεριόριστος, ακατανόητος και ασύλληπτος εις εκείνους που θα βαδίσουν εις το φως του Χριστού!
Διά αυτό είμαστε αναπολόγητοι ενώπιον του Θεού, για τις μεγάλες ευεργεσίες Του, το να μας καλέση κλήσι αγία, και να μας δείξη τον δρόμο του φωτός και της αληθείας! Μέγα το έλεος του Θεού! ας μη το καταφρονήσωμε! ας το επεξεργασθούμε· ας σκεπτώμεθα νύκτα και ημέρα το θέμα της ψυχής μας, και το πώς να αγωνισθούμε. Η μελέτη του Θεού και η πρακτική αρετή φέρνουν τους ανθρώπους σύντομα κοντά εις τον Θεό….

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης (Αριζόνα)