.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Φώτης Κόντογλου: Η κ α κ ί α


Τελικά τίποτα δεν αλλάζει σε αυτόν τον κόσμο! Τόσα χρόνια πριν έγραφε ο κύρ Φώτης Κόντογλου:

Φαρμακερή νυχτερίδα που σκεπάζει τον κόσμο.

"Μέσα σε τούτη την κοιλάδα του κλαυθμώνος που ζούμε, ώρες ώρες φανερώνεται καθαρά στον άνθρωπο που ζει μέσα στην κοινωνία, η σκληρή όψη της και παγώνει η καρδιά του. 
Αυτή η σκληρή όψη της δείχνει πως ό,τι γίνεται ανάμεσα στους ανθρώπους έχει αιτία και σκοπό το συμφέρον και γι' αυτό και γι' αυτό βασιλεύει παντού η κακία. Τότε χάνει κανείς το θάρρος του, απογοητεύεται, ζαλίζεται και πέφτει σε μαλαγχολία.
Αχ! πουθενά δεν υπάρχει αγάπη. Όλα τάχει σκεπασμένα με τα μαύρα και φαρμακερά φτερά της η νυχτερίδα που λέγεται κακία. Σπίτια, μαγαζιά, δρόμοι, συγγένειες, φιλίες, αισθήματα, όλα είναι μολεμένα από την κακία. Δίκες, καυγάδες, έχθρητες, πείσμα, φθόνος. Κακία! Κακία! 
Απονιά ανάμεσα στους ανθρώπους, σκληρότητα, αδιαφορία του ενός για τον άλλον, κι ας λένε ολοένα πως είναι αδέρφια (...)
Αν κάνεις καλό στον άλλον, αν τον συμπονέσεις, στην αρχή θα σου φιλά τα χέρια και τα πόδια σου, δεν θα πιστεύει τα μάτια του και τ' αυτιά του για ό,τι του λες και ό,τι του κάνεις. 
Μα άμα συνηθίσει στην καλωσύνη σου, θα γίνει λυσσασμένος εχθρός σου, θα σε συκοφαντήσει, θα βρει αφορμή να σε κακολογήσει, τόσο που να αναρωτιέσαι αν θυσιάστηκες αληθινά γι' αυτόν ή αν είνια ψέμα. Μάλιστα, όσο τον ευεργετείς, τόσο τον ερεθίζεις καταπάνω σου. Φαίνεται πως η ανθρώπινη φύση δεν αντέχει στην πολλή καλωσύνη. Δεν αντέχει! (...)
...Και γω που τα γράφω, έχει καγεί η πέτσα μου από τέτοιους μικρόψυχους, όχι μια και δυο φορές, μα πολλές...
...Καθόμουνα μέσα σ' εκκλησιές παμπάλαιες, σε καιρό που φυσούσε η ογρή νοτιά, και πέφτανε ασβέστες από τις αρχαίες ζωγραφιές. Σε κοιμητήρια παρατημένα, μολυντήρια περπατούσανε απάνω στους αγίους, τρίζανε οι νεκρόκασσες από τη ζέστη. 
Ωστόσο, εκεί μέσα εγώ αναπαυόμουν, καθόμουν μακρυά από την κακία κι από τη δόξα, παρηγοριά εύρισκε το πνεύμα μου.
Συλλογιζόμουνα: Γιατί άραγε ο ήλιος λαμποκοπά ακόμη στον ουρανό και δεν μουρκίζεται σαν ένας βώλος καρβουνιασμένος, αφού η λάμψη του, που κάνει παράδεισο τούτον τον κόσμο, στάθηκε ανήμπορη να αλλάξει τον τυφλοπόντικα σε πλάσμα καλό κι ευτιχισμένο, α' ανοίξει τα μάτια του τα σφαλισμένα, ώστε να ζήσει μακάριος, περιζωσμένος από τόσες χάρες αμέτρητες;"
Αυτά και άλλα πολλά εξομολογείτο ο Κόντογλου μέσα από τα γραφτά του, μεταφέροντας την πίκρα του και τους προβληματισμούς του.

Ήταν ένα απόσπασμα μέσα από το βιβλίο του ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ, Εκδόσεις Παπαδημητρίου.

Αναρτήθηκε από ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ