.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετάνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΤΟ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Αδελφοί μου, θέλω να κλείσω τα μάτια· Μας περιμένουν μεγάλες συμφορές, όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τα Βαλκάνια και τον κόσμο ολόκληρο! 
Πουλήστε το πουκάμισό σας και αγοράστε Αποκάλυψη, να δείτε τι μέλλει να γίνει. 
Μέσα σ’ αυτή την οδύνη της ανθρωπότητος ο Κύριος ζητεί δάκρυα· τα δάκρυα της μετανοίας μας. Είμαι βέβαιος ότι, εάν εκατό-διακόσοι-χίλιοι άνθρωποι στην Ελλάδα θρηνήσουν τ’ αμαρτήματά τους, η Ελλάς θα δεί καλύτερες ημέρες…

Το δάκρυ της μετανοίας είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο…

Τέτοια δάκρυα ζητάει ο Θεός, αγαπητοί μου. Και δε’ θα μας δικάσει διότι αμαρτάνουμε· το αμαρτάνειν είναι ανθρώπινο· θα μας δικάσει διότι δεν μετανοούμε. 
Ωραιότερο πράγμα από τη μετάνοια δεν υπάρχει…»

(Mικρὀ ἀπόσπασμα ομιλίας Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου, 
Αγ. Παντελεήμονα Φλωρίνης 6-10-1974)

Συγκλονιστική συνομιλία του Ιησού Χριστού με τον διάβολο για έναν πόρνο Μονάχο



Κάποιος Μοναχός νικήθηκε από το πάθος της πορνείας και έκανε την αμαρτία καθημερινά., αλλά και καθημερινά ζητούσε έλεος από τον Κύριό του με δάκρυα και προσευχές. Ενεργώντας λοιπόν έτσι, τον ξεγελούσε η κακή συνήθεια, και έκανε την αμαρτία,έπειτα πάλι, μετά την αμαρτία, πήγαινε στην εκκλησία, και βλέποντας την ιερή και σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, έπεφτε μπροστά της με πικρά δάκρυα και έλεγε: «Σπλαχνίσου με, Κύριε, και πάρε από επάνω μου αυτόν τον ύπουλο πειρασμό, γιατί με ταλαιπωρεί φοβερά και με τραυματίζει με τις πικρές ηδονές. Δεν έχω πρόσωπο, Κύριε, να αντικρύσω και να δω την αγία εικόνα σου και την υπέρλαμπρη μορφή του προσώπου σου, ώστε να γλυκαθεί η καρδιά μου».

Τέτοια έλεγε, και όταν έβγαινε από την εκκλησία έπεφτε πάλι στον βούρκο. Όμως και πάλι δεν απελπιζόταν για τη σωτηρία του, αλλά από την αμαρτία ξαναγύριζε στην εκκλησία και έλεγε τα παρόμοια προς τον φιλάνθρωπο Κύριο και Θεό: «Εσένα, Κύριε, βάζω εγγυητή, ότι από εδώ και πέρα δεν θα ξανακάνω αυτή την αμαρτία· μόνο, αγαθέ, συγχώρησε μου όσες αμαρτίες σου έκανα από την αρχή μέχρι τώρα». Και αφού έδινε αυτές τις φοβερές υποσχέσεις, πάλι γύριζε στη βαριά αμαρτία του. Και έβλεπε κανείς τη γλυκύτατη φιλανθρωπία και την άπειρη αγαθότητα του Θεού να ανέχεται καθημερινά και να υπομένει την αδιόρθωτη και βαριά παράβαση και την αχαριστία του αδελφού και να θέλει από πολλή ευσπλαχνία τη μετάνοιά του και την οριστική επιστροφή του.

Γιατί αυτό δεν γινόταν για ένα, δύο ή τρία χρόνια, αλλά για δέκα και περισσότερο. Βλέπετε αδελφοί, την άμετρη ανοχή και την άπειρη φιλανθρωπία του Κυρίου; Πως κάθε φορά δείχνει μακροθυμία και καλοσύνη, υπομένοντας τις βαριές ανομίες και αμαρτίες μας; Γιατί αυτό που συγκλονίζει και προκαλεί θαυμασμό σχετικά με την πλούσια ευσπλαχνία του Θεού είναι ότι ο αδελφός, ενώ υποσχόταν και συμφωνούσε να μην ξανακάνει την αμαρτία, αποδεικνυόταν ψεύτης. Μια μέρα λοιπόν, καθώς γινόταν αυτό, ο αδερφός, αφού έκανε την αμαρτία, πήγε τρέχοντας στην εκκλησία, θρηνώντας και στενάζοντας και κλαίγοντας και βιάζοντας της ευσπλαχνία του αγαθού Θεού να τον λυπηθεί και να τον γλυτώσει από τον βούρκο της ασωτείας. Καθώς λοιπόν ο αδελφός παρακαλούσε τον φιλάνθρωπο Θεό, ο αρχέκακος διάβολος, η καταστροφή των ψυχών μας, είδε ότι τίποτε δεν κάνει, αλλά όσο αυτός έραβε με την αμαρτία, ο αδελφός τα ξήλωνε με τη μετάνοια. Με θράσος λοιπόν του παρουσιάστηκε φανερά και, στρέφοντας το πρόσωπο του προς τη σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κραύγαζε και έλεγε: «Τι θα γίνει μ’ εμάς τους δύο, Ιησού Χριστέ; Η άπειρη συμπάθειά σου με νικά και με ρίχνει κάτω, καθώς δέχεσαι αυτόν τον πόρνο, τον άσωτο, που κάθε μέρα σου λέει ψέματα και δεν λογαριάζει την εξουσία σου.

Γιατί λοιπόν δεν τον καις, αλλά μακροθυμείς και τον ανέχεσαι; Εσύ πρόκειται να δικάσεις του μοιχούς και τους πόρνους και να εξολοθρεύσεις όλους τους αμαρτωλούς. Πράγματι, δεν είσαι δίκαιος κριτής, αλλά όπου νομίσει η εξουσία σου, κρίνεις άδικα και παραβλέπεις. Εμένα, για τη μικρή παράβαση της υπερηφάνειας, με έριξες από τον ουρανό κάτω· και αυτός είναι ψεύτης και πόρνος και άσωτος, και επειδή πέφτει μπροστά σου, του χαρίζεις ατάραχος την ευμένειά σου. Γιατί λοιπόν σε λένε δίκαιο κριτή; Όπως βλέπω, και εσύ χαρίζεσαι σε πρόσωπα από την πολλή σου αγαθότητα και παραβλέπεις το δίκαιο». Και αυτά ο διάβολος τα έλεγε πνιγμένος από την πολλή πίκρα του και βγάζοντας φλόγες και καπνό από τα ρουθούνια του. Αφού τα είπε αυτά ο διάβολος, σώπασε· και αμέσως ακούστηκε μία φωνή σαν από το άγιο βήμα να λέει:

«Παμπόνηρε και ολέθριε δράκοντα, δεν χόρτασε η κακία σου που κατάπιες όλο τον κόσμο, αλλά και αυτόν που κατέφυγε στο άπειρο έλεος της ευσπλαχνίας μου πασχίζεις να τον αρπάξεις και να τον καταπιείς; Έχεις να παρουσιάσεις αμαρτήματα τόσα που να ζυγίζουν βαρύτερα από το πολύτιμο αίμα που έχυσα γι’ αυτόν επάνω στον σταυρό; Μάθε ότι η σταύρωση και ο θάνατος μου συγχώρησαν τις αμαρτίες του. Και εσύ βέβαια, όταν αυτός πηγαίνει στην αμαρτία, δεν τον διώχνεις, αλλά τον δέχεσαι με χαρά και δεν τον αποστρέφεσαι, ούτε τον εμποδίζεις, γιατί ελπίζεις να τον κερδίσεις. Εγώ λοπόν, που είμαι τέτοιος σπλαχνικός και φιλάνθρωπος, που έδωσα εντολή στον κορυφαίο μου απόστολο Πέτρο να συγχωρεί ως εβδομήντα φορές το επτά αυτόν που αμαρτάνει καθημερινά, άραγε δεν θα συγχωρήσω και δεν θα τον σπλαχνιστώ; Ναι, σου λέω· και επειδή καταφεύγει σ’ εμένα, δεν θα τον αποστραφώ, ώσπου να τον πάρω δικό μου· γιατί εγώ για τους αμαρτωλούς σταυρώθηκα και γι’ αυτούς άπλωσα τα άχραντα χέρια μου, έτσι ώστε όποιος θέλει να σωθεί, να καταφεύγει σ’ εμένα και σώζεται. Κανέναν δεν αποστρέφομαι ούτε διώχνω· ακόμη και μύριες φορές τη μέρα να αμαρτήσει κάποιος και μύριες φορές να έρθει σ’ εμένα, δεν θα φύγει λυπημένος. Γιατί δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους ενάρετους αλλά τους αμαρτωλούς». Μόλις ακούστηκαν αυτά τα λόγια, ο διάβολος έμεινε στη θέση του τρέμοντας, χωρίς να μπορεί να φύγει.
Και ακούστηκε πάλι η φωνή: « Άκουσε, απατεώνα, και σχετικά με αυτό που είπες, ότι δηλαδή είμαι άδικος. Γιατί εγώ είμαι δίκαιος σε όλους, και σε όποια κατάσταση βρω κάποιον, σύμφωνα με αυτή τον κρίνω. Δες, λοιπόν· αυτόν τον βρήκα τώρα σε μετάνοια και επιστροφή, πεσμένο μπροστά στα πόδια μου και νικητή σου. Θα τον πάρω λοιπόν και θα σώσω την ψυχή του, επειδή δεν απελπίστηκε για τη σωτηρία του. Και εσύ, βλέποντας την τιμή που του κάνω, να σουβλιστείς από τον φθόνο σου και να καταντροπιαστείς». Και όπως ήταν ο αδελφός πεσμένος μπρούμυτα και θρηνούσε, παρέδωσε την ψυχή του· και αμέσως ήρθε οργή μεγάλη σαν φωτιά και έπεσε επάνω στον σατανά και τον κατέκαιγε. Από αυτό λοιπόν ας μάθουμε, αδελφοί, την άμετρη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Θεού και πόσο καλό Κύριο έχουμε, και ποτέ να μην απελπιστούμε ή να αμελήσουμε τη σωτηρία μας.

Κάποιος άλλος πάλι που μετανόησε μετά την αμαρτία αποσύρθηκε στην ησυχία· συνέβη όμως τότε να χτυπήσει σε πέτρα και να πληγωθεί στο πόδι, και τόσο αίμα να τρέξει από την πληγή, ώστε να ξεψυχήσει από τον αιμοραγία. Ήρθαν λοιπόν οι δαίμονες θέλοντας να πάρουν την ψυχή του· και τους λένε οι άγγελοι: «Κοιτάξτε στην πέτρα και δείτε το αίμα του που έχυσε για τον Κύριο». Και με αυτό που είπαν οι άγγελοι, αφέθηκε ελεύθερη η ψυχή. Σε κάποιον αδερφό που έπεσε σε αμαρτία, παρουσιάστηκε ο σατανάς και είπε: «Δεν είσαι χριστιανός». Ο αδελφός του αποκρίθηκε: «όποιος και να είμαι, πάντως είμαι καλύτερός σου». Ο σατανάς είπε πάλι: «Σου λέω, θα πας στην κόλαση».

Και ο αδελφός του απάντησε: «Δεν είσαι εσύ κριτής μου ούτε ο Θεός μου». Έτσι ο σατανάς έφυγε άπρακτος, ενώ ο αδελφός έδειξε ειλικρινή μετάνοια στον Θεό και έγινε άξιος. Ένας αδελφός που είχε κυριευθεί από λύπη, ρώτησε κάποιον γέροντα: «Τι να κάνω; Οι λογισμοί μου λένε ότι άδικα απαρνήθηκα τον κόσμο και ότι δεν μπορώ να σωθώ». Και ο γέροντας αποκρίθηκε: «Ακόμη και αν δεν μπορούμε να μπούμε στη Γη της επαγγελίας, μας συμφέρει να αφήσουμε τα κόκκαλα μας στην έρημο παρά να γυρίσουμε πίσω στη Αίγυπτο». Άλλος αδελφός ρώτησε τον ίδιο γέροντα: «Πάτερ, τι εννοεί ο προφήτης όταν λέει: ‘‘ Δεν υπάρχει γι’ αυτό σωτηρία από τον Θεό του’’;» και ο γέροντας είπε: «Εννοεί τους λογισμούς της απελπισίας που σπέρνονται από τους δαίμονες σε αυτόν που αμάρτησε και του λένε·

‘‘Δεν υπάρχει πια για σένα σωτηρία από τον Θεό’’, και προσπαθούν να τον γκρεμίσουν στην απελπισία. Αυτούς πρέπει κανείς να τους αντιμάχεται λέγοντας· ‘‘ Καταφύγιό μου είναι ο Κύριος, και αυτός θα ελευθερώσει από την παγίδα τα πόδια μου’’». Κάποιος από τους πατέρες διηγήθηκε ότι στην Θεσσαλονίκη υπήρχε ένα ασκητήριο παρθένων. Μία από αυτές, από ενέργεια του κοινού εχθρού, έφυγε από το μοναστήρι και έπεσε σε πορνεία, και έμεινε στο πάθος αυτό αρκετό καιρό. Κάποτε όμως, με τη βοήθεια του φιλάνθρωπου Θεού, μετανόησε και γύρισε στο κοινόβιό της. Και φτάνοντας μπροστά στην πύλη, έπεσε νεκρή. Ο θάνατός της αποκαλύφθηκε σε κάποιον άγιο, ο οποίος είδε τους αγίους αγγέλους που ήρθαν να πάρουν την ψυχή της, και δαίμονες που τους ακολουθούσαν.

Στον διάλογο που έγινε μεταξύ τους, οι άγιοι άγγελοι έλεγαν ότι γύρισε με μετάνοια. Οι δαίμονες πάλι αντέλεγαν: «Τόσο καιρό είναι υποδουλωμένη σ’ εμάς και είναι δική μας· άλλωστε δεν πρόλαβε ούτε να μπει στο κοινόβιο, και πώς λέτε ότι μετανόησε;» και είπαν οι άγγελοι: «Από τη στιγμή που είδε ο Θεός την πρόθεσή της να έχει κλίση στον σκοπό αυτό, δέχτηκε τη μετάνοιά της· και η μετάνοια βέβαια ήταν στην εξουσία της, λόγω του σκοπού που έβαλε, η ζωή της όμως ήταν στην εξουσία του Κυρίου του σύμπαντος». Με τα λόγια αυτά ντροπιάστηκαν οι δαίμονες και έφυγαν. Και αυτός που είδε την αποκάλυψη, τη διηγήθηκε στους παρόντες.

Ο αββάς Αλώνιος είπε ότι, αν θέλει ο άθνρωπος, μπορεί από το πρωί ως το βράδι να φτάσει σε θεία μέτρα. Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Μωυσή: «Έστω ότι κάποιος δέρνει τον δούλο του για κάποιο σφάλμα που έκανε· τι θα πει ο δούλος;». Αποκρίθηκε ο γέροντας: «Αν είναι δούλος καλός, θα πει· ‘‘Σπλαχνίσου με έσφαλα’’». «Δεν λέει τίποτε άλλο;» ξαναρώτησε ο αδελφός. «Τίποτε», απάντησε ο γέροντας· «γιατί από τη στιγμή που θα αναγνωρίσει το σφάλμα του και θα πει ότι έσφαλε, αμέσως τον σπλαχνίζεται ο κύριος του». Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα: «Αν πέσω σε αξιοδάκρυτο παράπτωμα, με κατατρώει ο λογισμός μου και με κατηγορεί που έπεσα».

Ο γέροντας απάντησε: «Αν, την ώρα που άνθρωπος πέσει σε σφάλμα, πει ‘‘αμάρτησα’’, αμέσως παύει ο λογισμός». Κάποιας νέας, που λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οι γονείς και έμεινε ορφανή. Αυτή τότε μετέτρεψε το σπίτι της σε ξενώνα των πατέρων της Σκήτης και για πολύ καιρό τους δεχόταν και τους φιλοξενούσε. Όταν όμως ξόδεψε όσα είχε, άρχισε να στερείται.

Την πλησίασαν τότε άνθρωποι διεστραμμένοι και την έβγαλαν από τον καλό δρόμο. Και ζούσε πλέον αμαρτωλά,. Έτσι που κατάντησε και στην πορνεία. Όταν το έμαθαν οι πατέρες, λυπήθηκαν πάρα πολύ και κάλεσαν τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό και του είπαν: «Ακούσαμε για την τάδε αδελφή ότι ζει στην αμαρτία. Αυτή, όταν μπορούσε, είχε δείξει αγάπη σ’ εμάς· ας τη βοηθήσουμε και εμείς τώρα, όπως μπορούμε. Κάνε λοιπόν τον κόπο να πας σε αυτήν και με σοφία που σου έδωσε ο Θεός, φρόντισε για τη διόρθωση της».

Πήγε λοιπόν ο γέροντας σε αυτήν, και είπε στη γριά που φύλαγε στην πόρτα: «Πες στην κυρία σου ότι ήρθα». Εκείνη τον έδιωξε λέγοντας: «Εσείς παλιά της τα φάγατε όλα και τώρα είναι φτωχή». Ο γέροντας επέμενε: «Πες της, και θα δει πολύ καλό από εμένα». Ανέβηκε λοιπόν η γριά και ανέφερε στη νέα για τον γέροντα. Ακούγοντας την εκείνη είπε: «Αυτοί οι μοναχοί όλο γυρίζουν κατά την Ερυθρά Θάλασσα και βρίσκουν μαργαριτάρια». Στολίστηκε λοιπόν, κάθισε στο κρεβάτι και είπε στη θυρωρό: «Φέρε τον εδώ». Όταν μπήκε ο αββάς Ιωάννης, κάθισε κοντά της και, κοιτώντας την στο πρόσωπο, της είπε: «Τι σε έκανε να απορρίψεις τον Ιησού, ώστε να φτάσεις σε αυτή την κατάσταση;» Αυτή, ακούγοντας τα λόγια του, πάγωσε· και ο γέροντας, σκύβοντας το κεφάλι, άρχισε να κλαίει πικρά. «Αββά, γιατί κλαις;» τον ρώτησε. Αυτός σήκωσε λίγο το κεφάλι του, και σκύβοντας πάλι είπε: «Βλέπω τον σατανά να χορεύει στο πρόσωπο σου, και πως να μην κλάψω;» «Υπάρχει μετάνοια, αββά;» ρώτησε η κόρη. «Ναι», της είπε ο γέροντας. Και εκείνη πρόσθεσε: «Πάρε με, όπου νομίζεις». «Πάμε», είπε ο γέροντας, και αυτή αμέσως σηκώθηκε να τον ακολουθήσει. Ο γέροντας παρατήρησε ότι δεν άφησε καμιά παραγγελία για το σπίτι της και θαύμασε. Κοντεύοντας στην έρημο, τους πρόλαβε το βράδυ. Και ο γέροντας της ετοίμασε ένα μικρό προσκέφαλο, το σταύρωσε και της είπε να κοιμηθεί εκεί.

Έκανε έπειτα και για τον εαυτό του πιο πέρα και αφού τελείωσε τις προσευχές του πλάγιασε και αυτός. Τα μεσάνυχτα ξύπνησε και βλέπει κάτι σαν δρόμο από φως να ξεκινά από αυτήν και να καταλήγει στον ουρανό, και είδε τους αγγέλους του Θεού να ανεβάζουν την ψυχή της. Σηκώθηκε, πλησίασε και τη σκούντηξε με το πόδι. Όταν κατάλαβε ότι ήταν νεκρή, γονάτισε με το πρόσωπο στη γη και παρακαλούσε τον Θεό. Και άκουσε μια φωνή να του λέει ότι η μία ώρα της μετανοίας της έγινε δεκτή περισσότερο από τη μετάνοια πολλών άλλων, που διαρκεί πολύν καιρό αλλά δεν έχει θέρμη.

Μετάνοια σημαίνει ...

Μετάνοια σημαίνει ανανέωση του βαπτίσματος, συμφωνία με τον Θεό για νέα ζωή.

Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωση με τον Κύριο, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματά μας.

Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως και θεληματική υπομονή όλων των θλιβερών πραγμάτων.

Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης

Πως θα γίνουμε αληθινοι Χριστιανοί

Λοιπὸν πρέπει νὰ προετοιμάσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι εἶνε καὶ ἐκ Θεοῦ γεγραμμένα αὐτὰ νὰ συμβοῦν, διότι πέσαμε σὲ μιὰ ἀδράνεια ὅλοι μας. Περάσαμε σὲ μιὰ κατάστασι χλιαρότητος, εἴμεθα χλιαροὶ Χριστιανοί, δὲν εἴμεθα θερμοὶ καὶ ζωντανοὶ Χριστιανοί. Λέμε λέμε λέμε, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἔργα, δὲν ἔχομεν ἀρετάς, ὁποίας εἶχαν οἱ ἅγιοι. Ὀρθῶς ἐλέχθη, ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶνε δένδρο τὸ ὁποῖο ἐφύτευσε ὁ Θεός, ἐφύτευσε ἡ ἁγία Tριάδα· καὶ πᾶν δένδρον τὸ ὁποῖο φυτεύει ὁ Θεὸς δὲν ξερριζώνεται. Θὰ προσπαθήση βέβαια ἡ ἀθεΐα νὰ τὸ ξερριζώσῃ τὸ δένδρο αὐτό, θὰ καταβάλῃ μεγάλη προσπάθεια, ἀλλὰ παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας των δὲν θὰ ξερριζωθῇ τὸ δένδρο αὐτό. Ἐμεῖς βέβαια οἱ Χριστιανοί, ποὺ ἀνήκομεν στὸ δένδρο αὐτό, παρουσιάζουμε μία ξηρότητα, ἔχομε πολλὰ ξηράδια· καὶ ἔχομεν ἀνάγκη κλαδέματος, πρέπει νὰ τὸ ὑποστοῦμε. Ὅπως εἶπα καὶ ἄλλοτε, σήμερα τὸ δένδρο τῆς χριστιανοσύνης παρουσιάζεται μαραμένο, καὶ ἔχει ἀνάγκη ζωογονήσεως. Tὸ δένδρο τὸ φυσικό, γιὰ νὰ ζωογονηθῇ, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πότισμα καὶ κλάδεμα. Tὸ δένδρο τῆς χριστιανοσύνης, γιὰ νὰ ζωντανέψῃ, νὰ βγάλῃ ἀνθοὺς καρποὺς καὶ φύλλα, ἔχει ἀνάγκη δύο πραγμάτων· ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν μετανοούντων, ὅλων τῶν μετανοούντων, καὶ ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν μαρτύρων.

Δάκρυα μετανοούντων καὶ αἵματα μαρτύρων

Ἐὰν λοιπὸν δὲν εἶνε θέλημά του νὰ μᾶς ζητήσῃ ὁ Θεὸς τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων, πάντως καὶ τὸ δάκρυ αἷμα εἶνε. Ἐφ’ ὅσον εἴμεθα στὸ δένδρον αὐτό, τοὐλάχιστον νὰ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἔχωμε τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας. Τότε θὰ ξαναζωντανέψῃ τὸ δένδρο αὐτό, τότε καὶ αὐτὴ ἡ ἀδελφότης θὰ ζωντανέψῃ.

Ἔτσι περνοῦμε τὴν ζωήν μας, «ἐν ματαιότητι» ποὺ λέει καὶ ἡ εὐχή. Δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ μαζευώμεθα ἐδῶ, δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ ψάλλωμε. Δὲν πρόκειται νὰ περνοῦμε ἔτσι, τραλαλὰ τραλαλὰ τραλαλά, ἀλλὰ εἶνε ἀνάγκη νὰ δημιουργήσωμε μιὰ νέα κατάστασι, ἑνὸς ζωντανοῦ χριστιανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν δακρύων τῆς μετανοίας καὶ διὰ τῶν αἱμάτων τοῦ μαρτυρίου. Αὐτὰ τὰ δύο πρέπει νὰ προσέξουμε, γιὰ νὰ φθάσωμε στὸν Κύριο.

Aπο το βιβλίο Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
«ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ», εκδοση Β΄, 2008, σελ. 52
Πως θα γινουμε ζωντανοι Χριστιανοι

''Ποτέ δέν είναι ἀργά γιά ἕνα νέο ξεκίνημα..''

Ὁ Γέροντας μοῦ μιλοῦσε, ὄχι γιά κάποια ἀποσπασματική καλή μας προσπάθεια, ἀλλὰ γιὰ ἕνα ἀποφασιστικό, ὁριστικὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν παλιὰ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας στὴν καινούργια ζωὴ τῆς ἁγιότητας, κατὰ τὴν ὁποία ἐμεῖς ζοῦμε ἐν Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν ἡμῖν ...καί γι’ αὐτό τό πέρασμα χρειαζόταν νά δώσουμε ὅλες μας τίς δυνάμεις. 

Μιὰ φορὰ μὲ ρώτησε: ” Δὲ μοῦ λές, γιὰ νὰ σπουδάσει κανεὶς δικηγόρος, πόσα χρόνια χρειάζονται;”. Τοῦ ἀπάντησα. Μὲ ξαναρώτησε: “Γιὰ νὰ σπουδάσει χημικός, μηχανικός, γιατρός, πόσα χρόνια χρειάζονται;”

Τοῦ ἀπάντησα ἀναλόγως, ἀπορώντας γιὰ τὴ φύση τῶν ἐρωτήσεών του. 

Κι ὁ Γέροντας κατέληξε: “Ἐμεῖς, γιὰ νὰ σπουδάσουμε, γιὰ νὰ μάθουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόσουμε;”. 

Κατάλαβα τί ἐννοοῦσε καί ντράπηκα νά τοῦ ἀπαντήσω.

Τί νὰ τοῦ πῶ; Ὅτι οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ μᾶς τοὺς πιστοὺς εἴμαστε ράθυμοι, χλιαροί, “ἐρασιτέχνες χριστιανοί”; Τὸ ἤξερε... 

Καὶ μοῦ τὸ εἶπε: “Δὲν γίνεται κανεὶς χριστιανὸς μὲ τὴν τεμπελιά. Χρειάζεται δουλειά, πολλὴ δουλειά”. Ὁ ἴδιος ἦταν ὑπόδειγμα, χωρὶς νὰ αὐτοπροβάλλεται. 

Εἶχε ἀφιερώσει μὲ ζῆλο, ὅλα τὰ χρόνια τῆς μακρᾶς ζωῆς του στὸ νὰ σπουδάζει καὶ νὰ ζεὶ τὸν Χριστό. Ἦταν ἐργατικός, σωματικὰ καὶ πνευματικά, καὶ ἤθελε νὰ μεταδώσει τὴν φιλεργία καὶ στοὺς ἄλλους.

Πίστευε ὅτι ἡ ἀργία ὁδηγεῖ στὴν ἀκηδία καὶ αὐτὴ σὲ πολλὲς ἀρρώστιες, ψυχικὲς καὶ σωματικές.

Συνιστοῦσε τὴν ἐργασιοθεραπεία. Ἰδιαίτερα σὲ ὅσους εἶχαν ἀποδιοργανωθεῖ καὶ ἀπελπισθεῖ.

Γιὰ τὸν Γέροντα, ποτὲ δὲν ἦταν ἀργὰ γιὰ ἕνα νέο ξεκίνημα. 

Θεωροῦσε μάλιστα τὴν διάψευση τῶν κοσμικῶν ἐλπίδων καὶ τὴ συντριβὴ τοῦ ἐγωισμοῦ σὰν τὴν καλύτερη προϋπόθεση γι’ αὐτὸ τὸ ξεκίνημα. Ἤθελε γιὰ ὅλους μας νὰ βροῦμε κάποιο δρόμο. 

Ἂν δέν μποροῦμε νά κάνουμε κάτι ἀπό ἐδῶ, ἂς ἀρχίσουμε ἀπό ἀλλοῦ. 

Τὸ σημαντικότερο ἦταν νὰ ἀρχίσουμε. Νὰ μὴ μένουμε ἀργοί...

“Ἂν δὲν μπορεῖς μ’ αὐτό, ἀρχίνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ ἡ φόρα ποὺ θὰ πάρεις θὰ σὲ κινητοποιήσει καὶ στὰ ἄλλα”. 

“Ὅλα ἀλλάζουν μὲ τὸν κόπο, καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Μὴν ἀφήνεις τὴν εὐχή. ”

Ἁπλά, ἀβίαστα, παρακάλα θερμὰ γιὰ ὅλους. Θὰ τοὺς ὠφελεῖς μὲ τὴν προσευχὴ, ὄχι μὲ λόγια. Ἂν σὲ ρωτήσουν, πὲς ταπεινά: ‘Έτσι σκέπτομαι. Πάλι, ὅπως νομίζετε... ”

‘Ἀπό τό βιβλίο: Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου

"Είναι καιρός να αρχίσουμε να ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο"!



Έχουμε μάθει: Να αναβουμε κεριά και κάνουμε αμβλώσεις. Να αγιάζουμε τα σπίτια μας και να καταστρέφουμε τις οικογένειές μας. Να χτίσουμε εκκλησίες και να ζούμε σε πορνεία. 
Να φτιάχνουμε εικόνες και να παραμένουμε κουφοι στην ατυχία κάποιου άλλου. 
Να πηγαίνουμε στους ναούς και να τυραννάμε το σπίτι μας.
Πόσο καιρό θα συνεχιστεί αυτό;
Υπάρχει διέξοδος; Φυσικά!
Είναι καιρός να σταματήσουμε να ζούμε "σύμφωνα με τη συνείδηση", πρέπει να αρχίσουμε να ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, γιατί αποδείχθηκε ότι η συνείδησή μας είναι τελείως αδύνατη για να βασιστούμε σε αυτή. Ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να πιστεύουμε "στην ψυχή με τον δικό μας τρόπο". Θα πέσουμε σε πλάνες.

Γέροντας Ιωνάς της Οδησσού

Ο ήλιος υπάρχει ακόμη και στην συννεφιά

Το ότι κάναμε ένα λάθος, αστοχήσαμε και αμαρτήσαμε δεν σημαίνει ότι ο Θεός έπαψε να μας αγαπάει ή ότι έφυγε από κοντά μας. Εάν κάποιες ώρες ή μέρες ο ουρανός συννεφιάζει σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο ήλιος δεν υπάρχει. Εκεί είναι πίσωαπό τα σύννεφα. Θα εμφανιστεί και πάλι. 
Ο Θεός είναι αγάπη, φως, χαρά και είναι μέσα μας. Ότι κι αν κάναμε, όσο κι πέσαμε ή αμαρτήσαμε, δεν παύει να είμαστε εικόνες δικές Του. Έχουμε μέσα μας την πνοή του. Δεν φεύγει ο Θεός από εμάς, εμείς αποσυντονιζόμαστε. Εκείνος είναι πάντα εκεί, ακόμη και όταν δεν τον νιώθουμε, ακόμη στις πιο μεγάλες αποτυχίες μας. Το γεγονός ότι έχει σύννεφα δεν σημαίνει ότι ο ήλιος έφυγε….

Καί ἄν ἀκόμη...

«Καί ἄν ἀκόμη ζήσουμε σ΄ αὐτό τό βίο χίλια χρόνια, δέν θά μπορέσουμε ποτέ νά φθάσουμε τήν τελειότητά της, ἀλλά ὀφείλουμε νά ἀγωνιζόμαστε πάντοτε καθημερινά μέσα σ΄ αὐτή, σάν νά βάζουμε ἀρχή».

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος Λόγος 5, 84

Πεθαίνοντας στην μετάνοια

'Οταν ο άνθρωπος πεθάνει εν μετανοία και οδεύει προς τον Παράδεισο, τότε είναι σαν να βρίσκεται μέσα σ' ένα λεωφορείο και απ' έξω τα σκυλιά (=τελώνια) τρέχουν και γαυγίζουν, χωρίς να τον ενοχλούν στο ταξίδι του, αλλά ούτε και να τον καθυστερούν.

Άγιος Παΐσιος

«Τίποτε δεν υπάρχει ίσο ή ανώτερο από τους οικτιρμούς του Θεού. Γι’ αυτό όποιος απελπίζεται, σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του» (λόγ. ε΄, 23)

Υπάρχει συμφωνία σε όλους τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας που βασίζονται στην Αγία Γραφή, ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στον κόσμο από την απελπισία. Την θεωρούν απείρως χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία. Κι ο Πονηρός ακόμη δεν χαίρεται τόσο όταν βλέπει τον άνθρωπο να αμαρτάνει, όσο όταν απελπίζεται. Γιατί στην αμαρτία υπάρχει διέξοδος: η μετάνοια. Όταν μετανοείς, από την κόλαση πας στον ουρανό. Σαν τον άσωτο της γνωστής παραβολής: από τον άδη της ασωτείας βρέθηκε στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Γιατί ακριβώς μετάνιωσε.

Γιατί πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Η απελπισία όμως είναι ήδη ένας θάνατος, είναι μία αυτοκτονία, γιατί στην ουσία ο άνθρωπος σταματάει να υψώνει το βλέμμα του στον ουρανό. Μένει προσκολλημένος στον εαυτό του, στις ανύπαρκτες δυνάμεις του, στις πτώσεις του. Σαν τον χοίρο που κυλιέται στη λάσπη. Ο άγιος Ιωάννης το αναφέρει ωμά: «όποιος απελπίζεται, σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του»!

Τι κρύβεται πίσω από την απελπισία; Γιατί ταυτίζεται με την ίδια την απιστία και τη βλασφημία επομένως του αγίου Πνεύματος – τη μόνη αμαρτία κατά τον Κύριο που δεν μπορεί ποτέ να συγχωρηθεί;

Κρύβεται η έλλειψη πίστης στην αγάπη του Θεού. Ο απελπισμένος έχει διαγράψει τον Θεό και την άπειρη αγάπη Του από τη ζωή του. Έχει διαγράψει συνεπώς τον Ιησού Χριστό και το όλο απολυτρωτικό έργο Του επί της γης. Κι αυτό γιατί έχει πιστέψει ότι η αμαρτία ή οι αμαρτίες του, οι θλίψεις κι οι δοκιμασίες του είναι υπεράνω αυτής της αγάπης. 
Μα τι μπορεί να υπερβεί τον Θεό ή να θεωρηθεί ίσο προς την αγάπη Του; Απολύτως τίποτε. Έπεσες λοιπόν; Αμάρτησες; Ρίξε τον πληγωμένο εαυτό σου στα χέρια του μεγάλου Ιατρού. Θα σε θεραπεύσει αμέσως. Νιώθεις ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες σ’ έχουν καταβάλει ή ότι οι αδικίες σε έχουν πνίξει; Κοίτα τον Κύριο. Όλα αυτά, σου λέει, είναι συμμετοχή στο Πάθος Του. Μαζί τα περνάτε. Γι’ αυτό και δεν θα σε αφήσει να δοκιμαστείς παραπάνω από όσο αντέχεις. Και βεβαίως μη ξεχνάς το σημαντικότερο: Το Πάθος έχει και την άλλη όψη Του κι εκβάλλει πάντοτε σ’ αυτήν: την Ανάσταση!

«Όλες οι αμαρτίες του κόσμου, όλων των εποχών, είναι σαν μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος. Τι μπορεί να κάνει η σπίθα στο πέλαγος; Έτσι, κι απείρως περισσότερο, είναι οι αμαρτίες του ανθρώπου μπροστά στο πέλαγος της αγάπης του Θεού» (ιερός Χρυσόστομος).

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

«Πῶς ξεπλερώνεται ὁ Θεός;»

Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον, ἀσώτως τὸν ἐμόν, κατηνάλωσα βίον, εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον, ἀφορῶν τοῦ ἐλέους Σου. Νῦν πτωχεύουσαν, μὴ ὑπερίδῃς καρδίαν· σοὶ γὰρ Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω. Ἥμαρτον, σῶσόν με.

Ο Άγιος Συμεών o Νέος Θεολόγος μας λέει πώς στην παραβολή του Ασώτου κρύβεται και προτυπώνεται το μέγα μυστήριο της Μετανοίας Εξομολόγησης στα τρία στάδια του: την εξομολόγηση, την συντριβή και την ικανοποίηση. 

Στο " Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου", τυπώνεται η εξομολόγηση. 

Στο "ουκ ειμι άξιος κληθήναι υιός σου" η συντριβή. 

Στο "ποίησον με ως ένα των μισθίων σου", η ανάγκη κάποιου πνευματικού επιτιμίου, κάποιας εργασίας για να ικανοποιηθεί η συντριβή του ανθρώπου.

Αυτά βέβαια είναι για τους ταπεινούς ανθρώπους τους ίσιους, τους γνήσιους. Aυτοί δεν βλέπουν τα επιτίμια ως τιμωρία ή εξουδένωση αλλά ως ευκαιρία, ως δικαιοσύνη, ως όχημα επανένταξης, συμφιλίωσης με τον Πατέρα.

Αυτοί δεν έχουν εγωϊστικό θέλημα και νιώθουν τον εαυτό τους σκουπίδι μπροστά στον Άγιο Θεό, ακόμα και μετά την καθαρή εξομολόγηση τους και διψούν για την ισόβια μετάνοια. Γιατί η μετάνοια είναι ο αέρας και το περιβάλλον που ανασαίνει ο άνθρωπος του Θεού. 

Και αν ακόμα ο Θεός Πατέρας τους δέχεται σαν υιούς Του, χωρίς τιμωρίες και μακριά από κάθε έννοια ποινής (δεν έχει ποινολόγιο ο Θεός), αυτοί τόσο περισσότερο ταπεινώνονται και πλαντάζει η ψυχή τους και σμικραίνει το είναι τους ενώπιον τέτοιας Πατρικής Αγάπης και συντρίβονται σαν το αλαβάστρινο μύρο της πόρνης και χύνεται το πολυτίμητον μύρον της ταπείνωσης τους παντού...

Στην ορθοδοξία οι μεγαλύτεροι διδάσκαλοι και πνευματικοί, πατέρες και μητέρες, στάθηκαν συχνά οι πρώην μεγάλοι αμαρτωλοί. Οι αρχιβοσκοί των χοίρων έγιναν ποιμένες των αδελφών τους και των παιδιών του Θεού.

Γράφει για έναν τέτοιο άγιο, έναν ληστή , ο μακαρίτης Βασ. Μουστάκης:

Ὁ πάτερ Σάββας δὲν καθότανε σὲ µοναστῆρι, παρὰ σὲ µία βραχότρυπα. Ἤτανε βαθύγερος καὶ διαβόητος πνευµατικός. Ἤξερε, ἀνάλογα µὲ τὴν ψυχὴ ποὺ ἐρχότανε σ’ αὐτόν, νὰ φέρνεται. Ἄλλοτε ἔβαζε βαριούς κανόνες, γιατί ἔβλεπε πὼς τοὺς ἄντεχε ὁ ἁµαρτωλός. Κι ἄλλοτε διάβαζε µονάχα τὴν εὐχὴ κι ὕστερα σιγὰ - σιγὰ ἔβαζε νηστεῖες καὶ µετάνοιες κι ἀγρυπνίες. 

Κάποια φορά ἕνας φοβερὸς ληστὴς εἶχε πάει σ’ αὐτὸν νὰ ξοµολογηθεῖ. 

«Βαρέθηκα, τοῦ εἶπε, νὰ σκοτώνω. Λέω νὰ σώσω τὴν ψυχή µου. Ἂν θέλεις διάβασέ µου τὴν εὐχή, ἀλλά κανόνα µὴ µοῦ βάζεις, γιατί δὲν βαστάω τέτοια». Ὁ πάτερ Σάββας τὸν κοίταξε µὲ ἱλαρή µατιὰ καὶ τοῦ ἀποκρίθηκε:

«Ἕνα κανόνα σοῦ βάζω. Νά µήν ξαναβλάψεις ἄνθρωπο». 

Ὁ ληστής ἀπόρεσε: «Καλά, αὐτό τ’ ἀποφάσισα», εἶπε. 

«Ἔ, αὐτό φτάνει». «Καί τίποτε ἄλλο;» 

«Τίποτε ἄλλο. Ἂν θέλεις, νηστεύεις µονάχα Τετράδη καὶ Παρασκευή. Καὶ νὰ λὲς ποῦ καὶ ποῦ: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν µε τὸν ἁµαρτωλόν».

Βουρκώσανε τὰ µάτια τ’ ἀνθρώπου. Ὕστερα ἀπὸ κάµποσες µέρες ξανᾶρθε. «Γέροντα— λέει— αὐτα ποὺ µοὖπες τὰ κάνω. Θέλω καὶ κανέναν ἄλλο κανόνα». Ὁ πάτερ Σάββας τότε τοῦ λέει: «Ἂν βαστᾶς, νήστευε καὶ τὴ Δευτέρα. Κάνε καὶ σαράντα µετάνοιες κάθε βράδι πρὶν πλαγιάσεις..». 

Ὕστερα ἀπὸ κάµποσες µέρες ἦρθε πάλι στὸν γέροντα ὁ ληστής. «Λέω νὰ νηστεύω καὶ τὴν Τρίτη καὶ τὴν Πέµπτη. Καὶ νὰ πουλήσω ὅλα µου τὰ ὑπάρχοντα καὶ νὰ καθίσω ἐδῶ γιὰ πάντα». 

Καί πρόσθεσε µέ λυγµούς. «Πῶς ξεπλερώνεται ὁ Θεός;»

Ἡ καρδιά του εἶχε µαλακώσει ὁλότελα...


π. Παντελεήμων

Σκοτάδι εἶναι τό κακό. Θάνατος εἶναι....



Σκοτάδι εἶναι τό κακό. Θάνατος εἶναι. Νύχτα εἶναι. Μιά κατάσταση τόσο κακή, πού μᾶς κάνει καί δέν βλέπουμε, ἐκεῖνα πού θά ἔπρεπε νά τά βλέπαμε καί δέν κάνουμε τίποτε ἀπό ἐκεῖνα, πού ἦταν τό πιό καλό γιά μᾶς νά τά κάναμε!

Οἱ πεθαμένοι παίρνουν ἄσχημη ὄψη· δυσάρεστη σέ μᾶς· καί γρήγορα βρωμᾶνε. 
Τό ἴδιο καί οἱ ψυχές ἐκείνων πού ζοῦν βουτηγμένοι στό κακό. Εἶναι γεμᾶτες βρώμα καί δυσωδία.

Κλειστά τά μάτια. Σφιγμένα τά χείλη. Ἀκίνητοι καί ἄσειστοι, κολλημένοι στό κακό! Ὑπάρχει καί κάτι ἀκόμη χειρότερο.

Γιατί; Γιατί αὐτοί εἶναι, τοὐλάχιστον, καί γιά τά δύο (σῶμα καί ψυχή) νεκροί καί πεθαμένοι. Ἐνῶ κάτι ἄλλοι πού ζοῦν σωματικά, εἶναι γιά τήν ἀρετή καί τό καλό, ἐντελῶς ἀναίσθητοι, ἐντελῶς πεθαμένοι, γεμᾶτοι ζωντάνια στό νά κάνουν τό κακό!...
Καί πάρε παράδειγμα:

Χτύπα πεθαμένο! Δέν αἰσθάνεται τίποτε. Καί δέν ἀντιδρᾶ καθόλου! Καί ὅπως ἕνα ξύλο ἅμα πάρει φωτιά «καίει», ἔτσι καί ἡ ψυχή πού ἔχασε τήν ζωή, «καίει», ἁπλά καίει. Χωρίς νά μπορεῖ νά ἀντιδράσει στήν φωτιά πού τήν καίει! Καί ὅσο καί ἄν τήν χτυπᾶς ἤ τήν τρυπᾶς, τίποτε δέν καταλαβαίνει, τίποτε δέν τῆς προκαλεῖ πόνο! Καί δέν πέφτει καθόλου ἔξω, αὐτός πού θά εἰπεῖ, ὅτι ὁ ὑποδουλωμένος στό κακό, μπορεῖ νά συγκριθῆ μόνο μέ τρελλό ἤ μεθυσμένο! 

Ὅλα αὐτά τά ἔχει τό κακό, ἡ ἁμαρτία. Καί εἶναι ἀπό ὅλα αὐτά κάτι χειρότερο.Ο τρελός σε ότι κι αν κάμει βρίσκει κατανόηση· γιατί την κακή του κατάσταση δεν την διάλεξε. Δεν είναι προαιρέσεως το νόσημά του, αλλά φύσεως. Από άλλη αιτία του ήρθε. 
Αντίθετα, εκείνος που ζει με το κακό και την αμαρτία, πως να βρει κατανόηση; Πως να του δείξει κανείς συμπόνια;Από που μας ξεφύτρωσε το κακό;
Πως κατάντησαν τόσοι άνθρωποι στο κακό;

Από που; Με ερωτάς; Πες το μου συ… Από που μας ξεφύτρωσαν τόσες ψυχικές αρρώστιες; Από που έρχεται η φρενοβλάβεια; Από που η αναισθησία; Όχι από την χαλάρωση του πνευματικού μας αγώνα;

Και αν ακόμη και τα σωματικά μας νοσήματα ξεκινάνε από δικά μας λάθη, από δική μας κακή διάθεση και κακή επιλογή, πόσο πιο πολύ σε κακή μας προαίρεση και επιλογή, οφείλονται τα ψυχικά και πνευματικά μας αρρωστήματα;

Πως μας κόλλησε η μέθη; Όχι επειδή δεν φροντίσαμε να συγκρατήσουμε τις ορέξεις μας; Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με όλα τα ψυχικά μας πάθη-αρρωστήματα. Αρχίζουν. Εμείς δεν φροντίζομε να τα χαλιναγωγήσουμε, να τα κόψουμε, και μετά ριζώνουν και γίνονται τόσο δυνατά, που η δύναμη η δική μας δεν αρκεί πια να τα ξεριζώσει.

Γι αυτό, αδελφοί μου, σας παρακαλώ, όσο είσθε ακόμα καλά, μη διστάζετε να αναλάβετε κάθε κόπο, προκειμένου να καταντήσετε να σας πιάσει η πνευματική νύστα, που κάνει τον κάθε άνθρωπο να χάνει κάθε όρεξη για ζωή πνευματική· για αγώνα, ανάμεσα στο καλό και στο κακό.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Εις την Α’ προς Θεσσαλονικείς, Ομιλία θ’, γ’

Μια ρωγμή ζητάει ο Θεός...



Βλέπεις ανθρώπους με πάθη και αμαρτίες, λάθη και σφάλματα και μόλις λίγο στραφούν στο Χριστό γεύονται μεγάλες χαρές πνευματικές. Κι άλλοι, χρόνια από παιδιά ίσως στο χώρο της εκκλησίας, και η ζωή τους άγευστη και άχρωμη από την εμπειρία του Θεού και την γλυκύτητα της Χάριτος. Τότε μοιραία μέσα σου γεννιούνται ερωτήματα, «μα γιατί; τι φταίει άραγε;». 
Την απάντηση την πήρα μια όμορφη νύχτα σε ένα κελί του Αγίου Όρους. «Γέροντα…», ρώτησα, «μα γιατί ο Θεός χαριτώνει ανθρώπους που δεν είναι και τόσο ασκητικοί και απαθείς και άλλους με πολύ αγώνα και κόπο πνευματικό τους αφήνει χρόνια στην πάλη; 
Μα γιατί ευλογημένε, αυτοί αισθάνονται αυτάρκεις. Αισθάνονται ότι τα κάνουν όλα σωστά και τέλεια. Η μεγαλύτερη αμαρτία τους είναι η «αρετή» τους … 
Κανόνες, νόμοι, φόβοι, ενοχές, πρέπει, εμμονές, διατήρηση πάση θυσία της εικόνας και του προφίλ μας, αυτοδικαιωτισμός και αισθήματα πνευματικών κατορθωμάτων, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στο Θεό να έρθει. Έχουν φτιάξει ένα συμπαγές οχυρό του "εγώ". 
Ο Θεός θέλει χώρο για να έρθει, ζητάει μια ρωγμή το Φως για να διώξει το σκοτάδι…». 
Οι άνθρωποι της Χάριτος είναι ραγισμένοι…

Πρέπει να εξομολογούμαστε συχνά τις αμαρτίες μας

Πρέπει να εξομολογούμαστε συχνά τις αμαρτίες μας, απαλλάσσοντας τον εαυτό μας από το βδελυρό βάρος τους. Σκέψου,άνθρωπε,σε τι αθλία κατάσταση σε έφερε η αμαρτία και τι έκαμε για τη σωτηρία σου ο Κύριός σου Ιησούς Χριστός,ο Υιός του Θεού.

Θυμήσου τη Σάρκωσί του,τη διδαχή του,τα θαύματά του,το Πάθος του,την ταφή του,την εκ νεκρών εγερσί του. Σκέψου τη αντίλυτρο προσέφερε για εμάς και τι απαιτεί από μας τώρα: να του προσφέρουμε ολόκληρο τον εαυτό μας,να ζούμε πλέον όχι για το εγώ μας,αλλά για Αυτόν,κάνοντας τις εντολές του. Μακριά από κάθε τι πού οδηγεί στην αμαρτία. 

Ας σταυρώσουμε τα σάρκα με τα πάθη και τις επιθυμίες της. Ας αποστρέψουμε τα μάτια από τα πλανερά θέλγητρα του κόσμου τούτου. Ας αγαπάμε τον Θεό με όλο μας το είναι και τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας

Αγίου Ιωάννη της Κροστάνδης: Η εν Χριστώ ζωή μου

''Αυτό που νιώθεις τώρα...''

- Δεν υπάρχει ανώτερο πράγμα από αυτό που λέγεται μετάνοια και εξομολόγηση. 
- «Εε, δεν έχω κάνει και τίποτε. Ούτε σκότωσα, ούτε έκλεψα»...

- Μα δεν είναι αυτό. Αυτό που νιώθεις τώρα. Να πας να του το πεις: "Πατέρα ήρθα να γονατίσω στο πετραχήλι. Χωρίς να ξέρω τι να σας πω. Γιατί νομίζω ότι είμαι πολύ καλή…''

Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Πώς σώθηκε ένας απελπισμένος

Την εποχή που ζούσε ο παπα-Κοδράτος στην Ι.Μ. Καρακάλλου επεσκέφθη το Άγιον Όρος ένας λαϊκός προσκυνητής που ήθελε να εξομολογηθεί τις μεγάλες του αμαρτίες.

Πήγε στις Καρυές, στον π.Αβέρκιο που έφτιαχνε κομπολόγια, και ζητούσε επίμονα εξομολόγο.

Ο π.Αβέρκιος θεώρησε καλό να τον στείλει στην Ι. Μονή Κουτλουμουσίου που βρίσκεται κοντά στις Καρυές. Ήταν καλός πνευματικός, αλλά αυστηρός στους κανόνες, που τους έβαζε χωρίς επιείκεια.

Ο άνθρωπος πήγε στο Κουτλουμούσι και εξομολογήθηκε. Επέστρεψε όμως «κάλαμος συντετριμμένος». Χωρίς καμμία διάθεση. Γεμάτος θλίψη και αθυμία.

-Τι έκανες; Εξομολογήθηκες; τον ρώτησε ο π.Αβέρκιος.

– Ναι πάτερ, αλλά…

Ο π. Αβέρκιος τον κοίταξε. Ήταν θλιμμένος, κάτωχρος, με μια λύπη που δεν είναι κατά Θεόν, αλλά την φέρνει ο διάβολος για να παγιδεύσει θανατηφόρα τις ψυχές.

-Τι έχεις; Πες μου. Τι σου συμβαίνει;

-Πάτερ, δεν υπάρχει πια για μένα ζωή. Δεν πρέπει να ζω. Θα ήταν προτιμότερο να πνιγώ, είπε με φαρμακερό πόνο.

-Μα γιατί; Δεν εξομολογήθηκες;

-Εξομολογήθηκα, αλλά ο πνευματικός μου είπε πως οι αμαρτίες μου είναι πολύ βαρειές. Δεν ξέρω. Πώς να στο πω; Μ’ έχει φέρει σε απόγνωση.

Όταν άκουσε αυτά ο π.Αβέρκιος και είδε το πνεύμα της λύπης και της απελπισίας να απλώνει ύπουλα το πέπλο του πάνω από την ψυχή του ταλαίπωρου εκείνου ανθρώπου, πιάνει και γράφει ένα γράμμα στον Σεβασμιώτατο Μελιτουπόλεως Ιερόθεο, που ασκήτευε τότε στον Μυλοπόταμο.

Εκείνος θα μπορούσε να βοηθήσει, να βρει διέξοδο για την ψυχή αυτή.

Έδωσε το γράμμα στα χέρια του προσκυνητού και , του είπε δυο αδελφικά, ενθαρρυντικά λόγια και του έδειξε τα μονοπάτια που θα τον οδηγούσαν στο ερημικό κελλί του Σεβασμιωτάτου.

Ο Δεσπότης ήταν στον κήπο, όταν πήγε ο προσκυνητής. Φορούσε έναν απλό σκούφο και σκάλιζε.

-Τι θέλεις, αδελφέ μου; είπε στον απελπισμένο άνθρωπο που έφθασε με το γράμμα στο χέρι.

-Θέλω εξομολόγηση Σεβασμιώτατε.

-Άκου, παιδί μου. Εγώ δεν εξομολογώ. Όμως θα σε στείλω σ’ έναν εκλεκτό πνευματικό στην Ι. Μονή Καρακάλλου. Τον λένε παπα-Κοδράτο.

Παίρνει μολύβι και χαρτί, γράφει μια επιστολή στον παπα-Κοδράτο και τον στέλνει στον έμπειρο ιατρό των ψυχών.

Περπάτησε εκείνος στο ανηφορικό μονοπάτι που βγάζει στο Μοναστήρι και σε λίγο έφθασε. Οι πατέρες τον εφίλεψαν, όπως κάνουν σε κάθε επισκέπτη, με πολλή αγάπη και χαρά. Μετά ειδοποίησαν τον Γέροντα.

-Να έρθει στο Ηγουμενείο, παρήγγειλε εκείνος. Εκεί τον δέχθηκε σαν να τον εγνώριζε χρόνια. Με αγάπη.

Σαν πατέρας. Κι ο άνθρωπος βιαζόταν να βγάλει το βάρος που τον επίεζε καταθλιπτικά μ’ έναν φόβο πρωτογνώριστο, σχηματισμένο ίσως από την πρώτη δραματική εξομολόγησή του.

Έμοιαζε με κυνηγημένο πουλί που είχε μεγάλες πληγές, αλλά πιο μεγάλη αγωνία. Ο διάβολος τον έχει δέσει. Όμως δεν θα χαιρόταν.

Η ψυχή του βρισκόταν τώρα πια στα χέρια του Χριστού, στα χέρια του παπα-Κοδράτου, που διέθεταν την τέχνη και την δύναμη να σπάσουν τα δεσμά των αμαρτιών και της απογνώσεως.

Ήταν στα χέρια του ιατρού που θα έκανε την εγχείρηση και θα θεράπευε τον τραυματία με την χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.

Ο προσκυνητής αντίκρυζε στο πρόσωπο του πνευματικού τον άνθρωπο του Θεού και σκιρτούσε από χαρά.

«Είναι κάτι φυσικό-γράφει ο άγιος Ιωάννης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος- να βλέπει ο άρρωστος τον ιατρό και να αισθάνεται χαρά. Έστω κι αν δεν λάβει καμμία ωφέλεια από αυτόν.

Απόκτησε λοιπόν και συ, ω θαυμάσιε-λέει προς τον ποιμένα- έμπλαστρα, κολλύρια, ποτά, σπόγγους, αναισθητικά, φλεβοτόμα, καυτήρες, αλοιφές, υπνωτικά, μαχαίρια, επιδέσμους.

Αν δεν έχουμε αυτά, πως θα φανεί η επιστήμη μας;» (Λόγος προς ποιμένα).

Ο παπα-Κοδράτος ήταν εξοπλισμένος με όλα αυτά τα πνευματικά όργανα που αποτελούν την αληθινή επιστήμη του ποιμένος.

Ο άρρωστος προσκυνητής επιθυμούσε να γίνει σύντομα η επέμβασις. Ο παπα-Κοδράτος δεν βιαζόταν.

Κάθησε κοντά του. Προσπάθησε να δημιουργήσει ατμόσφαιρα γνωριμίας, φιλίας και εμπιστοσύνης με τον εξομολογούμενο, παρ’ όλο που εκείνος βιάσθηκε να του συστηθεί:

– Είμαι ένας αμαρτωλός, πάτερ.

– -Καλά. Μα εγώ σε βλέπω σαν άγγελο του Θεού. Πες μου, έχεις παιδιά; Πότε ήρθες στο Άγιον Όρος; Τι δουλειά κάνεις;

Συζήτησαν αρκετά, ώσπου η ποθητή προετοιμασία έγινε. Μετά έβαλε «ευλογητός».

– Έλα παιδί μου, του είπε. Βλέπεις αυτή την εικόνα του Χριστού; Μη κρύψεις τίποτε. Όλα τα ξέρει ο Κύριος. Όλα τα βλέπει. Όλα τα ακούει. Κι εγώ είμαι ομοιοπαθής με σένα άνθρωπος. Θάρρος λοιπόν.

Αβίαστα και φυσικά άδειασε και ξεχύθηκε όλο το φαρμάκι κι όλος ο πόνος της καρδιάς του ανθρώπου.

Με συντριβή. Χωρίς αμφιβολία για το έλεος του Θεού που τον έβλεπε ολοζώντανο στην μορφή και στο πετραχήλι του γέροντος πνευματικού. Εξομολογήθηκε καθαρά.

Μετανόησε ειλικρινά. Έκλαψε. Η ψυχή του, ο λόγος του, η στάσις του, όλα μιλούσαν σαν να απήγγελναν τον 50ο ψαλμό του Δαβίδ, τον ψαλμό της μετανοίας : «Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός».

Τι άλλο ζητεί ο φιλάνθρωπος Θεός από τον άνθρωπο; Μετάνοια. επιστροφή. Αυτός είναι ο μοναδικός για τον Παράδεισο. Ο δρόμος που περπάτησε ο τελώνης, η πόρνη, ο ληστής.

Αυτόν τον δρόμο άνοιξε ο Κύριος και στην πληγωμένη αυτή ψυχή με την υπεύθυνη πατρική παρουσία του σοφού Του οικονόμου στο ιερό μυστήριο της αφέσεως.

Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Ο παπα-Κοδράτος όταν άκουσε τον εξομολογούμενο, όταν, ως συνήθως, δάκρυσε μαζί του, κι όταν πια τον συμβούλευσε σκύβοντας επάνω στα τραύματά του με ευσπλαχία, του είπε:

-Είδε ο Θεός, παιδί μου, την μετάνοιά σου και τα δάκρυά σου. Άκου λοιπόν. Σήμερα είναι Μ. Πέμπτη. Όλοι οι πατέρες νηστεύουν για να κοινωνήσουν. Κάθησε κι εσύ εδώ αυτές τις ημέρες.

Στο καθαρό και άγιο περιβάλλον της Μονής θα δεις καλύτερα τον εαυτό σου. Θα προσευχηθείς μαζί μας, θα νηστέψεις. Και θα κοινωνήσεις. Θα λειτουργήσω εγώ και θα σε κοινωνήσω. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι. Μηκέτι αμάρτανε».

Η αγαλλίασις του ανθρώπου, μετά το τέλος της εξομολογήσεως, ήταν απερίγραπτη. Όλα τριγύρω έλαμπαν με το φως της ειρήνης, της συγγνώμης, του ελέους του Θεού. Είχε σωθεί.

Και η χαρά του παπα-Κοδράτου, που έγινε για άλλη μία φορά σωσίβιο σ’ ένα ναυάγιο της ζωής, ήταν όμοια μ’ εκείνη την χαρά που δοκιμάζει ο Χριστός όταν βρίσκει ένα «απολωλός», όμοια μ’ εκείνο το πανηγύρι που γίνεται στον Ουρανό «επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».

«Κοδράτος ο Καρακαλληνός»
Σύγχρονες αγιορείτικες μορφές

Προσευχή και Μετάνοια με Δάκρυα θα μας σώσει

Είθε ο Κύριος να φωτίσει όλο τον κόσμο, να αισθανθεί τις αμαρτίες του και επιστρέψει στην Εκκλησία με μετάνοια και εξομολόγηση.

Είναι ανάγκη να αγωνισθούμε και επαγρυπνήσουμε για την σωτηρία ψυχών. Δεν είμεθα καλά, θα μας τιμωρήσει ο Θεός, διότι τον εγκαταλείψαμε.

Προβλέπετε μεγάλη δυστυχία και πτωχεία, αλλά επιβάλεται να γίνει και αυτό, διότι είναι δοκιμασία του Θεού.

Αφού ο Πανάγαθος Θεός, μας έχει δώσει όλα τα αγαθά, εμείς όχι μόνο τον ξεχάσαμε, αλλά και τον βλασφημούμε, γι’ αυτό χρειάζεται να μας δώσει κανένα ράπισμα να συνέλθουμε.

Όπως θα εργασθούμε έτσι θα πληρωθούμε από τον Κύριον, και ότι μας χρεωστά θα μας τα δώσει. Σύμφωνα με την εργασία θα πάρουμε και την αξία.
Τι θα γίνει ένας Θεός γνωρίζει.

Προσευχή και Μετάνοια με Δάκρυα θα μας σώσει. 
Εκείνο που έχω να πω είναι ότι πρέπει όλοι να συναχθούμε και να σκεφτούμε καλά ότι φύγαμε και πρέπει να επανέλθουμε κοντά εις τον Θεό και όλους τους Αγίους. 
Ίσως μας λυπηθεί και μας συγχωρήσει, ει δ’ άλλως χανόμεθα. Τα πράγματα τα βλέπω πολύ σκοτεινά.

Παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη

Χωρίς αγώνα και χωρίς να χύσεις αίμα μη περιμένεις να ελευθερωθείς από τα πάθη



''Βάζε μετάνοια όταν σφάλεις καί μή χάνεις καιρό...'' 

Ἔλαβα, παιδί μου, τὴν ἐπιστολή σου, καὶ εἶδα σ’ αὐτὴ τὴν ἀνησυχία σου. 

Ὅμως μὴ λυπᾶσαι, παιδί μου. Μὴν ἀνησυχεῖς τόσο. Καὶ ἂν πάλι ἔπεσες, πάλι σήκω. Ὀνομάσθηκες οὐρανοδρόμος. Δὲν εἶναι, παράξενο νὰ σκοντάφτει ἐκεῖνος ποὺ τρέχει. Μόνον χρειάζεται νὰ ἔχει ὑπομονὴ καὶ μετάνοια κάθε στιγμή. 

Βάζε λοιπὸν μετάνοια συνεχῶς, ὅταν σφάλεις, καὶ μὴ χάνεις καιρό. Γιατί, ὅσον ἀργεῖς νὰ ζητήσεις συγχώρηση, τόσον δίνεις ἄδεια στὸν πονηρὸ νὰ ἁπλώνει μέσα σου ρίζες. 
Μὴν τὸν ἀφήνεις νὰ ἀποκτᾶ δικαιώματα εἰς βάρος σου. 

Λοιπὸν μὴν ἀπελπίζεσαι ὅταν πέφτεις, ἀλλὰ ἀφοῦ σηκωθεῖς πρόθυμα βάζε μετάνοια λέγοντας· – Συγχώρησε μέ, Χριστέ μου, ἄνθρωπος εἶμαι καὶ ἀσθενής. 

Δὲν εἶναι ἐγκατάλειψη αὐτό. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἔχεις ἀκόμα μεγάλη ὑπερηφάνεια κοσμική, κενοδοξία πολλή, σὲ ἀφήνει ὁ Χριστός μας νὰ σφάλλεις, νὰ πέφτεις. Νὰ μαθαίνεις κάθε μέρα αἰσθητὰ τὴν ἀδυναμία σου καὶ νὰ ὑπομένεις τοὺς φταῖχτες. Νὰ μὴν κατακρίνεις τοὺς ἀδελφούς, ἐὰν σφάλλουν, ἀλλὰ νὰ τοὺς ὑπομένεις. 

Ὥστε, ὅσες φορὲς πέφτεις, πάλι νὰ σηκώνεσαι, καὶ ἀμέσως νὰ ζητᾶς τὴ συγχώρηση. 

Μὴν ἀφήνεις...λύπη στὴν καρδιά σου. Διότι ἡ χαρὰ τοῦ πονηροῦ εἶναι ἡ λύπη, ἡ ἀθυμία, ἀπὸ τὴν ὁποία γεννιοῦνται πολλὰ καὶ μὲ τὰ ὁποία γεμίζει πικρία ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ποὺ τὰ ἔχει. Ἐνῶ ἡ διάθεση τοῦ μετανοοῦντος λέει: «Ἥμαρτον, συγχώρησον, Πάτερ»! 

Καὶ διώχνει τὴ λύπη. «Μήπως, λέει, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος ἀσθενής; Λοιπόν, τί πρέπει νὰ κάνω»; Πράγματι, παιδί μου, ἔτσι εἶναι. Ἔχε θάρρος... 

Μόνον ὅταν ἔλθει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, τότε στέκει στὰ πόδια τοῦ ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλιῶς, χωρὶς χάρη, πάντοτε παρασύρεται καὶ πάντοτε πέφτει. Νὰ ἔχεις ἀνδρεία λοιπὸν καὶ μὴ φοβᾶσαι καθόλου. 

Εἶδες πῶς ὑπέμεινε τὸν πειρασμὸν ὁ ἀδελφὸς ποῦ γράφεις; Τὸ ἴδιο κᾶνε καὶ σύ. Ἀπόκτησε γενναῖο φρόνημα στοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἔρχονται ἐναντίον σου. Πάντως θὰ ἔλθουν. Ἔχεις ἀνάγκη ἀπ’ αὐτούς. Γιατί ἀλλιῶς δὲν καθαρίζεσαι. 

Ἄφησε τί λέει ἡ ἀκηδία καὶ ἡ ραθυμία σου. Μὴν τοὺς φοβᾶσαι. Καθὼς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πέρασαν οἱ προηγούμενοι, ἔτσι θὰ περάσουν καὶ αὐτοί, ἀφοὶ κάνουν τὸ ἔργο τους. 

Φάρμακα εἶναι οἱ πειρασμοὶ καὶ βότανα ἰατρικά, ποὺ θεραπεύουν τὰ πάθη τὰ φανερὰ καὶ τὶς ἀόρατες πληγές μας. 

Ἔχε λοιπὸν ὑπομονὴ γιὰ νὰ κερδίζεις καθημερινά, νὰ ἀποταμιεύεις μισθό, ἀνάπαυση καὶ χαρὰ στὴν οὐράνια Βασιλεία. Γιατί ἔρχεται νύχτα, δήλ. ὁ θάνατος, ποὺ τότε κανεὶς πλέον δὲν μπορεῖ νὰ ἐργασθεῖ. 

Γι’ αὐτό τρέξε. Εἶναι λίγος ὁ καιρός... 

Γνώριζε δὲ καὶ αὐτό· ὅτι καλλίτερα εἶναι μία ἡμέρα ζωῆς γεμάτη νίκες μὲ βραβεῖα καὶ στεφάνια, παρὰ χρόνια πολλὰ καὶ νὰ ζεῖς μὲ ἀμέλεια. Γιατί μίας ἡμέρας ἀγώνας μὲ γνώση καὶ αἴσθηση ψυχῆς, ἰσχύει γιὰ πενήντα χρόνια κάποιου ἄλλου, χωρὶς γνώση ἀλλὰ ποὺ ἀγωνίζεται μὲ ἀμέλεια. 

Χωρὶς ἀγώνα καὶ χωρὶς νὰ χύσεις αἷμα μὴ περιμένεις νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὰ πάθη. 

Ἀγκάθια καὶ τριβόλια φυτρώνει ἡ γῆ μας μετὰ τὴν παράβαση. Πήραμε ἐντολὴ γιὰ κάθαρση· ἀλλὰ μὲ πόνο πολύ, μὲ ματωμένα χέρια, καὶ μὲ πολλοὺς ἀναστεναγμοὺς ξεριζώνονται. 

Κλάψε λοιπόν, χύσε δάκρυα ποταμούς, καὶ μαλακώνει ἡ γῆ τῆς καρδιᾶς σου. 

Καί, ἀφοῦ τό χῶμα βραχεῖ, εὔκολα ξεριζώνεις τά ἀγκάθια... 

Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστού 

(«Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας», ἔκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Ἄγ. Ὅρος, 
σ. 127-129. σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση.)

Στην ευχή του θεού να πάς αδελφέ μου



Μου λέει πριν καιρό κάποιος κύριος στο ταξί.
Φίλε μου κάθε μέρα που περνάει μας φέρνει όλο και πιο κοντά στον θανατό μας και μόνο στην ιδέα του τρέμω απο φόβο.
Ετσι είναι αδελφέ μου όπως το λές εδώ ο χριστός μας φοβήθηκε μπροστά στον θάνατο που ήταν Υιός του Θεού εμείς οι κοινοί θνητοί δεν θα φοβηθούμε ? αλλά τι να κάνουμε θα το περάσουμε και αυτό.(του λέω).
Τι εννοείς θα το περάσουμε και αυτό?(μου λέει).
Είσαι χριστιανός ορθόδοξος βαπτισμένος ? (ρωτώ).
Μα φυσικά μου απαντάει.
Τότε θα γνωρίζεις ότι ο χριστός μας με την ανάσταση του κατήργησε τον θάνατο ?
Τον κατήργησε? (ρωτάει).
Μα φυσικά αφού αναστήθηκε απο τους νεκρούς τον κατήργησε.
Σωστά (μου λέει).
Κοίτα αδελφέ μου αυτοί που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο δεν είναι χριστιανοί αλλά εχθροί του χριστού kαι της πίστης μας.
Ο λόγος που το κάνουν αυτό είναι για να χάσεις την πίστη σου στον χριστό και στο σωτήριο μήνυμα του μέσω της αναστάσεως του να αμαρτάνεις συνεχώς χωρίς να μετανvοείς και να χαθεί στο τέλος η ψυχή σου.
Αλήθεια ? (Μου λέει).
Αλήθεια του λέω αλλά θα σου πώ και μια άλλη αλήθεια.
Οταν έρθει εκείνη η φοβερή ώρα και και κλείσουν τα μάτια σου τα σωματικά θα ανοίξουν τα μάτια της ψυχής σου που θα βλέπει θα ακούει θα αισθάνεται και θα αντιλαμβάνεσαι τα πάντα όπως πρίν.
Τότε μην χάσεις την πίστη σου στο σκοτάδι και σύντομα θα βρείς το φώς που όμοιο του δεν υπάρχει.
Αλλα κάνε ένα πράγμα μόνο.
Ποιό είναι αυτό ? (μου λέει).

ΨΑΞΕ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΣΟΥ ΜΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΘΑ ΣΟΥ ΦΑΝΕΡΩΘΕΙ.ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ΠΩΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ ΠΛΑΙ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΙ ΘΕΟ ΣΟΥ.

Στην ευχή του θεού να πάς αδελφέ μου.

Συνάντηση με έναν δαιμονισμένο ~ (βίωμα εξομολόγησης)




Ενας αξιωματικός είχε στείλει τον ανηψιό του στην μονή Διονυσίου κοντά σε μένα.
Ο ανηψιός είχε ζήσει όπως είχε ζήσει…. ανεξομολόγητος... δεν είχε εξομολογηθεί ποτέ.

Είχε κάνει ένα σωρό πράγματα, (και ποιός δεν έχει κάνει), το θέμα ήταν ότι τότε έτυχε να βρίσκεται στο μοναστήρι ένας δαιμονισμένος .. Τον είχαν κρατήσει από ελεημοσύνη και αγάπη οι πατέρες.

Οποτε συναντούσε τον ανηψιό, το τι του φανέρωνε δεν λέγεται!

Οτι είχε κάνει και δεν είχε κάνει...

Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι πατέρες ήταν να τους κρατάνε χώρια, να μη συμπίπτουνε, και γίνουν επεισόδια μπροστά σε προσκυνητές... και ακούνε οι προσκυνητές, τι είχε κάνει ο νεαρός έξω στον κόσμο... 

Τελικά τον καταφέρανε τον νεαρό να εξομολογηθεί...

Κι είχε κάποια ελαφριά ψυχολογικά προβλήματα. Εξω από το μοναστήρι ήταν ένας πνευματικός, πήγε εκεί εξομολογήθηκε για πρώτη φορά στην ζωή του, και γυρνάει στο μοναστήρι...

Και να χει βγει τώρα στο παράθυρο ο δαιμονισμένος… 
....να τον βλέπει και να φωνάζει: 

- Σε πέτυχα! Τώρα θα στα πω ολα! 

- Τώρα θα τα διαβάσω όλα! Και έκανε τα χέρια του έτσι, σαν να είχε βιβλίο και να φωνάζει: ''Και θα αρχίσω απο το εξώφυλλο δεν θα κρύψω τίποτα..!''

Και να αρχίσει.. όχι να φανερώνει όλα αυτά που χε κάνει ο νεαρός,αλλά να ουρλιάζει...

Και τι φώναζε; ... Που είναι, που είναι τα; 

... Που πήγανε; ... Γιατί δεν βλέπω τίποτα;!

Δεν έβλεπε πια τίποτα. Αυτή είναι η εξομολόγηση. 
Αυτό είναι το πετραχήλι του παπά...

Δεν θα κολαστούμε γιατί αμαρτάνουμε... 

Ολοι αμαρτάνουμε. Θα κολαστούμε γιατί δεν μετανοούμε. Γιατί δεν αγωνιζόμαστε όπως αγωνίστηκαν κι οι άγιοι...

Συνάντηση με έναν δαιμονισμένο ~ (βίωμα εξομολόγησης)
~ Μαρτυρία Αγιορείτου μοναχού