.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Τα κυρτωμένα παπούτσια



Ηταν τόσο χαριτωμένος αυτός ο γηραιός μοναχός. Όλος μια αφιέρωση. Τα μαλλιά αφημένα, τα γένια ξεχασμένα, ρούχα απλά ξεθωριασμένα και όλα κάπου δοσμένα, τα πάντα σε κάποιον αφιερωμένα. Εκείνο όμως που με συγκλόνισε και κέρδισε αρκετά λεπτά από την ματιά μου, στο χώρο και τον χρόνο της καρδιάς μου, ήταν αυτά τα απόλυτα κυρτωμένα παπούτσια του. Από τις συνεχείς μετάνοιες, είχαν πάρει το σχήμα βαρκούλας. Δεν ήταν και ψέμα εάν το καλοσκεφτείς. Αυτά τα παπούτσια τον ταξίδευαν προς την αγάπη του. Γιατί τι άλλο είναι η ζωή ενός χριστιανού από ένα συνεχές ταξίδι. Όπως εκείνη την μοναχή που την ρώτησαν τι έκανε τόσο χρόνια κλεισμένη μέσα στο ερημητήριο της, κι αυτή απάντησε με ένα φως έκπληξης και θαυμασμού στα μάτια, «τίποτε περισσότερο από το να ταξιδεύω…». 
Και να δείτε πως την μέρα εκείνη που αυτός ο όμορφος μοναχός θα φύγει απο τον κόσμο τούτο θα μπει στο παράδεισο κρατώντας στα χέρια του αυτά τα κυρτωμένα και φθαρμένα παπούτσια. Έτσι, σαν σύμβολο ενός έρωτα που του έλιωσε ολάκερη την ζωή…