.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Ὅταν ψάχνουμε δικαιολογίες γιὰ τὰ ἀδικαιολόγητα

Ἡ δική μας ἀποστασία καὶ ὁ δικός μας ἐγωισμὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἡ αἵρεση βασιλεύει.


Βλέποντας τὴν βλασφημία καὶ τὴν ἀναισθησία τῶν ποιμένων νὰ αὐξάνεται, ἄρχισε πάλι ἡ συζήτηση γιὰ τὸ ἂν ἡ ἱεροκανονικὴ διακοπὴ μνημόνευσης καὶ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἢ ὄχι ἐπιστρέφοντας ἔτσι στοὺς πρὸ Κολυμπαρίου καιρούς. Τὸ τραγικὸ σὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι: Ἂν κάνει κάποιος τὸν κόπο νὰ ξανακοιτάξει τὴν ἐπιχειρηματολογία περὶ δυνητικότητος τῶν Ἱ. Κανόνων πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὸ Κολυμπάρι θὰ διαπιστώσει, ὅτι ἡ ἐπιχειρηματολογία αὐτὴ σὲ κανένα σημεῖο δὲν δικαιώθηκε. Ἀντιθέτως ἐπέτρεψε στὴν αἵρεση νὰ παγιωθεῖ καὶ νὰ βασιλεύει. Παρόλα αὐτὰ ὅμως κανεὶς δὲν θὰ τὸ παραδεχθεῖ.

Καὶ ἔτσι ἐπαναλαμβάνεται αὐτὸ ποὺ εἶχε διαπιστώσει σὲ ἕνα ἄρθρο του ὁ κ. Δεμιρτζόγλου (ἐδῶ): «Σκεφτόμαστε τις πιθανές συνέπειες των αγωνιστικών σχεδίων μας (για αποτείχιση), και αρχίζουμε να 'κουτσουρεύουμε' τους Κανόνες. …Κι αφού δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε τον κανόνα επακριβώς …τον βαπτίσουμε δυνητικό, αντί να είμαστε ειλικρινείς στον εαυτό μας και απέναντι στους ανθρώπους και να πούμε "λυπάμαι αδελφέ, γνωρίζω ότι δεν εφαρμόζω τον κανόνα όπως πρέπει, αλλά μέχρι εκεί μπορώ"».

Ἡ τραγικὴ κατάσταση στὴν Ἐκκλησία εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποστασίας λίγο ἢ πολὺ ὅλων μας. Φιλολογοῦμε καὶ τυρβάζουμε περὶ πολλῶν, ἀλλὰ γιὰ τὰ σπουδαῖα δὲν πράττουμε τίποτα, ἀρνούμενοι ἔτσι συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα τὸν Θεό, ὅ ἐστι ἀποστασία.

Ρωτάει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ποῦ λοιπόν, εἰπέ μου, θὰ κατατάξουμε αὐτοὺς ποὺ ὁμολογοῦν καὶ συγχρόνως ἀρνοῦνται τὸν Θεό; Μὲ τοὺς πιστούς; Μὲ τὰ ἔργα ὅμως τὸν ἀρνοῦνται. Μὲ τοὺς ἀπίστους; Ἀλλὰ μὲ τὴν γλῶσσα τὸν ὁμολογοῦν... Ἀπὸ ποῦ θὰ διακρίνουμε τὸν πιστὸ ἀπὸ τὸν ἄπιστο τὸν φωτισμένο ἀπὸ τὸν ἀφώτιστο, μὲ ἄλλα λόγια, τὸν βαπτισμένο κατὰ Χριστὸν καὶ συντεταγμένο μὲ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸν ἀβάπτιστο καὶ συντεταγμένο μὲ τὸν διάβολο; Ὄχι ἀπὸ τοὺς λόγους, ὄχι ἀπὸ τὰ ἔργα, ὄχι ἀπὸ τοὺς τρόπους; Ἐὰν λοιπὸν κάποιος ἐξομοιώνεται σ’ αὐτὰ μὲ τοὺς ἀφώτιστους, ἂν καὶ λέγει, ὅτι εἶναι βαπτισμένος κατὰ Χριστόν, εἶναι σαφές, ὅτι δὲν ἔχει πάψει νὰ ἀνήκει στὴν συμμορία ἐκείνων, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ἀπόστολος λέγει: «Θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι (δηλ. ὅτι τὸν γνωρίζουν), τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς, καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι» (Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁμιλία μὲ θέμα τοὺς τυφλούς, ΕΠΕ, τόμ. 10, σελ. 250 ).

Μόνο ἂν νικήσουμε τὸν ἐγωισμό μας, παραδεχθοῦμε τὴν ἀδυναμία μας καὶ ἀντικρύσουμε τὴν Ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ εἶναι, τότε θὰ μπορέσουμε νὰ ἀγωνιστοῦμε σωστὰ ἐνάντια στὴν αἵρεση.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου