.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Ο ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ



Ὅταν ἀνοίγει τὰ φτερά του, τὸ δά­­­σος σωπαίνει. Ἡ σκιά του ἁ­­­πλώνεται σὰ μαῦρο σύννεφο στὶς ὀρθοπλαγιὲς τῶν βουνῶν. Ἔπειτα ἀρχίζει νὰ ἀνεβαίνει. Ἀργά… μεγαλόπρεπα, κάνοντας κύκλους τεράστιους. Μικραίνει. Ἀνεβαίνει κι ὅλο ­μικραίνει… καὶ ἡ σκιά του χάνεται. Ἕως ὅτου καὶ ὁ ἴδιος γίνεται ἕνα μικρό-μικρὸ ­σημαδάκι στὸν ἀπέραντο οὐρανό. Κι ἔπειτα τί­­πο­τε…
Ὁ ἀετός! Ὁ βασιλιὰς τῶν πουλιῶν· κυρίαρχος τῶν αἰθέρων!
Ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ ἀθεώρητο ὕψος του σκίζει τὸν ἄνεμο σὰν ἀστραπὴ καὶ πέφτει – φλεγόμενο βέλος – στὴ γῆ. Ἔχει χτυπήσει θανάσιμα τὸ θήραμά του, τὸ σηκώνει μὲ τὰ φοβερά του νύχια καὶ χάνεται… Τὸ βλέμμα του φοβερό… ἀετήσιο!
Ὁ ἀετός!
Αὐτὸν ἐπέλεξε σύμβολό της ἡ μεγάλη χριστιανικὴ αὐτοκρατορία. Μὰ παράδοξο! Τὸν φαντάστηκε δικέφαλο. Ἀετὸ μὲ δυὸ κεφάλια. Τὸ ἕνα νὰ κοιτάζει δεξιά, τὸ ἄλλο ἀριστερά. Τὸ ἕνα στὴν ἀνατολή, τὸ ἄλλο στὴ δύση. Μυστήριο!
Γιατί; Διότι ἡ αὐτοκρατορία ἕνωνε δύο κόσμους: τὴ Δύση καὶ τὴν Ἀνατολή· τὴν Ἀθήνα μὲ τὴν Ἱερουσαλήμ· τὴν ἐπιστήμη μὲ τὴν πίστη· τὴ ζωὴ μὲ τὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἴδια ἡ πρωτεύουσά της, ἡ «Πόλις τῶν πόλεων», ἡ κόρη τοῦ Βοσπόρου, ἦταν κτισμένη καὶ στὶς δύο πλευρές του. Πατοῦσε γερὰ στὴν Εὐρώπη, μὰ ἀγκάλιαζε καὶ τὴν Ἀσία. Ἦταν στὸ κέντρο δύο ἀντίθετων κόσμων· ἐκεῖ ποὺ συγκρούονται οἱ μεγάλες τεκτονι­κὲς πλάκες καὶ συνταράσσουν τὴν Πό­λη οἱ φοβεροὶ σεισμοί.
Δὲν ἦταν ἕνα τέρας· ἦταν τὸ θαῦμα! Γιατὶ εἶχε μέσα της Αὐτὸν ποὺ ­«ἥπλωσε τὰς παλάμας καὶ ἥνωσε τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα». Αὐτὸν ὁ Ὁποῖος ἕνωσε τοὺς δύο λαούς – εἰδωλολάτρες καὶ Ἑβραίους – σὲ ἕναν, τὴν Ἐκκλησία Του· τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων! Διότι Αὐτὸς εἶναι «ἡ εἰ­ρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἕν» (Ἐφ. β΄ 14). Αὐτὸς ­ἕνωσε τὸν οὐ­ρανὸ μὲ τὴ γῆ. Τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό.
Αὐτόν, τὸν Χριστό, εἶχε ἡ ­αὐτοκρατορία κέντρο της, ψυχή της, ζωή, χαρὰ καὶ ἔ­­μ­­πνευση· πηγὴ τοῦ πολιτισμοῦ της, φῶς τῆς πορείας της, καθοδηγό της.
Ἦταν εἰκόνα Του. Ἔστω ἀμυδρή. Δι­κέ­­φαλη. Ἕνωνε οὐρανὸ καὶ γῆ. Κι ἐ­­κραύ­­γαζε: «Ἐλθέτω, Κύριε, ἡ Βασιλεία Σου!».
Ὁ δικέφαλος ἀετὸς σελάγισε στοὺς οὐ­ρανοὺς χίλια καὶ πλέον χρόνια. Δὲν γέρασε. Κάποια στιγμὴ χτυπήθηκε. Τὸ βέ­λος τοῦ Μουχαμετάνου τρύπησε τὸ χρυσὸ κορμί του. Τὸν νόμισαν νεκρό. Δὲν πέθανε. Μαρμάρωσε σ᾿ ­ἀπόμερη φω­λιά. Κρουστάλλιασαν τὰ χιόνια στὰ φτερά του. Κοιμᾶται! Προσμένει τὴ φρι­χτὴ στιγμή. «Καὶ παρακαλεῖ τὸν ἥ­­­λιο ν᾿ ἀνατείλει: ἥλιε, ­ἀνάτειλε! Ἥλιε, λάμ­ψε καὶ δός μου γιὰ νὰ λιώσουνε τὰ χιόνια ἀ­­­π᾿ τὰ φτερά μου καὶ τὰ κρούσταλλα ἀ­­­­πὸ τ᾿ ἀκράνυχά μου! Ἥλιε, ἀνάτειλε!».
Θ᾿ ἀνατείλει;
Ἡ νύχτα ἀτέλειωτη. Τ᾿ ἀστέρια σβήνουν ἕνα-ἕνα… χάνεται! Χάνεται κι ἡ στερ­νὴ ἐλπίδα· πύκνωσε! Πύκνωσε τὸ σκοτάδι ἀπόλυτο. Μὴν πέθανε ὁ βασιλιάς;
Δὲν πέθανε!
Δὲν καρτερεῖ. Ἑτοιμάζεται! Δὲν δέεται στὸν ἥλιο… Ξέρει! Τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι εἶναι πρὶν ξεχειλίσει ἡ αὐγὴ κι ὁ ἥλιος ἐκραγεῖ. Καὶ θά ᾿ρθει! Θά ᾿ρθει ἡ ὥρα κι ἡ στιγμή.
Ἡ ἀνάσταση!
Καὶ μακάριοι! Ὅσοι τὴν ὥρα τούτη τοῦ χαμοῦ δὲν χάνονται. Δὲν προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα. Δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ψευτιά. Δὲν προσχωροῦν στὸ σκότος. Καὶ μάχονται.
Καὶ τρεῖς φορὲς μακάριοι, ἂν μάχον­ται στὴ μπροστινὴ γραμμή, τὴν πρώτη. Κεῖ ποὺ ξερνιέται ἡ φωτιὰ τῶν πρωτοτόκων τοῦ κακοῦ κι ἀτέλειωτα λυσσομανιέται ὁ σατανάς.
Ἔφτασ᾿ ἡ ὥρα!
Δὲν θὰ νικήσει ἡ προστυχιά,
τοῦ ἅδη τὸ σκοτάδι.
Τώρα τανιέται ὁ ἀετὸς ὁλόζωος·
τινάζει ἀπ᾿ τὰ φτερά του τὸν χιονιά·
τὰ κρούσταλλα ἀπὸ τ᾿ ἀκράνυχά του. 
Θ᾿ ἁρπάξει τὸν Μουχαμέτη ἀπ᾿ τὸ κορμί·
θὰ τὸν πετάξει πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴν Κόκκινη Μηλιά.
Θὰ πάρει νὰ ἀνεβαίνει στὰ ψηλὰ καὶ πάλι·
νὰ λάμψει ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη ὁ Σταυρός.
Καὶ θά ᾿ρθει νὰ περπατήσει ὁ Βασιλιὰς μὲς στὶς καρδιὲς τοῦ κόσμου!

Από τότε που έπεσε η Πόλη, ησύχασαν όλοι...



Αξιοπερίεργο! Αιώνες λυσσομανούσαν οι βάρβαροι λαοί να κατακτήσουν το Βυζάντιο, την Πόλη των πόλεων, την ένδοξη Κωνσταντινούπολη, την χριστιανική πρωτεύουσα του Ελληνισμού...
που άκμαζε διαρκώς, καί ήταν πλούσια σε όλα της, κυρίως στον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό της. Την αποκάλεσαν Πόλη Ιερή, Θεία, Βασιλίδα, Παράδεισο και χίλια δυο άλλα ονόματα της έδωσαν για να την λαμπρύνουν περισσότερο... 
Όμως, οι εχθροί της, έβλεπαν αυτή την αίγλη, την λαμπρότητα, την δόξα και την μεγαλοπρέπειά της και την ζήλευαν όλοι ανεξαιρέτως, γιατί επί σειρά αιώνων ήταν η σπουδαιότερη Πόλη στον κόσμο!!! Δεν μπορούσαν επ’ ουδενί να φτιάξουν κάτι παρόμοιο, κάτι δικό τους, αλλά μόνο να κλέψουν το ξένο και σήμερα να πανηγυρίζουν ξεδιάντροπα επειδή σκότωσαν και έκλεψαν. Γιατί το να ξέρεις να αρπάζεις, «κάποιοι» το θεωρούν επίτευγμα. 
Αιώνες ολόκληρους η Πόλη δεν ησύχασε. Οι περίοδοι ειρήνης ήταν λιγοστοί. Συχνά και για μακρά χρονικά διαστήματα την πολιορκούσαν, την πολεμούσαν, επιχειρούσαν να την καταλάβουν, να την πάρουν. Τα κατάφεραν το 1453 οι Τούρκοι, αφού την είχαν λεηλατήσει και εξουθενώσει οι Φράγκοι το 1204, συνεχίζοντας ακόμα και σήμερα να την πολεμούν όλοι με την βρωμερά αηδιαστική προπαγάνδα τους. Για το λόγο ότι ήταν Ορθόδοξη! Αυτό είχε μπει ανέκαθεν στο μάτι τους. Αυτό πολεμούσαν και συνεχίζουν να πολεμούν. Και το πιο παράξενο και παράδοξο είναι αυτό που έκτοτε συνέβη: Ενώ για 1128 χρόνια, που είχαν την Πόλη τους οι Έλληνες, δεχόντουσαν αλλεπάλληλες επιθέσεις, αναγκαζόμενοι να αμύνονται διαρκώς, μόλις την πήραν οι Τούρκοι, σταμάτησαν οι πολιορκίες, οι πόλεμοι, οι ενοχλήσεις. Δεν τους ξαναενόχλησε κανείς, μα κανείς. Σταμάτησαν όλα!!! Λες και το πρόβλημα αυτής της Πόλεως ήταν η Ορθόδοξη ελληνικότητά της, και από τότε που την πήραν από τους Έλληνες ησύχασαν οι πάντες!!! Και τι ειρωνεία! Δεν την βοήθησε κανένας όταν κινδύνευε. Αλλά και εκείνη δεν δέχθηκε «πονηρές» βοήθειες. Προτιμήθηκε να σκλαβωθούν στους μουσουλμάνους βαρβάρους της Ασίας που έπαιρναν κεφάλια, παρά στους «Δυτικούς» που χαλούσαν ψυχές. Και ήταν πολλοί αυτοί που χάρηκαν επειδή η Πόλη έπεσε. Και έπεσε γιατί το επέτρεψε ο Θεός. 
Άραγε πίσω από όλα αυτά τι μπορεί να κρύβεται; Αν σκεφτούμε ότι η Κωνσταντινούπολη χτίστηκε για τον λόγο ότι ο ιδρυτής της Μέγας Κωνσταντίνος την ήθελε ως κέντρο δημιουργίας μιας χριστιανικής αυτοκρατορίας, βασισμένη στον Ελληνισμό, γι’ αυτό και όλοι οι πραγματικοί ιστορικοί όταν λένε Βυζάντιο εννοούν τους Έλληνες, γιατί ο αυτοκράτοράς της ήταν βέβαιος ότι μόνο με τον Χριστό θα υπήρχε ειρήνη και ενότητα στον κόσμο. Και αυτή την ειρήνη και την αγάπη ποιος θα μπορούσε να την φθονήσει; Αυτό το Ωραίον, το θαυμαστό της χριστιανικής Πόλεως ποιος θα το ζήλευε; Κι’ όμως, επιδιώχθηκε η καταστροφή, σε μια αδυσώπητη μάχη του καλού με το κακό, μέχρι που κατορθώθηκε να ελαχιστοποιηθεί ο Ορθόδοξος Ελληνισμός στα μέρη εκείνα και μακροχρόνια πάλι οι «ίδιοι» έδωσαν τα τελειωτικά χτυπήματα χάριν του ιδίου σκοπού: Να μην είναι τίποτα Ελληνικό, Ορθόδοξο. 
Ευχή όλων ας είναι να μην νοιώσουν ποτέ όσοι προκάλεσαν αδικίες στους ανθρώπους, το τι επώδυνο είναι το να σε πολεμούν, να σε σκοτώνουν, να σου παίρνουν τη γη σου και να απειλούν διαρκώς τους απογόνους σου. 

του Στρατή Ανδριώτη 

Ρωμηοί απροσκύνητοι μιλάνε για την Άλωση

Ο Ιωσήφ Βρυένιος , ονομαστός διδάσκαλος του Γένους μας, σε λόγο του ενώπιον του αυτοκράτορα, τριανταπέντε χρόνια πριν από την Άλωση, όρισε την αιτία, της διαφαινόμενης πτώσης της Πόλης, με τα παρακάτω λόγια:

’’Όλοι οι Χριστιανοί έγιναν υπερήφανοι, αλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, αχάριστοι, απειθείς, λιποτάκται, ανόσιοι, αμετανόητοι, αδιάλλακτοι. Έγιναν οι άρχοντες κοινωνοί ανόμων, οι υπεύθυνοι άρπαγες, οι κριτές δωρολήπτες, οι μεσίτες ψευδείς, οι νεώτεροι ακόλαστοι, οι αστοί εμπαίκτες, οι χωρικοί άλαλοι και οι πάντες αχρείοι. 
Χάθηκε ευλαβής από της γης, εξέλιπε στοχαστής, ουχ εύρηται φρόνιμος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επέπεσαν εκ δυσμών και εξ ανατολών διάφοροι εχθροί και λυμαίνονται την αυτοκρατορία’’.
Στο τέλος της ομιλίας του, ως ανάχωμα στην επερχόμενη Άλωση, πρότεινε, σε όλους, μετάνοια και υπακοή στις εντολές του Θεού.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ήταν μαθητής του Ιωσήφ Βρυένιου και ως επίσκοπος Εφέσου, συμμετείχε και αυτός σ’ εκείνη την ψευτοσύνοδο της Φερράρας, στην οποία, δεκαπέντε χρόνια πριν από την Άλωση, σύρθηκαν οι Έλληνες κάτω από την απειλή των Τούρκων και τις εκβιαστικές απαιτήσεις του πάπα, να ζητήσουν βοήθεια από την Δύση.
Τελικά, την δυσσεβή εκείνη συμφωνία περιφρόνησης της Ανατολικής Ορθόδοξης παράδοσης και της υποταγής μας στην παπική αίρεση, την υπέγραψαν όλοι, πλην ενός. Του Μάρκου του Ευγενικού.

Θα μου πείτε, και τι θα μπορούσε να πετύχει η αντίσταση του ενός; Και όμως! Τα αποτελέσματα της αντίστασης, του ενός και μόνον, προέκυψαν καθοριστικά.
Πρώτον, ανάγκασε τον τότε πάπα να παραδεχθεί την πλήρη αποτυχία του, στην προσπάθειά του να υποτάξει την Ορθοδοξία, λέγοντας την γνωστή φράση: ’’Ει Μάρκος ουχ υπέγραψεν, ουδέν εποιήσαμεν’’. Εάν ο Μάρκος δεν υπέγραψε, δεν κάναμε τίποτε.
Και δεύτερον, η αντίσταση του ενός παραδειγμάτισε τόσο δυνατά τους Ρωμηούς, που πίστεψαν ακράδαντα, ότι τα Έθνη χάνονται, όχι όταν απωλέσουν την κρατική τους οντότητα, αλλά όταν χάσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα, δηλαδή, την ψυχή τους. 

Ο Γεννάδιος Σχολάριος, εξέχων λόγιος, μαθητής του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού και πρώτος Πατριάρχης του υπόδουλου Γένους, μέσα από τις διασωθείσες επιστολές του, παραδίδει υψηλής πνευματικής και πολιτικής στάθμης μαθήματα, όχι μόνον για τους Ρωμηούς των ημερών του, αλλά και για ολόκληρη την σύγχρονη Ρωμηοσύνη, που όλο και ανθεί σε ολόκληρη την οικουμένη.

Ανάμεσα στα άλλα γράφει ο Γεννάδιος:

’’ Οι ηγέτες πρέπει να ξυπνήσουν την Πόλη, που φαίνεται ότι κοιμάται.
Οι περισσότεροι νομίζουν, ότι θα σωθούν χωρίς θυσίες, διότι πιστεύουν στην σκιά και στο παραμύθι της παπικής βοήθειας, αφού προηγηθεί η προδοσία της Πίστεως.
Αυτό, που απαιτείται, είναι η τόνωση του φρονήματος του λαού και όχι μοιρολατρική εγκαρτέρηση και ηττοπάθεια. Εάν χρειαστεί, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι και την ζωή μας ακόμη να θυσιάσουμε.
Όσες φορές η Πόλη εναπέθετε τις ελπίδες της στον Θεό και όχι σε δυσσεβείς συμμαχίες ανθρώπων, εσώζετο.
Πώς, όμως, να κρατήσει το θάρρος του ο λαός και να πιστέψει στην σωτηρία της Βασιλεύουσας, όταν βλέπει τους πλουσίους και τους μορφωμένους να φεύγουν στην Δύση και στις αυλές των Φράγκων ηγεμόνων, με τις περιουσίες τους και τις ανέσεις τους, απ’ όπου δήθεν φροντίζουν να στείλουν βοήθεια’’;

Η Πόλις εάλω. Η Ρωμιοσύνη, όμως, δεν έσβησε ποτέ.
Το Πνεύμα της Ρωμηοσύνης, παρά τα μύρια εμπόδια, κατάφερε να φτάσει, μέχρι και τις ημέρες μας, ακέραιο και ρωμαλέο.
Είναι το πνεύμα των ησυχαστών Πατέρων της Εκκλησίας μας, που οι δυνάμεις του σκότους το τρέμουν και το πολεμάνε με μανία, από τότε μέχρι και σήμερα.
Είναι εκείνο το Πνεύμα, που σαν ωριμάσει στις ψυχές μας, θα φέρει και την πολυπόθητη λύτρωση του Γένους μας από την σημερινή ‘’κάμινο του πυρός, την καιομένη επταπλασίως’’.

Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ, ιατρός
29/5/2015

«Ἡ Δύση πῆρε ἐπιτέλους τήν «ρεβάνς»

ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ;
Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός,
Ὁμότιμος Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν

ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 26.05.2015


Τό 1983 μιά ἐπιφυλλίδα τοῦ διακεκριμένου Διανοουμένου, Καθηγητῆ Χρήστου Γιανναρᾶ, στήν ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» προκάλεσε τόν κύκλο τῶν Εὐρωπαϊστῶν μας, αἰφνιδιάζοντας συνάμα καί τήν ὑπνώττουσα ἀστοχριστιανική συνείδηση τῶν συντηρητικῶν «ἐθνικιστῶν» Χριστιανῶν. Ὁ τίτλος ἦταν: «Finis Graeciae;» (Τό τέλος τῆς Ἑλλάδος;). Προκλήθηκε θόρυβος καί ἔντονες ἀντιδράσεις. Γιατί; Στίς 28 Μαρτίου 1979 εἶχε ὑπογραφεῖ ἡ ἔνταξή μας στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη, καί δέν εἶχαν ἀκόμη κοπάσει οἱ πανηγυρισμοί τῶν πάντα ἀνυποψίαστων εὐρωπαϊστῶν μας.

Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς ἀνῆκε στήν ὁμάδα ἐκείνων, πού μόνιμα ἀντιμετωπίζουμε κριτικά τήν ἀπόφαση αὐτή καί χαρακτηριστήκαμε ἀπό τόν μαρξιστή κ. Γιάννη Μηλιό τοῦ «Ὁδηγητῆ» καί τόν ἀκροδεξιό Θεολόγο Καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου, «Νεοορθόδοξοι». Ἀνάμεσά τους ὁ μακαρίτης Κωστῆς Μοσκώφ, ὁ Κώστας Ζουράρης καί πολλοί ἂλλοι, μέχρι τούς σεβαστούς ἁγιορεῖτες π . Γεώργιο Καψάνη καί π. Βασίλειο Γοντικάκη. 

Ὃλοι ἐκεῖνοι, δηλαδή, πού λάβαμε μέρος στόν χριστιανομαρξιστικό Διάλογο καί ἀντιμετωπισθήκαμε μέ καχυποψία ἀπό τά ἀσύμπτωτα μεταξύ τους ἂκρα τοῦ ἰδεολογικοῦ μας φάσματος. 

Ἡ ἔνταξη τῆς Χώρας μας στήν Εὐρωπαϊκή Ἓνωση εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση μιᾶς μακρόσυρτης διαδικασίας, πού ἀρχίζει μετά τό σχίσμα (9ος-11ος αἰ.) Ἡ Πανευρώπη ὑπό τήν φραγκική ἡγεσία, ἦταν τό μόνιμο ὂνειρο τῶν Ἑνωτικῶν (δυτικιζόντων τότε καί εὐρωπαϊστῶν σήμερα).
Πρόκειται γιά τούς Διανοουμένους καί Πολιτικούς, πού συγκροτοῦν τήν «δυτική παράταξη» (μή λησμονοῦμε, ὃτι καί ὁ μαρξιστικός κομμουνισμός τῆς Σοβιετικῆς Ἓνωσης «Εὐρώπη» εἶναι). Ἀπέναντί της εἶναι ἡ «ἀνατολική παράταξη», τῶν πατερικά Ὀρθοδόξων ἀπό τόν Κλῆρο καί τόν Λαό μας.

1. Πατέρας τῆς σημερινῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης, πού ἀποτελεῖ ὀργανική συνιστῶσα τῆς Νέας Τάξης, τῆς Παγκοσμιοποίησης καί τῆς Νέας Ἐποχῆς, εἶναι ὁ Καρλομάγνος (768-814), ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τοῦ ‘Ορθοδόξου Ἑλληνισμοῦ,τῆς Ρωμηοσύνης. Γι’ αὐτό ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη ἀμείβει μέ τό βραβεῖο «Καρλομάγνου» τούς πρωτεργάτες καί τά διακεκριμένα ὂργανά της, μέ πρόσφατο ἐκπρόσωπο τῆς ὁμάδας αὐτῆς τόν «φίλτατο» στούς Ἓλληνες Schäuble. 

Μέ τόν Καρλομάγνο καί τούς Φράγκους του καθιερώνεται ἀπό τόν 8ο-9ο αἰώνα τό ἂσβεστο μίσος τῆς Εὐρώπης ἀπέναντι στόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία, λόγω τῆς σχέσης της μέ τήν ἑλληνικότητα, πού φανερώνεται σέ κάθε ἱστορική στιγμή, πού ἡ Δύση , στό σύνολό της, παίρνει θέση ἀπέναντι στήν «Καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή». 
Ὁ στόχος τῆς ἑτερόδοξης Δύσεως δέν εἶναι ἂλλος ἀπό τήν καθολική ἅλωση τῆς Ὀρθοδοξίας, κυρίως τήν πνευματική, καί τήν οὐνιτικοποίηση –δηλαδή τήν ἀλλοτρίωση- τῆς ὀρθόδοξης Ἑλληνικότητας, τῆς Ρωμηοσύνης.

Κορυφαία στιγμή στήν προσπάθεια τῆς Εὐρώπης νά ἁλώσει καί ὑποτάξει τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ἦταν ἡ ἅλωση τῆς Πόλης ἀπό τούς Φράγκους Σταυροφόρους, τό 1204 (12/13 Ἀπριλίου) καί ἡ διάλυση τῆς αὐτοκρατορίας μας. Ὁ φραγκικός κόσμος μετά τό σχίσμα (1054) καί ἡ κορυφή του ὁ Πάπας, ζοῦσαν μέ ἓναν ἀνομολόγητο πόθο, τήν ὑποταγή τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς. Οἱ σταυροφορίες, ὃπως ἀποδείχθηκε, εἶχαν αὐτό ὡς κύριο στόχο. Ἱστορικοί, ὃπως ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν (Οἱ σταυροφορίες …) καί ὁ Ernle Bradford (Ἡ προδοσία τοῦ 1204, στά γερμανικά), μεταξύ ἂλλων, ἐφώτισαν ἐπαρκῶς τό θέμα.

Ἡ πρώτη ἅλωση τῆς Πόλης (1204) ἀνοίγει τόν δρόμο γιά τήν ἅλωση τοῦ 1453. Ὑπάρχει μάλιστα, γενετική σχέση μεταξύ τῶν δύο ἁλώσεων. Ἀπό τό 1204 ἡ Πόλη καί σύνολη ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης, ἡ Ρωμανία, ὃπως εἶναι τό ἀληθινό ἀπό τόν 4ο αἰώνα ὂνομά της, δέν μπόρεσε νά ξαναβρεῖ τήν πρώτη της δύναμη. Τό φραγκικό κτύπημα ἦταν τόσο δυνατό, ὣστε ἔκτοτε ἡ Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη ἦταν «μία πόλη καταδικασμένη νά χαθεῖ»(Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ). Ἀπό τό 1204 μέχρι τό 1453 ἡ αὐτοκρατορία μας διανύει περίοδο πολιτικῆς παρακμῆς καί πτωτική πορεία.

2. Οἱ ἐξελίξεις στό ἐσωτερικό τῆς συρρικνωμένης πιά αὐτοκρατορίας ὁδήγησαν στήν ἀποδυνάμωση καί βαθμιαία ἀποσύνθεσή της: ἐμφύλιοι πόλεμοι τοῦ 14ου αἰῶνος, διείσδυση τῶν Ὀθωμανῶν ὡς μισθοφόρων στήν ζωή της καί ἐπεκτατική πορεία τους στήν Χερσόνησο τοῦ Αἳμου (ἀπ τό 1354)΄ πολιτική καί οἰκονομική διάλυση΄ δημογραφική συρρίκνωση΄ ἂστοργη καί ἀφιλάνθρωπη πολιτική τῶν αὐτοκρατόρων΄ δυσβάστακτη φορολόγηση (δημιουργία οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας εἰς βάρος τῶν μικροκαλλιεργητῶν) καί κυρίως θεολογικές-πνευματικές καί ἂλλες ἰδεολογικές ἀντιθέσεις ( Ἑνωτικοί-Ἀνθενωτικοί ) τό τραγικότερο ρῆγμα στό σῶμα τοῦ Ἔθνους.

Ἑνωτικοί καί Ἀνθενωτικοί ὀδηγήθηκαν σέ σύγκρουση ὁριακή. Οἱ πρῶτοι ἀναζητοῦσαν στηρίγματα γιά τό κλονιζόμενο Γένος πρός δύο κατευθύνσεις: στήν κλασική ἀρχαιότητα, μέ ἂρνηση τῆς προτεραιότητας τῆς Ὀρθοδοξίας, καί στή Δύση, μέ τήν ὁποία συγγένευαν λόγῳ τῆς κοινῆς ἰδεολογίας καί νοοτροπίας. Οἱ δεύτεροι (Κλῆρος, Μοναχοί, εὐρύ λαϊκό στρῶμα) -ὂχι λιγότερο Ἓλληνες ἀπό τούς πρώτους –διατηροῦσαν τήν ἱστορικά ἑδραιωμένη (καί μάλιστα μετά τό 1204) δυσπιστία πρός τήν Δύση, διότι γνώριζαν καλά τήν θεολογική, ἐκκλησιολογική καί κοινωνική ἀλλοτρίωσή της (ρατσιστική φεουδαρχία), προτάσσοντας σέ κάθε ἑνωτική προσπάθεια τήν Ὀρθοδοξία ὡς ἀληθινή πίστη καί τήν σωτηριολογική της σημασία. Ἦταν μιά κατάσταση μέ πολλές ἀναλογίες μέ τήν σημερινή.

Λίγο πρίν τήν Ἅλωση ὁ πρῶτος Γενάρχης μας, μετά τό 1453, καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος (Σχολάριος, +1472) ἔλεγε τό περίφημο ἐκεῖνο: «Ὦ ἀνόητοι Ρωμαῖοι…» (Ρωμηοί δηλαδή), ἐλέγχοντας τήν ἀφελῆ προσδοκία βοήθειας ἀπό μιά Δύση, πού εἶχε μάθει πιά ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Καρλομάγνου (8ος-9ος αἰ.) νά μισεῖ θανάσιμα τήν Ὀρθόδοξη Ἑλληνική Ἀνατολή (Γραικία). Ἡ στάση τῶν Ἀνθενωτικῶν ἦταν ρεαλιστική, διότι καί ἂν ἀκόμη ἀποκρούονταν οἱ Ὀθωμανοί, τό ἐξασθενημένο «Βυζάντιο» θά ἐπιβίωνε μέν, ἀλλά κατά πᾶσαν πιθανότητα θά εἶχε ἢδη μεταβληθεῖ σέ ἐξίσου ἀξιοθρήνητο δυτικό προτεκτοράτο.

3. Ὡστόσο οἱ δύο φοβερές αὐτές Ἁλώσεις δέν σήμαναν γιά τό Γένος μας ὁλοσχερή πτώση καί ἀφανισμό ἀπό τήν ἱστορική σκηνή, οὒτε ἐνόθευσαν τήν ταυτότητά μας, τήν Ἑλληνορθοδοξία. Ἡ ἐμμονή στήν ὀρθόδοξη παράδοση καί μέσω αὐτῆς καί στήν ἑλληνικότητα, διατήρησε τό Γένος ἑνωμένο μέ τίς ζωτικές πηγές του.
Ὃπως δέ ἔχει ἐπισημανθεῖ πολύ ὀρθά, ἐνῶ πολιτικά μετά τό 1204 ἡ αὐτοκρατορία φθίνει καί καταντᾶ σκιά τοῦ ἑαυτοῦ της, πνευματικά σημειώνει μεγάλη ἀκμή καί κορύφωση τῆς ἁγιοπατερικῆς παραδόσεως (ἡσυχαστική κίνηση), πού ζωογονοῦσε τό Γένος καί ἐνίσχυε τίς πνευματικές του ἀντιστάσεις. Ὁ μεγάλος Βέλγος ἁγιολόγος François Halkin, ὁμιλεῖ γιά τήν «Διεθνῆ τοῦ Ἡσυχασμοῦ» (Internationale des Hesychasmus), πού ἓνωνε ὃλες τίς ὀρθόδοξες Λαότητες. Μετά μάλιστα τήν β’ ἅλωση ἀπό τήν καλπάζουσα δύναμη τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων ἡ ἀλήθεια αὐτῆς τῆς διαπίστωσης φαίνεται ἀκόμη καθαρότερα.

Ἡ ἐπιβίωση τοῦ Γένους μας ἦταν τό θαῦμα τοῦ ἑλληνορθόδοξου ψυχισμοῦ. Μέ τή δεύτερη ἅλωση ἀρχίζει γιά τό Γένος περίοδος μακρᾶς δοκιμασίας. Ἂν οἱ ψυχικές καί πνευματικές δυνάμεις του δέν ἦταν ἀκμαῖες, εἶναι ἀμφίβολο ἂν θά μποροῦσε τό Γένος νά ξεπεράσει τίς συνέπειες τῆς Πτώσης, ὃπως συνέβη μέ ἂλλους Λαούς στήν Ἱστορία. Ὃ,τι εἶχε συμβεῖ ἢδη μέ τίς ἑλληνικές πόλεις-κράτη, ὃταν ὐποτάχθηκαν στήν Ρώμη, ἐπανελήφθη καί μετά τό 1453.
Ἡ Πόλη ἔπεσε, ἀλλ’ ἡ Ρωμανία/Βυζάντιο δέν χάθηκε. Ὁ ρωμαίικος βίος καί πολιτισμός συνέχισαν νά ζοῦν μέ ἓνα τρόπο ὑπάρξεως λιγότερο μέν φαντασμαγορικό, ἀλλ’ ἐξ ἲσου ρωμαλέο καί δημιουργικό. 
Ὁ ἔγκριτος ἱστορικός μας, ἀείμνηστος Καθηγητής, Ἀπόστολος Βακαλόπουλος, παρατηρεῖ ὃτι στήν διάρκεια τῆς δουλείας ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη «ἦταν κάτι παραπάνω ἀπό θρησκευτικό δόγμα. Ἦταν τό πνευματικό πλαίσιο, μέσα στό ὁποῖο ἐκφραζόταν ἡ ἐθνική (τους) συνείδηση, ὁλόκληρος ὁ κόσμος τους, πού ἔκλεινε μέσα του τό ἔνδοξον παρελθόν καί τίς ἐλπίδες ἀπολυτρώσεως». Ἀλλά καί ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἐθεμελίωσε τήν ἳδρυση τῦ Κράτους μας στήν ἰδέα, ὃτι «ἡ χριστιανική θρησκεία ἐσυντήρησεν εἰς τούς Ἓλληνας καί γλῶσσαν καί πατρίδα καί ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις, καί ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτούς τήν πολιτικήν ὓπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι στῦλος καί ἑδραίωμα» (πρβλ. Α΄ Τιμ. 3,15). Γι’αὐτό ἀκριβῶς ἔπρεπε νά «φύγει», διότι συνέδεε τό Ἔθνος μας μέ τίς ζωτικές Πηγές του!

4. Τό Γένος μας, μέσα στό πλαίσιο τοῦ ἐθναρχικοῦ-ἐκκλησιαστικοῦ χώρου –παρά τίς ὁποιεσδήποτε ἐλεγχόμενες συμπεριφορές, πού ποτέ δέν λείπουν σέ κάθε θεσμικό χῶρο- πέτυχε τήν ἱστορική συνέχειά του, τήν διάσωση δηλαδή τῶν συστατικῶν τῆς ταυτότητας καί ἰδιοπροσωπίας του.

Ὁ θεσμός τῆς Ἐθναρχίας ἀποδείχθηκε γιά τό Γένος εὐεργετική συμβάλλοντας στήν ἐπιβίωση καί ἱστορική συνέχειά του. Ἀπό ἂποψη ἐδαφική, ἡ Ὀθωμανική αὐτοκρατορία συνέχιζε τήν Χριστιανική. Πνευματικά ὃμως καί πολιτιστικά, ἀλλά καί πολιτικά, τήν συνέχισε ἡ Ἐθναρχία. Μέ τήν πολιτική ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε βαθμιαῖα τό νέο καθεστώς τῆς «Χριστιανικῆς ’Ανατολῆς», τό «Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιαστικό Κράτος τοῦ Χριστιανικοῦ Ἔθνους» (Διονύσιος Ζακυθηνός), στήν κυριολεξία τό «Βυζάντιο μετά τό Βυζάντιο» (Ν. Γιόργκα). Ἡ συσπείρωση τοῦ Γένους στό φυσικό του ἀπό αἰώνων σῶμα, τό ἐκκλησιαστικό, πέτυχε τήν διάσωση τῶν δυνάμεών του. Ὁ δέ Ἑλληνισμός, τό βασικό στοιχεῖο τοῦ ρωμαίικου μιλλετιοῦ, ἔμεινε συμπαγές καί ἰδιαίτερο σῶμα, σέ μιά ὑπερεθνική ἑνότητα μέ τίς ἂλλες ἐθνότητες-λαότητες τῆς Βαλκανικῆς, οἱ ὁποῖες μέσα στήν ἐθναρχία ξεπέρασαν τήν μετά τό 1204 κατάτμησή τους.

Ἡ Ἐθναρχία ἔδωσε στή Ρωμηοσύνη μεγαλύτερη ἑνότητα καί συνοχή. Καί αὐτοί οἱ ἀμείλικτοι ἐχθροί της, οἱ Φράγκοι, θά τήν βλέπουν συνεχῶς ζωντανή καί γι’ αὐτό ἐπικίνδυνη, ἐμποδίζοντας μέ κάθε τρόπο τήν ἀντίστασή της. Ἔτσι τό Γένος, ὣς τήν ἳδρυση τοῦ πρώτου ἡμιαυτόνομου ἑλληνικοῦ κράτους (Ἑπτανησιακή Πολιτεία, 1800) θά μείνει μέν χωρίς πρωτογενῆ πολιτική ἐξουσία, μέσω ὃμως τῆς Ἐθναρχίας θά συνεχίσει νά ὑπάρχει ὡς συντεταγμένη κοινωνία, μέ συνείδηση τῆς ταυτότητἀς της, τῆς ἑνότητας καί ἰδιαιτερότητά της. Τό ἐκκλησιαστικό σῶμα θά εἶναι ὁ χῶρος ἀνάπτυξης σύνολης τῆς ζωῆς τοῦ Γένους, διασώζοντας τήν θρησκευτική καί ἐθνική παράδοση, τήν γλώσσα καί τήν κοινωνικοπολιτική ὀργάνωσή του, τήν συλλογική ἐμπειρία του στόν χῶρο τῆς καθημερινῆς πράξης.

α΄) Ἡ λατρεία, μόνιμος βιοτικός χῶρος γιά τόν Ἓλληνα-Ρωμηό, διέσωσε τό ὀρθόδοξο ἦθος ὡς καθολική στάση ζωῆς. Ὃταν μιλοῦμε γιά «κιβωτό τοῦ Γένους/Ἔθνους», ἐννοοῦμε κυρίως τήν λατρεία, τήν συνεχῆ παροντοποίηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στό «ἐδῶ καί τώρα» τῆς ἱστορίας. Ἡ πίστη καί ἡ γλώσσα διαφοροποιοῦσαν τόν Ἓλληνα καί τούς ἂλλους Ρωμηούς ἀπό τόν κατακτητή. Ἡ Ὀρθοδοξία λειτουργοῦσε ὡς «κάτι παραπάνω ἀπό θρησκευτικό δόγμα». Ἦταν τό πνευματικό πλαίσιο, μέσα στό ὁποῖο ἐκφραζόταν ἡ ἐθνική συνείδηση, ἐπιτυγχάνοντας τήν ἀδιάκοπη πραγμάτωσή της.

Ἡ ἐνοριακή σύναξη, ἡ μόνη λαοσύναξη πού δέν διακόπηκε ποτέ, μαζί μέ τό μοναστήρι, ἔμειναν τό ἀμετακίνητο κέντρο τῆς πνευματικῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς. Τά μοναστήρια, ἰδιαίτερα, θά λειτουργοῦν ὡς χῶροι πνευματικοῦ καί συνειδησιακοῦ ἀναβαπτισμοῦ, τόποι καταφυγῆς καί προστασίας τῶν διωκομένων καί κέντρα παιδείας καί ἀνανεώσεως.

β) Ἡ Ἐθναρχία ἔγινε χῶρος διασώσεως καί ἀναπτύξεως καί τῆς πολιτικῆς ὓπαρξης τοῦ Γένους, ὂχι μόνο μέ τούς ἀξιωματούχους της (Φαναριῶτες), τούς ἀνωτάτους κρατικούς ὑπαλλήλους {διερμηνεῖς, δραγομάνους τοῦ στόλου, ἡγεμόνες τῶν παραδουνάβιων περιοχῶν}, ἀλλά πρό πάντων στό χῶρο τῆς μικροκοινωνίας, τῆς Κοινότητας. 
Στόν θεσμό τῶν Κοινοτήτων βρῆκε τό ρωμαίικο μιλλέτι τήν πολιτική πραγμάτωσή του καί τήν ἱστορική συνέχειά του στόν κοινωνικό χῶρο. Ὁ κοινοτισμός, μέ θεμέλια ὂχι «ὀρθολογικά» καί οἰκονομικά, ἀλλά πνευματικά(τό φιλάδελφον καί φιλάνθρωπον), ἔγινε τρόπος κοινωνικοπολιτικῆς ὑπάρξεως τοῦ Γένους, μέ κέντρο τόν Ναό γιά ὃλες τίς σωματειακές συσπειρώσεις καί συσσωματώσεις (συντεχνίες), πού ἀκόμη καί τήν ἐπαχθῆ ὀθωμανική φορολογία μπόρεσε νά μεταμορφώσει σέ «ἲση κατανομή τῆς φτώχειας» (Νικ. Σβορῶνος). Ἡ Ἐθναρχία ὃμως μέσω τῆς Κοινότητας, ἔσωσε καί τήν ἑλληνορθόδοξη παιδεία.

γ) Ὁ ὑπόδουλος Ἐλληνισμός δέν βυθίστηκε ποτέ σέ πνευματική νάρκωση ἢ ἀδράνεια. Ὁ λόγος γιά τό «πνευματικό σκοτάδι» τῆς δουλείας ἀληθεύει μόνο γιά τό πλατύ στρῶμα τοῦ Λαοῦ, πού δέν εἶχε τήν δυνατότητα ἀρχικά τοὐλάχιστον, σχολικῆς παιδείας . Μιλώντας ὃμως γιά ἀκμή καί παρακμή τῆς παιδείας, πρέπει νά ἐφαρμόσουμε τά κριτήρια τῆς περιόδου, γιά τήν ὁποία μιλοῦμε. Στήν παράδοση τῆς Ρωμηοσύνης τό βάρος πέφτει πρῶτα στήν πνευματικότητα καί μετά στά γράμματα, τήν σχολική σοφία. 
Ἀκμή γιά τήν Ρωμηοσύνη δέν εἶναι ἡ παραγωγή σοφῶν, ἀλλ’ ἡ ἀνάδειξη Ἁγίων-Θεουμένων. Διότι αὐτοί δημιουργοῦν αὐθεντική κοινωνία. Μέ βάση αὐτό τό κριτήριο ἡ δουλεία δέν ἦταν κατάπτωση γά τήν Ρωμηοσύνη, ἀλλ’ ἀντίθετα συνεχίσθηκε κατ’ αὐτήν ἡ πνευματική ἀκμή τῶν τελευταίων βυζαντινῶν χρόνων (14ου-15ου αἰ.). Ἡ ἡσυχαστική παράδοση, πού ἐκφράζει τήν πνευματική ἀκμή τῆς Ρωμηοσύνης, δέν ἔσβησε στήν δουλεία. Ἡ περίπτωση τῶν Νεομαρτύρων, μέ τούς Πνευματικούς-Γέροντες, πού τούς προετοίμαζαν γιά τήν ὁμολογία τῆς Πίστεως καί τῆς Ἑλληνικότητας, πιστοποιεῖ αὐτή τήν συνέχεια.

Μέ τήν Ἐκκλησία καί τόν κοινοτικό θεσμό σώθηκε, παρ’ ὃλες τίς ἐλλείψεις, καί ἡ ἑλληνική παιδεία. Σημαντικός σταθμός ὑπῆρξε ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Ἐθναρχίας, νά ἱδρύσει τό 1454 τήν Πατριαρχική Σχολή (Ἀκαδημία) στήν Πόλη. Ἡ πρωτοβουλία ἀνῆκε στόν πρῶτο Ἐθνάρχη/Γενάρχη μας Γεννάδιο (Σχολάριο), πρώην καθηγητή. Εἶναι τό ἀρχαιότερο ἐκπαιδευτικό Ἳδρυμα κατά τήν δουλεία, πού καθιστᾶ ἰδιαίτερα ἔκδηλη τήν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας στόν χῶρο τῆς παιδείας, μιά παρουσία, πού καί στούς ἑπόμενους αἰῶνες θά θεωρεῖται αὐτονόητη καί ἀστασίαστη.

Σπουδαῖο ἀκόμη ὁρόσημο ἦταν ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπί Ἱερεμία Β΄ τοῦ Τρανοῦ (1593), νά φροντίσουν οἱ Μητροπολίτες γιά τήν ἳδρυση σχολείων καί τήν ὑποστήριξη γενικά τῆς παιδείας στίς ἐπαρχίες τους. 
Εἶναι ἡ πρώτη ἐπίσημη πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τήν ἀνάπτυξη σχολικῆς παιδείας. Ὁ Ζ΄ κανόνας τῆς Συνόδου ὁρίζει ρητά: «Ὣρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος ἓκαστον ἐπίσκοπον ἐν τῇ ἑαυτοῦ παροικίᾳ φροντίδα καί δαπάνην τήν δυναμένην ποιεῖν, ὣστε τά θεῖα καί ἱερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι΄ βοηθεῖν δέ κατά δύναμιν τοῖς ἐθέλουσι διδάσκειν καί τοῖς μαθεῖν προαιρουμένοις, ἐάν τῶν ἐπιτηδείων χρείαν ἔχουσι». Ἡ ἀπόφαση αὐτή εἶναι καί μιά ἀπάντηση στούς ὑποστηρίζοντες τήν ὓπαρξη τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ» λόγῳ διώξεως τῆς παιδείας, κάτι πού δέν ἀποδεικνύεται μέ ἐπίσημα κείμενα, ἔστω καί ἂν σέ κάποιες περιπτώσεις ἔλαβε χώρα, ἀλλ’ ὡς ἀποτέλεσμα ἀτομικῆς πρωτοβουλίας καί ὑπερβάλλοντος ζήλου τῶν Ὀθωμανικῶν Ἀρχῶν. Ἡ ἐπίδραση αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως ὑπῆρξε γόνιμη. Τά σχολεῖα ἂρχισαν νά πολλαπλασιάζονται καί ἐμφανίσθηκαν οἱ πρῶτοι μεγάλοι εὐεργέτες τοῦ Γένους, πού χρηματοδοτοῦσαν τήν ἳδρυσή τους.

Στήν συνάφεια ὃμως αὐτή ἐγείρεται τό ἐρώτημα: Τί ἦταν στήν οὐσία του τό «κρυφό σχολειό»; Δέν ἦταν κάτι ἂλλο ἀπό τήν ἰδιωτική καί ἀνεπίσημη φροντίδα τοῦ ἐθναρχικοῦ-ἐκκλησιαστικοῦ χώρου γιά τήν παιδεία, τήν κατάρτιση τῶν παιδιῶν στά γράμματα, μέ βάση τά ἐκκλησιαστικά βιβλία («κολλυβογράμματα») καί τήν καλλιέργεια ἐθνικῆς συνειδήσεως (ἱστορία). Καί αὐτό ἔπρεπε νά γίνεται μέ ἀπόλυτη μυστικότητα. Ἔτσι, ὁ γνωστός πίνακας τοῦ Γύζη (Τό κρυφό σχολειό) καί τό γνωστό ποίημα τοῦ ‘Ι. Πολέμη δικαιώνονται, ἂν σκεφθοῦμε ὃτι τά παιδιά, μετά τήν ἐργασία στά χωράφια, τό βραδάκι –μετά τόν Ἑσπερινό- μαζεύονταν γύρω ἀπό τόν παπά τῆς ‘Ενορίας τοῦ χωριοῦ ἢ σέ κάποιο μοναστήρι, γιά νά μάθουν «γράμματα, σπουδάσματα, τοῦ Θεοῦ τά πράγματα» (θεϊκά!) καί γι’ αὐτό πολεμεῖται τό ἀληθινό καί ὑπαρκτό «κρυφό σχολειό», διότι δέν δίδασκε τά «ἂθεα» γράμματα τῆς Εὐρώπης. (Εἶναι ἐνδιαφέρον ὃτι ὁ πολέμιος τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ» ἀείμηστος Καθηγητής Ἂλκης Ἀγγέλου, δέχθηκε σπουδαία ἐπιστημονική ἀπάντηση ἀπό τόν ἐπίσης φιλόλογο Φάνη Κακριδῆ).

5. Μέ τήν ἳδρυση ὃμως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (συμβατικά τό 1830) ἡ Δύση παίρνει τή Revanche. Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση ἐπετράπη, ὃταν φάνηκε νά ἐξυπηρετεῖ τά εὐρωπαϊκά συμφέροντα, μέ τήν μεταβολή της ἀπό οἰκουμενική (μέχρι τόν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη) σέ ἐθνικιστική. Καί αὐτό διότι ἔτσι μόνο, μέ τήν ἀποδοχή τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐθνικῆς -ἢ ὀρθότερα ἐθνικιστικῆς-ἰδέας, διευκολύνθηκε ἡ ἀνάδειξή της σέ δυτικό προτεκτοράτο. Τότε συλλαμβάνεται καί ἀρχίζει νά κυοφορεῖται τό σημερινό μας πρόβλημα μέ τήν Εὐρώπη. Σήμερα, ἁπλῶς προχωρεῖ ἡ συνειδητοποίησή του, λόγω τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Ἐπί τόσες ὃμως δεκαετίες τό πρόβλημα ὑπῆρχε καί μεγεθυνόταν ὑπόγεια καί καταλυτικά.

Ὁ λόγος γιά τή μετατροπή μας σέ εὐρωπαϊκό προτεκτοράτο δέν εἶναι προϊόν εἰκασίας. Ἀπό τό 1830 τελοῦμε ὑπό μόνιμη κατοχή, μέ τήν ψευδαίσθηση τῆς συμμαχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ μικρασιατική ἐκστρατεία, πού δέν ἦταν παρά ἐκτέλεση ἐντολῶν τῶν προστατῶν μας σέ δύο φάσεις, ὣς τήν καταστροφή. Ἡ συνέχεια αὐτῆς τῆς στάσης ἔχει κορυφαῖες στιγμές, ὃπως ἡ δήλωση: «Στρατηγέ, ἰδού ὁ στρατός σας», πρός τόν Βάν Φλήτ, ἢ τό: «’Ανήκομεν εἰς τήν Δύσιν», πού γιά τούς εὐρωπαϊστές μας δέν κλείνεται μόνο στόν πολιτικοστρατιωτικό χῶρο, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καί στόν πολιτιστικό. Ἡ ἀπόλυτη κορύφωση ὃμως τό: «Εὐχαριστοῦμε τήν Κυβέρνηση τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν». Ἡ πολιτική μας Ἡγεσία λειτουργεῖ, κατά κανόνα, ὡς τοποτηρητεία τῶν Ξένων Δυνάμεων στήν Ἑλλάδα, ὃπως ἰδιαίτερα σήμερα.

6. Ἀπό τήν πορεία καί στάση μας μετά τίς δύο μεγάλες Ἁλώσεις διδασκόμαστε πῶς μπορεῖ νά μήν ἔλθει τό τέλος τῆς ἱστορικῆς μας παρουσίας, πού σήμερα, δυστυχῶς, φαίνεται ἀναπόφευκτο. Οἱ δύο ἁλώσεις, ἡ φραγκική καί ἡ ὀθωμανική, δέν ἅλωσαν τήν ψυχή καί τήν συνείδηση τοῦ Γένους/Ἔθνους μας. Σήμερα ὃμως πραγματοποιεῖται -ἂρχισε ἢδη- ἡ Τρίτη Ἅλωση, ἢ μᾶλλον βρισκόμαστε στό τελικό στάδιό της. Ἡ ἅλωση τοῦ 1204 ὁλοκληρώνεται σήμερα, πού τά σύνορά μας βρίσκονται μέσα στήν ψυχή μας. Δέν εἶναι κυρίως γεωγραφικά, ἀλλά πνευματικά καί συνειδησιακά. Ἡ ψυχή μας ἀπειλεῖται μέ νέα μεγάλη ἅλωση, τήν Τρίτη καί ἀποφασιστικότερη, πού ἲσως ἀποδειχθεῖ τελεσίδικη.Ἡ Ὑπερδύναμη τῆς Νέας Ἐποχῆς, μέ ὃλες τίς συνιστῶσές της , ἔχει ἀποβεῖ «καθολική μας μητρόπολη», κατά τόν ἀείμνηστο ἱστορικό Κωστή Μοσκώφ καί μόνιμο σημεῖο ἀναφορᾶς, πού καθορίζει σύνολο τόν ἐθνικό μας βίο, καί αὐτό τό φρόνημά μας, μέ τήν ἐξωπροσδιοριζόμενη παιδεία. Σ’ αὐτό τό σημεῖο θά ἐπαναλάβω ἓνα λυγμικό λόγο τοῦ ἀειμνήστου Δασκάλου μου Νικολάου Τωμαδάκη: «Ἐλᾶτε –γράφει- νά μνημονεύσωμεν τήν Ἅλωσιν! Ποίαν; Τήν ἐκ τῶν ἔνδον ἐπελθοῦσαν; Τήν αὐτοάλωσιν ἢ τήν βίᾳ διά τῆς τουρκικῆς σπάθης πραγματοποιηθεῖσαν τό 1453; Ποία εἶναι ἡ δραματικωτέρα, ἢ χειροτέρα; Διά ποίαν εὐθυνόμεθα περισσότερον; Ἀπό ἐκείνην, ἡ ὁποία μᾶς ἔδωκε τά παραδείγματα καί τήν ἐλπίδα; Ἢ ἀπὀ τήν τωρινήν, ἡ ὁποία καταλύει τήν πίστιν;». Αἰωνία η μνήμη τοῦ σοφοῦ Διδασκάλου!

Ἀπό τήν ἳδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους οἱ ἐκδυτικισμένοι εὐρωπαϊστές καί σύμφωνα μέ τά σημερινά δεδομένα, ἐκσυγχρονιστές (δηλαδή νεωτεριστές καί μετανεωτεριστές), φαίνεται ὃτι ἔχουν στίς ἀντορθόδοξες προοπτικές τους, τήν «ἀλλαγή» τοῦ Ἔθνους, ὡς διαστροφή καί καταστροφή τῆς ταυτότητάς του. Ἢδη οἱ ὀπαδοί τῆς Βαυαροκρατίας ἔβαλαν στό στόχαστρό τους τά Μοναστήρια καί τόν ἐκκλησιαστικό χῶρο (1833 κ.ἑξ.). Διότι οἱ Εὐρωπαῖοι καί εὐρωπαϊστές γνωρίζουν καλά, ὃτι ὁ χῶρος αὐτός ἐξασφαλίζει τήν συνέχεια τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης καί τῆς συνοχῆς τοῦ Ἔθνους μας. Τό πνεῦμα τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ παραμένει ἔκτοτε συνδεδεμένο μέ τόν ἐπαρχιωτισμό καί τήν ἡττοπάθεια μπροστά στή Δύση, πολιτικά καί θρησκευτικά, δημιουργώντας στό Ἔθνος συνείδηση προτεκτοράτου. Ἡ ἀδυναμία βιώσεως τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσηςς ἀπό τούς ἐκδυτικισμένους Ἡγέτες μας ὃλων τῶν ἰδεολογικῶν ἀποχρώσεων ἐξασθενίζει τίς ἀντιστάσεις τους καί τίς ἐκμηδενίζει, ὁδηγώντας καί στήν ἀδυναμία ὀρθῆς ἀποτίμησης τοῦ πολιτισμοῦ μας καί τῆς ἱστορίας μας, μέ ἀποτέλεσμα νά αἰσχύνονται γιά τήν ταυτότητά τους. Πῶς, λοιπόν, ν’ ἀγωνισθοῦν ὑπέρ τοῦ Ἔθνους καί τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσής του;

Καί στίς ἡμέρες μας στά ὃρια τοῦ λεγομένου «χωρισμοῦ» Ἐκκλησίας – Πολιτείας, ἐπιδιώκονται καί πραγματοποιοῦνται, βαθμιαῖα, πολιτειακά μέτρα, πού ἀποδομοῦν ὂχι μόνο τόν ἐκκλησιαστικό, ἀλλά καί τόν ἐθνικό μας βίο. Στό πλαίσιο αὐτό ἢδη ἔχουν μεταξύ ἂλλων ἐπιβληθεῖ: ἀποποινικοποίηση τῶν ἀμβλώσεων καί τῆς μοιχείας, αὐτόματο διαζύγιο΄ άπάλειψη τοῦ θρησκεύματος ἀπό τίς ταυτότητες, γιά τήν ἱκανοποίηση τῶν Κέντρων ἐξαρτήσεώς μας΄ ἀπομάκρυνση τῶν Κληρικῶν ἀπό τά σχολεῖα καί παρακώλυση τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἐπαχθή φορολόγηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ὡς νά ἀνῆκε στούς Κληρικούς καί ὂχι στό Λαό τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί παρεμπόδιση τοῦ πνευματικοῦ της ἔργου, μέ τόν περιορισμό τῶν χειροτονιῶν΄ θέσπιση τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν καί τῶν χριστιανῶν, ἐπαχθεῖς φορολογήσεις καί περικοπές τῆς μισθοδοσίας τῶν πολιτῶν καί τῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περίθαλψής τους΄ σκανδαλώδης ἀποφυγή ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καί ἀτιμωρησία, μέ ἀποτέλεσμα τήν αὒξηση τῆς τρομοκρατίας καί παρανομίας΄ διαιώνιση τῆς ἀνυπαρξίας ἀποφασιστικῆς καί ὀρθολογικῆς μεταναστευτικῆς πολιτικῆς, πού ἀποβαίνει εἰς βάρος τῶν Πολιτῶν τῆς Χώρας μας, ἀλλά καί αὐτῶν τῶν μεταναστῶν, μέ τήν διευκόλυνση τῆς λαθρομετανάστευσης΄ μειοδοσία στά ἐθνικά μας θέματα καί ἀπεμπόληση τῶν ἐθνικῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων μας΄ ἀλλοίωση καί παραχάραξη τῆς ἱστορίας τοῦἜθνους μας καί προώθησή της στήν ἐκπαίδευση μέ τά σχολικά βιβλία. Ὂχι δηλαδή μόνο ἡ πίστη καί ὁ ἐκκλησιαστικός μας βίος, ἀλλά ὁλόκληρος ὁ ἑλληνορθόδοξος πολιτισμός μας πλήττεται θανάσιμα. Καί ὃλα αὐτά «διά νά γίνωμεν τέλειοι Εὐρωπαῖοι ἐξωτερικῶς, μέ ὃλα τά γνωρίσματα, ἑνός καταρρέοντος κοινωνικοῦ συστήματος, ἀπίστου, ἀθρήσκου, ραθύμου …». (Ν. Τωμαδάκης).

Οἱ κινήσεις ὃμως αὐτές τῶν αὐτοκτονούντων ἐθνοκτόνων μας ἐνισχύονται ἀπό τήν πέμπτη φάλαγγα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου, τούς μεταπατερικούς Κληρικούς καί κατ’ ἐπάγγελμα Θεολόγους, τούς «συνευδοκοῦντας τοῖς πράσσουσι» (Ρωμ. 1,32) τήν ἀνομίαν. Ἡ διάσπαση δέ τῆς Ἱεραρχίας εὐνοεῖ ἀποφασιστικά τήν προώθηση καί ἐπιβολή τῶν ἀνατρεπτικῶν καινοτομιῶν. 
Ὃπως τόν 19ο αἰώνα, ἔτσι καί σήμερα, δυστυχῶς, δεσπόζουν «ὑδαρεῖς» -κατά τόν ἀείμνηστο καθηγητή Χρῆστο Ἀνδροῦτσο- Κληρικοί, συσχηματιζόμενοι μέ τά μέτρα τῆς Πολιτικῆς Ἡγεσίας, γιά λόγους προοδευτισμοῦ ἢ διεκδίκησης προσωπικῶν ὠφελημάτων. Ἐπειδή δέ τά πνευματικά συμπορεύονται πάντοτε μέ τά πολιτειακά, πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε, ὃτι ἡ πνευματική καί πολιτιστική ἀποδόμηση τοῦ Ἔθνους ἔχει σημαντικό ἀντίκτυπο καί στά ἐθνικά θέματα σέ κάθε περίοδο τῆς ἱστορίας μας. Καί αὐτό τό ζοῦμε σήμερα μέ τή νέα κατοχή μας καί πάλι ἀπό τήν Φραγκία, ὃπως τό 1204! 
Ἡ διαφορά τῆς προϊούσας σήμερα Τρίτης Ἁλώσεως ἀπό ἐκεῖνες τοῦ 1204 καί τοῦ 1453 εἶναι, ὃτι τότε ἡττηθήκαμε, ἐνῶ σήμερα προχωρήσαμε στήν ἅλωση μέ τήν συγκατάθεσή μας, θεωρώντας την μάλιστα ὡς σωτηρία!

Ἡ Δύση πῆρε ἐπιτέλους τήν «ρεβάνς» (revanche) ! Τώρα πραγματοποιεῖ τόν μακραίωνα πόθο της, τήν ὁλοκληρωτική διάλυση τοῦ Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων. Ἐντασσόμενοι στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἐκάμαμε τόσους πανηγυρισμούς, διότι θεωρήσαμε τό γεγονός ὡς σωτηρία μας. Ὁ Θεός ἐπέτρεψε, γι’ αὐτό, νά μᾶς ἀπογοητεύσει ἡ Εὐρώπη ἐκεῖ πού στηρίξαμε «τήν πᾶσαν ἐλπίδα» μας, στά οἰκονομικά, γιά νά εἶναι εὐκολότερη ἡ ἀφύπνισή μας .Ἔτσι, ἡ ἱστορία παίρνει τήν ἐκδίκησή της! Ξεχάσαμε τόν Θεόν τῶν Πατέρων ἡμῶν καί πιστεύουμε στήν ἀπολυτοποιημένη «ἀξία» τοῦ οἰκονομισμοῦ. Δέν ἀνοίξαμε καμμιά κερκόπορτα, ἀλλά τίς πύλες τῆς ψυχῆς καί καρδιᾶς μας, γιά νά μᾶς ἀλλοτριώσει καί νά μᾶς συντρίψει ἡ σημερινή Δύση.

Εὐτυχῶς ὅμως ὑπάρχει -εἶναι βέβαιο- καί ἡ «μαγιά» τοῦ Μακρυγιάννη. Σ’ αὐτήν ἀνήκουν ὅσοι σημερινοί Ἑλληνες μένουμε πιστοί στήν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγίων μας καί τόν Σωτήρα μας Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Οἱ ἀληθινοί πατερικοί καί Ὀρθόδοξοι. Αὐτοί μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μας, θά ἀναστήσουν τό Ἔθνος, σέ κάποιο νέο ’21, ὅταν ὁ Θεός τό ἐπιτρέψει!


https://christianvivliografia.wordpress.com/

Η Άλωση της Πόλης και ο προφητικός θρήνος του Αγίου Συμεών

*Οι εποχές που προηγήθηκαν από την άλωση της Πόλης έχουν πολλές ομοιότητες με την δικά μας σήμερα. Τότε μεγάλοι και σοφοί πατέρες της Εκκλησίας και του Γένους προείδαν τον κίνδυνο, μίλησαν προφητικά, ζήτησαν από τους άρχοντες και τον λαό να ανανήψουν, να μετανοήσουν.

-Σήμερα ημέρα μνήμης του μεγάλου πόνου για την πτώση της Βασιλευούσης. Μνήμη των θανατώσεων, των βασανισμών, των εξανδραποδισμών, των διωγμών, των ταπεινώσεων, των παιδομαζωμάτων, των εξισλαμισμών και των λοιπών αμέτρητων ταλαιπωριών που υπέστη ο Ορθόδοξος λαός πριν από την άλωση στις γύρω από την Βασιλεύουσα πόλεις και επαρχίες, κατά την Άλωση στην ίδια την Βασιλεύουσα και μετά από αυτήν σ’όλο τον υπόδουλο Ορθόδοξο χώρο.

Όσο η αυτοκρατορία εσυρρικνούτο, τόσο τα δεινά από την επέλαση των Οθωμανών γίνονταν δυσβάστακτα και αφόρητα. Η ελπίδα για ελευθερία και αναβίωση της χριστιανικής πολιτείας φαινόταν να απομακρύνεται τραγικά. Πρώτα η Μικρά Ασία, ύστερα η Ανδριανούπολη και κατόπιν η Θεσσαλονίκη και πιο νωρίς απ’αυτές οι μακρινές επαρχίες περιήλθαν στον Οθωμανικό ζυγό. Η Βασιλεύουσα ασφυκτιά, αλλά τρέφει αγαθές ελπίδες, επειδή πιστεύει στην προστασία της Υπερμάχου Στρατηγού και στους οικτιρμούς του φιλανθρώπου Υιού της.

Όμως η βουλή του Θεού ήταν η Πόλη να τουρκέψει. Ο Ορθόδοξος λαός μας θρηνολογούσε το γεγονός με τα δημοτικά του τραγούδια. Η Άλωση της Πόλης δεν ήταν πια μια άλωση κοντά στις άλλες που προηγήθηκαν. Έγινε σύμβολο. Το Γένος ζει την Μεγάλη του Εβδομάδα, ζει την εις Άδου κάθοδό του: “πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’Άγια, γιατί’ναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει” και θα συνεχίσει ο ποιητής με τον ελπιδοφόρο αναστάσιμο τόνο:“πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ναι”. Οι στίχοι αυτοί μας θυμίζουν τον ύμνο που ψάλλεται το Μέγα Σάββατο: “σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία”.

Ο Ορθόδοξος λαός ανεβαίνει στον γολγοθά και υφίσταται το πάθος. Πονούμε γι’αυτό, όπως πόνεσε το Γένος. Ο μακαρίτης Φώτης Κόντογλου, στο Θρηνητικό Συναξάρι, περιγράφει ως εξής το πάθος του Γένους: “Μεγάλη Εβδομάδα γίνηκε η ζωή μας, το ‘Σήμερον κρεμάται επί ξύλου’ γίνηκε το τραγούδι μας, ο Χριστός νεκρός, σταυροχεριασμένος μέσα στο μνήμα του, αυτό γίνηκε το εικόνισμά μας”.

Πονούμε για την μεγάλη δοκιμασία του Γένους, γιατί πολλές ψυχές, αστήρικτες στην πίστη, δεν άντεξαν, λύγισαν και εγκατέλειψαν την χριστιανική ζωή και την ίδια την πίστη τους. Ο Άγιος Συμεών, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, θρηνεί για την πτώση αυτή των Χριστιανών της επαρχίας του. Το κείμενό του είναι ενδεικτικό της καταστάσεως που ακολούθησε και την Άλωση της Βασιλευούσης. Γράφει:

“Που είναι σήμερα ένας ζηλωτής της ευσεβείας; Που είναι ένας να ποθεί να κακοπαθήσει για την (Ορθόδοξο) πίστη; Που είναι ένας να βδελύσσεται τα έργα των απίστων; Δεν υπάρχει κανείς. Όλοι σχεδόν δείχνουν ζήλο για την ζωή των απίστων. Τις εναγείς πράξεις τους τις θεωρούν αγαθές, θαυμάζουν και ποθούν τον πλούτο, επαινούν και επιζητούν την πρόσκαιρη τρυφή που αποπνέει δυσωδία και εκπηγάζει σκώληκες. Και χάριν αυτής της τρυφής προδίδουν, αλλοίμονο και τους Χριστιανούς στους απίστους και τα χριστιανικά πράγματα…Αλλά και πολλοί ανόητοι, με τον παραμικρό πειρασμό…γίνονται αποστάται και αρνηταί του Θεού και συναριθμούν οι ταλαίπωροι τους εαυτούς των με τους ασεβείς… Ποιός να μη θρηνήσει γι’αυτά; Ποιός, έστω κι αν έκλαιγε σ’όλη του τη ζωή, θα πενθούσε γι’αυτούς αρκετά; Γι’αυτούς που χάθηκαν, για τους υβριστάς του Θεού, γι’αυτούς που υποδουλώθηκαν στους δαίμονες για την πρόσκαιρη ζωή, για την φθαρτή ηδονή, για την άθεη και ρυπαρή ζωή;”.

*από το βιβλίο: “Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ- ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ” (Ιερομόναχου Λουκά Γρηγοριάτου) – Εκδόσεις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους 2012.

Ο μύθος περί ’’Βυζαντινής αυτοκρατορίας’’ και ’’Βυζαντινών’’




Σήμερα, σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά, δυστυχώς, ακόμα και μέσα στην πατρίδα μας, οι περισσότεροι μιλάνε για ’’Βυζαντινή αυτοκρατορία’’ και για ’’Βυζαντινούς’’. Οι όροι Ρωμανία και Ρωμηός, σπάνια χρησιμοποιούνται.
Εμείς, όμως, οι Έλληνες, δεν δικαιολογούμαστε να αγνοούμε την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι, ότι αυτοκρατορία με το όνομα ‘’Βυζαντινή’’ δεν υπήρξε στην πραγματικότητα ποτέ.
Οι Κωνσταντινουπολίτες, μέχρι και την Άλωση, αναφέρονται σε όλες τις ιστορικές πηγές ως Ρωμαίοι ή Ρωμηοί και η αυτοκρατορία ως Ρωμαϊκή. Ακόμα και η λαϊκή μούσα, θρηνολογώντας την πτώση της Βασιλεύουσας, αφοπλίζει κάθε δυτική ιστοριογραφική ασέλγεια, λέγοντας: ’’Η Ρωμανία πάρθεν’’.

Τους όρους ’’Βυζαντινός’’ και ’’Βυζαντινή αυτοκρατορία’’ δεν τους συναντάμε πουθενά. Τους επινόησε ο Γερμανός ιστορικός Ιερώνυμος Βόλφ, εκατό χρόνια μετά την Άλωση, δηλαδή το 1562, για να εξυπηρετήσει γεωπολιτικά συμφέροντα των Φράγκων εις βάρος των Ρωμηών.
Όπως τότε, έτσι και στις μέρες μας, οι απόγονοι του Βόλφ, δηλαδή οι σημερινοί μας ’’σύμμαχοι’’ και ’’εταίροι’’, συνεχίζουν με τον ίδιο φανατισμό, να επιβάλλουν διεθνώς την χρήση των όρων ’’Βυζαντινή αυτοκρατορία’’ και ’’Βυζαντινός’’, αρνούμενοι, εντελώς ανιστόρητα, κάθε σχέση των Ελλήνων με την Ρωμανία και την Ρωμηοσύνη.
Πολύτιμοι σύμμαχοί τους, σ’ αυτή την ανθελληνική προπαγάνδα, αναδεικνύονται, κάθε τόσο, οι λογής-λογήςιθαγενείς συνεργάτες τους, οι οποίοι σοφίζονται το παν, ώστε η Ελλάδα μας να φαίνεται εντελώς ξεκομμένη από την Ρωμιοσύνη, να μην συνδέεται με τους Έλληνες Αυτοκράτορες της Ρωμανίας, να είναι αποξενωμένη από τους Έλληνες Πατέρες της καθ’ ημάς Ανατολής και να ψάχνει για προγόνους κατευθείαν στην Αρχαιότητα, λες και προκύψαμε ως Έθνος, στα 1821, ξαφνικά από παρθενογένεση.
Για κάθε ιστορική απόδειξη, που βεβαιώνει την αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια του Γένους μας, οι δυτικοί τρέφουνε μίσος άσβεστο. Έτσι ερμηνεύεται και το γεγονός, ότι στο Μουσείο ιστορίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, τα εκθέματα, ενώ θα όφειλαν να αρχίζουν χρονολογικώς από την πανάρχαια πολιτισμική παρουσία των Ελλήνων στην γηραιά ήπειρο, αρχίζουν από τον Καρλομάγνο, δηλαδή, μόλις από το 800 μετά Χριστόν!
Να, λοιπόν, γιατί ονομάζουνε την αυτοκρατορία μας ’’Βυζαντινή’’, αποσιωπώντας ταυτόχρονα κάθε μας σχέση με την Ρωμηοσύνη και την Ορθόδοξη Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Για να ξεχάσουμε απαράγραπτα ιστορικά μας δικαιώματα και να παραιτηθούμε από κάθε αυτονόητη γεωπολιτική και πολιτισμική μας διεκδίκηση.
Να, γιατί – ενώ καμώνονται οι εταίροι μας το αντίθετο- μας κρατάνε με το ζόρι δεμένους πίσω από το άρμα μιας Ευρώπης του φιλιόκβε, του σχολαστικισμού, του αλάθητου, του πρωτείου, της ουνίας, του ορθολογισμού και της λεγόμενης πολιτικής ορθότητας.
Για να μην ξυπνήσουμε ποτέ από τον λήθαργο της πολιτισμικής και πνευματικής μας αφασίας και πάρουμε χαμπάρι ποιοι ήμασταν, ποιοι είμαστε, τι δικαιούμαστε και τι μας πρέπει.
Εμείς δεν είμαστε ’’Βυζαντινοί’’ ούτε και την αυτοκρατορία μας την λένε ‘’Βυζαντινή’’. Τις ενοχές του δυτικού μαύρου μεσαίωνα, δεν θα τις φορτωθούμε με το ζόρι, μέσα από αλλαγές ονομασιών.
Εμείς είμαστε Ρωμηοί, απόγονοι Ρωμηών αυτοκρατόρων και, πολιτισμικώς, δικαιούχοι και συνεχιστές του πνεύματος της Ρωμηοσύνης. Δηλαδή, του πνεύματος των ησυχαστών Πατέρων της Εκκλησίας μας, των εραστών του ουρανίου αθλήματος της κάθαρσης, του φωτισμού και της θέωσης.
Τελικά, οι αγεφύρωτες διαφορές μας με τους δυτικούς, δεν έχουν βάση ούτε οικονομική ούτε νοοτροπίας. Ξεκινάνε από πολύ βαθιά και είναι τάξεως πνευματικής. Άλλη η θεολογία των δυτικών και άλλη η δική μας.

Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ, ιατρός

Προσευχή του Αγίου Ανδρέου προ της μακαρίας κοιμήσεώς του


«Ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ζωοποιὸς καὶ ὁμοούσιος, σύνθρονος καὶ ἀμέριστος, παρακαλοῦμέν Σε οἱ πένητες, οἱ ξένοι, οἱ πτωχοὶ καὶ γυμνοί· οἱ μὴ ἔχοντες ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου κλίνομεν τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τῆς καρδίας καὶ τοῦ πνεύματος καὶ δεόμεθά Σου καὶ ἱκετεύομέν Σε, τὸν Θεόν, τὸ φοβερὸν ὄνομα Σαβαώθ· ἀγαθὲ καὶ ἅγιε Δέσποτα, πλαστουργέ, ποιητά, παντοκράτωρ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ πρόσδεξε εὐμενῶς τὴν ἱκετήριον δέησιν ἡμῶν τῶν ταπεινῶν καὶ ἀξίωσόν μας νὰ ἁγιασθῶμεν, ἐν τῇ δυνάμει καὶ τῷ ὀνόματί Σου, Κύριε, οἰκτίρμον, ἐλεῆμον, μακρόθυμε καὶ πολυέλεε. Ἐλθέ, Πατέρα, Υἱὲ καὶ Πνεῦμα Ἅγιο· ἐλθέ, τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μετὰ συμπαθείας διὰ τὰ παραπτώματά μας, τὰ ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ ἐν ἐνθυμήσει ἢ διανοίᾳ. Πάριδε καὶ ἄφες ταῦτα ἀγαθέ, εὔσπλαχνε, ἐλεῆμον, πολυέλεε. Καὶ μὴ μᾶς καταισχύνῃς· μὴ μᾶς ἀπορρίψῃς ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου· Σύ, ὁ Ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ὑπερβολικὴν καὶ γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν, κάμπτεσαι ἀπὸ τὰς προσευχὰς τῶν φίλων Σου».

Πόλεμος Αρμαγεδδώνα, η έβδομη φιάλη, ο μέγας σεισμός

Παιδί,το περιβόλι μου!



Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις, 
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις. 

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα, 
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του, 
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις, 
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας. 

Κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι, 
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα. 
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, (γίνε) διαφεντευτής. 

Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, 
πέσουν καιροί οργισμένοι, 
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, 
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια. 

Μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! 
Τράβα, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, 
κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, 
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα. 

Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να ‘ρθει, 
κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων. 
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει, 
κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα.


Κωστής Παλαμάς

Τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και οι ιεροί Πατέρες



Ο Κύριος εφοδίασε την Εκκλησία με το αλάθητο, παραμένοντας μαζί της πάντοτε "εις τον αιώνα" και οδηγώντας αυτήν δια του Αγίου Πνεύματος "εις πάσαν την αλήθειαν".
Η Εκκλησία είναι ο φύλακας και ο αυθεντικός ερμηνευτής της θείας Αποκάλυψης και διατυπώνει τις αλήθειες ή με το κήρυγμα και τη διδασκαλία των Αποστόλων και των Πατέρων ή με τις αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, όπου ομόφωνα οι Πατέρες διακηρύσσουν την αλήθεια, όσες φορές αυτή παραχαράσσεται από την αίρεση,η οποία δημιουργεί σύγχυση και ταραχή στις συνειδήσεις των πιστών. Ως παράδειγμα επισήμου διατυπώσεως του δόγματος, είναι το δόγμα του Ομοουσίου που θεσπίστηκε στη Νίκαια από 318 θεοφόρους Πατέρες καθώς και το δόγμα "των δύο φύσεων εν Χριστώ", που διατυπώθηκε στη Χαλκηδόνα.
Έτσι, τα επίσημα δόγματα διατύπωσε η Εκκλησία με σύμβολα και όρους των Οικουμενικών Συνόδων (οι Α' και Β' Οικουμενικές Σύνοδοι διετύπωσαν το ισχύον σύμβολο της Πίστεως-Πιστεύω) και των Τοπικών Συνόδων που εγκρίθηκαν από αυτές. Τα άλλα δόγματα που διδάσκει η Εκκλησία πορίζεται κυρίως από τους Ιερούς Πατέρες, των οποίων η ομόφωνη γνώμη, μαρτυρία και διδασκαλία, θεωρείται ως αυθεντική μαρτυρία της πίστεως της Εκκλησίας.
Πράγματι, στην Ορθοδοξία οι ιεροί Πατέρες θεωρούνται ως οι αψευδείς μάρτυρες της ιερής παραδόσεως, δηλαδή του "ό,τι πάντοτε,πανταχού και υπό πάντων επιστεύθη", σύμφωνα με το Βικέντιο Λειρίνου. Όλοι οι Πατέρες ομολογούν την πίστη στην Ιερή Παράδοση, αποφαινόμενοι ό,τι και ο Μ. Βασίλειοις λέγει:'των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμενων δογμάτων και κηρυγμάτων τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των Αποστόλων Παραδόσεως, διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παραδεξάμεθα, άπερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν".
Οι Ιεροί Πατέρες διατυπώνοντας και διευκρινίζοντας το περιεχόμενο της πίστεως κατά των πολυειδών επιθέσεων, συμπεριέλαβαν στο έργο τους όλη την παράδοση της Εκκλησίας, της οποίας είναι αυθεντικοί μάρτυρες. Γι' αυτό και οι μαρτυρίες τους χρησιμεύουν σαν βάση στις επίσημες διατυπώσεις των δογμάτων στις Οικουμενικές Συνόδους και αποτελούν πλούσια πηγή για τη διατύπωση πλήρους δογματικού συστήματος.
Με τη θεολογική και τη φιλοσοφική θεωρία οι αρχαίοι Πατέρες της Εκκλησίας επιδίωξαν να διαφωτίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο το περιεχόμενο των θείων δογμάτων, να προσεγγίσουν αυτά στο ανθρώπινο πνεύμα και να συγκροτήσουν συστηματική έκθεση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας. Αναπτύσσουν τα δόγματα με βάση την Αγία Γραφή και την Ιερή Παράδοση, χρησιμοποιώντας τη Φιλοσοφία και την ελληνική σκέψη και γλώσσα "επικουρικώς" μόνο ως βοηθητικά μέσα και όργανα. Η φιλοσοφία χρησιμοποιείται ως "θεραπαινίδα" της θεολογίας και συμβάλλει εις το οικονομείν εν κρίσει την αλήθειαν των ημετέρων δογμάτων" (Γρηγ. Ναζιανζηνός).
Τα δόγματα ως αποκάλυψη Θεού και αιώνιες αλήθειες που βρίσκονται συνεπτυγμένες ή ανεπτυγμένες ή "εν οπέρματι" μέσα στην Αγία Γραφή, δεν υπόκεινται σε μεταβολή, εξέλιξη ή πρόοδο ως προς την ουσία. Τα ίδια δόγματα διατυπώθηκαν "καινώς" για πληρέστερη κατανόηση από τους πιστούς. Ούτε χωρίζονται τα δόγματα σε κύρια και δευτερεύοντα, ουσιώδη και επουσιώδη, μικρά και μεγάλα, γιατί όλα είναι ισόκυρα, ως "δόγματα Θεού". Το γαρ επί δόγμασιν είτε μικροίς είτε μεγάλοις, αμαρτάνειν, ταυτόν εστίν. Εξ αμφοτέρων γαρ ο νόμος του Θεού αθετείται" (Ταράσιος Κων/πόλεως).
Κάθε άρνηση του δόγματος οδηγεί στην αίρεση, στην παραχάραξη και παραποίηση της αλήθειας (Αρειανισμός, Νεστοριανισμός, Πνευματομάχοι κ.λπ.) και τους αιρετικούς ανέκαθεν η Εκκλησία απέκοπτε από το σώμα της ως "μέλη σεσηπότα", προκειμένου να μη μολυνθεί και το υγιαίον σώμα. Έτσι ενήργησε προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Άρειο και τους αιρεσιάρχες όλων των εποχών, οι οποίοι επέμεναν να διδάσκουν αιρετικές και καινοφανείς διδασκαλίες.
Κορυφαίοι αρχαίοι Πατέρες της Εκκλησίας που μόχθησαν για αντιμετώπιση των αιρέσεων και τη διατύπωση των ορθόδοξων δογμάτων είναι, ο Μέγας Αθανάσιος, "στύλος της Ορθοδοξίας" καθώς και οι θαυματουργοί άγιοι Νικόλαος και Σπυρίδων κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδο. Αυτοί διακρίθηκαν ανάμεσα στους 318 θεοφόρους Πατέρες που τη συγκρότησαν.
Είναι επίσης οι τρεις ιεράρχες και Οικουμενικοί διδάσκαλοι Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος ο Νύσσης και στη Δύση κυρίως οι Αγουστίνος και Ιερώνυμος. Οι Εκκλησιαστικοί αυτοί Πατέρες συνέβαλαν αποφασιστικά στην καταπολέμηση των ποικίλων αιρέσεων και στη διατύπωση του Ορθόδοξου δόγματος με πολυειδείς πραγματείες απολογητικής-και πολεμικής χροιάς κατά των πολεμίων της αλήθειας.
Τους αγίους αυτούς Πατέρες και ιδιαίτερα αυτούς που συγκρότησαν την Α' Οικουμενική Σύνοδο τιμά σήμερα η Εκκλησία μας ψάλλοντας: "Τας μυστικάς του Πνεύματος σάλπιγγας, τους θεοφόρους Πατέρας ανευφημήσωμεν, τους μελωδήσαντας εν μέσω εκκλησίας, μέλος εναρμόνιον θεολογίας, Τριάδα Μίαν, απαράλλακτον, ουσίαν τε και θεότητα, τους καθαιρέτας Αρείου και Ορθοδόξων προμάχους".

Γράφει για τις ΑΚΤΙΝΕΣ ο Κων. Χαρ. Κορλός, θεολόγος

Μην ποτίζεις τα αγκάθια...



Ο γέροντας, πατήρ Πορφύριος, παρουσίαζε με απλό παραστατικό και κατανοητό τρόπο, τα μυστικά του πνευματικού αγώνα.

Μας έλεγε: <Τι είναι χριστιανικός αγώνας; Να, η ψυχή είναι ένας κήπος χωρισμένος σε δύο μέρη. Στον μισό φυτρώνουν αγκάθια, στον άλλο μισό λουλούδια. Και έχομε μια δεξαμενή νερού ( τις δυνάμεις της ψυχής ) με δυο βρύσες και δυο αυλάκια. Η μια κατευθύνει το νερό στα αγκάθια και η άλλη στα λουλούδια. Κάθε φορά μόνο μια βρύση μπορώ να ανοίξω...

Αφήνω απότιστα τα αγκάθια και μαραίνονται, ποτίζω τα λουλούδια και ανθίζουν >. Ο Γέροντας δεν μιλούσε για μονομερή δαιμονισμό ή αγγελισμό της ψυχής. Την έβλεπε, όπως πράγματι είναι, επηρεασμέν και απο δαίμονες και απο αγγέλους. Δεν ήθελα να βλέπει το Χριστιανό να αγωνίζεται αρνητικά, ασχολούμενον με το ξερίζωμα των αγκαθιών.

Ήθελε να τον βλέπει να αγωνίζεται θετικά, ασχολούμενον με το πότισμα των λουλουδιών, αφού αυτός ο αγώνας, έχει σαν αποτέλεσμα την άνθιση των λουλουδιών - αγγελικών αρετών και ταυτόχρονα τον μαρασμό των αγκαθιών - δαιμονικών παθών.

Aγίου Πορφυρίου  

“Μεγάλη οργή θα έλθει στον κόσμο”

..Πιστεύω, αν θέλει και ο Θεός, να φύγω γρήγορα. Πρέπει και να φύγω, γιατί, όπως βλέπω, ο κόσμος όλος όλον εις το πονηρόν τρέχει, σαν αμαρτωλός εις την αμαρτία. Ακράτητοι είναι οι άνθρωποι και λαός και κλήρος, σαν τα αχαλίνωτα άλογα, τρέχουν εις την αμαρτία – ούτε συλλογίζονται Θεό, θάνατο, κρίση, ανταπόδοση, τίποτε – τίποτε, μόνο για την ύλη, για το σώμα, για τις ηδονές, για τις τιμές. Για την ψυχή, για τον Θεό, για την αρετή; τίποτε. Πολύ ολίγοι είναι εκείνοι που έχουν αληθινά ενδιαφέροντα και ίσως χάριν αυτών των ολίγων κρατεί ο Θεός τον κόσμο.

...Ο Σατανάς κάνει την τελευταία έφοδο και εις αυτά τα χρόνια που ευρισκόμεθα μεγάλη θλίψη και μεγάλη οργή θα έρθει εις τον κόσμο 

Στην εποχή του Προφήτου Ιερεμίου ο Θεός απεφάσισε να τιμωρήσει τους Ισραηλίτες πολλές φορές και ο Ιερεμίας παρακαλούσε τον Θεό να λυπηθεί το πλάσμα του, τον λαό του και να μην τους τιμωρήσει, για τις αμαρτίες του. Μια φορά. όμως, λέγει του Ιερεμίου θα την καταστρέψω την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας τότε άρχισε να παρακαλεί – Θεέ μου μη την καταστρέψεις και μη τους τιμωρήσεις.., αλλά ο Θεός του είπε – μη με παρακαλάς δεν σε ακούω, θα την παραδώσω εις τους Βαβυλωνίους, που ήδη είχαν πλησιάσει την Ιερουσαλήμ. Τότε λέει ο Ιερεμίας στον Θεό – πως είναι δυνατόν να μπούνε μέσα οι εχθροί που είναι ισχυρά τα τείχη; Εγώ θα ανοίξω τις πόρτες, απάντησε ο Κύριος, για να μπουν. Εάν δεν την παραδώσω εγώ δεν μπαίνουν, αλλά εγώ θα την παραδώσω… 
Αύριο το πρωί θα καθίσεις σε ένα υψηλό μέρος και θα δεις πως θα την παραδώσω..

Και είδε έναν Άγγελο που πήγε και άνοιξε την Ανατολική θύρα και πήρε τα κλειδιά, κατόπιν στην Δυτική, Νότιο και Βόρειο και τα τοποθέτησε κάτω από μια πέτρα, λέγοντας: Δέξου πέτρα τα κλειδιά της πόλεως αυτής της αμαρτωλού και να τα φυλάξεις εώς ότου επιστρέψουν οι αιχμάλωτοι και κατόπιν εφώναξε ο Άγγελος – Είσελθε η δύναμις των Χαλδαίων και εμπήκαν οι εχθροί μέσα, έσφαξαν και ερήμωσαν και επήραν πολλούς αιχμαλώτους και μαζί με αυτούς και τον Ιερεμία..

Λοιπόν μεγάλη οργή θα έρθει. Πολλά γίνονται, ιδίως δύο μεγάλα κακά, η ασέλγεια και οι εκτρώσεις που κάνουν οι γυναίκες. Τόσο μεγάλο κακό στον κόσμο δεν έγινε σε καμιά εποχή, να σκοτώνουν 6-10 παιδιά οι μητέρες και να μην αισθάνονται καθόλου τύψη της συνειδήσεως, που, αν είχαν λίγο ίχνος μετάνοιας και συναισθήσεως, έπρεπε να ανοίξουν τάφους και να μπουν μέσα να βασανίζονται, αλλά αναίσθητες. 
Ένα αυτό και δεύτερο η γύμνια των γυναικών. Περπατούν τώρα γυμνές και οι άνδρες γυμνοί, δεν πέφτουν πίσω, αλλά περισσότερο οι γυναίκες και αυτό δεν είναι δυνατόν να το υπομένει ο Θεός. Υπέμεινε και τους επί Νώε αμαρτωλούς και τους Σοδομίτας και Γομορρίτας, αλλά δεν είχαν φτάσει και σε αυτό το σημείο, να περπατούν γυμνοί και να επιδεικνύουν τα σώματά των στους άνδρες για να τους ελκύσουν και παρασύρουν εις την αμαρτία. Ο Θεός είναι μακρόθυμος και μια ώρα παρά Θεού ως 1000 έτη. 
Μακροθυμεί, αλλά η μακροθυμία του έχει και όρια. “Εάν μη επιστραφήτε, λέγει, την ρομφαίαν αυτού στιλβώσει, το τόξον αυτού ενέτεινε και ητοίμασεν αυτό και εν αυτώ ητοίμασε σκεύη θανάτου, τα βέλη αυτού τοις καιομένης εξειργάσατο”.

Λοιπό ας είμεθα έτοιμοι, διότι ουκ οίδαμε την ώραν ουδέν την στιγμή του θανάτου. Τώρα τι τιμωρία θα μεταχειρισθεί, Εκείνος ξεύρει. Πάντως όμως η τιμωρία θα έλθει…
Λοιπόν έγιναν πολλά κακά και γίνονται και εξακολουθούν αλματωδώς να γίνονται. Υπάρχουν και μερικοί ολίγοι καλοί, οι οποίοι μαζί με τους άλλους, φοβούμαι ότι θα υποφέρουν και αυτοί, αλλά αυτοί άμα φυλάξουν την πίστη τους και την αγάπη τους προς τον Θεό, ο Θεός δεν θα τους αφήσει και ολίγα παιδευθέντες μεγάλα ευεργετηθήσονται – οι άλλοι όμως θα παιδευθούν και εδώ και θα παραπεμφθούν στο πυρ το εξώτερον. Αυτά είναι τα χάλια μας..

Δεν είναι δυνατό ποτέ ο Θεός, ο οποίος πάντοτε την αμαρτία την τιμωρεί, να αφήσει τόσα κακά να γίνονται χωρίς τιμωρίαν.. Μόνον να είμεθα έτοιμοι. “Οι πεποιθότες επί Κύριον, εοίκασιν όρει τω αγίω – οι ουδαμώς σαλεύονται , προσβολαίς του βελίαρ” (Αντίφωνον Γ΄των Αναβαθνών του Β΄ήχου).

Εις τον Θεόν να έχουμε την πίστη μας, την ελπίδα μας, την αγάπη μας και δεν θα μας εγκαταλείψει και ας μη μας χωρίσει τίποτα από την αγάπη του Χριστού..

Από το βιβλίο: “ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ” Γέροντος Φιλόθεου Ζερβάκου (εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη).

Τα Σημεία Των Καιρών

Πιστεύω στον Θεό αλλά δεν πηγαίνω στην «εκκλησία»



Την παραπάνω φράση την ακούμε συχνά πυκνά από γνωστούς, φίλους, συγγενείς καθώς η συζήτησή μας θα στραφεί λίγο σε πιο πνευματικά ζητήματα.

Το βασικό λοιπόν επιχείρημα των ανθρώπων που λένε ότι από την μία πιστεύουν στον Θεό και από την άλλη δεν πηγαίνουν στον Ιερό Ναό για να συμμετάσχουν στα Μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησία μας είναι διότι τους ενοχλούν κάποια πράγματα όπως η πολυτέλεια των ναών, οι αντιπαθητικοί παπάδες, οι ψάλτες, η αρχαία γλώσσα (δεν την καταλαβαίνουν), τα μικρόφωνα, τα φώτα, το παγκάρι (ρίχνουν λεφτά για κερί), η ώρα τέλεσης της Θείας Λειτουργίας, κ.α.
Οι αφορμές σίγουρα είναι πολλές όταν κάποιος ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ να ζήσει όπως λέει η Εκκλησία. Δυστυχώς οι άνθρωποι αυτοί, θεωρούν τους εαυτούς τους έξω από την Εκκλησία μιας και δεν αποδέχονται το βασικό συστατικό της εν Χριστώ ζωής, δηλαδή της συμμετοχής του χριστιανού στα Μυστήρια της Εκκλησίας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι χριστιανοί, τουλάχιστον ορθόδοξοι, διότι ενώ (δήθεν) πιστεύουν δεν ακολουθούν κανένα λόγο του Χριστού.
Το θέμα βεβαίως είναι ότι οι περισσότεροι βαπτισμένοι χριστιανοί δεν ξέρουν τι είναι ο Χριστός και τι είναι η Εκκλησία και τι προσφέρουν ο Χριστός και η Εκκλησία στον άνθρωπο. Έτσι δεν εκκλησιάζονται, διότι ουσιαστικά δεν ξέρουν τι χάνουν, δεν γνωρίζουν τι μπορεί να τους προσφέρει η μυστηριακή ζωή.
Η Εκκλησία μας λοιπόν με όλα τα μυστήριά της μας μεταμορφώνει, μας αγιάζει, μας φέρνει σε κοινωνία με τον Θεό. Η συμμετοχή μας λοιπόν στα μυστήρια της Εκκλησίας είναι το κλειδί θα λέγαμε για αυτήν την προσωπική μας ανάσταση.
Η Εκκλησία δεν έρχεται να πάρει απλώς τη θέση της ιατρικής που εξάντλησε όλες της δυνατότητές της, όπως κάποιοι κακώς την αντιμετωπίζουν. Η Εκκλησία έρχεται για να οδηγήσει τον άνθρωπο, τον πιστό, στην Αγάπη, στο Φώς και στην Ζωή του Χριστού δια των μυστηρίων.
Το να λέμε ότι πιστεύουμε στον Θεό είναι εύκολο, το να πιστεύουμε όμως στον Θεό ορθόδοξα και να πράττουμε και τα ανάλογα έργα αυτό είναι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.
Εάν ο άνθρωπος θέλει όντως να γνωρίσει τον Χριστό μπορεί να το καταφέρει μέσα από τον δρόμο της μυστηριακής ζωής που προσφέρει η Εκκλησία Του, εάν θέλει να κοροϊδεύει τον εαυτό του μπορεί να υποστηρίζει ότι μπορεί να το πετύχει και μόνος του. Πάντως εγώ κανέναν δεν γνωρίζω ο οποίος να αγίασε εκτός Εκκλησίας…(το τρελό είναι ότι μερικοί άνθρωποι αποδέχονται σαν αγίους: τον γέροντα Παϊσιο, τον γέροντα Πορφύριο κ.α. όμως δεν αποδέχονται την ζωή τους!!! Μπερδεμένοι άνθρωποι..)
Όλα αυτά συμβαίνουν για έναν και μόνο λόγο. Εγωισμός. Όταν ό εκάστοτε άνθρωπος πιστεύει ότι μόνος του μπορεί καλύτερα να ερμηνεύσει τις Γραφές, όταν πιστεύει ότι οι Θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίες είναι κατώτεροί του, όταν πιστεύει ότι είναι εξυπνότερος, αξιότερος και αγιότερος από τους «θρησκόληπτους» ηλικιωμένους όπως τους ονομάζει, όταν πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να μετανοήσει για τίποτα διότι δεν έχει αμαρτίες(!!!) , όταν πιστεύει ότι ο μόνος του θα σωθεί (ότι κι αν σημαίνει αυτό γι’ αυτόν), τότε το κείμενο αυτό μάλλον δεν θα τον προβληματίσει καθόλου, μάλλον έχει εδώ και καιρό πέσει στο βάραθρο της φιλαυτίας και της πλάνης.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, που δεν επιτρέπει στο σύγχρονο άνθρωπο να φθάσει στη κοινωνία μετά του Θεού είναι ακριβώς αυτό: ότι προσπαθεί να Τον γνωρίσει με λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα, εκτός Εκκλησίας. Απορρίπτει το μυστήριο της αγάπης και παραμένει θεληματικά στην επιφάνεια μιας στείρας πίστης η οποία στην καλύτερη περίπτωση σημαίνει απλά «παραδοχή της ύπαρξης του Θεού» και όχι εμπιστοσύνη και παράδοση στη Θεία Του Πρόνοια.

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Η γραμμή του τηλεφώνου να είναι ανοικτή πάντα προς τον Θεό

-Κάθε φορά που είχα να κάνω κάτι και που έπρεπε να μην σφάλω με την απόφαση που θα έπαιρνα, ήθελα πάντα να έχω την ευχή του Γέροντα. Γι’αυτό μερικές φορές ήταν συχνά τα τηλεφωνήματα.

Ένα βράδυ σε ένα τηλεφώνημα δεν μου είπε τίποτα, παρά αναφερόταν με έντονο τρόπο στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού. Μου είπε αρκετές φορές την φράση: “Υπάρχει πρόνοια, υπάρχει πρόνοια”, μη φοβάσαι- να χαίρεσαι. Να έχεις την πρόνοια του Θεού ως μία ομπρέλα και να είσαι από κάτω.

Ήταν πολύ συγκινητικά όλα αυτά που έλεγε, τα λόγια του ήταν σαφή με αργό καθαρό ρυθμό. Στο τέλος μου είπε:

-Ξέρεις τώρα μιλάμε με το τηλέφωνο- έτσι να μιλάς με τον Θεό, σαν να σηκώνεις το τηλέφωνο και να του λες ότι θέλεις απ’ευθείας. Να έχεις πάντα ανοικτή γραμμή, μη σπάσεις ποτέ το καλώδιο αυτό.

Όλα στη ζωή μας ήθελε να τα προσανατολίζει έτσι, ώστε να έχουν πάντοτε σχέση με τον Θεό. Και πάλι μου έβαλε στην καρδιά μου το νόημα και την βασική ουσία της Προσευχής.

*της Δήμητρας Δ. Δαβίτη: “Αναμνήσεις από τον ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ” 
(Εκδόσεις Άθως – Ε΄ ΕΚΔΟΣΗ)

Ας είμεθα λοιπόν πάντοτε προσεκτικοί και έτοιμοι δια το ανεπίστροφον ταξίδιον του Ουρανού



Ο καιρός της παρούσης ζωής παρέρχεται ανεπαίσθητα, αθόρυβα και το ποινικόν κάθε ανθρώπου βαρύνεται με την πάροδον του χρόνου, χωρίς τούτο να γίνεται αντιληπτόν απ’ αυτόν τον ίδιον. Κάποια ημέρα θα το εννοήση και θα απορήση και θα είπη: Άράγε που ήταν τόσα αμαρτήματα συναγμένα και εγά ο τάλας τα ηγνόουν; Οίμοι, τον ταλαίπωρον, τι με περιμένουν τώρα! Πως θα περάσω τα τελώνια!

Ναι, παιδί μου, τοιουτοτρόπως θα μας συμβούν εις όλους μας. Μόνον τώρα ας ετοιμασθώμεν το γρηγορώτερον, διότι δεν γνωρίζομεν ποίαν ημέραν και ώραν θα έλθη ο Κύριος να μας κτυπήση την θύραν της ψυχής μας, δια να μας καλέση προς απολογίαν. Ας είμεθα λοιπόν πάντοτε προσεκτικοί και έτοιμοι δια το ανεπίστροφον ταξίδιον του Ουρανού.

Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας 
Πατρικαι Νουθεσίαι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄
Περί Αμαρτίας, Μετανοίας, Πένθους και Δακρύων.

Ἐπιστολή Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου




Πεφιλημένα μου παιδάκια καί τρισευλογημένα 
ἀπότόν Οὐράνιο Πατέρα τῶν φώτων, 
τόν Δημιουργόν καί Σωτῆρα μας. 
Σᾶς παρακαλῶ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας, 
μή χάνετε τό θάρρος καί τήν ζῶσα ἐλπίδα ἀπό τόν Ἰησοῦ μας.


Οἱ πειρασμοί, οἱ θλίψεις, τά ἀγκάθια καί οἱ τρίβολοι
τῶν δαιμονικῶν λογισμῶν δέν θά παύσουν νά μᾶς ἀγκυλώνουν.
Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ξένα καί ἀφύσικα ἀπ᾿ τήν κατά Θεόν ζωή.
Εἶναι ἀναπόφευκτα. Ὁπότε, νά τό καταλάβουμε καλά πώς
μ᾿ αὐτά θά ζήσουμε καί διά αὐτῶν θά σωθοῦμε.
"Ἔξελε τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος".
Ἄν δέν ἔχουμε πειρασμούς δέν εἴμεθα φυσιολογικοί ἄνθρωποι
τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

Σᾶς ἱκετεύω μή δειλιάζετε, μόνον βάζετε τό στῆθος 
μπροστά σας καί προχωτᾶτε.
Ὁ Χριστός μας εἶναι μαζί μας.
Προπορεύεται μέ τό πανάγιον παράδειγμά Του.
Μελετᾶτε τούς δικούς Του πειρασμούς.
Θεός ἦτο καί ἡ ζωή Του στή γῆ τῶν βασανιστηρίων Του
ἦτο ἕνα σκέτο μαρτύριο μεσ᾿ στό αἷμα.
Ἡμεῖς ὅμως, σάν ἄνθρωποι τιποτένοι καί μηδενικά,
ἔχουμε ὁ κάθε ἕνας μας καί ἕνα εἶδος μαρτύριο.
Ἔ! μ᾿ αὐτό θά γίνουμε μαθηταί Του.
Μ᾿ αὐτό σάν σταυρός, θά συσταυρωθοῦμε καί θά
συνδοξασθοῦμε στήν αἰώνια μακαριότητα τοῦ Οὐρανοῦ.
Μακάριος ὅποιος σηκώσει ἔστω κι᾿ αὐτόν τόν ἐλάχιστο σταυρό Του.
Μεγάλη δόξα τόν περιμένει μέ τούς πρώτους ἀγωνιστάς τοῦ Εὐαγγελίου.
Λοιπόν τεκνία μου, κρατᾶτε γερά τό φοβερό ὅπλον τοῦ Χριστοῦ μας.



Προχωρᾶτε γενναῖα φωνάζοντας τό γλυκύτατον Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ μας,
καί τῆς Παναχράντου Μητρός Του τήν Παναγία Μας, 
καί ἡ νίκη τῆς φτωχῆς ψυχῆς μας θἆναι βεβαία.
Μέ ἀνύστακτες εὐχούλες καί πατρική στοργή σᾶς χαιρετῶ.


Ὁ πατέρας σας
Εφραίμ

Πετάξτε από πάνω σας την ψευτιά

Τί μεγαλομανία σ᾿ ἔχει πιάσει, ἀδελφέ μου, καὶ δὲν βρίσκεις ἡσυχία καὶ χτίζεις πατώματα ἀπάνω στὰ πατώματα, κι᾿ ἔχεις δυὸ τρία αὐτοκίνητα καὶ κότερα καὶ κάθε λογῆς μάταια πράγματα! 
Γύρισε καὶ κύτταξε καὶ τὸν ἀδελφό σου, νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σου μὲ τὴν εὐλογημένη καλωσύνη, ποὺ τὴν ξεράνανε τὰ τσιμέντα, οἱ ψεύτικες κουβέντες, οἱ συμφεροντολογικὲς παρέες, οἱ συνοφρυωμένες ἀξιοπρέπειες.Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις θυσίες, τουλάχιστον νὰ συχαθεῖς τὴν ἀδικία. Μὴν ἀδικεῖς. 
Ἡ ἀδικία εἶναι σιχαμερὴ στρίγγλα, χωρίστρα τῶν ἀνθρώπων, ἀνθρωποκτονία σὰν τὸν πατέρα τὸν σατανᾶ.
Τί θὰ δίνανε πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτούς, ποὺ κερδίσανε τὸν κόσμο καὶ χάσανε τὴν ψυχή τους, γιὰ νὰ νοιώσουνε ὅ,τι νοιώθουνε οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν χάσανε τὴν ψυχή τους! Ἂν τύχει νὰ ξεκόψει κανένας τέτοιος ἀπὸ ψεύτικη παρέα του καὶ βρεθεῖ στὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀχάλαστων, νοιώθει πὼς ζεῖ ἀληθινὰ καὶ σὰν ἀπογευθεῖ τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα ὕστερα ἀπὸ τὴ ψευτιά, καταλαβαίνει τέτοια χαρά, ποὺ κάνει σὰν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξαναγεννήθηκε, σὰν τυφλὸς ποὺ εἶδε τὸ φῶς του.

Κάτι τέτοιοι δὲν ξεκολλᾶνε πιὰ οἱ κακόμοιροι ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν, τῶν γκαρδιακῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεμακρύνει ἀπὸ τὰ ψεύτικα πρέπει νἄχει λίγη ψυχή. Ἀλλοιῶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς ψευτιά. Ὁ ἄμμος τῆς Σαχάρας, ὅση βροχὴ κι᾿ ἂν πέσει ἀπάνω του, δὲν φυτρώνει τίποτα.

Ἂν πεῖς πάλι σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τοὺς φτωχούς, νὰ περάσει μισὴ ὥρα μὲ τὴν παρέα τῶν κοσμικῶν, καλύτερα ἔχει νὰ τὸ βάλεις στὸ μπουντρούμι, παρὰ νὰ βλέπει καὶ ν᾿ ἀκούγει ἐκεῖνα τὰ ψεύτικα κομπλιμέντα, τὶς ἀνάλατες συζητήσεις, τὰ κρύα χωρατά. Στὴ συναναστροφὴ ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ ψευτισμένοι, θαρρεῖς πὼς τοὺς χωρίζει ἕνας τοῖχος τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον. 

Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ζοῦνε μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, νοιώθουνε πὼς οἱ καρδιὲς τοὺς γίνονται ἕνα, πὼς ἀκουμπᾶ ὁ ἕνας ἀπάνω στὸν ἄλλον καὶ ξεκουράζεται. Ἀγαπᾶ καὶ ἀγαπιέται, χαίρεται καὶ δίνει χαρά. Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν σαρκικῶν ἀνθρώπων στέκεται ὁ διάβολος καὶ τοὺς κάνει νὰ μιλᾶνε ὁλοένα γιὰ λεφτὰ καὶ γιὰ τὰ ὅμοια, γιὰ νὰ μὴ γροικήσουνε οὔτε τὸ φαγὶ ποὺ τρῶνε. Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ταπεινῶν στέκεται ὁ Θεός, κι᾿ ὅλα εἶνε εὐλογημένα.
Πετάξετε ἀπὸ πάνω σας τὴν ψευτιά. Ἀνοίξετε τὰ πανιά, νὰ τὰ φουσκώσει ὁ καθαρὸς ἀγέρας τοῦ πελάγου. Νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σας, νὰ νοιώσετε πὼς ζειτε ἀληθινὰ κι᾿ ὄχι ψεύτικα.

Φώτης Κόντογλου



Όταν προσφέρεις, πλουτίζεις. Δεν φτωχαίνεις. Διαβάστε μια ιστορία που το επιβεβαιώνει...



Ο φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στην γυναίκα του, που πήγαινε στις εκκλησίες και έδινε στους φτωχούς και στους εράνους...

- Αφεντικό, όλα αυτά τα ψωμιά είναι δικά σου;
- Αμ΄ τίνος να’ναι;
- Και δεν τα τρως;
- Βρε φύγε από δω!
- Δώσε μου και μένα ένα ψωμάκι που πεινάω.
- Φύγε σου είπα, παράτα με.
- Αφεντικό!
- Φεύγεις ή δεν φεύγεις;
- Αφεντικό! Παρακαλούσε ο φτωχός.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει, και ο φούρναρης πετάει ένα ψωμί στο κεφάλι του. Έσκυψε ο φτωχός και το ψωμί τον πήρε ξυστά και έπεσε παραπέρα. Τρέχει, το αρπάζει, κάθεται σε μια γωνιά και το τρώει. Ο φούρναρης όλη μέρα ήταν νευριασμένος για τον γρουσούζη επισκέπτη και το ψωμί που έχασε.

- Ας τολμήσει να ξανάλθει, έλεγε!

Τη νύχτα, κάπου δύο μετά τα μεσάνυχτα, πετάγεται ο φούρναρης από τον ύπνο του τρομαγμένος και καταϊδρωμένος.

- Γυναίκα, σήκω, ξύπνα. Φέρε μου μία φανέλα να αλλάξω και να σου πω: Γυναίκα, πέθανα λέει, και μαζεύτηκαν γύρω μου Άγγελοι και διάβολοι. Ποιος να πάρει την ψυχή μου. Σε μια μεγάλη ζυγαριά όλο και πρόσθεταν οι τρισκατάρατοι τα κρίματά μου. Και ο ζυγός βάρυνε και βάρυνε και οι Άγγελοι δεν είχαν τίποτα να βάλουν και λυπόντουσαν. Σε μια στιγμή, ένας Άγγελος φωνάζει: Το ψωμί! Αυτό που χόρτασε τον πεινασμένο. Βάλτε το στον άλλο ζυγό.

Οι διάβολοι επαναστάτησαν:

- Το ψωμί δεν το έδωσε. Το έριξε να σπάσει το κεφάλι του φτωχού.
Και απάντησαν οι Άγγελοι:
- Όμως χόρτασε τον πεινασμένο και εκείνος έδωσε την ευχή του.

Και που λες γυναίκα μου, εκείνο το ψωμί έκανε και έγειρε η ζυγαριά αντίθετα και σώθηκα. Το λοιπόν, δίνε, δίνε και μη σταματάς. Και εγώ θα δίνω. Αχ, και να ξανάρθει εκείνος ο φτωχός!

Επιτέλους το κατάλαβε και ο φούρναρης ότι κερδίζει όταν δίνει. Εμείς όμως; Το έχουμε καταλάβει; Μήπως φοβόμαστε να δώσουμε; Μήπως η “κρίση” μας βούλιαξε στην ολιγοπιστία; Μήπως είναι καιρός να αρχίσουμε να γινόμαστε και λίγο χριστιανοί; Και να πιστεύουμε ακλόνητα, πως όταν δίνουμε, αντί να φτωχαίνουμε, πλουτίζουμε. Ας το αποδείξουμε εμπράκτως.

Φίλοι μου, μην ξεχνάτε ότι: Η πρώτη θυγατέρα του Θεού είναι η ελεημοσύνη, αυτή η ελεημοσύνη κατέπεισε τον Θεό και έγινε άνθρωπος, για να σώσει τον άνθρωπο...

«Ἀκόμη καί τό πιό μεγάλο μαρτύριο...»



«Ἀκόμη καί τό πιό μεγάλο μαρτύριο, 
ἀκόμη καί τό πιό ὀδυνηρό βάσανο ἐπάνω στή γῆ, 
ὅταν τό συγκρίνωμε μέ τήν πιό ἐλαφρά τιμωρία στόν Ἅδη, 
δέν εἶναι παρά σάν ἕνα ἀθῶο παιδικό παιχνίδι».


Ἅγίου Ἰωάννου το Χρυσοστόμου


Δεν είσαι ο ρόλος σου...


Όταν λες δεν «είμαι καλά» να γνωρίζεις ότι στην πραγματικότητα είσαι μια χαρά, απλά δεν αισθάνεσαι καλά. Και δεν νιώθεις καλά όχι εσύ ο ίδιος, ως ύπαρξη, αλλά ως ρόλος. Βυθίζεσαι στο ρόλο σου και χάνεσαι. Ταυτίζεσαι μαζί του και νομίζεις ότι είσαι ο ρόλος σου. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν είμαστε αυτό που κάνουμε αλλά κάτι πολύ πιο ουσιαστικό και βαθύτερο. 
Δες λοιπόν αυτός που στεναχωριέται είσαι εσύ; 
Μήπως στεναχωριέσαι γεμάτος ενοχές ως σύζυγος, ως πατέρας ή μητέρα; 
Ως παιδί ή φίλος; 
Ως υπάλληλος ή εργοδότης, ως πολίτης ή μέλος μιας ομάδας κ.ο.κ.; 
Μήπως τελικά η στεναχώρια σου έχει να κάνει με τον ρόλο που διαδραματίζεις μέσα στο μικρόκοσμό σου και όχι με την ύπαρξη σου; 
Βγάλε για λίγο τον ρόλο από πάνω σου. Σύρε λιγάκι την μάσκα. Πάρε απόσταση από το βάρος του ρόλου και δες. Νιώθεις το ίδιο; Όχι. Αποκλείεται. Γιατί στην πραγματικότητα δεν είσαι εσύ αυτός που δεν αισθάνεται καλά, που νιώθει ένοχος, θλιμμένος, προσβεβλημένος, ανίκανος και ανάξιος, αλλά οι απαιτήσεις, τα θέλω και τα πρέπει ενός συστήματος που σε θέλει κάπως πολύ συγκεκριμένο. Εσύ είσαι παιδί του Θεού, φώς και χαρά. Είσαι πλασμένος για εκεί, γι αυτό δεν αναπαύεσαι εδώ. Δεν χωράς στα κουστούμια και τους ρόλους τους. Μόνο που όταν συνήθως το καταλάβουμε έχει τελειώσει το έργο και η αίθουσα έχει αδειάσει από χαμόγελα…

π. Λίβυος

Χωρίς το Θεό όλα είναι απελπισία



Η σφραγίδα της απελπισίας είναι η αυτοκτονία.
Αναρωτιέστε, γιατί υπάρχει τόση απελπισία και γιατί υπάρχουν τόσοι απελπισμένοι στην εποχή μας; Από το άδειασμα του μυαλού και την ερημιά της καρδιάς. Ο νους δε σκέφτεται το Θεό και η καρδιά δεν αγαπάει το Θεό. Όλος ο κόσμος δεν μπορεί να γεμίσει το ανθρώπινο μυαλό, αυτό μπορεί μόνο ο Θεός να το κάνει. Χωρίς το Θεό ο νους είναι πάντα άδειος και όλες οι γνώσεις που μπαίνουν στο μυαλό πέφτουν στην άβυσσο. Η αγάπη όλου του κόσμου δεν μπορεί να γεμίσει την καρδιά του ανθρώπου, επειδή η καρδιά νιώθει πως η κοσμική αγάπη αλλάζει και είναι σαν την παλίρροια και την άμπωτη της θάλασσας. Αδερφοί μου, και το μυαλό και η καρδιά μας ανήκουν στο Θεό και μόνο ο Θεός μπορεί να τα γεμίσει με τη δύναμή Του: Να το γεμίσει με τη δική Του χαρούμενη σοφία, με την πίστη και την αγάπη.
—Χωρίς το Θεό όλα είναι αμάθεια.
—Χωρίς το Θεό όλα είναι στεναχώρια. 
—Χωρίς το Θεό όλα είναι απελπισία

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

“Η προσευχή είναι ποίηση…


Και ξαφνικά ανοίγει ένα παραθυράκι στο νου.
Έρχεται ένα φως. Τοτε εχεις μια αλλη αίσθηση.Τοτε το κατανοείς καλά. Όχι προς το ετυμολογικό. Μα με μια κατάνυξη και συναίσθηση και θεία θαλπωρή. Και λες: “Τι αλλο να λέω;”. Παρά μόνο πάλιν και πολλάκις και συνεχώς: “Κύριε ελέησον!”
Δίχως να βαριέσαι. Δίχως να κουράζεσαι. Αυτό τα λέει όλα. Δεν θέλει αλλα και πολλά. Μόνο ποιητικά μπορεί κανείς μερικές φορές να εκφραστεί. Η προσευχή είναι ποίηση. Όλες οι προσευχές είναι ποιήματα.
Οι ποιητές νιώθουν τους συναθρώπους τους και τους παρηγορούν, όπως οι άγιοι. Είναι μεγάλη ευλογία να συναντάς ένα ποιητή κι ένα άγιο. Οι άγιοι δεν θέλουν να αφήσουν πίσω τους ίχνη. Οι άνθρωποι μόνο αφήνουν πάνω τους τ’ αχνάρια της κακίας τους.
Κύριε, ελέησέ τους, δεν ξέρουν τι χάνουν και τι κάνουν.
Λυπάμαι όταν δεν μπορώ να προσευχηθώ. Και τούτο προσευχή είναι, μου ‘πε ένας διακριτικός γέροντας. Όπως χαίρομαι όταν με τόση ικετευτική στάση μου ζητούν να προσεύχομαι στον Κύριο.
Πιστεύω πως για την ταπείνωσή τους θα τους ελεήσει ο Κύριος. Προτιμώ, έλεγε ένας άλλος γέροντας, την προσευχή απο τα κούφια λόγια, τις ψευτοευγένειες και τις θολές καλοσύνες. Η μεγαλύτερη φιλανθρωπία είναι η προσευχή και ας μη το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι. Είναι η μεγαλύτερη ιεραποστολή κι ευεργεσία του κόσμου. Τα πολλα λόγια δεν αναπάυουν.
Η προσευχή για τους άλλους επηρεάζει θερμότερα. Η αγάπη είναι αβίαστη και πάντα μια θυσία.
Η αληθινή προσευχή δεν είναι ηδονική ανάπαυλα, μα ορθοστασία, μα περπάτημα στις μύτες σε τεντωμένο σχοινί.
Στην αληθινή προσευχή δεν δίνουμε περίσσευμα του χρόνου, μα τις πιο καλές κι αποδοτικές ώρες μας, τις κύριες ώρες της ημέρας, της ζωής μας.
Κύριε, συγχώρεσέ με για όσα είπα κι έγραψα, που δεν τα ζούσα και τα πίστευα ακόμη, που απέφυγα να μιλήσω για τις ήττες και τις αποτυχίες μου κι ήθελα να μιλώ μόνο για νίκες. Δείλιαζα γιατί δεν είχα μετανοήσει.
Κύριε, ελέησον.

† Μωυσής μοναχός Αγιορείτης
Αγιοτόκος Καππαδοκία, Προσκυνητής