.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Γιατί o Θεός μας αφήνει και ζούμε; Εφ᾿ όσον ζεις, μην απελπίζεσαι! Μην απελπίζεστε, υπάρχει συγχώρησης



Τὸ θέμα τῆς μετανοίας εἶνε ἀπέραντο. Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο θέμα πιὸ σπουδαῖο καὶ πιὸ ἀναγκαῖο καὶ πιὸ χρήσιμο ἀπ᾽τὴν μετάνοια. Διότι ποιός εἶνε ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας; 
Γιατί ζοῦμε;

Ὁ Θεὸς μᾶς ἀφήνει στὸν κόσμο αὐτόν, ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο ἀλλὰ γιὰ νὰ μετανοήσουμε. Μερικοὶ λένε·
―Νὰ μ’ ἀφήσῃ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ σπουδάσω τὸ παιδί μου, νὰ παντρέψω τὴν κόρη μου, νὰ τελειώσω τὶς ἐργασίες μου, καὶ κατόπιν ν᾿ ἀποθάνω.
Δὲν λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία εἶνε ἁμαρτωλή· διότι ἔχουμε καὶ ὑποχρεώσεις ἱερὲς στὸν κόσμο αὐτόν. Ἀλλὰ πέρα ἀπὸ τὶς ὑποχρεώσεις μας στὸν οἰκογενειακὸ κύκλο ὑπάρχει μία ἄλλη πολὺ σπουδαιοτέρα ὑποχρέωσις. Καὶ αὐτὴ εἶνε, νὰ τακτοποιηθοῦμε ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.
Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀφήνει στὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μετανοήσουμε. Καὶ ἀλλοίμονο ἂν ἀναχωρήσουμε ἀπ᾿ ἐδῶ ἀμετανόητοι.
Ὅλοι πρέπει νὰ τακτοποιήσουμε τὰ «χαρτιά» μας, νὰ φροντίσουμε νὰ εἶνε ἐν τάξει τὸ «διαβατήριό» μας.
Ὅπως αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ ταξιδέψουν στὴν Αὐστραλία καὶ στὴν Ἀμερική, μῆνες ὁλόκληρους τακτοποιοῦν τὰ χαρτιά τους, γιατὶ ἕνα χαρτὶ ἂν τοὺς λείπῃ ματαιώνεται τὸ ταξίδι τους, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς θὰ πρέπῃ ἀπὸ τώρα νὰ φροντίσουμε νὰ τακτοποιήσωμε τὸ «διαβατήριό» μας γιὰ τὸ ταξίδι στὴν πέραν τοῦ τάφου ζωή, γιὰ τὸ αἰώνιό μας ταξίδι. 
Καὶ τὸ διαβατήριο αὐτό, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ μετάνοια.
Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάνετε προσευχή, ν᾿ ἀνοίξουν οἱ καρδιὲς στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μετανοήσουμε. Μόνο ἂν ὑπάρχῃ κανείς, ἄνδρας ἢ γυναίκα ἢ νέος ποὺ εἶνε ἀναμάρτητος, τότε γι’ αὐτὸν εἶνε ἄχρηστο τὸ κήρυγμα. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ὅλοι διατελοῦμεν ὑπὸ τοὺς νυγμοὺς τῆς συνειδήσεως ὅτι εἴμεθα ἁμαρτωλοί, θὰ σᾶς παρακαλέσω μὲ προσοχὴ καὶ προσευχὴ νὰ δεχθοῦμε τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας.
Ἐφ᾿ ὅσον ζῇς, μὴν ἀπελπίζεσαι!
Ἴσως, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὴν ζωηρὰ περιγραφὴ τοῦ ἀμετανοήτου ἀνθρώπου νὰ δημιουργῆται μέσα στὴν καρδιά σας ἕνα αἴσθημα μελαγχολίας, ἕνα αἴσθημα ἀπελπισίας, ἕνα αἴσθημα ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ λέῃ· «Εἶμαι ἀμετανόητος ἄνθρωπος, καὶ ἄρα γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς σωτηρίας». Θέλω νὰ προλάβω αὐτὴ τὴν παγίδα, ποὺ μᾶς στήνει ὁ σατανᾶς.
Ὄχι, ἀδελφοί μου! Ἐφ’ ὅσον ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, ἐφ’ ὅσον ἀναπνέουμε ―ἀκόμη κι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ἔχουμε σπαταλήσει ὅλο τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας καὶ ὑπολείπεται νὰ χτυπήσῃ τὸ τελευταῖο δευτερόλεπτο, καὶ μετά… «τετέλεσται»―, μπορεῖ νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα τῆς θείας προνοίας, μπορεῖ νὰ γίνῃ μετάνοια. Διότι, ἀγαπητοί μου, τὸ μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα τὰ θαύματα στὸν ἄνθρωπο εἶνε ἡ μετάνοια. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο καὶ ἐκεῖνος ποὺ εἶνε δίκαιος καὶ ἐκεῖνος ποὺ εἶνε ἅγιος πρέπει νὰ φοβοῦνται, διότι δὲν γνωρίζουν ποιό θὰ εἶνε τὸ τελευταῖο λεπτὸ τῆς ζωῆς τους. Καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας παρακαλεῖ·«Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν…».
Ἔχουν μεγάλη, πολὺ μεγάλη σπουδαιότητα οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς μας. Καὶ εἶνε μεγάλη ἡ εὐθύνη ὅλων μας ἀπέναντι τῶν προσφιλῶν μας προσώπων, ποὺ ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἑτοιμάζουν τὰ «διαβατήριά» των γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι στὸν ἄλλο κόσμο.
Ὅπως, λοιπόν, ὑπάρχει φόβος καὶ ὁ δίκαιος τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ πέσῃ καὶ νὰ χάσῃ τοὺς κόπους μιᾶς ὁλοκλήρου ζωῆς, ἔτσι καὶ γιὰ τὸν μεγαλύτερο ἁμαρτωλό, ποὺ διέπραξε τὰ φοβερώτερα ἐγκλήματα στὸν κόσμο αὐτὸν καὶ τὸν καταδίκασε ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη καὶ περιμένει ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα τὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα, καὶ γι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἐπίσημο καὶ διαβόητο ἁμαρτωλὸ μπορεῖ, ἀντιστρόφως, τὸ τελευταῖο λεπτὸ νὰ εἶνε σωτήριο.
Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει κανείς νὰ ἀπελπίζεται, ὅσο ἁμαρτωλὸς καὶ νὰ εἶνε, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη βρίσκεται στὸν κόσμο αὐτό.
Μὴν ἀπελπίζεσθε, ὑπάρχει συγχώρησις.
Ὁ Χριστὸς συγχωρεῖ τ’ ἁμαρτήματά μας. Ἂν κανένα κορίτσι ἢ κανένας ἄνδρας ἢ καμμιὰ γυναίκα στὸν μάταιο καὶ ἀπατηλὸ καὶ ἀπατεῶνα αὐτὸ κόσμο γλυστρήσῃ καὶ πέσῃ, ὄχι, νὰ μὴ ἀπελπισθῇ.
Τί νὰ κάνῃ; Νὰ τρέξῃ στὸ Χριστό.
Τί νὰ κάνωμε; Σὰν τὸν ἄσωτο, σὰν τὴν πόρνη, σὰν τὸ λῃστή, νὰ πέσωμε στὰ ματωμένα πόδια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ τοῦ ποῦμε· Χριστέ, συχώρεσέ μας. Καὶ ἂν τὸ ποῦμε ὄχι μὲ τὰ χείλη μας, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας, ἅμα κλαύσωμε καὶ πονέσωμε, ὅπως ἡ πόρνη, τότε ἀπὸ τὰ οὐράνια θ᾿ ἀκουστῇ μιὰ φωνή, στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας· «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2). Παιδί μου, παίρνω σφουγγάρι καὶ σβήνω τ᾿ ἁμαρτήματά σου. Ἀλλὰ πρόσεχε ἀπὸ ἐδῶ κ᾿ ἐμπρός, νὰ μὴν πέσῃς στὴν ἁμαρτία. Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ αὐτὴν ὅπως φυλάγεσαι ἀπὸ τὸ φίδι. Ὅπως φεύγεις ἀπὸ τὸ φίδι, ὅπως φεύγεις τὸ ἀστροπελέκι, ὅπως φεύγεις τὴ φωτιά, ὅπως φεύγεις τὴν ἀρρώστια, φεῦγε τὴν ἁμαρτία καὶ σῴζου.
Ναί, ἀδελφοί μου! Μὴν ἀπελπίζεστε. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἅγια χείλη τοῦ Χριστοῦ εἶπαν τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐπάνω στὸ Γολγοθᾶ ἄνοιξε τὰ χέρια του ὁ Χριστὸς καὶ ἔχυσε τὸ τίμιόν του αἷμα, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη χιλιάδες ἁμαρτωλοὶ ἐλούσθησαν καὶ λούζονται μέσα στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως καὶ σῴζονται.
Μετὰ τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, δὲν ὑπάρχει πλέον ἁμαρτία καὶ ἔγκλημα ποὺ νὰ μὴ τὴ νικᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ μεγάλη ἐλπίδα καὶ παρηγοριὰ δίνει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: ΤΙ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΗ; σελ.199
ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ
Γιατι ο Θεος μας αφηνει και ζουμε;