.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Μία πνευματική ἐμπειρία σέ ἕνα σουβλατζίδικο!


Ανεξίτηλα εντυπωμένη θα μείνει στην ψυχή μου μία χαριτωμένη και θαυμαστή διήγηση που μου είχε αναφέρει μετά απορίας και δέους ένα νέο και υπερβολικά απλό παιδί ο Κώστας (αγνός πατριώτης τότε, πιστεύω και τώρα, έχω αρκετό χρόνο να τον δώ), πριν καιρό.

Βασανίστηκα αρκετά εδώ και πολλά χρόνια αν θα έπρεπε να την δημοσιεύσω αφού αποτελεί αφ’ενός πολύ προσωπική εμπειρία Χάριτος αλλά και φοβούμενος μήπως κάποιοι παρεξηγήσουν και χλευάσουν το αναφερόμενο γεγονός. Τελικά όμως αποσιωπώντας το επώνυμο του Κώστα τολμώ να αναφέρω ότι έζησε αυτός ο νέος και ο καθένας ας πεί ότι θέλει.

Ένα απόγευμα, εντός της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ενώ είχα αποτελέψει το Απόδειπνο ήρθε ο Κώστας για να με χαιρετίσει. Μόλις είχε τελειώσει την δουλειά από ένα κατάστημα κοντά στην Εκκλησία που δούλευε. 
- Πάτερ καλησπέρα, συγνώμη που σας κουράζω αλλά θέλω να μου λύσετε μία απορία.
- Τί ακριβώς;
- Να ! χθές το απόγευμα είχα πάει στο σουβλατζίδικο του …. για να φάω νηστίσιμο- ορφανό όπως τον λένε -γύρο (περιέχει μόνο νηστήσιμα προϊόντα) .
Έκατσα σε ένα τραπέζι μέσα στο σουβλατζίδικο. Μου αρέσουν πολύ τα σουβλάκια αλλά αφού είναι Σαρακοστή δεν μου κάνει καρδιά να αρτυθώ και αφού έτρωγα το ορφανό, ξάφνου μία παράξενη και πρωτόγνωρη δύναμις ένιωσα να με αγκαλιάζει. Αμέσως στα καλά καθούμενα, χωρίς κάτι εξωτερικά να με επηρεάζει, μία Θεϊκή γαλήνη με σκέπασε και μου γλύκαινε την ψυχή.
Τέτοια ειρήνη δεν ξαναένοιωσα ποτές μου. Άρχισαν να τρέχουν τότε δάκρυα από τα μάτια μου…δεν μπορούσα να τα κρύψω, και τότε ένοιωσα, σαν μικρό παιδί, να αγαπάω όλο τον κόσμο.
Σαν να είχα ξαναγεννηθεί…Τέτοιο πράγμα δεν μου ξανασυνέβει στην ζωή μου. Σκέτος Παράδεισος!
Μα μήπως πλανεύομαι Πάτερ; Εγώ δεν γνωρίζω και πολλά γράμματα. Μεροκαματιάρης είμαι. Εσείς που ξέρετε καλύτερα για πέστε μου, ήταν καλό ή κακό αυτό που έπαθα;

Έμεινα άφωνος. Δεν ήξερα τι να του απαντήσω! 
Πόσο ‘σκανδαλωδώς’ συμπεριφέρεται ο Θεός! Πράγματα που πολλοί γραμματιζούμενοι κάνουν δεκαετίες, και αν, να τα νοιώσουν αυτός ο τρισμακάριος Κώστας με την μακαρία απλότητα κατάφερε να τα βιώσει (Εμπειρία Θείας Χάριτος) μέσα σε ένα απλό σουβλαντζίδικο της γειτονιάς.

- Τί να σου πω παιδάκι μου; κατάφερα να ψελλίσω. Είδε ο Θεός την θυσία που έκανες, μέσα στην φωλιά του λύκου και των οσμών να δώσεις μαρτυρία πίστης και νηστείας, και φαίνεται συγκινήθηκε. Γι’ αυτό και σου έστειλε ένα χάδι για να το θυμάσαι σε όλη σου την ζωή. 
«Τό Πνεύμα όπου θέλει πνεὶ»

Μα αυτός ο ευλογημένος δεν κατάλαβε τί εννοούσα. 
Μεροκαματιάρης άνθρωπος …
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι! (Ματθ., ε΄, 3)

Ένας απλός ιερέας.