.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Συγγνώμη Θεέ μου!

Συγγνώμη Θεέ μου,

και συ Χριστιανικέ Ορθόδοξε λαέ μου

Ο τάλας εγώ:

Εκφωνούσα το «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ…» και άνοιγαν οι πύλες του Ουρανού, μα είχα κλειδώσει πρότερα τις πόρτες του Ιερού Ναού για τους πιστούς.

Ευχόμουν στα Ειρηνικά «Ὑπὲρ τοῦ ἁγίουοἴκου τούτου…» μα έβαζα κορδέλα απαγορευτική του στασιδιού εκείνου και ετούτου.

Ευχόμουν φωναχτά «Ὑπὲρ… τῶν εἰσιόντων ἐν αὐτῷ(στον Ιερό Ναό) μετάφόβου Θεοῦ», μα «σιωπηλά» διαλαλούσα μετά φόβου…Κορωνοϊού.

Στεκόμουν στην Άγια Τράπεζα μπροστά και ομού παρέστεκαν Αγγέλων τάγματα φοβερά, Χερουβείμ και Σεραφείμ… μα, για μεγάλη μου ντροπή, το φίμωτρο δεν έβγαλα στιγμή.

Στάθηκα με τα Τίμια δώρα ανερυθριάστως και ευθυτενής να μεταδώσω την όντως ΖΩΗ, μα με διέψευδε το φίμωτρο, του φόβου και του θανάτου η απειλή.

«Ἐν εἰρήνῃ…Ἔτι καὶ ἔτι,…» εκφωνούσα συνεχώς, μα στην ωραία πύλη πεταγόμουν εμμανώς, τα τεκνά του Θεού ελέγχοντας δεινώς, που δεν φορούσαν το φίμωτρο επαρκώς.

Αχ! και τα κηρύγματα από τον άμβωνα λαλούσα, πατρικώς και πατερικώς, τις Άγιες Εικόνες τις χαριτόβρυτες θύμιαζα επαναληπτικώς, τα λείψανα προσκυνούσα… από κοντά και ο φακός, μα τώρα ο δόλιος «προσκυνώ» εκ του μακρόθεν, νοερώς, με φίμωτρο μη και μιανθώ και εξ αυτών πάνυ μολυνθώ.

Χρόνια αφιέρωνα, δαψιλώς, στο κατηχητικό: «Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ  πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε...», «Εδραίοι και αμετακίνητοι…», «Στα χνάρια των Αγίων…», το «Εκκλησία πύλη του Ουρανού» τραγουδούσα μελωδικώς, ωραία και υπέροχα όλα αυτά, μα στο «κακό» ετούτο βγήκα και είπα: «Ναι μεν, αλλά…», «… δεν κρίνουμε παιδιά…κρυφά και μυστικά,… μη μας πάρουν μυρωδιά».

Με άνεση κήρυττα, συμμετοχή και έργο του Λαού μοναδικό η Θ. Λειτουργιά, μα πως το κατάντησα έργο νεωκόρου, ψάλτου και της δικής μου αφεντιάς;

Συνέδρια γινόντουσαν κληρικών και λαϊκών, και λέγαμε ότι θέλει κατήχηση ο λαός, μα τώρα καταλαβαίνω πως την κατήχηση την έχω ανάγκη πρώτος, ο ταλαίπωρος ο παπάς, εγώ.

Συγχώρα με Θεέ μου, ΜΕΤΡΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΒΡΕΘΗΚΑ ΟΛΙΓΟΣΤΟΣ.

Ο αναπολόγητος παπάς

π. -Παύλος Καλλίκας 

(Αφιερωμένο στις ευσεβείς ψυχές που σκανδαλίζονται και ταλαιπωρούνται όλο αυτό το διάστημα από τους εντολοδόχους των Κ.Υ.Α. και των Εγκυκλίων)


Εκ του ιστολογίου...
- το συγνώμη πρωτίστως θα έπρεπε να το πει ο παπούλης για την αφωνία του και την υπακοή του στις αχαρακτήριστες αποφάσεις της εν Κολυμπαρίω ψευδοσυνόδου όπου συναινέσαι σιωπηρά και άφησε τις πόρτες της Εκκλησίας ανοικτές να μπει ο δαιμονικός άνεμος της ασεβείας και της αιρέσεως να σαρώσει τα πάντα, ώστε να φθάσει να εξευτελιστεί και ο ίδιος παριστάνοντας τον ιερέα της Ορθόδοξου Εκκλησίας του Υψίστου!
Τι να πει κανείς;
Καλή μετάνοια σε όλους μας...