.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Ευχή τού Αγίου Εφραίμ.

ΛΙΑΝ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΗ


Νύν έτι και σήμερον κατησχυμένω προσώπω και εις γήν νεύοντι, τολμώ λαλήσαι προς σέ τον Δεσπότην και Δημιουργόν τών απάντων. Εγώ δέ είμι γη και σποδός, όνειδος ανθρώπων, σκώληξ τω όντι και ούκ άνθρωπος, όλως κατεγνωσμένος και κατώδυνος. 
Πώς ατενίσω σοι, Δέσποτα; 
έν ποία καρδία; 
έν ποίω συνειδότι; 
έν ποία γλώσση λαλήσω σοι; 
πώς δέ τήν αρχήν ποιήσω της εμής εξομολογήσεως; 
ποίων αμαρτιών άφεσιν ο τάλας αιτήσω πρότερον; 
τών έν γνώσει ασυγγνώστως και τών έν παραβάσει αγίων σου εντολών, ή τών έν καταθέσει πονηρών λογισμών; 

Οίδα, Κύριε, ότι διά τάς πολλάς και χαλεπάς μου αμαρτίας, ουκ είμι άξιος της επικλήσεως του φοβερού και αγίου σου ονόματος, ουδέ εις προσευχήν στήναι, ουδέ ατενίσαι και ιδείν το ύψος τού ουρανού, 
ότι πλείω παντός άνθρωπου επλημμέλησα, 
ότι υπέρ τόν Μανασσήν παρηνόμησα, 
ότι υπέρ τον άσωτον υιόν ασώτως εβίωσα, 
ότι υπέρ τόν τελώνην ο εχθρός κακώς με ετελώνησεν, 
ότι υπέρ τήν πόρνην εγώ ο φιλόπορνος εξεπόρνευσα, 
ότι υπέρ τήν Νινευΐ αμετανόητα επλημμέλησα, 
ότι αι ανομίαι μου υπερήραν τήν κεφαλήν μου και ωσεί φορτίον βαρύ εβαρύνθησαν, διό και ταλαιπωρήσας κατεκάμφθην έως τέλους. 
Τό όνομά σου τό άγιον παρώργισα. Τό πνεύμα σου τό άγιον ελύπησα, τών εντολών σου κατεφρόνησα, τό κατ' εικόνα σου τήν ψυχήν μου διαφόρως κατέχρανα, τον χρόνον, όν μοι προς μετάνοιαν εδωρήσω έν αμαρτίαις κακώς εδαπάνησα, τό πρόσωπον μου κατήσχυνα, τους οφθαλμούς μου κακώς ετύφλωσα, τά χείλη μου τοις ψεύδεσι κατερρύπωσα πάντα δέ μου τά μέλη και μέρη της ψυχής και του σώματος της αμαρτίας όργανα εχρημάτισαν. 
Ό νους μου τοις δαιμονικοίς λογισμοίς εφυράθη διά πάντων τών έργων και λογισμών παραπικραίνω τήν σήν αγαθότητα, τόν δέ εχθρόν μου και πολεμούντά με θεραπεύω. Όθεν αυτοκατάκριτός είμι και πρό της αποκειμένης μοι κρίσεως, έχω στηλίτευουσάν με τήν φαύλην πολιτείαν μου, έχω καταισχύνουσάν με τήν τών παθών μου δυσωδίαν. Αεί ρυπαροίς λογισμοίς καταχραίνομαι παιδιόθεν εχρημάτισα σκεύος της φθοροποιού αμαρτίας και νυν καθ' εκάστην περί κρίσεως και ανταποδόσεως ακούων, ού δύναμαι αντιστήναι τη αμαρτία, άλλα πάντοτε ό δείλαιος αιχμαλωτίζομαι ύπ' αυτής. 

Οίμοι! Κύριε, ότι τήν μακροθυμίαν σου κακώς εδαπάνησα. 
Οίμοι! ότι ό χρόνος της ζωής μου έν ματαιότητι παρέδραμεν. 
Οίμοι! Πώς θρηνήσω τής ψυχής μου τήν τύφλωσιν! 
Πώς πενθήσω τήν εμπαθή και ανόητόν μου προαίρεσιν! 
Άλλ' ώ Δέσποτα, επίβλεψον έν ελέει έξ ύψους Αγίου σου, ίδε τό αδιόρθωτον τής ψυχής μου, και οίς επίστασαι κρίμασι και τρόποις ελεήσας με διόρθωσον. Ώς ενώπιον σου, Χριστέ Βασιλεύ, παριστάμενος, ως τών άχραντων σου ποδών εφαπτόμενος, ούτω δέομαι σου μετά συντετριμμένης καρδίας. Ελέησόν με, Ελεήμον. Μή αναμένης τήν εμήν διεφθαρμένην προαίρεσιν, ότι ούκ έχω προθυμίαν εις τό διορθώσαι εμαυτόν. Εγώ γάρ πολλάκις, Δέσποτα, συνεταξάμην μετανοήσαι, και ψευδής εγενόμην τής προς σέ μου συνταγής ό Πανάθλίος. 
Σύ, Δέσποτα, πολλάκις με ηλέησας, έγώ δέ σέ ηθέτησα σύ με πολλάκις ανέστησας, εγώ δέ πάλιν πέπτωκα σύ με υπέμεινας, εγώ δέ σε πάλιν παρώργισα. 
Ποσάκις ενεπλήσθη ή ταπεινή μου ψυχή της σης χάριτος, Κύριε! 
Ποσάκις εφώτισε τήν σκοτεινήν μου διάνοιαν! 
Ποσάκις παρεκάλεσε τήν πενίαν μου, και εδίωξε τήν άπελπισίαν μου! 
Ποσάκις επισυνήξε τον νουν μου της πλάνης των ρεμβασμών! 
Εγώ δέ ό δείλαιος αεί αθετώ τήν σήν χάριν, Μακρόθυμε! Νύν δέ ταύτα εννοών και διενθυμούμενος, εξίσταμαι όλος και τρέμω και εις βάθος απορίας καταδύομαι ότι ουδέν ικανόν έχω προς απολογίαν ό δείλαιος. Πώς εξείπω τάς προς εμέ σου ευεργεσίας, φιλάνθρωπε, ώσπερ ό ασεβής εγώ αθετώ; διό και μυρίων κολάσεων είμι υπεύθυνος, ότι και μυρίων δωρεών εμέ τόν αχάριστον επλήρωσας. 

Άλλ' ώ Δέσποτα, ώς έχων της μακροθυμίας τό πέλαγος έμφυτον, και της ευσπλαγχνίας τήν άβυσσον, μή παραχώρησης κοπήναί με τον αχάριστον ώς τήν συκήν τήν άκαρπον, μηδέ αρπάσης με ανέτοιμον, μηδέ παραστήσης τήν ψυχήν μου στηλίτευμα ελεεινών τω φοβερώ και αδεκάστω σου βήματι. Άλλ' ώς αγαθός Θεός και φιλάνθρωπος, ελέησόν με τόν αχάριστον, τόν πεπωρωμένον, τόν αναπολόγητον, τόν καταδεδικασμένον, τόν άξιον πάσης κολάσεως και τιμωρίας. Πώς επικαλέσομαί σε, Δέσποτα τών απάντων, τάς εντολάς σου μή φυλάξας; Μετά γάρ τό λαβείν με τήν επίγνωσιν της σης αληθείας, γέγονα θυμώδης, ανελεήμων, μάλιστα δέ έν ρυπαροίς λογισμοίς, και έτι έν γαστριμαργία, έν αδηφαγία, έν υπερηφανία, έν καταλαλιά, έν υποκρίσει ψευδόμενος γάρ εγώ επί τους ψεύστας άχθομαι• κρίνω τους πταίοντας ό πλήρης πταισμάτων εάν υβρισθώ, αμύνομαι εάν μή τιμηθώ, βδελύττομαι, και τους τάληθή μοι λέγοντας ώς εχθρούς λογίζομαι• μή κολακευόμενος αηδιάζω• ανάξιος ών τιμάς απαιτώ. Εάν μή τις λειτουργή μοι, κακολογώ αυτόν ώς υπερήφανον ασθενούντα αδελφόν αγνοώ, εγώ δέ ασθενών, φιλείσθαι και υπηρετείσθαι θέλω. Μειζόνων περιφρονώ και ελάττονας υπερορώ• εάν κρατήσω βραχύ τι εμαυτόν από της άλογου επιθυμίας, κενοδοξώ• έάν κατορθώσω αγρυπνίαν, τη αντιλογία παγιδεύομαι. Εάν εγκρατεύσω εμαυτόν από βρωμάτων, τω τύφω καταποντίζομαι• εάν εις αρετήν προκόψω τι, κατά των αδελφών μου επαίρομαι. Έξωθεν ταπεινοφρονώ και τη ψυχή υψηλοφρονώ. Εώ λέγειν τάς έν εκκλησία ματαίας μνήμας και τους έν προσευχή ρεμβασμούς. Εώ τάς έν υποκρίσει συντυχίας, τάς απληστίας τών δοσολήψεων τάς κοινωνίας τών αλλότριων σφαλμάτων και ολέθριας κατακρίσεις. 
Ούτος έστιν ό επάρατος μου βίος• έν τοσούτοις και τοιούτοις κακοίς τη εμή σωτηρία ανταγωνίζομαι• ή δέ αλαζονεία και υπερηφάνεια μου ού συγχωρεί με κατανοήσαι αυτά. Ποίαν άρα απολογίαν έχω σοι τω θεώ μου έν τούτοις! ότι ό διάβολος μοι υπέθετο ταύτα; άλλ' ουδέ τω Αδάμ ωφέλησε τούτο απολογουμένω. Τίς ού μή πενθήσει τήν εμήν απώλειαν; τίς ού μή στενάξει τήν εμήν τύφλωσιν; τίς μή κλαύση τήν εμήν αναισθησίαν; Κύριε, διά τους απείρους σου οικτιρμούς δώρησαί μοι μετάνοιαν. Άγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ εμού του αμαρτωλού, εκχέατε τήν δέησιν υμών προς τόν οικτίρμονα Θεόν, ίνα επιστρέψη τήν ψυχήν μου, τω άδη προσκολληθείσαν υπό τών ατίμων παθών. Πρεσβεύσατε, Άγιοι, υπέρ εμού, ίνα διά τών αγίων υμών ευχών άξιος μετανοίας γένωμαι. Έργον γάρ έστιν υμών, Άγιοι, πρεσβεύειν υπέρ αμαρτωλών, Θεού δέ τό τους απεγνωσμένους ελεείν. Όσιοι και Δίκαιοι, οί καλώς τόν αγώνα τελέσαντες, συνέλθετε επί εμοί τω δυστήνω, και ή ώς νεκρόν με θρηνήσατε, ή ώς ημιθανή οικτειρήσατε• επεί εγώ ούκ έχω προς Θεόν παρρησίαν διά τάς πολλάς μου αμαρτίας. Εκχέατε έλεος έπ' εμοί, Άγιοι, ώς είς αιχμάλωτον καί τραυματίαν. Οίδα γάρ ότι, εάν υμείς του Θεού δεηθήτε, πάντα μου τά πλημμελήματα συγχωρηθήσονται τη αφάτω αυτού ευσπλαγχνία ώσπερ γάρ αυτός φιλάνθρωπος έστιν, ούτω και υμείς. 
Μόνον μή υπερίδητέ με. Πρόσδεξαι, Κύριε, τήν ταπεινήν μου δέησιν ταύτην και ελέησόν με διά πρεσβειών τής πανάχραντου σου Μητρός και πάντων σου των Αγίων, ίνα κάγώ μετά πάντων τών σωθέντων τω άφάτω σου ελέει προσκυνώ σε τόν έν Πατρί και Πνεύματι δοξαζόμενον Θεόν Λόγον. Αμήν.