.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Θερινὲς εἰκόνες, συντροφιὲς ἀνεκτίμητες...



Μέρες ἱερὲς ἀνοίχτηκαν ἐμπρός μας, μέρες τῆς Παναγιᾶς μας, δροσισμένες ἀπὸ τὸ μελτέμι ποὺ κυριαρχεῖ τὸν καιρό αὐτό, μέρες συντονισμένες στὸ ἦχο τὸν τερπνὸ τοῦ πλαγίου τοῦ τετάρτου, ποὺ ντύνει κατανυκτικὰ τοὺς Παρακλητικοὺς Κανόνες στὴ Χάρη Της. 
«Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς...»,«Τῶν λυπηρῶν ἐπαγωγαὶ χειμάζουσι τὴ ταπεινή μου ψυχήν...».
Λόγια φορτωμένα προσευχή, φωνὲς ραγισμένες ἀπὸ τὴ συγκίνηση, τὸ δέος, τὴν ...Φωνὲς ἁπλῶν, ταπεινῶν ἀνθρώπων, ποὺ συλλαβίζουν τὴν Παράκληση, ποὺ ἐπιμένουν νᾶ τονίζουν τὶς λέξεις -«προφθάσα, σῶσον μέ», ποὺ δὲ χάνουν μετάνοια, δὲ στέκονται σὲ συνταγὲς ἀποχῆς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀπόβραδες συνάξεις, γιατὶ ξέρουν πὼς μὲ τὴν ἑσπερινὴ τὴν καμπάνα παύουν καὶ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Παύουν τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων γιὰ ν᾿ άρχίσουν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. Κι ὄλοι τὸ καταλαβαίνουμε πὼς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ εἶναι πιὸ σημαντικὰ καὶ χρήσιμα ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν ἀνθρώπων. «Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγεννήθησαν...».
Καὶ μέσα στὰ φωτεινά, χαριτωμένα καὶ ὁλόανθα ἔργα τοῦ Θεοῦ συμπεριλαμβανονται καὶ αὐτὲς οἱ συνάξεις, στὰ δροσερὰ θερινὰ ἀπόβραδα, στὶς ἐκκλησιὲς ποὺ χωνεύουν μέσα σὲ εὐωδιὲς θυμάματος, γιασεμιοῦ καὶ βασιλικῶν. Σὲ ἐκκλησιὲς ποὺ κοσμοῦνται ἀπὸ ταπεινὲς ὑπάρξεις πιστῶν, ποὺ ὡς ἄλλες ἁγιογραφίες στολίζουν τὶς γωνιές τους. Λιγοστὲς πάντα, ἀλλὰ χρήσιμες νὰ συντροφεύουν τὰ τροπάρια, νὰ ψυθιρίζουν ἁπαλὰ τὸ «Κύριε, ἐλέησον...», νὰ δέονται μυστικά. 
«Οἱ μισοῦντες με μάτην, βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐτρέπισαν, καὶ ἐπιζητοῦσι, τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι, πρὸς γῆν Ἁγνὴ ἐπιζητοῦσιν· ἀλλ' ἐκ τούτων προφθάσασα σῶσόν με». 
Καὶ στέκονται μὲ σιγουριὰ σ᾿ ἐκεῖνο τὸ «σῶσον με...». 
Γιατὶ τὸ νοιώθουν, ὅπως νοιώθουν τὸ δροσερὸ νερὸ ποὺ ἐλαφρώνει τὴ δίψα, τὸ ψωμὶ ποὺ στηρίζει τὸ κορμί, τὸν ἥλιο ποὺ πυρώνει, τὴ βροχὴ ποὺ ποτίζει καὶ τόσα ἄλλα. Βιώματα γίνονται οἱ λέξεις τῆς προσευχῆς, ποὺ τὰ παίρνουν στὸ σπίτι τους ὡς εὐλογία, μὲ τὸ «Δι᾿ εὐχῶν...». 
Γιατὶ μέσα στὴ θερινὴ τὴ Νύχτα ποὺ ἀνεβαίνει σιγά-σιγά καὶ στὴν ὅποια νύχτα τοῦ κόσμου, ποὺ σκορπίζει σκοτάδια καὶ ποικίλους κινδύνους ξέρουν πιὰ ὅτι τὸ χέρι τῆς Μάνας τους τῆς Παναγιᾶς θὰ τοὺς κρατάει, ὅπως τότε, στὰ μικρά τους τὰ χρόνια ἕνα ἄλλο χέρι, τῆς Μάνας τους τὸ χέρι ἔσφιγγε τὸ δικό τους σὲ κακοτοπιές, σὲ δρόμους ἐπικίνδυνους...
«Ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, θλίψεως καὶ νόσου καὶ βλάβης με λύτρωσαι, καὶ τῇ σῇ δυνάμει, ἐν τῇ σκέπῃ σου φύλαξον ἄτρωτον, ἐκ παντὸς κινδύνου, καὶ ἐξ ἐχθρῶν τῶν πολεμούντων, καὶ μισούντων με Κόρη πανύμνητε».
Ἀμήν, Παναγία μας...


π. Κων. Ν. Καλλιανός
Αὔγουστος 2014