.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

''Και συ Κύριε εως πότε;''

Ο λόγος είναι άπό τόν 6ο Ψαλμό του βασιλέως καί προφήτου Δαβίδ. Τί σημαίνει αύτός ό λόγος; 
Καί Σύ, Κύριε, μέχρι πότε θά είσαι οργισμένος έναντίον μου, μέ αποτέλεσμα νά στερούμαι τό έλεος σου;
Αλήθεια τί είναι αύτή ή κραυγή τού Δαβίδ; Έως πότε, Κύριε! Είναι κραυγή απελπισίας; Έλλειψη έλπίδας; ’Εγκατάλειψη τού Θεού; Θάνατος; Όχι! Είναι κάτι άνάλογο μέ αύτό πού συμβαίνει συχνά μέσα στήν οικογένεια. Ή μάννα τιμωρεί τό παιδί της καί αύτό κλαίει. Ποιόν όμως έπικαλεΐται μέσα στό κλάμα του, άπό ποιόν ζητάει βοήθεια; Τί λέει; «Μαννούλα μου!» Αύτό κάνει καί ό Δαβίδ. Ζητάει άπό τόν Θεό νά έπισπεύσει τή βοήθειά του, νά τόν περιβάλει μέ τό έλεος του.
Όλη ή ζωή τού Δαβίδ ήταν διαρκής έκζήτηση τού έλέους τού Θεού. Ό λόγος «καί σύ, Κύριε, έως πότε;» βγήκε άναρίθμητες φορές άπό τά χείλη του. Διότι ό Θεός αύτόν τόν έκλεκτό δούλο του τόν πέρασε άπό φοβερό καμίνι θλίψεων, άδικιών, διωγμών, συκοφαντιών, κινδύνων. Ας ρίξουμε μιά σύντομη ματιά σ’ όλα αύτά:
Βρισκόμαστε περίπου στό 1020 π.Χ.
Βασιλιάς τών ’Ιουδαίων είναι ό Σαούλ. Ό Θεός όμως τόν Σαούλ τόν άποδοκιμάζει καί άναθέτει στόν προφήτη Σαμουήλ νά χρίσει νέο βασιλιά πού θά διαδεχθεί τόν Σαούλ. 
Ό Σαμουήλ έπισκέπτεται τή Βηθλεέμ κρυφά άπό τόν Σαούλ, πηγαίνει μέ έμπνευση Θεού στό σπίτι τού Ίεσσαί καί ζητάει νά δει τά παιδιά του, άφοΰ ένα άπό αύτά θά τού ύποδείξει ό Θεός νά χρίσει βασιλιά. Ό Ίεσσαί τού παρουσιάζει τά έπτά μεγαλύτερα, διότι τό μικρότερο βόσκει τά πρόβατα. Ό προφήτης ρωτάει τόν Ίεσσαί: «Δέν έχεις άλλο παιδί;». «Ναί», άπαντάει ό Ίεσσαί. Ό Σαμουήλ ζητάει νά τό δει. Τό παιδί αύτό είναι ό Δαβίδ. Έχει σεμνό καί έπιβλητικό ήθος. Ή ομορφιά του είναι άπαύγασμα τού έσωτερικοϋ του κάλλους. Λένε ότι έμοιαζε μέ τόν ’Ιωσήφ τόν πάγκαλο καί τόν Μωυσή. Ό Σαμουήλ τόν χρίει βασιλιά. Αλλά έως ότου πάρει τήν έξουσία, θά περάσουν χρόνια πολλά καί κίνδυνοι άναρίθμητοι θά τόν άπειλήσουν. Σ’ όλο αύτό τό διάστημα πόσες φορές δέν θά φωνάξει: «Καί σύ, Κύριε, έως πότε;»!
Ό πρώτος μεγάλος πειρασμός δημιουργεΐται, όταν ξεσπάει πόλεμος τών 'Εβραίων μέ τούς Φιλισταίους. Ό γίγαντας Γολιάθ προκαλεΐ καί ζητάει νά άντιμετωπίσει σέ μονομαχία έναν Εβραίο. Προσφέρεται ό Δαβίδ. Ό Σαούλ τοΰ λέει: «Είσαι παιδί». Ό Δαβίδ τού άπαντάει: «Θά τόν άντιμετωπίσω όπως τά λιοντάρια καί τις άρκοΰδες πού όρμοΰσαν στό κοπάδι μου καί τά έπνιγα μέ τά χέρια μου» (Α' Βασ. ιζ' 32-37). Θά άγωνισθώ έν όνόματι Κυρίου τοΰ Θεοϋ μου. Ό Δαβίδ μέ τή σφεντόνα του φονεύει τόν Γολιάθ. Φόβος καταλαμβάνει τούς Φιλισταίους καί φεύγουν. Ό λαός επευφημεί τόν Δαβίδ, καί αύτό γίνεται αιτία νά τόν φθονήσει ό Σαούλ καί νά έπιδιώξει πολλές φορές νά τόν φονεύσει. Κυνηγημένος ό Δαβίδ τριγυρίζει στά βουνά καί πολλές φορές άφήνει νά βγει άπό τά χείλη του ή κραυγή: «Καί σύ, Κύριε, έως πότε;»!
Σέ κάποια μάχη μέ τούς Φιλισταίους ό Σαούλ φονεύεται. Τώρα άνοίγεται ό δρόμος καί ό Δαβίδ γίνεται βασιλιάς. Έμεινε βασιλιάς 40 χρόνια. Στό διάστημα τής βασιλείας του άντιμετωπίζει άναρίθμητες δοκιμασίες: πολέμους, προδοσίες, άδικίες, συκοφαντίες, έπαναστάσεις... Πάλι σ’ όλες αύτές τις περιστάσεις φωνάζει μέ πόνο ψυχής: «Καί σύ, Κύριε, έως πότε;»! Έως πότε, Κύριε, οί πόλεμοι θά ταράζουν τή ζωή μου; Ακόμη πολεμάει μέ τούς Φιλισταίους, τούς Αμαληκίτες, τούςΆμμωνίτες, τούς Σύριους. Έως πότε, Κύριε; Πότε θά σταματήσουν οί έπαναστάσεις;
Κάποτε πέφτει σέ βαρύ διπλό άμάρτημα. Τόν έπισκέπτεται ό προφήτης Νάθαν, τοΰ ξυπνάει τήν κοιμισμένη συνείδηση καί τόν παρακινεί σέ μετάνοια. Μέ τήν άφορμή αύτή συνέταξε τόν 50ό Ψαλμό, πού όλοι έχουμε στά χείλη καί στήν ψυχή μας. Καί πάλι οδυνηρά θά φωνάξει: «Καί σύ, Κύριε, έως πότε;»! Ναι, σέ όλη του τή ζωή άναζητάει τό έλεος τοΰ Θεού του.
Ό Δαβίδ τις ώρες τοΰ πόνου, τής άπελπισίας, τής άναζητήσεως έγραφε Ψαλμούς καί τούς έψαλλε μέ τή φωνή καί τά μουσικά όργανά του. Τώρα βρίσκεται στά γηρατειά του. Αναπολεί τά περασμένα. Τώρα έχει κατανοήσει τόν τρόπο πού ό Θεός κυβέρνησε τή ζωή του. Γι’ αύτό στον τελευταίο, στον 150ό Ψαλμό, ψάλλει δοξολογικά πλέον: «Αινείτε αύτόν (τόν Θεόν) έν κυμβάλοις εύήχοις, αινείτε αύτόν έν κυμβάλοις άλαλαγμοΰ» (Ψαλ. ρν’ 5)!
Αύτό τό «έως πότε, Κύριε;» δέν άφορά μόνο τόν Δαβίδ άλλά καί καθένα άπό μάς. Έως πότε, Κύριε, θά μάς άφήσεις νά ζοΰμε μέσα σ’ αύτόν τόν κόσμο τής άποστασίας καί τής ύβρεως κι έμεΐς άπρόσεκτα θά άναμειγνυόμαστε μαζί του; Έως πότε, Κύριε, θά μάς άφήνεις νά μένουμε στις ’ίδιες άδυναμίες, νά έξομολογούμαστε τις άμαρτίες μας καί νά έπαναλαμβάνουμε τις ίδιες; Έως πότε θά μάς άνέχεσαι νά μεταλαμβάνουμε τό Σώμα σου καί τό Αίμα σου, καί τό μυαλό μας καί ή ψυχή μας νά είναι μακριά σου; Έως πότε, Κύριε, θά μάς βλέπεις νά άφήνουμε άπροστάτευτες τις πέντε αισθήσεις μας νά ύπηρετοΰν τήν άμαρτία; Έως πότε θά παρακολουθείς τά βήματα τής ψυχής καί τοΰ σώματός μας νά μάς οδηγούν σέ τόπους μακριά άπό Σένα τόν Θεό μας; Έως πότε, Κύριε, θά έπιτρέπεις νά συνεχίζονται τά βάσανά μας καί οί δοκιμασίες μας; Έως πότε;...
Ένας δρόμος ύπάρχει γιά τόν καθένα μας: Αύτός τοΰ Δαβίδ. Αύτός πρέπει νά είναι ό δρόμος μας: Σέ περιμένω, Κύριε, νά μέ οδηγήσεις κοντά σου, γιατί είμαι δικό σου παιδί. Νά μέ οδηγήσεις μέ ειρήνη, μέ άλαλαγμούς χαράς καί έλπίδας.
Ας καταλήξουμε καί έμεΐς μαζί μέ τόν Δαβίδ: Στις θλίψεις μου θά έπικαλοϋμαι τόν Θεό μέ πόνο, θά φωνάζω μέ πίστη, καί τό έλεος τοΰ Θεοϋ θά μέ σώσει. Καί άς ομολογήσουμε στό τέλος ολόψυχα: «Αινείτε αύτόν έν κυμβάλοις εύήχοις, αινείτε αύτόν έν κυμβάλοις άλαλαγμοΰ»!