Χ.Μ.Π.: Κάποια φορὰ εἶχα πάρει μὲ τὸ αὐτοκίνητό μου στὸ Γέροντα Πορφύριο ἕνα Ἁγιορείτη μοναχό, πολὺ πνευματικὸ ἀσκητή. Ἡ συνομιλία τους, στὴν ὁποία ἤμουν κι ἐγὼ παρών, περιεστράφη γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς προσευχῆς. Ὁ μοναχὸς ρώτησε τὸ Γέροντα Πορφύριο πῶς πρέπει νὰ προσευχόμαστε. Ὁ Γέροντας ρώτησε μὲ τὴ σειρά του τὸ μοναχὸ πῶς προσεύχεται ἐκεῖνος. Ὁ μοναχὸς τοῦ ἀπάντησε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Ρώτησε κι ἐμένα πῶς προσεύχομαι. «Τὸ ἴδιο κι ἐγώ», τοῦ ἀπάντησα. Μᾶς εἶπε τότε ὁ Γέροντας: — Ἐγὼ ὅταν προσεύχομαι καὶ λέω αὐτά, ποὺ λέτε κι ἐσεῖς, τοὺς δίνω περισσότερο χρῶμα. Λέω μία-μία λέξη, ἀργά-ἀργὰ καὶ τονίζω περισσότερο τὸ «ἐλέησόν με». Γιατί; Διότι καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνα πρόσωπο. Κι ὅταν συνομιλεῖς μαζί του, ὀφείλεις νὰ γνωρίζεις ὅτι δὲν μιλᾶς στὰ σύννεφα οὔτε σὲ μία ἀφηρημένη ἔννοια ἢ κατάσταση. Ὁμιλεῖς στὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος σ’ ἀκούει. Καὶ συνέχισε: .
Δός μας,
Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;
Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.
Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων
Περὶ προσευχῆς. Καὶ περὶ γαστριμαργίας
Χ.Μ.Π.: Κάποια φορὰ εἶχα πάρει μὲ τὸ αὐτοκίνητό μου στὸ Γέροντα Πορφύριο ἕνα Ἁγιορείτη μοναχό, πολὺ πνευματικὸ ἀσκητή. Ἡ συνομιλία τους, στὴν ὁποία ἤμουν κι ἐγὼ παρών, περιεστράφη γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς προσευχῆς. Ὁ μοναχὸς ρώτησε τὸ Γέροντα Πορφύριο πῶς πρέπει νὰ προσευχόμαστε. Ὁ Γέροντας ρώτησε μὲ τὴ σειρά του τὸ μοναχὸ πῶς προσεύχεται ἐκεῖνος. Ὁ μοναχὸς τοῦ ἀπάντησε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Ρώτησε κι ἐμένα πῶς προσεύχομαι. «Τὸ ἴδιο κι ἐγώ», τοῦ ἀπάντησα. Μᾶς εἶπε τότε ὁ Γέροντας: — Ἐγὼ ὅταν προσεύχομαι καὶ λέω αὐτά, ποὺ λέτε κι ἐσεῖς, τοὺς δίνω περισσότερο χρῶμα. Λέω μία-μία λέξη, ἀργά-ἀργὰ καὶ τονίζω περισσότερο τὸ «ἐλέησόν με». Γιατί; Διότι καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνα πρόσωπο. Κι ὅταν συνομιλεῖς μαζί του, ὀφείλεις νὰ γνωρίζεις ὅτι δὲν μιλᾶς στὰ σύννεφα οὔτε σὲ μία ἀφηρημένη ἔννοια ἢ κατάσταση. Ὁμιλεῖς στὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος σ’ ἀκούει. Καὶ συνέχισε: