.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

«Ἄν ζητᾶμε πρῶτα τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτή εἶναι ἡ μόνη μέριμνά μας, ὅλα τά ἄλλα θά μᾶς δοθοῦν»


Ἀπόσπασμα κειμένου ἀπό τό βιβλίο "Πνευματική Ἀφύπνιση - Λόγοι Β, 
Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου"

Ὁ Θεός ἀγαπάει τό πλάσμα Του, τήν εἰκόνα Του, καί τό φροντίζει γι’ αὐτά πού τοῦ χρειάζονται. Ἄν δέν τό πιστεύη καί παλεύη μόνος του νά τά ἀποκτήση, θά ταλαιπωρῆται. Μά ἄν ὁ Θεός δέν δώση αὐτά τά ἐπίγεια, τά ὑλικά πράγματα, δέν θά στενοχωρηθῆ ὁ ἄνθρωπος πού ζῆ πνευματικά. Ἄν ζητᾶμε πρῶτα τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτή εἶναι ἡ μόνη μέριμνά μας, ὅλα τά ἄλλα θά μᾶς δοθοῦν. Θά ἀφήση ὁ Θεός τό πλάσμα Του; Τό μάννα πού ἔρριχνε ὁ Θεός καθημερινά στούς Ἰσραηλίτες στήν ἔρημο, ἄν τό κρατοῦσαν γιά τήν ἄλλη μέρα, σάπιζε. Ἔτσι τά οἰκονόμησε ὁ Θεός, γιά νά ἔχουν ἐμπιστοσύνη στήν θεία πρόνοια... 
Ἀκόμη τό “ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ” δέν τό ἔχουμε καταλάβει. Ἤ πιστεύουμε ἤ δέν πιστεύουμε. Ὅταν πῆγα νά μείνω στό Σινᾶ, δέν εἶχα τίποτε. Δέν σκέφθηκα ὅμως καθόλου τί θά γίνω στήν ἔρημο μέσα σέ ἄγνωστους ἀνθρώπους, τί θά φάω, πῶς θά ζήσω. Τό ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης, ὅπου θά ἔμενα, ἦταν χρόνια ἐγκαταλελειμμένο, ἀκατοίκητο. Ἐπειδή δέν ἤθελα νά ἐπιβαρύνω τό μοναστήρι, δέν ζήτησα τίποτε. Μοῦ ἔφεραν λίγο ψωμί ἀπό τό μοναστήρι καί τό γύρισα πίσω. Γιατί νά ἀνησυχήσω, ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶπε: “Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ”; Τό νερό καί αὐτό ἦταν ἐλάχιστο. Οὔτε ἐργόχειρο ἤξερα, γιά νά πῆς πώς θά δούλευα καί θά ἔβγαζα τό ψωμί μου. Τό μόνο ἐργαλεῖο πού εἶχα ἦταν ἕνα ψαλίδι. Τό χώρισα στά δύο, τό ἀκόνισα σέ μια
πέτρα, πῆρα καί ἕνα ξύλο καί ἄρχισα νά φτιάχνω ξυλόγλυπτα εἰκονάκια. Δούλευα καί ἔλεγα καί τήν εὐχή. Γρήγορα ἐξασκήθηκα. Ἔφτιαχνα συνέχεια τό ἴδιο σχέδιο, καί τήν δουλειά πού θά ἔκανα σέ πέντε μέρες, τήν ἔκανα σέ ἕντεκα ὧρες, καί ὄχι μόνο δέν στερήθηκα, ἀλλά βοηθοῦσα καί τά Βεδουϊνάκια. Γιά ἕνα διάστημα ἔκανα ἐργόχειρο ἀρκετές ὧρες τήν ἡμέρα. Ὕστερα εἶχα φθάσει σέ μιά κατάσταση πού δέν ἤθελα νά κάνω ἐργόχειρο, ἀλλά ἔβλεπα καί τήν ἀνάγκη πού εἶχαν τά Βεδουϊνάκια. Ἕνα σκουφί καί ἕνα ζευγάρι πέδιλα νά τούς ἔδινες, ἦταν γι’ αὐτά πολύ μεγάλη εὐλογία… Μοῦ πέρασε λοιπόν ὁ λογισμός: “Ἦρθα ἐδῶ, γιά νά βοηθῶ τούς Βεδουΐνους ἤ γιά νά κάνω προσευχή γιά ὅλον τόν κόσμο;”. Ἔτσι ἀποφάσισα νά περιορίσω τήν δουλειά, γιά νά εἶμαι πιό ἀπερίσπαστος καί νά προσεύχωμαι περισσότερο. Καί μήπως περίμενα ἀπό πουθενά βοήθεια; Οἱ Βεδουΐνοι δέν εἶχαν οἱ ἴδιοι νά φᾶνε. Τό μοναστήρι ἦταν μακριά. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔρημος. Τήν ἴδια μέρα ὅμως πού περιόρισα τήν δουλειά, γιά νά διαθέσω περισσότερο χρόνο στήν προσευχή, ἔρχεται κάποιος καί μέ βρίσκει ἔξω ἀπό τό ἀσκητήριο καί μοῦ λέει: “Νά, πάρε αὐτές τίς ἑκατό λίρες, γιά νά βοηθᾶς τά Βεδουϊνάκια καί νά μή βγαίνης ἀπό τό πρόγραμμά σου καί νά προσεύχεσαι”! Δέν ἄντεξα. Τόν ἄφησα μόνον του γιά ἕνα τέταρτο καί πῆγα λίγο μέσα. Μοῦ εἶχε δημιουργήσει τέτοια κατάσταση ἡ πρόνοια καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού δέν μποροῦσα νά συγκρατήσω τά δάκρυά μου. Βλέπεις πώς ὁ Θεός οἰκονομάει, ὅταν ὑπάρχη ἡ καλή διάθεση; Γιατί ἐγώ πόσα θά τούς ἔδινα; Ἔδινα σέ ἕνα, ἐρχόταν τό ἄλλο, “ἐμένα δέν μοῦ ἔδωσες, Πάτερ!”, ἔλεγε, ὕστερα ἐρχόταν ἄλλο, “ἐμένα δέν μοῦ ἔδωσες, Πάτερ!”.

Οἰκονομάει ὁ Θεός. Βλέπει τίς ἀνάγκες, τίς ἐπιθυμίες μας, καί, ὅταν κάτι εἶναι γιά τό καλόμας, μᾶς τό δίνει. Ὅταν κανείς χρειάζεται σέ κάτι βοήθεια, ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία βοηθοῦν. Ρωτοῦσαν τόν Γέροντα Φιλάρετο: “Τί θέλεις, Γέροντα, νά σέ οἰκονομήσουμε;”, “Ὅ,τι θέλω ἡ Παναγία θά τό στείλη”, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Καί ἔτσι γινόταν. Ὅταν ἐμπιστευώμαστε τόν ἑαυτό μας στόν Θεό, ὁ Καλός Θεός μᾶς παρακολουθεῖ καί μᾶς οἰκονομάει. Σάν καλός οἰκονόμος δίνει στόν καθένα μας ὅ,τι τοῦ χρειάζεται καί μᾶς φροντίζει ἀκόμη καί σέ λεπτομέρειες γιά τίς ὑλικές ἀνάγκες μας. Καί γιά νά καταλάβουμε τήν φροντίδα Του, τήν πρόνοιά Του, μᾶς δίνει ἀκριβῶς ὅ,τι μᾶς χρειάζεται. Νά μήν περιμένης ὅμως πρῶτα νά σοῦ δώση ὁ Θεός, ἀλλά ἐσύ νά δώσης ὅλο τόν ἑαυτό σου στόν Θεό. Γιατί, ἐάν ζητᾶς συνέχεια ἀπό τόν Θεό καί δέν ἀφήνης τόν ἑαυτό σου μέ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, αὐτό δείχνει ὅτι ἔχεις δικό σου σπίτι καί ἀποξενώνεσαι ἀπό τίς αἰώνιες οὐράνιες Μονές. Ὅσοι ἄνθρωποι τά δίνουν ὅλα στόν Θεό καί δίνονται ὁλόκληροι σ’ Αὐτόν, στεγάζονται κάτω ἀπό τόν μεγάλο τροῦλλο τοῦ Θεοῦ καί προστατεύονται ἀπό τήν θεία Του πρόνοια. Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό εἶναι μιά συνεχής μυστική προσευχή, πού φέρνει ἀθόρυβα τίς δυνάμεις τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ πού χρειάζονται καί τήν ὥρα πού χρειάζονται, καί τότε τά φιλότιμα παιδιά Του Τόν δοξολογοῦν συνέχεια μέ πολλή εὐγνωμοσύνη.

Ὁ Παπα-Τύχων, ὅταν εἶχε πάει στό Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δέν εἶχε ναό, ἄν καί τοῦ ἦταν ἀπαραίτητος. Οὔτε χρήματα εἶχε γιά νά φτιάξη, παρά μόνο μεγάλη πίστη στόν Θεό. Μιά μέρα προσευχήθηκε καί ξεκίνησε γιά τις Καρυές, μέ τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός θά τοῦ οἰκονομοῦσε τά χρήματα πού χρειαζόταν, γιά νά φτιάξη τόν ναό. Πρίν φθάση ἀκόμη στίς Καρυές, τόν φώναξε ἀπό μακριά ὁ δικαῖος τῆς Σκήτης τοῦ Προφήτη Ἠλία. Ὅταν πλησίασε ὁ Παπα-Τύχων, ὁ δικαῖος τοῦ εἶπε: “Κάποιος καλός Χριστιανός ἀπό τήν Ἀμερική μοῦ ἔστειλε αὐτά τά δολλάρια, γιά νά τά δώσω σέ κανέναν ἀσκητή πού δέν ἔχει ναό. Ἐσύ δέν ἔχεις ναό· πάρ’ τα καί φτιάξε”. Δάκρυσε ὁ Παπα-Τύχων ἀπό συγκίνηση καί εὐγνωμοσύνη στόν Καλό Θεό πού, σάν καρδιογνώστης πού εἶναι, εἶχε φροντίσει γιά τόν ναό, πρίν ἀκόμη ἐκεῖνος Τόν παρακαλέση, ὥστε νά τοῦ ἔχη ἕτοιμα τά χρήματα, ὅταν θά τοῦ τά ζητοῦσε.

Ὅταν κανείς ἀφήνεται στόν Θεό, ὁ Θεός δέν τόν ἀφήνει. Καί πράγματι, ἄν χρειασθῆς αὔριο στίς δέκα ἡ ὥρα κάτι, ὅταν δέν εἶναι παράλογο καί εἶναι ἀνάγκη πραγματική, ἐννιά καί σαράντα πέντε λεπτά ἤ ἐννιά καί μισή θά τό ἔχη ἕτοιμο ὁ Θεός, γιά νά σοῦ τό δώση. Π.χ. σοῦ χρειάζεται ἕνα κύπελλο στίς ἐννιά ἡ ὥρα. Στίς ἐννιά παρά πέντε σοῦ ἔρχεται τό κύπελλο. Σοῦ χρειάζονται πεντακόσιες δραχμές. Τήν ὥρα που τίς θέλεις ἔρχονται ἀκριβῶς πεντακόσιες δραχμές· οὔτε πεντακόσιες δέκα οὔτε τετρακόσιες ἐνενῆντα. Ἔχω παρατηρήσει ὅτι, ἄν μοῦ χρειασθῆ λ.χ. κάτι αὔριο, ὁ Θεός τό ἔχει προνοήσει ἀπό σήμερα· πρίν δηλαδή τό σκεφθῶ ἐγώ, τό ἔχει σκεφθῆ ὁ Θεός πιό νωρίς καί τό παρουσιάζει τήν ὥρα πού τό χρειάζομαι. Γιατί ἀπό ἐκεῖ πού ἔρχεται, γιά νά φθάση σ’ ἐμένα ἀκριβῶς τήν ὥρα πού τό χρειάζομαι, βλέπω πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται. Ἄρα ὁ Θεός τό φρόντισε νωρίτερα.

Ὅταν ἀπό φιλότιμο κάνουμε τόν Θεό νά χαίρεται μέ τήν ζωή μας, τότε Ἐκεῖνος δίνει ἄφθονες τίς εὐλογίες Του στά φιλότιμα παιδιά Του, τήν ὥρα πού τίς χρειάζονται. Ὅλη ἡ ζωή μετά περνάει μέ εὐλογίες τῆς θείας πρόνοιας. Μπορῶ ὧρες νά σᾶς λέω παραδείγματα ἀπό τήν θαυμαστή πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Ὅσιος Παΐσιος

Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ “Παράκληση. Διμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ”, τεῦχος 72 (2013), σ. 13-14.