.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

«ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ 1980»

«ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ 1980»
–Κεφάλαια Αναληπτικά–


     Όταν δεν έχουμε το νου μας στον Θεό, αλλά στο «γιατί», τότε θα μας φταίει ο ένας κι ο άλλος. Όμως φταίει ο εαυτός μας, κανείς άλλος δεν φταίει. Δεν έχουμε καλή πνευματική κατάσταση, αυτή είναι η αιτία. Όποιος κυνηγάει την Ευχή σαν το χρυσάφι και εκμεταλλεύεται (ακόμη) και το λεπτό (που περνάει), όλα τα υπερπηδά, όλα τα δέχεται και τα υπομένει. Τότε ο Θεός και η Παναγία τον σκεπάζουν. Τότε (αυτός ο άνθρωπος) θα προσέξει την κατάκριση, την παρακοή, (και όλα) τα ανευλόγητα (πράγματα). Χρειάζεται ταπείνωση. Όταν κανείς βλέπει εσωτερικά τον εαυτό του, θα τα βλέπει γύρω του όλα καλά. Όταν ο άνθρωπος έχει τον Θεό στη ψυχή του, δεν κακολογεί· και όταν βλέπει κάποιον να υποφέρει, τον πονάει και κλαίει μαζί του και ικετεύει τον Θεό να τον ελεήσει.

     Διά της προσευχής θα θεραπεύσουμε και του αδελφού την πληγή και την κάθε δύσκολη κατάσταση. Όταν ο άνθρωπος καταλάβει ότι είναι ένα Μηδέν, ούτε θυμώνει, ούτε κακολογεί, ούτε συζητάει (ανώφελα), αλλά κάνει προσευχή για τους άλλους. […] Το όνομα του Θεού πρέπει να το λέμε αδιαλείπτως και να δείτε πώς θα μας σκεπάσει ο Θεός. Να κυνηγούμε πολύ την Ευχή,  σαν αυτόν που κυνηγάει ένα διαμάντι. Αυτή θα μας μάθει να αγαπούμε τον Χριστό. Αν σκεφτόμαστε ότι και για ένα αργό λόγο θα δώσουμε λόγο στον Θεό (πρβλ. Ματθ. 12, 36) κι αν έχουμε προσοχή, δεν θα αργολογούμε. Θα δούμε τότε τα ελαττώματά μας, τις ατέλειές μας και θα λέμε ότι «οι άλλοι είναι άγγελοι κι εγώ είμαι ένα τίποτε». Κι έτσι έρχεται ο φόβος του Θεού.

     Ο άνθρωπος που δεν συγκεντρώνεται στη δουλειά του και στην προσευχή, αισθάνεται αμέλεια και δυσφορία. Όταν ο νους είναι αργός, τότε και το χέρι είναι αργό. Το εργόχειρο για τον Θεό το κάνουμε, όχι για κανέναν άνθρωπο. Είδατε κάτι; Θα το βολέψουμε, δεν θα περιμένουμε να το κάνει ο άλλος. Όταν δεν αργολογούμε όλη τη μέρα, το βράδυ θα απολαμβάνουμε (και) την προσευχή. Όταν έχουμε υπομονή και επιμονή στην Ευχή, θα την απολαύσουμε. Όταν δώσουμε στον Χριστό την αγάπη μας, κι Εκείνος θα μας δώσει όλη Του την αγάπη.

     Η προσευχή θα πάρει όλα τα ελαττώματα κι όλα τα πάθη μας. Όταν αμέσως μετανοήσουμε και κλαύσουμε, ο Χριστός θα ’ρθεί αμέσως κοντά μας και θα νομίζει κανείς ότι είναι μέσα σ’ ένα περιβόλι κι όχι στο Μοναστήρι (ή στην Εκκλησία). Όταν έχει προσευχή ο άνθρωπος, γίνεται ως Άγγελος· όλα τα παίρνει ο Χριστός και φεύγουν. Φεύγει και η μεμψιμοιρία και το θέλημα και το «γιατί». Θα κοπιάσουμε και (τότε) θα απολαύσουμε. Δυστυχώς, περνάει (όλη) η μέρα (μας) με την πολυλογία και ξεφεύγουμε. Εκείνον που θα μας βοηθήσει, Εκείνον που θα μας γλυκάνει, Τον ξεχνάμε. Κι έρχεται η ώρα που φεύγουμε και δεν έχουμε να παρουσιάσουμε έργα στον Χριστό, τίποτε!

     Όταν ο άνθρωπος έχει το νου του στον Θεό και στον Παράδεισο και δεν τον έχει στα γήινα και λατρεύει τον Δεσπότη Χριστό, οι πειρασμοί και οι λογισμοί παραμερίζονται και λαμβάνει χαρά, αγαλλίαση και υπομονή. Μέχρι να πεθάνουμε, θα έχουμε αγώνα, επειδή τα πάθη είναι ζυμωμένα με το αίμα μας και πρέπει να ξεριζωθούν. Όταν ο άνθρωπος έχει διαρκώς το νου του στον Θεό, λέει: «Γιατί να συζητώ (για μάταια και ανούσια πράγματα) και να μην έχω το όνομα του Θεού (στα χείλη μου); Γιατί να κατακρίνω (τον αδελφό μου) και να μην έχω το νου μου στον Θεό;». Όταν ο άνθρωπος κυνηγάει τον Θεό και την Ευχή, δεν αγαπάει τα λόγια και τις συζητήσεις. Τότε έρχεται (στη ψυχή) η Χάρις του Θεού, η μακαριότητα· και ό,τι και να ακούει (φωνές κλπ.), είναι σαν να μην ακούει και νομίζει ότι βρίσκεται σε άλλον τόπο.

     Όταν κυνηγάμε την Ευχή, ο Χριστός γίνεται χειραγωγός και μας λέει πώς να βαδίζουμε, πώς να τρώμε, πώς να καθόμαστε. Όταν ο άνθρωπος δεν πιστεύει τον λογισμό του και ταπεινώνεται, έχει ειρήνη και γαλήνη στη ψυχή του. Τα πάθη δεν θα παύσουν να μας πολεμούν, αλλά κι εμείς να τα πολεμούμε. Όλοι οι Άγιοι και οι Άγγελοι μάς αγαπούν και μας φρουρούν όλη μέρα, αλλά εμείς δεν τους αγαπούμε όσο πρέπει και ούτε τους ικετεύουμε όπως πρέπει…
     Το νου μας στον Θεό, στον Γέροντα (και στον Πνευματικό μας).

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ
(ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, 1921–1995)