.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

ΟΤΑΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ



π. Δημητρίου Μπόκου 

α. Οἱ θλίψεις

Δὲν ξέ­ρω πῶς βρέ­θη­κα ἐ­δῶ.

Ἔ­τρε­χα πα­νευ­τυ­χής!

Μὲ τὸ κα­πέ­λο στὸ δε­ξί μου χέ­ρι,

πί­σω ἀ­πὸ μιὰ πε­τα­λού­δα φω­σφο­ρί­ζου­σα,

ποὺ μ’ ἔ­κα­νε τρε­λὸ ἀ­πὸ χα­ρά.

Καὶ ξάφ­νου γκάπ, σκον­τά­φτω.

Καὶ δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γι­νε ὁ κῆ­πος!

Τὸ σκη­νι­κὸ ἄλ­λα­ξε ἐν­τε­λῶς:

Αἷ­μα κυ­λᾶ ἀ­πὸ τὸ στό­μα καὶ τὴ μύ­τη μου.

Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν ξέ­ρω τί συ­νέ­βη.

Ἢ σῶ­στε με ἀ­μέ­σως,

ἢ φυ­τέψ­τε μου μιὰ σφαί­ρα στὸν αὐ­χέ­να!

Μ’ αὐ­τὰ τὰ λό­για ὁ Χι­λια­νὸς (ἀν­τι)ποι­η­τὴς Νι­κά­νωρ Πάρρα στὸ ἔρ­γο του «Ποι­ή­μα­τα ἐ­πεί­γου­σας ἀ­νάγ­κης» πε­ρι­γρά­φει τὸν ἄν­θρω­πο πού, κυ­νη­γών­τας τὴν οὐ­το­πί­α μιᾶς ξέ­νοια­στης, χα­ρού­με­νης ζω­ῆς, βρί­σκε­ται ξαφ­νι­κὰ ἀ­νέ­τοι­μος καὶ ἀ­πελ­πι­στι­κὰ ἀ­νί­σχυ­ρος μπρο­στὰ σὲ ὅ,τι συ­νι­στᾶ τὴν ἀ­να­τρο­πὴ τοῦ ὀ­νεί­ρου του:στὴν εἰ­σβο­λὴ τοῦ πό­νου στὴ ζω­ή του. 

Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς κον­τό­θω­ρης προ­ο­πτι­κῆς μας, ὅ­ταν δὲν δε­χόμαστε μη­νύ­μα­τα πέ­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι πιά­νουν οἱ μι­κρῆς ἐμ­βέ­λειας κε­ραῖ­ες μας: τῶν αἰ­σθη­τη­ρί­ων μας καὶ τῆς πε­πε­ρα­σμέ­νης λο­γι­κῆς μας. Καὶ ἔ­τσι πι­α­νό­μα­στε ἀ­δι­ά­βα­στοι, ὅ­ταν ἀλ­λά­ζει ξαφ­νι­κὰ τὸ σκη­νι­κό. Ὁ πο­λι­τι­σμός μας δὲν θέ­λει νὰ σκέ­φτε­ται τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο. Δὲν μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζει σω­στὰ γι’ αὐ­τό. Καὶ δυ­στυ­χῶς, μό­νο μὲ λί­γες βα­θει­ὲς ἀ­νά­σες (τὸ μό­νο γι­α­τρι­κὸ ποὺ μᾶς συ­στή­νει) δὲν ξε­περ­νᾶς τὴ συμ­φο­ρά.

Μὲ πό­ση τρα­γι­κό­τη­τα τὸ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ ἕ­νας ἄλ­λος λο­γο­τέ­χνης, νε­ο­έλ­λη­νας αὐ­τός, ὁ Ἀρ­γύ­ρης Χι­ό­νης στὸ ἔρ­γο του «Ὄν­τα καὶ μὴ ὄν­τα»!

«“Πε­ρά­στε καὶ κα­θί­στε”, εἶ­πε στὶς συμ­φο­ρὲς ποὺ χτύ­πη­σαν τὴν πόρ­τα του. “Θὰ τὶς κε­ρά­σω κά­τι”, σκέ­φτη­κε, “ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­π' τὴν ψυ­χή μου, καὶ θὰ φύ­γουν. Θὰ κά­τσουν λί­γο καὶ θὰ φύ­γουν”. Φροῦ­δες ἐλ­πί­δες! ...Θρο­νι­ά­στη­καν ἐ­κεῖ καὶ ποῦ νὰ τὸ κου­νή­σουν! ...Ἀ­π’ τὶς εὐ­γέ­νει­ες πέ­ρα­σε στὶς ἀ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­π’ αὐ­τὲς στὶς ἀ­πει­λές. Κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἀ­κλό­νη­τες στὶς θέ­σεις τους. Ἦ­ταν σα­φὲς ὅ­τι δὲν ἦρ­θαν γιὰ νὰ φύ­γουν. Κά­θι­σε τέ­λος καὶ ὁ ἴ­διος. Κου­ρά­στη­κε καὶ κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τί τους. Καὶ μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­πά­θεια ποὺ τὸν κοι­τού­σα­νε, τὶς κοί­τα­ζε κι αὐ­τός».

Ἡ τέ­λεια εἰ­κό­να τοῦ γε­μά­του ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀν­θρώ­που! Ποὺ ξέ­ρει, πὼς κι ἂν ἀκόμα ἀν­τι­στα­θεῖ, δὲν ἔ­χει τρό­πο τε­λι­κὰ νὰ ἀν­τι­πα­λέ­ψει τὶς συμ­φο­ρές του καὶ πα­ρα­δί­δε­ται ἀ­μα­χη­τί. Δὲν ξορ­κί­ζε­ται μὲ λό­για τὸ κα­κό. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι προ­δι­κα­σμέ­νο, ἀ­να­πό­φευ­κτο: ἡ συν­τρι­βή. Ὁ πό­νος τσα­κί­ζει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ὕ­παρ­ξη. Καὶ στὸ τέ­λος γι­νό­μα­στε

κά­τι ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νες κι­θά­ρες,

ὅ­πως θὰ πεῖ ὁ Κα­ρυ­ω­τά­κης («Τὰ Ποιήματα»). Ποὺ ἀπὸ μέσα τους,

ὁ ἄ­νε­μος, ὅ­ταν περ­νά­ει,

στί­χους, ἤ­χους πα­ρά­φω­νους

ξυ­πνά­ει στὶς χορ­δὲς

ποὺ κρέ­μον­ται σὰν κα­δέ­νες.

β. Ὁ θάνατος

Ὁ πό­νος καί, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ὁ θά­να­τος συν­τρί­βει.

«Ὁ θά­να­τος τῆς Να­ό­κο (γρά­φει ὁ Γι­α­πω­νέ­ζος συγ­γρα­φέ­ας Χα­ρού­κι Μου­ρα­κά­μι στὸ ἔρ­γο του «Νορ­βη­γι­κὸ δά­σος») μὲ δί­δα­ξε κά­τι: …Δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­λή­θεια ἱ­κα­νὴ νὰ γι­α­τρέ­ψει τὴ λύ­πη… Πρέ­πει νὰ τὴν ἀν­τέ­ξου­με ὣς τὸ τέ­λος καὶ νὰ μά­θου­με κά­τι ἀ­π’ αὐ­τή. Μὰ ὅ,τι κι ἂν μά­θου­με, δὲν θὰ μᾶς βο­η­θή­σει τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ μιὰ πα­ρό­μοι­α λύ­πη θὰ ἔρ­θει νὰ μᾶς συν­τρί­ψει ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα».

Ὁ Σὰρ­τρ (στὸ ἔρ­γο του «Ὁ τοῖ­χος») εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ὠ­μός:

«Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι κρα­τοῦ­σα μπρο­στά μου ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ καὶ σκέ­φτη­κα:"Εἶ­ναι ἕ­να ἄ­θλιο ψέ­μα". Δὲν ἄ­ξι­ζε τί­πο­τα, ἐ­φό­σον εἶ­χε τε­λει­ώ­σει... Δὲν νο­σταλ­γοῦ­σα τί­πο­τα, ὑ­πῆρ­χαν πάμ­πολ­λα πράγ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα νο­σταλ­γή­σει, ...ὅ­μως ὁ θά­να­τος εἶ­χε ἀ­φαι­ρέ­σει τὴ μα­γεί­α ἀ­π' ὅ­λα».

γ. Ὁ βοηθὸς

Μπορεῖ ὅμως κάποιος νὰ μᾶς βοηθήσει; Ναί! Αὐ­τὸς ποὺ «ἐ­πά­τη­σε μὲ τὸν θά­να­τό του τὸν θά­να­το». Ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μό­νος του (αὐ­τε­πάγ­γελ­τος) βο­η­θὸς στὶς δυ­να­τὲς θλί­ψεις ποὺ μᾶς βρίσκουν (Ψαλμ. 45, 2), λέ­γον­τας: «Δεῦ­τε πρός με, πάν­τες οἱ κο­πι­ῶν­τες»καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ξε­κου­ρά­σω (Ματθ. 11, 28).

Αὐ­τὸς ποὺ ἀ­να­στή­θη­κε γιὰ νὰ συν­τρί­ψει τὸν ἔ­σχα­το ἐ­χθρό μας, τὸν θά­να­το (Α΄ Κορ. 15, 26). Νὰ χα­ρί­σει ζω­ὴν «τοῖς ἐν τοῖς μνή­μα­σι». Ποὺ ἔ­χει τὴ δύ­να­μη νὰ ἀ­να­δεί­ξει τὴ ζω­ή μας ἀληθινὴ καὶ ὄχι ἕ­να ἄ­θλιο ψέ­μα. Ποὺ κάνει τὸν πόνο μεστὸ καὶ ὄχι κενὸ νοήματος, μεταποιώντας τον σὲ χρήσιμη ἐμπειρία γιὰ τὴ σωτηρία μας, σὲ εὐ­λο­γί­α καὶ δρό­μο γιὰ τὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Ποὺ κάνει τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ χαί­ρον­ται, ἀντὶ νὰ θλίβονται μέ­σα στὶς θλί­ψεις τους (Κολ.1, 24).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἕ­νας ἅ­γιος γέ­ρον­τας ποὺ δο­κι­μα­ζό­ταν πο­λὺ ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες, χαιρόταν λέγοντας ὅ­τι ὁ πό­νος εἶ­ναι ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Θε­οῦ. Κι ἂν τύ­χαι­νε καμ­μιὰ χρο­νιὰ νὰ μὴν ἀρ­ρω­στή­σει, θλι­βό­ταν πο­λὺ καὶ ἔ­κλαι­γε λέ­γον­τας: «Μὲ ξέ­χα­σε ὁ Κύ­ριός μου καὶ δὲν μὲ ἐ­πι­σκέ­φθη­κε» (Γε­ρον­τι­κό).

Μό­νος του ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἕ­να φύλ­λο ποὺ τὸ σα­λεύ­ουν οἱ ἄ­νε­μοι τῶν θλί­ψε­ων καὶ τὸ τσακίζει ὁ θάνατος. Μὰ δί­πλα του εἶ­ναι ὁ Νι­κη­τὴς τοῦ θα­νά­του, ἡ πέ­τρα τῆς ζω­ῆς, ὁ ἀ­να­στη­μέ­νος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Μα­ζί του γί­νε­ται κι ὁ ἄνθρωπος πα­νί­σχυ­ρος. Χω­ρὶς αὐ­τὸν ὅ­μως δὲν ἔ­χει καμ­μιὰ ἐλ­πί­δα, ὅ­ταν ἀλ­λά­ζει τὸ σκη­νι­κό.

Για­τὶ «δρό­μος χω­ρὶς Θε­ὸ δὲν ἀν­τέ­χε­ται» (ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος Βε­λι­μί­ρο­βιτς).
(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 381, Ἀπρ. 2015 - ἐπηυξημένη ἔκδοση)
Ἀντιύλη
Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα