.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ


Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, τοιχογραφία, 13ος αἰ., Γκόρεμε, Καππαδοκία.

Τόσο ἡ ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ πράξη ὅσο καὶ οἱ ἱεροὶ Κανόνες δὲν προβλέπουν κάποιαεἰδικὴ νηστεία πρὶν ἀπὸ τὴν θεία Κοινωνία. Εἰδικὰ στὴν ἀποστολικὴ ἐποχὴ οἱ πιστοὶκοινωνοῦσαν ὕστερα ἀπὸ τὰ δεῖπνα τῆς ἀγάπης. Ἀργότερα, γιὰ διαφόρους λόγους, αὐτὸ σταμάτησε, καὶ ἡ Ἐκκλησία νομοθέτησε οἱ πιστοὶ νὰ κοινωνοῦν νηστικοί, δηλαδὴ νὰ μὴ λαμβάνουν καμμιὰ τροφὴ μετὰ τὸ μεσονύκτιο τῆς προηγούμενης ἡμέρας.

«Τὰ ἅγια ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων ἐπιτελεῖσθαι», ὁρίζει ὁ 29ος Κανὼν τῆς ΣΤ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὁ ΜΗ΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου. Βλέπε καὶ τὸν ΝΣΤ΄ Κανόνα τῆς ἰδίας Συνόδου. Καθὼς μάλιστα παρατηρεῖ ἑρμηνευτὴς τῶν ἱερῶν Κανόνων: «Κἂν ὁ Κύριος μετὰ δεῖπνον τοὺς Μαθητὰς ἐμυσταγώγησεν, ἀλλ’ οὐ δεῖ ἠμᾶς, κατὰ τὴν θεολόγον φωνήν, τοῖς ὑπὲρ ἡμᾶς ὑποδείγμασιν ἕπεσθαι, ἀλλὰ τῷ τῆς Ἐκκλησίας ἔθει κατακολουθεῖν, καὶ νηστικοὺς ὄντας τοὺς ἱερεῖς τῷ θυσιαστηρίῳ προσφέρειν τὰ ἅγια καὶ τοὺς μεταλαμβάνοντας αὐτῶν ὡσαύτως νηστικοὺς εἶναι». Ἐξαίρεση ἀπὸ τὸν γενικὸ αὐτὸ κανόνα γίνεται, κατὰ τὸν 9ο Κανόνα τοῦ ἁγίου Νικηφόρου τοῦ Ὁμολογητοῦ, μόνο γιὰ τοὺς ἑτοιμοθάνατους, στοὺς ὁποίους ἐπιτρέπεται ἡ μετάδοση τῆς Εὐχαριστίας «καὶ μετὰ τὸ γεύσασθαι βρώσεως» (ἐν ἀρχιμ. Συμεὼν Κούτσα, Ἡ νηστεία τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1999, σελ. 116-7).

Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν πρακτικὴ ποὺ ἀκολουθεῖται κατὰ τὴν θεία Κοινωνία στὴνΛειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, ὅταν αὐτὴ τελῆται στὶς ἑσπερινὲς ὧρες. Οἱ πιστοὶ προκειμένου νὰ μετάσχουν στὴν Θεία Εὐχαριστία μένουν τελείως νηστικοὶ ἀπὸ τὸ μεσονύκτιο μέχρι τὴν ὥρα τῆς προσελεύσεώς τους. Ἡ διαδεδομένη συνήθεια τῆς τριήμερης ἀνέλαιης νηστείας πρὶν ἀπὸ τὴν θεία Μετάληψη, ποὺ πολλοὶ χριστιανοὶ τηροῦν μέχρι σήμερα, εἶναι ὁπωσδήποτε ἔκφραση εὐλάβειας πρὸς τὸ Μυστήριο, ἀλλὰ δὲν στηρίζεται στὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση. Συνδέεται μὲ τὴν ἀδικαιολόγητα ἀραιὴ προσέλευση πολλῶν πιστῶν στὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας. «Ἡ συνήθεια τοῦ τριημέρου, ἂν τηρηθῆ σχολαστικά, δὲν δίδει δυστυχῶς ποτὲ τὴν δυνατότητα στοὺς πιστοὺς νὰ κοινωνήσουν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς (πλὴν τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα), ἀφοῦ οἱ Κανόνες ἀπαγορεύουν τὴν νηστεία τοῦ Σαββάτου. Ἔτσι ὅμως ἀναιρεῖται ὁ πασχάλιος χαρακτήρας τῆς Κυριακῆς καὶ οἱ πιστοὶ μένουν μακρυὰ ἀπὸ τὸ Κυριακὸ δεῖπνο κατὰ τὴν σύναξη τῆς Κυριακῆς» (Ἀρχ. Σ. Κούτσα, σελ. 120-1).

«Οἱ πιστοὶ ποὺ μποροῦν νὰ κοινωνοῦν τὴν Κυριακὴ ὀφείλουν νὰ τηροῦν ἀπαρέγκλιτα τὴνπροβλεπόμενη ἀνέλαιη νηστεία τῆς Παρασκευῆς. Τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, σεβόμενοι τὴν κανονικὴ ἀπαγόρευση γιὰ νηστεία, θὰ καταλύουν τὸ μεσημέρι λάδι. Ἀντίθετα, τὸ βράδυ θὰ παίρνουν κάτι πολὺ ἁπλό: ἕνα ρόφημα, ξηροὺς καρποὺς ἢ λίγα φροῦτα. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ τηροῦμε τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, ποὺ ἀπαγορεύουν τὴν νηστεία τοῦ Σαββάτου, καὶ προετοιμαζόμαστε ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ σωματικὰ γιὰ τὴν προσέλευσή μας στὴν Εὐχαριστία τῆς Κυριακῆς» (Ἀρχ. Σ. Κούτσα, σελ. 121-2).

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος συσχετίζοντας τὸ θέμα τῆς νηστείας πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας μὲτὴν πνευματικὴ καθαρότητα τοῦ προσερχομένου, μιλάει σ’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰἑορτάσουν πραγματικὰ τὸ Πάσχα: «Ἡ Τεσσαρακοστὴ γίνεται μία φορὰ τὸν χρόνο, ἐνῷ τὸΠάσχα, δηλαδὴ ἡ θεία Κοινωνία, τρεῖς φορὲς τὴν ἑβδομάδα ἢ καὶ τέσσερις, ἢ μᾶλλονὅσες φορὲς ἐμεῖς θέλουμε. Τὸ Πάσχα δὲν εἶναι ἡ νηστεία, ἀλλὰ εἶναι ἡ θυσία καὶ ἡ θεία Κοινωνία ποὺ γίνονται σὲ κάθε θεία Λειτουργία. Ὥστε ὅποτε προσέρχεσαι νὰ κοινωνήσης μὲ καθαρὴ συνείδηση, ἑορτάζεις τὸ Πάσχα· ὄχι ὅταν νηστεύης (τὴν Τεσσαρακοστή), ἀλλ’ ὅταν κοινωνῆς τὰ θεῖα μυστήρια. Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε... Ὁ κατηχούμενος λοιπόν, ποτὲ δὲν κάμνει Πάσχα, ἂν καὶ νηστεύει κάθε Τεσσαρακοστή, ἐπειδὴ δὲν μεταλαμβάνει. Ἐνῷ ἀντίθετα, ἐκεῖνος ποὺ δὲν νηστεύει, ἂν προσέλθη μὲ καθαρὴ συνείδηση, Πάσχα κάμνει, εἴτε μετέχει στὴν θεία Κοινωνία σήμερα, εἴτε αὔριο, εἴτε ὁποτεδήποτε. Διότι ἡ ἄριστη προσέλευση στὴν θεία Κοινωνία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν παρατήρηση τῶν καιρῶν (δηλαδὴ ἀπὸ τὸ νὰ παρατηροῦμε ἂν ἔφθασε τὸ Πάσχα), ἀλλὰ ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς συνειδήσεως» (ΕΠΕ 34, 176 καὶ 180 – Α΄ Κορινθίους 11, 26).

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
εκδ. ΙΕΡΟΝ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΑΝΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ 
«ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ», 
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.