.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Τὰ ζῶα τῆς φάτνης



Στὴ βυζαντινὴ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος τὸ κεντρικὸ πρόσωπο, τὸθεῖο Βρέφος, ­εἰκονίζεται μέσα σὲ σπήλαιο ἀνάμεσα σὲ ζῶα· ἢ μᾶλλον τὰ ζῶαεἶναι σκυμμένα πάνω Του· εἶναι πάντοτε δύο καὶ εἶναι συγκεκριμένα: ἕνας «βοῦς» (βόδι) καὶ ἕνας «ὄνος» (γαϊδουράκι).
Δηλώνεται ἔτσι ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος ὄχι σὲ παλάτι βασιλικό, οὔτε κὰν σὲ σπίτι ὅπου μένουν ἄνθρωποι, ἀλλὰ σὲ στάβλο, σὲ σπηλιὰ ποὺ χρησίμευε ὡς κατάλυμα ζώων! 
Ὑπενθυμίζει δηλαδὴ τὶς πολὺ ταπεινὲς συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες γεννήθηκε ὁ Κύριος, ποὺ ἦταν ἡ ἀρχὴ τῶν ἀλλεπάλληλων ταπεινώσεων ποὺ καταδέχθηκε νὰ ὑπομείνει στὴν ἐπὶ γῆς ζωή Του γιὰ τὴ σωτηρία μας μέχρι τὴν Ἄκρα Ταπείνωση τοῦ σταυρικοῦ Πάθους Του!
Δὲν πρόκειται ὅμως μόνο γι᾿ αὐτό. Ἡ παρουσία τῶν δύο συγκεκριμένων ζώ­ων κοντὰ στὸ νηπιάσαντα Θεὸ ὑπενθυμίζει κυρίως τὴν ἐκπλήρωση δύο προφητειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῶν προφητῶν Ἀμβακοὺμ καὶ Ἡσαΐα.
Ὁ προφήτης Ἀμβακοὺμ μὲ τὸ προφητικό του βλέμμα διακρίνει τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ μετὰ ἀπὸ αἰῶνες, καὶ λέγει στὸν Υἱὸ μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Ἐν μέσῳ δύο ζῴων γνωσθήσῃ» (Ἀμβ. γ´ 2)
Στὸ χωρίο αὐτὸ ἔχουν δοθεῖ πολλὲς ἑρμηνεῖες· αὐτὴ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι ἡ ἑξῆς: Θὰ γνωρισθεῖς ἀνάμεσα σὲ δύο ζῶα. Ὁ Θεὸς «ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α´ Τιμ. γ´ 16), ἔγινε γνωστὸς κατ᾿ ἀρχὰς μεταξὺ δύο ζώων. Ἑπομένως ἡ βυζαντινὴ ἁγιογραφία εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέει: Κοιτάξτε αὐτὸ τὸ βρέφος! Εἶναι ὁ Μεσσίας ποὺ προφήτευσε ὁ προφήτης Ἀμβακούμ.
Πιὸ σαφὴς εἶναι ἡ προφητεία τοῦ προφήτη Ἡσαΐα: «Ἔγνω βοῦς τὸνκτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ, Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁλαός με οὐ συνῆκε» (Ἡσ. α´ 3). Ἐδῶ ὁμιλεῖ ὁ Θεὸς μὲ παράπονο γιὰ τὴν ­ἀχαριστία καὶ ἀπιστία τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ λέει: 
Τὸ βόδι γνωρίζει τὸν ἰδιοκτήτη ποὺ τὸ φρον­τίζει, καὶ τὸ γαϊδουράκι ξέρει τὴ φάτνη τοῦ κυρίου του. Ἀντίθετα, ὁ περιούσιος λαός μου, ὁ Ἰσραήλ, ποὺ τόσο τὸν ἔχω εὐεργετήσει, δὲν μὲ ἀναγνωρίζει εἰλικρινὰ Κύριό του, δὲν μὲ νιώθει.
Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἐφάρμοσε τὸ χωρίο στὴν περίσταση τῆς Γεννήσεως. Τὰ ζῶα τῆς φάτνης ἀναγνώρισαν τὸν Δεσπότη τους, τὸν Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Τὸν ἀναγνώρισαν καὶ Τὸν προσκύνησαν. Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως δὲν Τὸν ἀντιλήφθηκαν. Δὲν ὑπῆρχε χῶρος στὸ πανδοχεῖο τῆς Βηθλεὲμ γιὰ τὴν Παρθένο καὶ τὸν κυοφορούμενο Μεσσία, οἱ πόρτες τῶν Βηθλεεμιτῶν ἔμειναν κλειστὲς γιὰ τὸν ἐρχόμενο Κύριο, καὶ οἱ καρδιές τους παγωμένες. Ἐλάχιστες ἁγνὲς καρδιὲς βρέθηκαν ἄξιες καὶ πρόθυμες νὰ Τὸν προσκυνήσουν, οἱ ποιμένες.
Τὸ παράπονο τοῦ Θεοῦ στὴ συγκεκρι­μένη προφητεία τονίζεται ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὸ εἶδος τῶν ζώων ποὺ συγ­κρίνονται μὲ τοὺς ἀνθρώπους - Ἰ­­σ­ραηλίτες. 
Εἶναι δύο ζῶα γνωστὰ γιὰ τὴ χαμηλὴ νοημοσύνη τους· ­μάλιστα, προκειμένου γιὰ τὸν ὄνο, καὶ γιὰ τὸ πεῖσμα του. Δύο ζῶα ποὺ οἱ ὀνομασίες τους χρησιμοποιοῦνται ὑβριστικὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὰ κατάλαβαν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ· ὁ ἄνθρωπος, ἡ κορωνίδα τῆς ὁρατῆς δημιουργίας, δὲν τὴν κατάλαβε – γεγονὸς ποὺ καταδει­κνύει τὸ κατάντημα τοῦ ἀνθρώπου: «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρα­συνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλ. μη´ [48] 13)
Ὁ ἄνθρωπος, ἐνῶ τιμήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ «κατ᾿ εἰκόνα», δὲν τὸ ἀντιλήφθηκε, δὲν τὸ ἐκτίμησε αὐτό. Ἀλλὰ μὲ τὶς ἁμαρτίες του ἔκανε τὸν ἑαυτό του ὅμοιο μὲ τὰ ζῶα, ποὺ δὲν ἔχουν λογικὸ ὅπως αὐτός.
Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ τὰ δύο ζῶα συμβολίζουν καὶ κάτι ἄλλο: τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀποκτηνώθηκε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν ὁποῖο ἐλεεῖ ὁ Θεὸς καὶ προσφέρεται σ᾿ αὐτὸν ὡς «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰω. Ϛ´ 51), ἡ πνευματικὴ τροφὴ ποὺ θὰ τοῦ δώσει τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴ ζωὴ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ποὺ θὰ τὸν κάνει ἄνθρωπο ἀληθινό, θεὸ κατὰ χάριν.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὴ χριστουγεννιάτικη ὁμιλία του ­διακρίνει στὰ δύο ζῶα τοὺς δύο «λαούς»: τὸ βό­­δι, νομικῶς καθαρὸ ζῶο (βλ. ­Λευϊτ. ια´ [11]), συμβολίζει τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁ­ποῖοι «μηρυκάζουν» (ὅπως τὸ βόδι) τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ· ὁ ὄνος, νομικῶς ἀκάθαρτο, συμβολίζει τοὺς εἰδωλολάτρες (βλ. PG 36, 332A).
Τὰ δύο διαφορετικὰ ζῶα συνάζονται κοντὰ στὸ Σωτήρα, ποὺ ἔρχεται νὰ δημιουργήσει τὴ μία οἰκογένεια τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στὴν ὁποία «οὐκ ἔνιἸουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην…», ἀλλὰ «πάντες» εἶναι «εἷς ἐν Χριστῷ»· ὅλοι οἱ πιστοὶ ἔχουν γίνει ἕνας νέος ἄνθρωπος μὲ τὴν ἕνωσή τους μὲ τὸν Χριστό (Γαλ. γ´ 28). 
Δὲν ἰσχύουν πλέον διαφορὲς ἐθνικότητας, κοινωνικῆς τάξεως καὶ φύλου. Τώρα ὑπάρχει ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος, «ὁ καινὸς ἄνθρωπος» (Ἐφ. β´ 15), ὁ ἀναγεννημένος, ὁ ἁγιασμένος, ὁ ἄνθρωπος τῆς Χάριτος, ποὺ οἱ διαθέσεις, τὰ λόγια, οἱ πράξεις του ἔχουν τὴ σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Δύο ζῶα κοντὰ στὴ φάτνη τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ! Πόσα μηνύματα: τὸ μυστήριο τῆς ἀποδοκιμασίας τοῦ Μεσσία, ὁ φοβερὸς ξεπεσμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ χαρὰ γιὰ ἕνα καινούργιο ξεκίνημα τῆς ἀνθρωπότητας· ἡ ἐλπίδα τέλος γιὰ μιὰ καινούργια ἀρχὴ καὶ στὴ δική μας προσωπικὴ ζωή!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

Ο Γέροντας Παΐσιος για τα Χριστούγεννα


Η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του.
Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται».
«Ο Χριστός με τη μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά. Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά· τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.
Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολύ ευλάβεια κάθε γιορτή».
«Να μελετάει και να ζει τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάει τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψέλνονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται.
-Γέροντα, μετά την Αγρυπνία των Χριστουγέννων δεν κοιμόμαστε;
-Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Η μητέρα μου έλεγε: «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται». Βλέπεις, την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός οι άρχοντες κοιμόνταν βαθιά, και οι ποιμένες «αγραυλούσαν». Φύλαγαν τα πρόβατα την νύχτα παίζοντας την φλογέρα. Κατάλαβες; Οι ποιμένες πού αγρυπνούσαν είδαν τον Χριστό.
-Πώς ήταν Γέροντα, το σπήλαιο;
-Ήταν μία σπηλιά μέσα σε έναν βράχο και είχε μία φάτνη· τίποτε άλλο δεν είχε. Εκεί πήγαινε κανένας φτωχός και άφηνε τα ζώα του. Η Παναγία με τον Ιωσήφ, επειδή όλα τα χάνια ήταν γεμάτα και δεν είχαν πού να μείνουν, κατέληξαν σε αυτό το σπήλαιο. Εκεί ήταν το γαϊδουράκι και το βοϊδάκι, που με τα χνώτα τους ζέσταναν τον Χριστό! «Ἔγνω βοῦς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αὐτοῦ», δεν λέει ο Προφήτης Ησαΐας;
-Σε ένα τροπάριο, Γέροντα, λέει ότι η Υπεραγία Θεοτόκος βλέποντας τον νεογέννητο Χριστό, «χαίρουσα ὁμοῦ καὶ δακρύουσα» ἀναρωτιόταν:… «Ἐπιδώσω σοι μαζόν, τῷ τὰ σύμπαντα τρέφοντι, ἢ υμνήσω σε, ὡς Υἱὸν καὶ Θεόν μου; ποίαν εὕρω ἐπὶ σοί προσηγορίαν;»
-Αυτά είναι τα μυστήρια του Θεού, η πολύ μεγάλη συγκατάβαση του Θεού, την οποία δεν μπορούμε εμείς να συλλάβουμε!
Γέροντα, πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ότι δηλαδή ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου»;
-Για να ζήσουμε αυτά τα θεία γεγονότα, πρέπει ο νους να είναι στα θεία νοήματα. Τότε αλλοιώνεται ὁ άνθρωπος. «Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον», ψάλλουμε. Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού.
Εγώ θα εύχομαι η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του.

Από το βιβλίο: «Περί προσευχής», Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι ΣΤ”

Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας



Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια.
Η οικογένεια της κυρίας αυτής όταν ήτο παιδούλα, ήτο πολύ ευσεβής και ακόμα ευσεβέστεροι ο παππούς και η γιαγιά. Άνθρωποι της πολλής προσευχής και της πολλής ελεημοσύνης.
Το βράδυ που ξημέρωνε Χριστούγεννα, η πεντάχρονη αδελφή της ξύπνησε και της ζήτησε να βγουν έξω στην αυλή, για να πάει στην τουαλέτα. Δυστυχώς εκείνη την εποχή οι τουαλέτες ήσαν έξω στις αυλές. Έξι παιδιά κοιμόντουσαν όλα κάτω στο πάτωμα, στρωματσάδα, – δεν υπήρχαν κρεβάτια και πούπουλα και παπλώματα σαν τα σημερινά.
Σιγά σιγά βγήκαν έξω στο μικρό διάδρομο. Απέναντί τους ήταν το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς.
Ξαφνιάστηκαν όμως γιατί είδαν, έντονο φως να βγαίνει από τις χαραμάδες και από τα πολλά ανοίγματα της σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιο κοντά και είδαν έντρομοι τη γιαγιά τους τυλιγμένη στις φλόγες. Άρχισαν να τσιρίζουν δυνατά, και η μεγάλη να φωνάζει:
- Φωτιά, φωτιά, η γιαγιά καίγεται!
Ξύπνησαν βέβαια όπως ήταν επόμενο όλοι, και πρώτοι έτρεξαν οι γονείς, οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν μέσα, και ύστερα την έκλεισαν απαλά και σιγά σιγά. Γύρισαν στα παιδιά και τους είπαν:
- Μη φοβάστε, δεν είναι φωτιά.
Και με σιγανή φωνή είπε ο πατέρας στα παιδιά του:
- Αυτό που είδατε παιδιά μου, δεν είναι φωτιές. Είναι οι φλόγες του Αγίου Πνεύματος που μοιάζουν με φωτιές. Για κοιτάξτε τώρα… Σιγά σιγά σβήνουν. Έτσι γίνεται πάντοτε. Όταν η γιαγιά και ο παππούς προσεύχονται και μάλιστα τις πιο πολλές φορές όλη τη νύχτα. Διότι αν δεν ηπροσηύχονταν τόσο πολύ, ο παππούς και η γιαγιά, όπως και ποιος ξέρει, πόσοι άλλοι άγνωστοι χριστιανοί, δεν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους τα Βουλγαρικά τότε στρατεύματα κατοχής. Από τέτοιες προσευχές και αγρυπνίες δεν θα αφήσει να χαθεί ποτέ η Ελλάδα η πατρίδα μας, ούτε και η Ορθοδοξία.
«Αυτά ήσαν τα λόγια του πατέρα μας, την αξέχαστη εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων», μου είπε η κυρία και συνέχισε λέγοντας:
«Πολλές φορές από τότε, είδα τον παππού και τη γιαγιά να προσεύχονται όλη την νύχτα. Και όσες φορές επέτρεψε ο Θεός, στην παιδική μου τότε αθωότητα, έβλεπα να καίγονται σαν λαμπάδες από τις φλόγες της Πεντηκοστής. Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας. Με προσευχή και με Δοξολογία. Με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία»

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ Μέγα Μυστήριον

Μυστήριο ξένον, λέγει ὁ Ὑμνωδός, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ νὰ γεννηθῆ σὰν ἄνθρωπος, ὄχι κανένας προφήτης, ὄχι κανένας ἄγγελος, ἄλλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Ὁ ἄνθρωπος, θὰ μποροῦσε νὰ φθάσει σὲ μία τέτοια πίστη; Οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ἄλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ἤτανε δυνατὸ νὰ παραδεχθοῦν ἕνα τέτοιο πράγμα; Ἀπὸ τὴν κρισάρα τῆς λογικῆς τους δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἢ παραμικρὴ ψευτιά, ὄχι ἕνα τέτοιο τερατολόγημα! Ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ἐμπεδοκλῆς κι ἄλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, ποὺ ἤτανε καὶ σπουδαῖοι φιλόσοφοι, δὲ μπορέσανε νὰ τοὺς κάνουνε νὰ πιστέψουνε κάποια πράγματα πολὺ πιστευτά, καὶ θὰ πιστεύανε ἕνα τέτοιο τερατολόγημα; Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀνάμεσα σὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἀνάμεσα σὲ ἀπονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στὸ παχνί, ποὺ τρώγανε τὰ βόδια.
Κανένας δὲν τὸν πῆρε εἴδηση, μέσα σε ἐκεῖνον τὸν ἀπέραντο κόσμο, ποὺ ἐξουσιάζανε οἱ Ῥωμαῖοι, γιὰ τοῦτο εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Γεδεών, πὼς θὰ κατέβαινε ἥσυχα στὸν κόσμο, ὅπως κατεβαίνει ἡ δροσιὰ ἀπάνω στὸ μπουμπούκι τοῦ λουλουδιοῦ, «ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον». Ἀνάμεσα σὲ τόσες μυριάδες νεογέννητα παιδιά, ποιὸς νὰ πάρει εἴδηση τὸ πιὸ πτωχὸ ἀπὸ τὰ πτωχά, ἐκεῖνο ποῦ γεννήθηκε ὄχι σὲ καλύβι, ὄχι σὲ στρούγκα, ἀλλὰ σὲ μία σπηλιά; Καὶ κείνη ξένη, γιατὶ τὴν εἴχανε οἱ τσομπαναρέοι νὰ σταλιάζουνε τὰ πρόβατά τους.
Τὸ «ὑπερεξαίσιον καὶ φρικτὸν μυστήριο» τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε ἕνας μοναχὰ αὐτοκράτορας ἀπάνω στὴ γῆ, ὁ Αὔγουστος, ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Καίσαρα, ὕστερα ἀπὸ μεγάλη ταραχὴ καὶ αἱματοχυσία ἀνάμεσα στὸν Ἀντώνιο ἀπὸ τὴ μία μεριά, καὶ στὸν Βροῦτο καὶ τὸν Κάσσιο ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τότε γεννήθηκε κι ὁ ἕνας καὶ μοναχὸς πνευματικὸς βασιλιάς, ὁ Χριστός. Κι᾿ αὐτὸ τὸ λέγει ἡ ποιήτρια Κασσιανὴ στὸ δοξαστικὸ ποὺ σύνθεσε, καὶ ποὺ τὸ ψέλνουνε κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῶν Χριστουγέννων: «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ πολυαρχία τῶν ἄνθρωπων ἐπαύσατο. Καὶ Σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς ἁγνῆς ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται. Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται. Καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν Θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν...».
Τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴν προφητέψανε οἱ Προφῆτες. Πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους τὴν προφήτεψε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, τὴ μέρα ποὺ εὐλόγησε τοὺς δώδεκα υἱούς του, καὶ εἶπε στὸν Ἰούδα «δὲν θὰ λείψει ἄρχοντας ἀπὸ τὸν Ἰούδα μήτε βασιλιὰς ἀπὸ τὸ αἷμά του, ὡς ποὺ νὰ ἔλθει ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶναι γραμμένο νὰ βασιλεύει ἀπάν᾿ ἀπ᾿ ὅλους, κι αὐτὸν τὸν περιμένουμε ὅλα τὰ ἔθνη». Ὡς τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, οἱ Ἰουδαῖοι, τὸ γένος τοῦ Ἰούδα, εἴχανε ἄρχοντες, δηλαδὴ κριτὲς καὶ ἀρχιερεῖς, ποὺ ἤτανε κ᾿ οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντές τους. Ἀλλὰ τότε γιὰ πρώτη φορὰ ἔγινε ἄρχοντας τῆς Ἰουδαίας ὁ Ἡρώδης, ποὺ ἤτανε ἐθνικὸς καὶ ἔβαλε ἀρχιερέα τὸν Ἀνάνιλον «ἀλλογενῆ», ἐνῶ οἱ ἀρχιερεῖς εἴχανε πάντα μητέρα Ἰουδαία. Τελευταῖος Ἰουδαῖος ἀρχιερεὺς στάθηκε ὁ Ὑρκανός. Καὶ οἱ ἄλλοι προφῆτες προφητέψανε τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, προπάντων ὁ Ἡσαΐας. Τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴ λένε οἱ ὑμνωδοὶ «τὸ πρὸ αἰώνων ἀπόκρυφον καὶ Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον», κατὰ τὰ λόγια του Παύλου ποὺ γράφει: «Ἐμοὶ τῷ ἐλαχιστοτέρῳ πάντων τῶν ἁγίων ἐδόθη ἡ χάρις αὐτὴ ἐν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσασθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καὶ φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τὸν ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. γ´ 8-10). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει, πὼς αὐτὸ τὸ μυστήριο δὲν τὸ γνωρίζανε καθαρὰ καὶ μὲ σαφήνεια οὔτε οἱ Ἄγγελοι, γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ μὲ τρόμο τὸ εἶπε στὴν Παναγία. Καὶ στοὺς Κολασσαεῖς γράφοντας ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, λέγει: «Τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν, νυνὶ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἷς ἠθέλησε ὁ Θεὸς γνωρίσαι τὶς ὁ πλοῦτος, τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὃς ἐστὶ Χριστὸς ἐν ἡμῖν ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης». Λέγει, πῶς φανερώθηκε αὐτὸ τὸ μυστήριο στοὺς ἁγίους, ποὺ θέλησε ὁ Θεὸς νὰ τὸ μάθουνε, καὶ αὐτοὶ θὰ τὸ διδάσκανε στὰ ἔθνη; στοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ προσκυνούσανε γιὰ θεοὺς πέτρες καὶ ζῶα καὶ διάφορα ἀλλὰ κτίσματα.
Ἑξακόσια χρόνια πρὸ Χριστοῦ ὁ βασιλιὰς Ναβουχοδονόσορ εἶδε στὸ Ὄνειρό του, πὼς βρέθηκε μπροστά του ἕνα θεόρατο φοβερὸ ἄγαλμα, καμωμένο ἀπὸ χρυσάφι, ἀσήμι, χάλκωμα, σίδερο καὶ σεντέφι: Κι ἄξαφνα ἕνας βράχος ξεκόλλησε ἀπὸ ἕνα βουνὸ καὶ χτύπησε τὸ ἄγαλμα καὶ τό ῾κανε σκόνη. Καὶ σηκώθηκε ἕνας δυνατὸς ἄνεμος καὶ σκόρπισε τὴ σκόνη, καὶ δὲν ἀπόμεινε τίποτα. Ὁ βράχος ὅμως ποὺ τσάκισε τὸ ἄγαλμα ἔγινε ἕνα μεγάλο βουνό, καὶ σκέπασε ὅλη τη γῆ. Τότε ὁ βασιλιὰς φώναξε τὸν προφήτη Δανιὴλ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἐξήγησει τὸ ὄνειρο.
Κι ὁ Δανιὴλ τὸ ἐξήγησε καταλεπτῶς, λέγοντας πὼς τὰ διάφορα μέρη τοῦ ἀγάλματος ἤτανε οἱ διάφορες βασιλεῖες, ποὺ θὰ περνούσανε ἀπὸ τὸν κόσμο ὕστερα ἀπὸ τὸν Ναβουχοδονόσορα καὶ πὼς στὸ τέλος ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει κάποια βασιλεία ποὺ θὰ καταλύσει ὅλες τὶς βασιλεῖες, ὅπως ὁ βράχος ποὺ εἶχε δεῖ στὸ ἐνύπνιό του ἐξαφάνισε τὸ ἄγαλμα μὲ τὰ πολλὰ συστατικά του: «Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασελέων ἐκείνων, ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται», «κάποιο βασίλειο, λέγει, ποὺ δὲν θὰ καταλυθεῖ ποτὲ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων».
Αὐτὴ ἡ βασιλεία ἡ αἰώνια, ἡ ἄφθαρτη, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ἡ βασιλεία τῆς ἀγάπης στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἱδρύθηκε μὲ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Κυρίου ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι τέτοια βασιλεία, γι᾿ αὐτὸ θὰ εἶναι αἰώνια, γι᾿ αὐτὸ δὲν θὰ χαλάσει ποτέ, ὅπως γίνεται μὲ τὶς ἄλλες ἐπίγειες καὶ ὑλικὲς βασιλεῖες. Ὅπως ὁ βράχος μεγάλωνε κι ἔγινε ὄρος μέγα καὶ σκέπασε τὴ γῆ, ἔτσι καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ξαπλώθηκε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων: « Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν».
Ὥστε βγῆκε ἀληθινὴ ἡ ἀρχαιότερη προφητεία τοῦ Ἰακώβ, πὼς σὰν πάψει ἡ ἐγκόσμια ἐξουσία τῶν Ἰουδαίων, θὰ ἔρθει στὸν κόσμο ἐκεῖνος ποὺ προορίστηκε, «ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν».
Σημείωσε πὼς οἱ Ἑβραῖοι πιστεύανε πὼς ἡ φυλή τους μονάχα ἦταν βλογημένη, καὶ πὼς ὁ Θεὸς φρόντιζε μονάχα γι᾿ αὐτή, καὶ πὼς οἱ ἄλλοι λαοί, «τὰ ἔθνη», ἦταν καταραμένα καὶ μολυσμένα κι ἀνάξια νὰ δεχτοῦν τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ. Λοιπὸν εἶναι παράξενο νὰ μιλᾶ ἡ προφητεία τοῦ Ἰακὼβ γιὰ τὰ ἔθνη, γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες θὰ περιμένουν τὸν Μεσσία νὰ τοὺς σώσει καὶ μάλιστα νὰ μὴ λέει κἂν πὼς τὸν ἀναμενόμενο Σωτῆρα τὸν περιμένανε οἱ Ἰουδαῖοι μαζὶ μὲ τὰ ἔθνη, ἀλλὰ νὰ λέει πὼς τὸν περιμένανε μονάχα οἱ ἐθνικοί: «καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν». Ὅπως κι ἔγινε. Γιατί, τὴ βασιλεία ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, τὴ θεμελίωσαν μὲν οἱ ἀπόστολοι, ποὺ ἦταν Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ τὴν ξαπλώσανε καὶ τὴν στερεώσανε μὲ τοὺς ἀγῶνες τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τοὺς οἱ ἄλλες φυλές, «τὰ ἔθνη».
Εἶναι ὁλότελα ἀκατανόητο, γιὰ τὸ πνεῦμα μας, τὸ ὅτι κατέβηκε ὁ Θεὸς ἀνάμεσά μας σὰν ἄνθρωπος συνηθισμένος καὶ μάλιστα σὰν ὁ φτωχότερος ἀπὸ τοὺς φτωχούς. Αὐτὴ τὴ μακροθυμία μονάχα ἅγιες ψυχὲς εἶναι σὲ θέση νὰ τὴ νιώσουνε ἀληθινά, καὶ νὰ κλάψουνε ἀπὸ κατάνυξη.
Κάποιοι, μ᾿ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, δὲν θὰ νιώσουμε τίποτα ἀπὸ τὸ Μυστήριο, ποὺ γιορτάζουμε. Σ᾿ αὐτούς, ἐγὼ ὁ τιποτένιος, δὲ μπορῶ νὰ πῶ τίποτα. Μοναχὰ θὰ τοὺς θυμίσω τὰ αὐστηρὰ λόγια ποὺ γράφει στὴν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, κι᾿ ὁ θερμότατος κήρυκας τῆς ἀγάπης: «Πᾶν πνεῦμα, ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι. Καὶ πᾶν πνεῦμα, ὃ μὴ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστίν. Οὗτος ἐστὶν ἀντίχριστος».

Φώτης Κόντογλου

Μικρή προφητεία γιά τά μελλούμενα



Ἡ Ἐκκλησία, ὁ κόσμος, δέν θά διορθωθῇ ἀπό ἐσένα.
Ἐνῶ ἐσύ θά διορθωθῇς, θά τελειωθῇς, θά φωτισθῇς, διά νά φωτίσῃς τούς θέλοντας. 
Τόν κόσμον μόνον ὁ πόλεμος θά τόν διορθώσῃ ὅπου ἤδη θά ἔλθῃ ἤ καί ἔρχεται μετά καλπασμοῦ.
Ἡ δυστυχία θά φέρῃ πολλούς εἰς συναίσθησιν· οἱ δέ ἀμετανόητοι, ἀναπολόγητοι!


Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής (Ἐπιστολή ΜΗ΄)

''Εξαιρέτως της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας''



''Εξαιρέτως της Παναγίας, 
άχραντου  υπερευλογημένης, 
ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου 
και Αειπαρθένου Μαρίας''

Ο ιερέας και ο λαός που μέσω του ιεροψάλτη βροντοφωνάζει με την καρδιά του το Μεγαλυνάριο, λένε πως πάνω απ'όλα και περισσότερο απ'όλασ'ευχαριστούμε για Εκείνη που όχι μόνο έγινε Μητέρα του Κυρίου μας αλλά Μητέρα όλων των ανθρώπων. Βασίλισσα της Ανθρωπότητας. Μια βασίλισσα που ποτέ δεν διάλεξε θρόνο γιατί ήταν η Ίδια ο Θρόνος. Η καθέδρα του Βασιλέα. Η χαρά των Αρχαγγέλων και το αγαλλίαμα των ουρανίων ταγμάτων. Η ίδια η επιλογή του Θεού.
Είναι αληθινά άξιο να σε υμνούμε και να σε μακαρίζουμε, Εσένα, την Θεοτόκο που ξεπερνάς κάθε μακαρισμό γιατί είσαι άξια για πολύ παραπάνω που ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να λαλήσει και αγγελική φωνή δεν είναι αρκετή μπροστά στο άφατο μεγαλείο της φιλανθρωπίας Σου και της αγάπης Σου. Γι'αυτό και είσαι Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και πιο Ένδοξη από τα Σεραφείμ. Μεγαλύτερη και πιο λαμπερή από κάθε αγγελικό τάγμα τσακίζοντας τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας που δεν μπορεί ούτε από μακρυά να αποτυπώσει την ομορφιά Σου και την αγνότητά Σου.Λόγια και πράξεις δεν φθάνουν Μητέρα μας για να εκφράσουμε το ευχαριστώ μας.Δέξου τουλάχιστον τα ανάξια και λιγοστά αυτά λόγια ως στεφάνι στην άχραντη κεφαλή Σου.
Για Εκείνην Κύριε, σ'ευχαριστούμε πάνω απ'όλα και πιο πολύ απ'όλα γιατί έτσι ήταν το σχέδιο της Θείας Οικονομίας ώστε μέχρι το τέλος των αιώνων,μέχρι ο χρόνος να σταματήσει, εμείς, βρήκαμε στο πρόσωπο Της την ελπίδα μας στα δύσκολα, την ευχαριστία μας στα εύκολα, τον στύλο της ψυχής μας σε κάθε στιγμή μας. Εκείνη, την Πανάχραντο Θεοτόκο, την Μητέρα του Χριστού Σου και Μητέρα κάθε ανθρώπου. Εκείνη που υψώνοντας τα χέρια της δεχόμενη τον λόγο του Αρχαγγέλου, έσπασε το φράγμα του χρόνου και έγινε μια αγκαλιά για όλους μας. Μια αγκαλιά γύρω από τον κόσμο μας.
Για Εκείνην Κύριε, πιο πολύ, πιο δυνατά, πάνω απ'όλα, σε ευχαριστούμε. 
Σε ευχαριστούμε. Σε ευχαριστούμε!

«Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία



Τὸ Θεοτοκάριον εἶναι µοναχικὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο περιέχει κανόνες πρὸς τιµὴν τῆς Θεοτόκου σὲ ὅλους τοὺς ἤχους, διαφόρων ὑµνογράφων, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται στὰ µοναστήρια ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία. Χρήση τοῦ Θεοτοκαρίου στὸν κόσµο γίνεται κυρίως τὴν περίοδο τῆς µεγάλης Σαρακοστῆς(ἀπὸ τὴν β΄ ἑβδοµάδα τῶν νηστειῶν καὶ ἐντεῦθεν), ὁπότε καὶ χρησιµοποιεῖται στὴν ἀκολουθία τοῦ µεγάλου ἀποδείπνου.

Ο πατήρ Παΐσιος έλεγε σε κάποια Μοναχή: «Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία. Και να δεις η Παναγία μετά!...Θα σου δώσει μεγάλη παρηγοριά»! 
«Και πότε να διαβάζω το Θεοτοκάριο», τον ρώτησε αυτή η Μοναχή. «Το βράδυ ή το πρωί;». 
«Καλύτερα τις πρωινές ώρες – της απήντησε ο Γέροντας –, ώστε αυτά που διαβάζεις, να τα έχεις στο νου σου όλη την ημέρα. Το Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται η καρδιά και συγκινείται».
Και μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Παΐσιος τον Αγιορείτη παπα-Κύριλλο, τον Ηγούμενο της Μονής Κουλτουμουσίου, που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τους λυγμούς και τα δάκρυα, όταν διάβαζε το Θεοτοκάριο!


Αυτό που κυρίως έκανε γνωστό τον Άγιο Νικόδημο ως θεοτοκόφιλο συγγραφέα είναι το γνωστό συλλεκτικό έργο «Θεοτοκάριο», το οποίο από την εποχή του Αγίου Νικοδήμου έχει εισαχθή προς χρήση στην λατρεία ιδιαίτερα στις μονές του Αγίου Όρους. Στο έργο αυτό ο Άγιος έχει συγκεντρώσει εξηνταδύο κανόνες (62) εικοσιδύο (22) μεγάλων υμνογράφων, στους οποίους μάλιστα, δίδει ωραίους χαρακτηρισμούς: 
«Λέγω δη Ανδρέας ο Κρήτης, ο αρχηγός των μελωδών και κύκνος της Εκκλησίας ο λιγυρόφωνος. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η μουσικωτάτη και γλυκύφωνος του Χριστού αηδών. Θεοφάνης Νικαίας ο Γραπτός, ο ηδύλαλος και ωδικώτατος κόττυφος. Ιωσήφ Υμνογράφος, η πολύφωνος, και τορόφωνος των πιστών χελιδών». Συνεχίζει για τους είκοσι δύο υμνογράφους να βρίσκει παρόμοιους χαρακτηρισμούς. 

Σχετικά με το «Θεοτοκάριο» υπάρχει μία συγκινητική σύσταση προς τον π. Θεόκλητο του γνωστού Γέροντος Αθανασίου του Ιβηρίτου, μεγάλου λάτρη και υμνητή της Παναγίας μας, ο οποίος επί πολλά έτη διετέλεσε βιβλιοθηκάριος της Ι. Μονής των Ιβήρων. Του γράφει τα εξής ο Γέροντας Αθανάσιος: «Να αφήσεις ένα Χαιρετισμόν από τους τρεις και να εισαγάγης το Θεοτοκάριον καθ' ημέραν. Θα ευαρεστήσης τη Δεσποίνη και τω συλλέκτη Αγίω Νικοδήμω. Πρόσεξε την σκέψιν ταύτην, που μου επήλθεν εν στιγμή αναγνώσεως του Θεοτοκαρίου. Οι Χαιρετισμοί και το Θεοτοκάριον, ο ουρανός και η γη να παρέλθουν, αυτά όμως να μη λείψουν καμμίαν ημέραν του έτους».

Ο ἅγιος Νεκτάριος, πού μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τήν ἁγιότητά του εἵλκυσε στούς καιρούς μας τήν ἀγάπη, τήν τιμή καί τήν εὐλάβεια ὅλων τῶν ᾿Ορθοδόξων, ἦταν καί πολυγραφώτατος συγγραφεύς. Τό ἁγιασμένο πνεῦμα του μᾶς ἄφησε συγγράμματα θεολογικά, δογματικά, λειτουργικά καί οἰκοδομητικά, πού κυκλοφοροῦν καί μελετῶνται ἀπό πολλούς πιστούς.
Συγχρόνως εἶχε καί χάρισμα ποιητικό, ὑμνογραφικό καί ἀνύμνησε μέ αὐτό πρό πάντων τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο, τήν ὁποία ἰδιαιτέρως εὐλαβεῖτο.

Συνέθεσε πολλούς ὕμνους καί ὠδές πρός τήν ᾿Αειπάρθενον, πού ἀπετέλεσαν μιά ὡραία συλλογή μέ τίτλο «Θεοτοκάριον». Στήν εἰσαγωγή αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὅτι οἱ ὕμνοι του αὐτοί εἶναι ἔκφρασι τῆς εὐγνωμοσύνης του πρός τήν Παναγία.
«᾿Εποίησα ᾠδάς τινας καί ὕμνους πρός αἴνεσιν καί ἀνύμνησιν τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου, τῆς Γοργοεπηκόου καί ταχείας εἰς ἀντίληψιν, βοήθειαν καί προστασίαν τῶν ἐπικαλουμένων αὐτήν, καί πρός ἔκφρασιν τῆς ᾿Απείρου πρός αὐτήν εὐγνωμοσύνης μου διά τάς πολλάς πρός ἐμέ Αὐτῆς εὐεργεσίας».

Στίς ᾿Ωδές καί στούς ῞Υμνους αὐτούς ἀπευθύνεται ὁ ῞Αγιος μέ θερμό καί προσωπικό τρόπο πρός τήν Θεοτόκο καί καταφεύγει μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν Χάρι της.
«Παναγία μου, Δέσποιν᾿ ἐπάκουσον,
εἰς τήν Σήν παρρησίαν ἐπήλπισα»,
λέγει στήν Α´ ᾿Ωδή. Καί στόν Ζ´ ῞Υμνο προσθέτει·

«Δέσποινά μου Θεοτόκε,
ἡ ἐλπίς μου, ἡ ἰσχύς μου,
ἡ θερμή μου προστασία
σκέπη καί καταφυγή μου…».

Ωρισμένοι ἀπό τούς ὕμνους τοῦ ῾Αγίου, ὅπως ὁ πασίγνωστος καί κοσμαγάπητος «῾Αγνή Παρθένε», μελοποιήθηκαν καί ψάλλονται καί εὐφραίνουν τήν καρδιά μας.

῞Ολοι δέ γενικά οἱ ὕμνοι τοῦ «Θεοτοκαρίου» του βοηθοῦν στίς προσευχές μας καί στήν ἔκφρασι τῆς τιμῆς μας πρός τήν Θεομήτορα.

Ἡ ἐντός τῆς καρδίας κυκλική προσευχή δέν φοβεῖται πλάνην ποτέ



...Διότι ἐκεῖνος πού θά πιασθῇ εἰς τήν πλάνην, ἐπειδή, ἐάν ὑπακούσῃ εἰς ἄλλον, εἶναι κίνδυνος νά ἀπαλλαγῇ ἀπ' αὐτήν, νά τόν χάσῃ ὁ πονηρός· δι' αὐτό τόν συμβουλεύει, τόν καταπείθει νά μήν πιστεύῃ πλέον ἄλλον κανένα, νά μή ὑπακούῃ εἰς ἄλλον ποτέ, ἀλλά στό ἑξῆς νά δέχεται μόνον τούς ἰδίους του λογισμούς, νά πιστεύῃ εἰς μόνην τήν ἰδικήν του διάκρισιν.
Εἰς αὐτό τό ἀταπείνωντον φρόνημα ἐμφωλεύει ὁ πολύς ἐκεῖνος ἐγωϊσμός, ἡ ἑωσφορική ὑπερηφάνεια τῶν αἱρετικῶν, ὅλων τῶν πλανεμένων πού δέν θέλουν νά ἐπιστρέψουν.
Λοιπόν ὁ Χριστός μας, ὅπου εἶναι τό Φῶς τό ἀληθινόν, Αὐτός νά φωτίσῃ καί κατευθύνῃ τοῦ κάθε ἑνός τά διαβήματα, ὅπου θέλουν εἰς Αὐτόν νά προσέλθουν.
Σεῖς δέ, ἐάν ἀγαπᾶτε τήν νοεράν προσευχήν, πενθεῖτε κάι κλαίετε ζητώντας τόν Ἰησοῦν. 
Καί Αὐτός θά ἀποκαλυφθῇ ὡς ἐν ἐμπύρῳ ἀγάπῃ ὅπου καταφλέγει ὅλα τά πάθη. Καί θά γίνετε ὅπως ἕνας πολύ ἐρωτευμένος, ὄπου μόλις ἐνθυμηθῇ τό πρόσωπον πού ἀγαπᾷ, εὐθύς σκιρτᾷ ἡ καρδία του καί τρέχουν δάκρυα οἱ ὀφθαλμοί.Τοιοῦτος ἔρωτας θεῖος καί πῦρ τῆς ἀγάπης πρέπει νά καίῃ εἰς τήν καρδίαν. Ὅπου μόλις θά ἀκούσῃ ἤ θά εἰπῇ· -Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ μου, γλυκεῖα ἀγάπη! ἡ γλυκεῖα μου Μαννούλα, Παναγία Παρθένε! εὐθύς νά τρέχουν τά δάκρυα.
Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔκαμαν πολλά ἐγκώμια εἰς τήν Παναγία μας. Μά ἐγώ ὁ πτωχός δέν ηὕρα πιό ὡραῖον ἐγκώμιον νά τήν ὀνομάσω καί πλέον γλυκύτερον, ὡς τό νά τήν φωνάζω εἰς κάθε στιγμήν· 
-Μάννα μου! Γλυκειά μου Μαννούλα! εἰς χεῖρας σου ἡ ψυχή μου ἐξερχομένη νά ἔλθῃ καί δι' αὐτῶν νά δοθῇ εἰς τόν Πλάστην της, τόν Μονογενῆ Σου Υἱόν. Ἄλλο δέν ἀγαποῦμε γλυκειά μοας Μαννούλα, εἰμή ἐν καιρῷ πυρπολήσεως ἔρωτος θείου, ἐν τῇ πυριφλεγεῖ ψυχή μας καί σταματᾷ ὁ νοῦς καί πνέῃ εὐώδης πνοή ἐν αὔρᾳ λεπτῇ καί ὑπό τοῦ γνόφου καλύπτεται· ὅπου αἰ αἰσθήσεις παύουν καί βασιλεύει ὁ ποθητός, ὁ ἔρως, ἡ ἀγάπη καί ἡ ζωή, ὁ λγυκύς διαπαντός Ἰησοῦς.
Ὅθεν, τεκνία τοῦ ἐπουρανίου Πατρός καί τῆς Αὐτοῦ Βασιλείας κληρονόμοι, δράμετε, σπεύσατε, κλαύσατε, χαρῆτε, σταλάξατε δάκρυα ἀγάπης. Βυθίσατε τόν νοῦν σας εἰς τόν βυθίσαντα τό σῶμα Αὐτοῦ εἰς τήν γῆν διά νά σώσῃ ἡμᾶς. Ὁ γλυκύς Ἰησοῦς ἐκατέβη διά νά ἀναβῶμεν ἡμεῖς. Ἀπέθανε καί Ἀνέστη διά νάἀναστήσῃ ἡμᾶς. Χαρῆτε, σκιρήσατε, ὅτι ἠξιώθημεν νά γίνωμεν τέκνα του, νά ἀπολαμβάνωμεν τά αἰώνια ἀγαθά του, καί ἐκ τῶν ᾦδε νά συγχαίρωμεν εἰς τήν ἄπειρόν του ἀγάπην.


ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ Ἀνθολόγιο ἀποσπασμάτων ἐπιστολῶν ἐκ τοῦ βιβλίου Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής ΕΠΙΣΤΟΛΉ ΛΣΤ΄ 
Ἡ ἐντός τῆς καρδίας κυκλική προσευχή δέν φοβεῖται πλάνην ποτέ.
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ


Η αμαρτία δυσαρεστεί το Θεό



Όταν ο πειρασμός σε παρακινεί για ν’ αμαρτήσεις, να θυμάσαι πως η αμαρτία δυσαρεστεί πάρα πολύ το Θεό. Ο Θεός αποστρέφεται και μισεί την ανομία. «Εμίσησας πάντας τους 
εργαζομένους την ανομίαν», λέει ο ψαλμωδός (Ψαλμ. ε” 6). Και για να το καταλάβεις καλύτερα αυτό, φέρε στο νου σου έναν πατέρα δίκαιο και αυστηρό, ο οποίος αγαπάει την οικογένειά του και προσπαθεί με κάθε μέσο να αναθρέψει τα παιδιά του με αρχές, να τα κάνει τίμια, ώστε να τα επιβραβεύσει αργότερα για την καλή τους συμπεριφορά και να τους χαρίσει τα πλούσια αγαθά που με πολλούς κόπους απόκτησε. Με λύπη του όμως διαπιστώνει πως τα παιδιά του δεν ανταποκρίνονται στην αγάπη του πατέρα τους, δεν τον αγαπούν, δε φροντίζουν για την κληρονομιά που με τόση αγάπη ετοίμασε γι’ αυτά αλλά ζουν απρόσεκτα, τρέχουν ακάθεκτα προς την καταστροφή. Και «αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α” 15), σκοτώνει την ψυχή, μας κάνει δούλους του διαβόλου, του ανθρωποκτόνου. Κι όσο περισσότερο μείνουμε στην αμαρτία, τόσο πιο δύσκολη θα ’ναι η επιστροφή μας και τόσο πιο σίγουρη η απώλειά μας. Γι’ αυτό και τ’ αποτελέσματα κάθε αμαρτίας είναι οδυνηρά...
Όταν η καρδιά σου ρέπει προς την αμαρτία κι ο διάβολος αρχίζει να υποδαυλίζει την ψυχή σου, ώστε να την απομακρύνει ολότελα από την πέτρα της πίστης, να λες μέσα σου: «Γνωρίζω πως πνευματικά είμαι φτωχός, πως χωρίς πίστη είμαι ένα τίποτα. Το πνεύμα μου είναι τόσο αδύναμο, ώστε μόνο με το όνομα του Χριστού ζω και ειρηνεύω, ευφραίνομαι και χαίρεται η καρδιά μου. Χωρίς το Χριστό βασανίζομαι, η καρδιά μου θλίβεται, είμαι πνευματικά νεκρός. Χωρίς το σταυρό του Χριστού θα είχα γίνει από καιρό θύμα της πιο άγριας κατάθλιψης κι απόγνωσης. Μόνο ο Χριστός με κρατεί ζωντανό. Κι ο σταυρός είναι η ειρήνη μου, η παρηγοριά μου».

(Αγίου Ιωάννου Κρονστάνδης, «Η εν Χριστώ ζωή μου»)

Ἠγαπημένη μου Μητέρα μετά πάντων τῶν ἀδελφῶν μου, συγγενῶν καί φίλων.

Ὄπου δέ ὀ Χριστός ἐκεῖ καί ὅλα τά ἀγαθά τῆς αἰωνίου ζωῆς καί τῆς παρούσης. Διά τοῦτο εἶπεν Αὐτός, ἠ μόνη Ἀλήθεια· "ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν μου, καί ὅλα τά πρόσκαιρα μετά προσθήκης θά σᾶς τά δώσω".
Καί πάλιν εἶπε· "τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐάν κερδίσῃ τόν κόσμον ὅλον καί μείνῃ ἔξω τοῦ Παραδείσου";
Ποῖος λοιπόν ἀναμένων τοιαῦτα δέν παραβλέπει ὄλας τοῦ κόσμου τάς εἰρωνείας, συκοφαντίας καί ὕβρεις· ὅλας τάς ἀδικίας καί ἀνομίας τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων· ἕτι δέ καί τούς πειρασμούς καί τάς θλίψεις τῶν ἀσπλάγχνων δαιμόνων, διά νά γίνῃ ἄξιος τῆς οὐρανίου ἐκείνης χαρᾶς;
Ἄχ, καί ποῖος ἤθελεν εἶναι πλησίον μου νά ἤκουε τάς εὐχάς μου, τούς στεναγμούς τῆς καρδίας μου· νά ἔβλεπε καί τά δάκρυα ὅπου χύνω ὑπέρ τῶν ἐμῶν ἀδελφῶν; Ὅλην τήν νύκτα προσεύχομαι καί φωνάζω· ἤ σῶσε τούς δούλους σου Κύριε, ἤ καί ἐμένα σβῆσε· δέν θέλω Παράδεισον!
Ἐάν δι' ὅλον τόν κόσμον, ὄλην τήν δύναμιν ψυχῆς καί καρδίας ἐκχέωμεν πρός τόν Κύριον τῶν ἁπάντων, πόσον μᾶλλον δι' ὑμᾶς; 
Λοιπόν ἀκούσατέ μου τοῦ ταπεινοῦ καί ἐλαχίστου μοναχοῦ καί μή μέ καταφρονήσετε ὡς ἀμαθῆ καί ἀγράμματον. Ἀνοίξατε τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς σας νά ἰδῆτε τί ὑπάρχει πέραν ἀπό αὐτήν τήν ζωήν. 
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου ἀγαποῦν τόν κόσμον, ἐπειδή δέν ἐγνώρισαν ἀκόμη τήν πικρία αὐτοῦ. Εἶναι ἀκόμη τυφλοί στήν ψυχήν, καί δέν βλέπουν τί κρύπτεται μέσα εἰς αὐτήν τήν προσωρινήν χαράν. Δέν ἦλθεν ἀκόμη εἰς αὐτούς φῶς νοητόν· δέν ἔφεξεν ἀκόμη ἡμέρα σωτηρίας.
Ὅμως ἐσεῖς, ὅπου τόσα ἔχετε ἰδεῖ καί ἀκούσει, πρέπει νά ἐννοήσετε, ὅτι τῶν προσκαίρων αἱ ἀπολαύσεις παρέρχονται ὡς σκιά. Καί ὁ καιρός τῆς ζωῆς μας φεύγει, περνᾷ, δέν γυρίζει ὀπίσω. Ὁ δέ καιρός τοῦ παρόντος βίου εἶναι καιρός θέρους καί τρυγητοῦ. Καί ὁ καθείς συνάγει τροφήν-ὅσον δύναται καθαράν-καί ταμιεύει εἰς τήν ἄλλην ζωήν.
Δέν κερδίζει ὁ ἔξυπνος, ὁ εὐγενής, ὁ ὁμιλῶν τορνευτά, ἤ ὁ πλούσιος· ἀλλ' ὅστις ὑβρίζεται καί μακροθυμεῖ, ἀδικεῖται κάι συγχωρεῖ, συκοφαντεῖται καί ὑπομένει· ἐκεῖνος πού γίνεται σπόγγος καί καθαρίζει ὅ,τι ἀκούει ὅ,τι τοῦ λέγουν, ὁποίας λογῆς καί ἄν εἶναι. Αὐτός καθαρίζεται καί λαμπρύνεται περισσότερον. Αὐτός φθάνει εἰς μέτρα μεγάλα. Αὐτός ἐντρυφᾷ εἰς θεωρίας μυστηρίων. Καί τέλος αὐτός εἶναι ἀπό ἐδῶ μέσα εἰς τόν Παράδεισον.
Καί ὅταν ἔλθῃ τοῦ θανάτου ἡ ὥρα ἐκείνη, μόλις κλείσουν τά μάτια αὐτά, ἀνοίγουν τά ἐσωτερικά-τῆς ψυχῆς. Καί ἐνόσῳ διανοῆται τά ἐκεῖθεν, εὐρίσκεται αἴφνης εἰς ἐκεῖνα πού ἐπεθύμει, χωρίς ποσῶς νά τό καταλάβῃ. Ἀπό σκότος μεταβαίνει εἰς φῶς, ἀπό θλίψεως εἰς ἀνάπαυσιν, ἀπό ζάλης εἰς λιμένα ἀτάραχον, ἀπό πολέμου εἰς εἰρήνην διηνεκῆ.
Ὅθεν, ἀδελφοί μου καλοί καί ἠγαπημένοι, ὅστις ἀδικεῖται ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ καί θελήσει ζητήσῃ τό δίκαιον, ἄς γνωρίζῃ ὅτι εἶναι αὐτό· νά βαστάζῃ τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ πληρίον του, μέχρις ἐσχάτης πνοῆς· καί νά κάμνῃ ὑπομονήν εἰς ὅλα τά λυπηρά τῆς παρούσης ζωῆς. 
Διότι ἡ κάθε θλῖψις ὅπου μᾶς γίνεται, εἴτε ἐξ ἀνθρώπων, εἴτε ἐκ δαιμόνων, εἴτε ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδίας μας φύσεως, πάντοτε ἔχει κλεισμένον ἐντός της τό ἀνάλογον κέρδος. Καί ὅποιος τήν ἀπερνᾷ δι' ὐπομονῆς λαμβάνει τήν πληρωμήν· ἐνταῦθα τόν ἀρραβῶνα κἀκεῖθεν τό τέλειον.

Χρεία λοιπόν τῆς ὑπομονῆς, καθάπες ἅλς ἐν φαγητῷ.

Γέρων Ιωσήφ ο ησυχαστής
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ

ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ Ἀνθολόγιο ἀποσπασμάτων ἐπιστολῶν ἐκ τοῦ βιβλίου Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής ΕΠΙΣΤΟΛΉ ΛΗ΄ Ἠγαπημένη μου Μητέρα μετά πάντων τῶν ἀδελφῶν μου, συγγενῶν καί φίλων.

Ηδονές, πλούτη, δόξα



Σκέψου, αγαπητέ μου, ότι όπως είναι συναρμολογημένος απ’ όλα τα κτίσματα αυτός ό αισθητός απέραντος κόσμος, έτσι ακόμη είναι καμωμένος ένας άλλος κόσμος νοητός που αποτελείται από αμαρτωλούς, του οποίου τα στοιχεία είναι οι τρεις διεστραμμένοι έρωτες, που αναφέρει ό Θεολόγος Ιωάννης• δηλαδή
α) ό έρωτας των ηδονών,
β) ό έρωτας του πλούτου καί
γ) ό έρωτας της δόξας
"Πάν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός καί η επιθυμία των οφθαλμών καί η αλαζονεία του βίου" (Α ́ Ιω. 2, 16).
Αυτός ό πονηρός κόσμος που αντίκειται στο σκοπό του καί εξουσιάζεται από τον εωσφόρο (ό οποίος γι’αυτό καί ονομάζεται κοσμοκράτορας) είναι ό μεγάλος εχθρός , τον οποίο ο Σαρκωθείς Λόγος του Θεού και Πατρός , γεννήθηκε στη γη για να πολεμήσει πρώτα με το παράδειγμά Του το σιωπηλό και μετά, στον κατάλληλο καιρό, με τον λόγο καί τη διδασκαλία...
1. Με τη φτώχεια γιατρεύει τον έρωτα του πλούτου 
Συλλογίσου λοιπόν πώς πρώτα πολεμάει με την φτώχεια Του τον άτακτο έρωτα του πλούτου. Ό κοσμικός άνθρωπος νομίζει πως κάθε καλό το βρίσκει στα πρόσκαιρα αγαθά γι’ αυτό για να τα αποτυπώσει ή για να μην τα χάσει ξοδεύει σχεδόν όλο τον καιρό, που του έδωσε όμως ό Θεός για να κερδίσει τα αιώνια αγαθά.
Και ιδού που ό προαιώνιος Λόγος καί Υιός του Θεού και Πατρός κατεβαίνει από τον ουρανό για να μας λυτρώσει απ’αυτή την πλάνη καί να ξεριζώσει από τις καρδιές μας την καταραμένη ρίζα όλων των κακών, την φιλαργυρία, όπως την χαρακτηρίζει ό Απόστολος Παύλος "Ρίζα γαρ πάντων των κακών εστίν η φιλαργυρία" (Α' Τιμ. 6,10). Πρόσεξε όμως σε τι είδους ταλαιπωρία κατάντησε από αγάπη για μας Εκείνος που διαμοιράζει τα πλούτη καί τους θησαυρούς στην παρούσα καί στη μέλλουσα ζωή "εμόν το αργύριον και εμόν το χρυσίον, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ" (Αγγ. 2,8). Στοχάσου,
πού είναι το παλάτι που γεννήθηκε;
Πού είναι οί προετοιμασίες;
Πού οί μαίες;
Πού το βασιλικό στρώμα;
Πού τα βρεφικά λουσίματα;
Πού είναι η ακολουθία των δούλων;
Πού η θαλπωρή καί η ανάπαυση;
Πού είναι η συμπαράσταση των συγγενών καί φίλων;
Έλα μέσα καί δες το φτωχότατο σπήλαιο όπου γεννήθηκε καί την ευτελέστατη φάτνη όπου "ανεκλίθη". Σίγουρα όχι μόνο δεν θα βρεις κανένα περιττό, αλλά αντίθετα θα διαπιστώσεις μεγάλη έλλειψη απ’όλα τα αναγκαία• γιατί ό γλυκύτατός μου Ιησούς γεννιέται σε τόπο σχεδόν ξέσκεπο, τα μεσάνυχτα στην καρδιά του χειμώνα, μόνος με μόνη την μητέρα Του καί τον θεωρούμενο πατέρα Του, χωρίς σκεπάσματα, χωρίς ζεστά φαγητά που συνηθίζονται στις γεννήσεις και των πιο φτωχών παιδιών, χωρίς τις ελάχιστες εκείνες ανέσεις του φτωχικού σπιτιού που είχε στη Ναζαρέτ.
Καί το πιο σημαντικό είναι ότι, εκτός από αυτή τη φτώχεια που προτίμησε ό Ιησούς εκουσίως, θέλησε ακόμη καί άλλη περισσότερη πτώχεια σχεδόν βίαιη καί αφύσικη: Παραγγέλλει εκεί στο σπήλαιο να μη του γίνει καμιά υποδοχή καί φιλοξενία από κανέναν άνθρωπο• ήθελε να διαφέρει από τους συμπατριώτες του που ανέβηκαν στην Βηθλεέμ για απογραφή• όλοι αυτοί είχαν πολλές προμήθειες μαζί τους καί ξεκουράζονταν φιλοξενούμενοι μέσα στα σπίτια καί στα πανδοχεία• "ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι" (Λουκ. 2, 7).
Αλλά επειδή ό κόσμος, όχι μόνο βδελύσσεται την φτώχεια καί την θεωρεί μεγάλη ντροπή, αλλά παρακινεί ακόμη τους φτωχούς να υποκρίνονται καί να παριστάνουν τους πλουσίους, γι’ αυτό ακριβώς ό Ιησούς Χριστός δεν νιώθει ντροπή για την φτώχεια του, αντίθετα κάνει επίδειξη της φτώχειας του• καί από μεν τους ουρανούς φωνάζει τους Αγγέλους, από τους αγρούς δε καί τα χωράφια καλεί τους ποιμένες για να τον προσκυνήσουν, όταν γεννήθηκε σε εκείνη την κατάσταση της ένδειας καί της εγκατάλειψης , σε εκείνο το θρόνο μιας ευτελέστατης φάτνης καί σε εκείνη την αυλή ενός πενιχρότατου σπηλαίου!
πτώχεια υπέρπλουτος!
συγκατάβασις υπερύψιστος!
Τώρα εσύ που μελετάς αυτές τις αλήθειες, τι έχεις να πεις; Ποιος από αυτούς τους δύο νομίζεις πως δικαιούται να σε νικά καί να σε κυριεύει; Ο κόσμος ή ο Χριστός που νίκησε τον κόσμο; Ο κόσμος σε προτρέπει να ζητάς πρώτα τα επίγεια αγαθά καί να τα θεωρείς μεγάλη ευτυχία. Ό Χριστός πάλι σε συμβουλεύει με το παράδειγμά Του καί την διδασκαλία Του να ζητείς πρωτίστως την Βασιλεία του Θεού καί να καταφρονείς όλα τα καλά της γης σαν ένα πηλό• "Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού καί την δικαιοσύνην αυτού" (Ματθ. 6, 33). Ακόμη σου ζητά να στερείσαι τα γήινα αγαθά ή μερικά απ’αυτά, δίνοντάς τα ελεημοσύνη στους φτωχούς ή ακόμη αποτασσόμενος τα πάντα για την καλογερική ζωή καί εξαγοράζοντας ένα θησαυρό στον παράδεισο. "Πώλησόν σου τα υπάρχοντα καί δός πτωχοίς καί έξεις θησαυρόν εν ουρανώ καί δεύρο ακολούθει μοι" (Ματθ. 19, 21). Καί πάλι "πάς εξ’ υμών, ος ουκ αποτάσσεται πάσιν τοις εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι μου μαθητής" (Λουκ. 14, 33).
Λοιπόν εσύ καί σαν μαθητής του Χριστού καί σαν φρόνιμος καί στοχαστικός άνθρωπος, πρέπει ν’αποφασίσεις να ακούσεις καί να κάνεις πράξη εκείνο που σου λέγει ό Χριστός καί όχι ό,τι σου επιβάλλει ό κόσμος. Γιατί δεν θα σωθούν αυτοί που ακούουν μόνο τον Νόμο του Θεού, αλλ’αυτοί που τον εφαρμόζουν στην πράξη (Ρωμ. 2,13).
Είναι αλήθεια πως δεν είσαι υποχρεωμένος, αν είσαι λαϊκός, να είσαι ακτήμων καί πάμπτωχος• είσαι όμως υποχρεωμένος να εκτιμάς τόσο λίγο τα πλούτη καί τα χρήματα, ώστε για όλα αυτά ποτέ να μην παρακινηθείς να παραβείς ούτε μία εντολή του Θεού• τόσο δε να είναι αποκολλημένη ή καρδιά σου απ’αυτά, ώστε να τα αποκτάς καί να τα έχεις με τόση απάθεια σαν να μη τα έχεις καί να μη τα ξοδεύεις στα μάταια καί περιττά καί πάνω από όσα χρειάζεσαι πράγματα καθώς λέγει ό Παύλος• " Ό καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστίν ... ίνα ώσιν οι χρώμενοι τω κόσμω τούτω ως μη καταχρώμενοι• παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου" (Α' Κορ. 7, 29-31).
Αλλά γι’ αυτό το θέμα να συζητήσεις με το Πανάγιο Βρέφος, τον Ιησού, καί να νιώσεις ντροπή μπροστά Του, που ως τώρα είχες σε τόση υπόληψη καί αγάπη εκείνα τα πλούτη που το Θείον Βρέφος τόσο καταφρονεί κι ακόμη ότι ένιωθες τόσο μίσος καί καταφρόνηση για την πτώχεια εκείνη καί την ευτέλεια που αυτό τόσο αγαπά . Ζήτησέ Του αμέσως συγχώρεση για όλα τα κακά που έκανες για ν’αποκτήσεις πλούτο κι επίγεια αγαθά ή για να τα χρησιμοποιήσεις και παρακάλεσέ Τον να σου δώσει χάρη• γιατί, όπως ό Ίδιος από πλούσιος έγινε φτωχός από αγάπη για σένα, έτσι καί συ να γίνεις φτωχός για την αγάπη Του, για να πλουτίσεις από τη Θεότητά Του• "Γινώσκετε γαρ την χάριν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι δι’υμάς επτώχευσεν πλούσιος ων, ίνα υμείς τη εκείνου πτωχεία πλουτήσητε" (Β' Κορ. 8,9). Ακόμη να τον παρακαλέσεις να μη σ’αφήσει ξανά να πλανηθείς από τον κόσμο• αλλά όταν έχεις τα υπάρχοντά σου ή όταν τα στερείσαι για την αγάπη του Κυρίου, να μη τα μεταχειρίζεσαι για άλλο σκοπό, παρά μόνο καί μόνο για να εξαγοράσεις με αυτά την αιώνια ευδαιμονία, καθώς είναι γραμμένο• "Λύτρον ανδρός ψυχής ό ίδιος πλούτος" (Παροιμ. 13, 8).
2. Γιάτρεψε τον έρωτα των ηδονών
Συλλογίσου αδελφέ, ότι ό Χριστός με τη γέννησή Του ήρθε να πολεμήσει τον άτακτο έρωτα των ηδονών με τις οδύνες καί τους πόνους που δοκίμασε. Ο σαρκικός άνθρωπος πιστεύει πως η μόνη απόλαυση είναι εκείνη των αισθήσεων γι’αυτό δεν κυριαρχεί πάνω σ’αυτές, όπως ταιριάζει σε λογικό όν, αλλά αφήνει τον εαυτό του να συμπεριφέρεται όπως ένα άλογο ζώο καί να παρασύρεται από τις αισθήσεις του: Τρέχει αχαλίνωτα για να χαίρεται καί να απολαμβάνει όλες τις παρανομίες, επιζητεί την ηδονή σαν σκοπό καί την θεωρεί έντιμη, αν καί τη βρίσκει μέσα στις μεγαλύτερες ατιμίες καί βρωμιές. Ό Υιός του Θεού από συμπόνια για την τύφλωση αυτή του ανθρώπου ήρθε για να τον γιατρεύσει από ένα τέτοιο μεγάλο σφάλμα.
Γι’αυτό, ενώ μπορούσε να γεννηθεί μ’ένα σώμα σκληραγωγημένο ωρίμου ανδρός , θέλησε να γεννηθεί μ’ένα απαλό σώμα βρέφους για να αισθανθεί την οδύνη (της τρυφερής σάρκας) καί ακολούθως για να υποφέρει περισσότερο. Καί ύστερα από την βασανιστική φυλακή που υπέφερε μέσα στην κοιλιά της Παρθένου, θέλησε να υποφέρει κι όλα τα βάσανα καί τις δοκιμασίες της νηπιακής ηλικίας, σα να στερείτο την χρήση του λογικού.
Εξ’αρχής έπρεπε ό Ιησούς να λάβει ένα σώμα, όχι μόνο τελειότερο από το σώμα του Αδάμ, αλλά ένα σώμα απαθές , ανώδυνο, μακάριο καί άξιο κατοικητήριο της παρόμοιας μακαρίας ψυχής Του. Παρ’όλα αυτά τη θέση εκείνου παίρνει ένα σώμα πολύ απαλό, πολύ λεπτό καί τρυφερότατο, κατάλληλο να αντιλαμβάνεται δια των αισθήσεων κάθε ταλαιπωρία καί καμωμένο έτσι ώστε να μπορεί να δέχεται απ’όλες τις αισθήσεις όλους τους πόνους, όπως το πέλαγος δέχεται όλους τους ποταμούς. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο παρομοιάζει τον εαυτό του με το σκουλήκι, όχι μόνο γιατί γεννήθηκε χωρίς σπέρμα (όπως γεννιούνται τα σκουλήκια), αλλά καί γιατί ή σάρκα του είχε την αίσθηση καί την τρυφερότητα των σκουληκιών (1). «Εγώ δε ειμί σκώληξ και ούκ άνθρωπος» (Ψαλμός 21,7).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1. Η Αγία μας Πίστη υποστηρίζει ότι ό Κύριος κατά το σώμα δεν ήταν τέλειος αλλά αυτό το απέκτησε κατά την πορεία της ζωής Του, όπως καί οι άλλοι Άγιοι γιατί είχε καί αυτό το σώμα παθητό καί θνητό, ώστε να μπορέσει δια μέσου αυτού να πάθει καί να εκπληρώσει την οικονομία. Κατά την ψυχή όμως ήταν τέλειος διότι δεν είχε μόνο τη φυσική λεγόμενη γνώση καί φιλοσοφία την Θεόπνευστη, αλλά είχε καί την μακαρία δράση του Θείου Προσώπου, με την οποία ακόμη καί όταν ήταν σ’αυτήν εδώ την ζωή χαιρόταν την απόλαυση της θεωρίας του Προσώπου του Θεού, την οποία αξιώνονται οί Άγιοι μετά θάνατον. Γι’αυτό καί ό Ιερός Αυγουστίνος στο τελευταίο κεφάλαιο του δ' βιβλίου "περί συμφωνίας των Ευαγγελιστών" λέγει ότι ό Χριστός διέφερε από τους άλλους ανθρώπους, διότι σε κανέναν σ’αυτήν τη ζωή δεν έχει επιτραπεί να δει τον Θεό, όπως σ’Εκείνον. Σ’αυτό συμβάλλουν καί τα εξής ρητά: "Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε ό μονογενής Υιός ό ων εις τον κόλπον του Πατρός, Εκείνος εξηγήσατο (Ιω. 1,18). Καί πάλι "ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν, ει μη ό εκ του ουρανού καταβάς, ό Υιός του ανθρώπου, ό ων εν τω ουρανώ" (Ιω. 3,13). Είναι δηλαδή φανερό ότι ήταν στον ουρανό δια μέσου της μακαρίας οράσεως (βλέπε Αθανασίου Αλεξανδρείας, “Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν”).
Εξ’αιτίας αυτής της απαλότητας μόλις γεννήθηκε δέχτηκε με την αφή την προσβολή του ψυχρού αέρος καί της υγρασίας του σπηλαίου με τη φωνή κλαίει με την όσφρηση αισθάνεται την έντονη κακοσμία της φάτνης καί των ζώων, με την δράση βλέπει μία σκοτεινή καί άχαρη σπηλιά καί με την ακοή δεν ακούει άλλο από τις τραχιές φωνές των αγρίων ζώων. Καί για να συνοψίσουμε μόλις γεννήθηκε ό Ιησούς, αφιερώνει την αρχή της ζωής Του σε ένα χώρο υπερβολικά στενό καί σε μία έλλειψη όλων των αναπαύσεων καί σε κάθε είδος οδύνης καί βασάνων που μπορούσε να δεχθεί η τρυφερή εκείνη ηλικία Του.! Αφήστε με να πάω κοντά στη φάτνη καί να πω στον Ιησού: "Τι είναι αυτή η άκρα συγκατάβασίς σου, γλυκύτατέ μου Ιησού; Εσύ είσαι εκείνος ό επιθυμητός Μεσσίας από όλα τα έθνη καί ευθύς να γεννηθείς με τοιαύτα βάσανα;" "Ναι" μου αποκρίνεται "αυτό ήταν από την αρχή το Θέλημα του Ουρανίου Πατρός μου να καταργηθεί η ηδονή με την οδύνη αυτό το Πατρικό Θέλημα ήρθα να εκπληρώσω ευθύς μόλις γεννήθηκα στον κόσμο, καθώς εκ μέρους μου προείπε ό ∆αβίδ καί με τον ∆αβίδ ό Απόστολος «∆ιό εισερχόμενος εις τον κόσμον ... θυσίαν καί προσφοράν ουκ ηθέλησας , σώμα δε κατηρτίσω μοι• τότε είπον ιδού ήκω ... του ποιήσαι ό Θεός το θέλημά σου»" (Εβρ. 10, 5), (Ψαλμ. 39, 8-9).
Εδώ τώρα, εσύ αγαπητέ, να γίνεις κριτής ανάμεσα στο Χριστό καί στον κόσμο καί να αποφασίσεις ποιος θα σ’εξουσιάζει, ό Χριστός ή ό κόσμος; Ποιόν πρέπει ν’ακολουθείς, Εκείνον που θέλει τη σωτηρία σου με την οδύνη, ή εκείνον που ζητεί την απώλειά σου με την ηδονή; Είναι φανερό ότι το πρώτο "εις τούτο γαρ εκλήθητε, ότι καί Χριστός έπαθε υπέρ υμών, υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού" (Α' Πέτρ. 2, 21). Όμως ό κόσμος είναι τόσο τυφλός, που όχι μόνο δεν γνωρίζει την αλήθεια, αλλά ούτε μπορεί να την γνωρίσει, καθώς λέγει η ίδια η Αυτοαλήθεια• "καί εγώ ερωτήσω τον Πατέρα καί άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας, ο ό κόσμος ου δύναται λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό ουδέ γινώσκει αυτό" (Ιω. 14, 16-17). Εάν λοιπόν εσύ θέλεις να θεραπευθείς μέσα σ’αυτόν τον τυφλό κόσμο καί είσαι ικανοποιημένος να κυβερνάς τη ζωή σου με τα ψεύτικα διατάγματά του, ω ταλαίπωρος που είσαι! Μόνος σου παραδόθηκες στα χέρια του θανατηφόρου εχθρού σου, όπως έκανε ό Σαμψών που παραδόθηκε στα χέρια των αλλοφύλων κι ακόμη έγινες μόνος σου φανερός αποστάτης του Κυρίου, του μόνου Ευεργέτου σου• γιατί θέλησες να υπηρετείς τίς αισθήσεις σου με τίς ηδονές και προτίμησες μια ζωή τρυφηλή, μαλθακή και ηδονική, την οποία τόσο πολύ μίσησε ό Ιησούς μόλις γεννήθηκε, αν και αυτή η ζωή θεωρείται από τους άφρονες αλάνθαστη και αθώα! Αχ αδελφέ μου! Και πιστεύεις εσύ ποτέ πως η άπειρη σοφία του Θεού θέλησε να βασανίσει τόσο πολύ το Πανάγιόν της σώμα, όχι μόνο κατά την γέννησή του αλλά και σε ολόκληρη τη ζωή του και στο θάνατό του, εάν δεν ήταν αναγκαίο σε σένα να αποφεύγεις τίς ηδονές και να σκληραγωγείς το σώμα σου; Και σε τι θα ωφελήσει η ασεβής σου πρόφαση που λες πως ό Χριστός δεν σε προστάζει με εντολή να απέχεις από τίς ηδονές και τίς αναπαύσεις των αισθήσεων και του σώματος, αλλά ότι σε συμβουλεύει μόνο λέγοντας "όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι"; (Μάρκ. 8,34). Καλά, και έτσι υπολογίζεις εσύ τίς συμβουλές της ακτίστου σοφίας, προφασιζόμενος προφάσεις εν αμαρτίαις θέλοντας να εξουσιάζεις (και να υπερασπίζεσαι) την τρυφηλή ζωή σου; Να ξέρεις λοιπόν ότι πρέπει να μιμείσαι τον Ιησού Χριστό, αν θέλεις να είσαι προορισμένος για την Βασιλεία των ουρανών. Άκουσε τώρα εκείνες τίς φοβερές αποφάσεις που φωνάζει με δυνατή φωνή μέσα από τη φάτνη το Βρέφος ό Ιησούς• "Ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών• Ουαί υμίν οι εμπεπλησμένοι, ότι πεινάσετε• Ουαί υμίν οί γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε• Ουαί, όταν καλώς υμάς είπωσιν πάντες οί άνθρωποι" (Λουκ. 6, 24-26). Τι απαντάς σ’αυτά εσύ, που θέλεις να περνάς τη ζωή σου με ανέσεις κι έπειτα επιδιώκεις γι’αυτό να βρίσκεις ακόμη και δικαιολογίες; Θεωρείς πως αυτά που λέγει ό Κύριος είναι λόγια κενά και πως ό Θεός μίλησε χωρίς να μπορούν να εκπληρωθούν τα λόγια Του; Αυτό βγάλ’το από το μυαλό σου. "Ό ουρανός και η γη παρελεύσονται, οί δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν" (Ματθ. 24,35). 
Να αισχύνεσαι λοιπόν, να αισχύνεσαι για όλες τίς ηδονές και απολαύσεις και να θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο του ονόματος του Χριστιανού, επειδή με τη ζωή καί τα έργα σου πρόσβαλες πολύ την χριστιανική σου ιδιότητα καί τόσες φορές προτίμησες να υπηρετήσεις τη σάρκα σου παρά το Θεό. Με την συμπεριφορά σου αυτή έγινες αιτία να βλασφημείται από τα έθνη ό χριστιανισμός καί το υπερύμνητον Όνομα του Θεού, καθώς Αυτός ό Ίδιος παραπονείται καί λέγει• "δι’υμάς δια παντός το όνομά μου βλασφημείται εν τοις έθνεσιν" (Ησ. 52, 5).
Γι’αυτό αποφάσισε επιτέλους να απαρνηθείς όλες τις ηδονές που αποδεδειγμένα δεν είναι απαραίτητες στη ζωή σου καί να δεχτείς στο εξής ευχαρίστως όλους τους σταυρούς καί τις θλίψεις που θα σου στείλει ό Θεός• να αγκαλιάσεις την σκληραγωγία που περιλαμβάνει ή αληθινή μετάνοια καί να μη λογαριάζεις τίποτε άλλο για να την αγαπάς, παρά να λογαριάζεις μόνο την αγάπη που έδειξε ό Χριστός γι’αυτήν ήδη από την γέννησή Του. Ευχαρίστησε τον Κύριο, που για την αγάπη σου θέλησε να γεννηθεί με τέτοια βάσανα• καί προπάντων παρακάλεσέ Τον να σου δώσει χάρη να καταλάβεις καλά από το παράδειγμά του αυτή την αλήθεια• ότι δηλαδή η παρούσα ζωή είναι καιρός για να κλαις καί να θλίβεσαι κι όχι για να γελάς καί να ξεφαντώνεις καθώς τονίζει ό Εκκλησιαστής "καιρός του κλαίειν" (3, 4) καί με τον Εκκλησιαστή καί ό Απόστολος• "ό καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστίν, ίνα καί οι έχοντες γυναίκα, ως μη έχοντες ώσιν, καί οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες, καί οι χαίροντες ως μη χαίροντες ... παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου" (Α' Κορ. 7, 29-31).
3. Γιάτρεψε τον έρωτα της δόξης 
Σκέψου ακόμη ότι ό Χριστός με την γέννησή Του ήρθε να πολεμήσει με την ταπείνωσή Του τον άτακτο έρωτα της δόξας. Ό κοσμικός άνθρωπος επιδιώκει να υπερέχει από τους άλλους, να τιμάται καί να δοξάζεται καί γενικά να φαίνεται ότι είναι ό εκλεκτότερος των υπολοίπων, να δίνει διαταγές με δεσποτική αλαζονεία, να μιλάει αφ’υψηλού καί να παρουσιάζεται ως αυθεντία. Αν καμιά φορά τύχει κι έρθουν σε αντιπαράθεση ή δόξα του Θεού καί ή δόξα ή δική του, τότε αυτός καταφρονεί την δόξα του Θεού καί εκ των προτέρων προτιμά τη δική του δόξα.
Αυτά όλα είναι ανόητες θέσεις καί διδασκαλίες που διδάσκει ό κόσμος στους μαθητές του καί αυτά τα σφάλματα ήρθε να θεραπεύσει ό Λυτρωτής μας, αφότου άρχισε να ζει στον κόσμο. Μπορούσε ό Ίδιος ασφαλώς καί Βρέφος ακόμη να κάνει έργα ωρίμου ανδρός• μπορούσε δηλαδή μόλις γεννήθηκε να μιλάει με καθαρή άρθρωση• μπορούσε να καταλαβαίνει καί να μιλάει τις γλώσσες όλων των λαών, μπορούσε να έχει γύρω του χιλιάδες καί μυριάδες ηλιόμορφων Αγγέλων για να τον παραστέκονται ολοφάνερα καί να τον υπηρετούν όχι μόνον ως Θεό, αλλά καί ως άνθρωπο. Ακόμη μπορούσε από την πρώτη στιγμή της ζωής Του να χρησιμοποιεί τον χρόνο με το να τρέχει στον κόσμο να τον γεμίζει από τα μεγαλεία των θαυμάτων Του, να τον φωτίζει με τις λάμψεις της διδασκαλίας Του, να τον διδάσκει με την αγιότητα των παραδειγμάτων Του καί να τον μεταστρέφει με τη δύναμη του κηρύγματός Του.
Μ’αυτά όλα μπορούσε να δοξάσει το Όνομά Του περισσότερο απ’όλους τους ανθρώπους που υπήρχαν φιλόδοξοι στον κόσμο• καί οι βασιλείς καί οι άρχοντες καί οί μεγιστάνες του κόσμου καί όλοι οί λαοί να ξεκινούν από τα πέρατα της οικουμένης καί να έρχονται στην Ιερουσαλήμ για ν’ακούσουν την ουράνια σοφία που διδάσκει ένα Βρέφος , όπως η βασίλισσα του Νότου που ξεκίνησε μέσα από την Ευδαίμονα Αραβία καί ήρθε να ακούσει τη σοφία του δωδεκαετούς παιδιού, του Σολομώντος• να έρχονται να δουν ένα Νήπιο να φωτίζει τυφλούς, να καθαρίζει λεπρούς, να ανορθώνει χωλούς, να γιατρεύει αρρώστους, να ανασταίνει νεκρούς καί γενικά να κάνει παράδοξα καί φρικτά θαύματα, ώστε όλοι να το επαινούν, όλοι να το δοξάζουν, όλοι να το ευφημούν. Άλλα ό Ιησούς δεν ήθελε τέτοια ανθρώπινη καί μάταιη δόξα. Όχι! Αλλά "σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν", καθώς λέγει ό θείος Παύλος (Φιλιπ. 2,8) καί κρύβεται με τον ερχομό Του σ’ένα τόπο από τους πιο αφανείς της Ιουδαίας καί σ’ένα ενδιαίτημα των αλόγων ζώων, σκεπάζει δε όλους τους θησαυρούς της σοφίας Του μέσα σ’ένα κομμάτι σάρκας καί κάτω από την διανοητική αδυναμία ενός άγνωστου άφωνου νηπίου• "εν ω εισίν πάντες οί θησαυροί της σοφίας καί της γνώσεως απόκρυφοι"! (Κολ. 2,3)
∆ι’αυτό καί ό Ησαΐας για την νηπιώδη αγνωσία του παιδιού αυτού λέγει• "...πριν ή γνώναι το παιδίον καλείν πατέρα ή μητέρα..." (Ησ. 8, 4). Καί κατά την εποχή που οί βασιλείς της γης -εννοώ ό Αύγουστος Καίσαρ- κυβερνούν το κράτος τους με απογραφές καί εκδίδουν στους λαούς νόμους καί φαίνονται παντού ένδοξοι, αυτός, που είναι ό Βασιλεύς των βασιλευόντων, γεννιέται καί ζει εντελώς άγνωστος καί θεωρείται σαν ένα μηδενικό. " της ανυπέρβλητης ταπεινώσεώς σου, ω γλυκύτατο όνομα, ω γλυκύτατε υπεράνθρωπε Ιησού! Αυτή η ταπείνωσή σου έκανε τον προφήτη Αββακούμ να χάσει σχεδόν το μυαλό του καί να λέει• "Κύριε ... κατενόησα τα έργα σου καί εξέστην. Εν μέσω δύο ζώων γνωσθήση"(Αββακ. 3,2). Αυτή ή ταπείνωση παρακίνησε τον όσιόν σου Ισαάκ να πει τα υψηλά αυτά λόγια• "η ταπεινοφροσύνη στολή θεότητας εστίν ό γαρ Λόγος ό ενανθρωπήσας αυτήν ενεδύσατο καί ωμίλησεν ημίν δι’αυτής εν τω σώματι ημών... ίνα μη η κτίσις τη αυτή θεωρία καταφλεχθή" ( Λογ. κ ' ) . Επειδή καί ή αιτία της πτώσεως των αγγέλων στον ουρανό καί των ανθρώπων στη γη υπήρξε η διαφορά ανάμεσα στο μεγαλύτερο καί στο μικρότερο, γι’αυτό Εσύ, ό Λόγος του Θεού, με τη γέννησή σου σηκώνεις από τον κόσμο αυτό το μεγάλο σκάνδαλο της απώλειας του κόσμου• καί Σύ, ο ανώτερος καί "υπέρ τα όντα ων", αφού έγινες κατώτερος καί έσχατος όλων, κάνεις μ’αυτόν τον τρόπο όμοια όλα σου τα κτίσματα, τόσο τα μεγαλύτερα καί ανώτερα, όσο καί τα μικρότερα καί κατώτερα καί καταδεικνύεις ως άριστη οδό υψώσεως, την ταπείνωση, καθώς θεολογεί ό δικός Σου της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ό Παλαμάς λέγοντας• "Ελευθερώνει με παράδοξο τρόπο ό Θεός από την αιτία της αρχικής πτώσεως (τον άνθρωπο)• καί αυτή (ή αιτία) ήταν ή υπεροχή καί ή κατωτερότητα που ενυπάρχει στα όντα• καί από εδώ ξεκινάει ό φθόνος καί ό δόλος καί οι φανερές καί κρυφές αντιπαλότητες. Ό Θεός λοιπόν ευδόκησε πρόσφατα (με την ενανθρώπηση του Χριστού) να διαλύσει την αιτία της υπερηφάνειας που καταστρέφει τα λογικά του κτίσματα• εξομοιώνει δηλαδή τα πάντα με τον εαυτό Του καί επειδή βέβαια ό ίδιος με τον εαυτό Του είναι ίσος καί όμοιος κατά φύσιν, κάνει καί την φύση ίση κατά χάριν με τον εαυτό της.
Καί αυτό πώς έγινε; Ό ίδιος ό εκ Θεού Θεός Λόγος , αφού άδειασε τον εαυτό Του απόρρητα καί μυστικά, κατέβηκε από ψηλά στην εσχάτη ανθρώπινη ύπαρξη καί αυτή αφού την έδεσε μαζί Του κατά τρόπο άλυτο καί αφού ταπεινώθηκε καί πτώχευσε σαν άνθρωπος (όμοιός μας) έκανε τα κάτω πάνω, μάλλον δε συνένωσε καί τα δύο σε ένα. Με τη Θεότητα δηλαδή συνένωσε την ανθρωπότητα καί έτσι υπέδειξε σε όλους την ταπείνωση ως δρόμο που οδηγεί προς τα άνω, αφού πρόσφερε τον εαυτό Του σήμερα υπόδειγμα μπροστά στους ανθρώπους καί στους αγίους Αγγέλους" (Λόγος στη Γέννηση του Χριστού).
Τώρα, εσύ αγαπητέ, μπορείς να βρεις μεγαλύτερη απ’αυτή τη διαφορά μεταξύ του Θεού καί του κόσμου; Λοιπόν, από αυτούς τους δύο ποιος είναι δίκαιος να σ’εξουσιάζει; Ό Χριστός ή ό κόσμος; Βέβαια ό Χριστός• γιατί ό Χριστός ούτε πλανά ούτε πλανάται, ενώ ό κόσμος καί πλανά καί πλανάται. Έπειτα, σκέψου, πως για τον Χριστό δεν ήταν αρκετό που γεννήθηκε υπήκοος του Καίσαρος Αυγούστου, αλλά θέλησε ακόμη να γεννηθεί καί στην εποχή που γινόταν επίσημη δήλωση έμπρακτης υποταγής• "εν ταίς ημέραις εκείναις εξήλθεν δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην" (Λουκ. 2, 1) καί θέλησε να φέρει άνω - κάτω όλα τα πράγματα, κυρίως όμως να βάλει τον εαυτό Του κάτω απ’αυτήν την υποταγή. "Ανέβη δε καί Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ πόλεως Ναζαρέτ ... απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω" (Λουκ. 2, 4-5).
Εσένα όμως αδελφέ φαίνεται πως σ’ ευχαριστεί να τα κάνεις όλα άνω κάτω, να συγχύζεις όλο τον κόσμο, μόνο για να εκπληρώσεις την επιθυμία σου, μόνο για να υποτάξεις όλους στη γνώμη σου, μόνο για να γίνεις μεγάλος καί για να αποκτήσεις δόξα στον κόσμο• μ’αυτό που κάνεις φαίνεσαι να λες• "εγώ προτιμώ ν’ακολουθήσω το παράδειγμα του κόσμου από το παράδειγμα του Χριστού• εγώ επιλέγω την δόξα των ανθρώπων από τη δόξα του Θεού".
Πόσο θα σου φανεί βαριά αυτή ή παράλογη εκλογή σου, όταν στο φως της κρίσεως του Θεού θα δεις τα πράγματα όπως ακριβώς είναι κι όχι καθώς τώρα σου φαίνονται καί όταν αυτό το Βρέφος, που τώρα βλέπεις μέσα στη φάτνη άδοξο καί ταπεινό, έρθει ως μέγας Βασιλεύς με δύναμη καί δόξα πολλή για να κρίνει όλο τον κόσμο.
Αλλά τι απαντάς; "Ναι εγώ πρέπει να παραβλέπω την τιμή μου καί να ταπεινώνομαι για το Χριστό, αλλά ό κόσμος είναι χωρίς διάκριση καί με περιφρονεί καί δεν με υπολογίζει για τίποτε". Εύγε, σωστά απάντησες . Άφησε λοιπόν να είναι κρυμμένη καί καταφρονημένη απ’αυτόν τον κόσμο ή δική σου τιμή καί ή ζωή, για να φανερωθείς καί συ με τιμή καί δόξα, όταν φανερωθεί ό Χριστός . "Απεθάνετε γαρ, καί η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ• όταν ό Χριστός φανερωθή, η ζωή υμών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη" (Κολ. 3, 3-4).
Ας λέει ό κόσμος τα δικά του• τι σε νοιάζει; Εσύ ν’ακολουθείς την οδηγία της σοφίας του Χριστού κι όχι της μωρίας του κόσμου, που είναι καί δικός σου εχθρός καί εχθρός του αλυτρώτου σου• είναι τόσο μεγάλος εχθρός του που ό Ίδιος ό Χριστός στον καιρό του πάθους Του, ενώ παρακάλεσε τον Ουράνιο Πατέρα ακόμη καί για τους σταυρωτές Του, όμως για τον κόσμο δεν θέλησε να παρακαλέσει• "ου περί του κόσμου ερωτώ" (Ιω. 17,9).
Γι’αυτό πρέπει να διαλέξεις ένα από τα δύο, αν είσαι φίλος του Ιησού, πρέπει να είσαι εχθρός του κόσμου• καί αν αντίθετα θελήσεις να είσαι φίλος του κόσμου, εξάπαντος θα είσαι εχθρός του Ιησού• "μοιχοί καί μοιχαλίδες! Ουκ οίδατε ότι η φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού εστίν; ός εάν ουν βουληθή φίλος είναι του κόσμου εχθρός του Θεού καθίσταται" (Ιακώβ. 4,4). Μα σου κακοφαίνεται επειδή σε καταφρονεί καί σε μισεί ό κόσμος; Ανόητος που είσαι! Αυτό το μίσος καί αυτή ή καταφρόνηση (του κόσμου) είναι καλό σημάδι• πως δηλαδή δεν είσαι μαθητής του κόσμου, αλλά μαθητής του Χριστού• "Ει εκ του κόσμου ήτε, ό κόσμος αν το ίδιον εφίλει• ότι δε εκ του κόσμου ουκ έστε, αλλ’εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κόσμου, δια τούτο μισεί υμάς ό κόσμος" (Ιω. 15,19).
Αδελφέ μου, άνοιξε μία φορά τα μάτια σου για το καλό της ψυχής σου καί αποφάσισε να μην εμπιστεύεσαι πια τον ψεύτη καί επίβουλο κόσμο, καθώς σε συμβουλεύει καί ό σοφός Σειράχ. "Μη πιστεύσης τω εχθρώ σου εις τον αιώνα"(Σοφ. Σειράχ 12,10). Πάρε σταθερή απόφαση να μελετάς πάντοτε καί να ακολουθείς την οδηγία του Φωτός των παραδειγμάτων, του Ιησού Χριστού ό οποίος μέσα από τα βρεφικά σπάργανα σου φωνάζει με γλώσσα ψελλίζουσα εκείνο το φοβερό έλεγχο. "Πώς δύνασθε υμείς πιστεύσαι, δόξαν παρά αλλήλων λαμβάνοντες καί την δόξαν την παρά του μόνου Θεού ου ζητείτε;" (Ιωάννης 5,44). Καί επειδή αυτός (ό Ιησούς Χριστός) έπαθε τόσα για να σε διδάξει την αλήθεια, παρακάλεσέ Τον να σου δώσει χάρη να καταλάβεις σ’όλο το βάθος το παράδειγμά Του καί την διδασκαλία Του, για να αγαπάς την ταπείνωσή Του, η οποία είναι γεμάτη από αληθινό ύψος καί δόξα• να μισείς όμως καί να αποστρέφεσαι την δόξα καί την τιμή του κόσμου, η οποία είναι αληθινή ατιμία καί αδοξία• γιατί όχι μόνο σου στερεί την ουράνια δόξα, αλλά καί γιατί στο τέλος της ζωής, καταλήγει (η δόξα του κόσμου) στο χώμα και στην κοπριά σύμφωνα με τη ∆αβιτική εκείνη κατάρα:"Καταδιώξαι άρα ό εχθρός την ψυχήν μου ... και την δόξαν μου εις χουν κατασκηνώσαι" (Ψαλμ. 7,6).

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
Γλωσσική απόδοση ΑΓΑΘΗ ΘΕΟ∆ΟΣΙΟΥ

Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος κατά τόν Ὅσιο Γέροντα Πορφύριο



Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος δέν εἶναι ὁ «κουλτουριάρης», αὐτός πού συχνάζει σέ διαλέξεις, κοντσέρτα ἤ θέατρα. Ἀληθινά πνευματικός εἶναι ὁ ἁγιοπνευματικός ἄνθρωπος. Εἶναι αὐτός, πού ἔχει ἐνεργό τό Ἅγιο Πνεῦμα· κινεῖται καί ἐμπνέεται ἀπό Αὐτό.
Ὁ θεραπευμένος (πνευματικά ὑγιής) ἄνθρωπος ἔχει τό φωτισμό ἀπό τήν Θεία Χάρη καί- ἄν θέλει ὁ Θεός- τή θέωση, ἐπίσης ἀπό τήν Θεία Χάρη[1]. Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος εἶναι αὐτός, πού βρίσκεται στό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ, δηλαδή ἔχει ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ ὁποία στήν πληρέστερη μορφή της εἶναι αὐτενεργοῦσα[2]. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή δέν προσεύχεται κάνοντας δική του προσπάθεια, ἀλλά «ἀκούει» ἐντός του[3] τήν προσευχή, πού κάνει τό Ἅγιο Πνεῦμα «κράζον Ἀββᾶ ὁ Πατήρ»[4]. «Στήν Ἐκκλησία», τόνιζε ὁ ὅσιος Πορφύριος, «γίνεται ἡ Θεία συνουσία, γινόμαστε ἔνθεοι»[5]. Ἡ ἀγάπη Του θέλει νά μᾶς κάνει «θεούς κατά Χάριν καί δωρεάν»[6]. Αὐτό τό κάνει διά τοῦ θεραπευτηρίου, πού λέγεται Ἐκκλησία σ’ ὅσους ἀφήνονται στήν θεραπευτική Του φροντίδα...

Ἡ θέωση εἶναι ὁ σκοπός τῆς ὕπαρξής μας. Ὀφείλουμε, δίδασκε ὁ ἅγιος Γέροντας, «νά γίνουμε ἄκτιστοι κατά Χάριν, νά γίνομε μέτοχοι τῶν θείων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, νά μποῦμε μέσα στό μυστήριο τῆς θεότητος»[7]. Μέσα στήν Ἐκκλησία, μετέχοντας στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, γινόμαστε ἄκτιστοι, πεθαίνοντας κατά τόν «παλαιό ἄνθρωπο» καί ζώντας τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, ζώντας μέσα στό Χριστό καί ὁ Χριστός μέσα μας[8].

Ὁ θεραπευμένος ἔχει κατορθώσει, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Μέσα στήν Ἐκκλησία πεθαίνουμε ὡς πρός τή σάρκα, ὡς πρός τά πάθη καί ζοῦμε ἀπό τώρα μέσα στόν Παράδεισο. Ὁ βιολογικός θάνατος «γίνεται ἡ γέφυρα», δίδασκε ὁ ἅγιος Πορφύριος, «πού θά τήν περάσομε σέ μιά στιγμή, γιά νά συνεχίσομε νά ζοῦμε ἐν τῷ ἀνεσπέρῳ φωτί»[9]. Μέ τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη δίνεται ἡ δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά γίνει κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ θεραπευόμενος φανερώνει βαθμηδόν τόν καινόν ἄνθρωπον, τόν «κατά Θεόν κτισθέντα»[10]. Τό Ἁγιοπνευματικό φῶς φωτίζει τόν ἄνθρωπο, πού ἔχει μία καλή διάθεση (διάθεση μετανοίας), ὥστε νά δεῖ ἀκόμη καθαρώτερα τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη του. Στή συνέχεια συνεργάζεται μαζί του ὥστε, ἐάν καί ἐκεῖνος θέλει, νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτά διά τῆς τελείας καί «ὁλοκλήρου» μετανοίας[11]. Ἔτσι ξεμπερδεύεται ὁ ἄνθρωπος, ἐλευθερούμενος ἀπό ὅλα τά κόμπλεξ (συναισθήματα ἐγωιστικά κατωτερότητας[12] ἤ ἀνωτερότητας, ζήλειας, φθόνου[13], μνησικακίας κ.λ.π.) καί τίς ἐξαρτήσεις, πού τοῦ εἶχε δημιουργήσει ἡ ἁμαρτωλή ζωή. Χωρίς τό φῶς τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι φῶς ἐπίσης, τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἄνθρωπος παραμένει «μπερδεμένος»[14] ψυχικά, δηλ. φίλαυτος καί ἐγωιστής.

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἐκκλησιαστικά, καθαρίζεται· ὅσο περιορίζει, χαλιναγωγεῖ ἤ καί ξερριζώνει τά πάθη του τόσο φωτίζεται. Ἑνώνεται μέ τόν Θεό, μετέχει στίς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, γίνεται ἔνθεος[15]. «Ὅταν εἴμαστε μέ τόν Χριστό», βεβαίωνε ὁ φωτισμένος ὅσιος Γέροντας, «εἴμαστε μέσα στό φῶς, κι’ ὅταν ζοῦμε μέσα στό φῶς, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει σκότος»[16]. Ἡ κατάσταση ὅμως αὐτή τοῦ φωτισμοῦ δέν εἶναι μόνιμη. Ἐάν δέν προσέξει ὁ ἄνθρωπος πάλι σκοτίζεται. Ἡ ταπείνωση, τό πένθος, τά δάκρυα καί γενικά ὁ πνευματικός ἀγώνας εἶναι αὐτά, πού συντηροῦν τό φῶς[17].

Ὁ καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι φανερός στόν θεραπευμένο πνευματικά ἄνθρωπο. «Στόν Χριστό ὑπάρχουν ὅλα», διακήρυσσε ὁ ἅγιος Γέροντας, «ὅλα τά ὡραῖα, τά ὑγιή»[18]. Ὁ ἐκκλησιαστικά θεραπευμένος ἄνθρωπος φανερώνει -χωρίς νά τό θέλει πολλές φορές- καί στούς ἄλλους τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια»[19]. Πρό πάντων ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος ἔχει τήν ἀληθινή ἀγάπη, τήν ἀνιδιοτελῆ, πού εἶναι ἄκτιστη. Τά χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς ἀγάπης εἶναι αὐτά πού περιγράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν ὕμνο τῆς ἀγάπης: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται... οὐ λογίζεται τό κακόν...πάντα στέγει, πάντα πιστεύει...ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει»[20].

Ὁ θεραπευμένος πνευματικά ἄνθρωπος δέν ἔχει ἄγχος, οὔτε στενοχώριες, ὁπότε καί τό σῶμα του λειτουργεῖ κανονικά. Ὁ ἄνθρωπος, πού ζεῖ σ’ αὐτήν τήν κατάσταση, τῆς πνευματικῆς ὑγείας, ζεῖ στήν ἀληθινή παραδείσια εὐτυχία ἀπό αὐτήν τή ζωή. Ζεῖ τή ζωή τοῦ Χριστοῦ μετέχοντας στήν ἄπειρη μακαριότητά Του. Ἡ Θεία Χάρη ἔχει μεταμορφώσει αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Λειτουργεῖ θαυμάσια καί ἡ ψυχή ἀλλά καί τό σῶμα. «Πᾶνε τότε ὅλες οἱ ἀρρώστιες», ἔλεγε χαριτωμένα ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος· καί συνέχιζε: «Οὔτε κολίτις, οὔτε θυρεοειδής, οὔτε στομάχι, οὔτε τίποτα»[21]. Τό ἐνδοκρινολογικό σύστημα καθώς καί ὅλα τά ἄλλα ὀργανικά συστήματα, λειτουργοῦν κανονικά, ὁπότε καί ὅλο τό σῶμα[22].

Ἡ σωματική ὑγεία εἶναι συνάρτηση τῆς πνευματικῆς. «Ὅλες σχεδόν οἱ ἀρρώστιες» δίδασκε ὁ ἅγιος Γέροντας, «προέρχονται ἀπό τήν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στόν Θεό καί αὐτό δημιουργεῖ τό ἄγχος. Τό ἄγχος αὐτό τό δημιουργεῖ ἡ κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος»[23]. Οἱ προδιαγραφές τοῦ οὐρανίου Πατέρα μας εἶναι νά κινηθοῦμε ἀγαπητικά, μέ Θεῖο Ἔρωτα πρός Αὐτόν. Ὅσο δέν τό κάνουμε γεμίζουμε μέ μελαγχολία, ἄγχος καί νιώθουμε ἄδειοι, διότι λείπει ἡ Θεία Χάρη. «Ἄν δέν ἔχετε ἔρωτα γιά τόν Χριστό», ἐπισήμαινε ὁ ὅσιος Γέροντας, «ἄν δέν ἀσχολεῖσθε μέ ἅγια πράγματα, σίγουρα θά γεμίσετε μέ μελαγχολία, μέ τό κακό»[24]. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος, πού δέν καταπνίγει τήν θρησκευτική του ὁρμή, ἔχει ὑγεία.

Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος δέν ζεῖ διπλῆ ζωή: Καί μέ τό Θεό καί μέ τόν κόσμο-διάβολο-παλαιό ἄνθρωπο. Εἶναι ἀδύνατη ἡ ταυτόχρονη παρουσία φωτός καί σκότους. Ὁ ἀληθινά ἐκκλησιαστικοποιημένος ἄνθρωπος «ἐφόσον ἔχει τό φῶς», ἔλεγε ὁ ὅσιος Πορφύριος, «δέν μπορεῖ νά ἔχει σκοτάδι. Οὔτε μπορεῖ νά τόν καταλάβει τό σκοτάδι, διότι ἔχει τό φῶς»[25].

Ὁ ἐκκλησιαστικά θεραπευμένος ἄνθρωπος πιστεύει, δηλ. ἐμπιστεύεται τόν Θεό. Ἔτσι «παραθέτει τούς πάντες καί τά πάντα»[26] στόν Θεό, ὁπότε εἰρηνεύει, γαληνεύει. Ἡ ψυχή εἶναι ἀναπαυμένη καί χαριτωμένη. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν παραδείσια ζωή, ἔχοντας τόν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος, πού κράζει στήν καρδιά του «Πατέρα!»[27].

Ὁ πνευματικά θεραπευμένος ἄνθρωπος ἔχει ξεπεράσει τό φόβο τοῦ θανάτου, καί τῆς κολάσεως. Δέν τρομάζει στήν ἰδέα ὅτι θά πεθάνει, διότι εἶναι μέ τόν νικητή τοῦ θανάτου, ζεῖ μέ τόν Χριστό, πού πάτησε τό θάνατο μέ τό δικό Του ἑκούσιο θάνατο. «Ἀφότου ἔγινα μοναχός», ἔλεγε ὁ ἅγιος Πορφύριος, «πίστευσα ὅτι δέν ὑπάρχει θάνατος. Ἔτσι ἔνιωθα καί νιώθω πάντα, ὅτι εἶμαι αἰώνιος καί ἀθάνατος. Τί ὡραῖα!»[28].

Ὁ πνευματικά θεραπευμένος ποτέ δέν παύει νά ἀγωνίζεται. Ἀκόμη καί ὅταν ἁμαρτάνει, δέν ἀπελπίζεται, διότι ὑπάρχει τό μυστήριο τῆς μετανοίας. «Μπορεῖ νά εἴμαστε πολύ ἁμαρτωλοί», ἔλεγε ὁ μακαριστός ὅσιος Πορφύριος. «Ἐξομολογούμαστε, ὅμως, μᾶς διαβάζει ὁ παπάς κι’ ἔτσι συγχωρούμαστε καί προχωροῦμε πρός τήν ἀθανασία, χωρίς καθόλου ἄγχος, χωρίς καθόλου φόβο»[29].

Ὁ θεραπευμένος ψυχοσωματικά ἄνθρωπος δέν βασανίζεται ἀπό τά λεγόμενα ψυχολογικά νοσήματα καί προβλήματα (κατάθλιψη, φοβίες, ἀνασφάλειες, στρές κ.λ.π.). Σήμερα κατ’ ἐξοχήν οἱ ἄνθρωποι βασανιζόμαστε ἀπό τά ἀνωτέρω, διότι δέν προσπαθοῦμε ν’ ἀγαπήσουμε τόν Θεό καί κλειστήκαμε στόν ἑαυτό μας. Οἱ ἅγιοι, πού εἶναι οἱ ἀληθινά ὑγιεῖς ἄνθρωποι, μᾶς δείχνουν τόν δρόμο. Οἱ ἴδιοι θεραπεύτηκαν μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἀποτελοῦν πρότυπα γιά τή δική μας θεραπεία. Ὁ πνευματικά ὑγιής ἄνθρωπος μέ τήν προσευχή, τήν γεμάτη ἀγάπη πρός τόν Θεό, μεταβάλλει τήν κατάθλιψη σέ χαρά. Οἱ Ἅγιοι «εἶχαν εὕρει τρόπο», δίδασκε ὁ ἅγιος Γέροντας, «νά μεταβάλλουν τήν κατάθλιψη σέ χαρά»[30]. Τό κάνανε μέ τό δόσιμο στό Θεό. Ὁ ὅσιος Γέροντας γνώριζε πάρα πολλά γύρω ἀπό αὐτά τά λεγόμενα «ψυχολογικά» καί τούς «λεγόμενους ψυχιάτρους»[31]. Ὁ πνευματικά ὑγιής ἔχει τήν πρός Θεόν ἀγάπη, καί τήν ταπείνωση, πού τόν ἐλευθερώνουν ἀπό τήν ἐγωιστική αὐτοφυλάκιση τῆς κατάθλιψης. Ἡ προσευχή του, ἡ ὁποία γίνεται «μέ λαχτάρα»[32], εἶναι τό ἀντιφάρμακο στήν κατάθλιψη, διότι αὐτή ἡ προσευχή ὁδηγεῖ στήν πρός τόν Θεόν ἀγάπη καί στήν γνήσια ταπείνωση. Τό κύριον αἴτιον τῆς κατάθλιψης, τῆς νωθρότητος, τῆς ἀκηδίας, τῆς τεμπελιᾶς καί γενικά τῶν λεγόμενων «ψυχολογικῶν προβλημάτων» εἶναι, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα, ὁ «μεγάλος ἐγωισμός»[33]. Ὁ ἅγιος Γέροντας, ὅλα τά ἀνωτέρω «ψυχολογικά», τά ἀποκαλεῖ «πειρασμικά»[34], δηλ. δαιμονικά. Εἶναι ἀποτελέσματα δαιμονικῶν ἐνεργειῶν, δαιμονικῶν ἐπηρρειῶν, τίς ὁποῖες βέβαια «ἐγκολπώνεται» ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν ἐλεύθερη συγκατάθεση τοῦ αὐτεξουσίου του. 

Οἱ «λεγόμενοι ψυχίατροι», γιά νά μήν χρησιμοποιοῦν «τή λέξη» διάβολος (ὁ ὁποῖος κάνει τόν ἄνθρωπο νά φέρεται ἐγωιστικά), ἔχουν ἐφεύρει, παρατηροῦσε ὁ π. Πορφύριος, ἄλλες λέξεις, ὅπως ἀνασφάλεια κ.λ.π[35].

Ὁ πνευματικά ὑγιής πιστεύει σωστά, σύμφωνα μέ ὀρθόδοξα δόγματα. Πιστεύει σωστά στήν Ἁγία Τριάδα, στόν Χριστό, ἀκόμη καί σέ ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τό διάβολο καί τίς ἐνέργειές του. «Ἄμα βγάλεις τόν διάβολο», ἔλεγε χαριτωμένα ὁ ὅσιος Γέροντας, «πᾶνε ὅλα τῆς θρησκείας μας»[36]. Ἡ ψυχιατρική ὕπουλα πολεμᾶ τήν ὀρθή πίστη, διότι δέν παραδέχεται τήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου.

Ὁ θεραπευμένος πνευματικά ἄνθρωπος δέν ἔχει ἐγωισμό, δέν ἔχει δικό του θέλημα. Προσπαθεῖ πάντα νά ἐφαρμόζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν στενοχωριέται καί δέν καταθλίβεται, γιατί ἔχει τήν ὑπακοή, ἡ ὁποία εἶναι ἐφαρμοσμένη ταπείνωση. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔλεγε ὁ ἅγιος Γέροντας «ἔχει πάντα τήν χαρά τοῦ Χριστοῦ, καί στά δυσάρεστα»[37]. Ὁ πνευματικά ὑγιής ἄνθρωπος κάνει ὑπακοή καί ὅλα τοῦ γίνονται ὅπως τά θέλει, διότι δέν θέλει τίποτα δικό του, ἀλλά πάντα αὐτό, πού θέλει ὁ Θεός. Ὅποιος ἔχει θέληματα καί ἐπιθυμίες, αὐτός βασανίζεται καί βασανίζει[38].Ὁ πνευματικά ὑγιής ἄνθρωπος ἀναπαύει τούς γύρω του, ἐνῶ ὁ ἀσθενής καί δαιμονοκρατούμενος ταλαιπωρεῖ τό περιβάλλον του, χωρίς νά τό θέλει[39].

Ὁ πνευματικά ὑγιής δέν ὑποκύπτει στόν κακό λογισμό, ἐξ ἀρχῆς[40]. Ὁ πνευματικά ὑγιής δέν ἀποζητᾶ τήν ἀγάπη τῶν ἄλλων, οὔτε τό ἐνδιαφέρον τους γι’ αὐτόν. «Σήμερα οἱ ἄνθρωποι», δίδασκε ὁ ὅσιος Γέροντας, «ζητοῦν νά τούς ἀγαπήσουν καί γι’ αὐτό ἀποτυγχάνουν. Τό σωστό εἶναι νά μήν ἐνδιαφέρεσαι ἄν σέ ἀγαποῦν, ἀλλά ἄν ἐσύ ἀγαπᾶς τόν Χριστό καί τούς ἀνθρώπους. Μόνο ἔτσι γεμίζει ἡ ψυχή»[41]. Τό πᾶν εἶναι νά ἀγαπήσει ὁ ἄνθρωπος τό Χριστό καί ὅλα τά προβλήματα τακτοποιοῦνται. Ὁ πνευματικά ὑγιής προσεύχεται ἀδιάλειπτα, ὁπότε ἐμποδίζει τόν πονηρό νά κυριαρχήσει ἐπάνω του. Ὅταν δέχεται δαιμονική προσβολή, δέν ταράζεται ἀλλά προσεύχεται. Τότε, παρατηροῦσε ὁ ἅγιος Πορφύριος, καί ὁ πονηρός ἀπομακρύνεται[42]. Ἄς παρακαλοῦμε τόν Πανάγιο Τριαδικό Θεό διά πρεσβειῶν καί τοῦ ἁγίου Πορφυρίου νά μᾶς χαρίζει τήν ἀληθινή πνευματικότητα καί ζωή ὥστε νά Τόν δοξάζουμε εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Ἀπόσπασμα ἀπό τό Βιβλίο: 
Τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Γέροντα Πορφύριο τόν Ἁγιορείτη

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ!


[1] Πρωτ. Ἰ. Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, σελ. 35-36.
[2] Ὅ.π. σελ. 49- 50 καί 52. Ἐπίσης βλ. στό: Ἀρχιμ. Σωφρόνιου (Σαχάρωφ), Περί προσευχῆς, Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1993, σελ. 151.
[3] Πρβλ. Ὁσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Ζ΄ἔκδοσις, σελ. 77.
[4] Γαλ. 4, 6.
[5] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 201.
[6] Ὅ.π. σελ. 194.
[7] Ὅ.π. σελ. 195.
[8] Βλ. Κολ. 3,9· Ρωμ. 6, 6· Ἐφ. 4, 22. 
[9] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 199.
[10] Ἐφ. 4, 24.
[11] Πρβλ. Ματθ. 5, 20.
[12] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 321.
[13] Πρβλ. ὅ.π. σελ. 452-454.
[14] Ὅ.π. σελ. 208.
[15] Ὅ.π. σελ. 201.
[16] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄,σελ. 201.
[17] Πρβλ. ὅ.π.
[18] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 374.
[19] Γαλ. 5, 22-23.
[20] Α΄Κορ. 13, 4-8.
[21] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 375.
[22] Ὅ.π. σελ. 375.
[23] Ὅ.π. σελ. 375.
[24] Ὅ.π. σελ. 374-375.
[25] Ὅ.π. σελ. 209.
[26] Πρβλ. Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Θ. Λειτουργία: «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».
[27] Ρωμ.8, 15.
[28] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 199.
[29] Ὅ.π. σελ. 199.
[30] Ὁσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Συνομιλία γιά τήν κατάθλιψη,Ἔκδοσις Ι.Γ.Η.Μ.Σ.,σελ. 12.
[31] Ὅ.π. σελ. 13.
[32] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 270.
[33] Ὅ.π. σελ. 12.
[34] Ὅ.π. σελ. 12
[35] Ὅ.π. σελ. 16.
[36] Ὅ.π. σελ. 16.
[37] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄,σελ. 320.
[38] Συνομιλία γιά τήν κατάθλιψη, σελ. 19.
[39] Ὅ.π. 
[40] Ὅ.π. σελ. 19-20.
[41] Κ. Γιαννιτσιώτη, Κοντά στό γέροντα Πορφύριο, σελ. 40.
[42] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 317.


http://hristospanagia3.blogspot.gr

Γιατί είναι αναγκαία η εξομολόγηση


ΟΜΙΛΙΑ Θ΄
Περί εξομολογήσεως

Γιατί είναι αναγκαία η εξομολόγηση

Η εξομολόγηση είναι αναγκαία για τους εξής λόγους: 
α) διότι είναι εντολή του Θεού, 
β) διότι επαναφέρει και αποκαθιστά την ειρήνη μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και 
γ) διότι ωφελεί τον άνθρωπο από ηθική και πνευματική άποψη.

Το ότι η εξομολόγηση είναι θεία εντολή φαίνεται από τις Άγιες Γραφές, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Εξ ονόματος του Θεού ο Μωυσής λέει στους Ισραηλίτες: «Όποιος άνθρωπος, άνδρας ή γυναίκα υπέπεσε σε κάποια από τα αμαρτήματα των ανθρώπων και παραμελώντας αδιαφόρησε γι’ αυτό, πρέπει να εξομολογηθεί την αμαρτία την οποία διέπραξε» (Αρ. ε΄6-7). και πάλι: «Εάν η ψυχή αμαρτήσει… και εξαγορευτεί την αμαρτία, ανάλογα δε με το φταίξιμο να ορίσει τιμή και να αποδώσει το κεφάλαιο, δηλαδή το επιτίμιο, προσθέτοντας τον τόκο σε αυτό, να φέρει στον Κύριο ένα κριάρι» (Λευιτ. ε΄ 26)...

Στις Παροιμίες του Σολομώντος, αναφέρεται: «Αυτός που καλύπτει την ασέβεια του εαυτού του, δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο. Αυτός όμως που έχει ως αρχή να ελέγχει τον εαυτό του, θα αγαπηθεί» (κη΄13). 
Όλοι οι προφήτες και ιδιαίτερα ο Δαβίδ, συστήνουν την εξομολόγηση, αφού τη μετάνοια ακολουθεί η εξομολόγηση. Έτσι, αυτοί που προσέρχονταν στον Ιορδάνη, στον Κήρυκα της Μετανοίας, τον βαπτιστή Ιωάννη, προηγουμένως εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Ας δούμε τους λόγους του Ευαγγελιστή: «Τότε προσέρχονταν σ’ αυτόν από τα Ιεροσόλυμα, από όλη την Ιουδαία, καθώς και από όλα τα περίχωρα του Ιορδάνου, και βαπτίζονταν στον ποταμό Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους» (Ματθ. γ΄6). Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η εξομολόγηση είναι θεία εντολή και ως τέτοια πρέπει να τηρείται, για τη σωτηρία των μετανοουμένων. Αυτή η εντολή έλαβε πρόσθετο κύρος στην Καινή Διαθήκη. Η εξομολόγηση έγινε η θύρα της εισόδου στον Χριστιανισμό και αυτό φανερώνεται επαρκώς από την εξομολόγηση των βαπτιζομένων στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη, του οποίου το βάπτισμα ήταν προεισαγωγή στον Χριστιανισμό, γιατί έλεγε: «Εγώ μεν σας βαπτίζω με νερό, σε βάπτισμα μετανοίας. Αυτός όμως; Που έρχεται μετά από μένα είναι ισχυρότερός μου και δεν είμαι ικανός ούτε τα υποδήματά Του να κρατήσω. Αυτός θα σας βαπτίσει με το πνεύμα το Άγιο και το πυρ της θείας Χάριτος» ( Μτ. γ΄ 11 ) .

Αυτό μαρτυρείται επίσης και από τις Πράξεις των Αποστόλων∙ γιατί διηγούμενος ο απόστολος Λουκάς τα σχετικά με την προσέλευση των Εφεσίων στον Χριστιανισμό, λέει ότι έρχονταν με σκοπό να εξομολογηθούν τις πράξεις τους και μάλιστα με πολύ θάρρος. Ιδού τα λόγια του αποστόλου: «Πολλοί τε τῶν πεπιστευκότων ἤρχοντο ἐξομολογούμενοι καὶ ἀναγγέλλοντες τὰς πράξεις αὐτῶν» ( Πράξ. ιθ΄ 18). Η προσευχή «Πάτερ ημών» είναι ένα είδος συνεχούς και καθημερινής εξομολογήσεως∙ η αίτηση για άφεση των αμαρτιών μας είναι ομολογία των αμαρτιών μας.

Την εξομολόγηση συνιστά και ο απόστολος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος λέγοντας: «Να εξομολογείστε τα παραπτώματα σας ο ένας στον άλλον και να εύχεσθε υπέρ των άλλων, για να γιατρευθείτε, γιατί έχει μεγάλη δύναμη η δέηση του δικαίου και φέρνει θαυμαστά αποτελέσματα» (Ιακ. ε΄ 16). Ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης συμβουλεύει: «Εάν ομολογούμε τις πράξεις μας, ο Θεός είναι πιστός στον λόγο Του∙ θα μας συγχωρήσει και θα μας καθαρίσει από κάθε αδικία» (Α΄ Ιω., α΄ 9). Η εξομολόγηση ως αρχαίο έθιμο της Εκκλησίας αναφέρεται από τον Ειρηναίο (Κατά Αιρέσεων Α΄ 13) , από τον Τερτυλλιανό (De poenitenciae 2, 4 , 9, 10), από τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα (Στρωματείς Β΄12) , από τον Ωριγένη (ομιλία στο Λευιτικό Β΄ 4) και από τον Κυπριανό ( στην Επιστολή LVLIX).

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την εξομολόγηση αναγκαία και ωφέλιμη, γιατί αυτοί που εισάγονταν στα Μυστήρια της Ελευσίνας και της Σαμοθράκης, προηγουμένως εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους (Πλουτάρχου, Αποφθέγματα). Ο δε Σωκράτης συνιστούσε την εξομολόγηση ως σωτήρια πράξη: «Εάν κάποιος με αδικήσει, να είναι πρόθυμος να πάει εκεί που γρήγορα θα αποδώσει το δίκαιο∙ να σπεύσει στον γιατρό, ώστε να μην γίνει χρόνιο το νόσημα της αδικίας και εξασθενήσει ύπουλα την ψυχή, καθιστώντας την ανίατη» ( Πλάτωνος, Γοργίας)…

… Η εξομολόγηση πράγματι είναι θεία εντολή, διότι είναι υπαγόρευση της καρδιάς. Αυτός που αμάρτησε αισθάνεται βαριά την καρδιά του και δεν βρίσκει ανακούφιση αν δεν εξομολογηθεί το αμάρτημά του, αν δεν το ομολογήσει ενώπιον του Θεού. Η Αγία Γραφή αναφέρει ένα αρχαιότατο παράδειγμα, την εξομολόγηση του Λάμεχ, ο οποίος εξομολογήθηκε συντετριμμένος, εμπρός στις γυναίκες του, διότι εφόνευσε έναν άνδρα…

… Αυτός που δεν εξαγορεύτηκε τις αμαρτίες του δεν βρίσκει ποτέ ανάπαυση, γιατί ποτέ δεν εξοικειώθηκε με τον Θεό. Αυτός που δεν εξομολογείται τις αμαρτίες του βρίσκεται διαρκώς κάτω από το βάρος της ενοχής και μακριά από τον Θεό, γι’ αυτό και η ψυχή του θλίβεται και πονάει. Η ανώμαλη ηθική κατάσταση που επικρατεί στον αμαρτωλό, ο αδιάκοπος έλεγχος που προξενείται από την συναίσθηση της ψυχής που αναγνωρίζει την αμαρτία της και ζητάει ανακούφιση. Η ψυχή αναζητάει την εξομολόγηση, γιατί γνωρίζει τη θεία εντολή∙ γιατί κατάλαβε ότι αυτή είναι το μόνο μέσον συμφιλιώσεως και συνδιαλλαγής με τον Θεό, τον οποίο συναισθάνεται ότι εξόργισε και επιζητεί να Τον ευχαριστήσει για να μην την αποστραφεί, αλλά να γίνει ελεήμων σε αυτήν και να της συγχωρήσει τις αμαρτίες.

Όπως η εξομολόγηση είναι εσωτερική ορμή, έτσι και η καταλλαγή με τον Θεό είναι εσωτερική προτροπή που υποκινεί προς αυτόν τον σκοπό, γιατί η ψυχή συναισθάνεται ότι αμάρτησε προς τον Θεό και οφείλει να προσεγγίσει τη θεία αγάπη για να θεραπευτεί. Η Εκκλησία είναι η μόνη που έλαβε την εξουσία να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον θεό και να επιφέρει τη θεραπεία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εκείνος που αμάρτησε πρέπει να προστρέξει στην Εκκλησία. Μόνο αυτή έχει τη δύναμη να τον συμφιλιώσει με τον Θεό. Το μαρτυρούν το έργο και η αποστολή της Εκκλησίας, όπως θα αποδείξουμε στα επόμενα κεφάλαια.

Πηγή: «Περί επιμελείας ψυχής
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ»
Απόδοση στη Νέα Ελληνική: Ευανθία Χατζή
Επιμέλεια κειμένου- Επίμετρο: Γιώργος Μπάρλας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ