.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σημεία των Καιρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σημεία των Καιρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274) ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

Στό παρόν κείμενο θά ἐπιχειρήσουμε νά παραθέσουμε κάποιες λίαν ἀξιοπρόσεκτες καί ἀξιοσημείωτες ἁγιοπατερικές θέσεις καί ἀπαντήσεις σέ θέματα, πού ἀπασχολοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἐπικαιρότητα, ὅπως ἡ κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους, ἡ σημασία τῆς μνημονεύσεως, ἡ μνημόνευση αἱρετικῶν καί οἱ συνέπειές της, ἡ οἰκονομία καί ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Ὡς κύρια πηγή θά χρησιμοποιήσουμε τό βιβλίο «Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976», δηλ. «Ἀρχεία τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς 16, Ἑλληνικό ἀρχεῖο τῆς ἕνωσης τῆς Λυών (1273-1277) ἀπό τούς V. Laurent καί J. Darrouzes,Γαλλικό Ἰνστιτούτο Βυζαντινῶν Σπουδῶν, Παρίσι 1976» καί ἰδίως τήν ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἐπί αὐτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου καί Πατριάρχου Ἰωάννου ΙΑ΄ Βέκκου τῶν λατινοφρόνων.
Τό ἱστορικό πλαίσιο

Τό 1261 μετά ἀπό ἑξῆντα σχεδόν χρόνια δουλείας, ἔγινε ἡ ἀνάκτηση καί ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς σταυροφόρους. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ ὁ Παλαιολόγος, γιά νά ἀποφύγει νέα ἐκστρατεία τῶν σταυροφόρων ἐναντίον τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, θέλησε νά ἀποσπάσει τήν εὔνοια καί φιλία τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα Γρηγορίου Ι΄. Τό ἐνέχυρο, πού θά δινόταν, καί τό πρός θυσίαν σφάγιο, τό ὁποῖο θά κατατίθονταν στόν παπικό βωμό, ἦταν φυσικά ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νά ὑποταχθεῖ στόν Παπισμό, ἀναγνωρίζοντας τήν αἵρεση τοῦ «Filioque», τήν παπική ἐξουσία καί αὐθεντία ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τά ἄζυμα στή Θεία Λειτουργία καί ὅ,τι ἄλλο ἀξίωναν οἱ Πάπες. Ὁ αὐτοκράτορας, γιά νά πετύχει τόν σκοπό του, ἔπρεπε νά ἔχει σύμμαχο καί ὁμόφρονα καί τόν Πατριάρχη. Πατριάρχης τότε ἦταν ὁ Ἰωσήφ, ἄνδρας κατά πάντα ὀρθόδοξος, ἀντιτιθέμενος στήν κακή καί ψευδή ἕνωση Ὀρθοδοξίας και Παπισμοῦ, καί ὑπέρμαχος τῆς καλῆς και ἀληθοῦς ἑνώσεως.

Τό 1274 ἔγινε στή Λυών τῆς Γαλλίας παπική ψευδοσύνοδος (ἡ 14η Οἰκουμενική Σύνοδος τοῦ Παπισμοῦ), στήν ὁποία ἔστειλε ἀντιπροσωπεία ὁ αὐτοκράτορας, χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ Πατριάρχου. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι δέχθηκαν τήν ψευδοένωση μέ τόν Πάπα. Ἐν συνεχείᾳ, ὁ αὐτοκράτορας, προκειμένου νά ἑδραιωθεῖ ἡ ψευδοένωση, ἄρχισε νά ἐξορίζει καί νά βασανίζει ποικιλοτρόπως τούς Ὀρθοδόξους. Ὑπέστησαν τά πάνδεινα οἱ φανεροί καί ἀφανεῖς ὁμολογητές τῆς πίστεως, διότι δέν δέχονταν νά ἀναγνωρίσουν τά τρία κεφάλαια, δηλαδή τό πρωτεῖο, τό ἔκκλητο καί τήν μνημόνευση τοῦ Πάπα κατά τήν τάξιν τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν.

Μετά τήν ἐξορία τοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ κατά τό ἔτος 1275 μέ τήν προτροπή τοῦ αὐτοκράτορα, ἀναβιβάσθηκε Πατριάρχης ὁ λατινόφρων καί ὁμόφρονάς του Ἰωάννης ΙΑ΄ ὁ Βέκκος. Κατ’ αὐτήν τήν περίοδο καί προκειμένου νά ἔχει βοήθεια ἀπό τούς Λατίνους, ὁ αὐτοκράτορας πίεζε ὅλους νά ἀποδεχθοῦν τήν ψευδοένωση, ἐξαιρέτως δέ τούς ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκουμένους μοναχούς.

Ἡ ἐπιστολή, πού ἀπέστειλαν οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες στόν αὐτοκράτορα, εἶναι ὄντως, ὄχι μόνο ἕνα ὁμολογιακό κείμενο, ἀλλά καί ἕνας ἀπλανής ὁδηγός πρός σωτηρίαν ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί κινδυνευούσης πίστεως, στήν ὁποία ἀναφέρονται σέ ὅλα τά παραπάνω θέματα, πού μᾶς ἀπασχολοῦν.

2. Ἡ κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους. Ὑπόδικοι ἔναντι τῶν Θείων Κανόνων ὅσοι ἔχουν κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους.

Οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί στήν ἐπιστολή τους ἀναφέρονται στό θέμα τῆς κοινωνίας μέ ἀκοινωνήτους καί ὀνομάζουν ὑποδίκους ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνων ὅσους ἔχουν κοινωνία μέ ἀκοινώνητους.

Λέγουν : «Πῶς γοῦν θεμιτόν καί θεάρεστον ἑνωθῆναι τοῖς τοιούτοις ἡμᾶς, ὧν δικαίως καί κανονικῶς ἐξεκόπημεν, ἀμεταβλήτως ἔχουσι τῶν αἱρέσεων; Εἰ τοῦτο καταδεξόμεθα, τό ὀρθόδοξον καί ἐν ἑνί τό πᾶν ἀνατρέπομεν καί ἐν ὅσοις οἱ ἀναξίως δεχόμενοι ἀνατρέπουσιν. Λέγουσι γάρ οἱ θεῖοι καί ἱεροί κανόνες˙ «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, ἀφοριζέσθω», καί ἀλλαχοῦ˙ «Ὁ ἀκοινωνήτοις συγκοινωνῶν ἀκοινώνητος ἔσται, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς ἐκκλησίας», καί πάλιν˙ «Ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται». Ἐν ὅσοις γοῦν οὗτοι ἐγκαλούμενοι ὑπό εὐθύνας εἰσί, τοῖς αὐτοῖς ἅπασι καί ἡμεῖς, εἰ καταδεξοίμεθα, παρά τῶν θείων κανόνων τῶν ἐν Πνεύματι ἀποφαινομένων ὑπόδικοι γινόμεθα»[1].

Δηλ. «Πῶς εἶναι, λοιπόν, νόμιμο καί θεάρεστο νά ἑνωθοῦμε μέ ἐκείνους, ἀπό τούς ὁποίους ἀποκοπήκαμε δίκαια καί κανονικά, ἐφ’ὅσον παραμένουν ἀμετάβλητοι στίς αἱρέσεις τους; Ἐάν τό δεχθοῦμε αὐτό, ἀνατρέπουμε μονομιᾶς τά πάντα καί καταργοῦμε τήν Ὀρθοδοξία καί μάλιστα σ’ἐκεῖνα τά σημεῖα, πού τήν ἀνατρέπουν καί αὐτοί, πού γίνονται ἀποδεκτοί τώρα ἀναξίως. Διότι, οἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες λέγουν : «Ὅποιος συμπροσευχηθεῖ μέ ἀκοινώνητο, ἀκόμη καί μέσα σέ σπίτι, νά ἀφορίζεται»[2] ( 10ος Ἀποστολικός). Καί σέ ἄλλο μέρος : «Ὅποιος κοινωνεῖ μέ ἀκοινωνήτους, νά εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει καί παραβαίνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας»[3] (2ος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ.). Καί παλι : «Ὅποιος δέχεται τόν αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον». Ἄν, λοιπόν, δεχθοῦμε τήν ψευδοένωση, θά γίνουμε καί ἐμεῖς ὑπόδικοι ἀπέναντι στούς Θείους Κανόνες, πού ἀποφαίνονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι γιά ὅλα ὅσα καί αὐτοί κατηγοροῦνται καί εἶναι ὑπεύθυνοι».

3. Ἡ κοινωνία διά τῆς μνημονεύσεως. Μέγα ψεῦδος ἡ μνημόνευση αἱρετικῶν ὡς ὀρθοδόξων. Ἀπομάκρυνση ἀπό τούς μνημονεύσαντες.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἀναφέρονται στό ἀδύνατον τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Θεία Λειτουργία, διότι αὐτό ἀποτελεῖ μέγα ψεῦδος καί ἀνίερο θέατρο, πού παίζεται ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου. Ἐπίσης, συμβουλεύουν τους ὀρθοδόξους νά ἀπομακρυνθοῦν ἀμέσως ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία, αὐτῶν πού μνημόνευσαν τόν Πάπα, διότι αὐτοί θεωροῦνται πλέον ἱεροκάπηλοι.

Λέγουν : «Εἰ δέ ἁπλῶς ἐν ὁδῷ χαίρειν αὐτῷ κωλυόμεθα λέγειν, εἰ τό εἰσάγειν εἰς οἰκίαν κοινήν εἱργόμεθα, πῶς οὐκ ἐν οἰκίᾳ, ἀλλ’ἐν ναῷ Θεοῦ, ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀδύτοις, ἐπί τῆς μυστικῆς καί φρικτῆς τραπέζης τοῦ Υἱοῦ ἀμώμου, ἵνα ἡμᾶς ἐξιλάσηται τῷ Πατρί καί ἑαυτῷ καί τάς ἁμαρτίας ἡμῶν διά τοῦ ἰδίου αἵματος καθαρίσῃ ὁ ἀναμάρτητος; Ποῖος ᾃδης ἐξερεύξηται τό μνημόσυνον τοῦ παρά τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκκοπέντος ἀξίως, ὡς κατά Θεοῦ καί τῶν θείων τραχηλιάσαντος, καί διά τοῦτο ἐχθρός τοῦ Θεοῦ γενήσεται; Εἰ γάρ τό ἁπλῶς χαίρειν εἰπεῖν κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καί ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων; Εἰ δέ ὁ προκείμενός ἐστιν ἡ αὐτοαλήθεια, πῶς ἄν τό μέγα ψεῦδος τοῦτο δέχηται εἰκάζειν εἰκός, τό συντάττειν αὐτόν ὡς ὀρθόδοξον πατριάρχην μετά τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων πατριαρχῶν. Ἐν καιρῷ φρικτῶν μυστηρίων σκηνικῶς παίξομεν καί τό μή ὄν ὡς ὄν ὑποκρινώμεθα; Καί πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθόδοξος ψυχή, καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα καί ὡς καπηλεύσαντας τά θεῖα τούτους ἡγήσεται»[4];

Δηλ. «Ἄν, λοιπόν, ἐμποδιζόμαστε νά χαιρετᾶμε τόν αἱρετικό ἁπλά στόν δρόμο καί ἄν δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά τόν βάλουμε σ’ἕνα συνηθισμένο σπίτι, πῶς δέν εἶναι ἀνεπίτρεπτο νά τόν εἰσάγουμε, ὄχι σέ σπίτι, ἀλλά στόν ναό τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα σ’αὐτά τά ἴδια τά ἄδυτα, πάνω στήν μυστική καί φρικτή (Ἁγία) Τράπεζα τοῦ ἀμώμου Υἱοῦ, ἔτσι ὥστε ὁ ἀναμάρτητος (Υἱός) νά μᾶς ἐξιλεώσει στόν Πατέρα καί τόν Ἑαυτό Του καί νά καθαρίσει τίς ἁμαρτίες μας μέ τό ἴδιο τό Αἷμα Του; Ποιός ᾃδης θά ἀναφωνήσει τήν μνημόνευση τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος ἀποκόπηκε δίκαια ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐξ αἰτίας τῆς αὐθάδειάς του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί τῶν θείων Μυστηρίων, καί θά γίνει μ’αὐτόν τόν τρόπο ἐχθρός τοῦ Θεοῦ; Διότι, ἄν ἀκόμη καί ὁ ἁπλός χαιρετισμός μᾶς καθιστᾶ κοινωνούς τῶν πονηρῶν ἔργων αὐτοῦ, πού χαιρετᾶμε, πόσο μᾶλλον ἡ μνημόνευσή του ἐκφώνως καί μάλιστα τήν στιγμή, πού ἀντικρύζουμε μέ φρίκη τά θεῖα Μυστήρια; Ἄν αὐτός ὁ Ἴδιος, πού βρίσκεται μπροστά μας, εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθεῖ ἕνα τόσο μεγάλο ψεῦδος, τό νά συγκατατάσσεται δηλ. ὁ Πάπας μεταξύ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν; Μήπως θά παίξουμε θέατρο κατά τόν καιρό τῶν φρικτῶν Μυστηρίων καί θά ὑποκριθοῦμε ὅτι εἶναι ὑπαρκτό, αὐτό πού δέν ὑπαρκτό; Καί πῶς θά τά ἀνεχθεῖ αὐτά ἡ ψυχή τοῦ Ὀρθοδόξου καί δέν θά ἀπομακρυνθεῖ ἀμέσως ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία αὐτῶν, πού τόν μνημόνευσαν, καί δέν θά τούς θεωρήσει ἱεροκαπήλους»;

4. Ἡ σημασία τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως κατά τήν Θεία Λειτουργία. Ὁ διά τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν μολυσμός.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐξηγοῦν γιὰ ποιό λόγο μνημονεύουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία. Αὐτὸ γίνεται, ὄχι γιατὶ, χωρὶς τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως, δὲν ἐπιτελεῖται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴν σφαλερὴ γνώμη μερικῶν συγχρόνων οἰκουμενιστῶν, ἀλλὰ, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ «τέλεια συγκοινωνία» καί ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου. Ἀναφέρουν μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἱερουργὸς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως, γιὰ νὰ δείξει ὅτι κάνει ὑπακοὴ στὸν προϊστάμενό του, ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μ’ αὐτὸν καὶ ὅτι εἶναι διάδοχος τῶν θείων Μυστηρίων. Ἄς προσέξουμε ἐδῶ ὅτι γίνεται λόγος γιά μολυσμό, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖται, ὄχι βεβαίως ὡς μολυσμός τῶν μυστηρίων, ἀλλά ὡς ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία, πού προέρχεται ἀπό τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετικοῦ.

Λέγουν : «Ἄνωθεν γάρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τήν ἐπί τῶν ἀδύτων ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο˙ γέγραπται γάρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τό τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, «δεικνύων καί τήν πρός τό ὑπερέχον ὑποταγήν καί ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ τῆς πίστεως καί τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος». Καί ὁ μέγας πατήρ ἡμῶν καί ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει πρός τινα διά τῆς τιμίας αὐτοῦ ἐπιστολῆς˙ «Ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην˙ καί τί περί τούτου εἰπεῖν σοι τό παρόν οὐ καταθαρρῶ, πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων». Ταῦτα δέ ὁ πατήρ, πρό δέ τούτου καί ὁ Θεός τοῦτο ἐσήμανεν, οὕτως εἰπών˙ «Ἱερεῖς ἠθέτουν νόμον μου καί ἐβεβήλουν τά ἅγιά μου – πῶς; – ὅτι βεβήλοις καί ὁσίοις οὐ διέστελλον, ἀλλ’ἧν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά». Τί τούτων φωτεινότερον καί ἀληθέστερον»[5];

Δηλ. «Ἄλλωστε, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχόταν ἀπό παλαιά τήν ἀναφορά τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως ἐνώπιον τῶν ἁγίων Μυστηρίων ὡς τελεία συγκοινωνία. Διότι, ἔχει γραφεῖ στήν ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας ὅτι ὁ λειτουργός ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως, γιά νά δείξει ὅτι ὑποτάσσεται στόν ἀνώτερό του, ὅτι εἶναι κοινωνός του καί ὅτι ἔχει δεχθεῖ δι’αὐτοῦ τήν πίστη καί τήν χάρι τῆς ἱερουργίας τῶν Μυστηρίων. Καί ὁ μεγάλος πατέρας μας καί ὁμολογητής Θεόδωρος Στουδίτης λέγει τά ἑξῆς πρός κάποιον μέσῳ τῆς τιμίας του ἐπιστολῆς : «Μοῦ εἶπες ὅτι φοβᾶσαι νά πεῖς στόν πρεσβύτερό σου νά μήν ἀναφέρει τόν αἱρεσιάρχη. Σχετικά μ’αὐτό δέν θά διστάσω νά σοῦ πῶ τό ἑξῆς˙ ὅτι μολυσμό ἔχει ἡ κοινωνία καί μόνο, πού τόν ἀναφέρει, παρ’ὅλο πού μπορεῖ αὐτός, πού τόν ἀναφέρει, νά εἶναι ὀρθόδοξος». Αὐτά λέγει ὁ πατέρας (Θεόδωρος Στουδίτης). Ἀλλά, καί πρίν ἀπ’αὐτόν καί ὁ Θεός τό φανέρωσε, λέγοντας τό ἑξῆς : «Οἱ Ἱερεῖς ἀθέτησαν τόν νόμο μου καί βεβήλωσαν τά ἅγιά μου»[6]. Μέ ποιόν τρόπο τό ἔκαναν αὐτό; Μέ τό νά μήν κάνουν διάκριση μεταξύ βεβήλων καί ὁσίων ἀνθρώπων, ἀλλά νά ἔχουν τά πάντα κοινά μέ ὅλους˙ καί ποιό ἄλλο ἐναργές καί ἀληθινό παράδειγμα ἀπ’αὐτό χρειαζόμαστε»;

5. Δέν χωρᾶ οἰκονομία στήν μνημόνευση αἱρετικῶν. Βέβηλη οἰκονομία. Πῶς θεωροῦνται οἱ μνημονεύοντες αἱρετικούς.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ μνημόνευση αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου στή Θεία Λειτουργία δέν μπορεῖ καθόλου νά νοηθεῖ σάν οἰκονομία. Ἀντιθέτως, εἶναι βεβήλωση τοῦ μυστηρίου, ἀπώθηση ἀπ’ αὐτό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄρνηση τῆς υἱοθεσίας καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί ἔκπτωση ἐκ τῆς ἀληθοῦς καί ὀρθοδόξου πίστεως. Εἶναι ἄξιο πάσης προσοχῆς τό γεγονός ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες θεωροῦν ὅτι οἱ μνημονεύοντες αἱρετικό συγκοινωνοῦν μέ ὅλους τούς αἱρετικούς,εἶναι ὁμολογουμένως ἀσυγχώρητοι καί ἀκοινώνητοι καί ὑπόδικοι γιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις ἐκείνων, καίγεμάτοι ἀπό κάθε αἵρεση.

Λέγουν : «Ἀλλ’ὡς οἰκονομίαν τοῦτο ποιήσομεν; Καί πῶς δεχθήσεται οἰκονομία τά θεῖα βεβηλοῦσα, κατά τόν τοῦ Θεοῦ εἰρημένον λόγον, καί ἐκ τῶν θείων ἀπωθοῦσα τό τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα, καί τῆς ἐντεῦθεν ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί τῆς υἱοθεσίας τούς πιστούς ἀμετόχους ποιοῦσα; Καί τί ἄν εἴη ταύτης τῆς οἰκονομίας ζημιωδέστερον; Αὕτη κοινωνία αὐτῶν ἐστι πρόδηλος καί ἐν ἑνί τοῦ παντός ὀρθοῦ ἔκπτωσις καί ἀνατροπή. «Ὁ γάρ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ὑπόκειται ἐγκλήμασι», καί˙ «ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς ἐκκλησίας», καθά δή καί οὗτοι οἱ γενναῖοι τῇ ἀπειθείᾳ τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν «καί Ἰουδαίοις καί Ἀρμενίοις καί Ἰακωβίταις καί Νεστοριανοῖς καί Μονοθελήταις καί, ἁπλῶς εἰπεῖν, πᾶσιν αἱρετικοῖς συγκοινωνοῦσι»˙ καί διά τοῦτο μόνον, εἰ μή διά τί ἄλλο, ἀσυγχώρητοι ὁμολογουμένως καί ἀκοινώνητοί εἰσι καί πᾶσιν ὑπόδικοι τῶν ἐκείνων θεοστυγέσιν αἱρέσεσιν. Εἰκός δέ καί ἐντεῦθεν, ἐκ τοῦ μή διαστέλλεσθαι τῶν αἱρετικῶν δηλαδή, κατά τόν τῆς ἐκκλησίας κανόνα καί τόν τοῦ Θεοῦ ἄνωθεν νόμον, πάσης ἀνάπλεοι αἱρέσεως ἐγένοντο, καί οὐκ ἄλλοθεν»[7].

Δηλ. «Ἤ μήπως νά κάνουμε τήν ἕνωση σάν ἕνα εἶδος οἰκονομίας; Καί πῶς νά γίνει δεκτή μία οἰκονομία, ἡ ὁποία βεβηλώνει τά θεῖα Μυστήρια, κατά τόν θεῖο λόγο, πού προαναφέραμε, καί ἀπωθεῖ ἀπ’αὐτά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί στερεῖ ἀπό τούς πιστούς τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί τήν Χάρι τῆς υἱοθεσίας, πού πηγάζει ἀπ’αὐτά τά Μυστήρια; Καί τί πιό ἐπιβλαβές ἀπό μία τέτοια οἰκονομία; Αὐτή εἶναι φανερή κοινωνία μ’αὐτούς καί μ’ἕνα λόγο ἔκπτωση καί ἀνατροπή κάθε ὀρθοῦ. «Διότι, αὐτός, πού δέχεται αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον» καί «αὐτός, πού κοινωνεῖ μέ ἀκοινωνήτους, εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει καί παραβαίνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπειδή καί αὐτοί οἱ γενναῖοι, ἐξαιτίας τῆς ἀπείθειάς τους στούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς, «συγκοινωνοῦν καί μέ τούς Ἰουδαίους καί μέ τούς Ἀρμενίους καί μέ τούς Ἰακωβῖτες καί μέ τούς Νεστοριανούς καί μέ τούς Μονοθελήτες καί, γιά νά μιλήσουμε γενικά, μέ ὅλους τούς αἱρετικούς». Καί γι’αὐτό μόνο, ἄν ὄχι γιά κάτι ἄλλο, εἶναι ἀσυγχώρητοι ὁμολογουμένως καί ἀκοινώνητοι καί ὑπόδικοι γιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις ἐκείνων. Καί εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο, ἀπ’αὐτό καί μόνο καί ὄχι ἀπό ἀλλοῦ, δηλαδή ἀπό τό νά μήν διέστειλλαν (ξεχώρισαν) τούς ἑαυτούς τους ἀπό τούς αἱρετικούς, σύμφωνα μέ τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας καί τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ἀπό πάνω, ἀπό τόν οὐρανό, νά γέμισαν ἀπό κάθε αἵρεση».

Στό ἴδιο πνεῦμα μέ τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς οἰκονομίας, κινεῖται καί ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κυρός Μιχαήλ ὁ Ἀγχιάλων στόν διάλογό του πρός τόν πορφυρογέννητο βασιλέα Μανουήλ τόν Κομνηνό.

Ὁ Βασιλεύς τοῦ λέγει : «Ἀλλ’ «οἰκονομεῖν ἐν κρίσει» δέον τά πράγματα – οὐ γάρ μόνον τούς λόγους – καί κιρνᾶν τῇ αὐστηρίᾳ τήν ἐπιείκιαν». Δηλ. «Ἀλλά, πρέπει νά οἰκονομήσουμε μέ διάκριση τά πράγματα» – ὄχι μόνο τούς λόγους – καί νά ἀναμίξουμε στήν αὐστηρότητα τήν ἐπιείκια».

Ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπαντᾶ : «Ἐν ἄλλοις τοῦτο». Δηλ. «Σέ ἄλλα θέματα αὐτό μπορεῖ νά γίνει».

Ὁ Βασιλεύς τοῦ λέγει : «Κἄν τοῖς θείοις αὐτοῖς». Δηλ. «Καί στά θεῖα πράγματα».

Καί ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπαντᾶ : «Οὕτω σύ, ἀλλ’οὔχ ὁ πολύς καί μέγας Βασίλειος˙ τοὐναντίον δ’ἅπαν μηδέ τό βραχύτατον παραθραύειν διά λόγον οἰκονομίας τῶν πνευματικῶν ἐνομοθέτησε διατάξεων. Καί μάλα εἰκότως˙ οὐ γάρ ἄν τις κρεῖττον οἰκονομοίη τοῦ τό πᾶν ἐπιβλέποντος, καί διόλου δέον ἐχομένους αὐτοῦ καταλιμπάνειν τά καθ’ἡμᾶς ὅπως ἐκείνῳ οἰκονομοῖτο καί διεξάγοιτο˙ οὕτω γάρ ἄν ὡς ἄριστα φέροιτο. Εἰ δέ τις οἰκονομεῖν ἐγχειροίη χωρίς οἰκονομίας τῆς ἄνωθεν, δι’ὧν τά συμφέροντα πραγματεύεται, διά τούτων λάθῃ ἑαυτῷ τά χείριστα διαθέμενος˙ οὐδέ πόλιν φυλάξει, οὐδ’οἰκονομῆσαί τι δυνηθείη «μή τοῦ Κυρίου οἰκονομοῦντός τε καί φυλάσσοντος, ἀλλά μάτην μέν ἀγρυπνήσει», ἐπί κενοῦ δέ τόν μόχθον εἰς τά θέμεθλα καταβάληται»[8].

Δηλ. «Ἔτσι λές ἐσύ, ἀλλά ὄχι ὁ πολύς καί μέγας Βασίλειος˙ ἐντελῶς ἀντίθετα αὐτός νομοθέτησε νά μήν παραβιάζουμε τό παραμικρό ἀπό τίς πνευματικές διατάξεις γιά λόγους οἰκονομίας. Γιατί δέν θά μποροῦσε νά οἰκονομήσει κανείς καλύτερα ἀπό Αὐτόν, πού ἐπιβλέπει τό πᾶν, καί γενικά πρέπει, ἀκολουθώντας Αὐτόν, νά ἀφήνουμε καθ’ἡμᾶς ὅπως οἰκονομοῦνται καί διεξάγονται ἀπό Ἐκεῖνον. Ἄν, ὅμως, ἐπιχειρεῖ κανείς νά οἰκονομεῖ χωρίς τήν ἄνωθεν οἰκονομία, μέ πράγματα, πού ἐξυπηρετοῦν τά συμφέροντά του, μέ αὐτό, χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖ, θά κατορθώσει τά χείριστα. Οὔτε τήν Πόλη θά φυλάξει, οὔτε θά μπορέσει κάτι νά οἰκονομήσει, ἄν ὁ Κύριος δέν οἰκονομεῖ καί δέν φυλάξει, ἀλλά μάταια θά ἀγρυπνήσει καί θά πέσουν στό κενό οἱ κόποι, πού ἔβαλε στά θεμέλια».

6. Οἱ τραγικές καί φρικτές συνέπειες τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ.

Στή συνέχεια, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες μᾶς παραθέτουν τίς τραγικές συνέπειες τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ. Ὅσοι μνημονεύουν αἱρετικούς συγκοινωνοῦν μαζί τους μέ τελειοτάτη κοινωνία καί εἶναι ἕνα μ’αὐτούς˙ πρέπει νά καθαιρεθοῦν καί νά ἀποκηρυχθοῦν˙ στεροῦνται τῆς ἱερωσύνης καί εἶναι ἀποκομμένοι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Λέγουν : «Ἀλλά τί βλάπτειν μνημονεύειν τοῦ αἱρετικοῦ; Φασίν οἱ θεῖοι καί ἱεροί κανόνες τῶν ἁγίων ἀποστόλων˙ «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω». Οὗτοι δέ οἱ τοῦτο κακῶς καί ἀθέως παρεισφθείραντες τῇ ἐκκλησίᾳ οὐκ ἐν οἴκῳ, ἀλλ’ἐν ναῷ Θεοῦ, αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ προκειμένου ἐπί τῆς μυστικῆς καί φρικτῆς τραπέζης, οὐχί τῷ ἀκοινωνήτῳ, ἀλλά τῷ αἱρετικῷ, καί οὐχί μόνῳ τῷ συνεύξασθαι, ἀλλ’ ἐν τελειοτάτῃ κοινωνίᾳ ἐπί τοῦ τῆς ζωῆς ποτηρίου συγκοινωνοῦσι, καί διά τοῦτο ἕν εἰσί μετ’αὐτῶν. Λέγει γάρ καί ἕτερος κανών˙ «Ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται», καί πάλιν ἕτερος τῆς ἐν Καρθαγένῃ ἁγίας συνόδου ρκδ΄˙ «Ὅστις ἐπίσκοπος τούς Δονατιστάς τυχόν οἶδε πρός τήν καθολικήν ἐκκλησίαν μή ὑποκύψαντας, ἤ ἑτέρους αἱρετικούς, καί συγκοινωνήσει αὐτοῖς, λέγων πρός τήν ὀρθοδοξίαν μετατρέψαι αὐτούς, ὁ τοιοῦτος ὡς ψευδόμενος περί τῆς κοινωνίας αὐτῶν καί τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ἀπατήσας, ἔσται καθῃρημένος καί ἐκκήρυκτος». Ἐντεῦθεν συνορῶμεν ὅτι οἱ κοινωνήσαντες ἐπίσκοποι τοῖς αἱρετικοῖς καί τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καθολικῇ ἀπωλείᾳ ὑποβαλόντες, ἅμα μέν καί τῆς ἱερωσύνης στεροῦνται καί ἐκκήρυκτοι δέ γίνονται, ἥτοι πᾶσι δηλοῖ ὡς ἀποκεκομμένοι τοῦ ὀρθοδόξου σώματος τῆς ἐκκλησίας»[9].

Δηλ. «Ἀλλά, τί βλάπτει τό νά μνημονεύει κανείς τόν αἱρετικό; Λέγουν οἱ θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων˙ «Ἄν κάποιος μόνο συμπροσευχηθεῖ σέ σπίτι μέ ἀκοινώνητο, αὐτός νά ἀφορίζεται». Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κακῶς καί ἀθέως εἰσήγαγαν, ὄχι μόνο τήν συμπροσευχή, ἀλλά καί τήν μνημόνευση, ὄχι μόνο τοῦ ἀκοινωνήτου, ἀλλά καί τοῦ αἱρετικοῦ στήν Ἐκκλησία, ὄχι σέ σπίτι, ἀλλά στόν ναό τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν ὁποῖο βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πάνω στήν μυστική καί φρικτή (Ἁγία) Τράπεζα, αὐτοί συγκοινωνοῦν μέ τελειοτάτη κοινωνία στό ποτήριο τῆς ζωῆς, καί γι’αὐτό εἶναι ἕνα μ’αὐτούς. Γιατί λέγει κι ἄλλος Ἱερός Κανόνας˙ «Αὐτός, ὁ ὁποῖος δέχεται τόν αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον». Καί πάλι ἄλλος Ἱερός Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένῃ Ἁγίας Συνόδου[10], ὁ 124ος, λέγει ˙ «Ὅποιος Ἐπίσκοπος τυχόν γνωρίζει ὅτι οἱ Δονατιστές ἤ ἄλλοι αἱρετικοί δέν ἐπέστρεψαν στήν Καθολική (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία καί συγκοινωνήσει μ’αὐτούς, λέγοντας ὅτι θά τούς μεταστρέψει πρός τήν Ὀρθοδοξία, αὐτός, ἐπειδή εἶπε ψέμματα σχετικά μέ τήν κοινωνία τους καί ἀπάτησε τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, νά εἶναι καθηρημένος καί ἀποκηρυγμένος». Ἀπό αὐτό βγάζουμε τό συμπέρασμα ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι, πού κοινώνησαν μέ τούς αἱρετικούς καί ὑπέβαλαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ σέ καθολική ἀπώλεια, ταυτοχρόνως καί τήν ἱερωσύνη στεροῦνται καί γίνονται ἀποκηρυγμένοι, δηλαδή λογίζονται ἀπό ὅλους ὡς ἀποκομμένοι ἀπό τό Ὀρθόδοξο Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας».

Αὐστηρότερη θέση γιά τό θέμα τῆς κοινωνίας καί τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ τηρεῖ ὁ Ἀθανάσιος ὁ Β΄, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας τήν περίοδο τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Λυών, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὅτι ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία καί μνημονεύουν τούς αἱρετικούς ὡς ὀρθοδόξους στά Ἱερά Δίπτυχα, βρίσκονται ὑπό κατάρα καί ἀνάθεμα καί εἶναι ἀκοινώνητοι.

Γράφει σέ ἐπιστολή του : «Οἵτινες δέ παρά ταύτας καί θείας καί σωστικάς παραδόσεις ἤ πιστεύουσιν ἤ πράττουσιν ἤ κακοσχόλως εὐαγγελίζονται τῷ λαῷ τοῦ Χριστοῦ εἰς σύστασιν μέν τῶν οἰκείων ἐρεσχηλιῶν, ἀθέτησιν δέ τῶν θείων καί ἱερῶν συνόδων, εἰς ἀπάτην δέ τῶν ἁπλουστέρων καί ὄλεθρον, ἀνάθεμα, ἀνάθεμα, ἀνάθεμα. Ἀλλά καί οἱ τοῖς τοιούτοις πρός οἱανδήποτε κοινωνοῦντες κοινωνίαν, ἤ κοινωνήσαντες, ἤ τούτων ὡς εὐσεβῶν μνημονεύοντες, ἐπιμενόντων ἔτι αὐτῶν κακογνωμοσύνῃ καί ἀθεότητι, ὑπό κατάραν καί ἀνάθεμα ἔστωσαν, ἔστ’ἄν μετά τούτων αἱροῦνται τήν ἀπό Θεοῦ χωρίζουσαν ἕνωσιν. Εἰ γάρ «ὁ ἀκοινωνήτῳ κἀν ἐν οἴκῳ συνευξάμενος ἀκοινώνητος», ὡς ὁ ἀποστολικός διαγορεύει κανών, πολλῷ μᾶλλον ἀκοινώνητος ὁ ἐπ’ἐκκλησίας αὐτοῖς συνευχόμενος καί τούτων ἐν ἱεροῖς διπτύχοις μνημονεύων ὡς εὐσεβῶν καί τήν αὐτῶν ἐπιφημίζων κακοδοξίαν ὡς ἔννομον, ἥν τό πρίν, ὡς οὐκ ἀντίθεος, χλεύης οὖσαν ἀξίαν ἐχλεύαζε καί κατ’αὐτῆς ὡς εἰκός ἔλεγέ τε καί ἔγραψε. † οἱ καί εἰς τό ἑξῆς μνημονεύσαντες, οὕτω φρονοῦντες, οὕτω πράττοντες †»[11].

Δηλ. «Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἤ πιστεύουν ἤ πράττουν ἤ εὐαγγελίζονται μέ ἐπιπολαιότητα τόν λαό τοῦ Χριστοῦ ἐνάντια στίς θεῖες αὐτές καί σωστικές παραδόσεις, μέ σκοπό νά συστήσουν τίς δικές τους ἐρεσχελίες (φλυαρίες, μωρολογίες) καί νά ἀθετήσουν τίς θεῖες καί ἱερές συνόδους, γιά νά ἐξαπατήσουν καί νά ἐπιφέρουν τόν ὄλεθρο στούς ἁπλούστερους, αὐτοί ἄς εἶναι ἀνάθεμα (χωρισμένοι ἀπό τόν Κυριο). Ἀλλά καί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦν μ’αὐτούς μέ ὁποιαδήποτε κοινωνία, ἤ κοινώνησαν ἤ τούς μνημόνευσαν ὡς εὐσεβεῖς, ἐνῶ αὐτοί ἐπιμένουν ἀκόμη στήν κακογνωμοσύνη καί τήν ἀθεότητά τους, αὐτοί νά εἶναι κάτω ἀπό κατάρα καί ἀνάθεμα, διότι ἐπέλεξαν τήν ἕνωση, πού χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Γιατί, ἄν «αὐτός, πού συμπροσευχήθηκε μόνο σέ σπίτι μέ ἀκοινώνητο, εἶναι ἀκοινώνητος», ὅπως διαγορεύει ὁ Ἀποστολικός Κανόνας, πολύ περισσότερο εἶναι ἀκοινώνητος αὐτός, ὁ ὁποῖος συμπροσευχήθηκε μ’αὐτούς στήν Ἐκκλησία καί τούς μνημόνευσε ὡς εὐσεβεῖς στά ἱερά δίπτυχα καί ἀνεκήρυξε μέ βοή τήν κακοδοξία τους ὡς νόμιμη, τήν ὁποία προηγουμένως, ἐπειδή δέν ἦταν ἀντίθεος, τήν χλεύαζε, ἐπειδή ἦταν ἄξια χλεύης, καί ἔλεγε καί ἔγραφε φυσικά ἐναντίον της. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι στό ἑξῆς θά μνημονεύσουν, ἔτσι θά φρονοῦν καί ἔτσι θά πράττουν».

7. Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Ἡ διακοπή μνημονεύσεως δέν εἶναι σχίσμα, ἀλλά ἀπαλλαγή ἀπό τά σχίσματα καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας.

Ὅσον ἀφορᾶ τόν 15ο Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί στήν ἐπιστολή τους λέγουν τά ἑξῆς ἀποστομωτικά, ἀπευθυνόμενοι σέ ὅσους ἑσφαλμένα θεωροῦν ὅτι ἡ διακοπή μνημονεύσεως εἶναι σχίσμα : «Ἐμπεριέχεται δέ καί ἐν τῷ ιε΄ κανόνι τῆς ἁγίας καί μεγάλης συνόδου, τῆς Πρώτης καί Δευτέρας ἐπονομασθείσης, ὅτι οὐ μόνον ἀνευθύνους εἶναι, ἀλλά καί ἐπαινετέους τούς ἀποσχίζοντας ἑαυτούς καί πρό συνοδικῆς καταδίκης ἀπό τῶν δημοσίᾳ διδασκόντων αἱρετικά διδάγματα καί ὄντως προφανῶς αἱρετικῶν˙ οὐ γάρ ἀπέσχισαν ἑαυτούς ἀπό ἐπισκόπων, ἀλλ’ἀπό ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων˙ καί τό παρά τούτων γεγονός ἐπαίνου ἄξιον καί προσῆκον ὀρθοδόξοις χριστιανοῖς, καί ὡς οὐ σχίσμα τοῦτο ἐκκλησίας, ἀλλά μᾶλλον μερισμῶν ἀπαλλαγή καί τῆς ἀληθείας ἐπικράτησις»[12].

Δηλ. «Ἐμπεριέχεται δέ καί στόν 15ο Κανόνα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πού ἐπονομάσθηκε Πρωτοδευτέρα, ὅτι αὐτοί, πού χωρίζουν τόν ἑαυτό τους, καί πρίν γίνει συνοδική καταδίκη, ἀπό τούς Ἐπισκόπους, πού διδάσκουν δημόσια αἱρετικά διδάγματα καί εἶναι προφανῶς αἱρετικοί, ὄχι μόνο δέν φέρουν καμμία εὐθύνη, ἀλλά πρέπει καί νά ἐπαινοῦνται. Διότι, δέν χώρισαν τόν ἑαυτό τους ἀπό ἀληθινούς ἐπισκόπους, ἀλλά ἀπό ψευδεπισκόπους καί ψευδοδιδασκάλους. Καί αὐτό, πού ἔκαναν, εἶναι ἄξιο ἐπαίνου καί ταιριάζει στούς ὀρθοδόξους χριστιανούς. Καί αὐτό δέν εἶναι σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μᾶλλον ἀπαλλαγή ἀπό τούς μερισμούς (τά σχίσματα) καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας».

Σέ ἔργο Ἀνωνύμου κατά τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου Ἰωάννου ΙΑ΄ Βέκκου, γίνεται ἀναφορά στόν ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη, στήν διακοπή μνημονεύσεως, πού ἔκανε, καί στήν ἀποστροφή τῆς κοινωνίας, πού πρέπει νά ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο πρός τούς κατεγνωσμένους Λατίνους, ἀλλά καί πρός ὅσους εἶναι ὁμόφρονές τους καί συγκοινωνοῦν μ’αὐτούς.

Λέγει ὁ Ἀνώνυμος : «Εἰ οὗν ὁ ἅγιος οὗτος καί μέγας ὁμολογητής Θεόδωρος, τῶν βασιλέων ἐκείνων ὀρθοδόξων μέν ὄντων καί μηδέν ἐγκαλουμένων περί τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, μόνον δέ ὅτι παρενόμησαν ἔν τισι καί ἀκανόνιστόν τι ἔκαστος ἐκείνων πεποιήκει, διά τοῦτο οὐ μόνον τῆς κοινωνίας ἐκείνων ἀπέστησεν ἑαυτόν, ἀλλά καί τό μνημόσυνον ἐκείνων ἀπό τῶν θείων συνάξεων ἐξέκοψεν, ἡμεῖς τί ἄδικον ἤ καινόν ποιοῦμεν ἀρτίως, διά τόν τοῦ Θεοῦ φόβον παριδόντες δόξαν ἀνθρωπίνην; Εἰ γάρ μή τοῖς θείοις πατράσιν ἀκολουθήσωμεν, ἐγκαλείτωσαν ἡμῖν˙ εἰ δέ τοῖς ἁγίοις ἑπόμεθα, ἵνα τί διωκόμεθα; Ταύταις δέ ταῖς δεσποτικαῖς καί εὐαγγελικαῖς αὐθεντίαις ἑπόμενοι, ἔτι δέ καί ταῖς ἀποστολικαῖς θεολογίαις καί συνοδικαῖς καί πατρικαῖς παραδόσεσι καί διατάξεσι, τούς Λατίνους τῶν τοιούτων θείων προσταγμάτων καί παραδόσεων μακράν ἐκτρεπομένους εὑρίσκομεν, καί διά τοῦτο τήν τούτων κοινωνίαν καί τῶν ὁμοφρονούντων καί συγκοινωνούντων αὐτοῖς λίαν ἀποστρεφόμεθα, πάντα θεσμόν ἀποστολικόν καί ἐκκλησιαστικόν λογιζομένους ὡς τό μηδέν»[13].

Δηλ. «Ἐάν, λοιπόν, αὐτός ὁ ἅγιος καί μεγάλος ὁμολογητής Θεόδωρος (ὁ Στουδίτης), παρ’ὅλο πού οἱ τότε βασιλεῖς ἦταν ὀρθόδοξοι καί σέ τίποτε δέν ἐγκαλοῦνταν σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη, παρά μόνο ὅτι παρανόμησαν σέ κάποια πράγματα καί καθένας ἔκανε κάτι ἀντικανονικό, καί γι’αὐτό, ὄχι μόνο ἀπεμάκρυνε τόν ἑαυτό του ἀπό τήν κοινωνία μ’ἐκείνους, ἀλλά διέκοψε καί τήν μνημόνευσή τους ἀπό τίς θεῖες συνάξεις, ἐμεῖς ποιό ἄδικο ἤ καινούργιο πρᾶγμα πράττουμε τώρα, ἀψηφώντας τήν ἀνθρώπινη δόξα, ἐξαιτίας τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ; Γιατί, ἐάν δέν ἀκολουθήσουμε τούς θείους πατέρες, αὐτοί θά μᾶς ἐγκαλέσουν. Ἐάν, ὅμως, ἀκολουθοῦμε τούς ἁγίους, τότε γιατί διωκόμαστε; Ἀκολουθώντας, λοιπόν, αὐτές τίς δεσποτικές καί εὐαγγελικές αὐθεντίες καί ἀκόμη περισσότερο τίς ἀποστολικές θεολογίες καί τίς συνοδικές καί πατερικές παραδόσεις καί διατάξεις, βρίσκουμε ὅτι οἱ Λατῖνοι ἔχουν πάρα πολύ ἐκτραπεῖ ἀπό αὐτά τά θεῖα προστάγματα καί τίς παραδόσεις, καί γι’αὐτό πάρα πολύ ἀποστρεφόμαστε τήν κοινωνία μαζί τους, ἀλλά καί μέ ὅσους εἶναι ὁμόφρονες καί συγκοινωνοῦν μαζί τους, ἐπειδή κάθε ἀποστολικό καί ἐκκλησιαστικό θεσμό τόν θεωροῦν ὡς ἕνα τίποτα».

Δυστυχῶς, ἡ παραπανω ὁμολογιακή ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων δέν στάθηκε ἱκανή νά συνετίσει τόν βασιλέα Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τήν γενική ἀποδοχή τῆς ψευδοενώσεως τῆς Λυών.

Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποδοκίμαζαν τήν ψευδοένωση, θεωροῦσαν ὅσους τήν ἀποδέχθηκαν ὡς μολυσμένους καί διέκοψαν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν λατινόφρονα πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ΄ Βέκκο καί τούς ὁμόφρονές του[14]. Τούς κατηγοροῦσαν ὄτι ἐξέπεσαν τῆς ἱερωσύνης καί ὅτι τελοῦσαν ἄκυρα μυστήρια[15]. Αὐτό ἦταν σύμφωνο μέ τούς Κανόνες α΄ καί β΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[16]. Γι’αὐτό προέτρεπαν τούς πιστούς νά μήν ἐκκλησιάζονται μέ τόν Πατριάρχη καί τούς ὁμόφρονές του κληρικούς. Ὁ Βέκκος ἐπεκύρωσε τήν ψευδοένωση διά Συνόδου[17], ἐνῶ τόν Ἰούλιο τοῦ 1277 ἐξέδωσε «πατριαρχικό ἀφορισμό» ἔναντι τῶν «σχισματικῶν» Ὀρθοδόξων, πού ἦταν ἐναντίον τῆς ψευδοενώσεως.

8. Ἐπικαιροποίηση τῶν ἀνωτέρω στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική κατάσταση

Ἐάν θά θέλαμε νά ἐπικαιροποιήσουμε τά ὅσα μέχρι τώρα ἀναφέρθηκαν καί νά τά προσαρμόσουμε στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική κατάσταση, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ἀκολουθώντας κατά πόδας τούς προαναφερομένους Πατέρες, ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι, Μητροπολῖτες καί Ἐπίσκοποι ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία, κοινό συλλείτουργο, κοινό ποτήριο καί μνημονεύουν στά Δίπτυχα τόν κατεγνωσμένο καί ἀκοινώνητο αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκῖσκο καί τόν κατεγνωσμένο, σχισματοααιρετικό, ἀκοινώνητο ψευδομητροπολίτη Κιέβου Ἐπιφάνιο θεωροῦνται ὡς ὑπόδικοι καί ὑπόλογοι ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνωνγιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις, γεμάτοι ἀπό κάθε αἵρεση, ἱεροκάπηλοι, μολυσμένοι, ἀσυγχώρητοι, ἀκοινώνητοι, καθαιρετέοι, ἀποκηρυχτέοι, ἐστερημένοι ἱερωσύνης, ἀποκομμένοι ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εὑρίσκομενοι ὑπό κατάρα καί ἀνάθεμα, διότι συγκοινωνοῦν μαζί τους μέ τελειοτάτη κοινωνία καί μέσῳ αὐτῶν μέ ὅλους τούς αἱρετικούς καί γίνονται ἕνα μ’αὐτούς.

Κάποιος θά μποροῦσε νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ὅλα τά ἀνωτέρω θά πρέπει νά ἀποφασισθοῦν καί νά ὀρισθοῦν ἀπό μία ὄντως Ὀρθόδοξη Σύνοδο. Φυσικά, ναί. Ἀλλά, μήν ξεχνᾶμε ὅτι ὅσον ἀφορᾶ το Οὐκρανικό ζήτημα τό Πατριαρχεῖο Ρωσίας ἀπέκοψε ἀπὸ τὸ σῶμα του μὲ παλαιότερη συνοδικὴ ἀπόφασή του τούς καθηρημένους καὶ ἀναθεματισμένους σχισματοαιρετικούς τῆς Οὐκρανίας καί μέ πρόσφατες συνοδικές ἀποφάσεις του κατεδίκασε σέ ἀκοινωνησία τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί ὅσους Ἱεράρχες ἀπό τήν Ἑκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας συλλειτούργησαν, κοινώνησαν καί μνημόνευσαν τοὺς σχισματοαιρετικούς. Παραλλήλως διέκοψε τήν μνημόνευση ἀπό τά Δίπτυχα τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Θεοδώρου. Μπορεῖ μέν νὰ μὴν εἶναι πανορθόδοξη, ἀλλὰ τοπική ἀπόφαση, εἶναι δέ πάντως κανονικὰ κατοχυρωμένη καὶ ὀρθή, ἰσχύει γι’ ὅλη τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀναγνωρίσθηκε ἀπ’ ὅλη τήν Ἐκκλησία, πλήν τριῶν (Κωνσταντινουπόλεως, Ἑλλάδος, Ἀλεξανδρείας). Ἑπομένως, τά «ἔσται ἀκοινώνητος», ἤ «ἔστω ἀκοινώνητος», ἔχασαν τὴν μελλοντική τους διάσταση καὶ ἔγιναν παρούσα πραγματικότητα μὲ τὴν συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία εὐχόμαστε νὰ γίνει πανορθόδοξη.

Τέλος, πρός ἀντιμετώπιση τῆς τραγικῆς αὐτῆς καταστάσεως, οἱ μέν Ὀρθόδοξοι πιστοί ὀφείλουν νά ἀποδοκιμάζουν τήν ψευδοένωση μέ τόν Φραγκῖσκο, τόν Ἐπιφάνιο καί τούς σύν αὐτοῖς, νά μήν ἔχουν καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία καί νά μήν ἐκκλησιάζονται ἐκεῖ ὅπου λειτουργοῦν οἰκουμενιστές, λατινόφρονες, παπόφιλοι καί σχισματόφιλοι Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι, Μητροπολῖτες, Ἐπίσκοποι καί ὁμόφρονές τους κληρικοί, οἱ δέ Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς, πού ἀνήκουν ἐκκλησιαστικῶς σέ τέτοιους ἐπισκόπους, καλό θά ἦταν νά προβοῦν στήν ἐφαρμογή τοῦ ἱεροκανονικοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως,ἡ ὁποία σέ καμμία περίπτωση δέν συνιστᾶ σχίσμα, ἀλλά ἀπαλλαγή ἀπό τά σχίσματα καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας.

[1] Ἐπιστολή ἀποσταλεῖσα παρά τῶν Ἁγιορειτῶν πάντων πρός τόν βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, ὁμολογητική, σπεύδοντος τούτου ὅση δύναμις ἑνῶσαι τούς Ἰταλούς παραλόγως μεθ’ἡμῶν, μένοντας ἐκείνους ἀδιορθώτους πάντη τῶν σφῶν αἱρέσεων καί ἀμεταβλήτους, Lettre des Hagiorites a l’ Empereur (1275), στίχ. 14-24, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 395.

[2] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 13.

[3] Ὅ. π., σσ. 407-408.

[4] Ἐπιστολή…, στίχ. 25-34, σ. 397 καί στίχ. 1-8, σ. 399.

[5] Ἐπιστολή…, στίχ. 9-23, σ. 399 .

[6] Ἰεζ. 22, 26.

[7] Ἐπιστολή…, στίχ. 24-33, σ. 399 και στίχ. 1-7, σ. 401.

[8] Διάλογος ὅν ἐποίησεν ὁ ἁγιώτατος καί σοφώτατος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κῦρ Μιχαήλ ὁ Ἀγχιάλων πρός τόν πορφυρογέννητον βασιλέα κῦρ Μανουήλ τόν Κομνηνόν περί τῆς τῶν Λατίνων ὑποθέσεως, ὅτε πολλοί τῶν ὑπό τόν πάπαν ἀρχιερέων καί ἐπισκόπων καί φρερίων εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν κατέλαβον, τῶν ἐκκλησιῶν ζητοῦντες τήν ἕνωσιν καί μηδέν τι ἕτερον ἀπό τῶν Γραικῶν ἀπαιτοῦντες ἤ παραχωρῆσαι τῷ πάπᾳ τῶν πρωτείων καί τῆς ἐκκλήτου, δοῦναι δέ τούτῳ καί τό μνημόσυνον, Dialoque de Michel d’Anchialos, στίχ. 1-28, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 357.

[9] Ἐπιστολή…, στίχ. 5-23, σ. 419.

[10] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, Τῆς ἐν Καρθαγένη Τοπικῆς Συνόδου Κανών ΡΛΓ΄ (124), ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 535.

[11] Ἀθανασίου πατριάρχου Ἀλεξανδρείας ἐπιστολή, Lettre d’Athanase d’Alexandrie (1276), στίχ. 8-23, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 345.

[12] Ἐπιστολή ἀποσταλεῖσα παρά τῶν Ἁγιορειτῶν πάντων πρός τόν βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, ὁμολογητική, σπεύδοντος τούτου ὅση δύναμις ἑνῶσαι τούς Ἰταλούς παραλόγως μεθ’ἡμῶν, μένοντας ἐκείνους ἀδιορθώτους πάντη τῶν σφῶν αἱρέσεων καί ἀμεταβλήτους, Lettre des Hagiorites a l’ Empereur (1275), στίχ. 6-14, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 395.

[13] Ἀνωνύμου. Κατά τοῦ Βέκκου (Anonyme, contre Bekkos 1275), στίχ. 1-16, ἐν Archives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 333.

[14] ΙΩ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Ὁ θρυλλούμενος διωγμός… ἐν Ἀθωνικῇ Πολιτείᾳ, σ. 223.

[15] ΧΡ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ Ρώμη κατά τόν ιγ΄ αἰῶνα, σ. 109.

[16] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 170-172.

[17] ΑΡΧΙΜ. ΣΠ. ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, τ. β΄, Ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» καί Σύλλογος «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης», Ἀθήνα 2014, σ. 18.

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
15-01-2020

https://fdimathan.wordpress.com

Τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ 19 Ἰανουαρίου Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου Ενας εναντιον ολων O AΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΦΕΣΟΥ

Πότε ἔζησε; Λίγο προτοῦ νὰ πέσῃ ἡ Πόλις. Ἡ Πόλις ἔπεσε 29 Μαΐου 1453, ἡμέρα Τρίτη. Μερικὰ χρόνια πρὶν ἔζησε καὶ ἔδρασε ὁ ἅγιος Μᾶρκος. Ἦταν χρόνια δύσκολα γιὰ τὸ γένος μας. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν κατορθώσει νὰ κυριεύσουν ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία. Κάψανε σπίτια, ἀτιμάσανε γυναῖκες… Περάσανε τὰ Δαρδανέλλια, ἦρθαν στὴ Θρᾴκη, φτάσανε μέχρι τὴν Κω᾿σταντινούπολι, καὶ τὴν πολιόρκησαν. Κινδύνευσε ἡ Πόλις νὰ πέσῃ στὰ χέρια τους.
Αὐτοκράτωρ ἦταν τότε ἕνας ἀδελφὸς τοῦ Κω᾿σταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, ὁ Ἰωάννης Παλαιολόγος. Αὐτὸς συνεκάλεσε στὸ παλάτι σύσκεψι. Μαζευτήκανε στρατηγοί, ναύαρχοι, ὅλοι οἱ μεγάλοι, καὶ ἐσκέπτοντο πῶς θὰ σωθοῦνε ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν Τούρκων. Ὅλοι εἶπαν· Μόνοι μας δὲ᾿ μποροῦμε· πρέπει νὰ ζητήσουμε τὴ βοήθεια τῶν Εὐρωπαίων. Ἀλλὰ οἱ Εὐρωπαῖοι (Ἰταλοί, Γάλλοι, Ἱσπανοί, Γερμανοί…) δὲν εἶνε ὀρθόδοξοι. Πιστεύουν στὸν πάπα, καὶ αὐτὸν προσκυνοῦνε. Ἦταν καὶ τότε ὁ πάπας πανίσχυρος, γιατὶ ἐξουσίαζε ὄχι μόνο θρησκευτικῶς, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς. Ὅ,τι ἤθελε ἔκανε. Ἂν ἔλεγε «πόλεμος», πόλεμος γινόταν· ἂν ἔλεγε «εἰρήνη», εἰρήνη. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ πᾶνε στὸν πάπα καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουν νὰ στείλῃ βοήθεια. Σχηματίσθηκε λοιπὸν μιὰ ἐπιτροπή. Ἐκκλησιαστικὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ πατριάρχης, ὡρισμένοι μητροπολῖται, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὁ ἅγιος Μᾶρκος μητροπολίτης Ἐφέσου.
Ἂν πάρετε ἕνα χάρτη, θὰ δῆτε ὅτι ἡ Ἔφεσος εἶνε στὴ Μικρὰ Ἀσία, ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Σάμο. Ἦταν μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες πόλεις, μὲ 30 – 40 χιλιάδες Χριστιανούς, μὲ ὡραῖες ἐκκλησίες καὶ μοναστήρια, ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ μέχρι τὸ 1922. Τώρα δὲν ὑπάρχει τίποτα. Οἱ Τοῦρκοι τὶς ἐκκλησίες τὶς κάνανε σταύλους καὶ κινηματογράφους… Τότε λοιπὸν μητροπολίτης Ἐφέσου ἦταν ὁ ἅγιος Μᾶρκος.
Τὸν πῆραν μαζί τους στὴν ἐπιτροπή, γιατὶ ἦταν πολὺ μορφωμένος. Ἤξερε τὴν ἁγία Γραφὴ ἀπέξω, ἤξερε τοὺς πατέρες, ἤξερε φιλοσοφία· ἦταν ὁ πιὸ κατάλληλος νὰ κάνῃ συζήτησι μὲ τοὺς δυτικούς.
Μπῆκαν σὲ καράβι γιὰ νὰ πᾶνε. Τώρα ἀπὸ τὴν Πόλι φθάνεις στὴ Ῥώμη μὲ τὸ ἀεροπλάνο σὲ δυὸ ὧρες. Τότε ὅμως ἤθελαν μῆνες· νὰ περάσουν τὰ Δαρδανέλλια, τὸ Αἰγαῖο, κάτω ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, γιὰ νὰ φθάσουν ἐκεῖ. Τὰ καράβια ἦταν ἱστιοφόρα. Ξεκίνησαν λοιπὸν καὶ ὕστερα ἀπὸ τέσσερις μῆνες φθάσανε στὴν Ἰταλία.
Μόλις βγήκανε ἔξω, ὁ πάπας εἶχε τὴν ἀξίωσι, ὅλη ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐκλεκτῶν Βυζαντινῶν μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν αὐτοκράτορα νὰ περάσουν νὰ τὸν προσκυνήσουν, νὰ πέσουν στὰ πόδια του καὶ νὰ φιλήσουν τὴν παντόφλα του. Αὐτοὶ τί ἀπήντησαν· Ἐμεῖς ἄνθρωπο δὲν προσκυνᾶμε· τὸ Θεό προσκυνᾶμε. Καὶ δὲν ἀσπάσθηκαν τὴν παντόφλα του. Μέχρι καὶ σήμερα, ὅποιος πάῃ στὴ Ῥώμη νὰ δῇ τὸν πάπα, πρέπει νὰ φιλήσῃ ὄχι τὸ χέρι ἀλλὰ τὸ πόδι του. Ἐμεῖς ἔχουμε συνήθεια καὶ φιλᾶμε τὸ χέρι τῶν κληρικῶν καὶ τῶν μεγαλυτέρων· ἀλλὰ ἐκεῖ στὴ Ῥώμη φιλᾶνε τὴν παντόφλα τοῦ πάπα.
Ἄρχισαν τέλος πάντων οἱ συζητήσεις. Σὲ ὅλα εἶχαν διαφορὲς μεγάλες. Ποιές διαφορές; Μερικὲς εἶνε οἱ ἑξῆς.
Ἐμεῖς στὸ βάπτισμα βυθίζουμε τὸν βαπτιζόμενο στὴν κολυμβήθρα· πρέπει νὰ χωθῇ ὅλο τὸ κορμὶ στὸ νερό, νὰ μὴ μείνῃ τίποτε ἀσκέπαστο. Οἱ φράγκοι δὲν βυθίζουν τὸ σῶμα· μόνο τὸ ῥαντίζουν. Ἕνα αὐτό.
Τὸ δεύτερο. Ἐμεῖς κοινωνοῦμε σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτοὶ δίνουν μόνο «σῶμα», τὴν ὄστια ὅπως τὴ λένε.
Τρίτον. Ἐμεῖς λέμε, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός. Αὐτοὶ προσθέτουν, ὅτι ἐκπορεύεται «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ».
Ἐμεῖς ἔχουμε τὸ Χριστὸ ἀρχηγό μας. Αὐτοὶ λένε, ὅτι ὁ πάπας ἔχει τὸ «πρωτεῖο».
Αὐτὲς καὶ ἄλλες ἀκόμα διαφορὲς ὑπάρχουν μεταξύ μας. Καὶ σ᾿ αὐτὰ τὰ σημεῖα ἔμεινε ἀνυποχώρητος ὁ ἅγιος Μᾶρκος.
Στὸ τέλος ὁ πάπας, ὅταν εἶδε τὰ δύσκολα, χρησιμοποίησε βία. Τοὺς ἔθεσε σὲ περιορισμό, τοὺς ἄφησε νηστικοὺς μέρες ὁλόκληρες, τοὺς τυράννησε. Τότε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου ὑποχώρησαν καὶ ἄρχισαν νὰ ὑπογράφουν τὴν ἕνωσι. Μόνο ἕνας δὲν ὑποχώρησε. Καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός. Ὅταν ὁ πάπας ἔμαθε τὴν ἄρνησί του, εἶπε· Ἀφοῦ δὲν ὑπέγραψε αὐτός, «δὲν κάναμε τίποτα».
Δὲν ὑπέγραψε, καὶ κινδύνευσε τὰ μέγιστα τότε. Μὲ δυσκολία κατώρθωσε νὰ φύγῃ ἀβλαβὴς ἀπὸ τὴ Ῥώμη καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ στὴν Πόλι. Ὅταν ἔφθασε, βγῆκε ὅλος ὁ λαὸς καὶ τὸν ὑποδέχθηκε. Γιατὶ ἦταν ἥρωας. Ἔμεινε ἀνυποχώρητος, ἕνας αὐτὸς ἐναντίον ὅλων.

Τιμοῦμε τὸν ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό. Γιατὶ ἂν δὲν ἦταν αὐτός, ἐμεῖς τώρα θὰ ἤμαστε φράγκοι. Ἀντιστάθηκε αὐτὸς καὶ κράτησε τὴν ὀρθόδοξο πίστι, ὅπως παλαιότερα ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Οἱ παπικοὶ ἔλεγαν· Ἂν μπορῇς νὰ μετακινήσῃς τὸν Ὄλυμπο, μπορεῖς νὰ κλονίσης κι αὐτὸν ἀπὸ τὶς πεποιθήσεις του.
Τί μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Μᾶρκος; Πρῶτον ἕνα δίδαγμα ἐθνικό. Νὰ προσέξουμε καὶ σήμερα, γιατὶ πάλι κινδυνεύουμε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τὰ ἴδια ἔχουμε. Τότε κατέφυγαν στὸν πάπα. Καὶ αὐτός, κατὰ τὴ συμφωνία ποὺ ἔγινε, ἔστειλε μιὰ μικρὴ βοήθεια, λίγα καράβια καὶ λίγους στρατιῶτες. Καὶ ἡ Πόλις ἔπεσε. Τὰ ἴδια καὶ σήμερα. Τὴν ὥρα τοῦ κινδύνου ἐμεῖς ποῦ ἀποβλέπουμε; Στοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, ἄλλη μιὰ φορά, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν. Δὲν κάνω πολιτική, ἀλλὰ σᾶς λέω τὴν πικρὰ ἀλήθεια. Ὅταν ἤμεθα στὴ Μικρὰ Ἀσία, μᾶς ἄφησαν καὶ οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Ἰταλοὶ καὶ οἱ Γάλλοι. Μείναμε μόνοι. Ἐνῷ λίγο ἂν μᾶς βοηθοῦσαν, δὲ᾿ θὰ θρηνούσαμε τὴν καταστροφή. Μισοῦν, φθονοῦν τὴν Ἑλλάδα. Τί πρέπει νὰ κάνουμε ἐμεῖς; Νὰ ἔχουμε ὁμόνοια καὶ ἀγάπη, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ κρατηθοῦμε σ᾿ αὐτὰ τὰ ἐδάφη, ποὺ εἶνε ποτισμένα μὲ αἷμα.
Ἀλλὰ καὶ ἕνα θρησκευτικὸ δίδαγμα. Στὰ χρόνια μας ἔχουν σηκωθῆ πολλοὶ ἄθεοι. Ἄλλοτε στὸν εὐλογημένο τόπο μας δὲν ὑπῆρχε ἄθεος. Τώρα οἱ ἄθεοι φτάσανε μέχρι τὶς στάνες· ἔχουμε καὶ τσοπαναραίους ἀθέους. Ἂν συναντήσετε ἄθεο, ποὺ λέει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεὸς κι ὅτι ὅλα ἔγιναν ἔτσι, νὰ τοῦ πῆτε ἕνα πρᾶγμα· «Τὸ σπιτάκι ποὺ κάθεσαι, ἔτσι μόνο του ἔγινε; Κάποιος τὸ ἔχτισε. Καὶ τὸ σύμπαν, τὸ μεγάλο αὐτὸ σπίτι, ποιός τὸ ἔχτισε; Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός!». Κλεῖστε τ᾿ αὐτιά σας στοὺς ἀπίστους καὶ ἄθεους. Ἀκόμα κλεῖστε τ᾿ αὐτιά σας στοὺς αἱρετικοὺς καὶ μάλιστα στοὺς χιλιαστάς, ποὺ μᾶς ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ μὲ βαλίτσες δολλάρια. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ τοὺς ποῦμε ἐμεῖς εἶνε· Φτωχοὶ εἴμαστε, ἀλλὰ δὲ᾿ θὰ πουλήσουμε τὴν πίστι μας. Παραπάνω ἀπὸ τὰ δολλάρια τῆς Ἀμερικῆς εἶνε ὁ Χριστός μας. Δὲ᾿ θὰ πουλήσουμε τὸ Χριστὸ σὰν τὸν Ἰούδα ἀντὶ τριάκοντα ἀργυρίων!…
Ἕνας τέτοιος πράκτορας ἦρθε κάποτε στὴ Φλώρινα καὶ ζήτησε ἀπὸ μιὰ γυναῖκα – ἰδιοκτήτη κινηματογράφου νὰ τοὺς παραχωρήσῃ τὴν αἴθουσα, γιὰ νὰ μαζευτοῦν ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅλη τὴ Μακεδονία καὶ νὰ κάνουν συγκέντρωσι. Τῆς ἔδιναν, γιὰ μία ὥρα, πολλὰ χρήματα. Κι αὐτὴ τί ἀπήντησε· ―Φτωχιὰ εἶμαι, ἀλλὰ τὸν κινηματογράφο σ᾿ ἐσᾶς δὲν τὸν δίνω. Ὅλα τὰ δολλάρια τῆς Ἀμερικῆς νὰ μοῦ δώσετε, δὲ᾿ μαγαρίζω τὴν αἴθουσα!…
Κάτω στὴ Θεσσαλία, κοντὰ στὸν Πηνειό, εἶνε ἕνα χωριουδάκι. Εἶχε παπᾶ, χτυποῦσε καμπάνα, πήγαιναν ὅλοι στὴν ἐκκλησία· εὐλογημένο χωριό. Ἦρθε ὅμως ἀπὸ τὴ Γερμανία ἕνας ποὺ εἶχε γίνει χιλιαστής. Αὐτὸς κατώρθωσε σιγὰ – σιγὰ νὰ κάνη καὶ ἕναν δεύτερο χιλιαστή, σὲ λίγο ἕναν τρίτο… Τώρα τὸ χωριὸ εἶνε ὅλο χιλιαστικό. Ψώριασαν τὰ πρόβατα! Φτάνει ἕνα γιὰ νὰ ψωριάσῃ ὅλο τὸ κοπάδι.
Γι᾿ αὐτό, ἂν καμμιὰ φορὰ στὴν ἐνορία σας ἔρθῃ χιλιαστής, σημάνετε συναγερμό. Ἀνεβῆτε στὰ καμπαναριὰ καὶ χτυπῆστε νεκρικὰ τὶς καμπάνες, σὰ᾿ νὰ εἶνε Μεγάλη Παρασκευή. Διῶξτε τους μακριά. Γιατὶ εἶνε λύκοι φοβεροί, ἀπατεῶνες καὶ πλαστογράφοι τῆς ἀληθειας. Ἔτσι θὰ εἶστε παιδιὰ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ παιδιὰ τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Ἔτσι θὰ κρατήσουμε τὴν πίστι μας ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, δοξάζοντες Πατέρα Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνα αἰῶνος.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία. Πρώτη ἐκφώνησις ἱ. ναὸς Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ Κρυόβρυση – 
Ἑορδαίας 19-1-1976.

http://www.augoustinos-kantiotis.gr

ΠΥΡΕΤΩΔΕΙΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ


Κυβέρνηση καὶ Ἐκκλησία (Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ Ἀρχιεπισκοπὴ) σὲ συνεργασία μὲ τὴν Οὐάσιγκτον καὶ τὸ Βατικανὸ προετοιμάζουν πυρετωδῶς ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στὴν Ἑλλάδα μέσα στὸ 2020. Σύμφωνα μὲ ἀποκλειστικὲς πληροφορίες ἡ ἐπίσκεψη θὰ ἔχει ὡς ἀπώτερο στόχο καὶ σκοπὸ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ καὶ εἰδικά τοῦ προγράμματος στὰ βήματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἡ ἐπίσπευση στήν ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου φέρεται νά ἀποτελεῖ πρόταση τοῦ Ἀμερικανοῦ πρέσβη στὴν Ἀθήνα Τζ. Πάϊατ, ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἄμεση κάλυψη τῶν κενῶν, ποὺ παρατηροῦνται στὰ προσκυνήματα ἀπὸ τὴν ἀπουσία τῶν Ρώσων προσκυνητῶν. Στὴν οὐσία, ὅμως, στοχεύει στὴν περαιτέρω δυτικοποίηση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, μέσω τῆς προώθησης τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομικῶν στοιχείων ποὺ τὴν συνοδεύουν… Τὸ ἄνοιγμα τῶν ὀρθοδόξων προσκυνημάτων σὲ προσκυνητὲς τῆς Παπικῆς καὶ προτεσταντικῆς θρησκευτικῆς κοινότητας εὐελπιστοῦν πὼς θὰ ἀποτελέσει τὴ βάση ἀφομοίωσης τῶν δυτικῶν μοντέλων διαβίωσης ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες… Αὐτὸ σημαίνει ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ρωσία καὶ προσέγγιση πρὸς τὸ Βατικανὸ καὶ ἐν γένει τὴ Δύση!

Ἐπιπλέον ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στὴ Μακεδονία, οὐσιαστικὰ θὰ ἀποτελεῖ, ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ τῆς ὑπόσχεσης, ποὺ ἔδωσε ἡ κυβέρνηση, ὅτι θὰ «διαφημίσει» σὲ παγκόσμια κλίμακα τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας, ὡς ἀντιπερισπασμὸ στὴν Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν!!!

(Παραμύθια της χαλιμας!!! Ο Πάπας εδῶ και χρόνια στέλνει στους Σκοπιανους μηνύματα και τους ἀποκαλεῖ Μακεδονία)

Μέσα στὸ πλαίσιο τῆς προετοιμασίας τῆς ἐπίσκεψης τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στὴν Ἑλλάδα, ὁ ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν Νικόλαος Δένδιας πραγματοποίησε ἐπίσημη ἐπίσκεψη στὸ Βατικανό, ὅπου συζήτησε καὶ ἔθεσε ἐπισήμως τὴν πρόταση ἐπίσκεψης τοῦ Πάπα Φραγκίσκου, ἡ ὁποία λέγεται πὼς ἔγινε ἀποδεκτή. Ἀκολούθησε ἡ ἐπίσκεψη στὴν Ἀθήνα τοῦ Καρδινάλιου Λεονάρντο Σάντρι, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπικεφαλῆς τοῦ Βατικανοῦ τοῦ τομέα ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες. Ὁ Καρδινάλιος Σάντρι συνέχισε τὶς συζητήσεις μὲ τὸν ὑπουργὸ καὶ εἶδε καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἱερώνυμο σὲ ἐπίσκεψή του στὴν Ἀρχιεπισκοπή. Λίγες ὧρες μετὰ τὴ συνάντηση τοῦ Καρδιναλίου μὲ τὸν ὑπουργὸ Ἐξωτερικῶν Ν. Δένδια, τὸ κατώφλι τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ὅλως τυχαίως, περνοῦσε καί ὁ Ἀμερικανὸς πρέσβης Τ. Πάϊατ… Βέβαια ὁ ὑπουργὸς ὑποστήριξε ὅτι συζητήθηκαν μαζί του θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὶς ἑλληνοαμερικανικὲς σχέσεις. Πληροφορίες, ὡστόσο, ἀναφέρουν ὅτι κύριο θέμα τῆς συνομιλίας τους ἦταν ἡ ἐπικείμενη ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στὴν Ἑλλάδα.

Ἤδη, ὅπως μαθαίνουμε, σὲ περιφέρειες τῆς Μακεδονίας, ὅπως λ. χ. τῆς Καβάλας ἔχουν φθάσει οἱ ἀπαραίτητες ἐντολὲς τοῦ ὑπουργείου μὲ τὴν ἔνδειξη τῶν ἐγγράφων «ἄκκρως ἀπόρρητο», ἔτσι ὥστε νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἐπίσκεψη Πάπα ἀπὸ τυχὸν ἀντιδράσεις ὀρθοδόξων χριστιανῶν καὶ κυρίως τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μέσω τῶν προγραμμάτων ΕΣΠΑ ἐπίσης χρηματοδοτοῦνται κατά προτεραιότητα σειρὰ συνεδρίων -ἡμερίδων καὶ ἐκδηλώσεων ποὺ ἀφοροῦν τὸν θρησκευτικὸ τουρισμό, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ δημιουργηθοῦν οἱ κατάλληλες ὑποδομὲς ποὺ θὰ στηρίξουν τὸ πρόγραμμα στὰ βήματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Λέγεται, πὼς ἐκτός τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου, ἐνήμεροι εἶναι καὶ κάποιοι Μητροπολίτες τῆς Βορείου Ἑλλάδος.

Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὸ ὅλο ζήτημα ἐμπλέκεται ἐκτός τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ τὸ ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ, τὸ ὁποῖο ἀποσκοπεῖ μαζὶ μὲ τὰ θρησκευτικὰ προσκυνήματα νὰ διαφημίσει κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα καὶ τοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους, τῆς Ἀμφίπολης καὶ τῆς Βεργίνας.

Δὲν ἀποκλείεται ἐὰν ὑπάρξουν οἱ κατάλληλες συνθῆκες νὰ πραγματοποιηθεῖ καὶ ἐπίσκεψη ἀστραπὴ τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στὸ Ἅγιο Ὄρος, σὲ συγκεκριμένη Ἁγιορείτικη Μονή… ἡ ἀδελφότητα τῆς ὁποίας ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ τὴν πολιτικὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου θὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὸν ἀρχαιολογικὸ -προσκυνηματικὸ χῶρο τῶν Φιλίππων, παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Στὸ πρόγραμμα θὰ συμπεριληφθεῖ ὁ Λαγκαδᾶς, ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ Βέροια, Θεσσαλικὲς πόλεις, ἡ Ἀθήνα καὶ ἡ Κόρινθος.

ΠΗΓΗ ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Η «αγάπη» των οικουμενιστών και το «μίσος» των αγίων

«ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΝ ΦΥΛΑΤΤΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΕΚΔΙΚΕΙΣΘΑΙ»
(Αρχιεπ. Ρώμης Λέων, προς Φλαβιανόν, Αρχιεπ. Κωνσταντινουπόλεως. Δ΄ Οικ. Σύνοδος)

Ένας απλός, λογικός, καλοπροαίρετος και αμερόληπτος άνθρωπος δεν μπορεί να μην απορεί και να μην προβληματίζεται, παρακολουθώντας όλην αυτήν την κακόγουστη παράσταση των οικουμενιστών, η οποία βρίθει από γελοίες και θλιβερές μεταπτώσεις. Από τη μια θαυμάζουν και επικαλούνται τον βίο και την πολιτεία των αγίων και από την άλλη τους αγνοούν απαξιωτικά και παντελώς, πάντοτε σύμφωνα με τις ανάγκες εξυπηρέτησης των περιστάσεων που προκύπτουν στο δόλιο έργο τους. Από τη μια οι αλλεπάλληλες αγιοκατατάξεις και από την άλλη η ασύστολη άρνηση εφαρμογής των λόγων και των έργων αυτών, τους οποίους αγιοκατάσσουν! Μόνο ένας κακόβουλος και ανόητος άνθρωπος θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος μπροστά σ` αυτήν την άθλια και προδοτική πορεία τους!

Με αυτήν πέφτουν σε ατελείωτες αντιφάσεις, επινοώντας και εκφράζοντας θεολογικώς ακατανόητα πράγματα, ανάμεσα στα οποία εξέχουσα θέση κατέχει η απόρριψη της πίστεως και της διδασκαλίας των Πατέρων και η θεοποίηση της «αγάπης» και των συναφών αυτής «αρετών»! Είναι η αρχή και το τέλος της θεολογίας τους αυτή, αφού πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων ή τουλάχιστον κλείστηκε στο επτασφράγιστο ντουλάπι της λήθης, η αλήθεια!
Ποια αγάπη όμως και ποια ειρήνη και ποια αδελφοσύνη; Στο όνομα τίνος; Με ποιον κοινό παρονομαστή; όπως μας έλεγαν οι μαθηματικοί μας στο σχολείο. Μέσα στη σύγχυση που προκαλούν τα καταιγιστικώς ενσκήπτοντα «ήξεις, αφήξεις», από στόματα, τα οποία η Εκκλησία όρισε να λένε το ναι, ναι και το ου, ου, δεν προλαβαίνουμε να εμπεδώσουμε το ιστορικό γίγνεσθαι! Και καθημερινά βρισκόμαστε μπροστά σε νέες εκπλήξεις.
Πατριάρχες και λοιποί «ποιμένες» κάθε βαθμού, τιτλούχοι και μη, ορμώμενοι εκ των καταγεγραμμένων και κυρίως αγράφων νόμων του Κολυμπαρίου διεσπάρησαν ανά την οικουμένη σε θέσεις κλειδιά και με ένα πρωτοφανές και καλά συγκροτημένο κίνημα, εργάζονται πυρετωδώς να εγκαταστήσουν με το έτσι θέλω και με κάθε τίμημα την νέα τάξη πραγμάτων, σ` ό,τι αφορά την υπόσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και τις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο. Παντού και από όλα τα κέντρα ειδήσεων, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, προβάλλεται η αντιπαραδοσιακή, μεταπατερική, νεοπατερική και αντιπατερική δράση τους και επαινείται, ως επιβεβλημένη τάχα και αναγκαία για τους καιρούς μας.
«Ωρίμασαν οι καιροί, μας προειδοποιούν, για την ένωση με τους παπικούς», διά στόματος πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. «Μην κωλύετε κανέναν να προσέρχεται στη θεία Κοινωνία», επίσης, διά στόματος κάποιου επισκόπου από την Αμερική. “Η αυτοκεφαλία της Ουκρανίας αποβλέπει μόνον στο πνευματικό συμφέρον των Ορθοδόξων αυτής της χώρας", διά του Γαλλίας. «Οι Μονοφυσίται είναι αδελφοί χριστιανοί», διά του Αλεξανδρείας και πάει λέγοντας. Αμέτρητοι οι επίστρατοι για το χτίσιμο της «εκκλησίας» της νέας Εποχής! Και όλα αυτά, διότι έπαψαν να πιστεύουν στην μοναδικότητα της Αλήθειας, της οποίας φορέας και φύλακας είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία!
Και για να επιστρέψουμε στην αρχή και να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, θα αναφερθούμε σε ένα παράδειγμα μέσα από την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. 
Στα αναλόγια των ναών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κάθε πρώτη Κυριακή από την 13η μέχρι την 19η Ιουλίου ψάλλουμε μια ακολουθία, που αναφέρεται σε αιρεσιάρχες με τα ονόματα Σέργιος, Σεβήρος, Ονώριος, Ευτυχής, Διόσκορος, Νεστόριος. Αυτούς, οι σημερινοί Μονοφυσίτες τους τιμούν ως αγίους τους. Αυτούς, λέει η ακολουθία με τα τροπάριά της, τους καταδίκασαν οι 630 θεοφόροι Πατέρες στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας: «Εν Χαλκηδόνι Σύνοδος η Τετάρτη Διόσκορον, Ευτυχή, Σεβήρον τους δεινούς κατέβαλεν, εις τέλος εξώσασα την ακανθώδη πλάνην αυτών, την συγχυτικήν των ουσιών του Σωτήρος της θείας Εκκλησίας, του Χριστού και Δεσπότου΄ μεθ` ής ορθοδοξούντες, μισήσωμεν δη τούτους». (τροπάριο Η΄Ωδής του β΄κανόνος). 
Είναι φοβερό το κλείσιμο του τροπαρίου, παρόμοια του οποίου υπάρχουν και σε άλλες ακολουθίες! Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής είναι άκρως επιεικής στις επιστολές του, όπου μας λέει απλώς το: «εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε· ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς». (Β΄Ιωάν. 10-11). Το τροπάριο όμως, αφού μας ενημερώνει μέσα σε δυο αράδες για την πλάνη των ως άνω αιρεσιαρχών και την νίκη της αλήθειας, στο τέλος μας δίνει ρητή εντολή να τους μισήσουμε!
Εντέλλεται κάτι που οι οικουμενιστές σοκάρονται, το απεχθάνονται, το απαξιώνουν, το θεωρούν αφιλάνθρωπο και μη χριστιανικό. Αγνοούν το αγιοπνευματικό του περιεχόμενο, διότι δεν «γνωρίζουν», δεν έχουν την πείρα των αγίων! Και αντί να κάνουν υπακοή στους αγίους, μοιράζουν με περισσή αυταρέσκεια αγάπες, αμφοτέρωθεν καταστροφικές. 
Διότι άλλη είναι η επιρροή του αρχηγού - αιρεσιάρχη και διδασκάλου σε μια αίρεση και άλλη ενός απλού μέλους της αίρεσης, όπως και η αντίστοιχη ευθύνη που απορρέει. Στον απλό αιρετικό υπάρχει ελπίδα μετανοίας. Στον αιρεσιάρχη είναι ανθρωπίνως αδύνατον. Εκτός του ότι δεν μετανοεί, εξαιτίας αυτού οδηγούνται στην απώλεια αμέτρητες ψυχές. 
Μ` αυτούς έρχονται σε διάλογο οι οικουμενιστές και αντί να «διεκδικήσουν» την Αλήθεια, συναγωνίζονται σε επιδόσεις αγαπολογίας, παραπλανώντας τους πιστούς και εκπληρώνοντας τον ευαγγελικό λόγο: «κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν». (Ματ. 23,14)
Η κατάσταση «βύρσης σαπράς κάκιστον όζει», βρομάει χειρότερα από το σάπιο τομάρι του ζώου! Αφού λοιπόν τους συμπεριλαμβάνουν όλους άνευ όρων και ορίων στην Εκκλησία και εξισώνουν την αλήθεια με το ψέμα, τους προτείνουμε να αλλάξουν τώρα, σήμερα, όλες τις ακολουθίες στα λειτουργικά βιβλία, για να μην πέφτουμε εμείς οι τιποτένιοι σε αντιφάσεις. Να μην έχουμε τύψεις συνειδήσεως! Αλλά, ποιος αμφιβάλλει πως αυτή θα είναι μια από τις επόμενες προγραμματισμένες κινήσεις τους; 
Μη χειρότερα! Και … «Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου»!!!

Σάββας Ηλιάδης
Δάσκαλος
Κιλκίς, 28-12-2019

«Στὸ ἑξῆς τὸ μεγάλο πρόβλημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία θὰ εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι»!

Ὁ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μέγιστος τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἔκαμε μία ἐφιαλτικὴ πρόβλεψη: 

«Στὸ ἑξῆς τὸ μεγάλο πρόβλημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία θὰ εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι»!

Παρατηροῦμε στὶς τραγικὲς ἡμέρες μας, μὲ τρόμο καὶ ἀνησυχία, νὰ ἐπαληθεύεται ὁ φωτισμένος καὶ διορατικὸς ἐκεῖ­­νος κληρικὸς καὶ θεολόγος! Οἱ Ἐπίσκοποί μας, ἐκτὸς κάποιων ἐξαιρέσεων,ἀπέβαλαν τὸ ἡρωικὸ καὶ ὁμολογιακὸ ἐπισκοπικὸ φρόνημα, τὸ φρόνημα τῶν Πατέρων καὶ κατάντησαν καριερίστες γραφειοκράτες. Καὶ τὸ χειρότερο: ἀπέβαλαν καὶ τὸ τελευταῖο ἴχνος προσωπικῆς εὐθύνης, γενόμενοι φερέφωνα ἀλλότριων, μὲ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, σχεδίων.
Ἡ στάση τους φάνηκε στὴν ἔκτακτη σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας (12 Ὀκτωβρίου), ἀναθέτοντας στὸν Ἀρχιεπίσκοπο νὰ χειριστεῖ «ἐν λευκῷ» τὸ οὐκρανικό, τρέφοντας τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ἔτσι «ξεφορτώνονται» ἀπὸ πάνω τους αὐτὸ τὸ βαρὺ φορτίο καὶ μεταθέτοντας τὴν τεράστια εὐθύνη τους, γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς παγκόσμιας Ἐκκλησίας.
Ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ «φιάσκο» συνεχίζουν νὰ δείχνουν μία ἀπαράδεκτη συμπεριφορά.Χαρακτηριστικὴ περίπτωση Μητροπολίτη τῆς Πελοποννήσου, νομιζόμενου ὡς «συντηρητικοῦ» καὶ «παραδοσιακοῦ», ὁ ὁποῖος ἔγινε τὸ πλέον ἠχηρὸ φερέφωνο τοῦ «σβησμένου» Φαναρίου, στηρίζοντας τὶς «καραμπινάτες» ἀντικανονικότητες τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στὸ οὐκρανικὸ ζήτημα. Ὄντας (καὶ) καθηγητὴς Πανεπιστημίου, χρειάστηκε, κατὰ τὴν ὁμολογία του, νὰ «πειστεῖ» ἀπὸ ἄλλους Ἐπισκόπους, ὅτι «ὅλα ἔγιναν σύμφωνα μὲ τὴν κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας», ποὺ σημαίνει παντελῆ ἀπουσία προσωπικῆς γνώμης! Δυσ­τυχῶς!

Η ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΥΠ. ΑΜΥΝΑΣ ΠΑΝΟΥ ΚΑΜΜΕΝΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΧ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΣΧΙΣΜΑ-ΡΩΣΙΑ


Η ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ κου ΠΑΝΟΥ ΚΑΜΜΕΝΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ κ.ΙΕΡΩΝΥΜΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΑΡΞΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ, ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΡΣΗΣ ΤΩΝ ΡΩΣΙΚΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΜΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ.


Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΑΣΕ ΣΤΑ ΔΙΠΤΥΧΑ ΤΟΥ 2020 ΤΟΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟ "ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ" ΕΠΙΦΑΝΙΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΥΚΡΑΝΙΚΗΣ "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ"




ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΠΛΕΟΝ , Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΕΣΤΗ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ ΑΦΟΥ ΣΤΑ ΔΙΠΤΥΧΑ ΤΗΣ ΠΕΡΑΣΕ ΤΟΝ "ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ" ΕΠΙΦΑΝΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ , ΝΕΑΣ ΟΥΚΡΑΝΙΚΗΣ "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ" ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ, ΤΟΥ ΝΕΟΥ "ΠΑΠΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ" ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΑΠΟ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΟΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ , ΩΣ ΑΛΛΟΣ ΠΑΠΑΣ.

ΟΣΟΙ ΕΛΕΓΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΟΥ ΤΟ 2016 ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΟΧΩΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΙΕΡΑ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ "ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ" ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑΤΙ Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΦΥΛΑΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ , ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΤΩΡΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΧΙΣΜΑ. 


ΤΙ ΘΑ ΠΡΑΞΟΥΝ ΤΩΡΑ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ , ΙΕΡΕΙΣ , ΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ-ΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ;

Σ.Β

Ας το δουν οι Έλληνες Μητροπολίτες που αγνοούν παντελώς την ιστορία της Ουκρανικής Εκκλησίας

Το σχίσμα της Ορθοδοξίας στην Ουκρανία


Η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων παρουσίασε video 20 λεπτών με ελληνικούς υποτίτλους στο οποίο αποτυπώνεται η ζωή της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από τη στιγμή της απόκτησης ευρείας αυτονομίας από το Πατριαρχείο Μόσχας μέχρι σήμερα. Ελπίζουμε να το δουν και πολλοί Έλληνες Μητροπολίτες που όπως φαίνεται δεν γνωρίζουν τίποτα από την ιστορία της κανονικής Ουκρανικής Εκκλησίας.

Ο θεατής μπορεί να καταλάβει με λεπτομέρειες:
Πώς προέκυψε το σχίσμα και για ποιο λόγο ο Φιλάρετος στερήθηκε την ιεροσύνη και του επιβλήθηκε ανάθεμα.


"Κίβδηλη Συνείδηση" και "λοβοτομημένη μάζα"!

Στην πορεία προς τον Αντίχριστο οι Ποιμένες απόντες 
ή 
και συνεργοί στη δημιουργία
αυτής της "κίβδηλης συνείδησης"!

Επί των ημερών μας η λογική έχει υποχωρήσει και κατισχύει ο παραλογισμός και δη η υποβόσκουσα κοινωνική σχιζοφρένεια των πολιτών, οι οποίοι ακουσίως,έχουν αυτό-παραδοθεί καθ’ ολοκληρίαν, εις την παραπληροφόρηση και την επιλεκτική αξιολόγηση ειδήσεων, εκ των στρατευμένων Μ.Μ.Ε, τα οποία δρουν, ανυπερθέτως, ως «Δούρειοι ίπποι», ορισμένου εσμού πολιτικών συμφερόντων.
Η επιλήψιμη αυτή στάση των εξωνημένων Μ.Μ.Ε αλλά και μέρος του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, αποβλέπει εις την δημιουργία, μίας διανοητικά λοβοτομημένης μάζας, η οποία άκριτα και άκρατα, άνευ ουδεμίας κριτικής αντιστάσεως και συγκροτημένης σκέψεως προς στάθμιση των τρεχουσών γεγονότων, θα άγεται και θα φέρεται εσαεί, από την εκάστοτε εξουσία, η οποία θα εξυπηρετεί, ιδιοτελείς σκοπιμότητες.
Η πηδαλιούχηση της κοινωνίας και η διαμόρφωσή της, ως δρώσης μάζας, συνιστά αυτοσκοπό, διότι τοιουτοτρόπως, η εκάστοτε εξουσία επιβάλλει εις το διηνεκές τα αντιλαϊκά και αντι-εθνικά της σχέδια, σφετεριζόμενη ανεπαισθήτως, τον πνευματικού ευνουχισμό της λειτουργικά αναλφάβητης μάζας.
Αυτόθροη συνέπεια της προπεριγραφείσας ανωτέρω καταστάσεως είναι η κύηση του φαινομένου του κοινωνικού μιθριδατισμού, σύμφωνα με το οποίο ο πολίτης εθισμένος από την πλύση εγκεφάλου και την εξάρθρωση της σκέψεως του, καταφάσκει και αποδέχεται, άνευ ουδεμίας αντιδράσεως, οιαδήποτε πολιτική απόφαση εκ της καθεστηκυίας τάξεως, ακόμη και εάν δια αυτής, παραβλάπτονται καταφώρως τα θεμελιώδη δικαιώματά του, ή υποσκάπτεται προδήλως και ευθέως η ιδική του πρόοδος και εξέλιξη.
Οι φαύλες αυτές πρακτικές εφαρμόζονται προς τις «μαζικές κοινωνίες» των αφιονισμένων καταναλωτών, ίνα τους πειθαναγκάσουν προς έναν στρεβλό τρόπο σκέψης ούτως ώστε, προϊόντος του χρόνου, (οι μάζες αυτές), να καθίστανται ευχερέστερα, αποδέκτες των κίβδηλων αξιών «του εκάστου συστήματος».
Η παράνοια σήμερα έγκειται εις το γεγονός ότι, η ωμή βία, οι αξιόποινες πράξεις, η τρομοκρατία, εις τον χώρο των πανεπιστημίων, θεωρούνται ελευθερία και άσυλο, με αποτέλεσμα η ανομία να κείται εις το απυρόβλητο, οι οικονομικοί μετανάστες κατά κατάλυση, πρωτίστως, της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης, ονομάζονται συλλήβδην ως πρόσφυγες, Ο Σύριζα, ένα χρεοκοπημένο ξενόδουλο κόμμα εξουσίας, με ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, της πεπερασμένης ελευθεριάζουσας «μετα-νεωτερικότητας», χαρακτηρίζεται πρόοδος, και ο Νόμος περί Ρατσισμού, ο οποίος επενεργεί ως δρακόντεια αστυνομία σκέψεως και προκρούστεια λογοκρισία, ταχθείσα προς την εξουδετέρωση των αντιφρονούντων, ως οιονεί σύγχρονη πιστοποίηση φρονημάτων, να λογίζεται ως δημοκρατία και ελευθερία.
Εν κατακλείδι καθίσταται πασίδηλο ότι η εποχή μας τέμνει προς τον παραλογισμό, η αφτιασίδωτη δε αλήθεια, είναι ότι βιώνουμε μία νεοπαγή δικτατορία σκέψεως, η οποία λαμβάνει τα πιο απηνή και αμείλικτα κατασταλτικά μέτρα προς τους αντιρρησίες συνειδήσεως, όλη αυτή η βίαιη συμπεριφορά προς τους πολίτες εκπορεύεται από τον άνωθεν επιβεβλημένο φασισμό της πολιτικής ορθότητας της μειοψηφίας των εμπνευστών και αρχιτεκτόνων της, εις βάρος της πλειοψηφίας.

Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς, Δικηγόρος

"Νύν εν παντί και πάντοτε και υπέρ πάντων ο αγών"!

Ποινικοποίηση τοῦ δημόσιου λόγου 
ἤ ἄλλως τῶν φρονημάτων

«Για τους ανθρώπους που ποθούν την δύναμη, ή παρακμή είναι μέσον. Επιθυμούν ζωηρώς να νοσήσουν την ανθρωπότητα και να αντρέψουν τις έννοιες του Καλού και του Κακού, του Αληθούς και του Ψευδούς» Φρ. Νίτσε «ο Αντίχριστος»

Το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί νομοτελειακά μία βραδυφλεγή βόμβα εις τα θεμέλια της πατρίδος, διότι αφενός μεν η ροή των μεταναστών καθίσταται ανεξέλεγκτη και αφετέρου, οι ίδιοι οι μετανάστες αποτελούν Δούρειο ίππο εξω-εθνικών συμφερόντων, διότι προοδευτικά θα εγκαθιδρύσουν μία πολύ-πολιτισμική κοινωνία.

Το πρόβλημα δεν είναι οι ίδιοι εξαθλιωμένοι οι άνθρωποι, αλλά οι ιθύνοντες νόες, οι οποίοι υποδαυλίζουν την κατάσταση αυτή, οι ηθικού αυτουργοί οι οποίοι χαράσσουν την πολιτική του διωγμού των Ελλήνων και την καθολική αντικατάσταση των πληθυσμών, εις την Ευρώπη αλλά προεχόντως και κυρίως εις την Πατρίδα μας.

Το εκρηκτικό μείγμα, συνύπαρξης ετερόκλητων εθνικοτήτων και η επιβολή αναρίθμητων μεταναστών εις την Ελλάδα, θα πυροδοτήσει αναποδράστως εντάσεις δημιουργώντας συγχρόνως αποσταθεροποίηση εις την πατρίδα μας, τούτο συνιστά κατ’ ουσίαν και το σχέδιο της εγκαθιδρυθησομένης Νέας Τάξης Πραγμάτων και της επελαυνούσης παγκοσμιοποιήσεως υπό των κοσμοεξουσιαστών, με απώτερο σκοπό την κατάλυση του έθνους και όλων των επιμέρους ταυτοτητοποιητικών δομικών στοιχείων της ταυτότητάς μας εις την διαχρονία των αιώνων (ήτοι το ομαίομον, το ομόθρησκον, το ομόγλωσσον και το ομότροπον)

Με αιχμή του δόρατος το μεταναστευτικό, εποικίζεται η Ελλάδα και παγιώνεται η κατ’ εξακολούθηση παραβίαση της διεθνούς νομοθεσίας (άλλο πρόσφυγας και άλλο οικονομικός μετανάστης), όπως επίσης και η καταστρατήγηση της Συνταγματικής εννόμου τάξεως, διότι ως είναι πασίδηλο, μία αδιόρατη ισχυρή δύναμη, η οποία καίπερ λειτουργεί αντιθεσμικά όπως οι «περίπυστες» Μ.Κ.Ο, οι οποίες δρουν αδιαφανώς, εν αγαστή συμπνοία με άλλους διεθνείς δήθεν οργανισμούς, παρά ταύτα μυστηριωδώς και αλόγως κατισχύουν μακράν έναντι οιουδήποτε κρατικού θεσμού.

Το οργανωμένο κράτος έχει αλωθεί, η δικαιοσύνη καθίσταται υποδεέστερη των περιστάσεων και ο στρατός εθελοτυφλεί και οι πολιτικοί μας ταγοί εν γένει στρουθοκαμηλίζουν.

Άρα ομιλούμε δια την υπόσκαψη της κυριαρχίας του κράτους μας, την πραξικοπηματική άλωση του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, αφού ορισμένοι μηχανισμοί (Μ.Κ.Ο), απολαμβάνουν ασυλίας και οι αποφάσεις των καθίστανται πιο ισχυρές από τους ψηφισμένους νόμους εκ της Βουλής.

Η επιβολή της οιονεί αυτής εισβολής του πολέμου εις τις ρίζες μας, (γλώσσα, ιστορία, πολιτισμός, αποκοπή από το παρελθόν, ακρωτηριασμός από τις μνήμες του παρελθόντος, λήθη των θυσιών των προγόνων μας, παραχάραξη και κιβδηλοποίηση των πάντων) διαχέεται και εγκαθίσταται εις το συλλογικό μας υποσυνείδητο, δια της φαιάς προπαγάνδας, η οποία συντεταγμένα και επιμελώς μεθοδευμένα διοχετεύεται συλλήβδην μέσω του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, ίνα ασκήσει πλύση εγκεφάλου ει τις πνευματικά ευνουχισμένες μάζεις οι οποίες βουλεύονται και βούλονται αγεληδόν.

Το παραπειστικό επιχείρημα, είναι δήθεν ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη, ενώ κατ’ ουσίαν πρόκειται δια το σφετερισμό πανανθρώπινων αξιών, τις οποίες προσχηματικά και ρητορικά τις διατείνονται δια να πειθαναγκάσουν την απερίσκεπτη και άφρονα μάζα.
Η αλήθεια είναι ότι εξυπηρετούν ατομικά ιδιοτελείς σκοπιμότητες εκμεταλλευόμενοι το μεταναστευτικό και ουδόλως καθώς και ποσώς ενδιαφέρονται δια τον ανθρώπινο πόνο, τουναντίον δε, επιβουλεύονται την εξαθλίωση των ανθρώπων αυτών επ’ ωφελεία τους, απλώς εξωραΐζουν και παραποιούν την πραγματικότητα, έναντι τριάκοντα αργυρίων, πρόκειται δια έμμισθα φερέφωνα τα οποία τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία και είναι ακροβολισμένα σε διάφορες καίριες θέσεις, δια να εκτελέσουν άνευ χρονοτριβής την ανθελληνική αποστολή τους.
Το πρώτο λοιπόν σκέλος είναι η παντί τρόπω, προαγωγή του αφελληνισμού και ο ύπουλος συμψηφισμός της αγάπης δια το έθνος, με τον Φασισμό, προκειμένου το σύστημα να σε στιγματίσει και να σε ενοχοποιήσει επειδή πρεσβεύεις τις αξίες του έθνους και της πατρίδας σου.
Άρα λοιπόν, εγκαινιάζεται μία νεοπαγή μορφή ολοκληρωτισμού, ήτοι η μονοντροπία της πολιτικής ορθότητας η οποία συνθλίβει συκοφαντικά με το στίγμα του φασίστα, οιοδήποτε διαφωνεί και ανθίσταται στην λαίλαπα των ισοπεδωτικών ανθελλήνων προοδευτικών.

Η αστυνόμευση της σκέψεως, δια της συκοφαντίας, της λοιδορίας και της εσκεμμένης ταύτισής σου με τον Φασισμό, καθίσταται εκ προμελέτης διότι κατατείνει εις την καλλιέργεια ενοχών περί των ιδεών σου και εν τέλει εις την κάμψη του αγωνιστικού φρονήματος αντιστάσεως.
Άρα ολοκληρωτισμός της πολιτικής ορθότητας παρελαύνει απρόσκοπτα εις της κατ’ επίφαση δημοκρατικές κοινωνίες, διότι επιδράμει ως μία σύγχρονη μορφή λογοκρισίας, αναστολής της ελευθερίας εκφράσεως, φαλκίδευσης του δικαιώματος απρόσκοπτης διάδοσης των στοχασμών σου, ή εν τέλει εμπεριστατωμένης και αιτιολογημένης διατύπωσης αντιρρήσεων προς την ολομέτωπη επίθεση της Νέας Τάξης πραγμάτων.

Το επισφράγισμα της οιονεί αυτής πιστοποίησης φρονημάτων, προς εξουδετέρωση των αντιφρονούντων, υπό της καθεστηκυίας τάξεως έγκειται και ο περίφημος νόμος περί ρατσισμού, το οποίο συνιστά ένα καθεστωτικό εργαλείο, πάταξης της αντίθετης φωνής με το δόγμα του ρατσιστή.

Άρα λοιπόν η δημοκρατία πνέει τα λοίσθια, το Σύνταγμα ποδοπατείται, υπό τις εκκωφαντικές ερπύστριες μία νέας μορφής ολοκληρωτισμού, η οποία επιθυμεί να επιβάλλει δια πυρός και σιδήρου της ιδικές της απόψεις, εξοβελίζοντες οιαδήποτε θεμιτή και υγιή αντίδραση με την ποινική δίωξη περί ρατσισμού και δήθεν περί ρητορικής μίσους.
Ως εκ τούτου ο ποινικός κώδιξ, εν προκειμένω, αποτελεί ένα πρόσθετο εργαλείο, εν συνδυασμό προς την προπαγάνδα, εις χείρας της πολιτικής ορθότητας, να επιβάλλει, άνευ αντιλογίας, τους ιδικούς της κανόνες και αρχές, εις βάρος του Ελληνισμού, του έθνους και της Πατρίδος μας.

Οι υποστηρικτές του διεθνισμού, ήτοι της Παγκοσμιοποιήσεως και της δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου «του μαζανθρώπου» όπου θα καθίσταται ένα άθυρμα εις τα χέρια των εξουσιών, άνευ μορφώσεως, άνευ εργασίας, πολιτισμικής ταυτότητας, θρησκείας, γλώσσας, απλώς ένας παγκόσμιος προλετάριος, πλήρως ελεγχόμενος από τους κοσμοεξουσιαστές.

Ο προμαχών, εις τις δεινές αυτές εξελίξεις είναι η ζώσα Ορθόδοξη παράδοσή μας, η κιβωτός του γένους μας η οποία ανθίσταται διασώζοντας τις παραδόσεις, το έθνος μας τη γλώσσας μας την εκκλησία μας, εξ αυτού του λόγου, πλήττεται εξ αντικειμένου και εκ βάθρων διότι τολμά να ανθίσταται.

Ειδικότερον ο νόμος περί ρατσισμού συνιστά ένα εργαλείο της καθεστηκυίας τάξης, η οποία υπό το πρόσχημα της νομιμότητας, επιβάλλει, αναβιώνοντας κατ’ ουσίαν το πάλαι ποτέ θεσμό της πιστοποιήσεως φρονημάτων, προς εξουδετέρωση των αντιφρονούντων.
Δια του νόμου λοιπόν αυτό στιγματίζεται και χαρακτηρίζεται συκοφαντικά όποιος αρνείται να ευθυγραμμισθεί με την «καθαρότητα» της επιβολής της πολιτικής ορθότητας, με αποτέλεσμα κατ’ ουσίαν να διώκεται ποινικά το φρόνημά του, καθότι ο νόμος αυτός έχει θεσπισθεί εκ του περισσού, προκειμένου να εξυπηρετήσει αμιγώς πολιτικούς λόγους, δεδομένου ότι ήδη το Σύνταγμα εις ένα πλέγμα διατάξεως, (άρθρο 2. παρ. 1, άρθρο 4, άρθρο 5 παρ. 1 και 2, εν συνδυασμό προς το άρθρο 25), έχει ήδη θέσεις τις αρχές τις κατευθυντήριες γραμμές προασπίσεως της ανθρωπίνης αξίας κατά των εκδηλώσεων ρατσιστικής συμπεριφοράς προς διασφάλιση της ειρηνικής συμβιώσεως των πολιτών.
Τούτο δε αποτυπώνεται εξάλλου και εκτενώς, εις το άρθρο 57, 59 του Α.Κ και εις άρθρα 361, 362 και 363 του Π.Κ.
Η κερκόπορτα την οποία εγκαθιστά ο Νόμος περί ρατσισμού έγκειται εις την αποψίλωση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης και της απρόσκοπτης διατύπωσης γνώμης και διάδοσης ιδεών, ένα κορυφαίο δικαίωμα, το οποίο προάγει τον πλουραλισμό, την διαφορετικότητα και την ανεκτικότητα, το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται ρητώς εις το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος το οποίο τείνει δια του ως άνω νόμου να αποδυναμωθεί διότι οιαδήποτε προβολή αντίθετης γνώμης από την κρατούσα του συστήματος, χαρακτηρίζεται ως επιλήψιμη και ρατσιστική, με αποτέλεσμα να κλυδωνίζεται εκ βάθρων η δημοκρατία.
Εν κατακλείδι, τούτου συμβαίνει σήμερον, η κατάχρηση του νόμου περί ρατσισμού συνιστά ένα σύγχρονο μέσο εξανδραποδισμού, στοχοποιήσεως του αντιφρονούντος και εξόντωσής του δια της ποινικής διώξεως, επιβάλλοντας του τοιοτουτρόπως την σιγή, την φίμωση και την έμμεση ευθυγράμμιση με το τις ιδέες τις αυθεντίας του συστήματος, η βιούμενη κατάσταση όζει ολοκληρωτισμό δια του «ιδιωνύμου» εγκλήματος περί ρατσισμού.

Η πόλις εάλω, Ελλήνων ανάνηψις –Νύν εν παντί και πάντοτε και υπέρ πάντων ο αγών!

Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς, Δικηγόρος

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΙΕΡΕΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΩΣΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ ΣΕ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ
«ΤΟ ΘΕΜΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΑΣ ΑΦΟΡΑ. 
ΕΣΕΙΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΣΤΕ ΧΑΖΕΣ. 
ΜΗ ΑΣΧΟΛΗΣΤΕ Μ᾽ΑΥΤΑ»

Σε ναό τῶν Ἀθηνῶν, μετά ἀπὸ ὁμιλία, η κ. Σταυρούλα ρώτησε τὸν ἱερέα: «Πάτερ, ἐνημερώστέ μας για το Ουκρανικο. Και πόσο σοβαρή εἶναι ἡ ἀναγνώριση τῆς αυτοκεφαλίας σε σχισματικούς; Και ὁ ἱερέας ἀπάντησε:

«Αυτό τὸ θέμα δὲν σᾶς ἀφορᾶ. Δεν ξέρετε ἐσεῖς». Και συνέχισε: «Ἐσεῖς οἱ γυναικες εἶστε χαζές, μήν ἀσχολεῖστε μ᾽ αυτά».

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ - Δε θα διακρίνουν την δεξιάν οδόν εκ της αριστεράς

Η Εκκλησία κατά των αιρέσεων

Ὁ ρόλος τῶν ποιμένων

Μᾶς ἐστάλη τὸ παρακάτω κείμενο τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ διδακτορικὴ διατριβὴ γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὶς αἱρέσεις.
Ἀφήνουμε τὸ κείμενο ἀσχολίαστο καὶ καλοῦμε τὸν ἀναγνώστη νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του, ἀφοῦ στὸ κείμενο αὐτὸ ἀναφέρονται πολλὲς πτυχὲς τοῦ σημερινοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ γιὰ τὸν τρόπο ἀντιμετώπισής του. Πάντως ἕνα εἶναι σίγουρο. Τὰ λόγια του Ἁγίου, ἑνὸς ἀκόμα Ἁγίου, ἀποτελοῦν κόλαφο γιὰ κάθε "εὐσεβῆ" ἱερέα καὶ ἐπίσκοπο ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ποιμαίνει καὶ ἐπισκοπεῖτῆς ποίμνης του.

Βλασία Δ. Κασκανιώτη, Εκκλησία, σχίσμα και αίρεση κατά τον άγιο Νεκτάριο, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2015.

8. Η στάση της Εκκλησίας έναντι των αιρέσεων
Όπως σημειώνει ο άγιος Νεκτάριος, οι αιρεσιάρχες με προκλητικό θράσος και απερίγραπτη τόλμη προσπαθούσαν να παρασύρουν τα πλήθη αλλά, κυρίως, να γοητεύσουν και να προσεταιριστούν τους βασιλείς. Αυτό άλλοτε το πετύχαιναν και άλλοτε όχι, γιατί μερικές φορές προσέκρουαν στην καχυποψία των βασιλέων, οι οποίοι, για να διαλύσουν τις αμφιβολίες τους καλούσαν την Εκκλησία να αποφανθεί για τα δύσκολα ή περίπλοκα γι’ αυτούς δογματικά ζητήματα, τα οποία υπερέβαιναν τις προσωπικές τους γνώσεις και κρίσεις540.
Κατάφεραν με τον τρόπο αυτό οι αιρεσιάρχες να προκαλέσουν την αφύπνιση της Εκκλησίας και την ανάδειξη εξαίρετων μορφών που πρωτοστάτησαν στον αγώνα της κατά της πλάνης. Πρόκειται κατά κανόνα για σοφούς ιεράρχες, δεινούς γνώστες της φιλοσοφίας και κατόχους όλων των κοσμικών επιστημών αλλά και καθοδηγημένους από το Άγιο Πνεύμα, ώστε να κατανοούν τις Γραφές και να αντλούν από αυτές πλήθος επιχειρημάτων κατά των αιρετικών δοξασιών. Με την πνευματική προσφορά των ανθρώπων αυτών από τη μια εμπλουτίζεται και φωτίζεται ακόμη περισσότερο η μία και μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας και από την άλλη γίνεται ευκολότερος ο εντοπισμός των αιρετικών και η αποκοπήτους από το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Στη μελέτη του περί των Οικουμενικών Συνόδων ο άγιος περιγράφει σφαιρικά τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στην αίρεση. Εκεί διαφαίνεται ο διπλός στόχος των αγωνιζομένων υπέρ της αληθείας: αφενός να αναδείξουν και να διατυπώσουν την αλήθεια της Εκκλησίας και αφετέρου νακατατροπώσουν την αίρεση. Στην προσπάθεια αυτή ακολουθούν πολλές μεθόδους.
Καθώς στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ιεράρχες και Ποιμένες, οι αρχικές τους ενέργειες επικεντρώνονται στην προσπάθεια να νουθετήσουν τους αιρετικούς υποδεικνύοντάς τους τα λάθη τους με την ελπίδα να τους συνετίσουν, στην περίπτωση που η πλάνη τους είναι αποτέλεσμα άγνοιας και αμέλειας. Εφόσον οι απαντήσεις που θα λάβουν σ’ αυτό τον πρώτο διάλογο δεν κριθούν ικανοποιητικές, τότε κάνουν μία δεύτερη προσπάθεια σε πιο αυστηρό και ελεγκτικό τόνο. Και όταν και αυτή αποδειχτεί ατελέσφορη απέναντι στην πεισματική εμμονή και τον θολωμένο νου των αιρετικών, τότε ο πόλεμος γίνεται σκληρός και λαμβάνει γνώση για το συγκεκριμένο θέμα η τοπική Εκκλησία, η οποία καλείται να αποφανθεί για τις καινοφανείς δοξασίες και να λάβει θέση.
Όταν όμως ούτε και οι τοπικές Εκκλησίες επαρκούν για την ανάκληση στην τάξη των επίμονων και αμετανόητων αιρετικών, οι οποίοι έχουν στο μεταξύ γίνει και επικίνδυνοι,τότε συγκαλούνται τοπικές σύνοδοι και, αν τελικά χρειαστεί, ακόμη και οικουμενικές.
Η ιστορία της Εκκλησίας, όπως την έχει καταγράψει ο άγιος Νεκτάριος, έχει να παρουσιάσει τέτοια παραδείγματα541. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μας προσφέρει ο ΠατριάρχηςΑλέξανδρος Α΄ Αλεξανδρείας (313-328), «ἀνήρ πρᾶος, ἀγαθός καί ἐνάρετος»542, ο οποίος, όταν πληροφορήθηκε ότι μεταξύ των πρεσβυτέρων της δικαιοδοσίας του κυκλοφορούσαν διδασκαλίες ασύμβατες με την ορθόδοξη πίστη και βεβαιώθηκε ότι αυτές διαδίδονταν από τον γνωστό πρεσβύτερο Άρειο, τον προσκάλεσε σε μία συζήτηση, όχι μόνο για να βεβαιωθεί για τα λεγόμενά του αλλά και για να τον νουθετήσει με τρόπο πατρικό δίνοντάς του την ευκαιρία να ξανασκεφτεί και να αναθεωρήσει τις εσφαλμένες αντιλήψεις του543. Εντωμεταξύ ο Αλέξανδρος, που ανύστακτα παρακολουθούσε τον πρεσβύτερο της Αλεξάνδρειας, δεν άργησε να αντιληφθεί ότι ο Άρειος δεν είχε ανανήψει και ότι συνέχιζε με περισσή πονηρία να προπαγανδίζει την πλάνη του544. Ξανακαλεί τότε τον Άρειο, αυτή τη φορά όμως δεν αρκέστηκε μόνο σε νουθεσίες αλλά εστιάζοντας τη συζήτηση στο καίριο θέμα της Αγίας Τριάδας, που είχε αποτελέσει αντικείμενο μίας διάλεξης του Αρείου, αποδεικνύει με τη βοήθεια της φιλοσοφίας την πλάνη του πρεσβυτέρου.
Ο αιρεσιάρχης γνωρίζοντας ότι ήδη υπήρχαν ανάμεσα στον κλήρο και τον λαό άνθρωποι που αποδέχονταν τη διδασκαλία του ως ορθή και άλλοι που την ανέχονταν ως ακίνδυνη545, με θράσος τολμά αυτή τη φορά να ανασκευάσει τα επιχειρήματα του επισκόπου του. Τότε η Θεία Πρόνοια αναδεικνύει τον νεαρό διάκονο Αθανάσιο, ο οποίος, αν και μικρός και ασθενικός στο σώμα, διέθετε πίστη μεγάλη και φλογερή ψυχή. Μία παράγραφος στο σύγγραμμά του αγίου Νεκταρίου είναι αρκετή για να δείξει την απόλυτη διάσταση ανάμεσα στις συγκροτημένες και χαρισματικές προσωπικότητες των χριστιανών και εκείνες των αιρετικών.
Μία προς μία επιλεγμένες οι λέξεις του αναδεικνύουν τα προσόντα και τις σπάνιες αρετές του Αθανασίου: «Νοῦς βαθύς, λογική ἰσχυρά, ἐπιστήμη εὐρεῖα, ἀνθηρόν ὕφος λόγου, καί τέχνη ρητορική ἀπαράμιλλος περιεκόσμουν αὐτόν καί κατέστησαν κρατερόν μαχητήν κατά τήν προκειμένην σπουδαίαν ἔριν. Ὁ Ἀθανάσιος κεκτημένος ὀξύνειαν θαυμαστήν πρακτικώτατον πνεῦμα, εὐφράδειαν ἀξιόζηλον, καί τόλμην ἀκάθεκτον, ἐκ πρώτης ἀρχῆς ἐνόησε περί τίνος ἐπρόκειτο καί εὐθύς κατενόησε τό βάραθρον, εἰς ὅ ἐκινδύνευεν ἡ Πίστις ἡμῶν νά πέσῃ»546. Αυτά τα εγκώμια δεν αποτελούν απλώς έκφραση θαυμασμού του αγίου Νεκταρίου για τον Μέγα Αθανάσιο αλλά είναι τα γνωρίσματα όλων των Πατέρων που πρωτοστάτησαν κατά καιρούς στην υπεράσπιση της αλήθειας: βαθιά γνώση, ρητορική δεινότητα, κοφτερός νους, ακάθεκτη ορμή εναντίον της πλάνης, απόλυτη βεβαιότητα για την κατοχή της αλήθειας, θυσιαστικό πνεύμα, ακατάβλητο θάρρος.
Οι Πατέρες δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικοί, καθώς οιολέθριες συνέπειες της αιρέσεως ήταν άμεσες και οι αιρετικοί με τα μέσα που μετήρχοντο, απρόβλεπτα ισχυροί και αποτελεσματικοί547.
Ο Αθανάσιος, αφού σχημάτισε μία σαφή γνώμη για τον αντίπαλό του εντοπίζοντας τις αδυναμίες του548 και επισημαίνοντας τις αιρετικές του δοξασίες, έγινε βοηθός του Αλεξάνδρου, ο οποίος άρχισε τώρα να υιοθετεί μία όλο και αυστηρότερη στάση. Αφού οι προσωπικές επαφές δεν στάθηκαν αρκετές για να αναχαιτίσουν τη δράση του αιρεσιάρχη, συγκαλείται τοπική Σύνοδος που καταδικάζει την αίρεση του Αρείου ως βλάσφημη και καθαιρεί και αφορίζει τον ίδιο μαζί με άλλους δεκατρείς ομοϊδεάτες του –έντεκα διακόνους και δύο επισκόπους–, τους οποίους επιπλέον ως ανιάτως προσβληθέντες από την αίρεση,καθαιρεί, αφορίζει, αποκόπτει από το σώμα της Εκκλησίαςκαι τελικά απομακρύνει από την Αλεξάνδρεια549. Βέβαια, ως γνωστόν, η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί και χρειάστηκε να ακολουθήσει και μία Οικουμενική Σύνοδος για το ίδιο ζήτημα.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας με τις δυναμικές τους ενέργειες καταδεικνύουν το ανυπέρβλητο χάσμα που «ἐγήγερται» ανάμεσα στις αιρετικές απόψεις και τις άρρητες αλήθειες της Εκκλησίας, και προλαβαίνουν, προτού γίνει ανεπανόρθωτη ζημιά, να οχυρώσουν την Εκκλησία διατυπώνοντας τα δόγματά της μεθοδικά και ξεκάθαρα, διασφαλίζοντας αποτελεσματικά την ενότητά της έναντι οιωνδήποτε εξωτερικών προσβολών550.
Εξιστορώντας τους αγώνες της Εκκλησίας για να κρατήσει αναλλοίωτη την πίστη της, ο άγιος Νεκτάριος βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τις αρετές όχι μόνο των εκκλησιαστικών αντρών αλλά και όλων εκείνων που γενναία υπεραμύνθηκαν της Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους διακρίνονται και πολιτικοί ηγέτες, όπως οι Αυτοκράτορες Κωνσταντίνος και Θεοδόσιος. Με έκδηλη ικανοποίηση τους επαινεί για την τακτική που ακολούθησαν και για την πρωτοβουλία τους να συγκαλέσουν Συνόδους για την οριστική λύση των προβλημάτων.
Όσο και αν οι αυτοκράτορες είχαν τους δικούς τους λόγους, για να προβούν σε τέτοιες ενέργειες, εντούτοις οι αποφάσεις τους λειτούργησαν προς το συμφέρον της Εκκλησίας και έτσι υπηρέτησαν το σχέδιο της σωτηρίας. Σχετικά με τον Μέγα Κωνσταντίνο και τον Μέγα Θεοδόσιο –στους οποίους λέει ότι δικαίως αποδόθηκε το προσωνύμιο «Μέγας»– θεωρεί πολύ σπουδαία τη στάση τους, γιατί το κέρδος από αυτήν ήταν διπλό, καθώς και η Εκκλησία διασώθηκε και ο Ελληνισμός ανυψώθηκε551. Μάλιστα τονίζει ο άγιος τη διάκριση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος, επειδή δεν ήταν καλός γνώστης των θείων δογμάτων, δεν αναζήτησε πρόχειρες λύσεις ούτε και αποφάνθηκε ο ίδιος για το φλέγον ζήτημα, παρά κατέφυγε σε μία λαμπρή κίνηση, τη σύγκληση συνόδου, δίνοντας στην καθόλου Εκκλησία τη δυνατότητα να αποφανθεί οριστικά και αμετάκλητα552.
Η συνεργασία πολιτείας και Εκκλησίας δημιούργησε ένα ισχυρό μέτωπο εναντίον των αιρέσεων, οι οποίες χωρίς στηρίγματα πια δεν ήταν δυνατόν να επιβιώσουν. Ήταν κοινό συμφέρον και των δύο να αποκρούσουν οτιδήποτε ξένο προς την Παράδοση και την πίστη. Γι’ αυτό και ο Μέγας Θεοδόσιος, ο οποίος είχε ανατραφεί με τη χριστιανική διδασκαλία και ήθελε να αποκαταστήσει την ειρήνη στην Εκκλησία και στο κράτος και να διαφυλάξει όσα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο κατοχυρώθηκαν ως πίστη της Εκκλησίας, συγκάλεσε και αυτός τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο553. Μία Οικουμενική Σύνοδος είναι το έσχατο μέσο των αυτοκρατόρων για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη την πολιτεία. Οι αιρέσεις θέτουν σε κίνδυνο την Ορθοδοξία, γι’ αυτό οφείλει να τις αποκρούει «ἅπασα ἡ Ἐκκλησία, ἡ Οἰκουμενική ἤ Καθολική Ἐκκλησία»554.
Ο άγιος Νεκτάριος τονίζει την εκ των προτέρων βεβαιότητα της πολιτικής ηγεσίας ότι μία Σύνοδος θα δώσει οπωσδήποτε λύση στα ανακύπτοντα θέματα και ότι οι αποφάσεις της θα αποτελέσουν ένα αδιαφιλονίκητο κριτήριο αληθείας στα χέρια των Αυτοκρατόρων. Οι τελευταίοι, στη συνέχεια, ασκώντας την εκτελεστική τους εξουσία, παίρνουν και τα κατάλληλα πολιτικά μέτρα, ώστε οι αποφάσεις αυτές να εφαρμοστούν555.
Στην περίπτωση πάλι, που οι Αυτοκράτορες δεν έπαιρναν σαφή θέση αλλά προσπαθούσαν να ακολουθήσουν μία μέση οδό και να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, –όπως συνέβη με το «Ἑνωτικόν» του Ζήνωνος και την «Ἔκθεσιν περί πίστεως» του Ηρακλείου556–, τότε βρίσκονταν αντιμέτωποι και με τις δύο μερίδες, πράγμα που έθετε σε κίνδυνο και την εσωτερική ηρεμία του κράτους και τη θέση των ίδιων των Αυτοκρατόρων.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι οι πρώτες Σύνοδοι, που πραγματοποιήθηκαν όσο ο Χριστιανισμός ήταν ακόμη στο ξεκίνημά του, αλλά βεβαίως και οι μετέπειτα, υπήρξαν καθοριστικές, τόσο διότι απέτρεψαν την αλλοίωση της πίστης και διασφάλισαν την αλήθεια της Εκκλησίας, όσο και γιατί συνέβαλαν αποφασιστικά στη διατήρηση της εσωτερικής ειρήνης, πράγμα το οποίο ήταν πολύ σημαντικό για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο.
Σύμφωνα με τον άγιο η οριστική λύση που δόθηκε στο ζήτημα του Αρειανισμού με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και ο αφορισμός και η εξορία των αντιφρονούντων φώτισε την αληθινή πίστη και έδωσε τέλος στην αναστάτωση που δημιουργήθηκε στο πλήρωμα της Εκκλησίας557. Μπορεί να φαίνεται υπερβολική η έκφρασή του, όταν λέει ότι «καί ἀληθῶς· ἡ ρύθμισις καί ἐξασφάλισις τοῦ Χριστιανικοῦ δόγματος ἦν ζήτημα ζωῆς καί θανάτου διά τόν τότε κόσμον, ἀπό δέ τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης ἐξηρτᾶτο ἡ γενική τοῦ κόσμου ἠθική ἀνακαίνισις»558, όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο Χριστιανισμός βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα από τη στιγμή που είχε αναγνωριστεί ως ελεύθερη θρησκεία, γι’ αυτό και χρειαζόταν γερά θεμέλια για να διατηρηθεί ακλόνητος και αδιάβλητος. Είναι αλήθεια, ότι μερικές φορές φάνηκε οι αιρετικοί να υπερισχύουν, άλλοτε πάλι σημειώνονταν διαδοχικές εναλλαγές αιρετικών και ορθοδόξων στους πατριαρχικούς θρόνους, άλλοτε παρατηρούνταν υποχωρήσεις ή εκδηλώνονταν διαθέσεις ανοχής.
Τελικά όμως όλα τα ζητήματα έβρισκαν τη λύση τους και η Ορθοδοξία πάντα δικαιωνόταν χάρη σε εκείνους που με γενναίο φρόνημα αλλά και θεόπνευστα επιχειρήματα559υπεραμύνονταν της Εκκλησίας και διέσωζαν την πίστη που παρέλαβαν, εμπλουτίζοντάς την ταυτόχρονα και με ό,τι κατά περίσταση απεκάλυπτε το Άγιο Πνεύμα.
Ποια θεωρεί όμως ο άγιος Νεκτάριος ως ενδεδειγμένη συμπεριφορά των Ποιμένων έναντι των αιρετικών και πώς κρίνει μέσα από την ιστορία τη στάση της Εκκλησίας απέναντι σ’ αυτούς; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να μελετηθεί υπό το πρίσμα της βασικής αποστολής της Εκκλησίας, η οποία, σύμφωνα με τον άγιο, «ὡς φρουρός ἄγρυπνος, διαφυλάττει τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν τό ταμιεῖον, καί ὡς διδάσκαλος, διαλευκαίνει καί ὀρθοτομεῖ τόν λόγον τῆς ἀληθείας, καταπολεμεῖ τόν δόλον, καί ἀποκρούει τήν ἀπάτην καί τό ψεῦδος τῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βασιλεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καί κατασκηνοῖ ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἐλευθερία»560.
Το έργο αυτό θα τελεστεί διά των Ποιμένων, στους οποίους και μόνον ανέθεσε εξαρχής η Εκκλησία τη διδαχή και, όπου δεν εδρεύουν επίσκοποι, κατ’ ανάγκην συντελείται διά των πρεσβυτέρων και των διακόνων561, οι οποίοι οφείλουν να κινούνται πάνω στη βασική αρχή της ελευθερίας και της αγάπης. Με βάση αυτές τις δύο προϋποθέσεις, την αναγκαιότητα δηλαδή για στήριξη της αληθείας αφενός και διατήρηση του πνεύματος ελευθερίας και αγάπης αφετέρου, οι επίσκοποι θα πρέπει να τηρήσουν την πρέπουσα στάση όχι μόνο απέναντι στην πιστή μερίδα του ποιμνίου τους αλλά απέναντι και στις δύο άλλες μερίδες ανθρώπων που ενδεχομένως διαβιούν στην επισκοπή τους, τους ετερόδοξους και τους ετερόφρονες.
Πρώτα-πρώτα ο επίσκοπος θα πρέπει να διακρίνεται για την πολυμάθειά του. 
Η εκκλησιαστική μόρφωση είναι απαραίτητη, γιατί αυτή θα του προσφέρει άριστη γνώση της αποστολικής Παράδοσης και της εκκλησιαστικής τάξης, που του είναι απαραίτητη, για να φέρει σε πέρας το έργο του ως διδάσκαλος. Επίσης η εκκλησιαστική ιστορία, η ιστορία των δογμάτων, η ηθική, η ερμηνεία των Γραφών είναι γνώσεις που θα αποδειχτούν αναγκαιότατες, γιατί τον καθιστούν ικανό να δίνει ανά πάσα στιγμή λόγο για την πίστη του παντί τω αιτούντι562.
Επιπλέον ο επίσκοπος είναι απαραίτητο να γνωρίζει τη δογματική διδασκαλία των ετεροδόξων εκκλησιών, αλλά και τις δοξασίες των αποκρουόντων τις θρησκευτικές και ηθικές αρχές κάθε θρησκείας, ώστε να είναι σε θέση να τις ελέγχει, να τις ανασκευάζει, χρησιμοποιώντας πειστικά επιχειρήματα προκειμένου να προστατέψει το ποίμνιό του. Επίσης ο επίσκοπος φέρει την ευθύνη να απαντά στις απορίες του ποιμνίου του και να του ενισχύει την πίστη, γι’ αυτό δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις γνώσεις που είχαν οι επίσκοποι άλλων εποχών, δηλαδή τη γνώση της Αγίας Γραφής ή έστω της λατρείας των εθνικών.
Στην εκπνοή του 19ου αι., με την Ποιμαντική του, πόνημα που προορίζεται για τους σπουδαστές της Ριζαρείου, θέλοντας να παρουσιάσει τα προσόντα ενός σύγχρονου Ποιμένα, ο άγιος Νεκτάριος απαριθμεί τα βασικά γνωρίσματα των συγχρόνων του αιρετικών και των ετεροθρήσκων. Κάνοντας μία σύγκριση με τις αντίρροπες τάσεις που είχε να αντιμετωπίσει το χριστιανικό κήρυγμα των πρώτων αιώνων διαπιστώνει ότι εκείνες είχαν μία κοινή βάση με τον Χριστιανισμό, ένα κοινό σημείο αναφοράς, που μπορούσε να αξιοποιηθεί, προκειμένου να βρεθεί μία δίοδος προσέγγισης και ένα πεδίο διαλόγου. Τώρα όμως ο Χριστιανισμός βάλλεται στην καρδιά του· η Αγία Γραφή απορρίπτεται, οι Πατέρες αγνοούνται, η Παράδοση χλευάζεται, η ίδια η ύπαρξη του Θεού αμφισβητείται. 
Σ’ αυτόν λοιπόν, ο οποίος θα αντλήσει επιχειρήματα κατά της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού από την ιστορία, τη φιλοσοφία ή τη φυσική επιστήμη ο επίσκοπος θα πρέπει να είναι έτοιμος να αντιπαρατάξει με αποτελεσματικό τρόπο τις θεολογικές, φιλοσοφικές και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις του, γνώσεις που πρώτος ο άγιος Νεκτάριος κατείχε και αξιοποίησε στο έπακρο. Λέει πιο συγκεκριμένα ο ιερός Πατήρ:
«Σήμερον, πλήν τῶν εἰρημένων γνώσεων ἀπαιτεῖται καί τελεία ἐγκυκλοπαιδική μόρφωσις· διότι σήμερον καί πολυπληθέστεραί εἰσι καί συστηματικώτεραι αἱ ἑτεροδιδασκαλίαι, καί αἱ προσβολαί μετά μείζονος καί κρείσσονος παρασκευῆς γίνονται καί καθ’ ἁπάντων τῶν μερῶν τοῦ οἰκοδομήματος φέρονται. Ὤφειλεν ὁ ποιμήν καί τό πάλαι νά μάχηται κατά αἱρετικῶν, ἀλλ’ ὁ πόλεμος διεξήγετο ἐπί τοῦ αὐτοῦ πεδίου, διότι οὗτοι δέν ἠρνοῦντο τότε τό κῦρος τῶν πηγῶν τῆς διδασκαλίας τῆς ἐκκλησίας, καθ’ ὅτι καί ὁ αἱρετικός ἀνεγνώριζεν ὡς τοιαύτας τήν ἁγίαν Γραφήν καί τήν ἱεράν παράδοσιν. Εἶχε καί τότε νά παλαίσῃ κατά Ἰουδαίων, ἀλλά τούτους ἠδύνατο νά ἐξελέγξῃ, καί ἀνασκευάσῃ διά τοῦ κειμένου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐπίσης εἶχε νά παλαίσῃ κατ’ Ἐθνικῶν, ἀλλ’ οὗτοι ἐπίστευον ὕπαρξιν ζῶντος Θεοῦ καί ἀνεγνώριζον τήν δύναμιν τῆς θρησκείας· ἐπίσης ἐπάλαιε καί κατά πάντη ἀθρήσκων, ἀλλ’ ἡ πρός τούτους πάλη ἦν εὐχερής. Διότι αἱ τῶν ἀντιπάλων ἐπιθέσεις ἐστεροῦντο συστήματος· σήμερον ὅμως τά πράγματα ἔχουσιν ἄλλως. Τήν σήμερον μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἱστορικῆς κριτικῆς καί φιλοσοφικῆς παρασκευῆς προσβάλλεται τό κῦρος τῶν πηγῶν τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας, ἀπορρίπτεται ἡ ἱερά παράδοσις, προσβάλλεται ἡ αὐθεντία καί ἡ γνῶσις τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, καί καταπολεμοῦνται καί αὐταί αἱ πρῶται τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς καί πάσης θρησκείας ἀρχαί, ὡς ἡ ὕπαρξις προσωπικοῦ Θεοῦ καί αὐτή ἡ διαφορά μεταξύ ὕλης καί πνεύματος»563.
Από αυτά που λέει ο ιερός Πατήρ φαίνεται ότι για την αντιμετώπιση των αιρέσεων δεν επαρκούν μόνο οι γνώσεις και οι ικανότητες του Ποιμένα αλλά, καθόσον ο Χριστιανισμός είναι πέραν όλων των άλλων και ήθος, η υποδειγματική ζωή του θα του εξασφαλίσει ένα ακαταμάχητο όπλο για τη διεξαγωγή του αγώνα του. Μαζί λοιπόν με την επιστημονική του κατάρτιση θα πρέπει να μεριμνά ακατάπαυστα και για τον άμεμπτο βίο του και την ιεροπρεπή του στάση, λειτουργώντας έτσι ως ζωντανό παράδειγμα εγκυρότητας της χριστιανικής περί σωτηρίας διδασκαλίας, ως πηγή ασφαλείας και βεβαιότητας για την ορθότητα της χριστιανικής πίστης και ως ανακούφιση για τις συνειδήσεις των πιστών564 αλλά, παράλληλα, και ως εστία φωτός και πόλος έλξης για τους εκτός της Εκκλησίας και τους παντός είδους αμφισβητίες.
Έτσι το άμεμπτο ήθος του Ποιμένα παίζει ενεργό ρόλο στην αφύπνιση των πιστών και στον ειρηνικό αφοπλισμό των αιρετικών επιχειρημάτων. Το έργο του επισκόπου έχει πολλούς αποδέκτες. Η κύρια μέριμνά του αφορά κατ’ αρχήν τους ορθοδόξους που τη διαποίμανσή τους του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία. Μέριμνά του θα πρέπει να είναι η συνεχής διδασκαλία, ώστε να καθοδηγεί τους πιστούς στην ευσέβεια και στην ορθή πίστη, να τους παροτρύνει στην αρετή και να τους οδηγεί στην τελειότητα565. Η προσοχή του όμως οφείλει να είναι ιδιαίτερα τεταμένη, όταν ανάμεσα στο ποίμνιό του διαβιούν και άνθρωποι διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, μέσω των οποίων υπάρχει ο κίνδυνος να διαδοθεί και στους πιστούς της επαρχίας του «τῆς ἑτεροθρησκείας τό μίασμα»566.
Σε ένα λαμπρό –και από λογοτεχνική άποψη– χωρίο του ο άγιος Νεκτάριος εξηγεί με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο πώς ακριβώς οφείλει να ενεργήσει ο επίσκοπος, αν παρ’ ελπίδα κάποιος πιστός παρασυρθεί. «Ὁ ποιμήν, λέει, χρεωστεῖ νά φυλάττῃ τά ἴδια πρόβατα ἀπό τά στόματα τῶν λύκων· ὅταν ἀπομακρυνθῶσι τῆς μάνδρας, νά τρέχῃ ὀπίσω αὐτῶν ἐπιπόνως, διά νά τά ἐπιστρέψῃ· ἄν χαθῇ κανένα, νά εἰσέλθῃ τά δάση καί τούς δρυμούς, νά ἀναβῇ τά ὄρη καί τούς βουνούς, νά πατήσῃ τάς ἀκάνθας καί τούς τριβόλους, ὥστε νά τό εὕρῃ· ἀφ’ οὗ τό εὕρη, περιχαρής καί φαιδρός νά τό βάλῃ ἐπί τῶν ὤμων αὐτοῦ, καί νά τό φέρῃ εἰς τήν ποίμνην ὁμοῦ μέ τά ἄλλα. Χρεωστεῖ τό ποίμνιον ὅλον νά τό διεξάγῃ εἰς νομάς σωτηρίους, καί νά τό κρατῇ μακράν ἀπό τάς δηλητηριώδεις βοτάνας τῆς αἱρέσεως, μακράν ἀπό τά θολερά ὕδατα τῆς κακοδοξίας. Τοιουτοτρόπως δέ τό διεξάγει· παρορμῶν τά πρόβατα ἤ ἀνακαλούμενος, προτρέπων ἤ ἀποτρέπων, κινῶν ἤ διαναπαύων, ἀπειλῶν ἤ θέλγων, μέ τόν πνευματικόν τῆς σωτηρίου διδασκαλίας αὐλόν, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν πρέπει νά λείπῃ ἀπό τό στόμα του. Εἶναι λοιπόν φανερόν ὅτι δυσχερεστέρα καί ἐπιπονωτέρα γίνεται ἡ τοιαύτη ποιμαντορία, ἐκεῖ ὅπου πλεονάζουσιν ἤ τά νερά τά νοσερά καί δυσώδη, ἤ αἱ βοτάναι αἱ φαρμακεραί καί νοσώδεις, ἤ αἱ φάραγγες αἱ κρημνώδεις καί δασεῖαι καί ἄγριαι, ἤ οἱ λύκοι καί τά ἄλλα θηρία τά αἱμοβόρα καί σπαρακτικά»567.
Πώς όμως θα πρέπει να ενεργεί ο επίσκοπος σ’ αυτούς που έτσι και αλλιώς δεν είναι χριστιανοί και οι οποίοι παρά τον ζήλο, τον αγώνα, τις συμβουλές ή τις επιπλήξεις, παραμένουν απειθείς και κακόφρονες; Σ’ αυτήν την περίπτωση, λέει ο άγιος Νεκτάριος, ένας Ποιμένας μπορεί να κηρύττει και να αγωνίζεται σταθερά με έμπρακτη αγάπη, με υπομονή και πραότητα μιμούμενος τον Απόστολο Παύλο. Αν όμως οι κακόδοξοι εξακολουθούν να μην υποτάσσονται, την μεν κρίση την αφήνει στο Θεό, ο ίδιος δε θα τους ανέχεται ανεξίκακα568. Σε καμιά περίπτωση πάντως ο επίσκοπος δεν θα παραμελήσει το κύριο έργο του, που είναι η εδραίωση των χριστιανών στο σώμα της Εκκλησίας, για να στραφεί αποκλειστικά εναντίον των ετεροφρόνων και ετεροδόξων, γιατί αυτό είναι έργο μιας ειδικής, οργανωμένης και συντονισμένης αποστολής όσον αφορά τις ανθρώπινες ευθύνες και δυνατότητες, κυρίως όμως είναι έργο Θεού.
Συνεχίζοντας το ποιμενικό του παράδειγμα ο άγιος προσθέτει ότι θα ήταν απολύτως μάταιο, αν προκειμένου να διαφυλάξει το ποίμνιό του «ἀμελῶντας τήν φύλαξιν καί ἐπιμέλειαν τῶν ἰδίων προβάτων, ἤθελεν ἐπιχειρισθῇ νά μεταλλάξῃ τήν ποιότητα τῆς βοσκῆς, καί τῶν λύκων τήν θηριωδίαν, καί τοῦ τόπου τήν ἀγριότητα... Ἔπειτα, ὁ προκείμενος ἡμῖν ἀγών καί τό προαπαιτούμενον παρ’ ἡμῶν ἔργον εἶναι τό νά μή ἀμελήσωμεν τήν γῆν τήν ἀρόσιμον καί γεωργημένην ὅπου εἰς χεῖρας ἔχομεν, καί τήν ἀφήσωμεν νά χερσωθῇ καί νά ἀγριεύσῃ, ἐπί προφάσει ὅτι ζητοῦμεν νά ἡμερώσωμεν τήν ἄγριον καί κεχερσωμένην· τό νά μήν παραβλέψωμεν τήν κοπήν ὅπου ἐνεπιστεύθημεν, καί τήν ἀφήσωμεν νά ἐκθηριωθῇ καί νά τραχηλιάσῃ, ὅταν ἐπιστρέφωμεν τήν σπουδήν ὅλην ἡμῶν καί τήν μέριμναν εἰς τό νά συνάξωμεν τά θηρία τοῦ δρυμοῦ εἰς τήν μάνδραν, καί εἰς τό νά ἀναγκάσωμεν νά βόσκωνται εἰς τό φῶς τά ζῶα τά νυκτινόμα»569.
Επομένως, σύμφωνα με τη διδασκαλία και την πράξη του αγίου,έργο του επισκόπου είναι εν πρώτοις η διαφύλαξη της ορθής πίστης και η διασφάλιση του ποιμνίου του και, κατά δεύτερο λόγο, προσπάθεια να κερδίσει τους αλλοθρήσκους και να επανασυναγάγει στην ποίμνη αυτούς που πλανήθηκαν στην ασέβεια ή στην αίρεση. Και ενώ για τους πρώτους, ακόμη και αν οι προσπάθειές του δεν καρποφορήσουν, θα πρέπει να είναι αμέριμνος, για εκείνους που, αν και υπήρξαν τέκνα της Εκκλησίας, στην πορεία αποστάτησαν είτε γιατί ηθελημένα εγκατέλειψαν την ορθή πίστη είτε γιατί παραπλανήθηκαν από κακοδοξίες570, θα πρέπει να νιώθει υπεύθυνος και να ενεργεί διαφορετικά. Αυτοί που προηγουμένως ήταν θρέμματα της Εκκλησίας αλλά παρασύρθηκαν από διάφορες θεωρίες571, βρίσκονται στη διοίκησή του, μέσα στα όρια της ποιμαντικής του ευθύνης, γι’ αυτό και οφείλει με κάθε τρόπο να ελέγχεικαι να επιτιμά τους πλανηθέντες, να αποστομώνει τους υποκινητές της πλάνης και να ανασυντάσσει το ποίμνιό του με διδασκαλία, με προσευχές αλλά, αν χρειαστεί, ακόμη και με δάκρυα, για να το επαναφέρει στον υπήνεμο λιμένα της πίστεως572.
Ωστόσο, συνεχίζει ο άγιος Νεκτάριος, η Εκκλησία έχει αναθέσει στον επίσκοπο το έργο να ανακρίνει με επιμέλεια και προσοχή όποιον παρεκκλίνει από την ορθή πίστη και με το δικαίωμα της εξουσίας που κατέχει ως πρόμαχος και υπερασπιστής συν Θεώ της αλήθειας, να επιβάλλει ακόμη και ποινές ή επιτίμια, πάντα με σκοπό να επαναφέρει τον πλανηθέντα στην ορθή πίστη, αποσπώντας τον οριστικά από την πλάνη. Υπάρχει όμως και η περίπτωση αυτός να μείνει αμετάπειστος και να εμμείνει στην κακοδοξία, οπότε ο επίσκοπος είναι υποχρεωμένος να λάβει μέτρα, ώστε τουλάχιστον να προστατέψει το υπόλοιπο ποίμνιό του.Αποκόπτει λοιπόν τον απείθαρχο από το σώμα της Εκκλησίας και τον αφήνει να υποστεί τις πνευματικές συνέπειες της κακοδοξίας, στην οποία αυτοπροαίρετα παραδόθηκε573.
Είναι αλήθεια, ότι η Εκκλησία, όσο επιεικής και ελεήμων είναι πάντα προς τους μετανοούντες αμαρτωλούς, τόσο αποφασιστικά κριτική, αυστηρή ακόμη και απορριπτική υπήρξε διαχρονικά προς εκείνους που αρνούνται ή παραμορφώνουν κατά οποιονδήποτε τρόπο την αποκεκαλυμμένη αλήθεια574. Σ’ αυτό το σημείο ο άγιος Νεκτάριος θίγει ένα καίριο θέμα. Ποια μέτρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Ποιμένας, ώστε να προστατεύσει τους πιστούς και να επανασυναγάγει τους αποστατήσαντες;
Κατ’ αρχάς τονίζει ότι όλη η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να συνεργαστεί με τον επίσκοπο στο έργο αυτό. Ο κάθε πιστός οφείλει μεν να είναι ζηλωτής, ταυτόχρονα όμως και διακριτικός, επιεικής και πράος. Αυτό σημαίνει ότι, όταν ακούει αλλότρια δόγματα, δεν πρέπει να αντιδρά παρορμητικά με εκνευρισμό, εριστικότητα, επιθετικότητα, εμπάθεια και προσβλητικές εκφράσεις κατά του κακοδόξου –ή ετεροδόξου– και των όποιων θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Το εντελώς αντίθετο επιβάλλεται μάλιστα, όπως τονίζει ο ιερός Πατήρ. Χαρακτηριστικά, «ἄν ἀκούσῃς τήν κακοφροσύνηνἀποστράφηθι, δεινοπάθησον, λυπήθητι, ἔμφραξον καί μέ τάς δύο χεῖρας ἀμφότερα τά ὦτα, καί εἰπέ τό τοῦ Ἀποστολικοῦ ἀνδρός Πολυκάρπου: Ὤ Θεέ μου! Εἰς τίνα με καιρόν διετήρησας! 
Ἄν ἐρωτηθῇς περί τοῦ ἰδίου φρονήματος τοῦ εὐσεβοῦς καί ἀληθινοῦ, ὁμολόγησον εὐπαρρησιάστως: Οὕτω φρονῶ καί οὕτω πιστεύω. Ἄν ἀπαιτηθῇς λόγον τόν ὁποῖον ἠξεύρεις, ἀπόδος μετά πραότητος»575.
Έτσι από τη μια ο πιστός βιώνει την οδύνη από την ίδια την ύπαρξη της ετεροδοξίας, όπως και από την προσπάθεια διάδοσής της σε αντικατάσταση της σωτηριώδους αλήθειας. 
Από την άλλη όμως αποκλείει κάθε πιθανότητα να εμπλακεί σ’ αυτήν· αντιθέτως, αν κληθεί να εκθέσει την πίστη του, τότε χωρίς την παραμικρή εμπάθεια σπεύδει προς ομολογία της αλήθειας. Είναι ωστόσο σημαντικό να μην επιδιώκει ο ίδιος τέτοιες δογματικές συζητήσεις, οι οποίες μόνο φιλονικίες και διαπληκτισμούς επιφέρουν. Αν κατά τύχη εμπλακεί σε έναν τέτοιο διάλογο θα πρέπει να διαλεχθεί με τρόπο ατάραχο, νηφάλιο και ειρηνικό. 
Έτσι και πιο συγκροτημένη θα είναι η σκέψη και τα επιχειρήματά του και ακριβέστερα θα εκθέσει την πίστη. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η πραότητα του χαρακτήρα του δεν θα παροξύνει τον αντίπαλό του, ο οποίος θα τον ακούσει με ευμενέστερη διάθεση και ίσως δώσει την ευκαιρία στον καθαρό λόγο να φτάσει στα κατάβαθα της καρδιάς και της σκέψης του. 
Τα θεϊκά πράγματα, λέει ο άγιος Νεκτάριος, πρέπει να γίνονται και με τον ανάλογο τρόπο576. Υποστηρίζει ότι δεν είναι πρέπον να επιδίδεται ο πιστός σε τέτοιες λογομαχίες, και μάλιστα με διάθεση επιθετική, χωρίς απολύτως σοβαρό λόγο και χωρίς να ελπίζει ότι θα προσφέρει έστω και μικρή ωφέλεια στον ακροατή του. Θα το κάνει μόνο εφόσον χρειαστεί να κατασιγάσει τα ψεύδος και να εκθέσει την αλήθεια, όχι για να ελέγξει, αλλά για να φωτίσει, όχι για να δικαιωθεί, αλλά για να κερδίσει τον συνομιλητή του και να τον επαναφέρει στην οδό της σωτηρίας577.
Παρ’ όλα αυτά δεν διστάζει ο άγιος Νεκτάριος να συστήσει στους πιστούς, επικαλούμενος το παράδειγμα του ευαγγελιστή Ιωάννη –που βγήκε από το «βαλανεῖον», όταν πληροφορήθηκε ότι βρισκόταν μέσα και ο γνωστικός Κήρινθος (PG 7, 853 A) και τις προτροπές του Αποστόλου Παύλου να αποφεύγουν οι χριστιανοί την κοινωνία με τους παρήκοους της αληθινής πίστης (Β΄ Κορινθ. 6,14 κ.ε.) και να μη συναναστρέφονται με τους κακοδόξους, γιατί «ἡ συναναστροφή καί ἡ συνανατροφή εἶναι καθ’ ἑαυτά ἀδιάφορα, ἀλλ’ ἐκ τούτων κατά μικρόν ἐνδέχεται νά γεννηθῇ ἡ διαστροφή καί ἡ καταστροφή»578.
Εντυπωσιακή είναι η διάκριση που εφαρμόζει ο άγιος για την κάθε περίπτωση. 
Ως προς τους ετερόφρονες συνιστά στους πιστούς να κλείνουν ερμητικά τα αυτιά στην απιστία και την κακοδοξία τους και να μην ανέχονται από αυτούς ούτε τον παραμικρότερο επηρεασμό σε ζητήματα ευσέβειας. Αυτό όμως αφορά μόνο τα πνευματικά ζητήματα, γιατί σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οι ετερόφρονες είναι απολύτως αποδεκτοί, αξιοσέβαστοι και αγαπητοί και η εν πνεύματι ελευθερίας συμβίωση και συναναστροφή μαζί τους επιτρεπτή και απαραίτητη μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας μιας πολιτισμένης και ειρηνικής κοινωνίας579.
Είναι συγκλονιστικές οι διαδοχικές προτροπές του αγίου, όταν διακρίνει την απιστία από τον άπιστο: «Ἀποτρέπου τήν ἀπιστίαν καί τήν αἵρεσιν καί τό σχίσμα, ὄχι τόν ἄπιστον καί τόν αἱρετικόν καί τόν σχίστην, ὄχι τόν ἄνθρωπον. Ἀποστρέφου τήν γνώμην, ὄχι τήν φύσιν· δι’ ἐκείνην εἶναι ἀλλότριος καί διάφορος, εἶναι ἀποστροφῆς καί μίσους ὑπόδικος· διά ταύτην εἶναι οἰκεῖος καί πλησίον, εἶναι ἐλέους καί συμπαθείας, πολλάκις δέ καί κηδεμονίας καί περιθάλψεως ἄξιος»580
Γι’ αυτόν όμως που νοσεί από την κακοδοξία και έχει έργω αποκοπεί από το σώμα της Εκκλησίας, αυτόν που γίνεται υποκινητής ερίδων και όχι μόνο καταφρονεί τις θείες αλήθειες της αλλά ούτε και δέχεται τις ιαματικές παραινέσεις των αδελφών, αυτόν που καταφρονεί ακόμη και τα επιτίμια μένοντας αμετανόητος στην πλάνη του581 και αθεράπευτος παρά τις προσπάθειες της Εκκλησίας, αυτόν οι πιστοί τοναποστρέφονται και διακόπτουν κάθε επαφή και συναναστροφή μαζί του582. Κατ’ αυτό τον τρόπο αφενός δεν του παρέχεται πλέον η ευχέρεια να διαστρέφει τις ψυχές των αγαθών και αφετέρου, καθώς η αποδοκιμασία της Εκκλησίας λειτουργεί ως ποινή, του προσφέρεται η ευκαιρία να ανανήψει και να επιστρέψει στην Εκκλησία583. Αυτά όμως είναι τα έσχατα μέτρα που θα εφαρμόσει η Εκκλησία, το κύριο έργο της οποίας είναι να δέεται ακατάπαυστα και επίμονα γι’ αυτούς που έχει σαλευτεί η πίστη τους, προκειμένου να ξαναζήσουν μέσα στην αλήθειά της584.
Επανειλημμένα το επισημαίνει ο άγιος Νεκτάριος, ότι τα μέτρα που θα λάβει η Εκκλησία πρέπει να εμφορούνται από πνεύμαανεξικακίας και αγάπης, διότι ο σκοπός της δεν είναι η εξόντωση των αμαρτανόντων αλλά η σωτηρία τους585. Μέτρα πολεμικού χαρακτήρα αποκλείεται να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και συνήθως προκαλούν αντιδράσεις. Γι’ αυτό και σχετικά με την επιστροφή των πλανημένων αισθάνεται την ανάγκη να το τονίσει ο άγιος, όσο αυτονόητο και αν το θεωρεί, ότι η Εκκλησία έχει στη διάθεσή της δύο μέσα για να γίνεται πειστική, τα λογικά επιχειρήματα και τη σύμφωνη με το Ευαγγέλιο στάση ζωής586. Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στον επίσκοπο, ο οποίος είναι ο κατ’ εξοχήν προστάτης των πιστών, υπέρμαχος και πρόμαχος της πίστης, που σαν φιλότιμος γιατρός δεν επιθυμεί ούτε επιδιώκει τίποτα άλλο, παρά τη θεραπεία του ασθενούς, γι’ αυτό χάριν στην εμπειρία του χρησιμοποιεί κάθε φορά τα κατάλληλα φάρμακα με γνώμονα το ιπποκρατικό αξίωμα «ἤ ὠφελέειν, ἤ μή βλάπτειν».
Πώς ενεργεί λοιπόν ένας γιατρός; Αν μπορεί να χρησιμοποιήσει ήπια και ανώδυνα φάρμακα, τότε καλώς. Αν αυτά δεν έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα, τότε θα χρησιμοποιήσει πιο δραστικά μέσα, τα οποία, αν και οδυνηρά ίσως, θα αποβούν θεραπευτικά και σε καμιά περίπτωση επιζήμια587. Αν και αυτά πάλι δεν επαρκούν, διότι η πάθηση του ασθενούς είναι ανίατη και κανένα φάρμακο δεν μπορεί να τον βοηθήσει, τότε οφείλει να αφήσει στην ησυχία του τον ασθενή και να φροντίσει, αν είναι και μεταδοτική η ασθένεια, να απομακρύνει τον ασθενή από τους υγιείς, για να μη μολυνθούν και αυτοί588.
Με μεγάλη ευαισθησία ο άγιος αντλώντας από τη δική του εμπειρία εξηγεί στη συνέχεια ποια είναι τα φάρμακα, με τα οποία ο καλός γιατρός θα θεραπεύσει τα νοσήματα της θρησκείας: «Ἰατρικά πρός τόν ἀσθενοῦντα τῇ πίστει ἥμερα καί ἀνώδυνα, ἡ ἀπαθής καί εἰρηνική τῆς ἐκείνου κακοδοξίας ἔκθεσις, ὁ ἁπλοῦς καί ἀκέραιος λόγος τῆς τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων διδασκαλίας, ἡ μετά ἀγάπης παραίνεσις, ἡ μετά πραότητος συμβουλή, ἡ μετά ἐλέους ὑποθήκη, τά ἀπό καρδίας ἐκχεόμενα ὑπέρ αὐτοῦ δάκρυα»589.
Όταν ο κακοδοξών δεν έχει προλάβει να αλλοτριωθεί, αυτά τα μέσα είναι αρκετά, για να τον συνεφέρουν και να τον επανεντάξουν στο σώμα της Εκκλησίας. 
Αν όχι, τότε θα χρησιμοποιήσει τα επόμενα και αυστηρότερα των άλλων· «ὅταν οὐδ’ ἐκεῖνα δέν ὠφελοῦσιν, οὐδέ ταῦτα δέν ἐνεργοῦν, ὑπόλοιπον μένει ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ σκληροτραχήλου, καί ἡ ἀπόγνωσις· καί τελευταῖον ἡ ἀπ’ αὐτοῦ ἀποτροπή καί ἀποχώρησις ὡς ἀπό μιαροῦ καί βεβήλου καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τοῦ Ἐκκλησίας σώματος, ὡς μέλους ἤδη νενεκρωμένου καί σεσηπότος, διά νά μή φθάσῃ νά μεταδώσῃ τῆς λύμης καί τῆς παραφθορᾶς, καί εἰς τά λοιπά μέλη τά ὑγιαίνοντα»590.
Αυτό το μέτρο δεν δείχνει εκδικητική διάθεση και μίσος, αφού οπωσδήποτε οι ενέργειες της Εκκλησίας είναι απαλλαγμένες από εμπάθεια ή κακία. Η μακροθυμία και η φιλάνθρωπη διάθεση είναι συνυφασμένες με την αγαπητική παραίνεση και τη διόρθωση591. 
Όπως πολλές φορές τονίστηκε, η αποκοπή από την εκκλησιαστική κοινωνία δηλώνει την ποιμαντική μέριμνα της Εκκλησίας για τους απειθούντες, με σκοπό την πνευματική τους αφύπνιση, τη μετάνοια και τη σωτηρία τους, η οποία δεν είναι δυνατή παρά μόνο στην αυθεντική κοινωνία του ενός σώματος του Χριστού, όπου ενδημεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος592. Είναι αξίωμα για τον Ποιμενάρχη ότι ένας επίσκοπος, ο οποίος έλαβε την εντολή να διδάσκει την αγάπη, είναι ασυμβίβαστος με το μίσος. Αγάπη και μίσος δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν, πόσο μάλιστα στο πρόσωπο ενός επισκόπου593.
Αν ο ίδιος ο άγιος δεν είχε βιώσει ως τα κατάβαθα της ύπαρξής του την αγάπη για τους μαθητές του, για τους πιστούς που τον εμπιστεύονταν, για το εκκλησίασμα που τον άκουγε, για την ανώτερή του εκκλησιαστική και πολιτική αρχή, όσο και αν οι επίσημες αρχές τον περιφρόνησαν, αν δεν είχε την εμπειρία της αληθινής αγάπης, δεν θα μπορούσε να μιλήσει με τόσο θαυμάσιο τρόπο για την αγάπη, που είναι αδιανόητο να μη διαθέτει ένας ορθόδοξος ποιμενάρχης. Όποιο μέσο και αν μεταχειριστεί ο επίσκοπος, είτε ευχές, ευλογίες, επαίνους, μακαρισμούς, πλουτισμόν χάριτος ή ελέγχους, επιτιμήσεις, κανόνες, αφορισμούς ακόμη και παντελή ακοινωνησία, ο σκοπός του είναι ο ίδιος: η επιστροφή των ασεβών, η διόρθωση των διεστραμμένων αλλά και η παιδαγωγική τιμωρία των απειθών και σκληροτράχηλων. Είναι αδιανόητο η αγάπη του επισκόπου να μη φτάνει ως τους ετερόδοξους.
Η αλλότρια πίστη τους δεν μπορεί να αποκλείσει ή να μειώσει την αγάπη και προς αυτούς. Πρότυπο είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος από αγάπη για τους σταυρωτές του Χριστού ευχόταν να είναι ο ίδιος ανάθεμα, αν αυτοί έτσι σωθούν. Κατά παρόμοιο τρόπο, επιμένει ο ιερός Πατήρ, ο επίσκοπος δεν χάνει ποτέ την αγάπη του για όσους απομακρύνθηκαν από το ποίμνιό του, γιατί μόνο με το φως και τη ζεστασιά της αγάπης υπάρχει ελπίδα να ανακτήσει ο πεπλανημένος τον εσωτερικό του έλεγχο και να απορρίψει την κακοδοξία του. 
Η διαφορά της πίστεως δεν πρέπει να επηρεάζει αρνητικά τα αισθήματα ενός καλού ποιμενάρχη για τους ανθρώπους, για τη σωτηρία των οποίων φέρει την ευθύνη. Είναι πολύ δυνατή και πολύ περιεκτική η φράση του αγίου Νεκταρίου: «Τά τῆς πίστεως ζητήματα οὐδ’ ὅλως δέον ἐστί νά μειῶσι τό τῆς ἀγάπης συναίσθημα»594.
Γι’ αυτό πάντα η τακτική της Εκκλησίας είναι να μην προσφεύγει άμεσα σε ποινές αλλά να αφήνει πάντα περιθώρια επιστροφής. Αρχικά δια των Συνόδων αποσαφηνίζει την αλήθεια και καταδικάζει τις αιρέσεις καλώντας τους αιρετικούς να επιστρέψουν, αφού πρώτα αποπτύσουν την κακοφροσύνη τους και επιδείξουν δια της ομολογίας τους γνήσια και ειλικρινή μεταμέλεια. Μάλιστα υπάρχει ακόμη και το ενδεχόμενο να αποκατασταθούν στους βαθμούς που είχαν πρώτα.
Αλλά και αν αυτοί εξακολουθούσαν να εμμένουν στην κακοδοξία, «τούς ἔδιδε καιρόν πολλάκις μετανοίας καί ἀνανήψεως· τραχηλιῶντας δέ καί ἀμεταθέντως[sic] ἔχοντας,τούς ἀνεθεμάτιζεν εἰς τέλος, καί τῆς τῶν πιστῶν κοινωνίας καθάπαξ τούς ἀπέκοπτεν. 
Ἀπηγόρευε δέ καί εἰς τούς ὀρθοδόξους λαούς, ὅσον ἠδύνατο, τήν μετ’ αὐτῶν συνάφειαν καί συνδιατριβήν «μή λάθωσιν» (ὡς ὁ Κυρήνης σοφός ἐπίσκοπος Συνέσιος ἔγραφε τοῖς ὑπ’ αὐτόν πρεσβυτέροις περί τῶν ἐκ τῆς Εὐνομίου ἀθεωτάτης αἱρέσεως»595.
Αυτά είναι τα μόνα όπλα που έχει η Εκκλησία στα χέρια της. Η Εκκλησία καταδίκασε τους αιτίους των αιρέσεων, όταν οι παρακλήσεις της για επιστροφή τους απέβησαν μάταιες. Σκοπός της ήταν να διαφυλάξει τη συνοχή του σώματός της596. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέει ο άγιος Νεκτάριος, ότι στα Δίπτυχα γινόταν η σύσταση να δοξάζονται από την Εκκλησία οι Άγιοι ως Άγιοι, να μακαρίζονται οι Ορθόδοξοι ως Ορθόδοξοι, να μνημονεύονται οι εν πίστει τελειωθέντες, των οποίων ο Κύριος γνωρίζει τα ονόματα, αλλά να καταδικάζονται οι αιρεσιάρχες και οι αποστάτες ως καθηρημένοι και ακοινώνητοι597.
Στο έργο της Εκκλησίας, προσθέτει ο άγιος Νεκτάριος, η οποία τελικά μόνο συμβουλές και κατευθύνσεις μπορεί να δίνει, χωρίς να είναι σε θέση και να υποχρεώσει τους θρασείς και κοσμικούς ανθρώπους που δεν πείθονται, να συμμορφωθούν με αυτές, έρχονται να συμπαρασταθούν με τη δύναμη και την εξουσία τους οι βασιλείς και οι ηγεμόνες με τα διατάγματά τους ή τις εξορίες των αιρετικών σε μακρινούς τόπους, ώστε να μην μπορούν αυτοί στο εξής να αλλοιώσουν την πίστη των χριστιανών598.
Αναφέρεται μάλιστα ο ιερός Πατήρ στη μαρτυρία του Ευσεβίου Καισαρείας, σύμφωνα με την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος πολλές φορές λυπόταν τους κακοδόξους και τους θεωρούσε ανόητους, γι’ αυτό και πίστευε ότι ήταν παρανοϊκό να τιμωρούνται αυτοί με σωματικές ποινές, ωστόσο καταδίωξε με κάθε τρόπο τα υλικά και τα μέσα που παρέσυραν στην ειδωλολατρία.
Σ’ αυτό το σημείο ο άγιος διατυπώνει την κοινή εκκλησιαστική θέση, ότι εκείνο το οποίο διώκεται είναι η αιτία της κακοδοξίας, είτε πρόκειται για αίρεση είτε για άλλη θρησκεία, και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, για να εξυπηρετηθεί η πλάνη· τους θιασώτες όμως των κακοδόξων θεωριών η Εκκλησία προσπαθεί να τους πλησιάσει με πνεύμα πραότητας και συμπόνιας, γιατί ως άνθρωποι που πλανήθηκαν δικαιούνται και αυτοί να βοηθηθούν, ώστε να επανακτήσουν τον «πολύτιμον μαργαρίτην» της ορθής πίστης. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ο επίσκοπος τους αντιμετωπίζει πατρικά και ο Αυτοκράτορας λαμβάνει τα μέτρα που πρέπει για να εξουδετερώσει τις εστίες της κακοδοξίας και να προστατέψει τον λαό του. 
Αυτό είναι το έργο κάθε ορθοδόξου και ευσεβούς άρχοντα, όπως όλοι ομολογούν, λέει ο άγιος Νεκτάριος599.

Υποσημειώσεις
540 Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος ενοχλήθηκε μεν από τον σάλο που προκλήθηκε στην αυτοκρατορία του, όμως αρχικά δεν έδωσε την πρέπουσα προσοχή και αρκέστηκε σε παραινέσεις, προς στιγμήν μάλιστα έδειξε να επηρεάζεται από τον Ευσέβιο τον Παμφίλου, που ήταν ο προσωπικός του εγκωμιαστής και φίλος του Αρείου. Αλλά όταν είδε ότι οι ταραχές εντείνονταν και ότι η συζήτηση, στην οποία προσκάλεσε τον Άρειο, μάλλον επιδείνωσε παρά βελτίωσε την κατάσταση, τότε συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο, προκειμένου να επαναφέρει την ειρήνη στην Εκκλησία· βλ. Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 81-82.
541 Εκτός από τον τρόπο της αντιμετώπισης της αίρεσης του Αρείου, που αναλύεται στη συνέχεια, παρεμφερής είναι και η περίπτωση του Νεστορίου κ.ά.
542 Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 79.
543 Στο ίδιο, ό.π.
544 Στο ίδιο, ό.π.
545 Στο ίδιο, ό.π., σ. 78.
546 Στο ίδιο, ό.π., σ. 80.
547 Στο ίδιο, ό.π.
548 Στο ίδιο, ό.π.
549 Στο ίδιο, ό.π., σ. 81
550 Στο ίδιο, ό.π., σ. 94.
551 Στο ίδιο, ό.π., σ. 116.
552 Στο ίδιο, ό.π., σ. 82.
553 Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 129.
554 Στο ίδιο, ό.π., σ. 145.
555 Γράφει ο άγιος Νεκτάριος (Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 93): «ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει ἀμετάθετον τήν ἀπόφασιν νά ὑποστηρίξῃ μέχρις ἐσχάτων τά ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου θεσπισθέντα καί διά τῆς βασιλικῆς αὐτοῦ χειρός ἐπικυρωθέντα, ἐκδούς συγχρόνως καί ἴδιον κατά τῶν ἀντιδοξούντων Βασιλικό διάταγμα». Σημειώνει επίσης (Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 156): «Ἡ πρώτη φροντίς τοῦ Ζήνωνος ἦτο νά ὑποστηρίξῃ τά ὑπό τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων θεσπισθέντα».
556 Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 156 και 172.
557 Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 92.
558 Στο ίδιο, ό.π., σ. 82.
559 Στο ίδιο, ό.π., σ. 83.
560 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 25.
561 Στο ίδιο, ό.π., σ. 192.
562 Ἱερατικόν ἐγκόλπιον, ἤτοι Α΄ Περί ἱερωσύνης, Β΄ Περί τοῦ πρωτείου ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ, Γ΄ Περί τῆς ἰσότητος ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ, Αθήνα 1907, σ. 58.
563 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 129.
564 Στο ίδιο, ό.π., σ. 140.
565 Στο ίδιο, ό.π., σ. 192. Βλ. επίσης στο Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 24. 566 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 22.
567 Στο ίδιο, ό.π.
568 Στο ίδιο, ό.π., σ. 26.
569 Στο ίδιο, ό.π., σ. 23-24.
570 Στο ίδιο, ό.π., σ. 25.
571 Στο ίδιο, ό.π., σ. 26.
572 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 193.
573 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 26.
574 Αρχιμ. Ι. Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, ό.π., σ. 118.
575 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 13.
576 Στο ίδιο, ό.π., σ. 14. 577 Στο ίδιο, ό.π., σ. 16-17.
578 Στο ίδιο, ό.π., σ. 19. 579 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 21.
580 Στο ίδιο, ό.π., σ. 22. 581 Στο ίδιο, ό.π., σ. 17.
582 Στο ίδιο, ό.π., σ. 18.
583 Στο ίδιο, ό.π.
584 Στο ίδιο, ό.π., σ. 16.
585 Στο ίδιο, ό.π., σ. 14.
586 Στο ίδιο, ό.π., σ. 24.
587 Στο ίδιο, ό.π., σ. 11.
588 Στο ίδιο, ό.π., σ. 12.
589 Στο ίδιο, ό.π.
590 Στο ίδιο, ό.π. Αυτή την αρχή έκανε πράξη ο άγιος με τους Διαμαρτυρόμενους της εποχής του, τους οποίους εκτός από αμετανόητους θεωρούσε και επικίνδυνους για το ποίμνιό του. Στην εισαγωγή του πονήματός του Περί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως (σ. 7), αφού εντοπίζει τα σημεία στα οποία οι Διαμαρτυρόμενοι ολισθαίνουν από την ορθή πίστη, εξηγεί γιατί προβαίνει στη συγγραφή αυτή: «Τά φρονήματα αὐτῶν ταῦτα, ἐάν ἐτήρουν δι’ ἑαυτούς καί δέν ἐπεχείρουν νά ποιήσωσι κοινωνούς αὐτῶν ἀνθρώπους ἀδαεῖς, πιστά τέκνα τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς στρατευομένης ἐν Γῇ, καί νά ἑλκύσωσιν εἰς τήν ἑαυτῶν πλάνην, θά κατελείπομεν αὐτούς ὡς ἀνιάτως πάσχοντας καί ἀνεπιδέκτους θεραπείας, διότι οὐδεμία ὀρθή διδασκαλία ἴσχυσε, ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτούς τῆς πλάνης, καί οὐδέν περί αὐτῶν θά ἐλέγομεν. Ἀλλ’ ἐπειδή περιέρχονται γῆν καί θάλασσαν ὅπως ποιήσωσιν ἕνα προσήλυτον καί πολλούς εἰς τήν ἑαυτῶν πλάνην σύρουσι, διά τοῦτο ἀνελάβομεν ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτούς ἀνασκευάζοντες ἅπαντα τά ἐπιχειρήματα αὐτῶν, ἐλέγχοντας τάς πλάνας αὐτῶν καί ὑποστηρίζοντες τάς προσβαλλομένας ἀληθείας δι’ ἱστορικῶν μαρτυριῶν και λογικῶν ἐπιχειρημάτων».
591 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 12. Ένα μικρό παράδειγμα που εκφράζει τη σωστή στάση ενός επισκόπου είναι η φράση που χρησιμοποιεί ο άγιος Νεκτάριος, όταν αναφέρεται στα γεγονότα με τον Ευτυχή, για τον οποίο ο Φλαβιανός στέλνει δύο επιστολές στον Λέοντα Ρώμης, όπου «μετά ψυχικοῦ ἄλγους ἱστορεῖ τήν ἀποπλάνησιν ἑνός μέλους τῆς Ἐκκλησίας καί τά τῆς αἱρέσεώς του», Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 132.
592 Δαμασκηνός Αλεξ. Παπανδρέου, Μητροπολίτης Ελβετίας, Ορθοδοξία και κόσμος, ό.π., σ. 358. 593 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 211.
594 Στο ίδιο, ό.π.
595 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 39.
596 Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Θεολογία, ό.π., σ. 106.
597 Μελέτη περί τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, σ. 140.
598 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 39.
599 Στο ίδιο, ό.π., σ. 66.