.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς - Με κόπο και θυσία



Διηγοῦνται ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Σέρβου θεολόγου καὶ προσφάτως ἀναγνωρισθέντος Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας.

Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου.

Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι.

Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός.

Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.

Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι.

Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.

–Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάν­τη­σε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.

Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον.

Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:

–Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλ­λὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω ­τί­­πο­τα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο πέ­ρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.

Τότε ὁ Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:

–Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεο­λογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτά­σεις.

Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.

Π.Σ

Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή



Ἐὰν ὑπάρχει μιὰ ἀλήθεια στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ εὐαγγελικὲς ἀλήθειες, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχει μιὰ πραγματικότητα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ καινοδιαθηκικὲς πραγματικότητες, ἡ πραγματικότητα αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.

Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ’ αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ’ αὐτό. Ἀπ’ αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.

Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τῆς μάχης.

Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ’ ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι’ αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ’ ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας, ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς - Τό φάρμακο στήν τρέλα τῶν σκέψεων



Για μένα η σκέψη, η κάθε σκέψη, είναι το μεγαλύτερο βάσανο που υπάρχει κάτω από τον ουρανό, μέχρι να μεταμορφωθεί σε Θεο-σκέψη, σε Χριστο-σκέψη, δηλαδή μέχρι να λογοποιηθεί, να νοηματοδοτηθεί.

Αλήθεια η σκέψη είναι κόλαση, αν δεν μεταμορφωθεί σε Χριστο-σκέψη.

Χωρίς τον λόγο η ανθρώπινη σκέψη βρίσκεται συνέχεια στην άλογη παραφροσύνη, στο παραλήρημα, στη σατανική ανόητη αυτοβεβαίωση, σε εκείνο το σατανικό: η σκέψη για τη σκέψη, σε αναλογία με το l' art pour l' art.

Η ανθρώπινη σκέψη μωραίνεται με την αμαρτία, όπως και η αίσθηση.

Ο μοναδικός γιατρός και το μοναδικό φάρμακο από αυτή την τρέλα είναι ο Θεάνθρωπος, διότι Αυτός είναι ο Θεός Λόγος που έγινε άνθρωπος.

Σε Αυτόν και με Αυτόν δόθηκε και εξασφαλίστηκε στην ανθρώπινη σκέψη η δυνατότητα της άπειρης θείας τελειοποίησης.

Αυτός έγινε άνθρωπος ακριβώς για να μη καταντήσει τελικά και ανεπανόρθωτα αυτός ο πλανήτης, αν οδηγηθεί από το γυμνό και «καθαρό» ανθρώπινο λόγο, ένα πλήρες τρελοκομείο.

Αρχ. Ιουστίνου Πόποβιτς. Άνθρωπος και Θεάνθρωπος.
Ε' Εκδ. Αστήρ, Αθήνα. 1987. σελ. 34-35

Πρόσεχε πως ζης....



Άνθρωπε! Αδελφέ!
Ποτέ μην ξεχνάς ότι είσαι μικρός Θεός μέσα στην λάσπη!
Μέσα στην λάσπη του σώματός σου εσύ έχεις την ζώσα Εικόνα του Θεού. 
Πρόσεχε πως ζης. Πρόσεχε τι κάνεις με την Εικόνα του Θεού που είναι μέσα σου.
Εύχομαι ο Αγαθός Κύριος να χαρίση στην καρδιά του καθενός μας όλα τα ουράνια δώρα, όλες τις ευαγγελικές αρετές:
Την πίστη και την αγάπη και την ελπίδα και την προσευχή και την νηστεία και την υπομονή και την πραότητα και την ταπείνωση, ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε όλο αυτόν το φοβερό επίγειο αγώνα,να διαφυλάξουμε στην ψυχή μας την θεία μορφή και να μετατεθούμε από τον κόσμο αυτό προς τον Αναστάντα Κύριο σε εκείνο τον κόσμο. 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Ποτέ μην ξεχνάς ότι είσαι μικρός Θεός μέσα στην λάσπη!



Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Διαβάστε τα συγκλονιστικά λόγια-πατρικές συμβουλές του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς προς τους ανθρώπους τα οποία αποτελούν έναν εξαιρετικό οδηγό ζωής σχετικά με τη στάση που θα πρέπει να κρατάει στη ζωή του ο πιστός Χριστιανός προκειμένου να διαφυλάξει την ψυχή του.
Άνθρωπε!
Αδελφέ!
Ποτέ μην ξεχνάς ότι είσαι μικρός Θεός μέσα στην λάσπη!
Μέσα στην λάσπη του σώματός σου εσύ έχεις την ζώσα Εικόνα του Θεού.
Πρόσεχε πως ζης.
Πρόσεχε τι κάνεις με την Εικόνα του Θεού που είναι μέσα σου.
Εύχομαι ο Αγαθός Κύριος να χαρίση στην καρδιά του καθενός μας όλα τα ουράνια δώρα, όλες τις ευαγγελικές αρετές: την πίστι και την αγάπη, την ελπίδα και την προσευχή, την νηστεία και την υπομονή, την πραότητα και την ταπείνωσι, ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε όλο αυτόν το φοβερό επίγειο αγώνα, να διαφυλάξουμε στην ψυχή μας την θεία μορφή και να μετατεθούμε από τον κόσμο αυτό προς τον Αναστάντα Κύριο σε εκείνο τον κόσμο.

Με ποιο τρόπο νικούν οι χριστιανοί τον κόσμο



Αυτός ο κόσμος είναι πεδίο μάχης στο οποίο συνέχεια δίδεται ο αγώνας για τον Χριστό και ενάντια στο Χριστό. Εκείνοι που είναι από τον Θεό παλεύουν για τον Χριστό και νικούν εκείνους που είναι ενάντια στον Χριστό, τους νικούν με τον Χριστό-Θεό που είναι μέσα τους. Αυτός είναι στους ανθρώπινους κόσμους μας ο μόνος Νικητής της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. 

Ο,τιδήποτε προέρχεται απ’ αυτά και εργάζεται γι’ αυτά, είτε αυτό είναι επιστήμη, ή πολιτισμός, ή θρησκεία, ή τέχνη, ή φιλοσοφία, ή κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα έχει νικηθεί από τον Χριστό. Οι σκλάβοι των αντιχριστιανικών ιδεών
(και είναι πάντα του αντιχρίστου) είναι ποικίλοι και πολυάριθμοι, και μ’ όλα τα μέσα μάχονται ενάντια στον Χριστό.

Πράγματι, «ότι ουκ έστιν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. Στ΄ 12). Η πανοπλία της πάλης μας είναι οι ευαγγελικές αρετές: 
η μακροθυμία, η αγάπη προς τους εχθρούς, η προσευχή, η νηστεία, η αλήθεια, το δίκαιο, η καλωσύνη, η πραότητα, η ταπεινοφροσύνη και άλλα (βλ. Εφεσ. Στ΄, 13-18). Παλεύοντας με τούτα τα όπλα, εμείς πάντα «υπερνικώμεν» με τη βοήθεια του Κυρίου Χριστού, ο οποίος μας αγαπά (Ρωμ. η΄, 37). Γι’ αυτό ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Υμείς εκ του Θεού εστε, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω».

π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ

Η ΜΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΟΥΣΤΙΝΟ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΜΟΥΚΑΤΣΕΒΟ ΣΤΗΝ ΠΟΝΤΟΚΑΡΠΑΘΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Αυτή δε η άρνησή μου δεν είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας διαθέσεως, αλλά καρπός μακροχρόνιων σκέψεων, και έχει μέσα μου πολύ μεγάλη σπουδαιότητα, αφού είναι γέννημα της αταλάντευτης και αμετάβλητης αίσθησής μου ότι δεν είμαι κατάλληλος για επίσκοπος…

Για το αποστολικό και με εθελοθυσία έργο του πατρός Ιουστίνου στην Τσεχία και ιδίως στην Ποντοκαρπαθία της Ρωσίας, ο Μητροπολίτης Ιωσήφ πρότεινε στην Αγία Αρχιερατική Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας να τον εκλέξουν Επίσκοπο για την νέα και ανακαινισμένη στην Ορθοδοξία Επαρχία του Μουκάτσεβο στην Ποντοκαρπαθία της Ρωσίας [όπου τα τελευταία χρόνια πριν το 1930 (οπότε απεστάλησαν από την Αγία Αρχιερατική Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας ο Μητροπολίτης Ιωσήφ και ο πατέρας Ιουστίνος) οι χριστιανοί εκεί άρχισαν να επιστρέφουν στην Ορθοδοξία μετά από την βίαιη και πιεστική είσοδο σε αυτούς, κατά τους προγενέστερους χρόνους, της Ουνίας από τη Ρώμη]. 
Αναφορικά δε με θέμα αυτό, μεταξύ του πατρός Ιουστίνου και του Μητροπολίτη Ιωσήφ ανταλλάχθηκαν πολλές επιστολές και υποσχέσεις, αλλά στο τέλος ο πατήρ Ιουστίνος ΔΕΝ συναίνεσε να αποδεχθεί το επισκοπικό αξίωμα και την θέση αυτή.
Γι’ αυτό υπάρχει και ένα διατηρημένο γράμμα του προς τον Μητροπολίτη Ιωσήφ [αντίγραφο του οποίου έστειλε και στον Σέρβο Πατριάρχη Βαρνάβα και στον Επίσκοπο Νικόλαο (Βελιμίροβιτς)], με το οποίο ο πατήρ Ιουστίνος επεξηγεί την άρνησή του με τα παρακάτω λόγια:

«Παρακαλώ να με συγχωρήσετε, να δεχθείτε τη συγνώμη μου, επειδή ενεργώ έτσι. 
Κατέληξα σε αυτά που γράφω μετά από ακατανίκητη παρότρυνση της συνειδήσεώς μου. Μέσα μου αναρωτιέμαι για το άξιον του δρόμου στον οποίο οδηγώ την ψυχή μου στο μέσο αυτού του κόσμου, προς εκείνον τον επουράνιο κόσμο… 
Η δική σας σεβασμιότητα γνωστοποίησε σε εμένα με πάμπολλες ενέργειες και κατ’ εξοχήν αυτές τις ημέρες πριν την αναχώρησή σας για την Αγία Αρχιερατική Σύνοδο πως πρέπει να επιμείνω στο θέμα της εκλογής μου ως Επισκόπου στην Ποντοκαρπαθία της Ρωσίας. 
Εγώ ο ίδιος αυτό εξ αρχής το απέρριψα, όπως και τώρα το απαρνιέμαι. 
Αυτή δε η άρνησή μου δεν είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας διαθέσεως, αλλά καρπός μακροχρόνιων σκέψεων, και έχει μέσα μου πολύ μεγάλη σπουδαιότητα, αφού είναι γέννημα της αταλάντευτης και αμετάβλητης αίσθησής μου ότι δεν είμαι κατάλληλος για επίσκοπος… 
Διέκρινα και παρατηρούσα για πολύ χρόνο και με κάθε ειλικρίνεια τον εαυτό μου με το Ευαγγέλιο και κατέληξα στο εξής οριστικό συμπέρασμα και αδίστακτη απόφαση. 
Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ ούτε αποτολμώ να λάβω το επισκοπικό αξίωμα, διότι δεν έχω ούτε και τις στοιχειώδεις ευαγγελικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. 
Εάν αποδεχόμουν τον βαθμό αυτόν της ιερωσύνης, ενσυνείδητα – και εξαιτίας αυτού και ασυγχώρητα – θα επέφερα στον εαυτό μου την καταδίκη, από τον λόγο του Σωτήρα για τον άνθρωπο που ασυλλόγιστα άρχισε να οικοδομεί πύργο αλλά δεν μπορούσε να τον τελειώσει, γιατί δεν σκέφθηκε πριν ούτε υπολόγισε με τί θα τον στερεώσει και αν έχει δυνάμεις και μέσα για να υλοποιήσει κάτι τέτοιο (βλ. Λουκ. ιδ΄28-30). Γνωρίζω άριστα τον εαυτό μου, γι’ αυτό και μου είναι πολύ δύσκολο να κρατήσω την ψυχή μου στα όρια της αγαθότητας του Χριστού. 
Εξ αυτού γεννιέται μέσα μου το ερώτημα με ποιόν τρόπο θα στηρίξω επιπροσθέτως άλλες εκατό χιλιάδες ξένες ψυχές δίνοντας παράλληλα γι’ αυτές λόγο στον Κύριο. 
Αναμετρώντας τον εαυτό μου με τις ευαγγελικές αρετές, δικάζοντάς τον με την φρικτή δίκη του Ευαγγελίου, ανακαλύπτω παντού μέσα μου οφθαλμοφανείς ανεπάρκειες και καταστρεπτικά ελαττώματα. 
Γι’ αυτό, με όλη μου την καρδιά, όλη μου την ψυχή και όλη μου την ύπαρξη, κατέληξα στην αμετάκλητη απόφαση να μην αποδεχθώ υπό καμία έννοια το επισκοπικό αξίωμα. 
Εκτός αυτού η Επαρχία Μουκάτσεβο είναι τέτοια, ώστε σε αυτήν την σκληρή και πολυβασανισμένη περιοχή πρέπει να τοποθετηθεί πρόσωπο τεράστιας και εγνωσμένης επισκοπικής εμπειρίας και σοφίας. 
Είναι λοιπόν απορίας άξιον πώς θα ανταποκριθώ εγώ ως άπειρος, ως αναρμόδιος και ως αθέλητα τοποθετημένος σε αυτήν τη θέση. 
Εκεί (στο Μουκάτσεβο) όλα βρίσκονται σε χαοτική αναστάτωση. 
Μέχρι τώρα τίποτε από εκεί δεν έχει μεταβληθεί στην παραδεδομένη κανονική του μορφή, ούτε στη συνήθη λειτουργικο-εκκλησιαστική πρακτική. 
Γι’ αυτό είναι απαραίτητος παλιός έμπειρος Επίσκοπος, που να διαθέτει μεγάλη χαριτόβρυτη εμπειρία, συγκερασμένη με εργασιακή επιτηδειότητα. 
Χωρίς αυτό όλα εδώ μπορεί να καταρρεύσουν». 

Ωστόσο με κάθε τρόπο ο Μητροπολίτης Ιωσήφ υποσχόταν και παρότρυνε τον πατέρα Ιουστίνο να αποδεχθεί το επισκοπικό αξίωμα («Μην παραλείπετε από την σκέψη σας ούτε και αυτό», του έγραφε, «ότι το λυχνάρι δεν τοποθετείται υπό τον μόδιον (παραβάλετε Ματθ. ε΄, 15). 
Γι’ αυτό συμφιλιωθείτε με αυτό που έρχεται»). Όμως ο ταπεινός αββάς Ιουστίνος ήταν αμετακίνητος στην απόφασή του. Σε όλες τις μητροπολιτικές προτροπές απαντούσε με χωρία από την Αγία Γραφή. Αστειευόμενος, αλλά και με θυμό, ο Μητροπολίτης Ιωσήφ – ο οποίος κατά τα άλλα τον αγαπούσε – του είπε: «Υπάρχει καταφανής ατυχία σε αυτό, στο ότι δηλαδή εσύ γνωρίζεις τόσο άριστα την Αγία Γραφή».

απο την Θεογνωσια του καθηγητου Κυριακου Κυριαζοπουλου

Ο πραγματικά σοφός άνθρωπος

Σοφία είναι το να ζει κανείς με ευαγγελική «ευ­ταξία», με ευαγγελική «ακρίβεια». Αφροσύνη πάλι εί­ναι το να ζει κάποιος διασκεδάζοντας ατάκτως, ανα­λώνοντας την ψυχή του σε αμαρτίες και πάθη.

Σοφός εκείνος πού χτίζει το οικοδόμημα της ψυχής του στην τήρηση των ιερών εντολών του Ευαγγελίου. 

Άφρων είναι εκείνος πού πράττει το αντίθετο.

Γιατί όλα όσα οικοδομούνται επάνω στον Ιησού Χριστό αντέχουν σε όλες τις καταιγίδες και φουρτούνες και στα δεινά των πειρασμών, της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. 

Ότι πάλι οικοδομείται δίχως Χριστό και ερήμην του Χριστού και ενάντια στον Χριστό, εύκο­λα καταρρέει και συντρίβεται μόλις φανούν οι φουρτούνες των πειρασμών, των αμαρτιών και των παθών, μα κυρίως όταν φανούν ο άνεμος του θανάτου και του δαιμονισμού. 

Για μάς τούς Χριστιανούς, τούς φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία εφόσον αποτελούν μέ­σον και οδό προς την αιωνιότητα. Επειδή εμείς, βλέ­πουμε εκείνο πού δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αό­ρατο.

Ρυθμίζουμε όλη μας την ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο πού είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βά­ση το Θεανθρώπινο. Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο μέ­σα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό. Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο Βασίλειο του ατελεύτητου και αορά­του. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκεί­νος είναι ό αιώνιος Θεός και Κύριος.

Ό αγώνας μας είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας. Αυτοί είναι: οι α­μαρτίες μας, τα πάθη μας, οι πόθοι μας, τα πνευματικά της πονηρίας (Έφ. 6, 12). Κάθε αμαρτία κλέβει και λί­γη από την αιωνιότητα μας και απονεκρώνει την αθα­νασία μας. Ας μη γελιόμαστε: ή φιλία με την αμαρτία είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο και Χρι­στό. 

Δίχως την πίστη στον Κύριο και Χριστό, δίχως την αναγέννηση εν Χριστώ τω Κύριο, δίχως την ζωή εν Χριστώ τω Κυρίω ό άνθρωπος είναι και παραμένει εργαστήριο δαιμόνων. 
Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποδείξει πώς σήμε­ρα είναι του Χριστού ενώ μέχρι χτές δεν ήταν δικός Του; 
Δίχως αμφιβολία, με καινές σκέψεις στην θέση των παλαιών, με καινά αισθήματα στην θέση των πα­λαιών, με καινές επιθυμίες στην θέση των παλαιών, με μια λέξη: 

με καινή ζωή στην θέση της παλαιάς και μάλιστα ζωή ευαγγελική και Θεανθρώπινη.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Η Ανάσταση στην Ορθόδοξη Εκκλησία



Η Ανάσταση στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μόνον «εορτή εορτών», αλλά κυρίως Πανεορτή, η οποία αποτελεί ψυχή όλων των εορτών και πάντοτε είναι παρούσα σε όλες τις εορτές. Σ’ αυτήν βρίσκονται όλες οι θεϊκές και θεανδρικές δυνάμεις του Σωτήρα, που συνθλίβουν κάθε αμαρτία, κάθε θάνατο, κάθε διάβολο. 
Αδιάλειπτη Ανάσταση, δηλαδή συνεχής ανάσταση, αποτελεί ακριβώς η ζωή κάθε ορθόδοξου χριστιανού μέσα στην Εκκλησία του Σωτήρα, αποτελεί ζωή δικήν μου, δική σου και του καθενός μας. Τί είναι Ορθόδοξη Εκκλησία; 
Είναι ο αναστημένος Κύριος Χριστός που ζει πάντοτε... Έτσι και εμείς, ζώντας σε αυτή, συνεχώς νικούμε διά του Αναστάντος Κυρίου και την αμαρτία και τον θάνατο και τον διάβολο. Και έτσι ανασταίνουμε τους εαυτούς μας απ’ όλους τους τάφους μας, οδηγούμενοι και χειραγωγούμενοι πάντοτε σ’ αυτό το έργο από τους εορταζόμενους καθημερινά αγίους τους οποίους δοξάζουμε. Αυτοί είναι οι διά του αναστάντος Κυρίου αληθινοί νικητές του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου, και συγχρόνως εκείνοι που αληθινά μας ανασταίνουν απ’ όλους τους τάφους μας. 
Διότι, ποιος είναι ο σκοπός και το νόημα της χριστιανικής μας ζωής; Το να νικήσουμε την αμαρτία, τον θάνατο, τον διάβολο, και έτσι να εξασφαλίσουμε αθανασία και αιώνια ζωή στην επουράνια Βασιλεία της αγάπης του Χριστού. 
Διότι η νίκη οποιασδήποτε αμαρτίας μας είναι ακριβώς νίκη επί του θανάτου, επειδή κάθε αμαρτία μας είναι ένας πνευματικός θάνατός μας. Νικώντας δε αμαρτία και θάνατο, νικούμε στην πραγματικότητα τον διάβολο, επειδή ο διάβολος είναι ύπαρξη, στην οποία αμαρτία και θάνατος ταυτίζονται. Ο άνθρωπος όμως είναι άνθρωπος μόνον διά του Αναστάντος Θεανθρώπου Κυρίου Χριστού και της χριστοειδούς αθανασίας.
Με την Ανάσταση του Χριστού είναι λογική και φυσική και η ανάσταση του ανθρώπου, κάθε ανθρώπου, δηλ. και εμένα και σένα, διότι ο άνθρωπος είναι συστατικό τμήμα του Θεανθρώπινου όντος. Γι’ αυτό ήδη στην Ανάσταση του Θεανθρώπου εκ νεκρών περιέχεται η δύναμη και η αλήθεια για την εκ νεκρών ανάσταση των ανθρώπων (πρβλ. Α’ Κορ. ΙΕ’, 12 — 16). 
Όλοι εμείς οι άνθρωποι διά του Θεανθρώπου πράγματι περιλαμβανόμαστε μέσα στη δική Του ανθρώπινη φύση. Και καθένας μας οφείλει να αναστηθεί διότι αναστήθηκε ο Θεάνθρωπος Χριστός, μέσα στον οποίον κατά μυστηριώδη τρόπον βρισκόμαστε όλοι εμείς οι άνθρωποι, από τον Αδάμ μέχρι και τον τελευταίο άνθρωπο της γης. 
Η Ανάσταση του Χριστού και η ανάσταση των νεκρών είναι διπλή σε μία θεανθρώπινη αλήθεια. Οι νεκροί ανασταίνονται διότι αναστήθηκε ο Χριστός· ο Χριστός αναστήθηκε, γι’ αυτό ανασταίνονται οι νεκροί.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο Κύριος Χριστός δεν αναστήθηκε για τον εαυτό του αλλά «δι’ ημάς τους ανθρώπους, και διά την ημετέραν σωτηρίαν». Και ακόμη διότι όλη η φύση των ανθρώπων ακολουθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού ως κεντρικό πυρήνα της. Γενόμενος άνθρωπος, ο Θεός Λόγος έδειξε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε, ώστε στον παράδεισο με θεοπρεπή ζωή να γίνει ενσάρκωση του Θεού, σώμα του Θεού. 
Το δε σώμα του Θεού μόνον τότε είναι πράγματι θείο, εάν δεν είναι θνητό, εάν καταβάλει και νικήσει τον θάνατο. Επειδή όμως το ανθρώπινο σώμα ένεκα της αμαρτίας και με την αμαρτία υποδουλώθηκε στον θάνατο, και έγινε θνητό, γι’ αυτό και ο Θεός Λόγος προσλαμβάνει το σώμα, γενόμενος ο Ίδιος σώμα, για να το σώσει από τον θάνατο, σώζοντάς το από την αμαρτία. Αυτός είναι ο σκοπός της φιλανθρώπου ενανθρωπήσεως του Σωτήρα. Γι’ αυτό με την Ανάστασή Του δόθηκε η εγγύηση της αναστάσεως όλων των νεκρών.
Όλη η ιστορία του ανθρωπίνου γένους, αναντίρρητα επιδεικνύει και αποδεικνύει το εξής: ο Κύριος Χριστός είναι παντοτεινή ανάγκη του ανθρώπου σε όλους τους κόσμους. Γιατί; 
Διότι χορηγεί μεν στον άνθρωπο την αιώνια Ζωή, εκμηδενίζει δε τον θάνατο, και καθετί το θνητό. Θνητό δε μέσα μας είναι ό,τι προέρχεται από την αμαρτία, από το κακό, από τον διάβολο.
Διότι Αυτός μόνος έχει και παρέχει την αιώνια αλήθεια, την αιώνια δικαιοσύνη, την αιώνια αγάπη, το αιώνιο κάλλος, και εκμηδενίζει το ψέμα, και την αδικία, και το μίσος και την ασχήμια.
Διότι δίδει στον άνθρωπο τον παράδεισο, και την μακαριότητα, και την χαρά, και το αθάνατο θεανθρώπινο νόημα και στη ζωή και στον κόσμο, και στη γη και στον ουρανό, και στον άνθρωπο και σε κάθε κτίσμα.
Διότι Αυτός μόνος δίδει στον άνθρωπο εκείνο, το οποίο «ου ληφθήσεται» απ’ αυτόν ούτε σ’ αυτόν ούτε στον άλλο κόσμο. Διότι ούτε αμαρτία, ούτε θάνατος, ούτε διάβολος μπορεί να αφαιρέσει από τον άνθρωπο Χριστόν τον Θεό, και την αλήθεια την δικαιοσύνη, την αθανασία και την αιωνιότητά του, εάν ο ίδιος ο άνθρωπος δεν θέλει να του αφαιρεθούν αυτά, εάν δηλαδή φυλάττει Χριστόν τον Θεό μέσα του με την πίστη, την προσευχή, την αγάπη, τη νηστεία, την υπομονή, την ταπεινότητα, και με τις υπόλοιπες άγιες ευαγγελικές αρετές, αυτής της αήττητης «πανοπλίας Θεού» (Εφ. 6, 11-18).
Ποιά είναι η ελευθερία που δίνει ο Χριστός; Είναι η ελευθερία από την αμαρτία, από τον θάνατο, από τον σατανά. Αυτή ζει από την αιώνια αλήθεια, από την αιώνια δικαιοσύνη, από την αιώνια αγάπη και από όλα όσα έχει ο Χριστός, τα θεία και τα θεανθρώπινα. 
Γι’ αυτό το λόγο η ελευθερία του Χριστού είναι η μόνη αληθινή ελευθερία, την οποία μπορεί να έχει ο άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο. Όλες οι λεγόμενες ελευθερίες είναι ψεύτικες ελευθερίες, εάν δεν είναι ελευθερίες από τον θάνατο. Διότι η αμαρτία αναπόφευκτα υποδουλώνει τον άνθρωπο στον θάνατο και στον σατανά. Η δε μόνη ισχυρότερη του θανάτου ελευθερία είναι η ελευθερία του Χριστού, ενώ όλες οι άλλες είναι οι ανίσχυροι δούλοι του θανάτου. Και η μόνη ελευθερία, η οποία είναι ισχυρότερη του σατανά, είναι η ελευθερία του Χριστού, ενώ όλες οι άλλες είναι άμεσες ή έμμεσες υπόδουλες στο δαίμονα.
Εκείνος ο οποίος πιστεύει στον Αναστάντα Κύριον Ιησού με όλη την καρδιά του και με όλη τη ψυχή του και με όλη τη διάνοιά του, δεν φοβάται τον θάνατο, δεν φοβάται από την αμαρτία και «βρίσκεται», κατά τον ιερόν Χρυσόστομο, «εκτός της εξουσίας του σατανά». Επί πλέον αυτός εμπαίζει τον θάνατο, εμπαίζει τον δαίμονα, διότι έχει μέσα του τον Κύριο και Θεό Ιησού Χριστό, τον μόνον νικητή του σατανά και τον μόνον που ανασταίνει τους ανθρώπους από όλους τους θανάτους.
Η αμαρτία μέσα στον άνθρωπο, και ιδού, παραμορφωμένος και τέρας ο άνθρωπος. 
Το θεοειδές ον και μέσα του αμαρτία! Δεν είναι αυτό φρίκη και κόλαση; Από τότε που έφυγε ο άνθρωπος από τον Παράδεισο, δηλαδή από την αναμάρτητη και αγία ζωή, έγινε ένα εκούσιο εργαστήριο της αμαρτίας. Το εργαστήριο δε της αμαρτίας τί είναι άλλο αν όχι — μια μικρή κόλαση; Η μεγάλη και αιώνια κόλαση είναι μόνον συγχώνευση όλων των μικρών κολάσεων που ξεχύνονται από τον άνθρωπο, φέρνοντας μαζί και τον ίδιον τον άνθρωπο. Η αμαρτία… και δεν είναι άλλο παρά η ζωή χωρισμένη από τον Αναμάρτητο, από τον Θεό. Αυτό ακριβώς είναι ο θάνατος, πρώτον πνευματικός και έπειτα σωματικός. 
Ή για να πω καλύτερα (αμαρτία είναι) η συνεχής ζωή μέσα στο θάνατο. Διότι η αμαρτία και ο θάνατος είναι ένα και το αυτό πράγμα. Όπως είναι πάλιν η αναμαρτησία και η ζωή ένα και το αυτό πράγμα. Όπου η αμαρτία εκεί και ο θάνατος. 
Και πάλιν: όπου ο θάνατος εκεί και η αμαρτία. Αλλά και το ένα και το άλλο κατάγονται από τον δημιουργό της αμαρτίας και του θανάτου, από τον διάβολο… Έτσι, η αμαρτία δεν είναι ποτέ μόνη της, αλλά πάντοτε έχει μέσα της και γύρω της και πίσω της, τον θάνατο και τον διάβολο· και ο θάνατος δεν είναι ποτέ μόνος του, αλλά πάντοτε μαζί με την αμαρτία και τον διάβολο· και ο διάβολος δεν είναι ποτέ μόνος του, μπροστά του είναι πάντοτε η αμαρτία και ο θάνατος, και αυτός πάντοτε παρών σε κάθε αμαρτία και κάθε θάνατο. Η τριάδα αυτή είναι αχώριστη. 
Γι’ αυτό και η σωτηρία έγκειται στην απελευθέρωση απ’ αυτή την τρισκατάρατη τριάδα: την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο. Ο Κύριος Ιησούς έγινε ακριβώς εξαιτίας αυτού ο μόνος Σωτήρας του ανθρώπινου γένους, διότι με την ανάστασή Του εκ νεκρών μας έσωσε από την αμαρτία. Η Ανάσταση είναι νίκη επί του θανάτου, και ως εκ τούτου επί της αμαρτίας και επί του διαβόλου. Διότι η Ανάσταση είναι νίκη του Αναμάρτητου επί της αμαρτίας, του Αθάνατου επί του θανάτου, του Θεού επί του διαβόλου. Ποιός, άλλωστε, θα μπορούσε να νικήσει και τον θάνατο εκτός από τον Αθάνατο, και τον διάβολο εκτός από τον Θεό;

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς († 1979)

Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή



Ἐὰν ὑπάρχει μιὰ ἀλήθεια στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ εὐαγγελικὲς ἀλήθειες, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχει μιὰ πραγματικότητα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ καινοδιαθηκικὲς πραγματικότητες, ἡ πραγματικότητα αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ' Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.

Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ' αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ' αὐτό. Ἀπ' αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.

Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; 
Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τῆς μάχης.

Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ' ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι' αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ' ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας, ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ



Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΣΕΡΒΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΟΥ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ.

ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΓΓΥΗΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ, Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Την προικώα διδασκαλία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ας έχομε ως υπόδειγμα Ορθόδοξης ακρίβειας. Η μίμηση του Ομολογητή Αγίου μας, είναι υπόδειγμα χριστιανικής αρετής. Αποτελεί ένα μεγάλο οικουμενικό διδάσκαλο της Ορθοδοξίας. Ο σταυροφόρος βίος του κατά την μακρά εκείνη περίοδο των αντίθεου και απάνθρωπου κουμμουνιστικού συστήματος της πρώην Γιουγκοσλαβίας, είναι υπόδειγμα καρτερίας και χριστιανικού αγώνα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να διαφυλάσσει απαραχάρακτη, τη διδασκαλία του μεγάλου Ομολογητή Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Δεν πρέπει να γίνονται ενέργειες και αναφορές που αντιστρατεύονται τη μοναδικότητα και την καθολικότητα της Εκκλησίας. Οι ενέργειες μας πρέπει να είναι ανάλογες των υποθηκών του μεγάλου Ομολογητή Αγίου μας. Δεν πρέπει να γίνονται αναφορές που αντιστρατεύονται την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι δηλαδή αυτή είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

‘’Αληθινήν Εκκλησίαν του Χριστού’’ καλεί την Ορθόδοξη Εκκλησία ο μεγάλος αυτός Άγιος, δίδοντας την πραγματική διάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι παρακαταθήκεςωτου αποτελούν προικώον δώρημα για την Εκκλησία της Σερβίας. «Όντως, η ζωή εν τη Εκκλησία είναι πάντοτε καθολική, ευρίσκεται πάντοτε εν τη κοινωνία : ‘’συν πάσι τοις αγίοις’’ , ‘’μετά πάντων των αγίων’’. Το αληθινόν κατά συνέπειαν μέλος της Εκκλησίας αισθάνεται ενεργώς μετά της αυτής πίστεως μετά των Αποστόλων, των Μαρτύρων και των Αγίων όλων των αιώνων· αισθάνεται ότι ούτοι είναι αιωνίως ζωντανοί και ότι πάντας αυτούς διαπερά ταυτοχρόνως μία και η αυτή θεανδρική δύναμις και ενέργεια, μία και η αυτή θεανθρωπίνη ζωή, μία και η αυτή θεανθρωπίνη αλήθεια. Δεν υπάρχει καθολικότης εκτός της εκκλησιαστικότητος, διότι μόνον η αληθινή και πραγματική ζωή εν τη Εκκλησία δημιουργεί εις τον άνθρωπον την αίσθησιν της καθολικότητος της πίστεως, της αληθείας και της ζωής· το ζην ‘’συν πάσι τοις αγίοις’’, μετά πάντων των μελών της Εκκλησίας όλων των αιώνων», αναφέρει χαρακτηρισικά ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς στο ομολογιακό κείμενό του «Καθολικότης της Εκκλησίας», αναφέρει ότι «η ίδια η φύσις της Εκκλησίας είναι καθολική. Ο Σωτήρ Χριστός είναι το περιεχόμενο της παραδόσεως της αποστολικότητος εν τω Σώματι της Εκκλησίας. Η Θεανθρωπίνη αυτή καθολικότης της Εκκλησίας και καθολικοποίησις εν τη Εκκλησία διακρατείται και πραγματοποιείται δια της αεί ζώσης Υποστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού, η οποία κατά τον πλέον τέλειον τρόπον ενώνει τον Θεόν και τον άνθρωπον…».

Η Εκκλησία του Χριστού είναι μια και μοναδική. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς αναφέρει : «Η Εκκλησία δεν είναι μόνο μία, αλλά και μοναδική. Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πολλά σώματα, κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες. Εν τω θεανθρωπίνω αυτού σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι ένας και μοναδικός»*.

Όταν αναφέρεται ο Άγιος Ιουστίνος στο δόγμα περί του αλαθήτου του Πάπα, αναφέρει ότι δεν είναι ‘’ μόνο αίρεσις, αλλά παναίρεσις’’. Το δικαιολογεί μάλιστα καθότι ‘’καμμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα – ανθρώπου’’.

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς δίνει τη σωστή δογματική και εκκλησιολογική εκτροπή τη κακοδοξίας του αλαθήτου. Αναφέρει με σαφήνεια τα εξής για τη πλάνη του αλαθήτου : «Το αλάθητον είναι φυσικόν θεανθρώπινον ιδίωμα και φυσική θεανθρώπινη λειτουργία της Εκκλησίας ως Θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, του οποίου αιωνία Κεφαλή είναι η Αλήθεια, η Παναλήθεια, η Δευτέρα Υπόστασις της Υπεραγίας Τριάδος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα εις την πραγματικότητα ο πάπας ανεκηρύχθη εις Εκκλησίαν και ο πάπας-άνθρωπος, κατέλαβε τη θέση του Θεανθρώπου. Αυτός είναι ο τελικός θρίαμβος του ουμανισμού, αλλά συγχρόνως και ‘’ο δεύτερος θάνατος’’ (Αποκ. 20,14. 21,8) του παπισμού, μέσω δε αυτού και του κάθε ουμανισμού. Όμως κατά την Αληθινήν Εκκλησίαν του Χριστού, η οποία από της εμφανίσεως του Θεανθρώπου Χριστού υπάρχει εις τον επίγειον κόσμον ως θεανθρώπινον σώμα, το δόγμα περί του αλαθήτου του πάπα είναι όχι μόνο αίρεσις, αλλά παναίρεσις. Διότι καμμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα – ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία· το δόγμα αυτό είναι η αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού. Το δόγμα αυτό είναι φευ! Η πλέον φρικτή εξορία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού από την γην·»

Αυτή την προικώα διδασκαλία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ας διαφυλάξομε απαραχάρακτη. Αυτόν τον μεγάλο Άγιο ας έχουμε ως υπόδειγμα Ορθόδοξης ακρίβειας. Η μίμηση του Ομολογητή Αγίου μας αποτελεί ευεργεσία στην Εκκλησία. Η χρήση των λεχθέντων του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, αποτελούν εγγύηση Ορθόδοξης ακρίβειας. Οι ενέργειες μας πρέπει να είναι ανάλογες των υποθηκών του μεγάλου Ομολογητή Αγίου μας. Ας πάψουν επιτέλους οι αναφορές που αντιστρατεύονται την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι δηλαδή αυτή είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Ας πάψουν επιτέλους οι συγκρητισμοί και τα άλλα οικουμενιστικά ολισθήματα. Αυτόν τον μεγάλο Άγιο ας έχουμε ως υπόδειγμα Ορθόδοξης ακρίβειας.


*Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (Αναδημοσίευση από τη γαλλική μετάφραση στον Ορθόδοξο Τύπο, 29/6/2007)

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Η Εκκλησία είναι μία, οι αιρέσεις είναι πολλές!



Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ

«Η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική. Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πολλά σώματα κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες.

Εν τω θεανθρωπίνω αυτού σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι ένας και μοναδικός.

Δι’ αυτόν τον λόγον διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτίστως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον.

Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας, κατά τον τρόπον, που πίπτουν τα ξερά και άγονα κλήματα από την θεανθρωπίνην και αιωνίως ζώσαν άμπελον, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ιω. 13,16). Κατά καιρούς απεσπάσθησαν και εξεβλήθησαν από την μοναδικήν αδιαίρετον Εκκλησίαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έκτοτε έπαψαν να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας και μέρη του θεανθρωπίνου σώματός της.

Έτσι έχουν κατ’ αρχήν αποκοπή οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί, κατόπιν οι Πνευματομάχοι, κατόπιν οι Μονοφυσίται, κατόπιν οι Εικονομάχοι, κατόπιν οι Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οι Προτεστάνται, κατόπιν οι Ουνίται και εν συνεχεία όλα τα άλλα μέλη των αιρετικών και σχισματικών λεγεώνων».

(Ιουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», (Γαλλική μετάφραση) 
Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 – Αναδημο- σιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 29/6/2007).

Γι’ αυτό λέγεσαι Ορθόδοξος Χριστιανός…



Συχνά η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο είναι πλακωμένη από την λάσπη των ηδονών και το κατράμι των παθών, από τα αγκάθια της αμαρτίας και την ήρα των επιθυμιών.....
Γι’ αυτό λέγεσαι ορθόδοξος χριστιανός, για να καθαρίσεις όλα αυτά πάνω από την εικόνα του Θεού στην ψυχή σου και να λάμψει και πάλι η εικόνα εκείνη με το θεϊκό της κάλλος.

Αν το καταφέρεις αυτό, τότε θα αγαπήσεις τον άνθρωπο στην αμαρτία του, γιατί ποτέ δεν θα εξισώσεις την αμαρτία με τον αμαρτωλό και το έγκλημα με τον εγκληματία.

Πάντα θα ξέρεις να ξεχωρίζεις την αμαρτία από τον αμαρτωλό, να καταδικάζεις την αμαρτία και να σπλαχνίζεσαι τον αμαρτωλό. […]

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Πηγή: «Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς – Εκλογαί από επιστολές»

Οἱ δέκα ὀφθαλμοὶ τοῦ ἀνθρώπου



Γίνεται κατανοητό, ὅτι τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα δὲν εἶναι ἕνα αὐτόματο καὶ νεκρὸ μηχάνημα, μὲ τὸ ὁποῖο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ καὶ πράττει, ἀλλὰ ζωντανὸς συνεργάτης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅλος ὁ ἄνθρωπος μετατρέπεται σὲ «πράξη», «ἐνέργεια». 
Καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν ἁγίων ἀρετῶν μετατρέπει τὶς «Θεοκεχαριτωμένες» δυνάμεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὲ δικές του δυνάμεις. Τὶς μεταφέρει σὲ κάθε «συστατικό» τῆς ὑπάρξεώς του, τὶς ἐκχέει σ’ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό του καὶ αὐτὲς συμμετέχουν σὲ ὅλες τὶς σκέψεις του (τοῦ ἀνθρώπου δηλ.), σὲ ὅλα τὰ αἰσθήματά του, στὶς θελήσεις του, στὶς ἐνέργειές του καὶ σὲ ὅλους τοὺς λόγους του. Μὲ μία λέξη, στὴν ὁλόπλευρη ζωή του.
Γι’ αὐτὸ μὲ τὴν εὐλογία, μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος καθαρίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀνανεώνει, ἀνακαινουργώνει, ἁγιάζει, ἁγιοποιεῖ, μεταμορφώνει ὅλα τὰ ὄργανα τοῦ πνεύματός του, ὄργανα ἐπίγνωσης καὶ αἰσθήσεως: καρδιά, νοῦ, ψυχή, θέλημα, ἔτσι ὥστε αὐτὰ μποροῦν πλέον νὰ μὴ ὑποκύπτουν στὴν ἁμαρτία, νὰ ἐξουδετερώνουν τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, μποροῦν πλέον νὰ μὴ ναρκώνονται ἀπὸ τὴν παράλυση τοῦ -οἱουδήποτε-πάθους, ἀπὸ τὴν παράλυση τῶν παθῶν καὶ νὰ προσβλέπουν σὲ ὅλα τὰ θεϊκὰ ἀγαθά, τὰ ὁποία προσφέρει, δίνει σὲ μᾶς ὁ φιλάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
Αὐτὸ τὸ μυστήριο μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ «περίφροντις» (αὐτὸς ποὺ φροντίζει πολὺ ) γιὰ τὴν σωτηρία μας Ἀπόστολος, προσευχόμενος στὸν Θεὸ γιὰ τοὺς χριστιανούς, γιὰ καθαρὴ… καρδιά, γιὰ καρδιὰ «ἀποκαθαρμένη», «ἐξαγιασμένη» καὶ «πεφωτισμένη» μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

«Πεφωτισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας ὑμῶν, εἰς τὸ εἰδέναι ὑμᾶς τὶς ἐστίν, ἡ ἐλπὶς τῆς κλήσεως αὐτοῦ, καὶ τὶς ὁ πλούτος τῆς δόξης τῆς κληρονομίας αὐτοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις, καὶ τί τὸ ὑπερβάλλον μέγεθος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς ἡμᾶς τοὺς πιστεύοντας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κράτους τῆς ἰσχύος αὐτοῦ». Ὀφθαλμοὶ τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ πίστη. Γιατί ἡ πίστη γίνεται τὸ «βλέμμα» τῆς ψυχῆς μας. «Βλέμμα» τὸ ὁποῖο βλέπει τὸν «μὴ ὁρώμενον» καὶ τὸ «μὴ δρώμενο». Βλέπει τὸν ἀόρατο Θεὸ στὸν ὁρατὸ ἄνθρωπο Ἰησοῦ, βλέπει τὶς ἀναρίθμητες «ἀόρατες» κεχαριτωμένες δυνάμεις Του, οἱ ὁποῖες μὲ τὴν ἐκκλησία οἰκοδομοῦν τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κόσμου, τῶν δημιουργημάτων: καὶ τὴν δική μου σωτηρία καὶ τὴν δική σου καὶ ὅλων τῶν δικαίων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν (ποὺ ἔχουν καλὴ προαίρεση καὶ τὴν ἐκφράζουν μὲ τὴν μετάνοια).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς, διαμέσου αὐτοῦ τοῦ γήινου κόσμου καὶ διαμέσου ὅλων «τῶν κόσμων» γενικά, «διὰ πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους» (Β΄ Κορινθ. 5,7), «διὰ πίστεως», ἡ ὁποία εἶναι τὸ «βλέμμα» τῆς ψυχῆς μας, τῆς «κεχαριτωμένης», τῆς «ἐξαγιασμένης», τῆς «μεταμορφωμένης» ψυχῆς μας. Σὲ μᾶς ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι κάτι τὸ μοναδικό, εἶναι ὁ πρῶτος ἀθάνατος καὶ ὁ «παν-ὁρῶν» ὀφθαλμὸς τῆς «ἐν χάριτι» εὑρισκομένης ψυχῆς μας, ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ δεύτερος ὀφθαλμός, ἡ προσευχὴ ὁ τρίτος, ἡ ἐλπίδα ὁ τέταρτος, ἡ νηστεία ὁ πέμπτος ὀφθαλμός, ἡ ταπείνωση ὁ ἕκτος, ἡ πραότης ὁ ἕβδομος, ἡ ὑπομονὴ ὁ ὄγδοος, ἡ Ἁγία Κοινωνία ὁ ἔνατος καὶ ἡ Ἁγία Μετάνοια ὁ δέκατος ὀφθαλμὸς καὶ μὲ τὴν σειρὰ αὐτή, ὅλα τὰ ἅγια μυστήρια καὶ οἱ ἅγιες ἀρετὲς εἶναι ὁ ἀναρίθμητος ἀριθμὸς «ὀφθαλμῶν» μας, ὀφθαλμῶν ποὺ βλέπουν τὰ πάντα, ὀφθαλμῶν ποὺ προσβλέπουν στὸν οὐρανό, ὀφθαλμῶν ποὺ βλέπουν καὶ γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια. 

Καὶ αὐτοὶ οἱ «ἅγιοι ὀφθαλμοὶ» ἔγιναν τὸ βλέμμα μας, μὲ τὸ ὁποῖο διακρίνουμε ποιὰ εἶναι «ἡ ἐλπίδα τῆς κλήσεως» τοῦ Χριστοῦ, ἐλπίδα μας, ποὺ εἶναι ἡ υἱοθεσία ἀπὸ τὸν «Θεὸν» διὰ «Ἰησοῦ Χρίστου», ποὺ εἶναι ἡ κληρονομιὰ τῆς οὐράνιας βασιλείας, ἡ αἰώνια ζωὴ στὴν μακαριότητα τοῦ Αἰωνίου, Τρισηλίου Θεοῦ καὶ Κυρίου. Καὶ ἀκόμη, αὐτοὶ «οἱ ὀφθαλμοὶ» εἶναι τὸ «βλέμμα» μας, μὲ τὸ ὁποῖο διακρίνουμε καὶ ποιὸς εἶναι «ὁ πλοῦτος τῆς δόξης τῆς κληρονομιᾶς αὐτοῦ», ποιὰ εἶναι ἡ «κληρονομιά μας ἐν Χριστῷ». Εἶναι ἡ ἔνθεη ζωή, ἡ αἰώνια ζωὴ καὶ αἰώνια δόξα, διαμέσου τῆς αἰώνιας ἀλήθειας, τῆς αἰώνιας δικαιοσύνης, τῆς αἰώνιας ἀγάπης, τῆς αἰώνιας χαρᾶς, τῆς αἰώνιας μακαριότητας. 

Καὶ ἀκόμη οἱ ἅγιοί μας ὀφθαλμοὶ βλέπουν «τὸ ὑπερβάλλον μέγεθος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς ἡμᾶς τοὺς πιστεύοντας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κράτους τῆς ἰσχύος αὐτοῦ». Τῆς «ἰσχύος Αὐτοῦ», τῆς ἔνθεης, θεϊκῆς «ἰσχύος», ποὺ μὲ τὴν πίστη μας νικᾶ ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας, ὅλους τοὺς θανάτους, ὅλους τοὺς διαβόλους (ποὺ ἐκφράζουν τὰ διάφορα πάθη), ὅλες τὶς κολάσεις καὶ μᾶς «δωρίζει» σωτηρία, ἐξαγιασμό, ἀγαθοδωρεά, θέωση, Ἐνχριστοποίηση, Ἐντριαδοποίηση, παράδεισο, τὸν παν-παράδεισο.

Ἀπὸ μᾶς εἶναι ἡ πίστη, καὶ ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ἡ δύναμη τῆς πίστεως. «Μέσῳ» τῶν ἱερῶν μυστηρίων καὶ τῶν ἁγίων ἀρετῶν ἡ πίστη μας αὐξάνει ἀπὸ δύναμη σὲ δύναμη, ἀπὸ ἀθανασία σὲ ἀθανασία, ἀπὸ παράδεισο σὲ παράδεισο, ἀπὸ χαρὰ σὲ χαρά, ἀπὸ ἀλήθεια σὲ ἀλήθεια, ἀπὸ δικαιοσύνη σὲ δικαιοσύνη, ἀπὸ καλὸ σὲ καλό, ἀπὸ σοφία σὲ σοφία. Αὐξάνει ἡ πίστη μας σὲ ὅλα τὰ «ἀγαθὰ» τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, προσβλέπουσα σ’ αὐτὰ «μὲ πεφωτισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας».

Στὸν δρόμο αὐτὸν τῆς πίστεως ἀναρίθμητα εἶναι τὰ ἐμπόδια καὶ τὰ μαρτύρια, οἱ πειρασμοί, οἱ πόνοι καὶ οἱ παντοειδεῖς θλίψεις. Ἀλλὰ καὶ τὸ πιὸ μεγάλο μαρτύριο γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι τίποτε, ὅταν, στὴν καρδιὰ τοῦ πιστεύοντα, ὑπάρχει ἡ μεγάλη πλημμυρίδα τῆς Θεϊκῆς δύναμης. Ἔτσι μόνο, μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ ὑπομονὴ ποὺ ἔδειξαν καὶ ἡ χαρὰ ποὺ ἐξεδήλωσαν, οἱ ἅγιοι μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς πίστεως, στὰ διάφορα μαρτύρια καὶ βασανιστήρια, ποὺ ὑπέμειναν, γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ. 

Ἔτσι μόνο, μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν καὶ νὰ κατανοηθοῦν ὅλοι οἱ ὑπεράνθρωποι ἀγῶνες τῶν ἁγίων ἀναχωρητῶν τῆς ἐρήμου καὶ ὅλα τὰ καλοπροαίρετα καὶ ἄθελα βασανιστήρια καὶ μαρτύρια καὶ οἱ κακουχίες ὅλων τῶν δικαίων χριστιανῶν, ὅλων τῶν χριστοευσεβῶν ἀγωνιστῶν, ὅλων τῶν Θεοαγαπώντων πιστῶν, ὅλων τῶν ἀκούραστων εὐαγγελιστῶν. Ἔτσι μόνο ἐξηγεῖται ἡ ἀντοχὴ καὶ καρτερία στοὺς πόνους ὅλων ἐκείνων ποὺ ἦσαν ἁμαρτωλοὶ καὶ μετανόησαν, ἦσαν ἅρπαγες, ἄσωτοι, ἀγαποῦσαν ἀσήμαντα πράγματα καὶ μετανόησαν, ἦσαν φιλήδονοι, ὑπερήφανοι, φίλαυτοι, ἐγωιστὲς καὶ ἔδειξαν ἀληθινὴ μετάνοια, ἦσαν φιλάργυροι, δολοφόνοι, κλέφτες, διαφθορεῖς, πότες καὶ μετανόησαν εἰλικρινά, ἦσαν ἀπελπισμένοι καὶ ὁδηγήθηκαν μὲ τὴν μετάνοια στὸν Χριστὸ (ποὺ εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν Χριστιανῶν).

Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ἡ πίστη μας, ἡ πίστη ὅλων, τῶν μεγάλων καὶ τῶν μικρῶν, τῶν δυνατῶν, καὶ τῶν ἀδυνάτων, τῶν βασιλέων καὶ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἄσοφων, ἡ πίστη αὐτὴ ὅταν ὑπάρχει, μὲ τὴν μεγάλη δύναμη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἐνέργεια καὶ πράξη αὐτῆς τῆς δύναμης στὶς καρδιές μας, στὶς συνειδήσεις μας, στὴ ζωή μας, κάνει ὥστε, ὅλα σὲ μᾶς νὰ ἀνατρέπονται «ἐκ βάθρων» καὶ «ὅλως πανσόφως» χωρὶς δυσκολίες, νὰ κτίζονται καινούργια πράγματα, θεϊκὰ καὶ αἰώνια. 

Καὶ ἐμεῖς ἐνῶ βρισκόμαστε ἀκόμη ἐδῶ στὴ γῆ, ἀρχίζουμε νὰ ζοῦμε τὴν αἰώνια ζωή, καὶ ἐνῶ ἡ γῆ εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας, μετατρέπεται σὲ ἕνα ἀπροσπέλαστο οὐρανό. Ὅταν ὑπάρχει ἡ πίστη, δὲν ἔχει ἄλλον, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σὲ Αὐτὸν βρίσκεται ὁ παράδεισός μας, ἡ χαρά μας καὶ ἡ αἰωνιότητά μας. Ναί, ἡ πίστη μας στηρίζεται στὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, «ἐν δυνάμει Θεοῦ», «ἐν ἀποδείξει πνεύματος καὶ δυνάμεως» (Α’ Κορινθ. 2, 5,4).

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΕΓΟΜΕΝΟ ‘’ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ’’

«Ελάτε να συλλαβίσωμεν εν προσευχή το Ευαγγέλιον της Ορθοδοξίας 
και την Ορθοδοξίαν του Ευαγγελίου» 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Έχει προβληματίσει αρκετούς Ορθόδοξους Χριστιανούς, η πρόσφατη διοργάνωση στη Θεσσαλονίκη, από 28 Αυγούστου μέχρι 30 Αυγούστου 2016, του ΙΔ΄ Διαχριστιανικού Συμποσίου με θέμα ‘’Ευαγγελισμός και Επανευαγγελισμός στην Ευρώπη του 21ουαιώνα’’, που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Ποντιφικού Ινστιτούτου Antonianum της Ρώμης.

Πως μπορούμε να ομιλούμε στην ουσία για ‘’κοινό’’ επανευαγγελισμό μαζί με τους Παπικούς, που παραχάραξαν ευαγγελικές αλήθειες, όπως στο θέμα του Filioque, διαστρέφοντας το Αγιογραφικό χωρίο, «το Πνεύμα της αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται» (Ιω. 15,26) και στο θέμα του παπικού πρωτείου, διαστρέφοντας το Αγιογραφικό χωρίο, «συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν» (Ματθ. 16,17);

Στην απόφαση ή ‘’σημείωμα’’ (περί του ριφθέντος πιττακίου εν τη αγία τραπέζη παρά των από Ρώμης πρέσβεων κατά του αγιωτάτου Πατριάρχου κυρού Μιχαήλ, μηνί Ιουλίω Ινδικτ. ζ΄) της Συνόδου της Κωνσταντινούπολης που έγινε στις 20 Ιουλίου 1054, γίνεται η εξής αναφορά σχετικά με την αιρετική προσθήκη του Filioque: «μήτε τη Γραφή προσέχειν εθέλοντες».

Θα πρέπει να σημειώσομε ότι στην Ευρώπη, οι Παπικοί κάνουν λόγο για ‘’νέο ευαγγελισμό’’, αφορμώμενοι από σχετική αναφορά του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄.
Τι είδους ‘’νέο ευαγγελισμό’’ μπορούμε να περιμένομε από αυτούς που στρέβλωσαν ευαγγελικές αλήθειες; «Η Ορθοδοξία ως μοναδικός φορεύς και φύλαξ του τελείου και παμφώτου Προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού πραγματοποιείται αποκλειστικώς με τα θεανθρώπινα – ορθόδοξα μέσα, τας ασκητικάς εν χάριτι αρετάς, όχι με μέσα δανεισμένα από τον Ρωμαιοκαθολικισμόν ή τον Προτεσταντισμόν, διότι αυτοί είναι χριστιανισμοί κατά την έκδοσιν του υπερηφάνου ευρωπαίου ανθρώπου, και όχι του ταπεινού Θεανθρώπου», λέγει ο Ομολογητής Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

«Έχετε παρατηρήσει πως εις την ορθόδοξον ψυχήν μας δεν ανταποκρίνεται η ορθολογιστικο-σχολαστική παιδεία της ρωμαιοκαθολικής και προτεσταντικής Ευρώπης;», ρωτά ο Ομολογητής Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. «Η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει την ακεραίαν διδασκαλίαν του Θεανθρώπου Χριστού, διότι ίσταται άνευ υποχωρήσεων εις την θεανθρωπίνην μεθοδολογίαν των Αγίων Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων», αναφέρει αλλού ο Ομολογητής αυτός Άγιος.

Η εν Αγίω Πνέυματι ζωή της Εκκλησίας δεν έχει διακοπεί αλλά συνεχίζεται. Ο πάντα επίκαιρος λόγος του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, απαντά στην θεματολογία του ΙΔ΄ Διαχριστιανικού Συμποσίου, με την εξής ορθόδοξη προτροπή : «Ελάτε να συλλαβίσωμεν εν προσευχή το Ευαγγέλιον της Ορθοδοξίας και την Ορθοδοξίαν του Ευαγγελίου».

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Τι είναι ο ανθρώπινος νους χωρίς τον Χριστό;

Χωρίζεται ο άνθρωπος από τον Χριστό; Τότε χωρίζεται από την μοναδική λογική έννοια του «όντος» του, της ζωής του, της υπάρξεώς του.
Χωριζόμενος ο άνθρωπος από τον Χριστό, χωρίζεται και από την μόνη λογική έννοια της ψυχής του, του «νοός» του, της συνειδήσεώς του, του θελήματός του, του σώματός του.
Τί είναι ο ανθρώπινος νους χωρίς τον Χριστό; 
Είναι ένας μαρτυρικός, βασανιστικός θρήνος.
Τί είναι η ψυχή του ανθρώπου χωρίς τον Χριστό; Είναι ένα ομιλούμενο σκιάχτρο. Τί είναι η συνείδησή του, ή βούλησή του; Είναι ένας απελπισμένος τυφλός. Τί είναι το σώμα του χωρίς το Χριστό; Είναι ένα αηδιαστικό, σιχαμερό σκουλήκι...
Τί είναι το θέλημα του; Είναι ένας αβοήθητος εγκληματίας. Τί είναι γενικά ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό; Είναι ένα φοβερό εξωτερικό θέαμα. Έτσι και κάθε άλλο δημιούργημα, από τον άγγελο μέχρι και το πιό ασήμαντο ον, χάνει κάθε λογική έννοια της υπάρξεώς του, αν δεν διατηρήσει στο «είναι» του, τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Η αμαρτία είναι η μοναδική διασπαστική δύναμη, που χωρίζει και διακόπτει κάθε δεσμό με τον Θεό. Χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό, χωρίζει τον άγγελο και κάθε άλλο όν. Έτσι, απομακρύνοντας η αμαρτία τον άνθρωπο από τον Θεό, τον καταβυθίζει στη μωρία, στην χωρίς νόημα κατάσταση, στο θάνατο, στο διαβολισμό (στο κράτος του διαβόλου).
Γι’ αυτό και ο φιλάνθρωπος Κύριος, ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και με την ένωση στον Εαυτό Του, της Θείας και ανθρώπινης φύσεως, «ασυγχύτως και αδιαιρέτως», καθάρισε την φύση μας από την αμαρτία, την παραφροσύνη, τον θάνατο και τον διάβολο.
Έτσι ο Θεάνθρωπος Κύριος πέρασε στη γη όλα τα μαρτύρια μας, έζησε όλες μας τις θλίψεις, και σ’ εμάς τους «πολύπλευρα νεκρούς» ξανάδωσε ζωή, μας αναβίωσε από τις «θνητότητες» μας, μας ανέστησε από τους τάφους μας και μας αναβίβασε στα ουράνια (Εφεσ. 2, 6-8).
Με την Θεανθρώπινη ζωή Του και την ολόπλευρη Θεανθρώπινη «οικονομία» της σωτηρίας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός έδωσε τις Θεοχαριτωμένες δυνάμεις, με τις οποίες οι άνθρωποι γίνονται «οικείοι του Θεού», γίνονται «γεγεννημένοι εκ του Θεού και συν Θεώ», περιτειχίζονται στην αγία εκκλησία και φθάνουν στο πλήρωμα της ζωής και της αιωνιότητας, διαμέσου της ευλογημένης Θεανθρωπότητας (Έφεσ. 2, 10¬22).
Σύμφωνα με τον προαιώνιο προορισμό του ανθρώπου από τον Θεό, όλοι είναι δημιουργημένοι για τον ίδιο σκοπό, όλοι είναι κάτω από τον ίδιο Κύριο και Θεό, είναι κάτω από την αιώνια θεϊκή Αλήθεια, την δικαιοσύνη του Θεού και την αγαθότητά Του, όλοι είναι προορισμένοι «εις υιοθεσίαν διά Ιησοϋ Χριστού εις αυτόν, κατά την ευδοκίαν του θελήματος αυτού» (Έφεσ. 1, 4-5).
Γι’ αυτό σ’ όλους τους ανθρώπους είτε είναι Ιουδαίοι, είτε είναι Έλληνες, δούλοι ή ελεύθεροι, δόθηκε ένας, ο ίδιος Σωτήρας και μία, η ίδια σωτηρία, τα ίδια μέσα και οι ίδιες δυνάμεις σωτηρίας, ένα και το ίδιο Ευαγγέλιο.
Η σωτηρία επιτυγχάνεται διαμέσου της ευλογημένης, χαριτωμένης ψυχικής ενώσεως με τον Σωτήρα Χριστό.
Και μετά την κοινωνία των ανθρώπων με τις ουράνιες σωτηριώδεις δυνάμεις, που επιτυγχάνεται με το Ευαγγέλιο, γίνονται κοινωνοί και με όλες τις Θεανθρώπινες λυτρωτικές δυνάμεις, οι οποίες τους καθαρίζουν από κάθε κακία και αμαρτία και τους πληρώνουν, τους γεμίζουν και με όλα τα «ένθεα καλά» (Εφεσ. 3, 6-7).
Και αυτό συντελείται στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, στην οποία βρίσκεται όλη η Θεανθρώπινη οικονομία της σωτηρίας, η «οικονομία του μυστηρίου» του Θεού, σε σχέση με το ανθρώπινο γένος και με όλα τα όντα γενικά.
Αυτό το παν-θαυμαστό και παν-θαυματουργό μυστήριο της εκκλησίας, θαυμάζεται από τους αγγέλους του Θεού και αποκαλύπτεται και σ’ αυτούς, διαμέσου της εκκλησίας, η «πολυποίκιλος σοφία του Θεού» και μαζί με τους ανθρώπους μαθαίνουν και αυτοί την ανείπωτη και απερινόητη σοφία και αγάπη του Θεού (Εφεσ. 3, 9-10).

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
«Προς Εφεσίους Επιστολή»

Η Υπεραγία Θεοτόκος στην Εκκλησία



Μὲ τὴν ἁμαρτία τὸ θάνατο καὶ τὸ διάβολο οἱ ἄνθρωποι ξέπεσαν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπομακρύνθηκαν. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς καὶ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ ἀμέτρητη φιλανθρωπία ἔγινε ἄνθρωπος καὶ γιὰ πάντα παραμένει ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὡς Θεάνθρωπος ὡς Ἐκκλησία. Ἡ δὲ Ἐκκλησία μὲ τὴν δική του θεανθρώπινη οἰκονομία σώζει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο. Εἶναι Καινο- Διαθηκικὴ Πανευλογία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ποὺ ἐγέννησε γιὰ ἐμᾶς τὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ στὴν πραγματικότητα γέννησε τὴν Ἐκκλησία διότι ἔδωσε τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λοιπὸν ἡ Θεοτόκος ταυτοχρόνως καὶ Ἐκκλησιογεννήτρια· ἡ Θεομήτωρ εἶναι ταυτόχρονα καὶ Ἐκκλησιομήτωρ.

Γι’ αὐτὸ ἡ ἁγία προσευχόμενη σκέψη τῆς Ἐκκλησίας ὁμολογεῖ καὶ διδάσκει αὐτὴ τὴν Παν-ἀλήθεια ὅτι δηλαδὴ ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ Παν-φῶς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ὁλόκληρη ἡ Θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας γίνεται δι’ Αὐτῆς καὶ διὰ τοῦ δικοῦ Της Θεϊκοῦ Υἱοῦ.

Οἱ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κηρύττουν γιὰ Αὐτήν. Ὅθεν δικαίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον τὴν Ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν. Τοῦτο γὰρ τὸ ὄνομα ἅπαν τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας συνίστησι.

Γιὰ τὴν προσευχόμενη καὶ παν-ἀληθή αἴσθηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ δική του θαυμαστὴ Θεομήτωρ εἶναι δύο ἀχώριστες ὑπάρξεις. Στὴν ὀρθόδοξη ἐπίγνωση τῆς ΚαινοΔιαθηκικῆς πίστης τὸ σωτηριῶδες καὶ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀχώριστο ἀπὸ τό τῆς Παναγίας Ἀχράντου Ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ἐὰν ὑπάρχει κάποιος στὸ ἀνθρώπινο γένος μετὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τότε Αὐτὴ εἶναι ἡ Θεοτόκος ἡ Παντελεία, Θεανθρώπινη Παν-ἀρετή. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελειοτάτη μορφὴ κάθε ἀπείρου καλοῦ. Διότι ὅταν δί’ Αὐτῆς ὁ Θεὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο ὡς ἄνθρωπος πῶς νὰ μὴν προέλθει ἐξ Αὐτῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο κάθε τι τὸ θεϊκό, κάθε τι τὸ ἐπουράνιο, κάθε τι τὸ εὐαγγελικό, κάθε τι τὸ εὐλογημένο, κάθε τι τὸ παραδεισένιο;

Γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων.

Ἀναμφίβολα ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ μεγάλη καὶ πλουσιωτάτη Δωρο -δωρήτρια στὸ Ἀνθρώπινο γένος. Χάρισε σὲ ἐμᾶς, ἐγέννησε γιὰ ἐμᾶς τὸν Θεὸν ὡς ἄνθρωπο, ὡς Θεάνθρωπο· καὶ μὲ Αὐτὸν τὴν Αἰώνια Ἀλήθεια, τὴν Αἰώνια Δικαιοσύνη, τὴν Αἰώνια Ἀγάπη, τὴν Αἰώνια Ἀγαθότητα, τὴν Αἰώνια Ζωή.

Ἀσφαλῶς μὲ αὐτὰ ἔδωσε σὲ ἐμᾶς ὅ,τι αἰωνίως χρειαζόταν ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη σὲ ὅλους τους κόσμους: τὴν σωτηρία, τὴν ἐνχρίστωση, τὴν Θεανθρωποποίηση, τὴν Θέωση, τὴ ἐντριαδοποίηση, δηλαδὴ ὅλα τὰ θεία μυστήρια καὶ ὅλες τὶς θεϊκὲς ἀρετές. Ἀλλὰ μαζί μέ ὅλα αὐτά (μᾶς ἔδωσε) τὸ πολὺ ἀγαπητὸ θαῦμα ὅλων τῶν θεϊκῶν κόσμων, τὸν θαυμαστὸ καὶ παν- θαύμαστο Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ, τὸν Θεάνθρωπο.

Ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν εἶναι παναληθὴς καὶ θεόπνευστη ἡ ὁμολογία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «οὐδεὶς ἂν ἔλθοι πρὸς Θεὸν εἰ μὴ δι’ Αὐτῆς (τῆς Θεοτόκου)…Δι’ Αὐτῆς μεθέξουσι ὅσοι δὴ μεθέξουσι Θεοῦ. Αὕτη καὶ τῶν πρὸ Αὐτῆς αἰτία καὶ τῶν μέτ’ Αὐτὴν προστάτις καὶ τῶν αἰωνίων πρόξενος. Αὕτη τῶν προφητῶν ὑπόθεσις, τῶν Ἀποστόλων ἀρχή, τῶν μαρτύρων ἑδραίωμα, τῶν διδασκάλων κρηπίς… Αὕτη παντὸς ἁγίου κορυφὴ καὶ τελείωσις». [Δηλαδή: «Κανείς δέν μπορεῖ νά ἔλθει στόν Θεό παρά μόνο διά μέσου Αὐτῆς (τῆς Θεοτόκου)…Διά μέσου Αὐτῆς θά ἑνωθοῦν ὅσοι θά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό. Αὐτή εἶναι αἰτία, καί τῶν πρίν ἀπό Αὐτήν, καί προστάτις τῶν μετά ἀπό Αὐτήν καί αἰτία (πρόξενος) τῶν αἰωνίων (ἀγαθῶν). Αὐτή εἶναι ἡ ὑπόθεση (μέ αὐτήν ἀσχολοῦνται καί γι’ αὐτήν ὁμιλοῦν) τῶν Προφητῶν, ἡ ἀρχή τῶν Ἀποστόλων, τό στήριγμα τῶν μαρτύρων, ἡ κρηπίδα (βάση) τῶν διδασκάλων…Αὐτή εἶναι ἡ κορυφή καί ἡ τελείωση τοῦ κάθε Ἁγίου»)

Ἡ θεοδηγούμενη σκέψη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου μεγαλύνοντας τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ὁμολογεῖ: «Ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ κανεὶς ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία. Αὐτή εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Σωτηρίας γιατί ἐγέννησε τὸν Σωτήρα».

Ὁ Θεόσοφος ὁμολογητὴς τῆς θεανθρώπινης ἀλήθειας γιὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑνώνει τὴν προσωπικότητα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μὲ τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ἐννοηθεῖ, οὔτε νὰ ὑπάρξει χωρὶς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Μὲ τὴν ἐπονομασία δὲ «Θεοτόκος», στὸ πρόσωπο τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας ἐκφράζεται ὅλο τὸ θεϊκὸ μυστήριο τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ναί, χωρὶς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο δὲν ὑπάρχει ὁ Θεάνθρωπος, δὲν ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία, δὲν ὑπάρχει ἡ σωτηρία καὶ ὅλος ὁ κόσμος μετατρέπεται σὲ μία πολὺ ἀσυλλόγιστη φρίκη καὶ ὁ ἄνθρωπος σὲ μία φοβεροτάτη κόλαση.

-Γιὰ ποιὸ λόγο ἐδημιούργησε ὁ Θεὸς αὐτὸν τὸν κόσμο;

-Γιὰ νὰ γίνει ναὸς τοῦ Θεοῦ.

-Καὶ τὴν ζωὴν σὲ αὐτόν;

-Γιὰ νὰ γίνει Θεο-λειτουργικὴ.

-Καὶ τοὺς ἀνθρώπους σὲ αὐτὴν;

-Γιὰ νὰ γίνουν Θεολειτουργοί.

Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι μετάλλαξαν αὐτὸ τὸν κόσμο σὲ εἰδωλεῖο καὶ κολαστήριο.

– Μὲ τί;

-Μὲ τὴν Ἁμαρτία. Διότι ἡ ἁμαρτία ὑπακούει στὸν διάβολο καὶ ὄχι στὸν Θεό. Ἔτσι καὶ ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἀπὸ Θεὸ-λειτουργικὴ ἔγινε διαβολοειδὴς καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ λειτουργοί τοῦ Θεοῦ μετασχηματίστηκαν σὲ ὑπηκόους τοῦ διαβόλου.

Ὁ Κύριος ὅμως Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν ἁγιάση καὶ νὰ τὸν μεταμορφώση ἀπὸ κόλαση σὲ Θεο-λειτουργία καὶ αὐτὸ ὁ φιλάνθρωπος Χριστὸς τὸ πραγματοποίησε μὲ τὴν Ἐκκλησία. Διότι μὲ Αὐτὴν ὅλος ὁ Κόσμος ἔγινε ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο εὐαγγέλιο ὅλη Θεολειτουργική. Τὸ δὲ τέλειο παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ὁποία ἔζησε καὶ ἀσκήθηκε στὸ ναὸ, στὴν Ἐκκλησία. Ὅλη Της ἡ ζωή ἦταν μία ἀδιάκοπη Θεολειτουργία μὲ συνεχή ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς

“Εκείνος πού θα εισέλθει στο χρόνο, εισέρχεται ταυτόχρονα στον προθάλαμο της αιωνιότητας…”



Όταν από τον χρόνο αφαιρεθεί ή αμαρτία και ό θάνατος, τότε ό χρόνος γίνεται ένα θαυμάσιο προοίμιο στη θεία αιωνιότητα, μία εξοχή εισαγωγή στη θεανθρωπότητα, σύμφωνα με τον παναληθινό λόγο του Αιωνίου, του Θεανθρώπου:

«Ό πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον»(Ίωάν. 6,47). Ή πικρία του χρόνου προέρχεται από τον θάνατο και την αμαρτία• και γίνεται γλυκύς ό χρόνος με την αθανασία και την αναμαρτησία. Χωρίς τον Χριστό, τον Μόνο Παντοδύναμο, ό χρόνος είναι ένα βαρύ φορτίο. Μαζί Του γίνεται ελαφρό. Άλλα και ό παράδοξος δίδυμος αδελφός του χρόνου, ό χώρος, με ότι περικλείει μέσα του, και αυτός με όλο το βάρος του πιέζει και συντρίβει τον άνθρωπο. Φοβερό λοιπόν και τρομακτικό είναι το φορτίο του άνθρωπου• βαρύς και ακανθώδης ό ζυγός του. Μόνον με τη βοήθεια του πανάγαθου και παντοδυνάμου Θεανθρώπου ό ζυγός αυτός γίνεται «χρηστός» και το φορτίο «ελαφρόν». Κατά τον αληθινό λόγο της Αλήθειας: «Ό ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστί»(Ματθ. 11,30).

Είναι βασανιστικός ό ζυγός της ζωής και βαρύ το φορτίο της υπάρξεως, έφ’ όσον την βαρύνουν οι αλυσίδες της αμαρτίας και του θανάτου. Όταν με την δύναμη του Αναστάντος Κυρίου αφαιρεθούν τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου από την ρίζα της ζωής και της υπάρξεως, τότε ό ζυγός της ζωής γίνεται «χρηστός» και το φορτίο «έλαφρόν». Επιπλέον, ή ζωή μεταμορφώνεται σε χαρά, ή ύπαρξη σε αγαλλίαση.

Εδώ πρόκειται για εκείνη την χαρά της ζωής και της υπάρξεως, ή οποία δεν σταματά ούτε σ’ αυτό ούτε στον άλλο κόσμο. Όταν ό Αιώνιος Θεάνθρωπος ενδυναμώσει και καταστήσει αληθινό και αθάνατο τον άνθρωπο, τότε ό ζυγός της ζωής αποβαίνει χρηστός και το φορτίο της υπάρξεως ελαφρό. Τότε ό άνθρωπος με όλο του το είναι αισθάνεται να τον πλημμυρίζει φως ιλαρό και θείο από όλα τα έλλογα βάθη και ύψη του Θεοκτίστου χώρου και χρόνου.

Για τον σκεπτόμενο άνθρωπο, και ό χώρος και ό χρόνος είναι τέρατα, αν δεν αποκτήσουν νόημα δια της αιωνιότητας, δηλαδή δια της Θεανθρωπότητας. Διότι εμείς δεν γνωρίζουμε την αιωνιότητα παρά μόνο μέσα στην κατηγορία, μέσα στο γεγονός, μέσα στην πραγματικότητα της θεανθρωπότητας του Χριστού. Ολόκληρη ή αιωνιότητα, ενωμένη με τον χρόνο, στάθηκε για πρώτη φορά μπροστά στην ανθρώπινη συνείδηση στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Ό Θεός είναι ό κάτοχος και φορέας της αιωνιότητας, ό άνθρωπος, εκπρόσωπος του χρόνου, ενώ ό Θεάνθρωπος είναι ή υψίστη, ή πληρέστατη και τελειότατη σύνθεση της αιωνιότητας και του χρόνου.

Ό χρόνος αποκτά το πραγματικό του νόημα δια της ενώσεως με την αιωνιότητα μέσα στην Θεανθρώπινη ζωή του Κυρίου Ιησού.

Φωτιζόμενος από τον Θεάνθρωπο, ό χρόνος δείχνει όλα τα λογικά ιδιώματά του, διότι και αυτός δια του Λόγου έγινε (πρβλ. Ίωάν. 1,3). Στην ουσία του ό χρόνος είναι λογικός και για αυτό αποτελεί την εισαγωγή στην αιωνιότητα του Λόγου δια της Θεανθρωπότητας. Ό σαρκωθείς Θεός Λόγος απέδειξε με βεβαιότητα ότι ό χρόνος είναι προετοιμασία για την αιωνιότητα.

Εκείνος πού θα εισέλθει στο χρόνο, εισέρχεται ταυτόχρονα στον προθάλαμο της αιωνιότητας. Τέτοιος είναι ο νόμος της υπάρξεως μας.

Ευρισκόμενος στο χρόνο ό άνθρωπος είναι ένα όν, πού προπαρασκευάζεται για την αιωνιότητα. Αν χωρίς τον Θεό Λόγο είναι φοβερή, ανόητη και βασανιστική ή επίγεια μέσα στο χρόνο ζωή, πόσο μάλλον ή αιωνιότητα; Ή αιωνιότητα χωρίς τον Θεό Λόγο δεν είναι παρά ή κόλαση. Και ή επίγεια ζωή χωρίς το Λόγο αποτελεί το προοίμιο και την προετοιμασία της κολάσεως. Διότι ή κόλαση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ζωή χωρίς τον Λόγο, χωρίς Θείο Νόημα, χωρίς Θεία Λογική. Μόνο στην κόλαση δεν υπάρχει ούτε λόγος, ούτε λογικότητα, ούτε νόημα. Ή κόλαση του ανθρώπου αρχίζει ήδη εδώ στην γη, εάν ό άνθρωπος δεν ζει με τον Λόγο, με τον Χριστό. Άλλα και ό παράδεισος του ανθρώπου αρχίζει ήδη εδώ στη γη, αν ό άνθρωπος ζει με τον Θείο Λόγο, με τον Θεάνθρωπο Χριστό.

Ό σαρκωθείς Θεός Λόγος είναι και το νόημα, και ή λογικότητα, και ό παράδεισος για το ανθρώπινο είναι•. Κάθε τι το αντί-λογικό και α-λογο είναι συγχρόνως παράλογο και ανόητο. Και αυτό είναι εκείνο που δημιουργεί στον άνθρωπο σατανικές διαθέσεις, οι όποιες μετατρέπουν τη ζωή του σε κόλαση.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ 
από το περιοδικό: “Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ”. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑΣ.