.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ζήτησε νά εύρῃς τόν εαυτόν σου μέσα εις τούς «Βίους των Αγίων»

Ζήτησε νά εὕρῃς τόν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων».Θά τόν εὕρης ὁπωσδήποτε μέσα εἰς αὐτούς.
Ἀκόμη θά εὕρῃς ἐκεῖ καί τά φάρμακα, μέ τά ὁποῖα ἠμπορεῖς νά τόν θεραπεύσῃς ἀπό ὅλας τάς πνευματικάς ἀρρωστίας καί νά τόν κάνῃς ὑγιῆ διά παντός. 
Ὑγιῆ καί εἰς τούς δύο κόσμους, εἰς τρόπον ὥστε νά μή ἠμπορέσῃ νά σέ βλάψῃ κανένας θάνατος.
Θά εὕρης ἀκόμη μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων», ὅλα ὅσα χρειάζονται διά νά ζήσῃς καί εἰς τούς δύο κόσμους.
Όσα χρειάζονται εἰς ἐσέ, ὦ ἄνθρωπε, πού εἶσαι μία ἀθάνατος ὕπαρξις, μία αἰώνια ὕπαρξις, μία θεανθρωπίνη ὕπαρξις, ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε!

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Οἰκουμενισμός: Ὁ δούρειος ἵππος τοῦ ἀντιχρίστου!

Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ τοῦ οἰκουμενισμοῦ εἶναι ὁ μεγάλος καὶ πλέον ἐπικίνδυνος ἐχθρὸς γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας. Καὶ τοῦτο διότι δρᾶ ὕπουλα, σατανικά. Δεῖτε τί εἶχε πεῖ ὁ μακαριστὸς π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος:

«Ὁ Οἰκουµενισµὸς εἶναι ἕνας δούρειος ἵππος, ὁ ὁποῖος κουβαλᾶ τὸν Ἀντίχριστο. Ναί, ναί! Καὶ ὅµως τὸ σύνθηµα, παρακαλῶ, τοῦ Οἰκουµενισµοῦ εἶναι: ἀγάπη! ἀγάπη! Καὶ ὑπηρέτησαν αὐτὸ τὸ σχῆµα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸ ὑπηρέτησαν καὶ τὸ ὑπηρετοῦν αὐτὴ τὴν στιγµή, καὶ ὀρθόδοξοι κληρικοί, ἀνωτάτων μάλιστα βαθµῶν! Δυστύχηµα! Ὁ µακαριστὸς πατὴρ Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἔλεγε ὅτι ὁ Οἰκουµενισµὸς δὲν εἶναι µία αἵρεση, ἀλλὰ εἶναι παναίρεση, δηλαδὴ ἔχει µέσα ὅλες τὶς αἱρέσεις! Στὴν πραγματικότητα εἶναι µία κατάργηση τοῦ χριστιανισμοῦ. Καὶ ὅµως ἐµφανίζεται ἐν ὀνόµατι τῆς ἀγάπης! Καὶ ὅταν κανεὶς στραφεῖ ἐναντίον τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, τοῦ λένε ὅτι “στρέφεται ἐναντίον τῆς ἀγάπης, εἶναι κήρυκας τοῦ µίσους”. Ὁ κήρυξ τοῦ μίσους; Ἔ, λοιπὸν γι’ αὐτὸ πρέπει, κάτω ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δούρειους ἵππους, νὰ ξεχωρίσουμε, ἀγαπητοί μου, τὸν Ἀντίχριστον. Εἶναι ἀνάγκη, εἶναι ἀνάγκη, προσέξατέ το, διότι μπορεῖ νὰ μὴ ζήσουμε ἐμεῖς τὶς μέρες τοῦ Ἀντιχρίστου, μπορεῖ νὰ ἔχουμε πεθάνει – ἡ γενεά μας-, μπορεῖ νὰ εἶναι λίγο πιὸ κάτω, μπορεῖ σὲ 50 χρόνια, μπορεῖ νὰ εἶναι 100, 500, 1000 δὲν ξέρουμε, μπορεῖ νὰ εἶναι ὅμως καὶ μέσα τὴν προσεχῆ τριακονταετία. Κανεὶς δὲν ξέρει τίποτα, κανεὶς δὲν τὸ ξέρει. Τὰ σημάδια μόνο ἀρχίζουν νὰ γίνονται πολλά. Δὲν ἔχει σημασία, ἂν ἁλωθοῦμε ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστο ἢ τοὺς προδρόμους Του. Ἐὰν σήμερα χαθοῦμε ἀπὸ τοὺς προδρόμους τοῦ Ἀντιχρίστου, εἶναι σὰν νὰ χαθήκαμε ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστο, εἶναι τὸ ἴδιο. Δηλαδὴ σωτηρία δὲν ἔχουμε!»! Στῶμεν καλῶς!

Τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία

Για μας τους Χριστιανούς, τους φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία εφόσον αποτελούν μέσον και οδό προς την αιωνιότητα.

Επειδή εμείς βλέπουμε εκείνο που δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αόρατο, ρυθμίζουμε όλη μας τη ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο που είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βάση το Θεανθρώπινο.

Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο μέσα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό.

Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο βασίλειο του ατελεύτητου και αόρατου. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκείνος είναι ο αιώνιος Θεός και Κύριος.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Ποιοί είναι οι εχθροί του Χριστιανού



Ο αγώνας μας είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας.

Αυτοί είναι:

οι αμαρτίες μας,

τα πάθη μας,

οι πόθοι μας, (οι κακές επιθυμίες εννοεί )

τα πνευματικά της πονηρίας (Εφ. 6, 12) (εννοεί τις αιρέσεις, τις κακοδοξίες, το κοσμικό αντίχριστο σύστημα, τον «εισηγητή τους» διάβολο, τους δαίμονες και τα όργανά τους)

Καθε αμαρτία κλέβει και λίγη από την αιωνιότητά μας και απονεκρώνει την αθανασία μας.


Ας μη γελιόμαστε:

η φιλία με την αμαρτία, είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο και Χριστό.

Η αληθινή θεογνωσία και αυτογνωσία

Μόνο ο νους που έχει καθαρθεί από τα πάθη και το σκοτάδι της αμαρτίας και έχει αγιασθεί με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, είναι σε θέση να αισθανθεί και να συλλάβει και να αγαπήσει αυτό που είναι άγιο, και να ζήσει απ’ αυτό και γι’ αυτό. Μόνο οι καθαροί μπορούν να γνωρίσουν τον Μόνο καθαρό. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Πρώτα θα Τον δουν στο πρόσωπο των αγίων Του, διότι ο Θεός «εν αγίοις επαναπαύεται». Και εκεί θα δουν και κάθε θείο δώρο, το οποίο έχει εναποτεθεί σε κάθε πλάσμα του Θεού.
Η ανθρώπινη συνείδηση είναι δώρο του Θεού. Είναι τόσο μυστηριώδης και αινιγματική στην αμεσότητα και πραγματικότητά της, ώστε τίποτε μικρότερο από το Θεό δεν θα μπορούσε να τη δώσει στον άνθρωπο. Στον εσώτατο πυρήνα της η ανθρώπινη συνείδηση είναι θεοσυνείδηση. Διότι κατ’ ουσίαν η συνείδηση έχει δοθεί ως θείο δώρο στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να έχει αυτοσυνειδησία, εάν αυτό δεν είχε δοθεί σ’ αυτόν από το Θεό.
Την αληθινή και πραγματική θεογνωσία και αυτογνωσία ο άνθρωπος αποκτά μόνο διά της οδού της έμπρακτης αγάπης. Αγαπώντας το Θεό και τους ανθρώπους ο άνθρωπος γνωρίζει εμπειρικά ότι η ψυχή του είναι χριστοειδής και αθάνατη. Η εμπειρία της έμπρακτης αγάπης ως μέθοδος της θεογνωσίας και ανθρωπογνωσίας είναι ένα από τα ευαγγέλια, το οποίο ο Θεάνθρωπος χάρισε στο ανθρώπινο γένος. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο αυτή ο άνθρωπος γρήγορα βρίσκει και το Θεό και τον εαυτό του. Ενώ στους δρόμους του μίσους ο άνθρωπος εύκολα χάνει και το Θεό και τον εαυτό του. Έχοντας εισαχθεί και χρησιμοποιηθεί από το Θεάνθρωπο η μέθοδος αυτή της θεογνωσίας και αυτογνωσίας έγινε και παρέμεινε οριστικά μέθοδος ορθόδοξης γνωσιολογίας.
Στο Θεάνθρωπο Χριστό υπάρχει κάτι το ασύγκριτα πιο μεγάλο από την Αλήθεια, την Αγαθότητα, την Ωραιότητα.
Ο ίδιος είναι όλα αυτά στην απόλυτη έννοια και ταυτόχρονα κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτά. Ό,τι πιο καλό υπάρχει για την ανθρώπινη ψυχή ο Χριστός το ελκύει προς Εαυτόν με κάποιο ακαταμάχητο μαγνητισμό της αγάπης. Αυτός δίνει στην ανθρώπινη ψυχή εκείνο που δεν μπορούν να της δώσουν ούτε η απόλυτη Αλήθεια, ούτε η απόλυτη Αγαθότητα, ούτε η Απόλυτη Ωραιότητα μόνες τους.
Μόνο ένας δρόμος οδηγεί στη γνώση της Αιώνιας Αλήθειας: αυτός είναι η Αγάπη. Αποκτώντας την Αγάπη, η οποία είναι ο ίδιος ο Θεός, ο άνθρωπος ενώνεται πραγματικά με το Θεό και μ’ αυτό τον τρόπο έρχεται στην πραγματική γνώση της Αιώνιας Αλήθειας. 
Η Αγάπη γεμίζει τον άνθρωπο με το Θεό. Ανάλογα με το μέτρο της πληρώσεως του εαυτού του από το Θεό, ο άνθρωπος γνωρίζει το Θεό. Πληρούμενος από το Θεό ο άνθρωπος φωτίζεται, αγιάζεται, θεώνεται και μ’ αυτό τον τρόπο έρχεται στην αληθινή γνώση του Θεού. Με την αποδοχή και βίωση της «πρώτης και μεγάλης εντολής», ο άνθρωπος γίνεται «θείας κοινωνός φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1,4). Η θεία ενέργεια της αγάπης εισάγει ολόκληρο τον άνθρωπο στην πορεία της θεώσεως: του θεώνει την καρδιά, την ψυχή, το νου, τη βούληση και καθετί που είναι ανθρώπινο· ζει διά του Θεού, αισθάνεται διά του Θεού, σκέπτεται διά του Θεού, θέλει διά του Θεού. Εκτός απ’ αυτό, το μυστήριο του Θεού αποκαλύπτει στους ανθρώπους το Άγιο Πνεύμα, διότι «ουδείς οίδε τα του Θεού ει μη το Πνεύμα του Θεού» (Α’ Κορ. 2, 11). Και το Άγιο Πνεύμα είναι «Πνεύμα αγάπης» και «Πνεύμα σοφίας και συνέσεως», δηλαδή Πνεύμα γνώσεως.
Ο Θεάνθρωπος κατέστησε την αγάπη ουσία και μέθοδο της θεογνωσίας και της ανθρωπογνωσίας. Αυτή είναι η κύρια δημιουργική δύναμη με την οποία η καινοδιαθηκική προσωπικότητα συνθέτει εαυτήν. Το μυστήριο του θαυμάσιου Προσώπου του Χριστού βρίσκεται στην αγάπη. Στην αγάπη βρίσκεται και το μυστήριο της καινοδιαθηκικής γνωσιολογίας. Η θεανθρώπινη αγάπη είναι ο νέος δρόμος της επιγνώσεως. 
Η κατηγορηματική προσταγή της είναι: αγάπα για να γνωρίσεις. Η αληθινή γνώση των πάντων εξαρτάται από την αγάπη, γεννιέται εν αγάπη, αναπτύσσεται διά της αγάπης, φθάνει στην τελειότητα με τη βοήθεια της αγάπης. Αγαπώ, άρα γνωρίζω. 
Η γνώση είναι απόρροια της αγάπης. Όλη η φιλοσοφία της γνώσεως περιέχεται στη φιλοσοφία της αγάπης. Μόνο εάν ο άνθρωπος αγαπά με τη χριστοειδή αγάπη είναι αληθινός φιλόσοφος και γνωρίζει το μυστήριο της ζωής και του κόσμου. Με την αγάπη ο Θεός είναι Θεός, το ίδιο και ο άνθρωπος με την αγάπη είναι άνθρωπος.
Η χριστοειδής προσωπικότητα οδηγημένη από το Χριστό στα μυστήρια των κόσμων του Θεού, βλέπει το Λόγο και τη λογική του σύμπαντος και το κάθε κτίσμα το δέχεται σαν από το χέρι του Δημιουργού. Όταν καθρεφτίζεται στον καθρέφτη της ψυχής μιας τέτοιας προσωπικότητας η κτίση της ασθένειας και της φθοράς, αναδεικνύεται στην έλλογή της αναμαρτησία και ωραιότητα. Στη χριστοειδή ψυχή αποκαλύπτεται το έσχατο μυστήριο της κτίσεως, γιατί αυτή συμπαθεί και αγαπά την κτίση. Ο αγαπώμενος πάντοτε αποκαλύπτει το μυστήριό του σ’ εκείνον ο οποίος τον αγαπά. Η χριστοειδής προσωπικότητα κοιτάζει την κτίση και τη φύση όχι σαν άγριο τέρας που πρέπει σκληρά να το δαμάσει αλλά σαν ασθενή που πρέπει να τον ελεεί, να τον συμπαθεί και να τον αγαπά. Γι’ αυτήν η κτίση δεν αποτελεί άψυχη ύλη, προς την οποία πρέπει να συμπεριφέρεται με τραχύτητα και να την εκμεταλλεύεται κατακτητικά και με θράσος, αλλά πολύτιμο μυστήριο του Θεού, το οποίο πρέπει με προσευχή να ελεεί και με αγάπη να σπουδάζει. «Αγαπάτε κάθε πλάσμα του Θεού, λέγει ο Ντοστογιέφσκι, και όλα τα πλάσματα μαζί και κάθε ψίχουλο. Αγαπάτε τα ζώα, αγαπάτε τα φυτά, αγαπάτε κάθε κτίσμα. Αν αγαπάς κάθε πλάσμα, θα καταλάβεις το μυστήριο του Θεού μέσα στα πλάσματα. Και αν το καταλάβεις μια φορά, κατόπιν χωρίς κόπο θα αρχίσεις να καταλαβαίνεις όλο και περισσότερο καθημερινά».
Με το διορατικό οφθαλμό της προσευχητικής αγάπης η χριστοειδής προσωπικότητα βλέπει την άφθαρτη αλήθεια κάθε πλάσματος του Θεού και βρίσκει τη σωστή του θέση μέσα στων έλλογη αρμονία του κόσμου. Αληθινά κάθε πλάσμα είναι καλό και τίποτε δεν είναι για περιφρόνηση, όταν πλησιάζεται και γίνεται δεκτό με προσευχητική αγάπη, διότι «αγιάζεται διά του λόγου του Θεού και διά της προσευχής» (Α’ Τιμ. 4, 4-5). Πράγματι «πάντα καθαρά τοις καθαροίς», ενώ για τους μιασμένους και άπιστους τίποτε δεν είναι καθαρό.

(Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Οδός Θεογνωσίας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1985, σσ. 255-259)

www.pemptousia.gr

Μπροστὰ στὸν θάνατο οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδύναμοι



Μπροστὰ στὸν θάνατο οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδύναμοι σὰν τὰ κουνούπια, σὰν τὰ πετραδάκια. 
Γιὰ ποιὸ πρᾶγμα καυχᾶσθε ὦ ἄνθρωποι; 
Γιὰ τὸν πλοῦτο, τὴν ἐπιστήμη, τὴν φιλοσοφία καὶ τὴν κουλτούρα; 
Ὅλα αὐτὰ εἶναι σκύβαλα - σὺ καὶ ἐγὼ δοῦλοι τοῦ θανάτου! Κάθε ἄνθρωπος εἶναι δοῦλος τοῦ φόβου, δοῦλος τοῦ θανάτου. 
Μπορεῖ νὰ γίνει ἄνθρωπος σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο μὲ χαρά; 
Ὄχι δὲν μπορεῖ. 
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ ἀντικρίσει σοβαρὰ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ σοβαρότητα θὰ κοιτάξει τὸν θάνατο σὰν τὸν ἔσχατο σταθμὸ αὐτῆς τῆς ζωῆς, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει χαρὰ σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο, δὲν ὑπάρχει γι' αὐτὸν καμιὰ ἀπόλαυση ἐδῶ. Ὅλες οἱ ἀπολαύσεις εἶναι ἕνα ψέμα, ἐὰν ὁ θάνατος ἀποτελεῖ γιὰ μένα καὶ γιὰ σένα τὸν τελευταῖο σταθμὸ αὐτοῦ τοῦ κόσμου. 
Ποιὸς εἰσήγαγε τὸν θάνατο σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο; 
Ποιὸς ἄλλος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; 
Στὸν ἄνθρωπο ἀνήκει δυστυχῶς, αὐτὸς ὁ γεμάτος ντροπὴ ρόλος αὐτῆς τῆς ζωῆς, τῆς εἰσαγωγῆς δηλ. τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο. 
Δὲν τὸ ἔπραξαν αὐτὸ μήτε οἱ τίγρεις μήτε οἱ ἀλεποῦδες, τὸ ἔπραξε ὁ ἄνθρωπος. 
Γι' αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστὰ σὲ ὅλα τὰ ζώα καὶ ὅλα τὰ φυτά καὶ ὅλα τὰ πετούμενα. 
Πρέπει νὰ ντρέπεται ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἐκλιπαρεῖ γιὰ συγνώμη ἀπὸ τὸ κάθε πουλὶ γιὰ τὸ ὅτι αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔφερε τὸν θάνατο στὸν κόσμο αὐτό, ἔφερε τὸν θάνατο καὶ στὰ πουλιά καὶ στὰ ζῶα καὶ στὰ φυτά. 
Τὰ πάντα φθείρονται καὶ ἀποθνήσκουν. 
Μέχρι πότε ὅμως; 
Μέχρι τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ὅταν ὁ Κύριος θὰ κρίνει τὸν κόσμο καί, στὴ θέση τῆς παλαιᾶς γῆς, θὰ δώση καινὴ γῆ, ὅταν ὅλα θὰ γίνουν ἀθάνατα ἐπάνω της. 
Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε μὰ οὔτε καὶ ξέρουμε νὰ τὸ συλλάβουμε, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἡ καλὴ εἴδηση τοῦ Κυρίου καὶ Χριστοῦ μας. 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς μᾶς λέει γιά τούς «καλούς» πού λένε ὅμως ὅτι δέν πιστεύουν:



«Λένε: υπάρχουν και άθεοι καλοί άνθρωποι. Ναι, οι άθεοι μπορούν να είναι προσωρινά καλοί, επιφανειακά καλοί, φαρισαϊκά καλοί. 
Αλλά ο άθεος δεν μπορεί να είναι αληθινά καλός, διαρκώς καλός, βαθειά καλός, αθάνατα καλός, επειδή γι αυτό χρειάζεται να είσαι σε πνευματική σχέση, σε πνευματική συγγένεια με τον πραγματικά Μοναδικό Αγαθό και Αιώνια Αγαθό: 
με τον Θεό και Κύριο Χριστό. Είναι αληθινός δι' όλων των αιώνων ο θείος λόγος του Σωτήρος: “χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν” (Ιωάν. ιε´ 5)».

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς - Με κόπο και θυσία



Διηγοῦνται ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Σέρβου θεολόγου καὶ προσφάτως ἀναγνωρισθέντος Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας.

Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου.

Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι.

Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός.

Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.

Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι.

Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.

–Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάν­τη­σε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.

Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον.

Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:

–Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλ­λὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω ­τί­­πο­τα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο πέ­ρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.

Τότε ὁ Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:

–Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεο­λογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτά­σεις.

Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.

Π.Σ

Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή



Ἐὰν ὑπάρχει μιὰ ἀλήθεια στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ εὐαγγελικὲς ἀλήθειες, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχει μιὰ πραγματικότητα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ καινοδιαθηκικὲς πραγματικότητες, ἡ πραγματικότητα αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.

Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ’ αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ’ αὐτό. Ἀπ’ αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.

Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τῆς μάχης.

Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ’ ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι’ αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ’ ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας, ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς - Τό φάρμακο στήν τρέλα τῶν σκέψεων



Για μένα η σκέψη, η κάθε σκέψη, είναι το μεγαλύτερο βάσανο που υπάρχει κάτω από τον ουρανό, μέχρι να μεταμορφωθεί σε Θεο-σκέψη, σε Χριστο-σκέψη, δηλαδή μέχρι να λογοποιηθεί, να νοηματοδοτηθεί.

Αλήθεια η σκέψη είναι κόλαση, αν δεν μεταμορφωθεί σε Χριστο-σκέψη.

Χωρίς τον λόγο η ανθρώπινη σκέψη βρίσκεται συνέχεια στην άλογη παραφροσύνη, στο παραλήρημα, στη σατανική ανόητη αυτοβεβαίωση, σε εκείνο το σατανικό: η σκέψη για τη σκέψη, σε αναλογία με το l' art pour l' art.

Η ανθρώπινη σκέψη μωραίνεται με την αμαρτία, όπως και η αίσθηση.

Ο μοναδικός γιατρός και το μοναδικό φάρμακο από αυτή την τρέλα είναι ο Θεάνθρωπος, διότι Αυτός είναι ο Θεός Λόγος που έγινε άνθρωπος.

Σε Αυτόν και με Αυτόν δόθηκε και εξασφαλίστηκε στην ανθρώπινη σκέψη η δυνατότητα της άπειρης θείας τελειοποίησης.

Αυτός έγινε άνθρωπος ακριβώς για να μη καταντήσει τελικά και ανεπανόρθωτα αυτός ο πλανήτης, αν οδηγηθεί από το γυμνό και «καθαρό» ανθρώπινο λόγο, ένα πλήρες τρελοκομείο.

Αρχ. Ιουστίνου Πόποβιτς. Άνθρωπος και Θεάνθρωπος.
Ε' Εκδ. Αστήρ, Αθήνα. 1987. σελ. 34-35

Πρόσεχε πως ζης....



Άνθρωπε! Αδελφέ!
Ποτέ μην ξεχνάς ότι είσαι μικρός Θεός μέσα στην λάσπη!
Μέσα στην λάσπη του σώματός σου εσύ έχεις την ζώσα Εικόνα του Θεού. 
Πρόσεχε πως ζης. Πρόσεχε τι κάνεις με την Εικόνα του Θεού που είναι μέσα σου.
Εύχομαι ο Αγαθός Κύριος να χαρίση στην καρδιά του καθενός μας όλα τα ουράνια δώρα, όλες τις ευαγγελικές αρετές:
Την πίστη και την αγάπη και την ελπίδα και την προσευχή και την νηστεία και την υπομονή και την πραότητα και την ταπείνωση, ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε όλο αυτόν το φοβερό επίγειο αγώνα,να διαφυλάξουμε στην ψυχή μας την θεία μορφή και να μετατεθούμε από τον κόσμο αυτό προς τον Αναστάντα Κύριο σε εκείνο τον κόσμο. 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Ποτέ μην ξεχνάς ότι είσαι μικρός Θεός μέσα στην λάσπη!



Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Διαβάστε τα συγκλονιστικά λόγια-πατρικές συμβουλές του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς προς τους ανθρώπους τα οποία αποτελούν έναν εξαιρετικό οδηγό ζωής σχετικά με τη στάση που θα πρέπει να κρατάει στη ζωή του ο πιστός Χριστιανός προκειμένου να διαφυλάξει την ψυχή του.
Άνθρωπε!
Αδελφέ!
Ποτέ μην ξεχνάς ότι είσαι μικρός Θεός μέσα στην λάσπη!
Μέσα στην λάσπη του σώματός σου εσύ έχεις την ζώσα Εικόνα του Θεού.
Πρόσεχε πως ζης.
Πρόσεχε τι κάνεις με την Εικόνα του Θεού που είναι μέσα σου.
Εύχομαι ο Αγαθός Κύριος να χαρίση στην καρδιά του καθενός μας όλα τα ουράνια δώρα, όλες τις ευαγγελικές αρετές: την πίστι και την αγάπη, την ελπίδα και την προσευχή, την νηστεία και την υπομονή, την πραότητα και την ταπείνωσι, ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε όλο αυτόν το φοβερό επίγειο αγώνα, να διαφυλάξουμε στην ψυχή μας την θεία μορφή και να μετατεθούμε από τον κόσμο αυτό προς τον Αναστάντα Κύριο σε εκείνο τον κόσμο.

Με ποιο τρόπο νικούν οι χριστιανοί τον κόσμο



Αυτός ο κόσμος είναι πεδίο μάχης στο οποίο συνέχεια δίδεται ο αγώνας για τον Χριστό και ενάντια στο Χριστό. Εκείνοι που είναι από τον Θεό παλεύουν για τον Χριστό και νικούν εκείνους που είναι ενάντια στον Χριστό, τους νικούν με τον Χριστό-Θεό που είναι μέσα τους. Αυτός είναι στους ανθρώπινους κόσμους μας ο μόνος Νικητής της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. 

Ο,τιδήποτε προέρχεται απ’ αυτά και εργάζεται γι’ αυτά, είτε αυτό είναι επιστήμη, ή πολιτισμός, ή θρησκεία, ή τέχνη, ή φιλοσοφία, ή κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα έχει νικηθεί από τον Χριστό. Οι σκλάβοι των αντιχριστιανικών ιδεών
(και είναι πάντα του αντιχρίστου) είναι ποικίλοι και πολυάριθμοι, και μ’ όλα τα μέσα μάχονται ενάντια στον Χριστό.

Πράγματι, «ότι ουκ έστιν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. Στ΄ 12). Η πανοπλία της πάλης μας είναι οι ευαγγελικές αρετές: 
η μακροθυμία, η αγάπη προς τους εχθρούς, η προσευχή, η νηστεία, η αλήθεια, το δίκαιο, η καλωσύνη, η πραότητα, η ταπεινοφροσύνη και άλλα (βλ. Εφεσ. Στ΄, 13-18). Παλεύοντας με τούτα τα όπλα, εμείς πάντα «υπερνικώμεν» με τη βοήθεια του Κυρίου Χριστού, ο οποίος μας αγαπά (Ρωμ. η΄, 37). Γι’ αυτό ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Υμείς εκ του Θεού εστε, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω».

π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ

Η ΜΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΟΥΣΤΙΝΟ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΜΟΥΚΑΤΣΕΒΟ ΣΤΗΝ ΠΟΝΤΟΚΑΡΠΑΘΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Αυτή δε η άρνησή μου δεν είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας διαθέσεως, αλλά καρπός μακροχρόνιων σκέψεων, και έχει μέσα μου πολύ μεγάλη σπουδαιότητα, αφού είναι γέννημα της αταλάντευτης και αμετάβλητης αίσθησής μου ότι δεν είμαι κατάλληλος για επίσκοπος…

Για το αποστολικό και με εθελοθυσία έργο του πατρός Ιουστίνου στην Τσεχία και ιδίως στην Ποντοκαρπαθία της Ρωσίας, ο Μητροπολίτης Ιωσήφ πρότεινε στην Αγία Αρχιερατική Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας να τον εκλέξουν Επίσκοπο για την νέα και ανακαινισμένη στην Ορθοδοξία Επαρχία του Μουκάτσεβο στην Ποντοκαρπαθία της Ρωσίας [όπου τα τελευταία χρόνια πριν το 1930 (οπότε απεστάλησαν από την Αγία Αρχιερατική Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας ο Μητροπολίτης Ιωσήφ και ο πατέρας Ιουστίνος) οι χριστιανοί εκεί άρχισαν να επιστρέφουν στην Ορθοδοξία μετά από την βίαιη και πιεστική είσοδο σε αυτούς, κατά τους προγενέστερους χρόνους, της Ουνίας από τη Ρώμη]. 
Αναφορικά δε με θέμα αυτό, μεταξύ του πατρός Ιουστίνου και του Μητροπολίτη Ιωσήφ ανταλλάχθηκαν πολλές επιστολές και υποσχέσεις, αλλά στο τέλος ο πατήρ Ιουστίνος ΔΕΝ συναίνεσε να αποδεχθεί το επισκοπικό αξίωμα και την θέση αυτή.
Γι’ αυτό υπάρχει και ένα διατηρημένο γράμμα του προς τον Μητροπολίτη Ιωσήφ [αντίγραφο του οποίου έστειλε και στον Σέρβο Πατριάρχη Βαρνάβα και στον Επίσκοπο Νικόλαο (Βελιμίροβιτς)], με το οποίο ο πατήρ Ιουστίνος επεξηγεί την άρνησή του με τα παρακάτω λόγια:

«Παρακαλώ να με συγχωρήσετε, να δεχθείτε τη συγνώμη μου, επειδή ενεργώ έτσι. 
Κατέληξα σε αυτά που γράφω μετά από ακατανίκητη παρότρυνση της συνειδήσεώς μου. Μέσα μου αναρωτιέμαι για το άξιον του δρόμου στον οποίο οδηγώ την ψυχή μου στο μέσο αυτού του κόσμου, προς εκείνον τον επουράνιο κόσμο… 
Η δική σας σεβασμιότητα γνωστοποίησε σε εμένα με πάμπολλες ενέργειες και κατ’ εξοχήν αυτές τις ημέρες πριν την αναχώρησή σας για την Αγία Αρχιερατική Σύνοδο πως πρέπει να επιμείνω στο θέμα της εκλογής μου ως Επισκόπου στην Ποντοκαρπαθία της Ρωσίας. 
Εγώ ο ίδιος αυτό εξ αρχής το απέρριψα, όπως και τώρα το απαρνιέμαι. 
Αυτή δε η άρνησή μου δεν είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας διαθέσεως, αλλά καρπός μακροχρόνιων σκέψεων, και έχει μέσα μου πολύ μεγάλη σπουδαιότητα, αφού είναι γέννημα της αταλάντευτης και αμετάβλητης αίσθησής μου ότι δεν είμαι κατάλληλος για επίσκοπος… 
Διέκρινα και παρατηρούσα για πολύ χρόνο και με κάθε ειλικρίνεια τον εαυτό μου με το Ευαγγέλιο και κατέληξα στο εξής οριστικό συμπέρασμα και αδίστακτη απόφαση. 
Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ ούτε αποτολμώ να λάβω το επισκοπικό αξίωμα, διότι δεν έχω ούτε και τις στοιχειώδεις ευαγγελικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. 
Εάν αποδεχόμουν τον βαθμό αυτόν της ιερωσύνης, ενσυνείδητα – και εξαιτίας αυτού και ασυγχώρητα – θα επέφερα στον εαυτό μου την καταδίκη, από τον λόγο του Σωτήρα για τον άνθρωπο που ασυλλόγιστα άρχισε να οικοδομεί πύργο αλλά δεν μπορούσε να τον τελειώσει, γιατί δεν σκέφθηκε πριν ούτε υπολόγισε με τί θα τον στερεώσει και αν έχει δυνάμεις και μέσα για να υλοποιήσει κάτι τέτοιο (βλ. Λουκ. ιδ΄28-30). Γνωρίζω άριστα τον εαυτό μου, γι’ αυτό και μου είναι πολύ δύσκολο να κρατήσω την ψυχή μου στα όρια της αγαθότητας του Χριστού. 
Εξ αυτού γεννιέται μέσα μου το ερώτημα με ποιόν τρόπο θα στηρίξω επιπροσθέτως άλλες εκατό χιλιάδες ξένες ψυχές δίνοντας παράλληλα γι’ αυτές λόγο στον Κύριο. 
Αναμετρώντας τον εαυτό μου με τις ευαγγελικές αρετές, δικάζοντάς τον με την φρικτή δίκη του Ευαγγελίου, ανακαλύπτω παντού μέσα μου οφθαλμοφανείς ανεπάρκειες και καταστρεπτικά ελαττώματα. 
Γι’ αυτό, με όλη μου την καρδιά, όλη μου την ψυχή και όλη μου την ύπαρξη, κατέληξα στην αμετάκλητη απόφαση να μην αποδεχθώ υπό καμία έννοια το επισκοπικό αξίωμα. 
Εκτός αυτού η Επαρχία Μουκάτσεβο είναι τέτοια, ώστε σε αυτήν την σκληρή και πολυβασανισμένη περιοχή πρέπει να τοποθετηθεί πρόσωπο τεράστιας και εγνωσμένης επισκοπικής εμπειρίας και σοφίας. 
Είναι λοιπόν απορίας άξιον πώς θα ανταποκριθώ εγώ ως άπειρος, ως αναρμόδιος και ως αθέλητα τοποθετημένος σε αυτήν τη θέση. 
Εκεί (στο Μουκάτσεβο) όλα βρίσκονται σε χαοτική αναστάτωση. 
Μέχρι τώρα τίποτε από εκεί δεν έχει μεταβληθεί στην παραδεδομένη κανονική του μορφή, ούτε στη συνήθη λειτουργικο-εκκλησιαστική πρακτική. 
Γι’ αυτό είναι απαραίτητος παλιός έμπειρος Επίσκοπος, που να διαθέτει μεγάλη χαριτόβρυτη εμπειρία, συγκερασμένη με εργασιακή επιτηδειότητα. 
Χωρίς αυτό όλα εδώ μπορεί να καταρρεύσουν». 

Ωστόσο με κάθε τρόπο ο Μητροπολίτης Ιωσήφ υποσχόταν και παρότρυνε τον πατέρα Ιουστίνο να αποδεχθεί το επισκοπικό αξίωμα («Μην παραλείπετε από την σκέψη σας ούτε και αυτό», του έγραφε, «ότι το λυχνάρι δεν τοποθετείται υπό τον μόδιον (παραβάλετε Ματθ. ε΄, 15). 
Γι’ αυτό συμφιλιωθείτε με αυτό που έρχεται»). Όμως ο ταπεινός αββάς Ιουστίνος ήταν αμετακίνητος στην απόφασή του. Σε όλες τις μητροπολιτικές προτροπές απαντούσε με χωρία από την Αγία Γραφή. Αστειευόμενος, αλλά και με θυμό, ο Μητροπολίτης Ιωσήφ – ο οποίος κατά τα άλλα τον αγαπούσε – του είπε: «Υπάρχει καταφανής ατυχία σε αυτό, στο ότι δηλαδή εσύ γνωρίζεις τόσο άριστα την Αγία Γραφή».

απο την Θεογνωσια του καθηγητου Κυριακου Κυριαζοπουλου

Ο πραγματικά σοφός άνθρωπος

Σοφία είναι το να ζει κανείς με ευαγγελική «ευ­ταξία», με ευαγγελική «ακρίβεια». Αφροσύνη πάλι εί­ναι το να ζει κάποιος διασκεδάζοντας ατάκτως, ανα­λώνοντας την ψυχή του σε αμαρτίες και πάθη.

Σοφός εκείνος πού χτίζει το οικοδόμημα της ψυχής του στην τήρηση των ιερών εντολών του Ευαγγελίου. 

Άφρων είναι εκείνος πού πράττει το αντίθετο.

Γιατί όλα όσα οικοδομούνται επάνω στον Ιησού Χριστό αντέχουν σε όλες τις καταιγίδες και φουρτούνες και στα δεινά των πειρασμών, της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. 

Ότι πάλι οικοδομείται δίχως Χριστό και ερήμην του Χριστού και ενάντια στον Χριστό, εύκο­λα καταρρέει και συντρίβεται μόλις φανούν οι φουρτούνες των πειρασμών, των αμαρτιών και των παθών, μα κυρίως όταν φανούν ο άνεμος του θανάτου και του δαιμονισμού. 

Για μάς τούς Χριστιανούς, τούς φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία εφόσον αποτελούν μέ­σον και οδό προς την αιωνιότητα. Επειδή εμείς, βλέ­πουμε εκείνο πού δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αό­ρατο.

Ρυθμίζουμε όλη μας την ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο πού είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βά­ση το Θεανθρώπινο. Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο μέ­σα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό. Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο Βασίλειο του ατελεύτητου και αορά­του. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκεί­νος είναι ό αιώνιος Θεός και Κύριος.

Ό αγώνας μας είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας. Αυτοί είναι: οι α­μαρτίες μας, τα πάθη μας, οι πόθοι μας, τα πνευματικά της πονηρίας (Έφ. 6, 12). Κάθε αμαρτία κλέβει και λί­γη από την αιωνιότητα μας και απονεκρώνει την αθα­νασία μας. Ας μη γελιόμαστε: ή φιλία με την αμαρτία είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο και Χρι­στό. 

Δίχως την πίστη στον Κύριο και Χριστό, δίχως την αναγέννηση εν Χριστώ τω Κύριο, δίχως την ζωή εν Χριστώ τω Κυρίω ό άνθρωπος είναι και παραμένει εργαστήριο δαιμόνων. 
Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποδείξει πώς σήμε­ρα είναι του Χριστού ενώ μέχρι χτές δεν ήταν δικός Του; 
Δίχως αμφιβολία, με καινές σκέψεις στην θέση των παλαιών, με καινά αισθήματα στην θέση των πα­λαιών, με καινές επιθυμίες στην θέση των παλαιών, με μια λέξη: 

με καινή ζωή στην θέση της παλαιάς και μάλιστα ζωή ευαγγελική και Θεανθρώπινη.

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Η Ανάσταση στην Ορθόδοξη Εκκλησία



Η Ανάσταση στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μόνον «εορτή εορτών», αλλά κυρίως Πανεορτή, η οποία αποτελεί ψυχή όλων των εορτών και πάντοτε είναι παρούσα σε όλες τις εορτές. Σ’ αυτήν βρίσκονται όλες οι θεϊκές και θεανδρικές δυνάμεις του Σωτήρα, που συνθλίβουν κάθε αμαρτία, κάθε θάνατο, κάθε διάβολο. 
Αδιάλειπτη Ανάσταση, δηλαδή συνεχής ανάσταση, αποτελεί ακριβώς η ζωή κάθε ορθόδοξου χριστιανού μέσα στην Εκκλησία του Σωτήρα, αποτελεί ζωή δικήν μου, δική σου και του καθενός μας. Τί είναι Ορθόδοξη Εκκλησία; 
Είναι ο αναστημένος Κύριος Χριστός που ζει πάντοτε... Έτσι και εμείς, ζώντας σε αυτή, συνεχώς νικούμε διά του Αναστάντος Κυρίου και την αμαρτία και τον θάνατο και τον διάβολο. Και έτσι ανασταίνουμε τους εαυτούς μας απ’ όλους τους τάφους μας, οδηγούμενοι και χειραγωγούμενοι πάντοτε σ’ αυτό το έργο από τους εορταζόμενους καθημερινά αγίους τους οποίους δοξάζουμε. Αυτοί είναι οι διά του αναστάντος Κυρίου αληθινοί νικητές του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου, και συγχρόνως εκείνοι που αληθινά μας ανασταίνουν απ’ όλους τους τάφους μας. 
Διότι, ποιος είναι ο σκοπός και το νόημα της χριστιανικής μας ζωής; Το να νικήσουμε την αμαρτία, τον θάνατο, τον διάβολο, και έτσι να εξασφαλίσουμε αθανασία και αιώνια ζωή στην επουράνια Βασιλεία της αγάπης του Χριστού. 
Διότι η νίκη οποιασδήποτε αμαρτίας μας είναι ακριβώς νίκη επί του θανάτου, επειδή κάθε αμαρτία μας είναι ένας πνευματικός θάνατός μας. Νικώντας δε αμαρτία και θάνατο, νικούμε στην πραγματικότητα τον διάβολο, επειδή ο διάβολος είναι ύπαρξη, στην οποία αμαρτία και θάνατος ταυτίζονται. Ο άνθρωπος όμως είναι άνθρωπος μόνον διά του Αναστάντος Θεανθρώπου Κυρίου Χριστού και της χριστοειδούς αθανασίας.
Με την Ανάσταση του Χριστού είναι λογική και φυσική και η ανάσταση του ανθρώπου, κάθε ανθρώπου, δηλ. και εμένα και σένα, διότι ο άνθρωπος είναι συστατικό τμήμα του Θεανθρώπινου όντος. Γι’ αυτό ήδη στην Ανάσταση του Θεανθρώπου εκ νεκρών περιέχεται η δύναμη και η αλήθεια για την εκ νεκρών ανάσταση των ανθρώπων (πρβλ. Α’ Κορ. ΙΕ’, 12 — 16). 
Όλοι εμείς οι άνθρωποι διά του Θεανθρώπου πράγματι περιλαμβανόμαστε μέσα στη δική Του ανθρώπινη φύση. Και καθένας μας οφείλει να αναστηθεί διότι αναστήθηκε ο Θεάνθρωπος Χριστός, μέσα στον οποίον κατά μυστηριώδη τρόπον βρισκόμαστε όλοι εμείς οι άνθρωποι, από τον Αδάμ μέχρι και τον τελευταίο άνθρωπο της γης. 
Η Ανάσταση του Χριστού και η ανάσταση των νεκρών είναι διπλή σε μία θεανθρώπινη αλήθεια. Οι νεκροί ανασταίνονται διότι αναστήθηκε ο Χριστός· ο Χριστός αναστήθηκε, γι’ αυτό ανασταίνονται οι νεκροί.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο Κύριος Χριστός δεν αναστήθηκε για τον εαυτό του αλλά «δι’ ημάς τους ανθρώπους, και διά την ημετέραν σωτηρίαν». Και ακόμη διότι όλη η φύση των ανθρώπων ακολουθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού ως κεντρικό πυρήνα της. Γενόμενος άνθρωπος, ο Θεός Λόγος έδειξε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε, ώστε στον παράδεισο με θεοπρεπή ζωή να γίνει ενσάρκωση του Θεού, σώμα του Θεού. 
Το δε σώμα του Θεού μόνον τότε είναι πράγματι θείο, εάν δεν είναι θνητό, εάν καταβάλει και νικήσει τον θάνατο. Επειδή όμως το ανθρώπινο σώμα ένεκα της αμαρτίας και με την αμαρτία υποδουλώθηκε στον θάνατο, και έγινε θνητό, γι’ αυτό και ο Θεός Λόγος προσλαμβάνει το σώμα, γενόμενος ο Ίδιος σώμα, για να το σώσει από τον θάνατο, σώζοντάς το από την αμαρτία. Αυτός είναι ο σκοπός της φιλανθρώπου ενανθρωπήσεως του Σωτήρα. Γι’ αυτό με την Ανάστασή Του δόθηκε η εγγύηση της αναστάσεως όλων των νεκρών.
Όλη η ιστορία του ανθρωπίνου γένους, αναντίρρητα επιδεικνύει και αποδεικνύει το εξής: ο Κύριος Χριστός είναι παντοτεινή ανάγκη του ανθρώπου σε όλους τους κόσμους. Γιατί; 
Διότι χορηγεί μεν στον άνθρωπο την αιώνια Ζωή, εκμηδενίζει δε τον θάνατο, και καθετί το θνητό. Θνητό δε μέσα μας είναι ό,τι προέρχεται από την αμαρτία, από το κακό, από τον διάβολο.
Διότι Αυτός μόνος έχει και παρέχει την αιώνια αλήθεια, την αιώνια δικαιοσύνη, την αιώνια αγάπη, το αιώνιο κάλλος, και εκμηδενίζει το ψέμα, και την αδικία, και το μίσος και την ασχήμια.
Διότι δίδει στον άνθρωπο τον παράδεισο, και την μακαριότητα, και την χαρά, και το αθάνατο θεανθρώπινο νόημα και στη ζωή και στον κόσμο, και στη γη και στον ουρανό, και στον άνθρωπο και σε κάθε κτίσμα.
Διότι Αυτός μόνος δίδει στον άνθρωπο εκείνο, το οποίο «ου ληφθήσεται» απ’ αυτόν ούτε σ’ αυτόν ούτε στον άλλο κόσμο. Διότι ούτε αμαρτία, ούτε θάνατος, ούτε διάβολος μπορεί να αφαιρέσει από τον άνθρωπο Χριστόν τον Θεό, και την αλήθεια την δικαιοσύνη, την αθανασία και την αιωνιότητά του, εάν ο ίδιος ο άνθρωπος δεν θέλει να του αφαιρεθούν αυτά, εάν δηλαδή φυλάττει Χριστόν τον Θεό μέσα του με την πίστη, την προσευχή, την αγάπη, τη νηστεία, την υπομονή, την ταπεινότητα, και με τις υπόλοιπες άγιες ευαγγελικές αρετές, αυτής της αήττητης «πανοπλίας Θεού» (Εφ. 6, 11-18).
Ποιά είναι η ελευθερία που δίνει ο Χριστός; Είναι η ελευθερία από την αμαρτία, από τον θάνατο, από τον σατανά. Αυτή ζει από την αιώνια αλήθεια, από την αιώνια δικαιοσύνη, από την αιώνια αγάπη και από όλα όσα έχει ο Χριστός, τα θεία και τα θεανθρώπινα. 
Γι’ αυτό το λόγο η ελευθερία του Χριστού είναι η μόνη αληθινή ελευθερία, την οποία μπορεί να έχει ο άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο. Όλες οι λεγόμενες ελευθερίες είναι ψεύτικες ελευθερίες, εάν δεν είναι ελευθερίες από τον θάνατο. Διότι η αμαρτία αναπόφευκτα υποδουλώνει τον άνθρωπο στον θάνατο και στον σατανά. Η δε μόνη ισχυρότερη του θανάτου ελευθερία είναι η ελευθερία του Χριστού, ενώ όλες οι άλλες είναι οι ανίσχυροι δούλοι του θανάτου. Και η μόνη ελευθερία, η οποία είναι ισχυρότερη του σατανά, είναι η ελευθερία του Χριστού, ενώ όλες οι άλλες είναι άμεσες ή έμμεσες υπόδουλες στο δαίμονα.
Εκείνος ο οποίος πιστεύει στον Αναστάντα Κύριον Ιησού με όλη την καρδιά του και με όλη τη ψυχή του και με όλη τη διάνοιά του, δεν φοβάται τον θάνατο, δεν φοβάται από την αμαρτία και «βρίσκεται», κατά τον ιερόν Χρυσόστομο, «εκτός της εξουσίας του σατανά». Επί πλέον αυτός εμπαίζει τον θάνατο, εμπαίζει τον δαίμονα, διότι έχει μέσα του τον Κύριο και Θεό Ιησού Χριστό, τον μόνον νικητή του σατανά και τον μόνον που ανασταίνει τους ανθρώπους από όλους τους θανάτους.
Η αμαρτία μέσα στον άνθρωπο, και ιδού, παραμορφωμένος και τέρας ο άνθρωπος. 
Το θεοειδές ον και μέσα του αμαρτία! Δεν είναι αυτό φρίκη και κόλαση; Από τότε που έφυγε ο άνθρωπος από τον Παράδεισο, δηλαδή από την αναμάρτητη και αγία ζωή, έγινε ένα εκούσιο εργαστήριο της αμαρτίας. Το εργαστήριο δε της αμαρτίας τί είναι άλλο αν όχι — μια μικρή κόλαση; Η μεγάλη και αιώνια κόλαση είναι μόνον συγχώνευση όλων των μικρών κολάσεων που ξεχύνονται από τον άνθρωπο, φέρνοντας μαζί και τον ίδιον τον άνθρωπο. Η αμαρτία… και δεν είναι άλλο παρά η ζωή χωρισμένη από τον Αναμάρτητο, από τον Θεό. Αυτό ακριβώς είναι ο θάνατος, πρώτον πνευματικός και έπειτα σωματικός. 
Ή για να πω καλύτερα (αμαρτία είναι) η συνεχής ζωή μέσα στο θάνατο. Διότι η αμαρτία και ο θάνατος είναι ένα και το αυτό πράγμα. Όπως είναι πάλιν η αναμαρτησία και η ζωή ένα και το αυτό πράγμα. Όπου η αμαρτία εκεί και ο θάνατος. 
Και πάλιν: όπου ο θάνατος εκεί και η αμαρτία. Αλλά και το ένα και το άλλο κατάγονται από τον δημιουργό της αμαρτίας και του θανάτου, από τον διάβολο… Έτσι, η αμαρτία δεν είναι ποτέ μόνη της, αλλά πάντοτε έχει μέσα της και γύρω της και πίσω της, τον θάνατο και τον διάβολο· και ο θάνατος δεν είναι ποτέ μόνος του, αλλά πάντοτε μαζί με την αμαρτία και τον διάβολο· και ο διάβολος δεν είναι ποτέ μόνος του, μπροστά του είναι πάντοτε η αμαρτία και ο θάνατος, και αυτός πάντοτε παρών σε κάθε αμαρτία και κάθε θάνατο. Η τριάδα αυτή είναι αχώριστη. 
Γι’ αυτό και η σωτηρία έγκειται στην απελευθέρωση απ’ αυτή την τρισκατάρατη τριάδα: την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο. Ο Κύριος Ιησούς έγινε ακριβώς εξαιτίας αυτού ο μόνος Σωτήρας του ανθρώπινου γένους, διότι με την ανάστασή Του εκ νεκρών μας έσωσε από την αμαρτία. Η Ανάσταση είναι νίκη επί του θανάτου, και ως εκ τούτου επί της αμαρτίας και επί του διαβόλου. Διότι η Ανάσταση είναι νίκη του Αναμάρτητου επί της αμαρτίας, του Αθάνατου επί του θανάτου, του Θεού επί του διαβόλου. Ποιός, άλλωστε, θα μπορούσε να νικήσει και τον θάνατο εκτός από τον Αθάνατο, και τον διάβολο εκτός από τον Θεό;

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς († 1979)

Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή



Ἐὰν ὑπάρχει μιὰ ἀλήθεια στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ εὐαγγελικὲς ἀλήθειες, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχει μιὰ πραγματικότητα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ καινοδιαθηκικὲς πραγματικότητες, ἡ πραγματικότητα αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ' Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.

Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ' αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ' αὐτό. Ἀπ' αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.

Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; 
Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τῆς μάχης.

Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ' ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι' αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ' ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας, ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ



Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΣΕΡΒΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΟΥ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ.

ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΓΓΥΗΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ, Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Την προικώα διδασκαλία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ας έχομε ως υπόδειγμα Ορθόδοξης ακρίβειας. Η μίμηση του Ομολογητή Αγίου μας, είναι υπόδειγμα χριστιανικής αρετής. Αποτελεί ένα μεγάλο οικουμενικό διδάσκαλο της Ορθοδοξίας. Ο σταυροφόρος βίος του κατά την μακρά εκείνη περίοδο των αντίθεου και απάνθρωπου κουμμουνιστικού συστήματος της πρώην Γιουγκοσλαβίας, είναι υπόδειγμα καρτερίας και χριστιανικού αγώνα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να διαφυλάσσει απαραχάρακτη, τη διδασκαλία του μεγάλου Ομολογητή Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Δεν πρέπει να γίνονται ενέργειες και αναφορές που αντιστρατεύονται τη μοναδικότητα και την καθολικότητα της Εκκλησίας. Οι ενέργειες μας πρέπει να είναι ανάλογες των υποθηκών του μεγάλου Ομολογητή Αγίου μας. Δεν πρέπει να γίνονται αναφορές που αντιστρατεύονται την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι δηλαδή αυτή είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

‘’Αληθινήν Εκκλησίαν του Χριστού’’ καλεί την Ορθόδοξη Εκκλησία ο μεγάλος αυτός Άγιος, δίδοντας την πραγματική διάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι παρακαταθήκεςωτου αποτελούν προικώον δώρημα για την Εκκλησία της Σερβίας. «Όντως, η ζωή εν τη Εκκλησία είναι πάντοτε καθολική, ευρίσκεται πάντοτε εν τη κοινωνία : ‘’συν πάσι τοις αγίοις’’ , ‘’μετά πάντων των αγίων’’. Το αληθινόν κατά συνέπειαν μέλος της Εκκλησίας αισθάνεται ενεργώς μετά της αυτής πίστεως μετά των Αποστόλων, των Μαρτύρων και των Αγίων όλων των αιώνων· αισθάνεται ότι ούτοι είναι αιωνίως ζωντανοί και ότι πάντας αυτούς διαπερά ταυτοχρόνως μία και η αυτή θεανδρική δύναμις και ενέργεια, μία και η αυτή θεανθρωπίνη ζωή, μία και η αυτή θεανθρωπίνη αλήθεια. Δεν υπάρχει καθολικότης εκτός της εκκλησιαστικότητος, διότι μόνον η αληθινή και πραγματική ζωή εν τη Εκκλησία δημιουργεί εις τον άνθρωπον την αίσθησιν της καθολικότητος της πίστεως, της αληθείας και της ζωής· το ζην ‘’συν πάσι τοις αγίοις’’, μετά πάντων των μελών της Εκκλησίας όλων των αιώνων», αναφέρει χαρακτηρισικά ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς στο ομολογιακό κείμενό του «Καθολικότης της Εκκλησίας», αναφέρει ότι «η ίδια η φύσις της Εκκλησίας είναι καθολική. Ο Σωτήρ Χριστός είναι το περιεχόμενο της παραδόσεως της αποστολικότητος εν τω Σώματι της Εκκλησίας. Η Θεανθρωπίνη αυτή καθολικότης της Εκκλησίας και καθολικοποίησις εν τη Εκκλησία διακρατείται και πραγματοποιείται δια της αεί ζώσης Υποστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού, η οποία κατά τον πλέον τέλειον τρόπον ενώνει τον Θεόν και τον άνθρωπον…».

Η Εκκλησία του Χριστού είναι μια και μοναδική. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς αναφέρει : «Η Εκκλησία δεν είναι μόνο μία, αλλά και μοναδική. Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πολλά σώματα, κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες. Εν τω θεανθρωπίνω αυτού σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι ένας και μοναδικός»*.

Όταν αναφέρεται ο Άγιος Ιουστίνος στο δόγμα περί του αλαθήτου του Πάπα, αναφέρει ότι δεν είναι ‘’ μόνο αίρεσις, αλλά παναίρεσις’’. Το δικαιολογεί μάλιστα καθότι ‘’καμμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα – ανθρώπου’’.

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς δίνει τη σωστή δογματική και εκκλησιολογική εκτροπή τη κακοδοξίας του αλαθήτου. Αναφέρει με σαφήνεια τα εξής για τη πλάνη του αλαθήτου : «Το αλάθητον είναι φυσικόν θεανθρώπινον ιδίωμα και φυσική θεανθρώπινη λειτουργία της Εκκλησίας ως Θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, του οποίου αιωνία Κεφαλή είναι η Αλήθεια, η Παναλήθεια, η Δευτέρα Υπόστασις της Υπεραγίας Τριάδος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα εις την πραγματικότητα ο πάπας ανεκηρύχθη εις Εκκλησίαν και ο πάπας-άνθρωπος, κατέλαβε τη θέση του Θεανθρώπου. Αυτός είναι ο τελικός θρίαμβος του ουμανισμού, αλλά συγχρόνως και ‘’ο δεύτερος θάνατος’’ (Αποκ. 20,14. 21,8) του παπισμού, μέσω δε αυτού και του κάθε ουμανισμού. Όμως κατά την Αληθινήν Εκκλησίαν του Χριστού, η οποία από της εμφανίσεως του Θεανθρώπου Χριστού υπάρχει εις τον επίγειον κόσμον ως θεανθρώπινον σώμα, το δόγμα περί του αλαθήτου του πάπα είναι όχι μόνο αίρεσις, αλλά παναίρεσις. Διότι καμμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα – ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία· το δόγμα αυτό είναι η αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού. Το δόγμα αυτό είναι φευ! Η πλέον φρικτή εξορία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού από την γην·»

Αυτή την προικώα διδασκαλία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ας διαφυλάξομε απαραχάρακτη. Αυτόν τον μεγάλο Άγιο ας έχουμε ως υπόδειγμα Ορθόδοξης ακρίβειας. Η μίμηση του Ομολογητή Αγίου μας αποτελεί ευεργεσία στην Εκκλησία. Η χρήση των λεχθέντων του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, αποτελούν εγγύηση Ορθόδοξης ακρίβειας. Οι ενέργειες μας πρέπει να είναι ανάλογες των υποθηκών του μεγάλου Ομολογητή Αγίου μας. Ας πάψουν επιτέλους οι αναφορές που αντιστρατεύονται την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι δηλαδή αυτή είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Ας πάψουν επιτέλους οι συγκρητισμοί και τα άλλα οικουμενιστικά ολισθήματα. Αυτόν τον μεγάλο Άγιο ας έχουμε ως υπόδειγμα Ορθόδοξης ακρίβειας.


*Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (Αναδημοσίευση από τη γαλλική μετάφραση στον Ορθόδοξο Τύπο, 29/6/2007)

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Η Εκκλησία είναι μία, οι αιρέσεις είναι πολλές!



Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ

«Η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική. Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πολλά σώματα κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες.

Εν τω θεανθρωπίνω αυτού σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι ένας και μοναδικός.

Δι’ αυτόν τον λόγον διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτίστως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον.

Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας, κατά τον τρόπον, που πίπτουν τα ξερά και άγονα κλήματα από την θεανθρωπίνην και αιωνίως ζώσαν άμπελον, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ιω. 13,16). Κατά καιρούς απεσπάσθησαν και εξεβλήθησαν από την μοναδικήν αδιαίρετον Εκκλησίαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έκτοτε έπαψαν να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας και μέρη του θεανθρωπίνου σώματός της.

Έτσι έχουν κατ’ αρχήν αποκοπή οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί, κατόπιν οι Πνευματομάχοι, κατόπιν οι Μονοφυσίται, κατόπιν οι Εικονομάχοι, κατόπιν οι Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οι Προτεστάνται, κατόπιν οι Ουνίται και εν συνεχεία όλα τα άλλα μέλη των αιρετικών και σχισματικών λεγεώνων».

(Ιουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», (Γαλλική μετάφραση) 
Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 – Αναδημο- σιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 29/6/2007).