.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικές Νουθεσίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικές Νουθεσίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Όταν διαπιστώνεις ότι κάτι δεν πάει καλά, έχει ξεκινήσει το ταξίδι της ιάσεως

H μεγαλύτερη δύναμή μας 
βρίσκεται στη συνειδητοποιημένη αδυναμία μας 
και η αγιότητα στη μετανοημένη αμαρτία.

Όταν διαπιστώνεις ότι κάτι δεν πάει καλά, έχει ξεκινήσει το ταξίδι της ιάσεως.

Η δύναμη και η ροπή προς την αμαρτία μοιάζει με μια αγιότητα σε πτώση που σέρνεται τραυματισμένη και ψάχνει ίαση για να επανέλθει στον θρόνο της. Δεν είναι κακή αυτή η δύναμη, αλλά ο στόχος στον οποίο κατευθύνεται την αρρωσταίνει. Τα πάθη ως δυνάμεις της ψυχής δεν είναι αμαρτωλά από μόνα τους, απλά γίνονται αρρώστιες όταν αιχμαλωτίζονται σε καταστάσεις θανάτου. Γι’αυτό και σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά τις δυνάμεις τις ψυχής οφείλουμε όχι να τις καταργήσουμε αλλά να τις μεταβάλλουμε.
Για τον λόγο αυτό στην εκκλησία έχουμε την άσκηση ως μητέρα του αγιασμού για να μπορούμε να διορθώνουμε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος όποιες πτώσεις συμβαίνουν και συνθλίβουν την ύπαρξή μας.
Οι αμαρτίες μας είναι στην ουσία προδομένοι έρωτες. Επιθυμίες που ενώ αρχικά μοιάζουν με πρόβατα διαπιστώνουμε ότι είναι λύκοι με ένδυμα προβάτου και πέφτουμε στην παγίδα. Δεν είναι κακές οι επιθυμίες αλλά αν δεν απευθύνονται στον Χριστό τότε αρρωσταίνουν από τον καρκίνο της φθοράς και παρασέρνουν τον άνθρωπο στην απώλεια.
Τα πάντα εξαρτώνται από το βαθύτερο θέλω, από την προαίρεση όπως έλεγε και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Τι θέλω , γιατί το θέλω, πως το θέλω ….  από αυτά εξαρτώνται τα πάντα. 
Όταν το βαθύτερο θέλω δεν έχει τη σφραγίδα του Χριστού και κομματιάζεται από εδώ και εκεί, πουλιέται και πορνεύει στα σκοτάδια ο άνθρωπος τότε βαδίζει τυφλός και μεθυσμένος στον δρόμο της απώλειας.
Στην εκκλησία η θεραπεία και ο αγιασμός του ανθρώπου δεν έρχεται με μια φιλοσοφική ή ηθική αλλαγή σε επιφανειακό επίπεδο. Η εξωτερική αλλαγή είναι αποτέλεσμα και όχι η αρχή, διαφορετικά η εκκλησία ξεπέφτει σε ηθικιστικό σωματείο. Στην εκκλησία η θεραπεία έρχεται με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος δια μέσου των Ιερών Μυστηρίων. 
Θέλει ο Χριστός, θέλω κι εγώ και τότε έρχεται ο γάμος της μεταμορφώσεως του ανθρώπου στην πορεία προς το καθ’ ομοίωσιν.
Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς άσκηση, χωρίς πάλη με τον εαυτό μου, χωρίς χτυπήματα και ραπίσματα στο πρόσωπο μου, χωρίς να συναντάω τα όρια του πόνου και να διαπιστώνω ότι υπάρχει ακόμα χώρος για να προχωρήσω γιατί ο Χριστός μου δείχνει τον δρόμο και μου ανοίγει οδούς θεραπείας. Στην Εκκλησία η άσκηση δεν γίνεται για την άσκηση. 
Την άσκηση δεν την έχει ανάγκη ο Χριστός, αλλά εγώ την χρειάζομαι διότι είναι η φυσιοθεραπεία για να θεραπεύσω την ψυχή μου βλέποντας πρώτα πως κινείται. 
Η άσκηση είναι κατάσταση υποδοχής της χάριτος γι’ αυτό οφείλει η άσκηση να γίνει με πλήρη ετοιμότητα και ανοιχτή καρδιά αλλιώς δεν θα έχει αποτέλεσμα.
Δεν παίρνουμε αποφάσεις. Εκεί βρίσκεται η ασθένεια μας. Μας αρέσει η ταλάντευση, και με τον Χριστό και με τον διάβολο γι’ αυτό πελαγοδρομούμε. Η απόφαση για τη θεραπεία και τη σχέση με τον Χριστό είναι κίνηση δίχως γυρισμό αν θέλουμε να βρούμε ίαση. Δεν έχει σημασία αν πέφτω, αν έχω πάρει αποφάσεις θα σηκώνομαι αμέσως και θα συνεχίζω το ταξίδι. Αν δεν έχω στερεωθεί στην απόφαση, η πτώση θα γίνει ο δικός μου Άδης.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που γίνεται δύτης στον πυθμένα της καρδιάς του με σκοπό να καθαρίσει τον βυθό από την μόλυνση αλλά και να βρει διαμάντια ώστε να τα ανασύρει για να τα διαφυλάξει.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που αναζητά να βρει τον πραγματικό του εαυτό αλλά στην ουσία έχει πάρει απόφαση να τον χάσει. 
«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι» (Μάρκ. η΄ 34).

Ευλογημένος ο άνθρωπος που δεν ικανοποιείται πνευματικά με τίποτα και συνεχώς διψάει για χάρη Θεού.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του χειρότερο πάσης κτίσεως διότι αυτό είναι το πρώτο σκαλοπάτι για την ανάβαση προς τον ουρανό.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που διψάει να αποκτήσει νου Χριστού.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που δεν χρειάζεται να πει πολλά διότι η αγιότητα του μαρτυρείται από τη ζωή του.

Ο Πνευματικός άνθρωπος δεν χρειάζεται να σου πει πολλά, φαίνεται από χιλιόμετρα όπως το αστέρι στον ουρανό διότι λάμπει η χάρις του Χριστού στην ύπαρξή του.
Τέτοιους ανθρώπους έχουμε ανάγκη σήμερα, όχι ηθικά καλούς, αλλά οντολογικά θεραπευμένους προς τον Αγιασμό…
Αυτός οφείλει να είναι και ο δικός μας προορισμός….

π. Σπυρίδων Σκουτής

Ο νέος άνθρωπος είναι αδύνατο να μην ταράσσε­ται από σαρκικούς λογισμούς

Ο νέος άνθρωπος είναι αδύνατο να μην ταράσσε­ται από σαρκικούς λογισμούς. 

Πρέπει γι’ αυτό να προσεύχεται επίμονα στον Θεό, για να σβήσει εγκαί­ρως την σπίθα των 
αισχρών επιθυμιών μόλις εμφανισθεί. 

Τότε δεν θα δυναμώσει ποτέ η φλόγα.

Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Αφήστε το μέλλον στην Πρόνοια του Θεού

Μερικοί βασανίζονται από τριών ειδών προβλήματα.

Από εκείνα που είχαν κάποτε. Από εκείνα που έχουν τώρα και από εκείνα που περιμένουν ότι θα έχουν.

Οι λύπες, βέβαια, θα έρθουν, αλλά τι θα κερδίσουμε, αν βιαστούμε και τρέξουμε να τις προϋπαντήσουμε;

Θα έχουμε αρκετό καιρό να λυπηθούμε, όταν έρθουν.

Στο μεταξύ ας ελπίζουμε για καλύτερα πράγματα και ας μένουμε σταθεροί ως το τέλος

Άφησε το παρελθόν στο έλεος του Θεού, το παρόν στην Αγάπη Του και το μέλλον στην Πρόνοιά Του.

Αββά Ησύχιου

Πῶς θά ξέρουμε ὅτι ζοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἤ ὄχι;

Ἂν εἶστε θλιμμένοι γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχετε δοθεῖ στὸν Θεό, ἔστω κι ἂν ἐξωτερικὰ ἔτσι μπορεῖ νὰ φαίνεται. Ὅποιος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει σκοτοῦρες. Ὅταν χρειάζεται κάτι, ἁπλὰ προσεύχεται γι’ αὐτό. 
Ἂν δὲν τοῦ δίδεται αὐτὸ ποὺ ζητᾶ , ἐπιχαίρει σὰν νὰ τοῦ δόθηκε. Μία ψυχὴ ποὺ ἔχει δοθεῖ στὸν Θεὸ δὲν φοβᾶται τίποτα, οὔτε καν τοὺς ληστές, τὴν ἀρρώστια ἢ τὸν θάνατο. Μία τέτοια ψυχή, μπροστὰ σὲ ὅ,τι κι ἂν συμβεῖ, ἀναφωνεῖ: «Ἦταν θέλημα Θεοῦ». Ἐδῶ στὴ γῆ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νὰ κατανικήσουμε κάθε κακὸ μὲ εἰρήνη καὶ ἡσυχία.
Μποροῦμε νὰ ἔχουμε εἰρήνη ὅταν ζοῦμε σὲ περιβάλλον ἥσυχο καὶ εἰρηνικό, ἀλλὰ αὐτοῦ τοῦ....εἴδους ἡ εἰρήνη δὲν εἶναι σταθερὴ καὶ μόνιμη εἶναι ἡ εἰρήνη ποὺ κερδίζεται σὲ συνθῆκες χαοτικές. 
Ὅταν μετακινεῖσαι ἀπὸ ἥσυχα περιβάλλοντα σὲ χαοτικά, ἡ διάθεσή σου ἀλλάζει ἀκαριαία καὶ γίνεσαι εὐερέθιστος – ἐντελῶς ἀναπάντεχά σου ἐπιτίθενται πονηροὶ λογισμοὶ καὶ ὁ νοῦς σου βουτάει στὴν κόλαση. Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος τῆς εἰρήνης μας. 
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ ὁ Κύριός μας κατευθύνει μέσα ἀπὸ βάσανα καὶ ὀδύνες: γιὰ νὰ μποροῦμε δι’ αὐτῶν νὰ ἀποκτήσουμε πραγματικὴ εἰρήνη. Ἄνευ Ἐκείνου δὲν θὰ εἴχαμε τὴ δύναμη νὰ ξεπεράσουμε αὐτὰ.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Οἱ λογισμοὶ καθορίζουν τὴ ζωή μας», Βίος καὶ διδαχὲς τοῦ γέροντα Θαδδαίου τῆς Βιτόβνιτσα, σέλ. 210, Ἐκδόσεις: «Ἐν πλῶ»

Να γιατί, οι σύγχρονοι Επίσκοποι και Ιερείς σφάλλουν θανάσιμα!

Γιὰ νὰ μὴν ξεχνοῦν οἱ παλαιότεροι,
καὶ γιὰ νὰ μαθαίνουν οἱ νεώτεροι!

Σὲ ἐκτεταμένη παράβαση τοῦ ὑψίστου λειτουργήματος τους βρίσκονται οἱ ἱερωμένοι,συμπαρασύροντας στὴν προδοσία τῆς Πίστεως τοὺς λαϊκοὺς ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν ἀδιαμαρτύρητα

Κανὼν ΜΣΤ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 



«Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».

Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰἀποστρέφωνται τοὺς αἱρετικούς (σσ. τοὺς χωρισμένους ἀπὸ τὴν Μίαν Ἐκκλησίαν καὶ καταδικασμένους), καὶ τὰς τῶν αἱρετικῶν τελετάς. Μᾶλλον δὲ αὐτοί, οἱ αἱρετικοὶ δηλ., πρέπει νὰἐλέγχωνται καὶ νὰ νουθετῶνται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους, μήπως ἤθελαν καταλάβουν καὶ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν πλάνην των. Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι, ὅποιος Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἤθελεν ἀποδεχθῆ ὡς ὀρθὸν καὶ ἀληθινὸν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ἢ τὴν παρ’ αὐτῶν προσαγομένην θυσίαν, ὁ τοιοῦτοςπροστάζομεν νὰ καθαιρεθῇ. Ἐπειδὴ ποίαν συμφωνίαν ἔχει ὁ Χριστὸς μὲ τὸν διάβολον; ἢ ποίαν μερίδα ἔχει ὁ πιστὸς μὲ τὸν ἄπιστον;
Διότι ἐκεῖνοι ὁποῦ δέχονται τὰ παρὰ τῶν αἱρετικῶν,
ἢ τὰ ὅμοια φρονήματα ἐκείνων ἔχουσι καὶ αὐτοί, ἢ τὸ ὀλιγώτερον δὲν ἔχουσι προθυμίαν νὰ ἐλευθερώνουν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κακοδοξίαν των.
Οἱ γὰρ συνευδοκοῦντες εἰς τὰς ἐκείνων τελετάς, πῶς δύνανται νὰ ἐλέγξουσιν αὐτοὺς διὰ νὰ παραιτήσουν τὴν κακόδοξον καὶ πεπλανημένην αἵρεσιν;».

Τι εννοούμε όταν λέμε: σεβασμός στους Πατέρες της Εκκλησίας;

Είπε Γέρων:

Όσοι ομιλούν περί Εκκλησίας χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψει τους Πατέρας δεν είναι ορθόδοξοι.

Όσοι διδάσκουν, βασιζόμενοι μόνον εις την Αγίαν Γραφήν και δεν ακολουθούν την ερμηνείαν αυτής υπό των Αγίων Πατέρων, προτεσταντίζουν.

Όσοι υπευθύνως ενεργούν, ανατρέποντες όσα άχρις ημών η πολιά αρχαιότης διέσωσε, πλήττουν εις τα καίρια την Εκκλησίαν.

Όσοι δεν έπονται εις την ποικίλην διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων, αντιπίπτουν εις το Πνεύμα το Άγιον.

Όσοι ανατρέπουν τας Παραδόσεις της αγιωτάτης Εκκλησίας μας, ομοιάζουν με τον ρωμαίον στρατιώτην, ο οποίος εράπισε εις την σιαγώνα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Όσοι υπευθύνως ενεργούν, ανατρέποντες όσα άχρις ημών η πολιά αρχαιότης διέσωσε, πλήττουν εις τα καίρια την Εκκλησίαν.

Όσοι δεν έπονται εις την ποικίλην διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων, αντιπίπτουν εις το Πνεύμα το Άγιον.

Όσοι ανατρέπουν τας Παραδόσεις της αγιωτάτης Εκκλησίας μας, ομοιάζουν με τον ρωμαίον στρατιώτην, ο οποίος εράπισε εις την σιαγώνα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Αντιθέτως, 

Όσοι ομιλούν περί Εκκλησίας και νοούν Πατέρας, αυτοί είναι όντως Ορθόδοξοι.  

Όσοι διδάσκουν θεολογίαν και με την μεν δεξιάν κρατούν την Αγίαν Γραφήν, εις δε την ευώνυμον την ερμηνείαν των Πατέρων, αυτοί ευρίσκονται εντός της πνευματικότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

Όσοι υπευθύνως ενεργούν βάσει των Πατερικών Παραδόσεων, αυτοί δοξάζουν αληθώς τον Θεόν. 

Όσοι αποδέχονται την Παράδοσιν της Εκκλησίας ως ισόκυρον με τας Αγίας Γραφάς και αγωνίζονται δι’ αυτήν, είναι μάρτυρες τη προαιρέσει.

Η Εκκλησία κατά των αιρέσεων

Ὁ ρόλος τῶν ποιμένων

Μᾶς ἐστάλη τὸ παρακάτω κείμενο τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ διδακτορικὴ διατριβὴ γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὶς αἱρέσεις.
Ἀφήνουμε τὸ κείμενο ἀσχολίαστο καὶ καλοῦμε τὸν ἀναγνώστη νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του, ἀφοῦ στὸ κείμενο αὐτὸ ἀναφέρονται πολλὲς πτυχὲς τοῦ σημερινοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ γιὰ τὸν τρόπο ἀντιμετώπισής του. Πάντως ἕνα εἶναι σίγουρο. Τὰ λόγια του Ἁγίου, ἑνὸς ἀκόμα Ἁγίου, ἀποτελοῦν κόλαφο γιὰ κάθε "εὐσεβῆ" ἱερέα καὶ ἐπίσκοπο ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ποιμαίνει καὶ ἐπισκοπεῖτῆς ποίμνης του.

Βλασία Δ. Κασκανιώτη, Εκκλησία, σχίσμα και αίρεση κατά τον άγιο Νεκτάριο, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2015.

8. Η στάση της Εκκλησίας έναντι των αιρέσεων
Όπως σημειώνει ο άγιος Νεκτάριος, οι αιρεσιάρχες με προκλητικό θράσος και απερίγραπτη τόλμη προσπαθούσαν να παρασύρουν τα πλήθη αλλά, κυρίως, να γοητεύσουν και να προσεταιριστούν τους βασιλείς. Αυτό άλλοτε το πετύχαιναν και άλλοτε όχι, γιατί μερικές φορές προσέκρουαν στην καχυποψία των βασιλέων, οι οποίοι, για να διαλύσουν τις αμφιβολίες τους καλούσαν την Εκκλησία να αποφανθεί για τα δύσκολα ή περίπλοκα γι’ αυτούς δογματικά ζητήματα, τα οποία υπερέβαιναν τις προσωπικές τους γνώσεις και κρίσεις540.
Κατάφεραν με τον τρόπο αυτό οι αιρεσιάρχες να προκαλέσουν την αφύπνιση της Εκκλησίας και την ανάδειξη εξαίρετων μορφών που πρωτοστάτησαν στον αγώνα της κατά της πλάνης. Πρόκειται κατά κανόνα για σοφούς ιεράρχες, δεινούς γνώστες της φιλοσοφίας και κατόχους όλων των κοσμικών επιστημών αλλά και καθοδηγημένους από το Άγιο Πνεύμα, ώστε να κατανοούν τις Γραφές και να αντλούν από αυτές πλήθος επιχειρημάτων κατά των αιρετικών δοξασιών. Με την πνευματική προσφορά των ανθρώπων αυτών από τη μια εμπλουτίζεται και φωτίζεται ακόμη περισσότερο η μία και μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας και από την άλλη γίνεται ευκολότερος ο εντοπισμός των αιρετικών και η αποκοπήτους από το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Στη μελέτη του περί των Οικουμενικών Συνόδων ο άγιος περιγράφει σφαιρικά τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στην αίρεση. Εκεί διαφαίνεται ο διπλός στόχος των αγωνιζομένων υπέρ της αληθείας: αφενός να αναδείξουν και να διατυπώσουν την αλήθεια της Εκκλησίας και αφετέρου νακατατροπώσουν την αίρεση. Στην προσπάθεια αυτή ακολουθούν πολλές μεθόδους.
Καθώς στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ιεράρχες και Ποιμένες, οι αρχικές τους ενέργειες επικεντρώνονται στην προσπάθεια να νουθετήσουν τους αιρετικούς υποδεικνύοντάς τους τα λάθη τους με την ελπίδα να τους συνετίσουν, στην περίπτωση που η πλάνη τους είναι αποτέλεσμα άγνοιας και αμέλειας. Εφόσον οι απαντήσεις που θα λάβουν σ’ αυτό τον πρώτο διάλογο δεν κριθούν ικανοποιητικές, τότε κάνουν μία δεύτερη προσπάθεια σε πιο αυστηρό και ελεγκτικό τόνο. Και όταν και αυτή αποδειχτεί ατελέσφορη απέναντι στην πεισματική εμμονή και τον θολωμένο νου των αιρετικών, τότε ο πόλεμος γίνεται σκληρός και λαμβάνει γνώση για το συγκεκριμένο θέμα η τοπική Εκκλησία, η οποία καλείται να αποφανθεί για τις καινοφανείς δοξασίες και να λάβει θέση.
Όταν όμως ούτε και οι τοπικές Εκκλησίες επαρκούν για την ανάκληση στην τάξη των επίμονων και αμετανόητων αιρετικών, οι οποίοι έχουν στο μεταξύ γίνει και επικίνδυνοι,τότε συγκαλούνται τοπικές σύνοδοι και, αν τελικά χρειαστεί, ακόμη και οικουμενικές.
Η ιστορία της Εκκλησίας, όπως την έχει καταγράψει ο άγιος Νεκτάριος, έχει να παρουσιάσει τέτοια παραδείγματα541. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μας προσφέρει ο ΠατριάρχηςΑλέξανδρος Α΄ Αλεξανδρείας (313-328), «ἀνήρ πρᾶος, ἀγαθός καί ἐνάρετος»542, ο οποίος, όταν πληροφορήθηκε ότι μεταξύ των πρεσβυτέρων της δικαιοδοσίας του κυκλοφορούσαν διδασκαλίες ασύμβατες με την ορθόδοξη πίστη και βεβαιώθηκε ότι αυτές διαδίδονταν από τον γνωστό πρεσβύτερο Άρειο, τον προσκάλεσε σε μία συζήτηση, όχι μόνο για να βεβαιωθεί για τα λεγόμενά του αλλά και για να τον νουθετήσει με τρόπο πατρικό δίνοντάς του την ευκαιρία να ξανασκεφτεί και να αναθεωρήσει τις εσφαλμένες αντιλήψεις του543. Εντωμεταξύ ο Αλέξανδρος, που ανύστακτα παρακολουθούσε τον πρεσβύτερο της Αλεξάνδρειας, δεν άργησε να αντιληφθεί ότι ο Άρειος δεν είχε ανανήψει και ότι συνέχιζε με περισσή πονηρία να προπαγανδίζει την πλάνη του544. Ξανακαλεί τότε τον Άρειο, αυτή τη φορά όμως δεν αρκέστηκε μόνο σε νουθεσίες αλλά εστιάζοντας τη συζήτηση στο καίριο θέμα της Αγίας Τριάδας, που είχε αποτελέσει αντικείμενο μίας διάλεξης του Αρείου, αποδεικνύει με τη βοήθεια της φιλοσοφίας την πλάνη του πρεσβυτέρου.
Ο αιρεσιάρχης γνωρίζοντας ότι ήδη υπήρχαν ανάμεσα στον κλήρο και τον λαό άνθρωποι που αποδέχονταν τη διδασκαλία του ως ορθή και άλλοι που την ανέχονταν ως ακίνδυνη545, με θράσος τολμά αυτή τη φορά να ανασκευάσει τα επιχειρήματα του επισκόπου του. Τότε η Θεία Πρόνοια αναδεικνύει τον νεαρό διάκονο Αθανάσιο, ο οποίος, αν και μικρός και ασθενικός στο σώμα, διέθετε πίστη μεγάλη και φλογερή ψυχή. Μία παράγραφος στο σύγγραμμά του αγίου Νεκταρίου είναι αρκετή για να δείξει την απόλυτη διάσταση ανάμεσα στις συγκροτημένες και χαρισματικές προσωπικότητες των χριστιανών και εκείνες των αιρετικών.
Μία προς μία επιλεγμένες οι λέξεις του αναδεικνύουν τα προσόντα και τις σπάνιες αρετές του Αθανασίου: «Νοῦς βαθύς, λογική ἰσχυρά, ἐπιστήμη εὐρεῖα, ἀνθηρόν ὕφος λόγου, καί τέχνη ρητορική ἀπαράμιλλος περιεκόσμουν αὐτόν καί κατέστησαν κρατερόν μαχητήν κατά τήν προκειμένην σπουδαίαν ἔριν. Ὁ Ἀθανάσιος κεκτημένος ὀξύνειαν θαυμαστήν πρακτικώτατον πνεῦμα, εὐφράδειαν ἀξιόζηλον, καί τόλμην ἀκάθεκτον, ἐκ πρώτης ἀρχῆς ἐνόησε περί τίνος ἐπρόκειτο καί εὐθύς κατενόησε τό βάραθρον, εἰς ὅ ἐκινδύνευεν ἡ Πίστις ἡμῶν νά πέσῃ»546. Αυτά τα εγκώμια δεν αποτελούν απλώς έκφραση θαυμασμού του αγίου Νεκταρίου για τον Μέγα Αθανάσιο αλλά είναι τα γνωρίσματα όλων των Πατέρων που πρωτοστάτησαν κατά καιρούς στην υπεράσπιση της αλήθειας: βαθιά γνώση, ρητορική δεινότητα, κοφτερός νους, ακάθεκτη ορμή εναντίον της πλάνης, απόλυτη βεβαιότητα για την κατοχή της αλήθειας, θυσιαστικό πνεύμα, ακατάβλητο θάρρος.
Οι Πατέρες δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικοί, καθώς οιολέθριες συνέπειες της αιρέσεως ήταν άμεσες και οι αιρετικοί με τα μέσα που μετήρχοντο, απρόβλεπτα ισχυροί και αποτελεσματικοί547.
Ο Αθανάσιος, αφού σχημάτισε μία σαφή γνώμη για τον αντίπαλό του εντοπίζοντας τις αδυναμίες του548 και επισημαίνοντας τις αιρετικές του δοξασίες, έγινε βοηθός του Αλεξάνδρου, ο οποίος άρχισε τώρα να υιοθετεί μία όλο και αυστηρότερη στάση. Αφού οι προσωπικές επαφές δεν στάθηκαν αρκετές για να αναχαιτίσουν τη δράση του αιρεσιάρχη, συγκαλείται τοπική Σύνοδος που καταδικάζει την αίρεση του Αρείου ως βλάσφημη και καθαιρεί και αφορίζει τον ίδιο μαζί με άλλους δεκατρείς ομοϊδεάτες του –έντεκα διακόνους και δύο επισκόπους–, τους οποίους επιπλέον ως ανιάτως προσβληθέντες από την αίρεση,καθαιρεί, αφορίζει, αποκόπτει από το σώμα της Εκκλησίαςκαι τελικά απομακρύνει από την Αλεξάνδρεια549. Βέβαια, ως γνωστόν, η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί και χρειάστηκε να ακολουθήσει και μία Οικουμενική Σύνοδος για το ίδιο ζήτημα.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας με τις δυναμικές τους ενέργειες καταδεικνύουν το ανυπέρβλητο χάσμα που «ἐγήγερται» ανάμεσα στις αιρετικές απόψεις και τις άρρητες αλήθειες της Εκκλησίας, και προλαβαίνουν, προτού γίνει ανεπανόρθωτη ζημιά, να οχυρώσουν την Εκκλησία διατυπώνοντας τα δόγματά της μεθοδικά και ξεκάθαρα, διασφαλίζοντας αποτελεσματικά την ενότητά της έναντι οιωνδήποτε εξωτερικών προσβολών550.
Εξιστορώντας τους αγώνες της Εκκλησίας για να κρατήσει αναλλοίωτη την πίστη της, ο άγιος Νεκτάριος βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τις αρετές όχι μόνο των εκκλησιαστικών αντρών αλλά και όλων εκείνων που γενναία υπεραμύνθηκαν της Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους διακρίνονται και πολιτικοί ηγέτες, όπως οι Αυτοκράτορες Κωνσταντίνος και Θεοδόσιος. Με έκδηλη ικανοποίηση τους επαινεί για την τακτική που ακολούθησαν και για την πρωτοβουλία τους να συγκαλέσουν Συνόδους για την οριστική λύση των προβλημάτων.
Όσο και αν οι αυτοκράτορες είχαν τους δικούς τους λόγους, για να προβούν σε τέτοιες ενέργειες, εντούτοις οι αποφάσεις τους λειτούργησαν προς το συμφέρον της Εκκλησίας και έτσι υπηρέτησαν το σχέδιο της σωτηρίας. Σχετικά με τον Μέγα Κωνσταντίνο και τον Μέγα Θεοδόσιο –στους οποίους λέει ότι δικαίως αποδόθηκε το προσωνύμιο «Μέγας»– θεωρεί πολύ σπουδαία τη στάση τους, γιατί το κέρδος από αυτήν ήταν διπλό, καθώς και η Εκκλησία διασώθηκε και ο Ελληνισμός ανυψώθηκε551. Μάλιστα τονίζει ο άγιος τη διάκριση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος, επειδή δεν ήταν καλός γνώστης των θείων δογμάτων, δεν αναζήτησε πρόχειρες λύσεις ούτε και αποφάνθηκε ο ίδιος για το φλέγον ζήτημα, παρά κατέφυγε σε μία λαμπρή κίνηση, τη σύγκληση συνόδου, δίνοντας στην καθόλου Εκκλησία τη δυνατότητα να αποφανθεί οριστικά και αμετάκλητα552.
Η συνεργασία πολιτείας και Εκκλησίας δημιούργησε ένα ισχυρό μέτωπο εναντίον των αιρέσεων, οι οποίες χωρίς στηρίγματα πια δεν ήταν δυνατόν να επιβιώσουν. Ήταν κοινό συμφέρον και των δύο να αποκρούσουν οτιδήποτε ξένο προς την Παράδοση και την πίστη. Γι’ αυτό και ο Μέγας Θεοδόσιος, ο οποίος είχε ανατραφεί με τη χριστιανική διδασκαλία και ήθελε να αποκαταστήσει την ειρήνη στην Εκκλησία και στο κράτος και να διαφυλάξει όσα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο κατοχυρώθηκαν ως πίστη της Εκκλησίας, συγκάλεσε και αυτός τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο553. Μία Οικουμενική Σύνοδος είναι το έσχατο μέσο των αυτοκρατόρων για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη την πολιτεία. Οι αιρέσεις θέτουν σε κίνδυνο την Ορθοδοξία, γι’ αυτό οφείλει να τις αποκρούει «ἅπασα ἡ Ἐκκλησία, ἡ Οἰκουμενική ἤ Καθολική Ἐκκλησία»554.
Ο άγιος Νεκτάριος τονίζει την εκ των προτέρων βεβαιότητα της πολιτικής ηγεσίας ότι μία Σύνοδος θα δώσει οπωσδήποτε λύση στα ανακύπτοντα θέματα και ότι οι αποφάσεις της θα αποτελέσουν ένα αδιαφιλονίκητο κριτήριο αληθείας στα χέρια των Αυτοκρατόρων. Οι τελευταίοι, στη συνέχεια, ασκώντας την εκτελεστική τους εξουσία, παίρνουν και τα κατάλληλα πολιτικά μέτρα, ώστε οι αποφάσεις αυτές να εφαρμοστούν555.
Στην περίπτωση πάλι, που οι Αυτοκράτορες δεν έπαιρναν σαφή θέση αλλά προσπαθούσαν να ακολουθήσουν μία μέση οδό και να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, –όπως συνέβη με το «Ἑνωτικόν» του Ζήνωνος και την «Ἔκθεσιν περί πίστεως» του Ηρακλείου556–, τότε βρίσκονταν αντιμέτωποι και με τις δύο μερίδες, πράγμα που έθετε σε κίνδυνο και την εσωτερική ηρεμία του κράτους και τη θέση των ίδιων των Αυτοκρατόρων.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι οι πρώτες Σύνοδοι, που πραγματοποιήθηκαν όσο ο Χριστιανισμός ήταν ακόμη στο ξεκίνημά του, αλλά βεβαίως και οι μετέπειτα, υπήρξαν καθοριστικές, τόσο διότι απέτρεψαν την αλλοίωση της πίστης και διασφάλισαν την αλήθεια της Εκκλησίας, όσο και γιατί συνέβαλαν αποφασιστικά στη διατήρηση της εσωτερικής ειρήνης, πράγμα το οποίο ήταν πολύ σημαντικό για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο.
Σύμφωνα με τον άγιο η οριστική λύση που δόθηκε στο ζήτημα του Αρειανισμού με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και ο αφορισμός και η εξορία των αντιφρονούντων φώτισε την αληθινή πίστη και έδωσε τέλος στην αναστάτωση που δημιουργήθηκε στο πλήρωμα της Εκκλησίας557. Μπορεί να φαίνεται υπερβολική η έκφρασή του, όταν λέει ότι «καί ἀληθῶς· ἡ ρύθμισις καί ἐξασφάλισις τοῦ Χριστιανικοῦ δόγματος ἦν ζήτημα ζωῆς καί θανάτου διά τόν τότε κόσμον, ἀπό δέ τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης ἐξηρτᾶτο ἡ γενική τοῦ κόσμου ἠθική ἀνακαίνισις»558, όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο Χριστιανισμός βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα από τη στιγμή που είχε αναγνωριστεί ως ελεύθερη θρησκεία, γι’ αυτό και χρειαζόταν γερά θεμέλια για να διατηρηθεί ακλόνητος και αδιάβλητος. Είναι αλήθεια, ότι μερικές φορές φάνηκε οι αιρετικοί να υπερισχύουν, άλλοτε πάλι σημειώνονταν διαδοχικές εναλλαγές αιρετικών και ορθοδόξων στους πατριαρχικούς θρόνους, άλλοτε παρατηρούνταν υποχωρήσεις ή εκδηλώνονταν διαθέσεις ανοχής.
Τελικά όμως όλα τα ζητήματα έβρισκαν τη λύση τους και η Ορθοδοξία πάντα δικαιωνόταν χάρη σε εκείνους που με γενναίο φρόνημα αλλά και θεόπνευστα επιχειρήματα559υπεραμύνονταν της Εκκλησίας και διέσωζαν την πίστη που παρέλαβαν, εμπλουτίζοντάς την ταυτόχρονα και με ό,τι κατά περίσταση απεκάλυπτε το Άγιο Πνεύμα.
Ποια θεωρεί όμως ο άγιος Νεκτάριος ως ενδεδειγμένη συμπεριφορά των Ποιμένων έναντι των αιρετικών και πώς κρίνει μέσα από την ιστορία τη στάση της Εκκλησίας απέναντι σ’ αυτούς; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να μελετηθεί υπό το πρίσμα της βασικής αποστολής της Εκκλησίας, η οποία, σύμφωνα με τον άγιο, «ὡς φρουρός ἄγρυπνος, διαφυλάττει τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν τό ταμιεῖον, καί ὡς διδάσκαλος, διαλευκαίνει καί ὀρθοτομεῖ τόν λόγον τῆς ἀληθείας, καταπολεμεῖ τόν δόλον, καί ἀποκρούει τήν ἀπάτην καί τό ψεῦδος τῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βασιλεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καί κατασκηνοῖ ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἐλευθερία»560.
Το έργο αυτό θα τελεστεί διά των Ποιμένων, στους οποίους και μόνον ανέθεσε εξαρχής η Εκκλησία τη διδαχή και, όπου δεν εδρεύουν επίσκοποι, κατ’ ανάγκην συντελείται διά των πρεσβυτέρων και των διακόνων561, οι οποίοι οφείλουν να κινούνται πάνω στη βασική αρχή της ελευθερίας και της αγάπης. Με βάση αυτές τις δύο προϋποθέσεις, την αναγκαιότητα δηλαδή για στήριξη της αληθείας αφενός και διατήρηση του πνεύματος ελευθερίας και αγάπης αφετέρου, οι επίσκοποι θα πρέπει να τηρήσουν την πρέπουσα στάση όχι μόνο απέναντι στην πιστή μερίδα του ποιμνίου τους αλλά απέναντι και στις δύο άλλες μερίδες ανθρώπων που ενδεχομένως διαβιούν στην επισκοπή τους, τους ετερόδοξους και τους ετερόφρονες.
Πρώτα-πρώτα ο επίσκοπος θα πρέπει να διακρίνεται για την πολυμάθειά του. 
Η εκκλησιαστική μόρφωση είναι απαραίτητη, γιατί αυτή θα του προσφέρει άριστη γνώση της αποστολικής Παράδοσης και της εκκλησιαστικής τάξης, που του είναι απαραίτητη, για να φέρει σε πέρας το έργο του ως διδάσκαλος. Επίσης η εκκλησιαστική ιστορία, η ιστορία των δογμάτων, η ηθική, η ερμηνεία των Γραφών είναι γνώσεις που θα αποδειχτούν αναγκαιότατες, γιατί τον καθιστούν ικανό να δίνει ανά πάσα στιγμή λόγο για την πίστη του παντί τω αιτούντι562.
Επιπλέον ο επίσκοπος είναι απαραίτητο να γνωρίζει τη δογματική διδασκαλία των ετεροδόξων εκκλησιών, αλλά και τις δοξασίες των αποκρουόντων τις θρησκευτικές και ηθικές αρχές κάθε θρησκείας, ώστε να είναι σε θέση να τις ελέγχει, να τις ανασκευάζει, χρησιμοποιώντας πειστικά επιχειρήματα προκειμένου να προστατέψει το ποίμνιό του. Επίσης ο επίσκοπος φέρει την ευθύνη να απαντά στις απορίες του ποιμνίου του και να του ενισχύει την πίστη, γι’ αυτό δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις γνώσεις που είχαν οι επίσκοποι άλλων εποχών, δηλαδή τη γνώση της Αγίας Γραφής ή έστω της λατρείας των εθνικών.
Στην εκπνοή του 19ου αι., με την Ποιμαντική του, πόνημα που προορίζεται για τους σπουδαστές της Ριζαρείου, θέλοντας να παρουσιάσει τα προσόντα ενός σύγχρονου Ποιμένα, ο άγιος Νεκτάριος απαριθμεί τα βασικά γνωρίσματα των συγχρόνων του αιρετικών και των ετεροθρήσκων. Κάνοντας μία σύγκριση με τις αντίρροπες τάσεις που είχε να αντιμετωπίσει το χριστιανικό κήρυγμα των πρώτων αιώνων διαπιστώνει ότι εκείνες είχαν μία κοινή βάση με τον Χριστιανισμό, ένα κοινό σημείο αναφοράς, που μπορούσε να αξιοποιηθεί, προκειμένου να βρεθεί μία δίοδος προσέγγισης και ένα πεδίο διαλόγου. Τώρα όμως ο Χριστιανισμός βάλλεται στην καρδιά του· η Αγία Γραφή απορρίπτεται, οι Πατέρες αγνοούνται, η Παράδοση χλευάζεται, η ίδια η ύπαρξη του Θεού αμφισβητείται. 
Σ’ αυτόν λοιπόν, ο οποίος θα αντλήσει επιχειρήματα κατά της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού από την ιστορία, τη φιλοσοφία ή τη φυσική επιστήμη ο επίσκοπος θα πρέπει να είναι έτοιμος να αντιπαρατάξει με αποτελεσματικό τρόπο τις θεολογικές, φιλοσοφικές και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις του, γνώσεις που πρώτος ο άγιος Νεκτάριος κατείχε και αξιοποίησε στο έπακρο. Λέει πιο συγκεκριμένα ο ιερός Πατήρ:
«Σήμερον, πλήν τῶν εἰρημένων γνώσεων ἀπαιτεῖται καί τελεία ἐγκυκλοπαιδική μόρφωσις· διότι σήμερον καί πολυπληθέστεραί εἰσι καί συστηματικώτεραι αἱ ἑτεροδιδασκαλίαι, καί αἱ προσβολαί μετά μείζονος καί κρείσσονος παρασκευῆς γίνονται καί καθ’ ἁπάντων τῶν μερῶν τοῦ οἰκοδομήματος φέρονται. Ὤφειλεν ὁ ποιμήν καί τό πάλαι νά μάχηται κατά αἱρετικῶν, ἀλλ’ ὁ πόλεμος διεξήγετο ἐπί τοῦ αὐτοῦ πεδίου, διότι οὗτοι δέν ἠρνοῦντο τότε τό κῦρος τῶν πηγῶν τῆς διδασκαλίας τῆς ἐκκλησίας, καθ’ ὅτι καί ὁ αἱρετικός ἀνεγνώριζεν ὡς τοιαύτας τήν ἁγίαν Γραφήν καί τήν ἱεράν παράδοσιν. Εἶχε καί τότε νά παλαίσῃ κατά Ἰουδαίων, ἀλλά τούτους ἠδύνατο νά ἐξελέγξῃ, καί ἀνασκευάσῃ διά τοῦ κειμένου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐπίσης εἶχε νά παλαίσῃ κατ’ Ἐθνικῶν, ἀλλ’ οὗτοι ἐπίστευον ὕπαρξιν ζῶντος Θεοῦ καί ἀνεγνώριζον τήν δύναμιν τῆς θρησκείας· ἐπίσης ἐπάλαιε καί κατά πάντη ἀθρήσκων, ἀλλ’ ἡ πρός τούτους πάλη ἦν εὐχερής. Διότι αἱ τῶν ἀντιπάλων ἐπιθέσεις ἐστεροῦντο συστήματος· σήμερον ὅμως τά πράγματα ἔχουσιν ἄλλως. Τήν σήμερον μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἱστορικῆς κριτικῆς καί φιλοσοφικῆς παρασκευῆς προσβάλλεται τό κῦρος τῶν πηγῶν τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας, ἀπορρίπτεται ἡ ἱερά παράδοσις, προσβάλλεται ἡ αὐθεντία καί ἡ γνῶσις τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, καί καταπολεμοῦνται καί αὐταί αἱ πρῶται τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς καί πάσης θρησκείας ἀρχαί, ὡς ἡ ὕπαρξις προσωπικοῦ Θεοῦ καί αὐτή ἡ διαφορά μεταξύ ὕλης καί πνεύματος»563.
Από αυτά που λέει ο ιερός Πατήρ φαίνεται ότι για την αντιμετώπιση των αιρέσεων δεν επαρκούν μόνο οι γνώσεις και οι ικανότητες του Ποιμένα αλλά, καθόσον ο Χριστιανισμός είναι πέραν όλων των άλλων και ήθος, η υποδειγματική ζωή του θα του εξασφαλίσει ένα ακαταμάχητο όπλο για τη διεξαγωγή του αγώνα του. Μαζί λοιπόν με την επιστημονική του κατάρτιση θα πρέπει να μεριμνά ακατάπαυστα και για τον άμεμπτο βίο του και την ιεροπρεπή του στάση, λειτουργώντας έτσι ως ζωντανό παράδειγμα εγκυρότητας της χριστιανικής περί σωτηρίας διδασκαλίας, ως πηγή ασφαλείας και βεβαιότητας για την ορθότητα της χριστιανικής πίστης και ως ανακούφιση για τις συνειδήσεις των πιστών564 αλλά, παράλληλα, και ως εστία φωτός και πόλος έλξης για τους εκτός της Εκκλησίας και τους παντός είδους αμφισβητίες.
Έτσι το άμεμπτο ήθος του Ποιμένα παίζει ενεργό ρόλο στην αφύπνιση των πιστών και στον ειρηνικό αφοπλισμό των αιρετικών επιχειρημάτων. Το έργο του επισκόπου έχει πολλούς αποδέκτες. Η κύρια μέριμνά του αφορά κατ’ αρχήν τους ορθοδόξους που τη διαποίμανσή τους του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία. Μέριμνά του θα πρέπει να είναι η συνεχής διδασκαλία, ώστε να καθοδηγεί τους πιστούς στην ευσέβεια και στην ορθή πίστη, να τους παροτρύνει στην αρετή και να τους οδηγεί στην τελειότητα565. Η προσοχή του όμως οφείλει να είναι ιδιαίτερα τεταμένη, όταν ανάμεσα στο ποίμνιό του διαβιούν και άνθρωποι διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, μέσω των οποίων υπάρχει ο κίνδυνος να διαδοθεί και στους πιστούς της επαρχίας του «τῆς ἑτεροθρησκείας τό μίασμα»566.
Σε ένα λαμπρό –και από λογοτεχνική άποψη– χωρίο του ο άγιος Νεκτάριος εξηγεί με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο πώς ακριβώς οφείλει να ενεργήσει ο επίσκοπος, αν παρ’ ελπίδα κάποιος πιστός παρασυρθεί. «Ὁ ποιμήν, λέει, χρεωστεῖ νά φυλάττῃ τά ἴδια πρόβατα ἀπό τά στόματα τῶν λύκων· ὅταν ἀπομακρυνθῶσι τῆς μάνδρας, νά τρέχῃ ὀπίσω αὐτῶν ἐπιπόνως, διά νά τά ἐπιστρέψῃ· ἄν χαθῇ κανένα, νά εἰσέλθῃ τά δάση καί τούς δρυμούς, νά ἀναβῇ τά ὄρη καί τούς βουνούς, νά πατήσῃ τάς ἀκάνθας καί τούς τριβόλους, ὥστε νά τό εὕρῃ· ἀφ’ οὗ τό εὕρη, περιχαρής καί φαιδρός νά τό βάλῃ ἐπί τῶν ὤμων αὐτοῦ, καί νά τό φέρῃ εἰς τήν ποίμνην ὁμοῦ μέ τά ἄλλα. Χρεωστεῖ τό ποίμνιον ὅλον νά τό διεξάγῃ εἰς νομάς σωτηρίους, καί νά τό κρατῇ μακράν ἀπό τάς δηλητηριώδεις βοτάνας τῆς αἱρέσεως, μακράν ἀπό τά θολερά ὕδατα τῆς κακοδοξίας. Τοιουτοτρόπως δέ τό διεξάγει· παρορμῶν τά πρόβατα ἤ ἀνακαλούμενος, προτρέπων ἤ ἀποτρέπων, κινῶν ἤ διαναπαύων, ἀπειλῶν ἤ θέλγων, μέ τόν πνευματικόν τῆς σωτηρίου διδασκαλίας αὐλόν, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν πρέπει νά λείπῃ ἀπό τό στόμα του. Εἶναι λοιπόν φανερόν ὅτι δυσχερεστέρα καί ἐπιπονωτέρα γίνεται ἡ τοιαύτη ποιμαντορία, ἐκεῖ ὅπου πλεονάζουσιν ἤ τά νερά τά νοσερά καί δυσώδη, ἤ αἱ βοτάναι αἱ φαρμακεραί καί νοσώδεις, ἤ αἱ φάραγγες αἱ κρημνώδεις καί δασεῖαι καί ἄγριαι, ἤ οἱ λύκοι καί τά ἄλλα θηρία τά αἱμοβόρα καί σπαρακτικά»567.
Πώς όμως θα πρέπει να ενεργεί ο επίσκοπος σ’ αυτούς που έτσι και αλλιώς δεν είναι χριστιανοί και οι οποίοι παρά τον ζήλο, τον αγώνα, τις συμβουλές ή τις επιπλήξεις, παραμένουν απειθείς και κακόφρονες; Σ’ αυτήν την περίπτωση, λέει ο άγιος Νεκτάριος, ένας Ποιμένας μπορεί να κηρύττει και να αγωνίζεται σταθερά με έμπρακτη αγάπη, με υπομονή και πραότητα μιμούμενος τον Απόστολο Παύλο. Αν όμως οι κακόδοξοι εξακολουθούν να μην υποτάσσονται, την μεν κρίση την αφήνει στο Θεό, ο ίδιος δε θα τους ανέχεται ανεξίκακα568. Σε καμιά περίπτωση πάντως ο επίσκοπος δεν θα παραμελήσει το κύριο έργο του, που είναι η εδραίωση των χριστιανών στο σώμα της Εκκλησίας, για να στραφεί αποκλειστικά εναντίον των ετεροφρόνων και ετεροδόξων, γιατί αυτό είναι έργο μιας ειδικής, οργανωμένης και συντονισμένης αποστολής όσον αφορά τις ανθρώπινες ευθύνες και δυνατότητες, κυρίως όμως είναι έργο Θεού.
Συνεχίζοντας το ποιμενικό του παράδειγμα ο άγιος προσθέτει ότι θα ήταν απολύτως μάταιο, αν προκειμένου να διαφυλάξει το ποίμνιό του «ἀμελῶντας τήν φύλαξιν καί ἐπιμέλειαν τῶν ἰδίων προβάτων, ἤθελεν ἐπιχειρισθῇ νά μεταλλάξῃ τήν ποιότητα τῆς βοσκῆς, καί τῶν λύκων τήν θηριωδίαν, καί τοῦ τόπου τήν ἀγριότητα... Ἔπειτα, ὁ προκείμενος ἡμῖν ἀγών καί τό προαπαιτούμενον παρ’ ἡμῶν ἔργον εἶναι τό νά μή ἀμελήσωμεν τήν γῆν τήν ἀρόσιμον καί γεωργημένην ὅπου εἰς χεῖρας ἔχομεν, καί τήν ἀφήσωμεν νά χερσωθῇ καί νά ἀγριεύσῃ, ἐπί προφάσει ὅτι ζητοῦμεν νά ἡμερώσωμεν τήν ἄγριον καί κεχερσωμένην· τό νά μήν παραβλέψωμεν τήν κοπήν ὅπου ἐνεπιστεύθημεν, καί τήν ἀφήσωμεν νά ἐκθηριωθῇ καί νά τραχηλιάσῃ, ὅταν ἐπιστρέφωμεν τήν σπουδήν ὅλην ἡμῶν καί τήν μέριμναν εἰς τό νά συνάξωμεν τά θηρία τοῦ δρυμοῦ εἰς τήν μάνδραν, καί εἰς τό νά ἀναγκάσωμεν νά βόσκωνται εἰς τό φῶς τά ζῶα τά νυκτινόμα»569.
Επομένως, σύμφωνα με τη διδασκαλία και την πράξη του αγίου,έργο του επισκόπου είναι εν πρώτοις η διαφύλαξη της ορθής πίστης και η διασφάλιση του ποιμνίου του και, κατά δεύτερο λόγο, προσπάθεια να κερδίσει τους αλλοθρήσκους και να επανασυναγάγει στην ποίμνη αυτούς που πλανήθηκαν στην ασέβεια ή στην αίρεση. Και ενώ για τους πρώτους, ακόμη και αν οι προσπάθειές του δεν καρποφορήσουν, θα πρέπει να είναι αμέριμνος, για εκείνους που, αν και υπήρξαν τέκνα της Εκκλησίας, στην πορεία αποστάτησαν είτε γιατί ηθελημένα εγκατέλειψαν την ορθή πίστη είτε γιατί παραπλανήθηκαν από κακοδοξίες570, θα πρέπει να νιώθει υπεύθυνος και να ενεργεί διαφορετικά. Αυτοί που προηγουμένως ήταν θρέμματα της Εκκλησίας αλλά παρασύρθηκαν από διάφορες θεωρίες571, βρίσκονται στη διοίκησή του, μέσα στα όρια της ποιμαντικής του ευθύνης, γι’ αυτό και οφείλει με κάθε τρόπο να ελέγχεικαι να επιτιμά τους πλανηθέντες, να αποστομώνει τους υποκινητές της πλάνης και να ανασυντάσσει το ποίμνιό του με διδασκαλία, με προσευχές αλλά, αν χρειαστεί, ακόμη και με δάκρυα, για να το επαναφέρει στον υπήνεμο λιμένα της πίστεως572.
Ωστόσο, συνεχίζει ο άγιος Νεκτάριος, η Εκκλησία έχει αναθέσει στον επίσκοπο το έργο να ανακρίνει με επιμέλεια και προσοχή όποιον παρεκκλίνει από την ορθή πίστη και με το δικαίωμα της εξουσίας που κατέχει ως πρόμαχος και υπερασπιστής συν Θεώ της αλήθειας, να επιβάλλει ακόμη και ποινές ή επιτίμια, πάντα με σκοπό να επαναφέρει τον πλανηθέντα στην ορθή πίστη, αποσπώντας τον οριστικά από την πλάνη. Υπάρχει όμως και η περίπτωση αυτός να μείνει αμετάπειστος και να εμμείνει στην κακοδοξία, οπότε ο επίσκοπος είναι υποχρεωμένος να λάβει μέτρα, ώστε τουλάχιστον να προστατέψει το υπόλοιπο ποίμνιό του.Αποκόπτει λοιπόν τον απείθαρχο από το σώμα της Εκκλησίας και τον αφήνει να υποστεί τις πνευματικές συνέπειες της κακοδοξίας, στην οποία αυτοπροαίρετα παραδόθηκε573.
Είναι αλήθεια, ότι η Εκκλησία, όσο επιεικής και ελεήμων είναι πάντα προς τους μετανοούντες αμαρτωλούς, τόσο αποφασιστικά κριτική, αυστηρή ακόμη και απορριπτική υπήρξε διαχρονικά προς εκείνους που αρνούνται ή παραμορφώνουν κατά οποιονδήποτε τρόπο την αποκεκαλυμμένη αλήθεια574. Σ’ αυτό το σημείο ο άγιος Νεκτάριος θίγει ένα καίριο θέμα. Ποια μέτρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Ποιμένας, ώστε να προστατεύσει τους πιστούς και να επανασυναγάγει τους αποστατήσαντες;
Κατ’ αρχάς τονίζει ότι όλη η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να συνεργαστεί με τον επίσκοπο στο έργο αυτό. Ο κάθε πιστός οφείλει μεν να είναι ζηλωτής, ταυτόχρονα όμως και διακριτικός, επιεικής και πράος. Αυτό σημαίνει ότι, όταν ακούει αλλότρια δόγματα, δεν πρέπει να αντιδρά παρορμητικά με εκνευρισμό, εριστικότητα, επιθετικότητα, εμπάθεια και προσβλητικές εκφράσεις κατά του κακοδόξου –ή ετεροδόξου– και των όποιων θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Το εντελώς αντίθετο επιβάλλεται μάλιστα, όπως τονίζει ο ιερός Πατήρ. Χαρακτηριστικά, «ἄν ἀκούσῃς τήν κακοφροσύνηνἀποστράφηθι, δεινοπάθησον, λυπήθητι, ἔμφραξον καί μέ τάς δύο χεῖρας ἀμφότερα τά ὦτα, καί εἰπέ τό τοῦ Ἀποστολικοῦ ἀνδρός Πολυκάρπου: Ὤ Θεέ μου! Εἰς τίνα με καιρόν διετήρησας! 
Ἄν ἐρωτηθῇς περί τοῦ ἰδίου φρονήματος τοῦ εὐσεβοῦς καί ἀληθινοῦ, ὁμολόγησον εὐπαρρησιάστως: Οὕτω φρονῶ καί οὕτω πιστεύω. Ἄν ἀπαιτηθῇς λόγον τόν ὁποῖον ἠξεύρεις, ἀπόδος μετά πραότητος»575.
Έτσι από τη μια ο πιστός βιώνει την οδύνη από την ίδια την ύπαρξη της ετεροδοξίας, όπως και από την προσπάθεια διάδοσής της σε αντικατάσταση της σωτηριώδους αλήθειας. 
Από την άλλη όμως αποκλείει κάθε πιθανότητα να εμπλακεί σ’ αυτήν· αντιθέτως, αν κληθεί να εκθέσει την πίστη του, τότε χωρίς την παραμικρή εμπάθεια σπεύδει προς ομολογία της αλήθειας. Είναι ωστόσο σημαντικό να μην επιδιώκει ο ίδιος τέτοιες δογματικές συζητήσεις, οι οποίες μόνο φιλονικίες και διαπληκτισμούς επιφέρουν. Αν κατά τύχη εμπλακεί σε έναν τέτοιο διάλογο θα πρέπει να διαλεχθεί με τρόπο ατάραχο, νηφάλιο και ειρηνικό. 
Έτσι και πιο συγκροτημένη θα είναι η σκέψη και τα επιχειρήματά του και ακριβέστερα θα εκθέσει την πίστη. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η πραότητα του χαρακτήρα του δεν θα παροξύνει τον αντίπαλό του, ο οποίος θα τον ακούσει με ευμενέστερη διάθεση και ίσως δώσει την ευκαιρία στον καθαρό λόγο να φτάσει στα κατάβαθα της καρδιάς και της σκέψης του. 
Τα θεϊκά πράγματα, λέει ο άγιος Νεκτάριος, πρέπει να γίνονται και με τον ανάλογο τρόπο576. Υποστηρίζει ότι δεν είναι πρέπον να επιδίδεται ο πιστός σε τέτοιες λογομαχίες, και μάλιστα με διάθεση επιθετική, χωρίς απολύτως σοβαρό λόγο και χωρίς να ελπίζει ότι θα προσφέρει έστω και μικρή ωφέλεια στον ακροατή του. Θα το κάνει μόνο εφόσον χρειαστεί να κατασιγάσει τα ψεύδος και να εκθέσει την αλήθεια, όχι για να ελέγξει, αλλά για να φωτίσει, όχι για να δικαιωθεί, αλλά για να κερδίσει τον συνομιλητή του και να τον επαναφέρει στην οδό της σωτηρίας577.
Παρ’ όλα αυτά δεν διστάζει ο άγιος Νεκτάριος να συστήσει στους πιστούς, επικαλούμενος το παράδειγμα του ευαγγελιστή Ιωάννη –που βγήκε από το «βαλανεῖον», όταν πληροφορήθηκε ότι βρισκόταν μέσα και ο γνωστικός Κήρινθος (PG 7, 853 A) και τις προτροπές του Αποστόλου Παύλου να αποφεύγουν οι χριστιανοί την κοινωνία με τους παρήκοους της αληθινής πίστης (Β΄ Κορινθ. 6,14 κ.ε.) και να μη συναναστρέφονται με τους κακοδόξους, γιατί «ἡ συναναστροφή καί ἡ συνανατροφή εἶναι καθ’ ἑαυτά ἀδιάφορα, ἀλλ’ ἐκ τούτων κατά μικρόν ἐνδέχεται νά γεννηθῇ ἡ διαστροφή καί ἡ καταστροφή»578.
Εντυπωσιακή είναι η διάκριση που εφαρμόζει ο άγιος για την κάθε περίπτωση. 
Ως προς τους ετερόφρονες συνιστά στους πιστούς να κλείνουν ερμητικά τα αυτιά στην απιστία και την κακοδοξία τους και να μην ανέχονται από αυτούς ούτε τον παραμικρότερο επηρεασμό σε ζητήματα ευσέβειας. Αυτό όμως αφορά μόνο τα πνευματικά ζητήματα, γιατί σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οι ετερόφρονες είναι απολύτως αποδεκτοί, αξιοσέβαστοι και αγαπητοί και η εν πνεύματι ελευθερίας συμβίωση και συναναστροφή μαζί τους επιτρεπτή και απαραίτητη μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας μιας πολιτισμένης και ειρηνικής κοινωνίας579.
Είναι συγκλονιστικές οι διαδοχικές προτροπές του αγίου, όταν διακρίνει την απιστία από τον άπιστο: «Ἀποτρέπου τήν ἀπιστίαν καί τήν αἵρεσιν καί τό σχίσμα, ὄχι τόν ἄπιστον καί τόν αἱρετικόν καί τόν σχίστην, ὄχι τόν ἄνθρωπον. Ἀποστρέφου τήν γνώμην, ὄχι τήν φύσιν· δι’ ἐκείνην εἶναι ἀλλότριος καί διάφορος, εἶναι ἀποστροφῆς καί μίσους ὑπόδικος· διά ταύτην εἶναι οἰκεῖος καί πλησίον, εἶναι ἐλέους καί συμπαθείας, πολλάκις δέ καί κηδεμονίας καί περιθάλψεως ἄξιος»580
Γι’ αυτόν όμως που νοσεί από την κακοδοξία και έχει έργω αποκοπεί από το σώμα της Εκκλησίας, αυτόν που γίνεται υποκινητής ερίδων και όχι μόνο καταφρονεί τις θείες αλήθειες της αλλά ούτε και δέχεται τις ιαματικές παραινέσεις των αδελφών, αυτόν που καταφρονεί ακόμη και τα επιτίμια μένοντας αμετανόητος στην πλάνη του581 και αθεράπευτος παρά τις προσπάθειες της Εκκλησίας, αυτόν οι πιστοί τοναποστρέφονται και διακόπτουν κάθε επαφή και συναναστροφή μαζί του582. Κατ’ αυτό τον τρόπο αφενός δεν του παρέχεται πλέον η ευχέρεια να διαστρέφει τις ψυχές των αγαθών και αφετέρου, καθώς η αποδοκιμασία της Εκκλησίας λειτουργεί ως ποινή, του προσφέρεται η ευκαιρία να ανανήψει και να επιστρέψει στην Εκκλησία583. Αυτά όμως είναι τα έσχατα μέτρα που θα εφαρμόσει η Εκκλησία, το κύριο έργο της οποίας είναι να δέεται ακατάπαυστα και επίμονα γι’ αυτούς που έχει σαλευτεί η πίστη τους, προκειμένου να ξαναζήσουν μέσα στην αλήθειά της584.
Επανειλημμένα το επισημαίνει ο άγιος Νεκτάριος, ότι τα μέτρα που θα λάβει η Εκκλησία πρέπει να εμφορούνται από πνεύμαανεξικακίας και αγάπης, διότι ο σκοπός της δεν είναι η εξόντωση των αμαρτανόντων αλλά η σωτηρία τους585. Μέτρα πολεμικού χαρακτήρα αποκλείεται να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και συνήθως προκαλούν αντιδράσεις. Γι’ αυτό και σχετικά με την επιστροφή των πλανημένων αισθάνεται την ανάγκη να το τονίσει ο άγιος, όσο αυτονόητο και αν το θεωρεί, ότι η Εκκλησία έχει στη διάθεσή της δύο μέσα για να γίνεται πειστική, τα λογικά επιχειρήματα και τη σύμφωνη με το Ευαγγέλιο στάση ζωής586. Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στον επίσκοπο, ο οποίος είναι ο κατ’ εξοχήν προστάτης των πιστών, υπέρμαχος και πρόμαχος της πίστης, που σαν φιλότιμος γιατρός δεν επιθυμεί ούτε επιδιώκει τίποτα άλλο, παρά τη θεραπεία του ασθενούς, γι’ αυτό χάριν στην εμπειρία του χρησιμοποιεί κάθε φορά τα κατάλληλα φάρμακα με γνώμονα το ιπποκρατικό αξίωμα «ἤ ὠφελέειν, ἤ μή βλάπτειν».
Πώς ενεργεί λοιπόν ένας γιατρός; Αν μπορεί να χρησιμοποιήσει ήπια και ανώδυνα φάρμακα, τότε καλώς. Αν αυτά δεν έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα, τότε θα χρησιμοποιήσει πιο δραστικά μέσα, τα οποία, αν και οδυνηρά ίσως, θα αποβούν θεραπευτικά και σε καμιά περίπτωση επιζήμια587. Αν και αυτά πάλι δεν επαρκούν, διότι η πάθηση του ασθενούς είναι ανίατη και κανένα φάρμακο δεν μπορεί να τον βοηθήσει, τότε οφείλει να αφήσει στην ησυχία του τον ασθενή και να φροντίσει, αν είναι και μεταδοτική η ασθένεια, να απομακρύνει τον ασθενή από τους υγιείς, για να μη μολυνθούν και αυτοί588.
Με μεγάλη ευαισθησία ο άγιος αντλώντας από τη δική του εμπειρία εξηγεί στη συνέχεια ποια είναι τα φάρμακα, με τα οποία ο καλός γιατρός θα θεραπεύσει τα νοσήματα της θρησκείας: «Ἰατρικά πρός τόν ἀσθενοῦντα τῇ πίστει ἥμερα καί ἀνώδυνα, ἡ ἀπαθής καί εἰρηνική τῆς ἐκείνου κακοδοξίας ἔκθεσις, ὁ ἁπλοῦς καί ἀκέραιος λόγος τῆς τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων διδασκαλίας, ἡ μετά ἀγάπης παραίνεσις, ἡ μετά πραότητος συμβουλή, ἡ μετά ἐλέους ὑποθήκη, τά ἀπό καρδίας ἐκχεόμενα ὑπέρ αὐτοῦ δάκρυα»589.
Όταν ο κακοδοξών δεν έχει προλάβει να αλλοτριωθεί, αυτά τα μέσα είναι αρκετά, για να τον συνεφέρουν και να τον επανεντάξουν στο σώμα της Εκκλησίας. 
Αν όχι, τότε θα χρησιμοποιήσει τα επόμενα και αυστηρότερα των άλλων· «ὅταν οὐδ’ ἐκεῖνα δέν ὠφελοῦσιν, οὐδέ ταῦτα δέν ἐνεργοῦν, ὑπόλοιπον μένει ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ σκληροτραχήλου, καί ἡ ἀπόγνωσις· καί τελευταῖον ἡ ἀπ’ αὐτοῦ ἀποτροπή καί ἀποχώρησις ὡς ἀπό μιαροῦ καί βεβήλου καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τοῦ Ἐκκλησίας σώματος, ὡς μέλους ἤδη νενεκρωμένου καί σεσηπότος, διά νά μή φθάσῃ νά μεταδώσῃ τῆς λύμης καί τῆς παραφθορᾶς, καί εἰς τά λοιπά μέλη τά ὑγιαίνοντα»590.
Αυτό το μέτρο δεν δείχνει εκδικητική διάθεση και μίσος, αφού οπωσδήποτε οι ενέργειες της Εκκλησίας είναι απαλλαγμένες από εμπάθεια ή κακία. Η μακροθυμία και η φιλάνθρωπη διάθεση είναι συνυφασμένες με την αγαπητική παραίνεση και τη διόρθωση591. 
Όπως πολλές φορές τονίστηκε, η αποκοπή από την εκκλησιαστική κοινωνία δηλώνει την ποιμαντική μέριμνα της Εκκλησίας για τους απειθούντες, με σκοπό την πνευματική τους αφύπνιση, τη μετάνοια και τη σωτηρία τους, η οποία δεν είναι δυνατή παρά μόνο στην αυθεντική κοινωνία του ενός σώματος του Χριστού, όπου ενδημεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος592. Είναι αξίωμα για τον Ποιμενάρχη ότι ένας επίσκοπος, ο οποίος έλαβε την εντολή να διδάσκει την αγάπη, είναι ασυμβίβαστος με το μίσος. Αγάπη και μίσος δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν, πόσο μάλιστα στο πρόσωπο ενός επισκόπου593.
Αν ο ίδιος ο άγιος δεν είχε βιώσει ως τα κατάβαθα της ύπαρξής του την αγάπη για τους μαθητές του, για τους πιστούς που τον εμπιστεύονταν, για το εκκλησίασμα που τον άκουγε, για την ανώτερή του εκκλησιαστική και πολιτική αρχή, όσο και αν οι επίσημες αρχές τον περιφρόνησαν, αν δεν είχε την εμπειρία της αληθινής αγάπης, δεν θα μπορούσε να μιλήσει με τόσο θαυμάσιο τρόπο για την αγάπη, που είναι αδιανόητο να μη διαθέτει ένας ορθόδοξος ποιμενάρχης. Όποιο μέσο και αν μεταχειριστεί ο επίσκοπος, είτε ευχές, ευλογίες, επαίνους, μακαρισμούς, πλουτισμόν χάριτος ή ελέγχους, επιτιμήσεις, κανόνες, αφορισμούς ακόμη και παντελή ακοινωνησία, ο σκοπός του είναι ο ίδιος: η επιστροφή των ασεβών, η διόρθωση των διεστραμμένων αλλά και η παιδαγωγική τιμωρία των απειθών και σκληροτράχηλων. Είναι αδιανόητο η αγάπη του επισκόπου να μη φτάνει ως τους ετερόδοξους.
Η αλλότρια πίστη τους δεν μπορεί να αποκλείσει ή να μειώσει την αγάπη και προς αυτούς. Πρότυπο είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος από αγάπη για τους σταυρωτές του Χριστού ευχόταν να είναι ο ίδιος ανάθεμα, αν αυτοί έτσι σωθούν. Κατά παρόμοιο τρόπο, επιμένει ο ιερός Πατήρ, ο επίσκοπος δεν χάνει ποτέ την αγάπη του για όσους απομακρύνθηκαν από το ποίμνιό του, γιατί μόνο με το φως και τη ζεστασιά της αγάπης υπάρχει ελπίδα να ανακτήσει ο πεπλανημένος τον εσωτερικό του έλεγχο και να απορρίψει την κακοδοξία του. 
Η διαφορά της πίστεως δεν πρέπει να επηρεάζει αρνητικά τα αισθήματα ενός καλού ποιμενάρχη για τους ανθρώπους, για τη σωτηρία των οποίων φέρει την ευθύνη. Είναι πολύ δυνατή και πολύ περιεκτική η φράση του αγίου Νεκταρίου: «Τά τῆς πίστεως ζητήματα οὐδ’ ὅλως δέον ἐστί νά μειῶσι τό τῆς ἀγάπης συναίσθημα»594.
Γι’ αυτό πάντα η τακτική της Εκκλησίας είναι να μην προσφεύγει άμεσα σε ποινές αλλά να αφήνει πάντα περιθώρια επιστροφής. Αρχικά δια των Συνόδων αποσαφηνίζει την αλήθεια και καταδικάζει τις αιρέσεις καλώντας τους αιρετικούς να επιστρέψουν, αφού πρώτα αποπτύσουν την κακοφροσύνη τους και επιδείξουν δια της ομολογίας τους γνήσια και ειλικρινή μεταμέλεια. Μάλιστα υπάρχει ακόμη και το ενδεχόμενο να αποκατασταθούν στους βαθμούς που είχαν πρώτα.
Αλλά και αν αυτοί εξακολουθούσαν να εμμένουν στην κακοδοξία, «τούς ἔδιδε καιρόν πολλάκις μετανοίας καί ἀνανήψεως· τραχηλιῶντας δέ καί ἀμεταθέντως[sic] ἔχοντας,τούς ἀνεθεμάτιζεν εἰς τέλος, καί τῆς τῶν πιστῶν κοινωνίας καθάπαξ τούς ἀπέκοπτεν. 
Ἀπηγόρευε δέ καί εἰς τούς ὀρθοδόξους λαούς, ὅσον ἠδύνατο, τήν μετ’ αὐτῶν συνάφειαν καί συνδιατριβήν «μή λάθωσιν» (ὡς ὁ Κυρήνης σοφός ἐπίσκοπος Συνέσιος ἔγραφε τοῖς ὑπ’ αὐτόν πρεσβυτέροις περί τῶν ἐκ τῆς Εὐνομίου ἀθεωτάτης αἱρέσεως»595.
Αυτά είναι τα μόνα όπλα που έχει η Εκκλησία στα χέρια της. Η Εκκλησία καταδίκασε τους αιτίους των αιρέσεων, όταν οι παρακλήσεις της για επιστροφή τους απέβησαν μάταιες. Σκοπός της ήταν να διαφυλάξει τη συνοχή του σώματός της596. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέει ο άγιος Νεκτάριος, ότι στα Δίπτυχα γινόταν η σύσταση να δοξάζονται από την Εκκλησία οι Άγιοι ως Άγιοι, να μακαρίζονται οι Ορθόδοξοι ως Ορθόδοξοι, να μνημονεύονται οι εν πίστει τελειωθέντες, των οποίων ο Κύριος γνωρίζει τα ονόματα, αλλά να καταδικάζονται οι αιρεσιάρχες και οι αποστάτες ως καθηρημένοι και ακοινώνητοι597.
Στο έργο της Εκκλησίας, προσθέτει ο άγιος Νεκτάριος, η οποία τελικά μόνο συμβουλές και κατευθύνσεις μπορεί να δίνει, χωρίς να είναι σε θέση και να υποχρεώσει τους θρασείς και κοσμικούς ανθρώπους που δεν πείθονται, να συμμορφωθούν με αυτές, έρχονται να συμπαρασταθούν με τη δύναμη και την εξουσία τους οι βασιλείς και οι ηγεμόνες με τα διατάγματά τους ή τις εξορίες των αιρετικών σε μακρινούς τόπους, ώστε να μην μπορούν αυτοί στο εξής να αλλοιώσουν την πίστη των χριστιανών598.
Αναφέρεται μάλιστα ο ιερός Πατήρ στη μαρτυρία του Ευσεβίου Καισαρείας, σύμφωνα με την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος πολλές φορές λυπόταν τους κακοδόξους και τους θεωρούσε ανόητους, γι’ αυτό και πίστευε ότι ήταν παρανοϊκό να τιμωρούνται αυτοί με σωματικές ποινές, ωστόσο καταδίωξε με κάθε τρόπο τα υλικά και τα μέσα που παρέσυραν στην ειδωλολατρία.
Σ’ αυτό το σημείο ο άγιος διατυπώνει την κοινή εκκλησιαστική θέση, ότι εκείνο το οποίο διώκεται είναι η αιτία της κακοδοξίας, είτε πρόκειται για αίρεση είτε για άλλη θρησκεία, και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, για να εξυπηρετηθεί η πλάνη· τους θιασώτες όμως των κακοδόξων θεωριών η Εκκλησία προσπαθεί να τους πλησιάσει με πνεύμα πραότητας και συμπόνιας, γιατί ως άνθρωποι που πλανήθηκαν δικαιούνται και αυτοί να βοηθηθούν, ώστε να επανακτήσουν τον «πολύτιμον μαργαρίτην» της ορθής πίστης. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ο επίσκοπος τους αντιμετωπίζει πατρικά και ο Αυτοκράτορας λαμβάνει τα μέτρα που πρέπει για να εξουδετερώσει τις εστίες της κακοδοξίας και να προστατέψει τον λαό του. 
Αυτό είναι το έργο κάθε ορθοδόξου και ευσεβούς άρχοντα, όπως όλοι ομολογούν, λέει ο άγιος Νεκτάριος599.

Υποσημειώσεις
540 Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος ενοχλήθηκε μεν από τον σάλο που προκλήθηκε στην αυτοκρατορία του, όμως αρχικά δεν έδωσε την πρέπουσα προσοχή και αρκέστηκε σε παραινέσεις, προς στιγμήν μάλιστα έδειξε να επηρεάζεται από τον Ευσέβιο τον Παμφίλου, που ήταν ο προσωπικός του εγκωμιαστής και φίλος του Αρείου. Αλλά όταν είδε ότι οι ταραχές εντείνονταν και ότι η συζήτηση, στην οποία προσκάλεσε τον Άρειο, μάλλον επιδείνωσε παρά βελτίωσε την κατάσταση, τότε συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο, προκειμένου να επαναφέρει την ειρήνη στην Εκκλησία· βλ. Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 81-82.
541 Εκτός από τον τρόπο της αντιμετώπισης της αίρεσης του Αρείου, που αναλύεται στη συνέχεια, παρεμφερής είναι και η περίπτωση του Νεστορίου κ.ά.
542 Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 79.
543 Στο ίδιο, ό.π.
544 Στο ίδιο, ό.π.
545 Στο ίδιο, ό.π., σ. 78.
546 Στο ίδιο, ό.π., σ. 80.
547 Στο ίδιο, ό.π.
548 Στο ίδιο, ό.π.
549 Στο ίδιο, ό.π., σ. 81
550 Στο ίδιο, ό.π., σ. 94.
551 Στο ίδιο, ό.π., σ. 116.
552 Στο ίδιο, ό.π., σ. 82.
553 Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 129.
554 Στο ίδιο, ό.π., σ. 145.
555 Γράφει ο άγιος Νεκτάριος (Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 93): «ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει ἀμετάθετον τήν ἀπόφασιν νά ὑποστηρίξῃ μέχρις ἐσχάτων τά ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου θεσπισθέντα καί διά τῆς βασιλικῆς αὐτοῦ χειρός ἐπικυρωθέντα, ἐκδούς συγχρόνως καί ἴδιον κατά τῶν ἀντιδοξούντων Βασιλικό διάταγμα». Σημειώνει επίσης (Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 156): «Ἡ πρώτη φροντίς τοῦ Ζήνωνος ἦτο νά ὑποστηρίξῃ τά ὑπό τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων θεσπισθέντα».
556 Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 156 και 172.
557 Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 92.
558 Στο ίδιο, ό.π., σ. 82.
559 Στο ίδιο, ό.π., σ. 83.
560 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 25.
561 Στο ίδιο, ό.π., σ. 192.
562 Ἱερατικόν ἐγκόλπιον, ἤτοι Α΄ Περί ἱερωσύνης, Β΄ Περί τοῦ πρωτείου ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ, Γ΄ Περί τῆς ἰσότητος ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ, Αθήνα 1907, σ. 58.
563 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 129.
564 Στο ίδιο, ό.π., σ. 140.
565 Στο ίδιο, ό.π., σ. 192. Βλ. επίσης στο Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 24. 566 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 22.
567 Στο ίδιο, ό.π.
568 Στο ίδιο, ό.π., σ. 26.
569 Στο ίδιο, ό.π., σ. 23-24.
570 Στο ίδιο, ό.π., σ. 25.
571 Στο ίδιο, ό.π., σ. 26.
572 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 193.
573 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 26.
574 Αρχιμ. Ι. Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, ό.π., σ. 118.
575 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 13.
576 Στο ίδιο, ό.π., σ. 14. 577 Στο ίδιο, ό.π., σ. 16-17.
578 Στο ίδιο, ό.π., σ. 19. 579 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 21.
580 Στο ίδιο, ό.π., σ. 22. 581 Στο ίδιο, ό.π., σ. 17.
582 Στο ίδιο, ό.π., σ. 18.
583 Στο ίδιο, ό.π.
584 Στο ίδιο, ό.π., σ. 16.
585 Στο ίδιο, ό.π., σ. 14.
586 Στο ίδιο, ό.π., σ. 24.
587 Στο ίδιο, ό.π., σ. 11.
588 Στο ίδιο, ό.π., σ. 12.
589 Στο ίδιο, ό.π.
590 Στο ίδιο, ό.π. Αυτή την αρχή έκανε πράξη ο άγιος με τους Διαμαρτυρόμενους της εποχής του, τους οποίους εκτός από αμετανόητους θεωρούσε και επικίνδυνους για το ποίμνιό του. Στην εισαγωγή του πονήματός του Περί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως (σ. 7), αφού εντοπίζει τα σημεία στα οποία οι Διαμαρτυρόμενοι ολισθαίνουν από την ορθή πίστη, εξηγεί γιατί προβαίνει στη συγγραφή αυτή: «Τά φρονήματα αὐτῶν ταῦτα, ἐάν ἐτήρουν δι’ ἑαυτούς καί δέν ἐπεχείρουν νά ποιήσωσι κοινωνούς αὐτῶν ἀνθρώπους ἀδαεῖς, πιστά τέκνα τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς στρατευομένης ἐν Γῇ, καί νά ἑλκύσωσιν εἰς τήν ἑαυτῶν πλάνην, θά κατελείπομεν αὐτούς ὡς ἀνιάτως πάσχοντας καί ἀνεπιδέκτους θεραπείας, διότι οὐδεμία ὀρθή διδασκαλία ἴσχυσε, ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτούς τῆς πλάνης, καί οὐδέν περί αὐτῶν θά ἐλέγομεν. Ἀλλ’ ἐπειδή περιέρχονται γῆν καί θάλασσαν ὅπως ποιήσωσιν ἕνα προσήλυτον καί πολλούς εἰς τήν ἑαυτῶν πλάνην σύρουσι, διά τοῦτο ἀνελάβομεν ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτούς ἀνασκευάζοντες ἅπαντα τά ἐπιχειρήματα αὐτῶν, ἐλέγχοντας τάς πλάνας αὐτῶν καί ὑποστηρίζοντες τάς προσβαλλομένας ἀληθείας δι’ ἱστορικῶν μαρτυριῶν και λογικῶν ἐπιχειρημάτων».
591 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 12. Ένα μικρό παράδειγμα που εκφράζει τη σωστή στάση ενός επισκόπου είναι η φράση που χρησιμοποιεί ο άγιος Νεκτάριος, όταν αναφέρεται στα γεγονότα με τον Ευτυχή, για τον οποίο ο Φλαβιανός στέλνει δύο επιστολές στον Λέοντα Ρώμης, όπου «μετά ψυχικοῦ ἄλγους ἱστορεῖ τήν ἀποπλάνησιν ἑνός μέλους τῆς Ἐκκλησίας καί τά τῆς αἱρέσεώς του», Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 132.
592 Δαμασκηνός Αλεξ. Παπανδρέου, Μητροπολίτης Ελβετίας, Ορθοδοξία και κόσμος, ό.π., σ. 358. 593 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 211.
594 Στο ίδιο, ό.π.
595 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 39.
596 Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Θεολογία, ό.π., σ. 106.
597 Μελέτη περί τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, σ. 140.
598 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 39.
599 Στο ίδιο, ό.π., σ. 66.

Ο Θεός μας περιβάλλει, όπου και αν είμαστε

Αγαπητικά μας αναζητεί, μας καλεί κοντά Του, μακροθυμεί, αναμένει.

Για εμάς τους Χριστιανούς το κεντρικό σημείο του σύμπαντος και η ύψιστη έννοια της ιστορίας ολόκληρου του κόσμου είναι ο ερχομός του Ιησού Χριστού. Ήρθε με άκρα πραότητα, φτωχότερος των φτωχών «μη έχων πού την κεφαλήν κλίναι». Δεν είχε καμιά αυθεντία, ούτε στην πολιτεία, ούτε στη Συναγωγή, από αποκάλυψη εκ των άνω. 
Δεν πολέμησε τους αντιπάλους του.
Και απομένει σ’ εμάς να τον αναγνωρίσουμε σαν Παντοκράτορα ακριβώς γιατί «εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. 2,7), αφού υπέστη τελικά μαρτυρικό θάνατο…
(...) Η αγάπη του Χριστού αγκαλιάζει όλο τον κόσμο σε όλες τις διαστάσεις του, μέσα στον χώρο και τον χρόνο του, δηλαδή στους αιώνες που πέρασαν και σε αυτούς που ακόμη έρχονται.
Για την αγάπη αυτή είναι απόλυτα αναγκαίο να νικήσουμε την υπερηφάνεια που μας «εμποδίζει να αγαπάμε». Και όταν ταπεινωνόμαστε, καταδικάζοντας τον εαυτό μας και μόνο τον εαυτό μας, τότε δεν υπάρχει σε μας αμαρτία, και με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στο Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει μέσα μας. 
Και αν αυτό το Άγιο Πνεύμα έρθει στην ψυχή, τότε η νίκη επάνω στον θάνατο γίνεται οφθαλμοφανέστερη από την υλική πραγματικότητα του φθαρτού αυτού κόσμου… 
Αν όλοι οι άνθρωποι δεν φθάσουν στο καθ’ ομοίωσιν, δεν πρέπει να αναμένουμε ριζική διόρθωση της ζωής πάνω στη γη… καλύτερα να πάσχουμε για το αγαθό και να ειρηνεύουμε στο πνεύμα μας, παρά να θριαμβεύουμε πρόσκαιρα εκβιάζοντας τον πλησίον μας σαν τα θηρία που απομυζούν το αίμα των αδελφών. 
(...) Ο καθένας από μας είναι ελεύθερος να συμφωνήσει με τον Θεό, να ενωθεί μαζί Του με την αγάπη, ή βεβαίως να Τον απορρίψει και αφελώς να στραφεί σε αναζητήσεις άλλης ζωής: «Αφελώς», διότι έξω από τη Θεϊκή Αρχή δεν υπάρχει ζωή. Συνεπώς, στην ελευθερία του ανθρώπου έγκειται η τραγικότητα όλης της ιστορίας του κόσμου. 
Και ο Θεός αναμφίβολα προείδε την Τραγωδία αυτή, τη μελέτησε μέσα στην Αιωνιότητά Του…
Ο Θεός, «ο πανταχού Ών και τα πάντα πληρών» μας περιβάλλει, όπου και αν είμαστε. Αγαπητικά μας αναζητεί, μας καλεί κοντά Του, μακροθυμεί, αναμένει …
Ουδέποτε εκβιάζει την ελευθερία μας· μας τιμά σαν να είμαστε ίσοι με Αυτόν. 
Σε κάθε περίπτωση συμπεριφέρεται μαζί μας ως με ίσους Του, και τίποτε άλλο δεν περιμένει από μας, παρά μόνο να μας δει σε όλα όμοιους με Αυτόν … 
Εγώ έτσι εννοώ την αποκάλυψη εν Χριστώ, ο Οποίος και ως Άνθρωπος κάθισε στα δεξιά του Πατρός. 

Γ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ


Γέροντα, γιατί δεν γεμίζω από την προσευχήενώ φροντίζω να είμαι συνεπής στα πνευματικά μου καθήκοντα;

– Έ, πώς να γεμίσης;
Έτσι θα γεμίσης; Θέλει γύρισμα το κουμπί αλλού. 
Εξέτασε να δής πόσο δουλεύεις στην πνευματική ζωή με την λογική και πόσο με την καρδιά· πόσο κινείσαι από την ευρωπαϊκή συνέπεια και πόσο από το ορθόδοξο φιλότιμο. 
Αυτό που λέμε «συνέπεια», μερικές φορές είναι εγωισμός και μας κλέβει. 
Να φανώ συνεπής, για να δείξω στους άλλους ότι είμαι σε όλα εντάξει. 
Τότε όμως η ζωή μου γίνεται μια μεγάλη αταξία πνευματική. Να κινήσαι παντού με φιλότιμο, γιατί σ᾿ αυτήν την συχνότητα κινούνται ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι…
Χωρίς φιλότιμο δεν έρχεται η θεία χάρη!

 Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου

"Ναι-ναι πόλεμος-πόλεμος..!" Και δώστου αρχινά η μάχη...

Να σε πω για τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη τι έπαθεν μια φοράν; 

Τα πρώτα χρόνια που τον γνωρίσαμε αγωνιζόταν με πολύν ζήλον στην προσευχήν. Μιαν βραδυά έπεσε στο κρεβάτι να ξεκουραστεί λίγο και μετά να σηκωθεί για αγρυπνία...

Οι δαίμονες πολύν φθόνον είχαν μαζί του. Η προσευχή του παπά-Εφραίμ ήταν φωτιά. 

'Ερχονται λοιπόν ένας ολόκληρος λεγεώνας έξω από το κελλί του και αρχίζουν φωνές. Ξυπνά το καλογέρι φοβισμένο. Βάζει αυτί, κατάλαβε, δαίμονες είναι... 

'Ολοι μαζί μια φωνή: "Πόλεμος-πόλεμος..." 

Ενόμισαν ότι θα τρομάξει κι αυτός σαν κι εσένα... (...)

'Ομως τι κάμνει το καλογέρι; 

Σηκώνεται από το κρεβάτι σαν αστραπή. 

Αρπάζει το τρακοσάρι (κομποσκοίνι) και τους απαντά και αυτός δυνατά με θάρρος: 

"Ναι-ναι πόλεμος-πόλεμος..!" 
Και δώστου αρχινά η μάχη... 

"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με..." 
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με..."

'Εβγαλε τέτοια αγρυπνία που τη θυμόταν για χρόνια . 

'Ελεγε μετά αυτός ευχαριστώ στους δαίμονες που τον ξυπνήσανε. 

Ακούς πως αγωνίζονται; 


Ο Γέροντας Αρσένιος ο Σπηλαιώτης, για τον παπα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη 
(Από Το Βιβλίο Του Π. Ιωσήφ Διονυσιάτου, 
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ)

Εἴμαστε ἔνοικοι σέ προσωρινές καλύβες!

Σώσόν με από πηλού, ίνα μη εμπαγώ» (Ψαλ. 68,15)

Αδελφοί, οι ψυχές μας είναι ντυμένες με πηλό· και τα πήλινα, χοϊκά. σώματά μας έχουν δοθεί για την υπηρεσία της ψυχής μας.
Είθε οι ψυχές μας να μη βουλιάξουν μέσα στο χώμα! 
Είθε οι ψυχές μας να μη σκλαβωθούν στο πήλινο σαρκίο! 
Είθε η ζωντανή φλόγα να μη σβηστεί μέσα στο χοϊκό τάφο!

Είναι απέραντη και αχανής η χοϊκή γη που μας έλκει προς τον εαυτό της, αλλά απείρως πλατύτερο είναι το απροσμέτρητο βασίλειο του Πνεύματος που καλεί την ψυχή μας, ως δικιά του.
Πράγματι συνδεόμαστε με τη γη με το χοϊκό σώμα, αλλά συνδεόμαστε και με τον ουρανό με την ψυχή. Είμαστε ένοικοι σε προσωρινές καλύβες, είμαστε στρατιώτες που καταλύσαμε σε προσωρινές σκηνές.
Ω Κύριε, «σώσόν με από πηλού ίνα μη εμπαγώ». 
Έτσι προσευχόταν ο μετανοημένος βασιλιάς Δαβίδ που είχε αρχικώς παραδοθεί στον πηλό, στο χώμα· μέχρι που είδε πως το πήλινο σαρκίο μας έλκει μέσα στην άβυσσο της καταστροφής. Πηλός είναι το σώμα του ανθρώπου, με όλες τις φαντασιώσεις του· πηλός είναι επίσης όλοι οι πονηροί άνθρωποι που πολεμούν τους δικαίους· πηλός είναι οι δαίμονες με τον τρόμο που σκορπούν.
Είθε ο Κύριος να μας σώσει απ’ όλη αυτή τη χοϊκότητα, διότι Εκείνος μόνον είναι ικανός να το κάνει. Θα έπρεπε να αγωνιζόμαστε πρώτα απ’ όλα για να δούμε τον εχθρό μέσα μας· τον εχθρό ο οποίος προσελκύει τους άλλους εχθρούς.
Η μεγαλύτερη τραγωδία του αμαρτωλού είναι ότι ασυνείδητα και χωρίς να το θέλει είναι σύμμαχος των ίδιων των εχθρών του!
Απεναντίας, ο δίκαιος άνθρωπος έχει ριζωμένη στον Θεό και στη βασιλεία του Θεού τη δύναμη της ψυχής του και γι’ αυτό δεν φοβάται. 
Δεν φοβάται τον εαυτό του κι επομένως δεν φοβάται και τους άλλους εχθρούς του.
Δεν φοβάται, διότι δεν είναι σύμμαχος ούτε συνεργός των εχθρών της ψυχής του. 
Κατά συνέπεια, ούτε άνθρωποι ούτε δαίμονες μπορούν να τον βλάψουν. Ο Θεός είναι σύμμαχός του και οι άγγελοι του Θεού είναι προστάτες του. Τί μπορεί τότε να του κάνει ένας άνθρωπος; Τί μπορούν να του κάνουν οι δαίμονες; Τί μπορεί να του κάνει ο πηλός;
Ω Κύριε και Θεέ, Τριάς Ομοούσιε, Συ ο Δημιουργός που ενεφύσησες ζώσες ψυχές στα πήλινα σώματά μας, σώσε μας κατά το μέγα Σου έλεος!

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος», Έκδοσις Άθως

Άγιος Λουκάς ο ιατρός: "Συχνά ρωτούν οι άνθρωποι γιατί ο Θεός τους στέλνει θλίψεις και σοβαρές δοκιμασίες!!!"

Συχνά ρωτούν οι άνθρωποι γιατί, για ποιο λόγο, ο Κύριος ο Θεός τούς στέλνει θλίψεις και πολλές φορές και πολύ σοβαρές δοκιμασίες; Είναι πολύ σημαντικό για τον κάθε χριστιανό να καταλάβει ότι οι θλίψεις μας αποστέλλονται κατά το θέλημα του Θεού, το πάντοτε αγαθό και σωτήριο.

Τις περισσότερες φορές μάλιστα στέλνονται όχι σαν τιμωρία για τις αμαρτίες μας, αλλά για να επαναπροσδιορίσουμε τις οδούς μας και τις καρδιές μας ή σαν απάντηση στα αιτήματα που απευθύνουμε στον Θεό.

Οι άνθρωποι πολλές φορές περιμένουν από τον Θεό να πραγματοποιήσει αυτά που ζητούν στις προσευχές τους με έναν τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ο καλύτερος.

Ο Θεός όμως συχνά απαντά στις δεήσεις τους με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι μ’ αυτόν που θα ήθελαν ή θα φαντάζονταν.
Αν ζητάνε, για παράδειγμα, να τους χαρίσει ο Θεός ταπείνωση, φαντάζονται ότι σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα η ταπείνωση υπό την ευεργετική επίδραση του Θεού θα μεγαλώνει στις καρδιές τους.

Ο Κύριος όμως συχνά το κάνει με έναν διαφορετικό τρόπο: τους στέλνει ένα απροσδόκητο σκληρό χτύπημα, το οποίο πληγώνει την υπερηφάνεια και τον εγωισμό τους και τους ταπεινώνει.

Συχνά ο Θεός μάς στέλνει κάποια ασθένεια και εμείς παραπονιόμαστε και καθόλου δεν σκεφτόμαστε ότι τις περισσότερες φορές αυτή είναι μια μεγάλη ευεργεσία του Θεού, είναι ίσως η απάντηση του Θεού στις προσευχές μας, με τις οποίες τον παρακαλούμε να δυναμώσει την πίστη μας.

Δεν γνωρίζετε ότι πολλές φορές ο Κύριος μάς στέλνει φοβερές σωματικές ασθένειες και πληγώνει το σώμα μας για να μας δυναμώσει πνευματικά;

Αυτό έγινε και με τον όσιο Ποιμένα τον πολύαθλο, ο οποίος ασκήτευε στη μονή των Σπηλαίων και όλη την ζωή του βρισκόταν στο κρεβάτι του πόνου υποφέροντας από μία αθεράπευτη ασθένεια και μ’ αυτό τον τρόπο έφτασε στην αγιότητα. Άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δίνουν μεγάλη σημασία στα γήινα αγαθά, ζητάνε από τον Κύριο να αυξηθούν τα πλούτη τους.

Και ο Κύριος τους απαντά με την καταστροφή των κτημάτων τους ή με πυρκαγιές και μ’ αυτόν τον τρόπο τους αποστρέφει από την προσκόλληση στα γήινα και από την φιλαργυρία και έτσι διορθώνει τις αποκλίσεις τους από την σωστή οδό, την οποία μας διδάσκουν οι μακαρισμοί.

Ο Θεός φέρεται σε μας σαν σε πραγματικούς υιούς του, τους οποίους τιμωρεί για το καλό τους. Τις θλίψεις που μας στέλνει ο Κύριος εμείς πρέπει να τις υποδεχόμαστε έτσι όπως μας το λέει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Ταπεινώθητε ουν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώση εν καιρώ» (Α’ Πετρ. 5:6).

Αν δεν μπορούμε, παρ’ όλες τις προσπάθειές μας, να κατανοήσουμε για ποιο λόγο μας στέλνονται από τον Θεό οι θλίψεις, τότε ας ταπεινωθούμε κάτω από το δυνατό χέρι του Θεού και θα μας ανυψώσει στον κατάλληλο καιρό, για να καταλάβουμε τις οδούς του, με τις οποίες μας οδηγεί σ’ αυτόν τον σκοπό.

Πρέπει με πολλή ταπείνωση και χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό να δεχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις θλίψεις που μας στέλνονται από τον Θεό, έχοντας την ταπεινή πεποίθηση ότι μ’ αυτά ο Θεός μάς κατευθύνει και όχι ότι ξεσπά επάνω μας την οργή του. Διότι ο ίδιος δια του στόματος του προφήτη Ησαΐα είπε: «Δεν είμαι πια μ’ αυτό οργισμένος» (Ησ. 27:4).

Ενώ εμείς συνήθως νομίζουμε ότι ο Κύριος είναι οργισμένος μαζί μας και γι’ αυτό μας στέλνει τις θλίψεις. Όχι. Πάντοτε να θυμάστε ότι στον Θεό δεν υπάρχει οργή. «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. 4:8). Και η τέλεια αγάπη είναι ξένη προς την οποιαδήποτε αδικία.

Αλλά πολλές φορές, όταν ο Θεός μάς δίνει ένα σοβαρό χτύπημα δια του οποίου μας ταπεινώνει για να μας υψώσει αργότερα, εμείς γογγύζουμε κατά του Θεού. Καταλαβαίνετε όμως πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού;

Όταν γογγύζουμε κατά του Θεού, αυτό σημαίνει ότι τον θεωρούμε άδικο, θεωρούμε ότι Αυτός δεν μας φέρεται σωστά και θα έπρεπε να μας φερθεί κατά έναν διαφορετικό τρόπο. Όμως δεν είναι βαριά αμαρτία να κατηγορούμε τον Θεό για αδικία και να τον συκοφαντούμε;

Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού. Γι’ αυτό «εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πετρ. 1:17). Πρέπει να προσέχουμε πολύ τα λάθη και τα εμπόδια στην πορεία μας προς την Βασιλεία των Ουρανών.

Αλλά περισσότερο απ’ όλα τα άλλα πρέπει να φοβόμαστε να μην παραβαίνουμε τη μεγάλη εντολή του Χριστού: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Μτ. 7:1). Και γογγυσμός κατά του Θεού δεν είναι μόνο κρίση του Θεού αλλά και κατάκρισή Του.

Ας αφήσουμε την κρίση αυτή σ’ εκείνους τους δυστυχείς ανθρώπους που εκούσια καταστρέφουν τον εαυτό τους. Τους οποίους ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν τους διορθώνει ούτε τους τιμωρεί επειδή είναι αδιόρθωτοι και αθεράπευτοι.

Εμείς μόνο να ζητάμε την βοήθειά Του για το δρόμο της σωτηρίας μας, να Τον δοξολογούμε και να Τον τιμούμε μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το Άγιο Πνεύμα. Αμήν.

Από το περ. «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου», τ. 4, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 6

Εγέρθητε Χρυσόστομοι και Γρηγόριοι..!

...Εγέρθητε Χρυσόστομοι, Γρηγόριοι, Γερμανοί, Ταράσιοι, Νικηφόροι, Φώτιοι και λοιποί, παλαιοί και νεώτεροι Άγιοι Πατριάρχαι Κων/πόλεως, οι θυσιασθέντες υπέρ των προβάτων υμών, να ίδητε ποίοι κατέχουν τον Θρόνον υμών! 

Υμείς μεν ως καλοί Ποιμένες εθύσατε τας ψυχάς υμών υπέρ των ιδίων προβάτων υμών, οι δε σημερινοί θύουσι τα πρόβατα υπέρ εαυτών και ανοίγουν τας θύρας και καλούν τους λύκους διά να εισέλθουν και κατασπαράξουν τα πρόβατα...

Πόθεν ο πατριάρχης εκπέπτωκεν εις τοιούτον όλισθον, ώστε εκουσίως ν αγωνίζεται να παραδώση το ποίμιόν του εις τους λύκους να το κατασπαράξουν; 

Η αιτία είναι η υπερηφάνεια, η ρίζα και η αιτία όλων των αμαρτιών, όλων των κακών, όλων των αιρέσεων, των συμφορών και των θλίψεων, και περισσότερον από όλους τας συμφοράς και δυστυχίας η στέρησις της χάριτος του Θεού...

Τους λυκοποιμένας, ψευδοδιδασκάλους, ψευδοπροφήτας και ψευδοχρίστους αιρετικούς οι Άγιοι Πατέρες, οι μιμηταί του Αρχιποίμενος Χριστού και διάδοχοι των μαθητών Αυτού, οι καλοί, οι αληθείς και θείοι ποιμένες, οι συγκροτήσαντες τας σεπτάς και αγίας επτά Οικουμ. Συνόδους, απεδίωξαν μακράν της ποίμνης του Χριστού και, ως αμετανοήτους, εις το αιώνιον ανάθεμα παρέδωκαν...

ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ

Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν συνηθίζει να κάμνη καινοτομίας, ως η των Δυτικών και Διαμαρτυρομένων, αι οποίαι αφ' ότου απεσχίσθησαν έργον ακατάπαυστον έχουν να ποιούν καινοτομίας και μεταρρυθμίσεις, αφού και εις τοιαύτην ασέβειαν και παραφροσύνην έφθασαν να μεταρρυθμίσουν και καινοτομήσουν πάντα τα μυστήρια και τας ιεράς παραδόσεις και πολλά να καταργήσουν...

Δύο είναι τα αίτια διά τα οποία πολλοί εκ των σημερινών Αρχιερέων τολμούν να ποιούν καινοτομίας ή μεταρρυθμίσεις εις τα της Εκκλησίας, η υπερηφάνεια, με το να νομίζουν οι πλείστοι των Ιεραρχών, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, ότι είναι σοφώτεροι και ανώτεροι των Αγίων Πατέρων, και δεύτερον η κοιλιοδουλεία και η φιλαυτία... 

Με το να έγιναν οι πλείστοι εξ αυτών σαρκολάτραι τους εγκατέλειπεν η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Εάν ο πατριάρχης, τας συστάσεις της Κυβερνήσεως και της Ιεράς Συνόδου και Ορθοδόξων Αρχιερέων, Ιερέων και λαϊκών, δεν τας δεχθή, τας απορρίψη και επιμείνη εις την ένωσιν, τότε να τον αποκηρύξουν. Διότι εν ή περιπτώσει δεν αντιπούν, αλλ' υποχωρήσουν και είπουν ότι ημείς θα ακολουθήσωμεν τον πατριάρχην, τότε θα επανέλθη αυθωρεί η καταστροφή...

Τότε ουκ έχω τι άλλο ειπείν, ειμί ουαί τη Ορθοδόξω Εκκλησία της Ελλάδος! Ουαί και τω Ελληνικώ Έθνει! Διότι η υποδούλωσις της Εκκλησίας της Ελλάδος εις τον Παπισμόν θα είναι υποδούλωσις και του Έθνους. Θα είναι δε ασυγκρίτως χειροτέρα της υποδουλώσεως εις τον Μωαμεθανισμόν και τον ψευδοπροφήτην Μωάμεθ...

Εάν ο Πάπας θέλη ένωσιν να αναγνωρίση και ομολογήση όλας τας πλάνας, αιρέσεις και καινοτομίας τας οποίας έκαμον, απ' αρχής οι κατά καιρούς Πάπαι, αποσχισθέντες από την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, να μετανοήση, να κλαύση πικρώς, να ταπεινωθή και τότε είναι δεκτός.

Εάν δεν αποβάλλουν την υπερηφάνεια και ο Πατριάρχης και ο Πάπας και εάν δεν ταπεινωθούν, μιμούμενοι τον Κύριον, όχι μόνον δεν θα επιτύχουν έναν αλλά θα αυξήσουν την διαίρεσιν και θα προξενήσουν μεγάλα σκάνδαλα, ταραχάς, συγχύσεις, μεγάλην βλάβην και ζημίαν εις τα εαυτών ποίμνια. Εάν μιμηθούν τον Κύριον και ταπεινωθούν, θα επιτύχουν την ένωσιν, θα ωφελήσουν εαυτούς και τα εαυτών ποίμνια και θα δοξασθή και δι΄αυτών, ως εδοξάσθη και υπό των Αγίων Αποστόλων το Όνομα του Ουρανίου μας Πατρός, επειδή «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν», και «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτό υψωθήσεται» (Λουκ.18, 14).

Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

Την Ορθοδοξίαν εστερέωσαν οι Άγιοι Απόστολοι και οι θεσπέσιοι πατέρες δια των Ζ' (7) Οικουμενικών Συνόδων, φωτισθέντες από το Άγιον Πνεύμα.

Ο παπισμός είναι πρόδρομος του Αντιχρίστου, διότι κυριευθείς ο πάπας υπό αλαζονείας και επάρσεως και θέλων να γίνη ανώτερος εξουσιαστής της Εκκλησίας και πολιτείας έσχισε την Εκκλησίαν του Χριστού...

Οι παπολάτραι υπέπεσαν εις πολλάς κακοδοξίας και αιρέσεις μεταστρέψαντες όλα τα μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. αντί του βαπτίσματος μεταχειρίζονται το ράντισμα, αντί του μυστηρίου της μεταλήψεως μεταχειρίζονται εβραϊκά άζυμα. Ανέτρεψαν τας νηστείας, ούτε ευχέλαιον , ούτε αγιασμόν δύνανται να ποιήσουν, διότι είναι αφορισμένοι, δι' αυτό και ο αγιασμός των δεν διατηρείται...

Δεν παραλείπω δε να αναφέρω και εκείνο το οποίον είδον ιδίοις όμμασιν ότε μετέβην εις Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως. Ότε ο αυτοκράτωρ Κων/πόλεως Μιχαήλ και πατριάρχης Βέκκος παπολάτραι μετέβησαν κατά το έτος 1170-1200 εις το Άγιον Όρος εβίαζαν τους μοναχούς να δεχθούν τον παπισμόν και να συλλειτουργήσουν με τους παπιστάς. 

Όσοι εδέχθησαν και συλλειτούργησαν τα σώματά των μένουν άλυτα ως αφορισμένα πνέοντα δυσωδίαν. όσοι δε δεν εδέχθησαν και εθανατώθησαν υπό των παπιστών, τούτων τα σώματα πνέουν άρρητον ευωδίαν. Εύχομαι όπως η χάρις του Παναγίου Πνεύματος να φωτίση τον νουν σας, σας ενισχύση και αποτινάξητε τον ύπνον της πλάνης και ραθυμίας και προσέλθετε εις τας αγκάλας της Εκκλησίας.

Εάν οι σημερινοί Αρχιερείς, δεν σεβασθούν τας αποφάσεις, τους κανόνας και τας παραδόσεις των θείων Αποστόλων και Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά τας καταφρονούν, ποίος που καλώς φρονεί θα σεβασθή τας ιδικάς των;

«...Και η Εκκλησία και η Πολιτεία και οι τούτων άρχοντες εις τας παρούσας πονηράς ημέρας κοιμώνται τον βαρύτατον ύπνον της αμελείας και της ραθυμίας, και εάν δεν εξυπνήσουν, εξυπνήσουν δε και τον κλήρον και τον λαόν εις μετάνοιαν, εις εργασίαν των εντολών του Θεού, των αρετών και των καλών έργων, θα δώσουν λόγον εν ημέρα κρίσεως και θα τιμωρηθούν».

ΚΡΑΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ ΣΤΕΡΕΑΝ

Κρατείτε, αδελφοί μου, την πίστιν στερεάν και μένετε ασάλευτοι εις τας παραδόσεις των θείων Πατέρων, διότι εφθάσαμεν εις εποχήν κατά τη οποίαν και οι δυνατοί θα σαλευθούν. Αγωνιστείτε με κάθε σπουδή διότι τα καλά με κόπο και πόνο κατωρθώνονται. Δεν θα αισθανόμεθα δε τους κόπους της αρετής όταν αποβλέπωμεν εις το νέφος των μαρτύρων και οσίων και εις την μέλλουσαν να μας αποκαλυφθή δόξαν.

Πόσον ευτυχείς και μακάριοι θα είμεθα, εάν δι' ολίγον κόπον αξιωθούμε να κατασκηνώσωμεν εις τα αγαπητά σκηνώματα του Παραδείσου και κληρονομήσουμε τα αγαθά της ουρανίου Βασιλείας του Θεού. Αμήν.

Ο Απόστολος Παύλος, το στόμα του Χριστού παραγγέλλει: Μη συγκοινωνήτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε. Εις περιστάσεις κατά τας οποίας περιφρονείται και υβρίζεται η Αγία Ορθόδοξος Πίστις ημών επιτρέπεται έλεγχος ακόμη και θυμός δίκαιος δικαιώτατος, απαγορεύεται δε η σιωπή. Αλλά και ο έλεγχος να γίνεται με διάκρισιν και σύνεσιν, όχι, με ταραχήν και θυμόν υπερβολικόν, να γίνεται με θυμόν θεϊκόν...

Ο Θεός δεν εγκαταλείπει την Εκκλησίαν Του, και εκείνους που την πολεμούν θα τους ταπεινώση και θα τους συντρίψη ως σκεύη κεραμέως, και μακάριοι εκείνοι οι οποίοι μέχρι θανάτου θα μείνουν πιστοί εις την Ορθόδοξον πίστιν, εις την ορθόδοξον ομολογίαν.

ΟΥΔΕΝ ΤΙΜΙΩΤΕΡΟΝ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ
ΚΑΝΕΙΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Σας εύχομαι από καρδίας ποτέ να μην δειλιάτε αγωνιζόμενος, έστω και αν ίδητε τους εχθρούς της Εκκλησίας ενίοτε ισχύοντας...Ο αγωνιζόμενος υπέρ της αληθούς και ορθοδόξου πίστεως και της Αγίας ημών Εκκλησίας έχει σύμμαχον το παντοδύναμον Θεόν, ο δε αγωνιζόμενος υπέρ της πλάνης έχει σύμμαχον τον παμπόνηρον διάβολον, αλλά ανίσχυρον άρχοντα του σκότους, του ψεύδους και πάσης αιρέσεως, πλάνης και κακίας.

Δεν είναι άλλο τιμιώτερον, σεμνότερον, αγιώτερον από το να αγωνίζεται κανείς υπέρ της πίστεως, ο τοιούτος εάν αγωνιζόμενος θανατωθή σωματικώς υπό των εχθρών, χωρίς να καμφθή είναι ο λαμπρότατος νικητής, και θα λάβη το βραβείον της άνω κλήσεως και τον αμάραντον εν ουρανοίς στέφανον. Λοιπόν μάχου υπέρ πίστεως και αγώνισαι άχρι θανάτου δια να αξιωθής να γίνης κληρονόμος της Βασιλείας των ουρανών...

Εις την σημερινήν εποχήν, κατά την οποίαν η Εκκλησία πολυειδώς και πολυτρόπως πολεμείται υπό πολλών και διαφόρων πολεμίων, η προσπάθειά σας, αντιπαρατασσόμενη και αντιπολεμούσα, θα δυνηθή, Θεού βοηθούντος, να διασώση μερικούς εκ του σημερινού κατακλυσμού της αμαρτίας...

Σας συγχαίρω δια τον ζήλον σας προς διάδοσιν των χριστιανικών αληθειών και ωφέλειαν των χριστιανών. Πρέπει να γνωρίζομεν, ότι, αναλόγως του κόπου και της προθυμίας που ο καθένας εργάζεται, θα δοθούν και αι αμοιβαί παρά του μισθαποδότου Χριστού. Έως υπάρχει καιρός, ας εργασθώμεν πνευματικώς, ας σπείρωμεν με κόπον, δια να θερίσωμεν εν αγαλλιάσει...

Μετά πατρικής αγάπης και ευχών εγκαρδίων
ο πνευματικός σας Πατήρ
Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος

ΠΕΡΙ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΞΙΩΝ ΙΕΡΕΩΝ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ
(ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ)

Ευλόγησον Πάτερ


«ΠΡΕΠΕΙ ο ιερεύς να ήναι άγιος και ψυχή και σώματι. Να ήναι στύλος πυρός να φωτίζη την Εκκλησίαν, τουτέστι τον λαόν του Θεού, και να ήναι καθαρότερος από τας ακτίνας του ηλίου, δια να μη τον αφήση έρημον το Πνεύμα το Άγιον. Η ιερωσύνη γίνεται εις την γην, και τάξιν έχει επουρανίων Ταγμάτων. 
Διότι όχι άνθρωπος, ουδέ Άγγελος, ουδέ άλλη καμία δύναμις κτιστή δύναται να ενεργήση, αλλ’ αυτό το Πανάγιον Πνεύμα αυτήν την λειτουργίαν τελειοί, και ο Ιερεύς κάμνει την υπηρεσίαν των Αγγέλων. Δια τούτο πρέπει και ο Ιερωμένος να βάνη εις τον νουν του, όταν λειτουργή, πως στέκεται με τους Αγγέλους εις τον ουρανόν, έμπροσθεν του Θεού, και πρέπει να ήναι καθαρός ωσάν και τους Αγγέλους. 
Ή δεν ηξεύρετε πως δεν ήθελε δυνηθή ποτέ ανθρωπίνη ψυχή να βαστάξη εκείνο το πυρ της Θυσίας, εάν δεν ήτον πολλή της χάριτος του Θεού η βοήθεια; διότι, εάν γνωρίση τις τον άνθρωπον όπου είναι σαρκί και αίματι συμπεπλεγμένος, πώς δύναται να πλησιάση της μακαρίας φύσεως και ακηράτου; τότε θέλει ιδεί καλά, πόσης τιμής ηξίωσε τους Ιερείς η χάρις του Παναγίου Πνεύματος. 
Την Ιερωσύνην λοιπόν και αυτοί οι Άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες πολύ την ευλαβήθησαν, ως υψηλήν, ουρανίαν, και ένθεον και μετά βίας πρέπει και αρμόζει μόνον των Αγίων να την έχουν, και δια τούτο όποιος Ιερεύς δεν είναι Άγιος ας φεύγη μακράν από την Λειτουργίαν, να μη καή και ψυχικά και σωματικά.

Τόσον είναι υψηλοτέρα η Ιερωσύνη από την Βασιλείαν, όσον είναι εις το μέσον της ψυχής και του σώματος η διαφορά. Εκείνοι οι Ιερείς όπου πηγαίνουν να λειτουργήσουν, την φρικτήν Ιερουργίαν, πρέπει να καθαρίζουν και τας μικράς φαντασίας της ψυχής, και κατά το δυνατόν εισιέναι κατά μίμησιν των Σεραφίμ και των Χερουβίμ.

Διότι είναι τινές των Ιερέων, όπου ούτε πράξη, ούτε λόγω, ούτε γνώσει πολιτεύονται, κατά τους Θείους Κανόνας, αλλά προφάσει φιλοδοξίας και φιλοτιμίας, ήτοι δια να τους τιμούν, και να έχουν οφφίκια έγιναν Ιερείς, και δια τούτο μήτε του λόγου των, μήτε άλλους ηδυνήθησαν να σώσουν.

Άλλοι δε πάλιν, δια να ήναι αμελείς και φυγόπονοι, και δεν δύνανται να κυβερνήσουν την ζωήν τους, έγιναν Ιερείς.

Είναι δε και άλλοι, όπου δεν ηξεύρουν το κρίμα της υπηρεσίας ταύτης της Εκκλησίας, μηδέ εις νουν βάνοντες της αξίας το μέγεθος, εσέβηκαν εις το θυσιαστήριον, καθώς έτυχαν, αγράμματοι και απαίδευτοι. Και μη γνωρίσαντες το τοιούτον φοβερόν Μυστήριον, αποκοπίαν λέγουσιν είναι την Ιερωσύνην. 
Άλλοι δε πάλιν ήσαν ενάρετοι, και ανέβηκαν εις Αγιωσύνην, και τω βαθμώ της Ιερωσύνης, αξιωθέντες, εθάρρησαν πολλά εις αυτό το αξίωμα, όπου τους εδόθη και ούτω κλαπέντες και γελασθέντες, αμέλησαν της αρετής αυτών, και έπεσαν εις πάθη και πτώματα, και εκολάσθησαν. 
Έτεροι δε δια ταπεινώσεως και καθαράς συνηδήσεως λειτουργούσι τω θυσιαστηρίω, και παντυχαίνουν την ανταπόδοσιν παρά του Κυρίου.

Εκείνος δε, όπου είναι ανάξιος, και λειτουργεί, δεύτερος Ιούδας είναι, και περισσότερον θέλει κολασθή από τον Ιούδαν τον προδότην, διότι τον Δαθάν και Αβειρών εσχίσθη η γη και τους εκατάπιε ζώντας, μόνον διότι ετόλμησαν να θυμιάσουν εις τον Ναόν του Κυρίου αναξίως.

Πόσον σας φαίνεται εκείνος όπου καταπατεί το Σώμα και Αίμα του Σωτήρος Χριστού; Εκείνος βέβαια με χειρότερην τιμωρίαν και κόλασιν θέλει παιδευθή.

Ο καλός και αληθινός Ιερεύς πρέπει να ήναι ευσεβής, σώφρων, διδακτικός, ταπεινός, να μη ήναι μέθυσος, να κρατή την γλώσσαν του, να μη ήναι μνησίκακος, μήτε φιλάργυρος, αλλά ελεήμων και από όλα φιλόξενος. Με όλους μικρούς και μεγάλους ηγαπημένος και ειρηνικός. Να μη πέρνη κέρδος από εκείνους όπου δανείζει, να μη βλασφημά και αφορίζει τινά, μηδέ πραγματευτής να γένη δια να μη λέγη ψέματα. Κατάκρισιν να μη δέχεται, να μη μετωρίζεται και να κάμνη τους άλλους να γελούν. Να μη αργολογή, αλλά να ομιλή εις ωφέλειαν των ακουόντων, και αυτά να ήναι από την Θείαν Γραφήν. 
Να μη ήναι γαστρίμαργος και φιλήδονος, δια να λυπήται το Πνεύμα το Άγιον. Να μη απομακρύνεται μετά θυμού και οργής, αλλά ταπεινά εις όλους. Να μη καλλωπίζεται, μηδέ να φθονή προκοπήν άλλου. 
 
Τον υβρίσαντα αυτόν να συγχωρή εξ’όλης του της καρδίας, και έμπροσθεν πάντων πριν να βασιλεύση ο ήλιος, να εξετάζη μετά πραότητος τους αμαρτάνοντας, και με φόβον Θεού να ελέγχη, ουδέ πρέπει να σκανδαλίση τινά, ή πλούσιον ή πτωχόν.

Αυτά όλα όπου είπαμεν, χρεωστεί ο Ιερεύς να φυλάγη μετά πολλής ακριβείας και προσοχής, ίνα μετά παρρησίας και καθαράς καρδίας και άλλους διδάσκη. Εάν αμελή τα λεγόμενα, και δεν τα φυλάγη καλώς προς ωφέλειαν των διδασκομένων υπ’αυτού, συμφέρει μυλόλιθον να κρεμάσουν εις τον λαιμόν του, να τον ρίξουν εις την θάλασσαν, διότι παρέβη και ημέλησε της τοιαύτης διδασκαλίας.» (Ιωάνν.Χρυς.ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ,σελ.291,Εκδ.Βας.Ρηγοπούλου)

Βλέπουμε εδώ αδελφοί μου, ότι ο Άγιος δεν αμελεί να συμβουλεύσει, ούτε διστάζει ακόμα και να καυτηριάσει σκληρά, τους αμαρτάνοντας συνδούλους του.

Τι αδελφός άλλωστε θα ήταν αν εθελοτυφλούσε και οδηγούσε τους αδελφούς του δια της σιωπής στην απώλεια;

Τι μαχόμενος Ορθόδοξος θα ήταν αν ασχολείτο μόνο με τον εαυτόν του αδιαφορώντας για τα μέλη της Εκκλησίας που σφαγιάζονται υποτασσόμενα σε ανάξιους;

Ή μήπως ο Άγιος παραμελούσε την προσευχή; Ούτε να το διανοηθούμε. Ούτε όμως περιοριζόταν μόνο σε αυτήν, αλλά τι έκανε; Έκανε αυτό που έπρεπε γιατί το άκουσε από τον ίδιο τον Θεό! …: «Σήκωσε τον Σταυρό σου και ακολούθησέ Με». 

Τι σημαίνει;

Να τηρούμε όσα μας έχει παραγγείλει και να πράττουμε όσα μπορούμε από αυτά που Εκείνος έπραξε ….την προσευχή, τη διδασκαλία, τα «θαυμαστά έργα» ( φιλανθρωπία) και το ζήλο προς τον οίκο του Πατρός Του (μέχρι φραγγέλιο) ακόμα φτάνοντας και μέχρι μαρτυρίου.

Μήπως ο Άγιος Νικόλαος δεν Τον ακολούθησε μέχρι φραγγέλιον επί του Αρείου;

Μήπως ο προφήτης Δαυίδ θα συνετιζόταν όταν του χάιδευαν τα αυτιά, λέγοντάς του: «ορθώς πράττεις Βασιλέα»;

Αλλά τι έγινε; 

«’Εμπηξε το μαχαίρι» εκεί που έπρεπε ο άλλος Προφήτης, λέγοντάς του: «εσύ είσαι αυτός που «σφάζεις» (παίρνεις τη γυναίκα) το μονάκριβο πρόβατο του άλλου ενώ έχεις τόσο πολλά δικά σου. Και έπιασε τόπο η συμβουλή γιατί ήταν Θεάρεστη.

Έτσι ο 50ος Ψαλμός θα μείνει εις τους αιώνες να μας συγκινεί και να μας συντρίβει την καρδιά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συμβουλή θα πιάσει τόπο, κάνε όμως εσύ το καθήκον σου ως μέλος της Αγιασμένης Εκκλησίας του Θεού.


Πλησίασαν μερικώς οι αρχαίοι ημών πρόγονοι με το : «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», τους οποίους διάλεξε ο Θεός, διότι αναζητούσαν και έλαβαν. Τους έδωσε την ευλογία να κηρύξουν το Ευαγγέλιο Του. Εμείς, ως συνέχεια αυτών έχουμε άπαντες Ιερή υποχρέωση να συνεχίσουμε την ευλογία αυτήν, διότι «το να υπηρετούμεν τον Κύριον,  είναι καθήκον όλων μας.»

Αντιλαμβάνεται εύκολα κάποιος ότι ο Άγιος μιλάει για αμαρτίες περί βίου, θεωρώντας ανάξιους όσους είναι υπό την επήρεια αυτών. Δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτούς που διδάσκουν ΑΛΛΟΤΡΙΑ, προφανώς διότι τους θεωρεί ξένους και το θέμα εντελώς διαφορετικό. 

Οι πρώτοι είναι επιρρεπείς στα πάθη τους, θέλουν βοήθεια, στήριξη, για να ξεπεράσουν αυτά που τους καθιστούν ανάξιους, χωρίς να σημαίνει ότι απαλλάσσονται της ευθύνης που βαραίνει πρωτίστως τους ίδιους και κατ’επέκτασιν τους υποκείμενους σε αυτούς ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΝ….ΚΑΙ ΣΙΩΠΟΥΝ! 
Καλύτερα γι’αυτούς να μπουν στις τρύπες της γης κλαίγοντας και μετανοώντας νυχθημερόν μήπως ο Φιλεύσπλαχνος Θεός τους συγχωρέσει.

Επ’ ουδενί όμως λόγο να λειτουργούν στο ΙΕΡΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ. Αυτά μας διδάσκουν οι Άγιοι Θεοφόροι Πατέρες.

Οι δεύτεροι (οι διδάσκοντες ΑΛΛΟΤΡΙΑ) είναι «ξένοι», μη έχοντες ουδεμίαν συγγένειαν με τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Είναι «απατεώνες», ενορχηστρώνουν δηλαδή την απάτη της προδοσίας ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ. Το ίδιο το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού τους ονομάζει «ξένους, κλέπτες και απατεώνες».

Είναι όπως χαρακτηρίζονται εκ των Αγίων-στο Πηδάλιο αλλά και στο Ευαγγέλιο -ΨΕΥΔΕΠΙΣΚΟΠΟΙ και ΨΕΥΔΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ. Είναι δηλαδή ΨΕΥΤΙΚΟΙ ρασοφόροι (γι’αυτό και ο Άγιος δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτούς), υποδύονται τον Ιερέα και Αρχιερέα !

Ενεδύθησαν ή τους ενέδυσαν το τιμημένο ράσο για άλλους λόγους, αντίθετους εντελώς της Αποστολικής διαδοχής. Πώς τώρα γίνονται αντιληπτοί;


Μα …από τα έργα που κάνουν και τα βλάσφημα λόγια που εκστομίζουν εναντίον της Αγιασμένης Εκκλησίας του Ιησού Χριστού μας! Εάν τώρα κανείς δεν μπορεί να τους αντιληφθεί, ιδιαίτερα την σήμερον ημέρα, όπου οι μάσκες έπεσαν και οι ίδιοι έχουν κατατάξει τους εαυτούς τους ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ και ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ (βλέπε ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ Κρήτης-Κολυμπαρίου), στην παράταξη που ανήκουν, ε!! ....τότε το πρόβλημα είναι παντελώς δικό του και ουδείς άλλος ευθύνεται για την τυχόν παραπλάνησή του.

Όταν ο Πατροκοσμάς, Άγιος και Ισαπόστολος (που θέλουν να περιθωριοποιήσουν οι σκοτισμένοι….) ανέφερε στις Προφητείες ότι: «Οι κληρικοί θα γίνουν οι χειρότεροι και ασεβέστεροι των όλων» (57η σελ.39), εννοούσε τους αυθαιρέτως εισερχόμενους στην Ιεροσύνη και όχι τους κληθέντες από τον Θεό –ευλογημένους ποιμένες που θέτουν το στήθος τους έμπροσθεν των λύκων κατηχώντας επαρκώς το ποίμνιο!


Στο «ΑΣΕΒΕΣΤΕΡΟΙ» προφητεύει την θέση των «κληρικών» έναντι της Ορθής Δόξας (Πίστης) προς τον Κύριο. Αυτό ακριβώς δηλαδή που απέδειξε η διοικούσα «εκκλησία» στην ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ Κρήτης.

Στο δε «ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΙ» προφητεύει και εννοεί ότι η ζωή τους στα περί βίου αμαρτήματα θα είναι «πλουσία».

Τα βλέπουμε καθημερινά όπως και κάποια άλλα που περνούν ασχολίαστα, για τα οποία μίλησαν οι Απόστολοι και εμείς κωφεύουμε, μολονότι είναι πολύ σοβαρά (κατά τα άλλα «ακολουθούμε»… την Αποστολική διαδοχή)!

Μας λέει ο Απόστολος:

«Ουδείς στρατευόμενος εμπλέκεται ταις του βίου πραγματείαις, ίνα τω στρατολογήσαντι αρέση».(Τιμ.Β’β’4.)

Γεννάται τώρα το ερώτημα, πώς είναι δυνατόν, τόσο εύκολα να πέσουν τόσο χαμηλά οι κληρικοί που τους κάλεσε ο Κύριος (ο στρατολογήσας αυτούς), αξιολογώντας την κλίση τους προς Αυτόν; Και πώς πριν την κλήση τους, ήταν άμεμπτοι και μετά την κλήση που τους έκανε ο Θεός, έχοντας μάλιστα λάβει εξουσίες προς επιβεβαίωση του κηρύγματός τους, έπεσαν τόσο χαμηλά έχοντας επιπλέον γνώση της Δόξας του Κυρίου,  καθώς ηδύναντο; 

(Να λάβουμε υπόψιν μας πως όποιος γνωρίσει τον Κύριο, δύσκολα τον απαρνείται!)

Φυσικά υπάρχουν και αυτές οι περιπτώσεις, διότι μας λέει ότι «το καλόν δεν είναι αμετάβλητον..», είναι όμως σαφώς λιγότερες. 

Ακούστε τώρα από μία αμαρτωλή ψυχή, άλλον έναν λόγο για το πώς φτάσαμε-πνευματικά-τόσο χαμηλά.

Τόσα χρόνια στους κόλπους της εκκλησίας, δεν άκουσα ούτε μία φορά (τουλάχιστον η αναξιότητά μου) να φωνάξει έστω και ένας… «ανάξιος».

Όσοι επομένως χειροτονούνταν, ήταν άξιοι και οι πλέον κατάλληλοι για το τόσο σπουδαίο λειτούργημα της Ιεροσύνης. Αφού λοιπόν όλοι αυτοί ήταν κατάλληλοι και άξιοι ιεροσύνης, πώς είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνονται τους εχθρούς της Ορθοδοξίας, γενόμενοι μάλιστα οπαδοί αυτών; Τι φώτιση και τι πνεύμα Άγιον έχουν, όταν δεν μπορούν να διακρίνουν τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό από τον «επινοητή του ψεύδους»;

Άκουσα όμως να φωνάζουν όλοι «Άξιος-άξιος!!»

Άκουσα επίσης, πολλές φορές να λένε με θαυμασμό και δέος ότι: 

«Ο τάδε ιερέας έκανε …τόσους παπάδες». Ο δε ιερέας να κομπάζει, αφού κατόρθωσε και αντικατέστησε τον Θεό, κρίνοντας αυτός την κλίση του άμυαλου και ακατήχητου ενδιαφερομένου, καλώντας αυτόν αναξίως εκεί όπου ούτε τα Σεραφείμ δεν τολμούν να αγγίξουν. Είναι τόσο μεγάλο το πράγμα της ιεροσύνης, λέγει ο Ιερ. Χρυσόστομος, που αν δεν σε έχει καλέσει (στρατολογήσει) ο ίδιος ο Κύριος, δεν μπορείς να αντέξεις τέτοιο «φορτίο»!

Το αποτέλεσμα; Δείτε την προδοσία τους, στα κείμενα της ΨΕΥΔΟ συνόδου Κρήτης όπου έβαλαν την υπογραφή τους!

Και γίνεται πλήρως κατανοητό του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου το:

«…Προέρχονται και εμπνέονται από τον μακράν του Θεού κόσμον. Δι’ αυτό διδάσκουν σύμφωνα με το πνεύμα του κόσμου και ο κόσμος τους ακούει και τους δέχεται». (Α’Ιωάν.5’)

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανάξιοι ρασοφόροι… χειροτονούν επιπόλαιους και φιλόδοξους «ιερείς» και το κακό… διαιωνίζεται.
Ως εκ τούτου, ποιός θα ποιμάνει ποιόν;

Ο τυφλός θα οδηγεί… τυφλούς και πάει …λέγοντας!

(Βλέπε: Εάν δε ένας τυφλός οδηγή άλλον τυφλόν, θα πέσουν και οι δύο εις βαθύν λάκκον.


Η απόδειξη;…. 

Πώς με τόσους «ΑΞΙΟΥΣ ιερείς» φτάσαμε εδώ που φτάσαμε;

Πώς τόσο «ΑΞΙΟΙ ιερείς» δέχτηκαν την ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ στην ΨΕΥΔΟ σύνοδο Κρήτης;

ΟΥΑΙ-ΟΥΑΙ-ΟΥΑΙ…. Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΕΠΑΚΡΟΝ!

Έτσι επιβεβαιώνεται του Αποστόλου το: «…Ποτέ ΔΕΝ ΗΣΑΝ ΓΝΗΣΙΟΙ Χριστιανοί..»

Εάν οι πνευματικοί ηγέτες πρόδωσαν μη μπορώντας να μας προσφέρουν πνεύμα, νομίζουμε ότι θα το κάνουν οι πολιτικοί;

Είμαστε άμεσα υπεύθυνοι. Αφεθήκαμε στις ορέξεις των διεστραμμένων, αδυνατώντας να διακρίνουμε ο καλό από το κακό. Έχουμε ακριβώς και μετά βεβαιότητας, αυτό που μας αξίζει, ζυγισμένο πολύ καλά από τον Παντοδύναμο δημιουργό μας. Από εμάς εξαρτάται η μετάνοια και η όποια αλλαγή. Μόνη της δεν έρχεται, ούτε θα βοηθηθούμε ποτέ από ξένο. Ούτε αρκεί μόνο η προσευχή γιατί αν ήταν έτσι, ματαίως έχυσαν το αίμα τους οι Μάρτυρες.

Αδελφοί μου, από τη στιγμή που ο άνθρωπος μεγαλώσει και καταλαβαίνει, αρχίζει μέσα του η υπαρξιακή αναζήτηση, οδηγούμενη από τη συνείδηση που αναζητά ανάπαυση, στους κόλπους του δημιουργού Της.

Είναι ευλογημένοι όσοι έχουν δίπλα τους ανθρώπους να τους βοηθούν σε αυτές τις αναζητήσεις τους, με τον πλέον Ορθό τρόπο νουθεσίας. Είναι όμως τρις ευλογημένοι όσοι μόνοι τους ,πάντα με τη βοήθεια του Θεού, αγωνίστηκαν και βρήκαν τον δρόμο της Αλήθειας που οδηγεί στη Σωτηρία. Ο Θεός προνοεί για όλους. Ενδιαφέρεται για τη Σωτηρία όλων των ανθρώπων, γι’ αυτό και δεν ξεχνά κανέναν. Είναι πανταχού παρών, είναι δίπλα μας, βλέποντας μέχρι και «το εσωτερικό απόκρυφο βάθος των νεφρών και της καρδιάς μας», πράγμα που αδυνατούμε να κάνουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας.

Αυτήν την αναζήτηση προς τα Ουράνια παρακολουθεί ο Θεός με μεγάλο ενδιαφέρον καθώς και την καλή προαίρεση. Όταν με τον καιρό γίνει κλίση, δηλαδή Θείος Ζήλος προς μίμησή Του, τότε με μυστικό, συγκλονιστικό και βέβαιο τρόπο, χωρίς να αφήσει καμία αμφιβολία καλεί την ψυχή (την στρατολογεί) και μάλιστα πλέον της μίας φοράς, να ανέβει σε θέση ανώτερη του Βασιλέως και αμέσως κατώτερη Αυτού και της Θεοτόκου Μητέρας μας.

Έτσι αγαλλιάζει η ψυχή, αφού της δόθηκε άνωθεν εντολή να πράξει αυτά που ποθούσε.

Μυστήρια πράγματα που δεν εξηγούνται με τη λογική, παρά μόνο τα αποδέχεσαι!

Ζητούσε με Ζήλο και έλαβε ( «Αιτείται και δοθήσετε»)

Ερεύνησε και βρήκε ( «Ερευνάτε τας Γραφάς και θα βρείτε την Αλήθεια η οποία θα σας ελευθερώσει από τα πάθη», «Εγώ ειμί η Αλήθεια» )

Δοκιμάστηκε η Πίστη του ( «και μετά αξιώθηκε της ευλογίας») λαμβάνοντας την κλήση (την στρατολόγηση) από τον ίδιο τον Θεό.

«(…Με άλλας λέξεις είναι κλέπτης και ληστής εκείνος, που χωρίς να κληθή και αναβιβασθή από τον Θεόν εις το Αξίωμα του Ποιμένος και Οδηγού των προβάτων του Θεού, ζητεί να το σφετερισθή και να το αρπάση,…)»(Ιωαν.Ι’1’)

ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΜΑΘΕ ΝΑ ΠΙΝΕΙ ΠΕΝΤΑΚΑΘΑΡΟ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΠΗΓΗ, ΣΤΟ ΑΚΡΙΒΕΣ ΜΕΡΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΒΛΥΖΕΙ, ΝΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙ ΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ, ΘΟΛΟ ΚΑΙ ΒΡΩΜΙΚΟ ΝΕΡΟ ΤΟΥ ΒΟΥΡΚΟΥ; ….ΜΑΛΛΟΝ, ΔΥΣΚΟΛΟ!

Στο στάσιμο, θολό και βρώμικο νερό του βούρκου, δηλαδή στον βόρβορο των χοίρων, μόνο οι χοίροι έχουν θέση. Διότι «ενώ εκκαθαρίστηκαν και ελούστηκαν, εκυλήσθηκαν μέσα στην λάσπην και με τα συνεχή κυλίσματά των έγιναν περισσότερο ακάθαρτοι».(Β’Πετρ.β’22.),αφού ….εμμένουν στο πείσμα τους να κυλιούνται στο βούρκο.

«…τα ιδικά Του πρόβατα Τον ακολουθούν, διότι γνωρίζουν την φωνήν Του… και δεν θα παραπλανηθούν από τους απατεώνας, οι οποίοι θα επιζητήσουν να τα αποσπάσουν από εμέ. (Αυτόν)». (Ιωαν.Ι’4-5)

Γι’ αυτούς «τους εκλεκτούς θα κολοβώσει τον χρόνο». Πριν όμως έρθει ο χρόνος αυτός οι ψυχές εκλεκτών και μη εκλεκτών «φεύγουν» με την ανάλογη Πίστη που αποκόμισαν ευρισκόμενοι μέσα στο θεραπευτήριο της Εκκλησίας. Γι’ αυτό άλλοι κεκοιμημένοι, μας βοηθούν περισσότερο απ’ ότι όταν ήταν εν ζωή παραμένοντας αξέχαστοι, διαχρονικοί , εργαζόμενοι αδιαλείπτως ολοζώντανοι στη Θριαμβεύουσα Εκκλησία, για το δικό μας ψυχικό όφελος, αρκεί να τους επικαλεσθούμε και να τους παρακαλέσουμε. 

Και άλλοι πήραν τη δόξα και το μισθό που αναζητούσαν από τον κόσμο για τον οποίο εργάστηκαν. Πέθαναν για δεύτερη φορά και ξεχάστηκαν εντελώς. Έμειναν πίσω τα κακά τους έργα για να μας γίνονται παραδείγματα προς αποφυγή (όπως στην παραβολή του πλουσίου που ούτε το όνομά του δεν αναφέρεται στη Γραφή, ενώ ο Λάζαρος πολλά μας διδάσκει.) Εύχομαι ο Πανάγαθος Θεός να φωτίσει το νου μας έστω και τώρα να αντιληφθούμε την Παν-αίρεση στην οποία μας οδήγησαν οι «ξένοι» της Ορθοδοξίας ΨΕΥΔΟ διδάσκαλοι και ΨΕΥΔεπίσκοποι, οι οποίοι θα φέρουν τον ΑΝΤΙχριστο και σε εμάς θα συνεχίζουν να λένε … «δεν βλέπω κάτι κακό να γίνεται στην εκκλησία».

Να είστε σίγουροι ότι μιλάνε για μια άλλη «εκκλησία» που ονομάζεται «παράταξη» ή «σέκτα» ,η οποία κατευθύνεται από τον πρώτο επινοητή του ψεύδους και της υποκρισίας. 
Σε αυτή τη «σέκτα» τα μέλη διακρίνονται ως «τέκνα διαβόλου» αφού προσπαθούν αδιαλείπτως να διαβάλουν καθετί Ορθόδοξο που επί 2000 έτη είναι και θα είναι απαρασάλευτο ως τη συντέλεια του αιώνος. 

Αυτό βεβαίως δεν αρέσει γι’ αυτό και ωρύονται.

Αυτή η σέκτα που αυτοπροσδιορίζεται ως «εκκλησία» από τους διεστραμμένους, στρέφεται εναντίον της Αγιασμένης Εκκλησίας του Χριστού, σχίζει και διαιρεί Αυτήν. Ταυτοχρόνως, ξεπουλάει και υποδουλώνει την Ελλάδα μας! Δεν χρειάζονται πολλές γνώσεις για να κατανοηθεί ότι επιβάλλεται να πολεμηθεί με κάθε τρόπο.

Οι προδότες της Πατρίδας μας αναμείχθηκαν με τους προδότες της Εκκλησίας με απώτερο σκοπό να αφανίσουν κάθε ΙΕΡΟ και ΟΣΙΟ και πολλοί ακόμα δεν έχουν καταλάβει τι έχει συμβεί.


(Στην φωτογραφία υπογράφεται το λαθρο-μεταναστευτικό)

Οι εχθροί της Ορθοδοξίας και της Ελλάδος είναι και δικοί μου εχθροί!

Ποιό είναι χειρότερο; Το να εντάξεις έναν σχισματικό ακανόνιστα χωρίς μετάνοια στην Εκκλησία του Χριστού, κάνοντας εισπήδηση σε χώρο άλλης δικαιοδοσίας ή να ενώσεις όλους τους αιρετικούς αποδίδοντάς τους, μάλιστα, μυστήρια χωρίς τη μετάνοιά τους; Ταυτοχρόνως δε, να αποδεχθείς σωτηρία ψυχής και μέσω άλλων θρησκειών αγκαλιάζοντας την ΠΑΝθρησκεία; Σαφώς ,είναι κολάσιμο το πρώτο, αλλά το δεύτερο είναι εντελώς εωσφορικό!

Γιατί λοιπόν μεγαλύτερη αντίδραση για το Ουκρανικό σε σχέση με τα προδοτικά ψηφίσματα της ληστρικής ΨΕΥΔΟ συνόδου Κρήτης;

Εκεί στο θέμα περί «αυτονόμου και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού» (αξίζει να το ερευνήσετε, το ψήφισαν στην ΨΕΥΔΟ σύνοδο!!), ψήφισαν πολύ πιο νωρίς το Ουκρανικό και έπεται η συνέχεια. Στο θέμα δε, «η αποστολή της ορθοδόξου εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον», ΞΕΚΑΘΑΡΑ αναδεικνύεται η συμμετοχή της διοικούσας εκκλησίας στην εισβολή των λαθρομεταναστών, σε συνεργασία με τις μασονικές «σκοτεινές» δυνάμεις.

Είναι όλα προσχεδιασμένα και γραμμένα με έντεχνο-σατανικό τρόπο στα κείμενα της ΨΕΥΔΟ συνόδου.

Πόσοι όμως Ορθόδοξοι Χριστιανοί τα έχουν ερευνήσει, προκειμένου να έχουν ορθή άποψη; 

Γιατί επομένως διερωτόμαστε για το πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Ας αποκτήσουμε τις ανάλογες γνώσεις που χρειάζονται και ας ενεργήσουμε διότι μόνο με την προσευχή δε θα σωθούμε.

Οι υποκριτές –ψευτο ρασοφόροι προσποιούνται σε εμάς ότι τάχα αντιδρούν… και στο τέλος, πάντα συμμορφώνονται στις υπαγορεύσεις των αφεντικών τους, μασόνων πολιτικών και μη, αδιαφορώντας παντελώς για τη δογματική ακρίβεια και ευταξία της Εκκλησίας.

ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ, ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ και ΣΗΜΑΔΕΨΑΤΕ ΤΟΥΣ, ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΜΑΚΡΑΝ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ!

ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΟΙ ΣΤΟ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ!

Αγαπούν ό,τι είναι ξένο, διεστραμμένο και μισούν ό,τι είναι ευλογημένο, ελληνικό και Ορθόδοξο!!!

«ΜΠΡΟΣΤΑ ΠΗΓΑΙΝΕΙ Η ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΑΙ ΠΙΣΩ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ!» (Γ. Παισίου)

Με εν Χριστώ αγάπη και ενδιαφέρον
Γεώργιος Φλώρος