.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικές Νουθεσίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικές Νουθεσίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Προσευχή με το Ψαλτήρι

Θέλει πολλή προσοχή σήμερα. Η μονή λύση η προσευχή είναι∙ αλλιώς δε γίνεται. Πάντως το Ψαλτήρι πολύ βοηθάει. Είναι κεραυνός για τον διάβολο. Πόση παρηγοριά βρίσκω με το Ψαλτήρι! 
Το χώρισα σε τρία μέρη. Κάθε μέρα διαβάζω και ένα μέρος. Σε τρεις μέρες το τελειώνω και μετά το αρχίζω πάλι από την αρχή. Διαβάζω την περίπτωση του Ψαλμού και κάνω καρδιακή προσευχή για την περίπτωση αυτήν και για όσους πάσχουν σωματικά και ψυχικά.
Μετά διαβάζω τον Ψαλμό και στο τέλος κάθε Ψαλμού λέω: «Ο Θεός, ανάπαυσον τους κοιμηθέντας δούλους σου». Αυτήν την μιάμιση ώρα που διαβάζω το Ψαλτήρι την βλέπω σαν την πιο θετική βοήθεια προς τον κόσμο. 
Τον χειμώνα που υπέφερα πολύ από την κήλη, όρθιος το διάβαζα.
Από τα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα από τους ανυπόφορους πόνους. Με το ένα χέρι συμμάζευα την κήλη και με το άλλο κρατούσα το Ψαλτήρι. 
Χτυπούσα τον διάβολο με το πυροβόλο. Την ημέρα τον χτυπούσα με το Ψαλτήρι, το βράδυ με την ευχή. Λύσσαξε ο διάβολος. Αυτό το σακάτεμα με την κήλη ήταν δαιμονικό χτύπημα. Αλλά και ο Θεός το παραχώρησε, για να δη τι θα κάνω.
– Γέροντα, δυσκολεύομαι να διαβάζω όρθια το Ψαλτήρι, χωρίς να στηρίζομαι κάπου.
– Θα κάνω και για σας «υποστυλώματα» για τον «ναό του Αγίου Πνεύματος» της καθεμιάς∙ θα κάνω και για σας ακουμπιστήρια. Επάνω σε ένα ξύλο καρφώνω ένα οριζόντιο σανίδι σε σχήμα ταυ. Σ’ αυτό ακουμπώ και διαβάζω το Ψαλτήρι. Έχω ένα ακουμπιστήρι μέσα στο κελί και ένα έξω.
– Γέροντα, μερικές φορές όταν είμαι κουρασμένη διαβάζω το Ψαλτήρι, αν και από την κούραση δεν καταλαβαίνω τίποτε, βιάζω τον εαυτό μου να σταθώ όρθια και νιώθω ότι αυτό με βοηθάει. Μου λέει όμως ο λογισμός ότι αυτή η προσευχή δεν έχει αξία.
– Μπορεί να μην καταλαβαίνεις τι διαβάζεις, αλλά έχει αξία, γιατί, παρόλο που είσαι κουρασμένη, βιάζεις όμως τον εαυτό σου και στέκεσαι μπροστά στον Χριστό. Να μην ξεχνάς ότι και ο κόπος συμπεριλαμβάνεται στην προσευχή.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ζ΄. Περί Προσευχής. ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. 

oikohouse.wordpress.com

Για την απώλεια της χάριτος του Θεού, υπεύθυνοι είμαστε μόνο εμείς, «η λάθος αγάπη του εαυτού μας»

Άγιος Σιλουανός ο ΑθωνίτηςΕνώ όλα πάνε καλά στην ζωή μας, στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους και με τον Θεό, έρχεται μία μέρα όπου χάνουμε αυτή την χάρη, ξαφνικά ή σταδιακά.

Τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνουμε αυτό που μας συμβαίνει. Όλα πήγαιναν τόσο καλά, και τώρα είναι όλα τόσο οδυνηρά. Η επιθυμία να προσευχηθείς μειώνεται, η προσευχή γίνεται στεγνή και κοπιώδης, η πνευματική προσοχή χαλαρώνει.

Οι σχέσεις μας με τους άλλους περιπλέκονται: τους κρίνουμε και τους κατακρίνουμε αντί να κοιτάμε τα δικά μας προσωπικά λάθη. Η καρδιά μας μένει κλειστή, σκληραίνει.

Η ψυχή ταράζεται, σκοτεινιάζει, γίνεται λεία των παθών και των λογισμών που την περικυκλώνουν. 
Η ύπαρξη δεν αναζητά να ανέλθει προς τον Θεό, αλλά βυθίζεται στην καθημερινότητα ή στα κοσμικά πάθη, περιορίζεται σε πράξεις ρουτίνας, μέσα στις ανάγκες και τις καθημερινές έγνοιες. Η υπομονή μας απέναντι στις αντιξοότητας και στον πόνο αποδυναμώνεται.

Για όλη αυτήν την κατάσταση λοιπόν, της απώλειας της χάριτος του Θεού υπεύθυνοι είμαστε μόνο εμείς, η λάθος αγάπη του εαυτού μας. Όσο γιγαντώνεται μέσα μας το εγώ τόσο...
...καταλαμβάνει τον χώρο της ύπαρξής μας που δεν μένει τελικά χώρος για τον Θεό.

Έχουμε λοιπόν ευθύνη για την απώλεια αυτής της Χάριτος. Αυτή η ευθύνη απαιτεί επαγρύπνηση, απαιτεί προσοχή, αφού αρκεί ένα τίποτα, μία μόνο σκέψη ματαιοδοξίας, γι να εγκαταλειφθεί η ψυχή από το φως του Πνεύματος.

Η υπερηφάνεια ενεδρεύει στην καρδιά μας, ακόμα κι όταν είμαστε εν μέσω πνευματικών προσπαθειών. Τελικά χαρακτηριστικό του εγώ είναι η ικανότητά του να διαστρέφει τα πάντα σε αντικείμενα ατομικής χρήσης και οφέλους.

Είναι πιθανόν να προσεύχεσαι, να συμμετέχεις στη θεία λειτουργία, να μελετάς την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά αυτή σου η συμπεριφορά να προέρχεται είτε από μία προσπάθεια καλλωπισμού της «βιτρίνας» του εγώ σου με ένδοξα ψιμύθια, είτε από την προσπάθεια να θέσεις υπό την κατοχή σου τον Θεό! 
Σ’αυτές τις περιπτώσεις, ζούμε μία ολοκληρωτική πνευματική ψευδαίσθηση.

Τα πάθη της υπερηφάνειας και οι αμαρτίες είναι όπως τα σύννεφα που κρύβουν το φως της Χάριτος και του Θείου Ελέους. Αλλά πίσω από τα σύννεφα, ο ήλιος δεν λάμπει λιγότερο.

oikohouse.wordpress.com

«Είμαστε προσκυνητές σε αυτή τη γη και δεν υπάρχει τίποτα μόνιμο για μας εδώ...»

Στη φράση του π. Σεραφείμ («Είμαστε προσκυνητές σε αυτή τη γη») μάλλον δεν θα πρέπει να νοήσουμε τους «προσκυνητές» με την κλειστή έννοια της ενέργειάς τους...
Αυτοί «προσκυνούν», όχι τόσο με τη σημασία ότι «πέφτουν κάτω και κάνουν μια εδαφιαία μετάνοια» ή ότι «υποκλίνονται βαθιά», αποδίδοντας έτσι σεβασμό ή εκφράζοντας συντριβή, αλλά «προσκυνούν» με την έννοια τού ότι σταθμεύουν μεν για λίγο, αλλά λίγο αργότερα «προχωρούν πιο πέρα»… «αφήνουν κάτι, κάποιους ή ακόμη και τα πάντα πίσω τους» και, έτσι, «συνεχίζουν την πορεία» τους, ως αεικίνητοι «προσκυνητές», 
«ξεχνώντας όλ’ αυτά που είναι πίσω τους και κάνοντας ό,τι μπορούν για να φτάσουν αυτά που είναι μπροστά τους»
...όπως λέει εμφατικά ο Απόστολος Παύλος (πρβλ. Φιλ. 3, 13). 
Διότι ο «προσκυνητής» εν προκειμένω είναι αυτός που, κατά τα ρωσικά ευλαβικά ειωθότα, αφιερώνει ολόκληρη τη ζωή του στον μακρύ κόπο της συνεχούς επίσκεψης προσκυνημάτων ανά τη χριστιανική οικουμένη. 
Για το λόγο αυτό ο «προσκυνητής», μη έχοντας ο ίδιος «τίποτα μόνιμο εδώ» –πάντα σύμφωνα με τη φράση του μακαριστού π. Σεραφείμ– είναι κατά πάντα «απροσπαθής», ελεύθερος και αδέσμευτος παραμένοντας πάντα περαστικός, πάντα φευγαλέος, πάντα οδίτης, πάντα διαβάτης και παρεπίδημος, πάντα άοικος και άπατρις...
Σε κάθε του νέο «προσκύνημα» ανακαλύπτει έκπληκτος και ένα άλλο μυστικό «επέκεινα» του Θεού, συνάμα και του εαυτού του· και σε κάθε του εξαντλητική πορεία διαπιστώνει ότι όλη η φρούδα, επίγεια και επίμοχθη ζωή του ριζώνει βαθύτερα στον Ουρανό, όσο μελετά και συνειδητοποιεί την προσκαιρότητα της ζωής των επιγείων...
Μέσα στην υπόπτερη καρδιά του «προσκυνητή» θα βρούμε απτό «το μυστήριο της ευσεβείας» (πρβλ. Α΄ Τιμ. 3, 16), της ζωής και του θανάτου, της φθοράς και της αιωνιότητας, τελειούμενο στην εσχατολογία των πάντων, η οποία εδράζεται πλήρως στο πρόσωπο του αγαπημένου, φίλου, οικείου, αλλά και του ξένου, υπερκόσμιου και αιώνιου Σωτήρος Χριστού...
Ο τύπος του ανθρώπου που εκπροσωπείται από τον «προσκυνητή» είναι αυτός που με έναν «άλλο» τρόπο παρείδε τη ρουτίνα των τετριμμένων και τη στατικότητα των επιγείων, και...
βηματίζει αποφασιστικά προς έναν άλλον ορίζοντα...
Ποιον ορίζοντα; Τον ορίζοντα των μη ορωμένων αλλά και των αληθινά μενόντων. 
Η πορεία του δύσκολη, κοπιαστική, ακατανόητη και διαρκώς αμφισβητούμενη...
Ποιος είναι αυτός που πάει κόντρα στην προσκαιρότητα και δεν συμπλέει με τη φθορά των έργων των πολλών; 
Πώς τολμάει να διανύει έναν τέτοιο εσωτερικά πολύπονο και περιπετειώδη βίο, για να συναντήσει και να βιώσει την ελευθερία της καρδιάς του, αναιρώντας τις συμβάσεις του εφησυχασμένου πλήθους; 
Αυτός που μένει απόρθητος στη φθορά, δεν μπορεί να μείνει άγευστος του μαρτυρίου. 
Αλλά εκεί στο μαρτύριο βρίσκεται η παράκληση και η παρουσία του Θεού...

π. Δαμιανός Σαράντης
π. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ 
(1931–1982) 

Οι νεκροί μας παρακαλούν συνεχώς να έχουμε τον νου μας σε αυτούς...

Για αυτό να μην ξεχνάμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα που δεν είναι πια εδώ κοντά μας και να τους μνημονεύουμε πάντοτε…

Ένα σώμα είμεθα εμείς με τους νεκρούς.
Μία Εκκλησία είμεθα με τον ουρανόν, με τους κεκοιμημένους μας.
Εάν νιώθουμε την ανάγκη ο ένας να μιλάει εις τον άλλον, ο ένας να φροντίζει διά τον άλλον, κατανοείτε πόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι νεκροί να επικοινωνούμε μαζί τους;

Οι νεκροί μας παρακαλούν συνεχώς να...
...έχουμε τον νού μας εις αυτούς. Οι νεκροί μας ζούν και μας κοιτάζουν να δούν εάν εμείς τους μνημονεύουμε.

Υπάρχει μεγάλη ανάγκη δι᾽αυτήν την επικοινωνία.
Την προσευχή μας να την αναπέμπουμε και γι᾽ αυτούς.
Την ελπίδα μας εις τον Χριστό να την έχουμε και γι᾽ αυτούς.

Τις λειτουργίες μας να τις κάνουμε και γι᾽ αυτούς. Σαρανταλείτουργα να κάνουμε και γι᾽ αυτούς, ελεημοσύνες, μνημόσυνα, τρισάγια.

Όλα αυτά βοηθούν πραγματικά τους νεκρούς μας.
Όχι μόνον τους βοηθούν, αλλά είναι και δική μας επικοινωνία με όλον τον άλλον κόσμο, με τους αγγέλους και τους αγίους.

Ακόμη πρέπει να σας πω ότι, όταν εμείς τους ενθυμούμεθα και τους μνημονεύουμε, τότε εκείνοι αγάλλονται, χαίρονται, ελπίζουν, προσμένουν, προχωρούν συνεχώς προς την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, καλλιεργώντας μέσα τους την ελπίδα.

Και όσοι από αυτούς δεν αντιδρούν, όσοι από αυτούς δεν απορρίπτουν τον Θεόν εκεί επάνω, αυτοί όλο και περισσότερο τον πλησιάζουν και μας στέλνουν διαρκώς μηνύματα να τους μνημονεύωμε.

Να ξέρετε πόσην ευγνωμοσύνη μας χρεωστούν και πόσο μας την ανταποδίδουν, όταν εμείς τους μνημονεύουμε!

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Τα λίγα και απλά της προσευχής

Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε...

Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ' Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι;

Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ' έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;

Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι' άλλη μια φορά:

Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα.

Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου...

Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για την σωτηρία σου.

Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ' όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.

Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι.

Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία;

Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία.Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει...

Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι μεγάλη. Γιατί είναι αδύνατο ν' αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του. 

Γιατί, ύστερ' από μία τέτοια προσευχή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ' ανθρώπινα πάθη. 

Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προσευχής, κάνοντάς το ν' ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προσευχή μας. 

Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση;

Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό;

Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της; 

Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. 

Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του την σκέψη, τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα.

Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά...

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Η σιωπή

Αν δεν μπορείς να νηστεύεις, αν δεν μπορείς να αγρυπνείς, αν δεν μπορείς να κάμεις φιλανθρωπία διότι είσαι φτωχός...
αν δεν μπορείς να εκριζώσεις τα πάθη σου, διότι δεκαετίες έχουν ριζωθεί στα σπλάχνα σου, και έχουν γίνει δευτέρα φύση...
Aν δεν μπορείς να εκριζώσεις το μίσος, τον φθόνο, τη ζηλοφθονία, τη χαιρεκακία, τον φόβο, την καχυποψία, τη λύπη, τη φιληδονία, την επαίσχυντη επιθυμία, τον φόβο του θανάτου, τη φιλαυτία και την αγάπη των ωραίων και απολαυστικών φαγητών... τη λιποψυχία και τη νευρικότητα,  που η εκρίζωση όλων αυτών προϋποθέτει χρόνο πολύ και θέληση ισχυρή, και δυνάμεις πολλές και κακουχίες και ταλαιπωρίες του σώματος ουκ ολίγες, όμως απόκτησε μια εύκολη αρετή που θα σε βοηθήσει σιγά-σιγά να απαλλαγείς από όλα σου τα πάθη.
Απόκτησε την αρετή που θα σε βοηθήσει να χαλιναγωγήσεις και να ελέγξεις όλες σου τις επιθυμίες.
Θα σε βοηθήσει να γίνεις σιγά-σιγά δοχείο των μυρωμάτων και δωρεών του Αγίου Πνεύματος, το οποίο ως φωτιά, και πυρκαγιά άσβεστη, και κεραυνός...
θα σου κατακάψει τα πάθη και θα λύσει τα δεσμά της αμαρτίας και θα σου λυώσει τις αλυσίδες όλων των ορέξεων και ορμών πανίσχυρων και ακατανίκητων...
Απόκτησε και αγάπησε τη μητέρα όλων των αρετών, τη σιωπή...
Η σιωπή είναι θεοπρεπής τρόπος λατρείας του Θεού. Το θείον δια της σιωπής λατρεύεται, μας λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Με τη σιωπή λατρεύουμε τον Θεό. Ο σιωπηλός είναι πάντοτε σε θέση λατρείας του Θεού, είναι ο προσευχόμενος άνθρωπος και υπεράνω του προσευχομένου ανθρώπου. 
Η σιωπή είναι η προσευχή των προσευχών. Το ευώδες άρωμα που εναποθέτει ο άνθρωπος στο υποπόδιο του θρόνου του παντοδυνάμου Θεού.
Η τροφή της ψυχής και η υγεία της ψυχής. 
Η σιωπή οξύνει την διάνοια, γεννάει σκέψεις και λογισμούς θεοσεβείς, ειρηνεύει τα σπλάχνα.. φέρνει τη χαρά, διώχνει τη λύπη, ειρηνεύει τους ανθρώπους και σε συμφιλιώνει με τον εαυτό σου και με ολόκληρο τον κόσμο.
Ο σιωπηλός ανακαλύπτει και απολαμβάνει την ομορφιά της δημιουργίας, την ομορφιά της βροχής, του χιονιού, της ανατολής και της δύσεως του ήλιου. Την ομορφιά της ανοίξεως, του φθινοπώρου, του χειμώνα, του καλοκαιριού. 
Με τη σιωπή απολαμβάνεις τις απέραντες αφροστεφανωμένες θάλασσες, τις ερημικές βραχονησίδες, τα πανύψηλα χιονοστεφανωμένα βουνά, τις καταπράσινες πεδιάδες, τα γυαλιστερά ποτάμια και κάθε μορφή ζωής που υπάρχει μέσα σ’ αυτά.
Ο καλλιτέχνης στη σιωπή εργάζεται. Ο γλύπτης, ο ζωγράφος, ο ποιητής, ο στοχαστής.
Ο ευεργέτης στη σιωπή εργάζεται. Ο καλός χειρούργος, που πολλές ώρες χειρουργεί έναν βαριά άρρωστο, έναν βαριά τραυματία και δίνει υγεία και ζωή, στη σιωπή εργάζεται. 
Ο εφευρέτης, ο οικοδόμος πολιτισμού στη σιωπή επιτυγχάνουν τους υψηλούς τους στόχους.
Η σιωπή ειρηνεύει τους ανθρώπους και τους λαούς. Φέρνει την αγάπη στους συζύγους, την ομόνοια στους συνεργαζόμενους. Απόκτησε τη σιωπή, έστω πειραματικά, δοκιμαστικά, και θα δεις τους ευγενικούς, τους γλυκύτατους καρπούς της... 
Όταν τους γευτείς, θα αποφασίσεις να διαφυλάξεις τη σιωπή σ’ όλη σου τη ζωή και να γίνεις ένας σιωπηλός και εσωτερικός άνθρωπος...

Από το βιβλίο: † Αρχιμ. Σεραφείμ Δημόπουλου
ΛΟΓΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ Α’. Έκδοση Φιλ. Σωματείου «Ιωάννης ο Χρυσόστομος»

Όταν διαπιστώνεις ότι κάτι δεν πάει καλά, έχει ξεκινήσει το ταξίδι της ιάσεως

H μεγαλύτερη δύναμή μας 
βρίσκεται στη συνειδητοποιημένη αδυναμία μας 
και η αγιότητα στη μετανοημένη αμαρτία.

Όταν διαπιστώνεις ότι κάτι δεν πάει καλά, έχει ξεκινήσει το ταξίδι της ιάσεως.

Η δύναμη και η ροπή προς την αμαρτία μοιάζει με μια αγιότητα σε πτώση που σέρνεται τραυματισμένη και ψάχνει ίαση για να επανέλθει στον θρόνο της. Δεν είναι κακή αυτή η δύναμη, αλλά ο στόχος στον οποίο κατευθύνεται την αρρωσταίνει. Τα πάθη ως δυνάμεις της ψυχής δεν είναι αμαρτωλά από μόνα τους, απλά γίνονται αρρώστιες όταν αιχμαλωτίζονται σε καταστάσεις θανάτου. Γι’αυτό και σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά τις δυνάμεις τις ψυχής οφείλουμε όχι να τις καταργήσουμε αλλά να τις μεταβάλλουμε.
Για τον λόγο αυτό στην εκκλησία έχουμε την άσκηση ως μητέρα του αγιασμού για να μπορούμε να διορθώνουμε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος όποιες πτώσεις συμβαίνουν και συνθλίβουν την ύπαρξή μας.
Οι αμαρτίες μας είναι στην ουσία προδομένοι έρωτες. Επιθυμίες που ενώ αρχικά μοιάζουν με πρόβατα διαπιστώνουμε ότι είναι λύκοι με ένδυμα προβάτου και πέφτουμε στην παγίδα. Δεν είναι κακές οι επιθυμίες αλλά αν δεν απευθύνονται στον Χριστό τότε αρρωσταίνουν από τον καρκίνο της φθοράς και παρασέρνουν τον άνθρωπο στην απώλεια.
Τα πάντα εξαρτώνται από το βαθύτερο θέλω, από την προαίρεση όπως έλεγε και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Τι θέλω , γιατί το θέλω, πως το θέλω ….  από αυτά εξαρτώνται τα πάντα. 
Όταν το βαθύτερο θέλω δεν έχει τη σφραγίδα του Χριστού και κομματιάζεται από εδώ και εκεί, πουλιέται και πορνεύει στα σκοτάδια ο άνθρωπος τότε βαδίζει τυφλός και μεθυσμένος στον δρόμο της απώλειας.
Στην εκκλησία η θεραπεία και ο αγιασμός του ανθρώπου δεν έρχεται με μια φιλοσοφική ή ηθική αλλαγή σε επιφανειακό επίπεδο. Η εξωτερική αλλαγή είναι αποτέλεσμα και όχι η αρχή, διαφορετικά η εκκλησία ξεπέφτει σε ηθικιστικό σωματείο. Στην εκκλησία η θεραπεία έρχεται με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος δια μέσου των Ιερών Μυστηρίων. 
Θέλει ο Χριστός, θέλω κι εγώ και τότε έρχεται ο γάμος της μεταμορφώσεως του ανθρώπου στην πορεία προς το καθ’ ομοίωσιν.
Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς άσκηση, χωρίς πάλη με τον εαυτό μου, χωρίς χτυπήματα και ραπίσματα στο πρόσωπο μου, χωρίς να συναντάω τα όρια του πόνου και να διαπιστώνω ότι υπάρχει ακόμα χώρος για να προχωρήσω γιατί ο Χριστός μου δείχνει τον δρόμο και μου ανοίγει οδούς θεραπείας. Στην Εκκλησία η άσκηση δεν γίνεται για την άσκηση. 
Την άσκηση δεν την έχει ανάγκη ο Χριστός, αλλά εγώ την χρειάζομαι διότι είναι η φυσιοθεραπεία για να θεραπεύσω την ψυχή μου βλέποντας πρώτα πως κινείται. 
Η άσκηση είναι κατάσταση υποδοχής της χάριτος γι’ αυτό οφείλει η άσκηση να γίνει με πλήρη ετοιμότητα και ανοιχτή καρδιά αλλιώς δεν θα έχει αποτέλεσμα.
Δεν παίρνουμε αποφάσεις. Εκεί βρίσκεται η ασθένεια μας. Μας αρέσει η ταλάντευση, και με τον Χριστό και με τον διάβολο γι’ αυτό πελαγοδρομούμε. Η απόφαση για τη θεραπεία και τη σχέση με τον Χριστό είναι κίνηση δίχως γυρισμό αν θέλουμε να βρούμε ίαση. Δεν έχει σημασία αν πέφτω, αν έχω πάρει αποφάσεις θα σηκώνομαι αμέσως και θα συνεχίζω το ταξίδι. Αν δεν έχω στερεωθεί στην απόφαση, η πτώση θα γίνει ο δικός μου Άδης.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που γίνεται δύτης στον πυθμένα της καρδιάς του με σκοπό να καθαρίσει τον βυθό από την μόλυνση αλλά και να βρει διαμάντια ώστε να τα ανασύρει για να τα διαφυλάξει.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που αναζητά να βρει τον πραγματικό του εαυτό αλλά στην ουσία έχει πάρει απόφαση να τον χάσει. 
«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι» (Μάρκ. η΄ 34).

Ευλογημένος ο άνθρωπος που δεν ικανοποιείται πνευματικά με τίποτα και συνεχώς διψάει για χάρη Θεού.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του χειρότερο πάσης κτίσεως διότι αυτό είναι το πρώτο σκαλοπάτι για την ανάβαση προς τον ουρανό.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που διψάει να αποκτήσει νου Χριστού.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που δεν χρειάζεται να πει πολλά διότι η αγιότητα του μαρτυρείται από τη ζωή του.

Ο Πνευματικός άνθρωπος δεν χρειάζεται να σου πει πολλά, φαίνεται από χιλιόμετρα όπως το αστέρι στον ουρανό διότι λάμπει η χάρις του Χριστού στην ύπαρξή του.
Τέτοιους ανθρώπους έχουμε ανάγκη σήμερα, όχι ηθικά καλούς, αλλά οντολογικά θεραπευμένους προς τον Αγιασμό…
Αυτός οφείλει να είναι και ο δικός μας προορισμός….

π. Σπυρίδων Σκουτής

Ο νέος άνθρωπος είναι αδύνατο να μην ταράσσε­ται από σαρκικούς λογισμούς

Ο νέος άνθρωπος είναι αδύνατο να μην ταράσσε­ται από σαρκικούς λογισμούς. 

Πρέπει γι’ αυτό να προσεύχεται επίμονα στον Θεό, για να σβήσει εγκαί­ρως την σπίθα των 
αισχρών επιθυμιών μόλις εμφανισθεί. 

Τότε δεν θα δυναμώσει ποτέ η φλόγα.

Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Αφήστε το μέλλον στην Πρόνοια του Θεού

Μερικοί βασανίζονται από τριών ειδών προβλήματα.

Από εκείνα που είχαν κάποτε. Από εκείνα που έχουν τώρα και από εκείνα που περιμένουν ότι θα έχουν.

Οι λύπες, βέβαια, θα έρθουν, αλλά τι θα κερδίσουμε, αν βιαστούμε και τρέξουμε να τις προϋπαντήσουμε;

Θα έχουμε αρκετό καιρό να λυπηθούμε, όταν έρθουν.

Στο μεταξύ ας ελπίζουμε για καλύτερα πράγματα και ας μένουμε σταθεροί ως το τέλος

Άφησε το παρελθόν στο έλεος του Θεού, το παρόν στην Αγάπη Του και το μέλλον στην Πρόνοιά Του.

Αββά Ησύχιου

Πῶς θά ξέρουμε ὅτι ζοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἤ ὄχι;

Ἂν εἶστε θλιμμένοι γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχετε δοθεῖ στὸν Θεό, ἔστω κι ἂν ἐξωτερικὰ ἔτσι μπορεῖ νὰ φαίνεται. Ὅποιος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει σκοτοῦρες. Ὅταν χρειάζεται κάτι, ἁπλὰ προσεύχεται γι’ αὐτό. 
Ἂν δὲν τοῦ δίδεται αὐτὸ ποὺ ζητᾶ , ἐπιχαίρει σὰν νὰ τοῦ δόθηκε. Μία ψυχὴ ποὺ ἔχει δοθεῖ στὸν Θεὸ δὲν φοβᾶται τίποτα, οὔτε καν τοὺς ληστές, τὴν ἀρρώστια ἢ τὸν θάνατο. Μία τέτοια ψυχή, μπροστὰ σὲ ὅ,τι κι ἂν συμβεῖ, ἀναφωνεῖ: «Ἦταν θέλημα Θεοῦ». Ἐδῶ στὴ γῆ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νὰ κατανικήσουμε κάθε κακὸ μὲ εἰρήνη καὶ ἡσυχία.
Μποροῦμε νὰ ἔχουμε εἰρήνη ὅταν ζοῦμε σὲ περιβάλλον ἥσυχο καὶ εἰρηνικό, ἀλλὰ αὐτοῦ τοῦ....εἴδους ἡ εἰρήνη δὲν εἶναι σταθερὴ καὶ μόνιμη εἶναι ἡ εἰρήνη ποὺ κερδίζεται σὲ συνθῆκες χαοτικές. 
Ὅταν μετακινεῖσαι ἀπὸ ἥσυχα περιβάλλοντα σὲ χαοτικά, ἡ διάθεσή σου ἀλλάζει ἀκαριαία καὶ γίνεσαι εὐερέθιστος – ἐντελῶς ἀναπάντεχά σου ἐπιτίθενται πονηροὶ λογισμοὶ καὶ ὁ νοῦς σου βουτάει στὴν κόλαση. Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος τῆς εἰρήνης μας. 
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ ὁ Κύριός μας κατευθύνει μέσα ἀπὸ βάσανα καὶ ὀδύνες: γιὰ νὰ μποροῦμε δι’ αὐτῶν νὰ ἀποκτήσουμε πραγματικὴ εἰρήνη. Ἄνευ Ἐκείνου δὲν θὰ εἴχαμε τὴ δύναμη νὰ ξεπεράσουμε αὐτὰ.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Οἱ λογισμοὶ καθορίζουν τὴ ζωή μας», Βίος καὶ διδαχὲς τοῦ γέροντα Θαδδαίου τῆς Βιτόβνιτσα, σέλ. 210, Ἐκδόσεις: «Ἐν πλῶ»

Να γιατί, οι σύγχρονοι Επίσκοποι και Ιερείς σφάλλουν θανάσιμα!

Γιὰ νὰ μὴν ξεχνοῦν οἱ παλαιότεροι,
καὶ γιὰ νὰ μαθαίνουν οἱ νεώτεροι!

Σὲ ἐκτεταμένη παράβαση τοῦ ὑψίστου λειτουργήματος τους βρίσκονται οἱ ἱερωμένοι,συμπαρασύροντας στὴν προδοσία τῆς Πίστεως τοὺς λαϊκοὺς ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν ἀδιαμαρτύρητα

Κανὼν ΜΣΤ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 



«Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».

Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰἀποστρέφωνται τοὺς αἱρετικούς (σσ. τοὺς χωρισμένους ἀπὸ τὴν Μίαν Ἐκκλησίαν καὶ καταδικασμένους), καὶ τὰς τῶν αἱρετικῶν τελετάς. Μᾶλλον δὲ αὐτοί, οἱ αἱρετικοὶ δηλ., πρέπει νὰἐλέγχωνται καὶ νὰ νουθετῶνται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους, μήπως ἤθελαν καταλάβουν καὶ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν πλάνην των. Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι, ὅποιος Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἤθελεν ἀποδεχθῆ ὡς ὀρθὸν καὶ ἀληθινὸν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ἢ τὴν παρ’ αὐτῶν προσαγομένην θυσίαν, ὁ τοιοῦτοςπροστάζομεν νὰ καθαιρεθῇ. Ἐπειδὴ ποίαν συμφωνίαν ἔχει ὁ Χριστὸς μὲ τὸν διάβολον; ἢ ποίαν μερίδα ἔχει ὁ πιστὸς μὲ τὸν ἄπιστον;
Διότι ἐκεῖνοι ὁποῦ δέχονται τὰ παρὰ τῶν αἱρετικῶν,
ἢ τὰ ὅμοια φρονήματα ἐκείνων ἔχουσι καὶ αὐτοί, ἢ τὸ ὀλιγώτερον δὲν ἔχουσι προθυμίαν νὰ ἐλευθερώνουν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κακοδοξίαν των.
Οἱ γὰρ συνευδοκοῦντες εἰς τὰς ἐκείνων τελετάς, πῶς δύνανται νὰ ἐλέγξουσιν αὐτοὺς διὰ νὰ παραιτήσουν τὴν κακόδοξον καὶ πεπλανημένην αἵρεσιν;».

Τι εννοούμε όταν λέμε: σεβασμός στους Πατέρες της Εκκλησίας;

Είπε Γέρων:

Όσοι ομιλούν περί Εκκλησίας χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψει τους Πατέρας δεν είναι ορθόδοξοι.

Όσοι διδάσκουν, βασιζόμενοι μόνον εις την Αγίαν Γραφήν και δεν ακολουθούν την ερμηνείαν αυτής υπό των Αγίων Πατέρων, προτεσταντίζουν.

Όσοι υπευθύνως ενεργούν, ανατρέποντες όσα άχρις ημών η πολιά αρχαιότης διέσωσε, πλήττουν εις τα καίρια την Εκκλησίαν.

Όσοι δεν έπονται εις την ποικίλην διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων, αντιπίπτουν εις το Πνεύμα το Άγιον.

Όσοι ανατρέπουν τας Παραδόσεις της αγιωτάτης Εκκλησίας μας, ομοιάζουν με τον ρωμαίον στρατιώτην, ο οποίος εράπισε εις την σιαγώνα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Όσοι υπευθύνως ενεργούν, ανατρέποντες όσα άχρις ημών η πολιά αρχαιότης διέσωσε, πλήττουν εις τα καίρια την Εκκλησίαν.

Όσοι δεν έπονται εις την ποικίλην διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων, αντιπίπτουν εις το Πνεύμα το Άγιον.

Όσοι ανατρέπουν τας Παραδόσεις της αγιωτάτης Εκκλησίας μας, ομοιάζουν με τον ρωμαίον στρατιώτην, ο οποίος εράπισε εις την σιαγώνα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Αντιθέτως, 

Όσοι ομιλούν περί Εκκλησίας και νοούν Πατέρας, αυτοί είναι όντως Ορθόδοξοι.  

Όσοι διδάσκουν θεολογίαν και με την μεν δεξιάν κρατούν την Αγίαν Γραφήν, εις δε την ευώνυμον την ερμηνείαν των Πατέρων, αυτοί ευρίσκονται εντός της πνευματικότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

Όσοι υπευθύνως ενεργούν βάσει των Πατερικών Παραδόσεων, αυτοί δοξάζουν αληθώς τον Θεόν. 

Όσοι αποδέχονται την Παράδοσιν της Εκκλησίας ως ισόκυρον με τας Αγίας Γραφάς και αγωνίζονται δι’ αυτήν, είναι μάρτυρες τη προαιρέσει.

Η Εκκλησία κατά των αιρέσεων

Ὁ ρόλος τῶν ποιμένων

Μᾶς ἐστάλη τὸ παρακάτω κείμενο τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ διδακτορικὴ διατριβὴ γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὶς αἱρέσεις.
Ἀφήνουμε τὸ κείμενο ἀσχολίαστο καὶ καλοῦμε τὸν ἀναγνώστη νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του, ἀφοῦ στὸ κείμενο αὐτὸ ἀναφέρονται πολλὲς πτυχὲς τοῦ σημερινοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ γιὰ τὸν τρόπο ἀντιμετώπισής του. Πάντως ἕνα εἶναι σίγουρο. Τὰ λόγια του Ἁγίου, ἑνὸς ἀκόμα Ἁγίου, ἀποτελοῦν κόλαφο γιὰ κάθε "εὐσεβῆ" ἱερέα καὶ ἐπίσκοπο ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ποιμαίνει καὶ ἐπισκοπεῖτῆς ποίμνης του.

Βλασία Δ. Κασκανιώτη, Εκκλησία, σχίσμα και αίρεση κατά τον άγιο Νεκτάριο, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2015.

8. Η στάση της Εκκλησίας έναντι των αιρέσεων
Όπως σημειώνει ο άγιος Νεκτάριος, οι αιρεσιάρχες με προκλητικό θράσος και απερίγραπτη τόλμη προσπαθούσαν να παρασύρουν τα πλήθη αλλά, κυρίως, να γοητεύσουν και να προσεταιριστούν τους βασιλείς. Αυτό άλλοτε το πετύχαιναν και άλλοτε όχι, γιατί μερικές φορές προσέκρουαν στην καχυποψία των βασιλέων, οι οποίοι, για να διαλύσουν τις αμφιβολίες τους καλούσαν την Εκκλησία να αποφανθεί για τα δύσκολα ή περίπλοκα γι’ αυτούς δογματικά ζητήματα, τα οποία υπερέβαιναν τις προσωπικές τους γνώσεις και κρίσεις540.
Κατάφεραν με τον τρόπο αυτό οι αιρεσιάρχες να προκαλέσουν την αφύπνιση της Εκκλησίας και την ανάδειξη εξαίρετων μορφών που πρωτοστάτησαν στον αγώνα της κατά της πλάνης. Πρόκειται κατά κανόνα για σοφούς ιεράρχες, δεινούς γνώστες της φιλοσοφίας και κατόχους όλων των κοσμικών επιστημών αλλά και καθοδηγημένους από το Άγιο Πνεύμα, ώστε να κατανοούν τις Γραφές και να αντλούν από αυτές πλήθος επιχειρημάτων κατά των αιρετικών δοξασιών. Με την πνευματική προσφορά των ανθρώπων αυτών από τη μια εμπλουτίζεται και φωτίζεται ακόμη περισσότερο η μία και μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας και από την άλλη γίνεται ευκολότερος ο εντοπισμός των αιρετικών και η αποκοπήτους από το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Στη μελέτη του περί των Οικουμενικών Συνόδων ο άγιος περιγράφει σφαιρικά τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στην αίρεση. Εκεί διαφαίνεται ο διπλός στόχος των αγωνιζομένων υπέρ της αληθείας: αφενός να αναδείξουν και να διατυπώσουν την αλήθεια της Εκκλησίας και αφετέρου νακατατροπώσουν την αίρεση. Στην προσπάθεια αυτή ακολουθούν πολλές μεθόδους.
Καθώς στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ιεράρχες και Ποιμένες, οι αρχικές τους ενέργειες επικεντρώνονται στην προσπάθεια να νουθετήσουν τους αιρετικούς υποδεικνύοντάς τους τα λάθη τους με την ελπίδα να τους συνετίσουν, στην περίπτωση που η πλάνη τους είναι αποτέλεσμα άγνοιας και αμέλειας. Εφόσον οι απαντήσεις που θα λάβουν σ’ αυτό τον πρώτο διάλογο δεν κριθούν ικανοποιητικές, τότε κάνουν μία δεύτερη προσπάθεια σε πιο αυστηρό και ελεγκτικό τόνο. Και όταν και αυτή αποδειχτεί ατελέσφορη απέναντι στην πεισματική εμμονή και τον θολωμένο νου των αιρετικών, τότε ο πόλεμος γίνεται σκληρός και λαμβάνει γνώση για το συγκεκριμένο θέμα η τοπική Εκκλησία, η οποία καλείται να αποφανθεί για τις καινοφανείς δοξασίες και να λάβει θέση.
Όταν όμως ούτε και οι τοπικές Εκκλησίες επαρκούν για την ανάκληση στην τάξη των επίμονων και αμετανόητων αιρετικών, οι οποίοι έχουν στο μεταξύ γίνει και επικίνδυνοι,τότε συγκαλούνται τοπικές σύνοδοι και, αν τελικά χρειαστεί, ακόμη και οικουμενικές.
Η ιστορία της Εκκλησίας, όπως την έχει καταγράψει ο άγιος Νεκτάριος, έχει να παρουσιάσει τέτοια παραδείγματα541. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μας προσφέρει ο ΠατριάρχηςΑλέξανδρος Α΄ Αλεξανδρείας (313-328), «ἀνήρ πρᾶος, ἀγαθός καί ἐνάρετος»542, ο οποίος, όταν πληροφορήθηκε ότι μεταξύ των πρεσβυτέρων της δικαιοδοσίας του κυκλοφορούσαν διδασκαλίες ασύμβατες με την ορθόδοξη πίστη και βεβαιώθηκε ότι αυτές διαδίδονταν από τον γνωστό πρεσβύτερο Άρειο, τον προσκάλεσε σε μία συζήτηση, όχι μόνο για να βεβαιωθεί για τα λεγόμενά του αλλά και για να τον νουθετήσει με τρόπο πατρικό δίνοντάς του την ευκαιρία να ξανασκεφτεί και να αναθεωρήσει τις εσφαλμένες αντιλήψεις του543. Εντωμεταξύ ο Αλέξανδρος, που ανύστακτα παρακολουθούσε τον πρεσβύτερο της Αλεξάνδρειας, δεν άργησε να αντιληφθεί ότι ο Άρειος δεν είχε ανανήψει και ότι συνέχιζε με περισσή πονηρία να προπαγανδίζει την πλάνη του544. Ξανακαλεί τότε τον Άρειο, αυτή τη φορά όμως δεν αρκέστηκε μόνο σε νουθεσίες αλλά εστιάζοντας τη συζήτηση στο καίριο θέμα της Αγίας Τριάδας, που είχε αποτελέσει αντικείμενο μίας διάλεξης του Αρείου, αποδεικνύει με τη βοήθεια της φιλοσοφίας την πλάνη του πρεσβυτέρου.
Ο αιρεσιάρχης γνωρίζοντας ότι ήδη υπήρχαν ανάμεσα στον κλήρο και τον λαό άνθρωποι που αποδέχονταν τη διδασκαλία του ως ορθή και άλλοι που την ανέχονταν ως ακίνδυνη545, με θράσος τολμά αυτή τη φορά να ανασκευάσει τα επιχειρήματα του επισκόπου του. Τότε η Θεία Πρόνοια αναδεικνύει τον νεαρό διάκονο Αθανάσιο, ο οποίος, αν και μικρός και ασθενικός στο σώμα, διέθετε πίστη μεγάλη και φλογερή ψυχή. Μία παράγραφος στο σύγγραμμά του αγίου Νεκταρίου είναι αρκετή για να δείξει την απόλυτη διάσταση ανάμεσα στις συγκροτημένες και χαρισματικές προσωπικότητες των χριστιανών και εκείνες των αιρετικών.
Μία προς μία επιλεγμένες οι λέξεις του αναδεικνύουν τα προσόντα και τις σπάνιες αρετές του Αθανασίου: «Νοῦς βαθύς, λογική ἰσχυρά, ἐπιστήμη εὐρεῖα, ἀνθηρόν ὕφος λόγου, καί τέχνη ρητορική ἀπαράμιλλος περιεκόσμουν αὐτόν καί κατέστησαν κρατερόν μαχητήν κατά τήν προκειμένην σπουδαίαν ἔριν. Ὁ Ἀθανάσιος κεκτημένος ὀξύνειαν θαυμαστήν πρακτικώτατον πνεῦμα, εὐφράδειαν ἀξιόζηλον, καί τόλμην ἀκάθεκτον, ἐκ πρώτης ἀρχῆς ἐνόησε περί τίνος ἐπρόκειτο καί εὐθύς κατενόησε τό βάραθρον, εἰς ὅ ἐκινδύνευεν ἡ Πίστις ἡμῶν νά πέσῃ»546. Αυτά τα εγκώμια δεν αποτελούν απλώς έκφραση θαυμασμού του αγίου Νεκταρίου για τον Μέγα Αθανάσιο αλλά είναι τα γνωρίσματα όλων των Πατέρων που πρωτοστάτησαν κατά καιρούς στην υπεράσπιση της αλήθειας: βαθιά γνώση, ρητορική δεινότητα, κοφτερός νους, ακάθεκτη ορμή εναντίον της πλάνης, απόλυτη βεβαιότητα για την κατοχή της αλήθειας, θυσιαστικό πνεύμα, ακατάβλητο θάρρος.
Οι Πατέρες δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικοί, καθώς οιολέθριες συνέπειες της αιρέσεως ήταν άμεσες και οι αιρετικοί με τα μέσα που μετήρχοντο, απρόβλεπτα ισχυροί και αποτελεσματικοί547.
Ο Αθανάσιος, αφού σχημάτισε μία σαφή γνώμη για τον αντίπαλό του εντοπίζοντας τις αδυναμίες του548 και επισημαίνοντας τις αιρετικές του δοξασίες, έγινε βοηθός του Αλεξάνδρου, ο οποίος άρχισε τώρα να υιοθετεί μία όλο και αυστηρότερη στάση. Αφού οι προσωπικές επαφές δεν στάθηκαν αρκετές για να αναχαιτίσουν τη δράση του αιρεσιάρχη, συγκαλείται τοπική Σύνοδος που καταδικάζει την αίρεση του Αρείου ως βλάσφημη και καθαιρεί και αφορίζει τον ίδιο μαζί με άλλους δεκατρείς ομοϊδεάτες του –έντεκα διακόνους και δύο επισκόπους–, τους οποίους επιπλέον ως ανιάτως προσβληθέντες από την αίρεση,καθαιρεί, αφορίζει, αποκόπτει από το σώμα της Εκκλησίαςκαι τελικά απομακρύνει από την Αλεξάνδρεια549. Βέβαια, ως γνωστόν, η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί και χρειάστηκε να ακολουθήσει και μία Οικουμενική Σύνοδος για το ίδιο ζήτημα.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας με τις δυναμικές τους ενέργειες καταδεικνύουν το ανυπέρβλητο χάσμα που «ἐγήγερται» ανάμεσα στις αιρετικές απόψεις και τις άρρητες αλήθειες της Εκκλησίας, και προλαβαίνουν, προτού γίνει ανεπανόρθωτη ζημιά, να οχυρώσουν την Εκκλησία διατυπώνοντας τα δόγματά της μεθοδικά και ξεκάθαρα, διασφαλίζοντας αποτελεσματικά την ενότητά της έναντι οιωνδήποτε εξωτερικών προσβολών550.
Εξιστορώντας τους αγώνες της Εκκλησίας για να κρατήσει αναλλοίωτη την πίστη της, ο άγιος Νεκτάριος βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τις αρετές όχι μόνο των εκκλησιαστικών αντρών αλλά και όλων εκείνων που γενναία υπεραμύνθηκαν της Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους διακρίνονται και πολιτικοί ηγέτες, όπως οι Αυτοκράτορες Κωνσταντίνος και Θεοδόσιος. Με έκδηλη ικανοποίηση τους επαινεί για την τακτική που ακολούθησαν και για την πρωτοβουλία τους να συγκαλέσουν Συνόδους για την οριστική λύση των προβλημάτων.
Όσο και αν οι αυτοκράτορες είχαν τους δικούς τους λόγους, για να προβούν σε τέτοιες ενέργειες, εντούτοις οι αποφάσεις τους λειτούργησαν προς το συμφέρον της Εκκλησίας και έτσι υπηρέτησαν το σχέδιο της σωτηρίας. Σχετικά με τον Μέγα Κωνσταντίνο και τον Μέγα Θεοδόσιο –στους οποίους λέει ότι δικαίως αποδόθηκε το προσωνύμιο «Μέγας»– θεωρεί πολύ σπουδαία τη στάση τους, γιατί το κέρδος από αυτήν ήταν διπλό, καθώς και η Εκκλησία διασώθηκε και ο Ελληνισμός ανυψώθηκε551. Μάλιστα τονίζει ο άγιος τη διάκριση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος, επειδή δεν ήταν καλός γνώστης των θείων δογμάτων, δεν αναζήτησε πρόχειρες λύσεις ούτε και αποφάνθηκε ο ίδιος για το φλέγον ζήτημα, παρά κατέφυγε σε μία λαμπρή κίνηση, τη σύγκληση συνόδου, δίνοντας στην καθόλου Εκκλησία τη δυνατότητα να αποφανθεί οριστικά και αμετάκλητα552.
Η συνεργασία πολιτείας και Εκκλησίας δημιούργησε ένα ισχυρό μέτωπο εναντίον των αιρέσεων, οι οποίες χωρίς στηρίγματα πια δεν ήταν δυνατόν να επιβιώσουν. Ήταν κοινό συμφέρον και των δύο να αποκρούσουν οτιδήποτε ξένο προς την Παράδοση και την πίστη. Γι’ αυτό και ο Μέγας Θεοδόσιος, ο οποίος είχε ανατραφεί με τη χριστιανική διδασκαλία και ήθελε να αποκαταστήσει την ειρήνη στην Εκκλησία και στο κράτος και να διαφυλάξει όσα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο κατοχυρώθηκαν ως πίστη της Εκκλησίας, συγκάλεσε και αυτός τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο553. Μία Οικουμενική Σύνοδος είναι το έσχατο μέσο των αυτοκρατόρων για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη την πολιτεία. Οι αιρέσεις θέτουν σε κίνδυνο την Ορθοδοξία, γι’ αυτό οφείλει να τις αποκρούει «ἅπασα ἡ Ἐκκλησία, ἡ Οἰκουμενική ἤ Καθολική Ἐκκλησία»554.
Ο άγιος Νεκτάριος τονίζει την εκ των προτέρων βεβαιότητα της πολιτικής ηγεσίας ότι μία Σύνοδος θα δώσει οπωσδήποτε λύση στα ανακύπτοντα θέματα και ότι οι αποφάσεις της θα αποτελέσουν ένα αδιαφιλονίκητο κριτήριο αληθείας στα χέρια των Αυτοκρατόρων. Οι τελευταίοι, στη συνέχεια, ασκώντας την εκτελεστική τους εξουσία, παίρνουν και τα κατάλληλα πολιτικά μέτρα, ώστε οι αποφάσεις αυτές να εφαρμοστούν555.
Στην περίπτωση πάλι, που οι Αυτοκράτορες δεν έπαιρναν σαφή θέση αλλά προσπαθούσαν να ακολουθήσουν μία μέση οδό και να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, –όπως συνέβη με το «Ἑνωτικόν» του Ζήνωνος και την «Ἔκθεσιν περί πίστεως» του Ηρακλείου556–, τότε βρίσκονταν αντιμέτωποι και με τις δύο μερίδες, πράγμα που έθετε σε κίνδυνο και την εσωτερική ηρεμία του κράτους και τη θέση των ίδιων των Αυτοκρατόρων.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι οι πρώτες Σύνοδοι, που πραγματοποιήθηκαν όσο ο Χριστιανισμός ήταν ακόμη στο ξεκίνημά του, αλλά βεβαίως και οι μετέπειτα, υπήρξαν καθοριστικές, τόσο διότι απέτρεψαν την αλλοίωση της πίστης και διασφάλισαν την αλήθεια της Εκκλησίας, όσο και γιατί συνέβαλαν αποφασιστικά στη διατήρηση της εσωτερικής ειρήνης, πράγμα το οποίο ήταν πολύ σημαντικό για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο.
Σύμφωνα με τον άγιο η οριστική λύση που δόθηκε στο ζήτημα του Αρειανισμού με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και ο αφορισμός και η εξορία των αντιφρονούντων φώτισε την αληθινή πίστη και έδωσε τέλος στην αναστάτωση που δημιουργήθηκε στο πλήρωμα της Εκκλησίας557. Μπορεί να φαίνεται υπερβολική η έκφρασή του, όταν λέει ότι «καί ἀληθῶς· ἡ ρύθμισις καί ἐξασφάλισις τοῦ Χριστιανικοῦ δόγματος ἦν ζήτημα ζωῆς καί θανάτου διά τόν τότε κόσμον, ἀπό δέ τῆς διαρρυθμίσεως ταύτης ἐξηρτᾶτο ἡ γενική τοῦ κόσμου ἠθική ἀνακαίνισις»558, όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο Χριστιανισμός βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα από τη στιγμή που είχε αναγνωριστεί ως ελεύθερη θρησκεία, γι’ αυτό και χρειαζόταν γερά θεμέλια για να διατηρηθεί ακλόνητος και αδιάβλητος. Είναι αλήθεια, ότι μερικές φορές φάνηκε οι αιρετικοί να υπερισχύουν, άλλοτε πάλι σημειώνονταν διαδοχικές εναλλαγές αιρετικών και ορθοδόξων στους πατριαρχικούς θρόνους, άλλοτε παρατηρούνταν υποχωρήσεις ή εκδηλώνονταν διαθέσεις ανοχής.
Τελικά όμως όλα τα ζητήματα έβρισκαν τη λύση τους και η Ορθοδοξία πάντα δικαιωνόταν χάρη σε εκείνους που με γενναίο φρόνημα αλλά και θεόπνευστα επιχειρήματα559υπεραμύνονταν της Εκκλησίας και διέσωζαν την πίστη που παρέλαβαν, εμπλουτίζοντάς την ταυτόχρονα και με ό,τι κατά περίσταση απεκάλυπτε το Άγιο Πνεύμα.
Ποια θεωρεί όμως ο άγιος Νεκτάριος ως ενδεδειγμένη συμπεριφορά των Ποιμένων έναντι των αιρετικών και πώς κρίνει μέσα από την ιστορία τη στάση της Εκκλησίας απέναντι σ’ αυτούς; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να μελετηθεί υπό το πρίσμα της βασικής αποστολής της Εκκλησίας, η οποία, σύμφωνα με τον άγιο, «ὡς φρουρός ἄγρυπνος, διαφυλάττει τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν τό ταμιεῖον, καί ὡς διδάσκαλος, διαλευκαίνει καί ὀρθοτομεῖ τόν λόγον τῆς ἀληθείας, καταπολεμεῖ τόν δόλον, καί ἀποκρούει τήν ἀπάτην καί τό ψεῦδος τῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βασιλεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καί κατασκηνοῖ ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἐλευθερία»560.
Το έργο αυτό θα τελεστεί διά των Ποιμένων, στους οποίους και μόνον ανέθεσε εξαρχής η Εκκλησία τη διδαχή και, όπου δεν εδρεύουν επίσκοποι, κατ’ ανάγκην συντελείται διά των πρεσβυτέρων και των διακόνων561, οι οποίοι οφείλουν να κινούνται πάνω στη βασική αρχή της ελευθερίας και της αγάπης. Με βάση αυτές τις δύο προϋποθέσεις, την αναγκαιότητα δηλαδή για στήριξη της αληθείας αφενός και διατήρηση του πνεύματος ελευθερίας και αγάπης αφετέρου, οι επίσκοποι θα πρέπει να τηρήσουν την πρέπουσα στάση όχι μόνο απέναντι στην πιστή μερίδα του ποιμνίου τους αλλά απέναντι και στις δύο άλλες μερίδες ανθρώπων που ενδεχομένως διαβιούν στην επισκοπή τους, τους ετερόδοξους και τους ετερόφρονες.
Πρώτα-πρώτα ο επίσκοπος θα πρέπει να διακρίνεται για την πολυμάθειά του. 
Η εκκλησιαστική μόρφωση είναι απαραίτητη, γιατί αυτή θα του προσφέρει άριστη γνώση της αποστολικής Παράδοσης και της εκκλησιαστικής τάξης, που του είναι απαραίτητη, για να φέρει σε πέρας το έργο του ως διδάσκαλος. Επίσης η εκκλησιαστική ιστορία, η ιστορία των δογμάτων, η ηθική, η ερμηνεία των Γραφών είναι γνώσεις που θα αποδειχτούν αναγκαιότατες, γιατί τον καθιστούν ικανό να δίνει ανά πάσα στιγμή λόγο για την πίστη του παντί τω αιτούντι562.
Επιπλέον ο επίσκοπος είναι απαραίτητο να γνωρίζει τη δογματική διδασκαλία των ετεροδόξων εκκλησιών, αλλά και τις δοξασίες των αποκρουόντων τις θρησκευτικές και ηθικές αρχές κάθε θρησκείας, ώστε να είναι σε θέση να τις ελέγχει, να τις ανασκευάζει, χρησιμοποιώντας πειστικά επιχειρήματα προκειμένου να προστατέψει το ποίμνιό του. Επίσης ο επίσκοπος φέρει την ευθύνη να απαντά στις απορίες του ποιμνίου του και να του ενισχύει την πίστη, γι’ αυτό δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις γνώσεις που είχαν οι επίσκοποι άλλων εποχών, δηλαδή τη γνώση της Αγίας Γραφής ή έστω της λατρείας των εθνικών.
Στην εκπνοή του 19ου αι., με την Ποιμαντική του, πόνημα που προορίζεται για τους σπουδαστές της Ριζαρείου, θέλοντας να παρουσιάσει τα προσόντα ενός σύγχρονου Ποιμένα, ο άγιος Νεκτάριος απαριθμεί τα βασικά γνωρίσματα των συγχρόνων του αιρετικών και των ετεροθρήσκων. Κάνοντας μία σύγκριση με τις αντίρροπες τάσεις που είχε να αντιμετωπίσει το χριστιανικό κήρυγμα των πρώτων αιώνων διαπιστώνει ότι εκείνες είχαν μία κοινή βάση με τον Χριστιανισμό, ένα κοινό σημείο αναφοράς, που μπορούσε να αξιοποιηθεί, προκειμένου να βρεθεί μία δίοδος προσέγγισης και ένα πεδίο διαλόγου. Τώρα όμως ο Χριστιανισμός βάλλεται στην καρδιά του· η Αγία Γραφή απορρίπτεται, οι Πατέρες αγνοούνται, η Παράδοση χλευάζεται, η ίδια η ύπαρξη του Θεού αμφισβητείται. 
Σ’ αυτόν λοιπόν, ο οποίος θα αντλήσει επιχειρήματα κατά της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού από την ιστορία, τη φιλοσοφία ή τη φυσική επιστήμη ο επίσκοπος θα πρέπει να είναι έτοιμος να αντιπαρατάξει με αποτελεσματικό τρόπο τις θεολογικές, φιλοσοφικές και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις του, γνώσεις που πρώτος ο άγιος Νεκτάριος κατείχε και αξιοποίησε στο έπακρο. Λέει πιο συγκεκριμένα ο ιερός Πατήρ:
«Σήμερον, πλήν τῶν εἰρημένων γνώσεων ἀπαιτεῖται καί τελεία ἐγκυκλοπαιδική μόρφωσις· διότι σήμερον καί πολυπληθέστεραί εἰσι καί συστηματικώτεραι αἱ ἑτεροδιδασκαλίαι, καί αἱ προσβολαί μετά μείζονος καί κρείσσονος παρασκευῆς γίνονται καί καθ’ ἁπάντων τῶν μερῶν τοῦ οἰκοδομήματος φέρονται. Ὤφειλεν ὁ ποιμήν καί τό πάλαι νά μάχηται κατά αἱρετικῶν, ἀλλ’ ὁ πόλεμος διεξήγετο ἐπί τοῦ αὐτοῦ πεδίου, διότι οὗτοι δέν ἠρνοῦντο τότε τό κῦρος τῶν πηγῶν τῆς διδασκαλίας τῆς ἐκκλησίας, καθ’ ὅτι καί ὁ αἱρετικός ἀνεγνώριζεν ὡς τοιαύτας τήν ἁγίαν Γραφήν καί τήν ἱεράν παράδοσιν. Εἶχε καί τότε νά παλαίσῃ κατά Ἰουδαίων, ἀλλά τούτους ἠδύνατο νά ἐξελέγξῃ, καί ἀνασκευάσῃ διά τοῦ κειμένου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐπίσης εἶχε νά παλαίσῃ κατ’ Ἐθνικῶν, ἀλλ’ οὗτοι ἐπίστευον ὕπαρξιν ζῶντος Θεοῦ καί ἀνεγνώριζον τήν δύναμιν τῆς θρησκείας· ἐπίσης ἐπάλαιε καί κατά πάντη ἀθρήσκων, ἀλλ’ ἡ πρός τούτους πάλη ἦν εὐχερής. Διότι αἱ τῶν ἀντιπάλων ἐπιθέσεις ἐστεροῦντο συστήματος· σήμερον ὅμως τά πράγματα ἔχουσιν ἄλλως. Τήν σήμερον μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἱστορικῆς κριτικῆς καί φιλοσοφικῆς παρασκευῆς προσβάλλεται τό κῦρος τῶν πηγῶν τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας, ἀπορρίπτεται ἡ ἱερά παράδοσις, προσβάλλεται ἡ αὐθεντία καί ἡ γνῶσις τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, καί καταπολεμοῦνται καί αὐταί αἱ πρῶται τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς καί πάσης θρησκείας ἀρχαί, ὡς ἡ ὕπαρξις προσωπικοῦ Θεοῦ καί αὐτή ἡ διαφορά μεταξύ ὕλης καί πνεύματος»563.
Από αυτά που λέει ο ιερός Πατήρ φαίνεται ότι για την αντιμετώπιση των αιρέσεων δεν επαρκούν μόνο οι γνώσεις και οι ικανότητες του Ποιμένα αλλά, καθόσον ο Χριστιανισμός είναι πέραν όλων των άλλων και ήθος, η υποδειγματική ζωή του θα του εξασφαλίσει ένα ακαταμάχητο όπλο για τη διεξαγωγή του αγώνα του. Μαζί λοιπόν με την επιστημονική του κατάρτιση θα πρέπει να μεριμνά ακατάπαυστα και για τον άμεμπτο βίο του και την ιεροπρεπή του στάση, λειτουργώντας έτσι ως ζωντανό παράδειγμα εγκυρότητας της χριστιανικής περί σωτηρίας διδασκαλίας, ως πηγή ασφαλείας και βεβαιότητας για την ορθότητα της χριστιανικής πίστης και ως ανακούφιση για τις συνειδήσεις των πιστών564 αλλά, παράλληλα, και ως εστία φωτός και πόλος έλξης για τους εκτός της Εκκλησίας και τους παντός είδους αμφισβητίες.
Έτσι το άμεμπτο ήθος του Ποιμένα παίζει ενεργό ρόλο στην αφύπνιση των πιστών και στον ειρηνικό αφοπλισμό των αιρετικών επιχειρημάτων. Το έργο του επισκόπου έχει πολλούς αποδέκτες. Η κύρια μέριμνά του αφορά κατ’ αρχήν τους ορθοδόξους που τη διαποίμανσή τους του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία. Μέριμνά του θα πρέπει να είναι η συνεχής διδασκαλία, ώστε να καθοδηγεί τους πιστούς στην ευσέβεια και στην ορθή πίστη, να τους παροτρύνει στην αρετή και να τους οδηγεί στην τελειότητα565. Η προσοχή του όμως οφείλει να είναι ιδιαίτερα τεταμένη, όταν ανάμεσα στο ποίμνιό του διαβιούν και άνθρωποι διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, μέσω των οποίων υπάρχει ο κίνδυνος να διαδοθεί και στους πιστούς της επαρχίας του «τῆς ἑτεροθρησκείας τό μίασμα»566.
Σε ένα λαμπρό –και από λογοτεχνική άποψη– χωρίο του ο άγιος Νεκτάριος εξηγεί με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο πώς ακριβώς οφείλει να ενεργήσει ο επίσκοπος, αν παρ’ ελπίδα κάποιος πιστός παρασυρθεί. «Ὁ ποιμήν, λέει, χρεωστεῖ νά φυλάττῃ τά ἴδια πρόβατα ἀπό τά στόματα τῶν λύκων· ὅταν ἀπομακρυνθῶσι τῆς μάνδρας, νά τρέχῃ ὀπίσω αὐτῶν ἐπιπόνως, διά νά τά ἐπιστρέψῃ· ἄν χαθῇ κανένα, νά εἰσέλθῃ τά δάση καί τούς δρυμούς, νά ἀναβῇ τά ὄρη καί τούς βουνούς, νά πατήσῃ τάς ἀκάνθας καί τούς τριβόλους, ὥστε νά τό εὕρῃ· ἀφ’ οὗ τό εὕρη, περιχαρής καί φαιδρός νά τό βάλῃ ἐπί τῶν ὤμων αὐτοῦ, καί νά τό φέρῃ εἰς τήν ποίμνην ὁμοῦ μέ τά ἄλλα. Χρεωστεῖ τό ποίμνιον ὅλον νά τό διεξάγῃ εἰς νομάς σωτηρίους, καί νά τό κρατῇ μακράν ἀπό τάς δηλητηριώδεις βοτάνας τῆς αἱρέσεως, μακράν ἀπό τά θολερά ὕδατα τῆς κακοδοξίας. Τοιουτοτρόπως δέ τό διεξάγει· παρορμῶν τά πρόβατα ἤ ἀνακαλούμενος, προτρέπων ἤ ἀποτρέπων, κινῶν ἤ διαναπαύων, ἀπειλῶν ἤ θέλγων, μέ τόν πνευματικόν τῆς σωτηρίου διδασκαλίας αὐλόν, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν πρέπει νά λείπῃ ἀπό τό στόμα του. Εἶναι λοιπόν φανερόν ὅτι δυσχερεστέρα καί ἐπιπονωτέρα γίνεται ἡ τοιαύτη ποιμαντορία, ἐκεῖ ὅπου πλεονάζουσιν ἤ τά νερά τά νοσερά καί δυσώδη, ἤ αἱ βοτάναι αἱ φαρμακεραί καί νοσώδεις, ἤ αἱ φάραγγες αἱ κρημνώδεις καί δασεῖαι καί ἄγριαι, ἤ οἱ λύκοι καί τά ἄλλα θηρία τά αἱμοβόρα καί σπαρακτικά»567.
Πώς όμως θα πρέπει να ενεργεί ο επίσκοπος σ’ αυτούς που έτσι και αλλιώς δεν είναι χριστιανοί και οι οποίοι παρά τον ζήλο, τον αγώνα, τις συμβουλές ή τις επιπλήξεις, παραμένουν απειθείς και κακόφρονες; Σ’ αυτήν την περίπτωση, λέει ο άγιος Νεκτάριος, ένας Ποιμένας μπορεί να κηρύττει και να αγωνίζεται σταθερά με έμπρακτη αγάπη, με υπομονή και πραότητα μιμούμενος τον Απόστολο Παύλο. Αν όμως οι κακόδοξοι εξακολουθούν να μην υποτάσσονται, την μεν κρίση την αφήνει στο Θεό, ο ίδιος δε θα τους ανέχεται ανεξίκακα568. Σε καμιά περίπτωση πάντως ο επίσκοπος δεν θα παραμελήσει το κύριο έργο του, που είναι η εδραίωση των χριστιανών στο σώμα της Εκκλησίας, για να στραφεί αποκλειστικά εναντίον των ετεροφρόνων και ετεροδόξων, γιατί αυτό είναι έργο μιας ειδικής, οργανωμένης και συντονισμένης αποστολής όσον αφορά τις ανθρώπινες ευθύνες και δυνατότητες, κυρίως όμως είναι έργο Θεού.
Συνεχίζοντας το ποιμενικό του παράδειγμα ο άγιος προσθέτει ότι θα ήταν απολύτως μάταιο, αν προκειμένου να διαφυλάξει το ποίμνιό του «ἀμελῶντας τήν φύλαξιν καί ἐπιμέλειαν τῶν ἰδίων προβάτων, ἤθελεν ἐπιχειρισθῇ νά μεταλλάξῃ τήν ποιότητα τῆς βοσκῆς, καί τῶν λύκων τήν θηριωδίαν, καί τοῦ τόπου τήν ἀγριότητα... Ἔπειτα, ὁ προκείμενος ἡμῖν ἀγών καί τό προαπαιτούμενον παρ’ ἡμῶν ἔργον εἶναι τό νά μή ἀμελήσωμεν τήν γῆν τήν ἀρόσιμον καί γεωργημένην ὅπου εἰς χεῖρας ἔχομεν, καί τήν ἀφήσωμεν νά χερσωθῇ καί νά ἀγριεύσῃ, ἐπί προφάσει ὅτι ζητοῦμεν νά ἡμερώσωμεν τήν ἄγριον καί κεχερσωμένην· τό νά μήν παραβλέψωμεν τήν κοπήν ὅπου ἐνεπιστεύθημεν, καί τήν ἀφήσωμεν νά ἐκθηριωθῇ καί νά τραχηλιάσῃ, ὅταν ἐπιστρέφωμεν τήν σπουδήν ὅλην ἡμῶν καί τήν μέριμναν εἰς τό νά συνάξωμεν τά θηρία τοῦ δρυμοῦ εἰς τήν μάνδραν, καί εἰς τό νά ἀναγκάσωμεν νά βόσκωνται εἰς τό φῶς τά ζῶα τά νυκτινόμα»569.
Επομένως, σύμφωνα με τη διδασκαλία και την πράξη του αγίου,έργο του επισκόπου είναι εν πρώτοις η διαφύλαξη της ορθής πίστης και η διασφάλιση του ποιμνίου του και, κατά δεύτερο λόγο, προσπάθεια να κερδίσει τους αλλοθρήσκους και να επανασυναγάγει στην ποίμνη αυτούς που πλανήθηκαν στην ασέβεια ή στην αίρεση. Και ενώ για τους πρώτους, ακόμη και αν οι προσπάθειές του δεν καρποφορήσουν, θα πρέπει να είναι αμέριμνος, για εκείνους που, αν και υπήρξαν τέκνα της Εκκλησίας, στην πορεία αποστάτησαν είτε γιατί ηθελημένα εγκατέλειψαν την ορθή πίστη είτε γιατί παραπλανήθηκαν από κακοδοξίες570, θα πρέπει να νιώθει υπεύθυνος και να ενεργεί διαφορετικά. Αυτοί που προηγουμένως ήταν θρέμματα της Εκκλησίας αλλά παρασύρθηκαν από διάφορες θεωρίες571, βρίσκονται στη διοίκησή του, μέσα στα όρια της ποιμαντικής του ευθύνης, γι’ αυτό και οφείλει με κάθε τρόπο να ελέγχεικαι να επιτιμά τους πλανηθέντες, να αποστομώνει τους υποκινητές της πλάνης και να ανασυντάσσει το ποίμνιό του με διδασκαλία, με προσευχές αλλά, αν χρειαστεί, ακόμη και με δάκρυα, για να το επαναφέρει στον υπήνεμο λιμένα της πίστεως572.
Ωστόσο, συνεχίζει ο άγιος Νεκτάριος, η Εκκλησία έχει αναθέσει στον επίσκοπο το έργο να ανακρίνει με επιμέλεια και προσοχή όποιον παρεκκλίνει από την ορθή πίστη και με το δικαίωμα της εξουσίας που κατέχει ως πρόμαχος και υπερασπιστής συν Θεώ της αλήθειας, να επιβάλλει ακόμη και ποινές ή επιτίμια, πάντα με σκοπό να επαναφέρει τον πλανηθέντα στην ορθή πίστη, αποσπώντας τον οριστικά από την πλάνη. Υπάρχει όμως και η περίπτωση αυτός να μείνει αμετάπειστος και να εμμείνει στην κακοδοξία, οπότε ο επίσκοπος είναι υποχρεωμένος να λάβει μέτρα, ώστε τουλάχιστον να προστατέψει το υπόλοιπο ποίμνιό του.Αποκόπτει λοιπόν τον απείθαρχο από το σώμα της Εκκλησίας και τον αφήνει να υποστεί τις πνευματικές συνέπειες της κακοδοξίας, στην οποία αυτοπροαίρετα παραδόθηκε573.
Είναι αλήθεια, ότι η Εκκλησία, όσο επιεικής και ελεήμων είναι πάντα προς τους μετανοούντες αμαρτωλούς, τόσο αποφασιστικά κριτική, αυστηρή ακόμη και απορριπτική υπήρξε διαχρονικά προς εκείνους που αρνούνται ή παραμορφώνουν κατά οποιονδήποτε τρόπο την αποκεκαλυμμένη αλήθεια574. Σ’ αυτό το σημείο ο άγιος Νεκτάριος θίγει ένα καίριο θέμα. Ποια μέτρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Ποιμένας, ώστε να προστατεύσει τους πιστούς και να επανασυναγάγει τους αποστατήσαντες;
Κατ’ αρχάς τονίζει ότι όλη η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να συνεργαστεί με τον επίσκοπο στο έργο αυτό. Ο κάθε πιστός οφείλει μεν να είναι ζηλωτής, ταυτόχρονα όμως και διακριτικός, επιεικής και πράος. Αυτό σημαίνει ότι, όταν ακούει αλλότρια δόγματα, δεν πρέπει να αντιδρά παρορμητικά με εκνευρισμό, εριστικότητα, επιθετικότητα, εμπάθεια και προσβλητικές εκφράσεις κατά του κακοδόξου –ή ετεροδόξου– και των όποιων θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Το εντελώς αντίθετο επιβάλλεται μάλιστα, όπως τονίζει ο ιερός Πατήρ. Χαρακτηριστικά, «ἄν ἀκούσῃς τήν κακοφροσύνηνἀποστράφηθι, δεινοπάθησον, λυπήθητι, ἔμφραξον καί μέ τάς δύο χεῖρας ἀμφότερα τά ὦτα, καί εἰπέ τό τοῦ Ἀποστολικοῦ ἀνδρός Πολυκάρπου: Ὤ Θεέ μου! Εἰς τίνα με καιρόν διετήρησας! 
Ἄν ἐρωτηθῇς περί τοῦ ἰδίου φρονήματος τοῦ εὐσεβοῦς καί ἀληθινοῦ, ὁμολόγησον εὐπαρρησιάστως: Οὕτω φρονῶ καί οὕτω πιστεύω. Ἄν ἀπαιτηθῇς λόγον τόν ὁποῖον ἠξεύρεις, ἀπόδος μετά πραότητος»575.
Έτσι από τη μια ο πιστός βιώνει την οδύνη από την ίδια την ύπαρξη της ετεροδοξίας, όπως και από την προσπάθεια διάδοσής της σε αντικατάσταση της σωτηριώδους αλήθειας. 
Από την άλλη όμως αποκλείει κάθε πιθανότητα να εμπλακεί σ’ αυτήν· αντιθέτως, αν κληθεί να εκθέσει την πίστη του, τότε χωρίς την παραμικρή εμπάθεια σπεύδει προς ομολογία της αλήθειας. Είναι ωστόσο σημαντικό να μην επιδιώκει ο ίδιος τέτοιες δογματικές συζητήσεις, οι οποίες μόνο φιλονικίες και διαπληκτισμούς επιφέρουν. Αν κατά τύχη εμπλακεί σε έναν τέτοιο διάλογο θα πρέπει να διαλεχθεί με τρόπο ατάραχο, νηφάλιο και ειρηνικό. 
Έτσι και πιο συγκροτημένη θα είναι η σκέψη και τα επιχειρήματά του και ακριβέστερα θα εκθέσει την πίστη. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η πραότητα του χαρακτήρα του δεν θα παροξύνει τον αντίπαλό του, ο οποίος θα τον ακούσει με ευμενέστερη διάθεση και ίσως δώσει την ευκαιρία στον καθαρό λόγο να φτάσει στα κατάβαθα της καρδιάς και της σκέψης του. 
Τα θεϊκά πράγματα, λέει ο άγιος Νεκτάριος, πρέπει να γίνονται και με τον ανάλογο τρόπο576. Υποστηρίζει ότι δεν είναι πρέπον να επιδίδεται ο πιστός σε τέτοιες λογομαχίες, και μάλιστα με διάθεση επιθετική, χωρίς απολύτως σοβαρό λόγο και χωρίς να ελπίζει ότι θα προσφέρει έστω και μικρή ωφέλεια στον ακροατή του. Θα το κάνει μόνο εφόσον χρειαστεί να κατασιγάσει τα ψεύδος και να εκθέσει την αλήθεια, όχι για να ελέγξει, αλλά για να φωτίσει, όχι για να δικαιωθεί, αλλά για να κερδίσει τον συνομιλητή του και να τον επαναφέρει στην οδό της σωτηρίας577.
Παρ’ όλα αυτά δεν διστάζει ο άγιος Νεκτάριος να συστήσει στους πιστούς, επικαλούμενος το παράδειγμα του ευαγγελιστή Ιωάννη –που βγήκε από το «βαλανεῖον», όταν πληροφορήθηκε ότι βρισκόταν μέσα και ο γνωστικός Κήρινθος (PG 7, 853 A) και τις προτροπές του Αποστόλου Παύλου να αποφεύγουν οι χριστιανοί την κοινωνία με τους παρήκοους της αληθινής πίστης (Β΄ Κορινθ. 6,14 κ.ε.) και να μη συναναστρέφονται με τους κακοδόξους, γιατί «ἡ συναναστροφή καί ἡ συνανατροφή εἶναι καθ’ ἑαυτά ἀδιάφορα, ἀλλ’ ἐκ τούτων κατά μικρόν ἐνδέχεται νά γεννηθῇ ἡ διαστροφή καί ἡ καταστροφή»578.
Εντυπωσιακή είναι η διάκριση που εφαρμόζει ο άγιος για την κάθε περίπτωση. 
Ως προς τους ετερόφρονες συνιστά στους πιστούς να κλείνουν ερμητικά τα αυτιά στην απιστία και την κακοδοξία τους και να μην ανέχονται από αυτούς ούτε τον παραμικρότερο επηρεασμό σε ζητήματα ευσέβειας. Αυτό όμως αφορά μόνο τα πνευματικά ζητήματα, γιατί σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οι ετερόφρονες είναι απολύτως αποδεκτοί, αξιοσέβαστοι και αγαπητοί και η εν πνεύματι ελευθερίας συμβίωση και συναναστροφή μαζί τους επιτρεπτή και απαραίτητη μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας μιας πολιτισμένης και ειρηνικής κοινωνίας579.
Είναι συγκλονιστικές οι διαδοχικές προτροπές του αγίου, όταν διακρίνει την απιστία από τον άπιστο: «Ἀποτρέπου τήν ἀπιστίαν καί τήν αἵρεσιν καί τό σχίσμα, ὄχι τόν ἄπιστον καί τόν αἱρετικόν καί τόν σχίστην, ὄχι τόν ἄνθρωπον. Ἀποστρέφου τήν γνώμην, ὄχι τήν φύσιν· δι’ ἐκείνην εἶναι ἀλλότριος καί διάφορος, εἶναι ἀποστροφῆς καί μίσους ὑπόδικος· διά ταύτην εἶναι οἰκεῖος καί πλησίον, εἶναι ἐλέους καί συμπαθείας, πολλάκις δέ καί κηδεμονίας καί περιθάλψεως ἄξιος»580
Γι’ αυτόν όμως που νοσεί από την κακοδοξία και έχει έργω αποκοπεί από το σώμα της Εκκλησίας, αυτόν που γίνεται υποκινητής ερίδων και όχι μόνο καταφρονεί τις θείες αλήθειες της αλλά ούτε και δέχεται τις ιαματικές παραινέσεις των αδελφών, αυτόν που καταφρονεί ακόμη και τα επιτίμια μένοντας αμετανόητος στην πλάνη του581 και αθεράπευτος παρά τις προσπάθειες της Εκκλησίας, αυτόν οι πιστοί τοναποστρέφονται και διακόπτουν κάθε επαφή και συναναστροφή μαζί του582. Κατ’ αυτό τον τρόπο αφενός δεν του παρέχεται πλέον η ευχέρεια να διαστρέφει τις ψυχές των αγαθών και αφετέρου, καθώς η αποδοκιμασία της Εκκλησίας λειτουργεί ως ποινή, του προσφέρεται η ευκαιρία να ανανήψει και να επιστρέψει στην Εκκλησία583. Αυτά όμως είναι τα έσχατα μέτρα που θα εφαρμόσει η Εκκλησία, το κύριο έργο της οποίας είναι να δέεται ακατάπαυστα και επίμονα γι’ αυτούς που έχει σαλευτεί η πίστη τους, προκειμένου να ξαναζήσουν μέσα στην αλήθειά της584.
Επανειλημμένα το επισημαίνει ο άγιος Νεκτάριος, ότι τα μέτρα που θα λάβει η Εκκλησία πρέπει να εμφορούνται από πνεύμαανεξικακίας και αγάπης, διότι ο σκοπός της δεν είναι η εξόντωση των αμαρτανόντων αλλά η σωτηρία τους585. Μέτρα πολεμικού χαρακτήρα αποκλείεται να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και συνήθως προκαλούν αντιδράσεις. Γι’ αυτό και σχετικά με την επιστροφή των πλανημένων αισθάνεται την ανάγκη να το τονίσει ο άγιος, όσο αυτονόητο και αν το θεωρεί, ότι η Εκκλησία έχει στη διάθεσή της δύο μέσα για να γίνεται πειστική, τα λογικά επιχειρήματα και τη σύμφωνη με το Ευαγγέλιο στάση ζωής586. Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στον επίσκοπο, ο οποίος είναι ο κατ’ εξοχήν προστάτης των πιστών, υπέρμαχος και πρόμαχος της πίστης, που σαν φιλότιμος γιατρός δεν επιθυμεί ούτε επιδιώκει τίποτα άλλο, παρά τη θεραπεία του ασθενούς, γι’ αυτό χάριν στην εμπειρία του χρησιμοποιεί κάθε φορά τα κατάλληλα φάρμακα με γνώμονα το ιπποκρατικό αξίωμα «ἤ ὠφελέειν, ἤ μή βλάπτειν».
Πώς ενεργεί λοιπόν ένας γιατρός; Αν μπορεί να χρησιμοποιήσει ήπια και ανώδυνα φάρμακα, τότε καλώς. Αν αυτά δεν έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα, τότε θα χρησιμοποιήσει πιο δραστικά μέσα, τα οποία, αν και οδυνηρά ίσως, θα αποβούν θεραπευτικά και σε καμιά περίπτωση επιζήμια587. Αν και αυτά πάλι δεν επαρκούν, διότι η πάθηση του ασθενούς είναι ανίατη και κανένα φάρμακο δεν μπορεί να τον βοηθήσει, τότε οφείλει να αφήσει στην ησυχία του τον ασθενή και να φροντίσει, αν είναι και μεταδοτική η ασθένεια, να απομακρύνει τον ασθενή από τους υγιείς, για να μη μολυνθούν και αυτοί588.
Με μεγάλη ευαισθησία ο άγιος αντλώντας από τη δική του εμπειρία εξηγεί στη συνέχεια ποια είναι τα φάρμακα, με τα οποία ο καλός γιατρός θα θεραπεύσει τα νοσήματα της θρησκείας: «Ἰατρικά πρός τόν ἀσθενοῦντα τῇ πίστει ἥμερα καί ἀνώδυνα, ἡ ἀπαθής καί εἰρηνική τῆς ἐκείνου κακοδοξίας ἔκθεσις, ὁ ἁπλοῦς καί ἀκέραιος λόγος τῆς τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων διδασκαλίας, ἡ μετά ἀγάπης παραίνεσις, ἡ μετά πραότητος συμβουλή, ἡ μετά ἐλέους ὑποθήκη, τά ἀπό καρδίας ἐκχεόμενα ὑπέρ αὐτοῦ δάκρυα»589.
Όταν ο κακοδοξών δεν έχει προλάβει να αλλοτριωθεί, αυτά τα μέσα είναι αρκετά, για να τον συνεφέρουν και να τον επανεντάξουν στο σώμα της Εκκλησίας. 
Αν όχι, τότε θα χρησιμοποιήσει τα επόμενα και αυστηρότερα των άλλων· «ὅταν οὐδ’ ἐκεῖνα δέν ὠφελοῦσιν, οὐδέ ταῦτα δέν ἐνεργοῦν, ὑπόλοιπον μένει ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ σκληροτραχήλου, καί ἡ ἀπόγνωσις· καί τελευταῖον ἡ ἀπ’ αὐτοῦ ἀποτροπή καί ἀποχώρησις ὡς ἀπό μιαροῦ καί βεβήλου καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τοῦ Ἐκκλησίας σώματος, ὡς μέλους ἤδη νενεκρωμένου καί σεσηπότος, διά νά μή φθάσῃ νά μεταδώσῃ τῆς λύμης καί τῆς παραφθορᾶς, καί εἰς τά λοιπά μέλη τά ὑγιαίνοντα»590.
Αυτό το μέτρο δεν δείχνει εκδικητική διάθεση και μίσος, αφού οπωσδήποτε οι ενέργειες της Εκκλησίας είναι απαλλαγμένες από εμπάθεια ή κακία. Η μακροθυμία και η φιλάνθρωπη διάθεση είναι συνυφασμένες με την αγαπητική παραίνεση και τη διόρθωση591. 
Όπως πολλές φορές τονίστηκε, η αποκοπή από την εκκλησιαστική κοινωνία δηλώνει την ποιμαντική μέριμνα της Εκκλησίας για τους απειθούντες, με σκοπό την πνευματική τους αφύπνιση, τη μετάνοια και τη σωτηρία τους, η οποία δεν είναι δυνατή παρά μόνο στην αυθεντική κοινωνία του ενός σώματος του Χριστού, όπου ενδημεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος592. Είναι αξίωμα για τον Ποιμενάρχη ότι ένας επίσκοπος, ο οποίος έλαβε την εντολή να διδάσκει την αγάπη, είναι ασυμβίβαστος με το μίσος. Αγάπη και μίσος δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν, πόσο μάλιστα στο πρόσωπο ενός επισκόπου593.
Αν ο ίδιος ο άγιος δεν είχε βιώσει ως τα κατάβαθα της ύπαρξής του την αγάπη για τους μαθητές του, για τους πιστούς που τον εμπιστεύονταν, για το εκκλησίασμα που τον άκουγε, για την ανώτερή του εκκλησιαστική και πολιτική αρχή, όσο και αν οι επίσημες αρχές τον περιφρόνησαν, αν δεν είχε την εμπειρία της αληθινής αγάπης, δεν θα μπορούσε να μιλήσει με τόσο θαυμάσιο τρόπο για την αγάπη, που είναι αδιανόητο να μη διαθέτει ένας ορθόδοξος ποιμενάρχης. Όποιο μέσο και αν μεταχειριστεί ο επίσκοπος, είτε ευχές, ευλογίες, επαίνους, μακαρισμούς, πλουτισμόν χάριτος ή ελέγχους, επιτιμήσεις, κανόνες, αφορισμούς ακόμη και παντελή ακοινωνησία, ο σκοπός του είναι ο ίδιος: η επιστροφή των ασεβών, η διόρθωση των διεστραμμένων αλλά και η παιδαγωγική τιμωρία των απειθών και σκληροτράχηλων. Είναι αδιανόητο η αγάπη του επισκόπου να μη φτάνει ως τους ετερόδοξους.
Η αλλότρια πίστη τους δεν μπορεί να αποκλείσει ή να μειώσει την αγάπη και προς αυτούς. Πρότυπο είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος από αγάπη για τους σταυρωτές του Χριστού ευχόταν να είναι ο ίδιος ανάθεμα, αν αυτοί έτσι σωθούν. Κατά παρόμοιο τρόπο, επιμένει ο ιερός Πατήρ, ο επίσκοπος δεν χάνει ποτέ την αγάπη του για όσους απομακρύνθηκαν από το ποίμνιό του, γιατί μόνο με το φως και τη ζεστασιά της αγάπης υπάρχει ελπίδα να ανακτήσει ο πεπλανημένος τον εσωτερικό του έλεγχο και να απορρίψει την κακοδοξία του. 
Η διαφορά της πίστεως δεν πρέπει να επηρεάζει αρνητικά τα αισθήματα ενός καλού ποιμενάρχη για τους ανθρώπους, για τη σωτηρία των οποίων φέρει την ευθύνη. Είναι πολύ δυνατή και πολύ περιεκτική η φράση του αγίου Νεκταρίου: «Τά τῆς πίστεως ζητήματα οὐδ’ ὅλως δέον ἐστί νά μειῶσι τό τῆς ἀγάπης συναίσθημα»594.
Γι’ αυτό πάντα η τακτική της Εκκλησίας είναι να μην προσφεύγει άμεσα σε ποινές αλλά να αφήνει πάντα περιθώρια επιστροφής. Αρχικά δια των Συνόδων αποσαφηνίζει την αλήθεια και καταδικάζει τις αιρέσεις καλώντας τους αιρετικούς να επιστρέψουν, αφού πρώτα αποπτύσουν την κακοφροσύνη τους και επιδείξουν δια της ομολογίας τους γνήσια και ειλικρινή μεταμέλεια. Μάλιστα υπάρχει ακόμη και το ενδεχόμενο να αποκατασταθούν στους βαθμούς που είχαν πρώτα.
Αλλά και αν αυτοί εξακολουθούσαν να εμμένουν στην κακοδοξία, «τούς ἔδιδε καιρόν πολλάκις μετανοίας καί ἀνανήψεως· τραχηλιῶντας δέ καί ἀμεταθέντως[sic] ἔχοντας,τούς ἀνεθεμάτιζεν εἰς τέλος, καί τῆς τῶν πιστῶν κοινωνίας καθάπαξ τούς ἀπέκοπτεν. 
Ἀπηγόρευε δέ καί εἰς τούς ὀρθοδόξους λαούς, ὅσον ἠδύνατο, τήν μετ’ αὐτῶν συνάφειαν καί συνδιατριβήν «μή λάθωσιν» (ὡς ὁ Κυρήνης σοφός ἐπίσκοπος Συνέσιος ἔγραφε τοῖς ὑπ’ αὐτόν πρεσβυτέροις περί τῶν ἐκ τῆς Εὐνομίου ἀθεωτάτης αἱρέσεως»595.
Αυτά είναι τα μόνα όπλα που έχει η Εκκλησία στα χέρια της. Η Εκκλησία καταδίκασε τους αιτίους των αιρέσεων, όταν οι παρακλήσεις της για επιστροφή τους απέβησαν μάταιες. Σκοπός της ήταν να διαφυλάξει τη συνοχή του σώματός της596. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέει ο άγιος Νεκτάριος, ότι στα Δίπτυχα γινόταν η σύσταση να δοξάζονται από την Εκκλησία οι Άγιοι ως Άγιοι, να μακαρίζονται οι Ορθόδοξοι ως Ορθόδοξοι, να μνημονεύονται οι εν πίστει τελειωθέντες, των οποίων ο Κύριος γνωρίζει τα ονόματα, αλλά να καταδικάζονται οι αιρεσιάρχες και οι αποστάτες ως καθηρημένοι και ακοινώνητοι597.
Στο έργο της Εκκλησίας, προσθέτει ο άγιος Νεκτάριος, η οποία τελικά μόνο συμβουλές και κατευθύνσεις μπορεί να δίνει, χωρίς να είναι σε θέση και να υποχρεώσει τους θρασείς και κοσμικούς ανθρώπους που δεν πείθονται, να συμμορφωθούν με αυτές, έρχονται να συμπαρασταθούν με τη δύναμη και την εξουσία τους οι βασιλείς και οι ηγεμόνες με τα διατάγματά τους ή τις εξορίες των αιρετικών σε μακρινούς τόπους, ώστε να μην μπορούν αυτοί στο εξής να αλλοιώσουν την πίστη των χριστιανών598.
Αναφέρεται μάλιστα ο ιερός Πατήρ στη μαρτυρία του Ευσεβίου Καισαρείας, σύμφωνα με την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος πολλές φορές λυπόταν τους κακοδόξους και τους θεωρούσε ανόητους, γι’ αυτό και πίστευε ότι ήταν παρανοϊκό να τιμωρούνται αυτοί με σωματικές ποινές, ωστόσο καταδίωξε με κάθε τρόπο τα υλικά και τα μέσα που παρέσυραν στην ειδωλολατρία.
Σ’ αυτό το σημείο ο άγιος διατυπώνει την κοινή εκκλησιαστική θέση, ότι εκείνο το οποίο διώκεται είναι η αιτία της κακοδοξίας, είτε πρόκειται για αίρεση είτε για άλλη θρησκεία, και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, για να εξυπηρετηθεί η πλάνη· τους θιασώτες όμως των κακοδόξων θεωριών η Εκκλησία προσπαθεί να τους πλησιάσει με πνεύμα πραότητας και συμπόνιας, γιατί ως άνθρωποι που πλανήθηκαν δικαιούνται και αυτοί να βοηθηθούν, ώστε να επανακτήσουν τον «πολύτιμον μαργαρίτην» της ορθής πίστης. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ο επίσκοπος τους αντιμετωπίζει πατρικά και ο Αυτοκράτορας λαμβάνει τα μέτρα που πρέπει για να εξουδετερώσει τις εστίες της κακοδοξίας και να προστατέψει τον λαό του. 
Αυτό είναι το έργο κάθε ορθοδόξου και ευσεβούς άρχοντα, όπως όλοι ομολογούν, λέει ο άγιος Νεκτάριος599.

Υποσημειώσεις
540 Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος ενοχλήθηκε μεν από τον σάλο που προκλήθηκε στην αυτοκρατορία του, όμως αρχικά δεν έδωσε την πρέπουσα προσοχή και αρκέστηκε σε παραινέσεις, προς στιγμήν μάλιστα έδειξε να επηρεάζεται από τον Ευσέβιο τον Παμφίλου, που ήταν ο προσωπικός του εγκωμιαστής και φίλος του Αρείου. Αλλά όταν είδε ότι οι ταραχές εντείνονταν και ότι η συζήτηση, στην οποία προσκάλεσε τον Άρειο, μάλλον επιδείνωσε παρά βελτίωσε την κατάσταση, τότε συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο, προκειμένου να επαναφέρει την ειρήνη στην Εκκλησία· βλ. Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 81-82.
541 Εκτός από τον τρόπο της αντιμετώπισης της αίρεσης του Αρείου, που αναλύεται στη συνέχεια, παρεμφερής είναι και η περίπτωση του Νεστορίου κ.ά.
542 Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 79.
543 Στο ίδιο, ό.π.
544 Στο ίδιο, ό.π.
545 Στο ίδιο, ό.π., σ. 78.
546 Στο ίδιο, ό.π., σ. 80.
547 Στο ίδιο, ό.π.
548 Στο ίδιο, ό.π.
549 Στο ίδιο, ό.π., σ. 81
550 Στο ίδιο, ό.π., σ. 94.
551 Στο ίδιο, ό.π., σ. 116.
552 Στο ίδιο, ό.π., σ. 82.
553 Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 129.
554 Στο ίδιο, ό.π., σ. 145.
555 Γράφει ο άγιος Νεκτάριος (Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 93): «ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει ἀμετάθετον τήν ἀπόφασιν νά ὑποστηρίξῃ μέχρις ἐσχάτων τά ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου θεσπισθέντα καί διά τῆς βασιλικῆς αὐτοῦ χειρός ἐπικυρωθέντα, ἐκδούς συγχρόνως καί ἴδιον κατά τῶν ἀντιδοξούντων Βασιλικό διάταγμα». Σημειώνει επίσης (Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 156): «Ἡ πρώτη φροντίς τοῦ Ζήνωνος ἦτο νά ὑποστηρίξῃ τά ὑπό τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων θεσπισθέντα».
556 Περί τῶν αἰτίων, Α΄, σ. 156 και 172.
557 Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 92.
558 Στο ίδιο, ό.π., σ. 82.
559 Στο ίδιο, ό.π., σ. 83.
560 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 25.
561 Στο ίδιο, ό.π., σ. 192.
562 Ἱερατικόν ἐγκόλπιον, ἤτοι Α΄ Περί ἱερωσύνης, Β΄ Περί τοῦ πρωτείου ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ, Γ΄ Περί τῆς ἰσότητος ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ, Αθήνα 1907, σ. 58.
563 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 129.
564 Στο ίδιο, ό.π., σ. 140.
565 Στο ίδιο, ό.π., σ. 192. Βλ. επίσης στο Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 24. 566 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 22.
567 Στο ίδιο, ό.π.
568 Στο ίδιο, ό.π., σ. 26.
569 Στο ίδιο, ό.π., σ. 23-24.
570 Στο ίδιο, ό.π., σ. 25.
571 Στο ίδιο, ό.π., σ. 26.
572 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 193.
573 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 26.
574 Αρχιμ. Ι. Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, ό.π., σ. 118.
575 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 13.
576 Στο ίδιο, ό.π., σ. 14. 577 Στο ίδιο, ό.π., σ. 16-17.
578 Στο ίδιο, ό.π., σ. 19. 579 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 21.
580 Στο ίδιο, ό.π., σ. 22. 581 Στο ίδιο, ό.π., σ. 17.
582 Στο ίδιο, ό.π., σ. 18.
583 Στο ίδιο, ό.π.
584 Στο ίδιο, ό.π., σ. 16.
585 Στο ίδιο, ό.π., σ. 14.
586 Στο ίδιο, ό.π., σ. 24.
587 Στο ίδιο, ό.π., σ. 11.
588 Στο ίδιο, ό.π., σ. 12.
589 Στο ίδιο, ό.π.
590 Στο ίδιο, ό.π. Αυτή την αρχή έκανε πράξη ο άγιος με τους Διαμαρτυρόμενους της εποχής του, τους οποίους εκτός από αμετανόητους θεωρούσε και επικίνδυνους για το ποίμνιό του. Στην εισαγωγή του πονήματός του Περί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως (σ. 7), αφού εντοπίζει τα σημεία στα οποία οι Διαμαρτυρόμενοι ολισθαίνουν από την ορθή πίστη, εξηγεί γιατί προβαίνει στη συγγραφή αυτή: «Τά φρονήματα αὐτῶν ταῦτα, ἐάν ἐτήρουν δι’ ἑαυτούς καί δέν ἐπεχείρουν νά ποιήσωσι κοινωνούς αὐτῶν ἀνθρώπους ἀδαεῖς, πιστά τέκνα τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς στρατευομένης ἐν Γῇ, καί νά ἑλκύσωσιν εἰς τήν ἑαυτῶν πλάνην, θά κατελείπομεν αὐτούς ὡς ἀνιάτως πάσχοντας καί ἀνεπιδέκτους θεραπείας, διότι οὐδεμία ὀρθή διδασκαλία ἴσχυσε, ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτούς τῆς πλάνης, καί οὐδέν περί αὐτῶν θά ἐλέγομεν. Ἀλλ’ ἐπειδή περιέρχονται γῆν καί θάλασσαν ὅπως ποιήσωσιν ἕνα προσήλυτον καί πολλούς εἰς τήν ἑαυτῶν πλάνην σύρουσι, διά τοῦτο ἀνελάβομεν ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτούς ἀνασκευάζοντες ἅπαντα τά ἐπιχειρήματα αὐτῶν, ἐλέγχοντας τάς πλάνας αὐτῶν καί ὑποστηρίζοντες τάς προσβαλλομένας ἀληθείας δι’ ἱστορικῶν μαρτυριῶν και λογικῶν ἐπιχειρημάτων».
591 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 12. Ένα μικρό παράδειγμα που εκφράζει τη σωστή στάση ενός επισκόπου είναι η φράση που χρησιμοποιεί ο άγιος Νεκτάριος, όταν αναφέρεται στα γεγονότα με τον Ευτυχή, για τον οποίο ο Φλαβιανός στέλνει δύο επιστολές στον Λέοντα Ρώμης, όπου «μετά ψυχικοῦ ἄλγους ἱστορεῖ τήν ἀποπλάνησιν ἑνός μέλους τῆς Ἐκκλησίας καί τά τῆς αἱρέσεώς του», Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σ. 132.
592 Δαμασκηνός Αλεξ. Παπανδρέου, Μητροπολίτης Ελβετίας, Ορθοδοξία και κόσμος, ό.π., σ. 358. 593 Μάθημα Ποιμαντικῆς, σ. 211.
594 Στο ίδιο, ό.π.
595 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 39.
596 Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Θεολογία, ό.π., σ. 106.
597 Μελέτη περί τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, σ. 140.
598 Σχεδίασμα περί τῆς ἀνεξιθρησκείας, σ. 39.
599 Στο ίδιο, ό.π., σ. 66.

Ο Θεός μας περιβάλλει, όπου και αν είμαστε

Αγαπητικά μας αναζητεί, μας καλεί κοντά Του, μακροθυμεί, αναμένει.

Για εμάς τους Χριστιανούς το κεντρικό σημείο του σύμπαντος και η ύψιστη έννοια της ιστορίας ολόκληρου του κόσμου είναι ο ερχομός του Ιησού Χριστού. Ήρθε με άκρα πραότητα, φτωχότερος των φτωχών «μη έχων πού την κεφαλήν κλίναι». Δεν είχε καμιά αυθεντία, ούτε στην πολιτεία, ούτε στη Συναγωγή, από αποκάλυψη εκ των άνω. 
Δεν πολέμησε τους αντιπάλους του.
Και απομένει σ’ εμάς να τον αναγνωρίσουμε σαν Παντοκράτορα ακριβώς γιατί «εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. 2,7), αφού υπέστη τελικά μαρτυρικό θάνατο…
(...) Η αγάπη του Χριστού αγκαλιάζει όλο τον κόσμο σε όλες τις διαστάσεις του, μέσα στον χώρο και τον χρόνο του, δηλαδή στους αιώνες που πέρασαν και σε αυτούς που ακόμη έρχονται.
Για την αγάπη αυτή είναι απόλυτα αναγκαίο να νικήσουμε την υπερηφάνεια που μας «εμποδίζει να αγαπάμε». Και όταν ταπεινωνόμαστε, καταδικάζοντας τον εαυτό μας και μόνο τον εαυτό μας, τότε δεν υπάρχει σε μας αμαρτία, και με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στο Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει μέσα μας. 
Και αν αυτό το Άγιο Πνεύμα έρθει στην ψυχή, τότε η νίκη επάνω στον θάνατο γίνεται οφθαλμοφανέστερη από την υλική πραγματικότητα του φθαρτού αυτού κόσμου… 
Αν όλοι οι άνθρωποι δεν φθάσουν στο καθ’ ομοίωσιν, δεν πρέπει να αναμένουμε ριζική διόρθωση της ζωής πάνω στη γη… καλύτερα να πάσχουμε για το αγαθό και να ειρηνεύουμε στο πνεύμα μας, παρά να θριαμβεύουμε πρόσκαιρα εκβιάζοντας τον πλησίον μας σαν τα θηρία που απομυζούν το αίμα των αδελφών. 
(...) Ο καθένας από μας είναι ελεύθερος να συμφωνήσει με τον Θεό, να ενωθεί μαζί Του με την αγάπη, ή βεβαίως να Τον απορρίψει και αφελώς να στραφεί σε αναζητήσεις άλλης ζωής: «Αφελώς», διότι έξω από τη Θεϊκή Αρχή δεν υπάρχει ζωή. Συνεπώς, στην ελευθερία του ανθρώπου έγκειται η τραγικότητα όλης της ιστορίας του κόσμου. 
Και ο Θεός αναμφίβολα προείδε την Τραγωδία αυτή, τη μελέτησε μέσα στην Αιωνιότητά Του…
Ο Θεός, «ο πανταχού Ών και τα πάντα πληρών» μας περιβάλλει, όπου και αν είμαστε. Αγαπητικά μας αναζητεί, μας καλεί κοντά Του, μακροθυμεί, αναμένει …
Ουδέποτε εκβιάζει την ελευθερία μας· μας τιμά σαν να είμαστε ίσοι με Αυτόν. 
Σε κάθε περίπτωση συμπεριφέρεται μαζί μας ως με ίσους Του, και τίποτε άλλο δεν περιμένει από μας, παρά μόνο να μας δει σε όλα όμοιους με Αυτόν … 
Εγώ έτσι εννοώ την αποκάλυψη εν Χριστώ, ο Οποίος και ως Άνθρωπος κάθισε στα δεξιά του Πατρός. 

Γ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ


Γέροντα, γιατί δεν γεμίζω από την προσευχήενώ φροντίζω να είμαι συνεπής στα πνευματικά μου καθήκοντα;

– Έ, πώς να γεμίσης;
Έτσι θα γεμίσης; Θέλει γύρισμα το κουμπί αλλού. 
Εξέτασε να δής πόσο δουλεύεις στην πνευματική ζωή με την λογική και πόσο με την καρδιά· πόσο κινείσαι από την ευρωπαϊκή συνέπεια και πόσο από το ορθόδοξο φιλότιμο. 
Αυτό που λέμε «συνέπεια», μερικές φορές είναι εγωισμός και μας κλέβει. 
Να φανώ συνεπής, για να δείξω στους άλλους ότι είμαι σε όλα εντάξει. 
Τότε όμως η ζωή μου γίνεται μια μεγάλη αταξία πνευματική. Να κινήσαι παντού με φιλότιμο, γιατί σ᾿ αυτήν την συχνότητα κινούνται ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι…
Χωρίς φιλότιμο δεν έρχεται η θεία χάρη!

 Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου

"Ναι-ναι πόλεμος-πόλεμος..!" Και δώστου αρχινά η μάχη...

Να σε πω για τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη τι έπαθεν μια φοράν; 

Τα πρώτα χρόνια που τον γνωρίσαμε αγωνιζόταν με πολύν ζήλον στην προσευχήν. Μιαν βραδυά έπεσε στο κρεβάτι να ξεκουραστεί λίγο και μετά να σηκωθεί για αγρυπνία...

Οι δαίμονες πολύν φθόνον είχαν μαζί του. Η προσευχή του παπά-Εφραίμ ήταν φωτιά. 

'Ερχονται λοιπόν ένας ολόκληρος λεγεώνας έξω από το κελλί του και αρχίζουν φωνές. Ξυπνά το καλογέρι φοβισμένο. Βάζει αυτί, κατάλαβε, δαίμονες είναι... 

'Ολοι μαζί μια φωνή: "Πόλεμος-πόλεμος..." 

Ενόμισαν ότι θα τρομάξει κι αυτός σαν κι εσένα... (...)

'Ομως τι κάμνει το καλογέρι; 

Σηκώνεται από το κρεβάτι σαν αστραπή. 

Αρπάζει το τρακοσάρι (κομποσκοίνι) και τους απαντά και αυτός δυνατά με θάρρος: 

"Ναι-ναι πόλεμος-πόλεμος..!" 
Και δώστου αρχινά η μάχη... 

"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με..." 
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με..."

'Εβγαλε τέτοια αγρυπνία που τη θυμόταν για χρόνια . 

'Ελεγε μετά αυτός ευχαριστώ στους δαίμονες που τον ξυπνήσανε. 

Ακούς πως αγωνίζονται; 


Ο Γέροντας Αρσένιος ο Σπηλαιώτης, για τον παπα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη 
(Από Το Βιβλίο Του Π. Ιωσήφ Διονυσιάτου, 
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ)