.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικές Νουθεσίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματικές Νουθεσίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς - Με κόπο και θυσία



Διηγοῦνται ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Σέρβου θεολόγου καὶ προσφάτως ἀναγνωρισθέντος Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας.

Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου.

Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι.

Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός.

Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.

Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι.

Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.

–Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάν­τη­σε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.

Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον.

Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:

–Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλ­λὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω ­τί­­πο­τα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο πέ­ρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.

Τότε ὁ Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:

–Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεο­λογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτά­σεις.

Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.

Π.Σ

Και τι σε εμποδίζει να κάνεις λειτουργία στήν καρδιά σου;



- Πάτερ μου δουλεύω κάθε μέρα αυτό τον καιρό, όλες τις μέρες, δεν προλαβαίνω να παω σε θεία λειτουργία...

~ Και τι σε εμποδίζει να κάνεις λειτουργία στήν καρδιά σου;

(Πραγματικό περιστατικό αδελφού εν ώρα εξομολόγησης. Το ''Εγω'' του ανθρώπου, το θέλημα και φρόνημα της σαρκός, η αμαρτία, το μόνο εμπόδιο μας...)

Όταν ο νους του ανθρώπου ανακαλυφθή, (φωτισμός), όταν ελευθερωθή από την αιχμαλωσία του και δεχθή την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, γίνεται «ιερατείον πνευματικόν», και τότε μέσα στο θυσιαστήριο της ψυχής (την καρδιά), ιερουργεί μυστικώς...

Περί της μυστικής του νοός ιερουργίας ο λόγος, ύστερα θυμήθηκα τον αγαπήμενο ιατρό, τον θεραπευτή και θαυματουργό... 

''Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι. Χτύπα εκεί το σήμαντρο, κάλεσε εκεί για αγρυπνία, θυμίασε και ψιθύρισε ακατάπαυτα προσευχές. Ο Θεός είναι δίπλα σου …"
 Άγιος Λουκάς ο Ιατρός


Και τι σε εμποδίζει να κάνεις λειτουργία στήν καρδιά σου;


(Συγγραφή κειμένου, Δημήτρης Ρόδης για Πνεύματος κοινωνία)

Οι ωφέλειες της προσευχής



Στήν πρόσκαιρη τούτη ζωή μας, ἀπό κάθε ἔργο πού κάνουμε, εἴτε ὑλικό εἶναι αὐτό, εἴτε πνευματικό, περιμένουμε νά προκύψει κάποιο κέρδος γιά τή συντήρηση καί τήν πρόοδό μας. Ἔτσι καί ἀπό τό ἔργο τῆς προσευχῆς προσδοκοῦμε κάποια ὠφέλεια, κάποια ἀμοιβή τήν ὁποία ζητοῦμε ἀπό τόν δωρεοδότη Θεό.

Οἱ ὠφέλειες ἀπό τήν προσευχή εἶναι ἀσυγκρίως ἁνώτερες ἀπό ἐκεῖνες πού προκύπτουν ἀπό τά ἄλλα ἔργα τῆς ζωῆς αὐτῆς πού συνήθως ἐργαζόμαστε. Ἀπό τήν προσευχή λαμβάνουμε πλοῦτον ἀδιάφθορο καί σωτηριώδη.

Ἄν ἐνοίξουμε τή Γραφή, θά δοῦμε τίς ἀμέτρητες δωρεές, πού χάρίζει ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους διά μέσου τῆς προσευχῆς. Ἔθνη σώθηκαν ἀπό τήν καταστροφή, ὅπως οἱ Νινευΐτες ἤ οἱ Ἰουδαῖοι διά τῶν προσευχῶν τοῦ Μωϋσῆ. Στεῖρες γυναῖκες ἀπέκτησαν παιδιά, μέ τήν προσευχή ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα ἀπέκτησαν τήν Θεοτόκον Μαρία. Ἡ ἄλλη Ἄννα τοῦ Ἐλ­κα­νᾶ,τό Σα­μου­ήλ τόν προ­φή­τη, ὁ Δα­νι­ήλ καί οἱ τρεῖς παί­δες σώ­θη­καν ἀ­πό τήν κά­μι­νον τοῦ πυ­ρός, ὁ βα­σι­λιάς Ἐ­ζε­κί­ας πέ­τυ­χε πα­ρά­τα­ση τῆς ζω­ῆς του γιά 15 χρό­νια. Καί στήν Και­νῆ Δι­α­θή­κη , ἀλ­λά καί στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, θά βρεῖ πολ­λά ὠ­φε­λή­μα­τα ὁ ἀ­να­γνώ­στης πού δι­α­βά­ζει. Δέν εἶ­ναι λί­γοι οἱ ἐρ­γά­τες τῆς προ­σευ­χῆς πού προι­κή­σθη­καν μέ θεῖ­α χα­ρί­σμα­τα, ὅ­πως προ­ό­ρα­ση, προ­φη­τεί­α, θε­ρα­πεῖ­ες ἀ­σθε­νῶν κλπ. Ὅλα αὐτά εἶναι δῶρα καί καρπός τῆς θερμῆς προσευχῆς.

Ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ὁ καθαρισμός τῆς ψυχῆς εἶναι καρπός τῆς προσευχῆς λέγει ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης: « Ἐκ τοῦ ἔργου τῆς προσευχῆς καί καθριζόμεθα καί λαμβάνουμεν λύση τῶν ἁμαρτημάτων μας καί λυτρούμεθα ἀπό τοῦ πονηροῦ καί παντός πειρασμοῦ, καί ἀπό ὅλα τά ἐπερχόμενα δεινά καί γινώμεθα ἄξιοι νά παρασταθῶμεν εἰς αὐτόν τόν Θεόν καί νά καταξιωθῶμεν τοῦ φωτισμοῦ αὐτοῦ καί τῆς βασιλείας του».

Ἡ προ­σευ­χή ἑλ­κύ­ει τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ στή γῆ καί φω­τί­ζει τόν προ­σευ­χό­με­νο καί τόν κα­θο­δη­γεῖ στό σω­στό δρό­μο, χα­ρο­ποι­εῖ τήν­προ­σευ­χό­με­νην ψυ­χή, δι­ώ­χνει ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο τό ἄγ­χος καί τήν ἀ­γω­νί­α καί ἐ­πα­να­φέ­ρει τή γα­λή­νη καί τήν ἠ­ρε­μί­α. Ὁ προ­σευ­χό­με­νος ἐ­νι­σχύ­ε­ται καί ξε­περ­νᾶ τίς δι­ά­φο­ρες δυ­σκο­λί­ες τῆς ζω­ῆς, για­τί πα­τᾶ σέ στέ­ρε­ο ἔ­δα­φος.

Ἀ­κό­μα ἡ προ­σευ­χή ὠ­φε­λεῖ καί τήν κοι­νω­νί­α γε­νι­κά, ὅ­ταν ὅ­λοι προ­σεύ­χον­ται· τήν ἀ­παλ­λάσ­σει ἀ­πό τά κα­κά πού τή μα­στί­ζουν κα­θη­με­ρι­νά καί τήν κά­νει σω­στή κοι­νω­νί­α ἀν­θρώ­πων. Τό δέ μεγαλύτερο ἐπαθλο τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

http://agiameteora.net/

ΘΑΥΜΑΣΤΌ ΓΕΓΟΝΌΣ. Η γυναίκα εργαζόταν σε μια μονάδα συσκευασίας κρέατος. Μια μέρα, στο τέλος της εργάσιμης ημέρας.....



Η γυναίκα εργαζόταν σε μια μονάδα συσκευασίας κρέατος. Μια μέρα, στο τέλος της εργάσιμης ημέρας της, πήγε στον καταψύκτη για να ελέγξει κάτι, αλλά η πόρτα έκλεισε τυχαία - και η γυναίκα ήταν κλειδωμένη μέσα. 

Η γυναίκα φώναξε και χτύπησε σε όλους - με δύναμη, όλα ήταν μάταια, - κανείς δεν μπορούσε να την ακούσει. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι είχαν ήδη φύγει, και έξω από την κατάψυξη είναι αδύνατο να ακούσουν τι συμβαίνει μέσα. 

Πέντε ώρες αργότερα, όταν ο θάνατος φαινόταν αναπόφευκτος, η φυλακας του εργοστασίου άνοιξε την πόρτα - και η γυναίκα κατάφερε να δραπετεύσει με θαυμασμό εκείνη την ημέρα από το θάνατο. 

Αργότερα, η γυναίκα ζήτησε από τον φρουρό γιατί αποφάσισε να ελέγξει την κατάψυξη εκείνη την ημέρα, επειδή δεν ήταν δουλειά του. 

Ο φρουρός απάντησε: «Έχω εργαστεί στο εργοστάσιο για 35 χρόνια, εκατοντάδες άνθρωποι έρχονται και φεύγουν κάθε μέρα, αλλά είστε ένας από τους λίγους ανθρώπους που με χαιρέτησε το πρωί και λέει αντίο στο τέλος της εργάσιμης ημέρας. Πολλοί άνθρωποι με αντιμετωπίζουν σαν να είμαι αόρατος ...

Σήμερα, περάσατε όπως πάντα, και μου είπατε "Γεια σας". Αλλά μετά από μια δουλειά μιας ημέρας, παρατήρησα με περίεργο τρόπο ότι δεν άκουσα ", σε βλέπω αύριο", και δεν σας είδα να φευγεται από το εργοστάσιο. Έτσι αποφάσισα να ελέγξω το εργοστάσιο. 
Είμαι τόσο συνηθισμένος στο "γεια σας" και "αντίο" κάθε μέρα, επειδή μου θυμίζουν ότι χρειάζομαι κάποιον. Όταν δεν άκουσα σήμερα το αποχαιρετιστήριο σας, συνειδητοποίησα ότι κάτι είχε συμβεί. Γι 'αυτό έψαξα παντού για εσάς. " 

Να είσαι ταπεινός, να αγαπάς και να σέβεσαι τους γύρω σου. 
Μετά από όλα, αυτά ποτέ δεν ξέρουμε τι θα συμβεί αύριο.

«- π. Σάββα, μπορῶ νά εἶμαι καί λίγο κοσμικός καί λίγο χριστιανός;»




Δέν γίνεται. Ἤ κοσμικός θά εἶσαι ἤ χριστιανός. 

Ὁ Χριστός μας -προσέξτε- εἶναι ἀπόλυτος. Θά μοῦ πεῖτε, εἶμαι αὐστηρός… ἄς τό πεῖτε, δέν πειράζει.. κι ἄλλοι μοῦ τό λένε. Ἀλλά δέν εἶναι αὐστηρότητα, εἶναι ἡ ἀλήθεια αὐτό τό πράγμα. 

Τί λέει ὁ Χριστός; «Σέ θέλω νά μέ ἀγαπᾶς ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς..». 
Δέν λέει κατά ἕνα ποσοστό νά Μέ ἀγαπᾶς. 

Βλέπετε; Ὁ Χριστός εἶναι ἀπόλυτος.

Μᾶς θέλει ὁλόκληρους, δέν μᾶς θέλει κατά ἕνα κομμάτι. Ἕνας κομματιασμένος εἶναι νεκρός. Μᾶς θέλει 100% δικούς Του. 

Ὅλη ἡ καρδιά, ὅλη ἡ ψυχή, ὅλη ἡ δύναμη, ὅλη ἡ ὕπαρξή μας νά ἀγαπάει τόν Χριστό, νά εἶναι ὅλη στόν Χριστό.

π. Σάββας Αγιορείτης

γ. Αμβρόσιος Λάζαρης - Θα ακούμε τους επισκόπους που δεν θα πάρουν ταυτότητα!

Το άγιο θέλημά Σου...



Ο αγώνας που κάνει ο Χριστιανός γίνεται όχι για να πη στον Θεό:

«Εγώ είμαι εντάξει· δικαιούμαι την σωτηρία» -γιατί τότε θα ήταν ένας Φαρισαίος- αλλά για να πει στον Θεό:

«Κύριε, παρ’ όλη την αδυναμία μου και την αμαρτωλότητά μου, εγώ σε αγαπώ. Και σαν έκφραση της αγάπης μου, προσπαθώ να κάνω τις εντολές Σου και το άγιό Σου θέλημα. Και από Εσένα εξαρτάται, αν θα μου δώσεις την σωτηρία και αν θα μου δώσεις την Χάρη Σου”.

Γέροντας Γεώργιος Καψάνης

Ἐγὼ δὲν φεύγω ἀπὸ ᾿δῶ, Χριστέ μου, ἂν δὲν μοῦ φέρεις νὰ ταΐσω τὰ παιδιά μου, ποὺ δὲν εἶναι δικά μου· δικά Σου εἶναι....



Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἄρχισε ὁ γέροντας Πνευ­ματικὸς νὰ διηγεῖται στὸ πνευματικοπαίδι του μιὰ προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ κάποιον θεοφοβούμενο ἄνθρωπο παλαιὰ στὴ Μυτιλήνη. 

–Ποὺ λές, Μιχάλη τὸν λέγανε. Τὸν ἤξερα ἐγὼ προσωπικά. Στὴ Μυτιλήνη ζοῦ­σε, σ’ ἕνα κεφαλοχώρι. Ἄνθρωπος τί­­μιος, ἐργάτης, μὲ φόβο Θεοῦ πάνω του. Οἰκοδόμος ἦταν. Μεροδούλι – μεροφάι. Ὅλη τὴ μέρα στὴ δουλειά, καὶ τὸ βρά­δυ στὸ σπίτι, στὴν οἰκογένειά του. Εἶ­χε γυναίκα καὶ ὀχτὼ παιδιά. Οὔτε ἕνα, οὔτε δύο. Ὀχτὼ τοῦ Θεοῦ τὰ εἶχε. Ἡ γυναίκα του δὲν ἐργαζόταν. Καὶ νά ’θελε, ποῦ νὰ εὐκαιρήσει μὲ ὀχτὼ παιδιά; Ἕνα ἡμερομίσθιο, καὶ μ’ αὐτό, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τά ’βγαζαν πέρα. Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός.

Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός, γιατὶ ἐκεῖνοι δὲν Τὸν ἄφηναν. Κατάλαβες; Ἦταν θεοσεβούμενη οἰκογένεια ἡ οἰκογένεια τοῦ κυρ-Μιχάλη, παιδί μου. Ἀπὸ τὴν ἐκ­κλη­σία δὲν ἔλειπαν Κυριακές, γιορτές, καὶ στὴ ζωή τους πολὺ προσεκτικοί. Καὶ μὲ ἐλεημοσύνες ἐπιπλέον, ὅσο μπο­ροῦ­σαν. Τί νὰ μποροῦσαν δηλαδή; ἀπ’ τὸ ὑ­στέρημά τους οἱ ἄνθρωποι… Κυλοῦσε ἡ ζωή τους ἥσυχα, κι αὐτοὶ δόξαζαν τὸν Θεό.

. Κάποτε ὅμως ἦρθαν μέρες δύσκολες. Ἀναδουλειὲς στὸ νησί. Ἄρχισε νὰ στενεύεται ὁ κυρ-Μιχάλης. Πῶς νὰ τὰ καταφέρνει δέκα στόματα νὰ τρέφει καθημερινά; Κι ἡ καημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὴν ἄλλη πιὸ πολὺ δυσκολευόταν. Ξέρεις τί ’ναι νὰ ξημερώνει, καὶ νὰ μὴν ξέρει ἡ μάνα ἂν θὰ βρεῖ νὰ ταΐσει τὰ μικρά της; Μαρτύριο σωστὸ γιὰ τὴ μητρικὴ καρδιά.

Καὶ ἔφτασε κι ἡ μέρα ποὺ δὲν εἶχε τίποτε στὸ σπίτι νὰ δώσει στὰ παιδιά. Ἀδειανὰ ὅλα τὰ ράφια. Κοίταξε χλωμή, πανιασμένη τὸν ἄντρα της:
–Ἂν σήμερα δὲν φέρεις κάτι στὸ σπίτι, τοῦ ’κανε, νὰ ξέρεις, τὰ παιδιὰ θὰ μείνουν νηστικά. Οὔτε ψίχουλο δὲν ὑπάρ­χει.
Ἔφυγε ὁ Μιχάλης γιὰ τὴν πιάτσα, μπὰς καὶ βρεῖ τίποτε. Στὸ δρόμο περ­νοῦσε ἔξω ἀπ’ τὸν κοιμητηριακὸ Ναὸ τοῦ χωριοῦ. Κοντοστάθηκε μιὰ στιγμὴ κι ἀ­μέ­σως τὸ ἀποφάσισε. Ἄλλαξε τὸ πρό­γραμμά του.

–Δὲν θὰ πάω στὴν πλατεία. Θὰ μπῶ ἐδῶ.
. Μπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔκανε τὸ σταυ­­ρό του. Ἄναψε τὸ κερὶ καὶ κατευθύν­θηκε μπροστὰ στὸ τέμπλο. Ἔπεσε στὰ γόνατα, σήκωσε τὰ χέρια του καὶ παρακαλέθηκε:
–Ὀχτὼ τὰ ἔχω, Χριστέ μου. Δικά Σου εἶναι, Ἐσὺ μοῦ τά ’δωσες. Ἐσὺ ποὺ μοῦ τά ’δωσες, φρόντισε νὰ τὰ θρέψεις. Δὲν ἔχουν τίποτε γιὰ σήμερα νὰ φᾶνε.
Ἔμεινε λίγη ὥρα ἔτσι γονατισμένος καὶ τέλος ξαναμίλησε:
–Ἐγὼ δὲν φεύγω ἀπὸ ᾿δῶ, Χριστέ μου, ἂν δὲν μοῦ φέρεις νὰ ταΐσω τὰ παιδιά μου, ποὺ δὲν εἶναι δικά μου· δικά Σου εἶναι.
. Εἶπε, καὶ κατευθύνθηκε στὸ ἀναλόγιο. Πῆρε τὸ Ψαλτήρι κι ἄρχισε νὰ διαβάζει.

. Δὲν θά ’χε περάσει μισὴ ὥρα, κι ἀπ­έ­ξω ἀκούστηκαν συνομιλίες. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔδωσε σημασία. Μετὰ διέκρινε τὴ φω­νὴ τοῦ παπᾶ τους. Μιλοῦσε μὲ κά­ποιον ἄγνωστο. Ἔπιασε μιὰ λέξη, ἂν ἄ­κουγε καλά…
–Ἕναν οἰκοδόμο πρέπει νὰ βρεῖς…
Πετάχτηκε ἔξω.
–Παπα-Γιάννη, τὴν εὐχή σου.
–Νά τος! φώναξε ὁ παπάς. Τὸν ξέρεις τὸν Μιχάλη;
Κι ἀμέσως πρὸς τὸν Μιχάλη:
–Μιχάλη, τὸν γνωρίζεις τὸν κύριο;
–Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος.
–Εἶναι τοῦ Γρηγόρη τοῦ…, μακαρίτης τώρα, ἀπ’ τὸν ἀπάνω μαχαλά. Μᾶς ἦρθε χθὲς ἀπ’ τὴν Ἀμερική, χρόνια τώρα ἐκεῖ, δυὸ δεκαετίες κοντά. Τὸν θυμᾶσαι;
–Ἅμα λές, παπά μου, δυὸ δεκαετίες, ἐγὼ ἀκόμα δὲν ἤμουν ἐδῶ. Μετὰ ἐγκα­ταστάθηκα στὸ χωριό. Τὸν πατέρα του τὸν μακαρίτη τὸν ἔχω ἀκουστά.
–Κύριε Μιχάλη, εἶστε οἰκοδόμος;
–Ναί, παιδί μου.
–Ἐνδιαφέρομαι νὰ φτιάξω τὸν τάφο τῶν γονέων μου. Θέλω νὰ χτίσω κάτι ὡ­ραῖο, ἐπίσημο, σὰν τύμβο. Σὰν εἰκο­νο­στάσι. Νὰ χωράει κανεὶς νὰ μπεῖ μέσα, ν’ ἀνάψει τὸ κερί, τὸ καντήλι. Κατάλαβες; Ξέ­ρεις ἀπὸ τέτοια;
–Πῶς δὲν ξέρω, παλληκάρι μου. Ἔχω φτιάξει κι ἄλλοτε.
–Πόσα θέλεις νὰ μοῦ τὸ φτιάξεις;
Κοντοστάθηκε ὁ κυρ-Μιχάλης. «Νὰ πῶ ἑκατὸ χιλιάδες δραχμές», πῆρε νὰ σκέ­­φτεται, «μὴν τοῦ φανοῦν πολλά. Νὰ πῶ ἑβδομήντα;».
–Διακόσιες χιλιάδες σοῦ φτάνουν;
–…
–Ἔ, δὲν διαθέτω περισσότερα. Δέχεσαι;
–Δέχομαι.
–Πάρ᾿ τα.
Καὶ τοῦ ἔδωσε στὸ χέρι φάκελλο φουσκωμένο.

. Μὲ τρεμάμενα χέρια ὁ κυρ-Μιχάλης ὁ οἰκοδόμος ξαναμπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔ­πεσε στὰ γόνατα μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔκλαψε. Ὥρα πολλή. Κάποτε σηκώ­θηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ σπίτι του. Στὴ γυ­ναίκα του καὶ τὰ ὀχτὼ παιδιά του. Τοῦ Θεοῦ ὅλα.

–Κατάλαβες, παιδί μου; κατέληξε ὁ γέ­­ροντας Πνευματικός. Αὐτὸς ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴν πίστη του, τὴν προσευ­χή του, ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔκανε, πῶς νὰ ποῦ­με… τὸν ἐξανάγκασε τὸν Θεό. Ἔτσι δὲν εἶναι; Για­τὶ ἡ πίστη, ἡ ἀληθινή, ἡ ἀκράδαντη, αὐτὸ κάνει. 
Ἐξαναγκάζει τὸν Θεό. Συμφωνεῖς;

Τό σῶμα εἶναι ἐργαλεῖο καί μοιάζει μέ στολή τῆς ψυχῆς. Μή μολύνεις τήν ὄμορφη αὐτή στολή σου !



''Μή λές ὅτι τό σῶμα εἶναι αἰτία τῆς ἁμαρτίας. Γιατί, ἄν τό σῶμα εἶναι αἰτία τῆς ἁμαρτίας, τότε γιατί ὁ νεκρός δέν ἁμαρτάνει; Βάλε στό δεξί χέρι κάποιου νεκροῦ, πού μόλις πέθανε, ἕνα ξίφος. Φόνος δέν θά γίνει. Ἄς περάσουν πλάι ἀπό νεκρό νεό, μόλις πεθάνει, χίλιες καλλονές. 

Δέν πρόκειται νά τοῦ δημιουργηθεῖ καμιά ἐπιθυμία πορνείας. Γιατί; Ἐπειδή τό σῶμα δέν ἁμαρτάνει ἀπό μόνο του, ἀλλά ἁμαρτάνει ἡ ψυχή, ἐνεργώντας μέ τό σῶμα. Τό σῶμα εἶναι ἐργαλεῖο καί μοιάζει μέ ροῦχο καί στολή τῆς ψυχῆς. Κι ἄν παραδοθεῖ ἀπό αὐτή στήν πορνεία, γίνεται ἀκάθαρτο. 

Ἄν ὅμως συζήσει μέ ἅγια ψυχή, γίνεται ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δέν τά λέω ἐγώ αὐτά, ἀλλά τά ἔχει πεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Δέν ξέρετε ὅτι τά σώματά σας εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού βρίσκεται μέσα σας;» (Α΄ Κορ. 6,19). 

Νά φροντίζεις λοιπόν τό σῶμα σάν νά εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Μή φθείρεις μέ πορνεῖες τή... σάρκα σου. 

Μή μολύνεις τήν ὄμορφη αὐτή στολή σου. Κι ἄν ἔτυχε καί τή μόλυνες, πλύνε την τώρα μέ τή μετάνοια, ἐπειδή τώρα εἶναι καιρός λουτροῦ παλιγγενεσίας.''

Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων
Κατήχηση Δ΄. ΚΓ΄ σελ. 147

«Ὁ ἀδελφός σας εἶναι στόν Παράδεισο γιατί ποτέ δέν κατέκρινε κανέναν σας!»



Κάποτε πολὺ παλιὰ σὲ ἕνα μοναστήρι στὸ Άγιον Ὅρος, πρὶν ἀκόμα ἡ ἀνθρωπότητα μάθει τί εἶναι τὸ ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ἦταν μία μικρὴ ἀδελφότητα νέων κατὰ βάσει μοναχῶν μὲ τὸν Γέροντά τους, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ αὐτὸς σχετικὰ νέος. 
Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἀδελφότητα ὑπῆρχε ὅμως καὶ ἕνας μεγάλος σὲ ἡλικία παππούλης. 
Ὁ παππούλης τῆς ἱστορία μας, λοιπόν, δὲν ἔλεγε ποτὲ καλημέρα καὶ περπατοῦσε πάντα μὲ κατεβασμένο τὸ βλέμμα.

Ὅποτε συναντοῦσε κάποιον ἀδελφό του σταματοῦσε μπροστά του χωρὶς νὰ σηκώσει τὰ μάτια του ἀπὸ τὸ ἔδαφος καὶ κατευθείαν γυρνοῦσε τὴν πλάτη του καὶ ἄλλαζε πορεία. Δὲν πήγαινε ποτὲ στῆς Παρακλήσεις καὶ στοὺς Ἑσπερινούς. Μπορεῖ νὰ τὸν ἔβλεπαν καμιὰ φορᾶ στὸ ἀπόδειπνο μετὰ τὴν τράπεζα, ἀλλὰ θὰ ἔφευγε πρὶν τελειώσει. Μονάχα τὶς Κυριακὲς πήγαινε στὴν Λειτουργία καθυστερημένος καὶ καθόταν μέχρι νὰ τελειώσει. Ὅλοι οἱ ἀδελφοί του τὸν χαρακτήριζαν μονόχνωτο, παράξενο καὶ τὸν συκοφαντοῦσαν συνέχεια στὸν Γέροντά τους. Πολλὲς φορὲς ὁ Γέροντας μπῆκε στὸν πειρασμὸ νὰ τὸν ἐπιπλήξει γιὰ τὴν συμπεριφορὰ τοῦ αὐτή, ἀλλὰ κάθε φορᾶ κάτι τὸν σταματοῦσε καὶ τὸν δικαιολογοῦσε λέγοντας πὼς εἶναι «καμώματα τῆς ἡλικίας». Κάποια μέρα λοιπὸν… κάλεσε ὁ Καλὸς Θεούλης τὸν Παππούλη μας καὶ αὐτὸς ἔφυγε γιὰ πάντα γιὰ ἕνα πολὺ μακρινὸ ταξίδι.

Οἱ ἀδερφοί του δὲν στεναχωρήθηκαν καθόλου γιὰ τὴν ἀπώλειά του. Ἴσα, ἴσα χάρηκαν κιόλας, γιατί δὲν θὰ ἔβλεπαν ἄλλο τὸ ξινισμένο γέρικο πρόσωπό του. Ἀναρωτιόντουσαν ὅμως: «τι κατάληξη θὰ ἔχει ἡ ψυχούλα αὐτοῦ του παράξενου γεράκου ποῦ δὲν τελοῦσε κανένα ἀπὸ τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα;» Τὸ ρώτησαν στὸ Γέροντά τους καὶ αὐτὸς μὲ τὴν σειρὰ τοῦ εἶπε νὰ κάνουν γιὰ 40 μέρες προσευχὴ καὶ νηστεία καὶ τότε θὰ τοὺς φανερώσει ὁ Καλὸς Θεούλης τί ἔγινε μὲ τὴν ψυχούλα τοῦ γέρου ἀδελφοῦ τους. 
Μετὰ ἀπὸ 40 μέρες Ἄγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στὸ Γέροντα καὶ τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ Γεράκος τοὺς εἶναι στὸν Παράδεισο κοντὰ στὸν Καλὸ Θεούλη καὶ προσεύχεται γιὰ αὐτοὺς καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Ὁ Γέροντας ἀπόρησε. Ρώτησε τὸν Ἄγγελο: «Μα πῶς; Ἀφοῦ…»

Πρὶν προλάβει ὅμως νὰ τελειώσει αὐτὸ ποὺ ἤθελε νὰ πεῖ τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἄγγελος: 
«Ὁ ἀδελφός σας εἶναι στὸν Παράδεισο γιατί ποτὲ δὲν εἶπε κακὸ λόγο γιὰ ἀδελφό του καὶ ποτὲ δὲν κατέκρινε κανέναν σας! Πάντα τὸ βλέμμα τοῦ κοιτοῦσε στὸ ἔδαφος γιὰ νὰ μὴν δεῖ κανέναν σας καὶ τὸν κακολογήσει, δὲν ἐρχόταν στὶς ἀκολουθίες γιὰ μὴν δεῖ κανέναν ἀδελφὸ νὰ κοιμᾶται στὸ στασίδι του, ἢ νὰ μὴν κάνει τὶς μετάνοιές του καὶ τὸν κρίνει». Ὁ Γέροντας ἔμεινε ἄφωνος.

Τὰ νέα γρήγορα διαδόθηκαν ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ὄχι μόνο στὸ μικρὸ κοινόβιο ἀλλὰ καὶ στὶς γύρω Μονὲς καὶ Σκῆτες. Ἀντὶ γιὰ χαρὰ ὅμως ἁπλώθηκε μία ἀπέραντη λύπη. 
Μέχρι καὶ τὰ πουλιὰ σίγησαν ἐκείνη τὴν μέρα. Ὁ ἀέρας δὲν φύσηξε καὶ τὰ λευκὰ προβατάκια τῆς θάλασσας σταμάτησαν νὰ γλύφουν τοὺς τοίχους τοῦ μοναστηριοῦ. Ἐκεῖνο τὸ βράδυ οὔτε τὰ ἄστρα βγῆκαν στὸν οὐρανό. Θρηνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ θρηνοῦσε καὶ ὅλη ἡ γῆ μαζί τους.

Μακάρι νὰ μπορούσαμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἔχουμε ἔστω λίγη ἀπὸ τὴν ταπείνωση τοῦ Ἅγιου αὐτοῦ Παππούλη καὶ ἂς μᾶς λέγανε παράξενους…

Περιοδικό ΡΩΜΝΙΟΣ

Όσιος Φιλόθεος ο Σιναΐτης: Υπάρχει ένας νοητός πόλεμος που γίνεται μέσα μας



1. Υπάρχει ένας νοητός πόλεμος που γίνεται μέσα μας, που είναι πιο φοβερός από τον αισθητό πόλεμο. 

Και πρέπει ο εργάτης της ευσέβειας να τρέχει νοερά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (Φιλιπ. 3,14), για να θησαυρίσει τελείως μέσα στην καρδιά του τη μνήμη του Θεού σαν μαργαριτάρι ή πολύτιμο λίθο. 

Και πρέπει όλα να τα παραμερίζομε, ακόμη και το σώμα, και αυτή τη ζωή να καταφρονούμε, μόνο και μόνο για να αποκτήσομε στην καρδιά μας το Θεό. 

Γιατί αρκεί, όπως λέει ο θείος Χρυσόστομος:

Να βλέπει κανείς με το νου του το Θεό, για ν’ αφανίσει τους πονηρούς δαίμονες.

Από το βιβλίο: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, 
εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, γ΄τόμος, σελ. 14-28.

Κάθε εμπόδιο στη ζωή είναι και μια ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι



Τον παλιό καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε να κάνει το εξής: άφησε έναν τεράστιο βράχο στη μέση του δρόμου και στη συνέχεια κρύφτηκε παρακολουθώντας αν κάποιος θα τον μετακινούσε.
Από το σημείο εκείνο πέρασαν ορισμένοι από τους πλουσιότερους εμπόρους και τους αυλικούς του, αλλά όλοι απλά περπατούσαν γύρω από τον βράχο.
Πολλοί μάλιστα κατηγορούσαν τον βασιλιά που δεν φρόντιζε να κρατά τον δρόμο καθαρό, αλλά κανείς δεν έκανε τίποτα για να βγάλει τον βράχο από τη μέση.
Κάποια στιγμή, πέρασε από εκεί ένας χωρικός που κουβαλούσε ένα φορτίο με λαχανικά. Πλησίασε τον βράχο, άφησε κάτω το φορτίο του και προσπάθησε να τον μετακινήσει στην άκρη του δρόμου.
Μετά από πολύ κόπο, τελικά τα κατάφερε. Αφού πήρε ξανά το φορτίο, πρόσεξε ότι στο σημείο που ήταν πριν ο βράχος υπήρχε ένα πορτοφόλι.
Το πορτοφόλι περιείχε πολλά χρυσά νομίσματα και ένα σημείωμα από τον βασιλιά που έγραφε ότι το χρυσάφι ανήκει σε εκείνον που θα μετακινούσε τον βράχο από τον δρόμο.
Ο χωρικός έμαθε κάτι που πολλοί από εμάς δεν καταλαβαίνουμε: κάθε εμπόδιο που παρουσιάζεται στη ζωή μας αποτελεί μια ευκαιρία για να γίνουμε καλύτεροι.

Να προσέχουμε στην προσευχή μας τι ζητάμε από τον Θεό ( Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης )



Έλεγε ο Γέροντας, πολύ να προσέχουμε στην προσευχή μας τι ζητάμε από τον Θεό, γιατι παραδείγματος χάρη δεν ξέρουμε, όταν του ζητήσουμε δοκιμασία και μας τη δώσει, αν θα την αντέξουμε.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Tο καλύτερο πνευματικό φάρμακο...



Η προσευχή είναι το καλύτερο πνευματικό φάρμακο. Με την προσευχή θα πάρουμε όλες τις δωρεές του Θεού.

Είσαι κουρασμένος; Προσευχήσου. Η προσευχή θα σε ξεκουράσει.

Είσαι λυπημένος; Προσευχήσου. Η προσευχή θα σε χαροποιήσει.

Είσαι απελπισμένος; Προσευχήσου. Η προσευχή θα σε στηρίξει.

Είσαι απογοητευμένος; Προσευχήσου. Η προσευχή θα σε κάνει αισιόδοξο.

Είσαι πονεμένος; Προσευχήσου. Η προσευχή θα σε θεραπεύσει.

Είσαι χαρούμενος; Προσευχήσου. Η προσευχή θα σε βοηθήσει να χαίρεσαι σωστά την χαρά σου.

Όπως ο ήλιος μεταδίδει ακτίνες φωτιστικές και θερμαντικές, έτσι και το όνομα του Θεού στην προσευχή εκπέμπει ευλογία και αγιότητα…

ΤΙΜΩΡΕΙ Ο ΘΕΟΣ;




ΔΕΝ ΤΙΜΩΡΕΙ Ο ΘΕΟΣ;
Πολλοί, ιδίως δημοσιογράφοι, άλλα και θεολόγοι και κληρικοί, ιδίως φαύλοι, υποστηρίζουν, ότι ό Θεός δεν τιμωρεί. Και γιατί δεν τιμωρεί; Διότι, λέγουν, ό Θεός είναι αγάπη. Ναι, ό Θεός είναι αγάπη. Και μάλιστα εσταυρωμένη αγάπη. Για μας ό Θεός από απέραντη αγάπη έγινε σαν εμάς, άνθρωπος, και υπέστη το φρικτότερο μαρτύριο, τη σταύρωση.
.Άλλ' αφού ό Θεός είναι αγάπη, και μά­λιστα ασυγκρίτως μεγαλύτερη από την ιδική μας αγάπη, γιατί με την παντοδυ­ναμία του δεν αποτρέπει τόσα κακά, πού συμβαίνουν στον κόσμο; Γιατί σει­σμοί; Γιατί ηφαίστεια; Γιατί Βεζούβιοι; Γιατί τυφώνες και κυκλώνες; Γιατί πλημ­μύρες και κατολισθήσεις; Γιατί τρικυ­μίες και ναυάγια; Γιατί τσουνάμια και καταποντισμοί;
Γιατί άγρια θηρία και κατασπαραγμοί ανθρώπων; Γιατί λιμοί και λοιμοί, πείνες και επιδημίες; Γιατί ασθέ­νειες, μάλιστα οδυνηρές και πολυχρό­νιες; Γιατί πυρκαϊές; Γιατί πόλεμοι, βα­σανιστήρια, σφαγές και απερίγραπτες θηριωδίες και φρικαλεότητες; Εγώ, καί­τοι έχω αγάπη ασυγκρίτως μικρότερη από την αγάπη του Θεού, αν είχα τη δύναμη, θα απέτρεπα όλα τα κακά, όλες τις καταστροφές, όλες τις συμφορές, πού συμβαίνουν στον κόσμο. Γιατί ό Θεός, ερωτώ πάλι, πού έχει ασυγκρίτως μεγα­λύτερη αγάπη από μένα, άλλα και παν­τοδυναμία, δεν αποτρέπει τα τόσα κακά;
Ό Θεός είναι βεβαίως αγάπη. Άλλ' είναι και δικαιοσύνη. «Δίκαιος Κύριος και δικαιοσύνας ήγάπησεν, ευθύτητας είδε το πρόσωπον αύτού» (Ψαλμ. 10:7). Όταν δε εμείς οι άνθρωποι κάνουμε κατάχρηση της αγάπης τού Θεού, τότε τον λόγο λαμβάνει ή δικαιοσύνη τού Θεού και τιμωρεί την ασέβεια. Έχουν επιπο­λαιότητα και άγνοια της Γραφής όσοι ισχυρίζονται, ότι ό Θεός δεν τιμωρεί. Γεμάτη είναι ή Γραφή από λόγια και πα­ραδείγματα, πού δείχνουν, ότι ό Θεός τιμωρεί αμαρτίες και ασέβειες. Από τα αναρίθμητα αναφέρουμε εδώ ορισμένα μόνο.
Ό Θεός δεν απείλησε τιμωρία με θά­νατο, αν οι πρωτόπλαστοι παρέβαιναν την εντολή του; Και δεν πραγματοποίη­σε την απειλή του, όταν ή παράβαση συνέβη; Την ήμερα της παραβάσεως δεν τούς έδιωξε από τον παράδεισο και από κοντά του, πράγμα πού σημαίνει πνευματικό θάνατο; Και κατόπιν δεν επέφερε και τον σωματικό θάνατο; Γιατί ό θάνατος είναι δυσάρεστος; Δεν είναι και για άλλους μεν λόγους, αλλά και διό­τι είναι ποινή, πού επιβλήθηκε στον άνθρωπο λόγω της αμαρτίας;
Ό Θεός μετά την αμαρτία δεν υπέτα­ξε την κτίση στη φθορά; Δεν λέγει ό Απόστολος, «τη ματαιότητι ή κτίσις ύπετάγη, ούχ εκούσα, αλλά διά τον ύποτάξαντα»; (Ρωμ. 8:20). Ό Θεός δεν διέταξε στην έρημο τα φίδια να δαγκώ­νουν και να θανατώνουν τούς Ισραη­λίτες; Ό Θεός δεν διέταξε αρκούδες και κατασπάραξαν μερικά παλιόπαιδα, πού κορόιδευαν τον προφήτη Ελισαίο; Ό Θεός δεν αποστρέφει το πρόσωπο του και ταράσσονται τα σύμπαντα; Από το ύψος της μεγαλοσύνης του ό Θεός δεν ρίπτει ένα βλέμμα στη γη και την κάνει να τρέμει; Δεν εγγίζει τα όρη και εκρή­γνυνται ηφαίστεια;
Ό Θεός δεν άνοιξε τούς καταρρά­κτες του ουρανού και έγινε ό κατακλυ­σμός και πνίγηκαν οι σαρκολάτρες; Ό Θεός δεν έβρεξε φωτιά και θειάφι από τον ουρανό και κάηκαν τα Σόδομα και Γόμορρα; Ό Θεός δεν έδωσε τις δέκα πληγές στο Φαραώ; Ό Θεός δεν διήρεσε την Ερυθρά Θάλασσα και δεν την ένωσε και δεν έπνιξε σ' αύτη τον Φαραώ με την στρατιά του; Ό Θεός δεν τιμώρη­σε και τούς Ισραηλίτες με το ν' αξιώσει από το μέγα πλήθος, πού ξεκίνησε από την Αίγυπτο, να φθάσουν στη γη της επαγγελίας μόνο δύο άτομα;
Ό Θεός στο Μωυσή, στον Ιησού του Ναυή, στο Σαούλ, στο Δαβίδ και σε άλ­λους δεν έδωσε εντολή να πολεμούν, να σκοτώνουν και να εξοντώνουν άσεβη έθνη; Ό Θεός δεν έδωσε εντολή σε άγ­γελο και θανάτωσε 185 χιλιάδες Άσσυρίους; Ό Θεός δεν έστειλε φωτιά από τον ουρανό και θανάτωσε τούς απε­σταλμένους του Άχαάβ για να συλλά­βουν τον Ηλία; Ό Θεός δεν διέταξε τον Ηλία να σφάξει τούς προφήτες του Βάαλ; Ό Θεός δεν έδωσε εντολή να θανατώνονται οι παραβάτες του νόμου του;
Ό Θεός και στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή δεν λέγει, «Έμοί έκδίκησις, εγώ ανταποδώσω»; (Δευτ. 32:35, Ρωμ. 12:19, Έβρ. 10:30. Βλέπε και 31).
Ό Χριστός, ό ένανθρωπήσας Θεός, δεν είπε παραβολικώς, «τούς εχθρούς μου εκείνους, τούς μή θελήσαντάς με βασιλεύσαι έπ' αυτούς, άγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθεν μου»; (Λουκ. 19:27). Ό Χριστός δεν είπε επί­σης παραβολικώς για την καταστροφή των Ιουδαίων και της Ιερουσαλήμ από τα Ρωμαϊκά στρατεύματα, ότι «ό βασιλεύς εκείνος (αλληγορικώς ό Θεός) ώργίσθη, και πέμψας τα στρατεύματα αυτού απώλεσε τούς φονείς εκείνους και την πόλιν αυτών ένέπρησε»; (Ματθ. 22:7). Ό Χριστός για τις ήμερες της κα­ταστροφής της Ιερουσαλήμ δεν είπε, ότι είναι ήμερες «έκδικήσεως», θείας εκδικήσεως; (Λουκ. 21:22). Έξ αφορμής των Γαλιλαίων, πού έσφαξε ό Πιλάτος, και εκείνων, πού σκοτώθηκαν από την πτώση πύργου, ό Χριστός δεν είπε, «εάν μή μετανοήτε, πάντες ωσαύτως άπολείσθε»; (Λουκ. 13:3 και 5).
Ό Χριστός δεν είπε, «Μή φοβηθήτε από των άποκτεννόντων το σώμα, την δέ ψυχήν μή δυναμένων άποκτείναι φοβήθητε δέ μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα άπολέσαι έν γεέννη»; (Ματθ. 10:28). Ό Χριστός δεν είπε για άλλη Ίεζάβελ και συνδεόμενους μαζί της, «Ιδού βάλλω αυτήν εις κλίνην και τούς μοιχεύοντας μετ' αυτής εις θλίψιν μεγάλην, εάν μή μετανοήσωσιν εκ των έργων αυτής, και τα τέκνα αυτής άποκτενώ έν θανάτω, και γνώσονται πασαι αί έκκλησίαι, ότι εγώ είμι ό ερευνών νεφρούς και καρδίας, και δώσω ύμίν έκάστω κατά τα έργα υμών»; (Άποκ. 2:22-23).
Ό Θεός δεν θανάτωσε τον Άνανία και τη Σαπφείρα, πού είπαν ψέμα και προσέβαλαν το Άγιο Πνεύμα; Ό Θεός δεν τύφλωσε τον έλύμα, τον μάγο, πού διέστρεφε τούς ευθείς δρόμους του Κυρίου;
Ό Απόστολος δεν λέγει, «Αποκαλύ­πτεται οργή Θεού άπ' ουρανού επί πάσαν άσέβειαν και άδικίαν ανθρώπων των την άλήθειαν έν αδικία κατεχόν­των»; (Ρωμ. 1:18). Ό Απόστολος, απευ­θυνόμενος στον καταχραστή της αγά­πης του Θεού, δεν λέγει, «Κατά την σκληρότητα σου και άμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτώ όργήν έν ήμέρα οργής και άποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού, ός αποδώσει έκάστω κατά τα έργα αυτού»; (Ρωμ. 2:5-6). Απο­στολικός δεν είναι ό λόγος, «Φοβερόν το έμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»; (Έβρ. 10:31).
Τέλος, ό Θεός δεν λέγει, «Εγώ ό κτίζων κακά»; (Ήσ. 45:7). Και λόγοι προφη­τικοί, αποστολικοί, κυριακοί δεν είναι οι λόγοι της Γραφής για κρίση και δικαιοκρισία του Θεού, για ανταπόδοση από τον Κύριο κατά τα έργα εκάστου, για αιώνια καταισχύνη, για αιώνια κόλαση, για αιώνιο βασανισμό, για αιώνια δυ­στυχία των άσεβων, κακοποιών και αμετανόητων;
Ό Θεός έχει αγάπη προς τον άν­θρωπο. Αλλά και ό άνθρωπος πρέπει να έχει αγάπη προς τον Θεό και τούς συνανθρώπους του. Και αν δεν έχει αγάπη, αλλά κακίες και κακά έργα, ό Θεός τον τιμωρεί παιδαγωγικώς, για να μετανοήσει και να διορθωθεί, ή παρα­δειγματικώς, για να ιδούν άλλοι και να φυλαχθούν από την αμαρτία ή να μετα­νοήσουν και να διορθωθούν. Ό Θεός τιμωρεί στη γη, τιμωρεί και στην αιω­νιότητα. Και στη μεν γη τιμωρεί από αγάπη και δικαιοσύνη, στη δε αιωνιό­τητα τιμωρεί από δικαιοσύνη. Και συ­νεπώς, όσοι δεν παραδέχονται τον Θεό ως τιμωρό της αμαρτίας και της ασε­βείας, αυτοί αιρετίζουν, διότι παρερ­μηνεύουν μία ιδιότητα του Θεού, την αγάπη, και καταργούν μία άλλη ιδιότη­τα του Θεού, τη δικαιοσύνη. 

(ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΤΑΥΡΟΣ»)

Μέχρι να μάθει η ψυχή να διατηρεί τη Xάρη…



Αγ. Σιλουανού του Αθωνίτου:

“Τόσο αγαπά ο Θεός τον άνθρωπο ,που του δίνει πλούσια τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Μέχρις ότου, όμως, μάθει η ψυχή να διατηρεί τη χάρη, θα βασανίζεται για πολύ.

Όποιος έχασε τη χάρη, όπως εγώ, αυτός ας πολεμά με γενναιότητα τους δαίμονες. Γνώριζε πως εσύ ο ίδιος είσαι ο ένοχος: έπεσες στην υπερηφάνεια και τη ματαιοδοξία. Όμως, ο πολυέλεος Κύριος σε αφήνει να μάθεις τι σημαίνει να ζεις με το Άγιο Πνεύμα και τι σημαίνει να βρίσκεσαι σε πόλεμο με τους δαίμονες. Έτσι, η ψυχή βλέπει εκ πείρας πόσο ολέθρια είναι η υπερηφάνεια και αποφεύγει τη ματαιοδοξία και τους ανθρώπινους επαίνους και διώχνει τους υπερήφανους λογισμούς. Τότε η ψυχή αρχίζει να γίνεται καλά και μαθαίνει να διατηρεί τη χάρη.

Η άρρωστη ψυχή είναι υπεροπτική, ενώ η υγιής ψυχή αγαπά την ταπείνωση, όπως τη δίδαξε το Άγιο Πνεύμα , και όσο δεν γνωρίζει ακόμα αυτή την θεία ταπείνωση πρέπει να θεωρεί τον εαυτό της χειρότερο απ΄ όλους.

Η ταπεινή ψυχή, και αν καθημερινά την ανεβάζει ο Κύριος στους ουρανούς και της δείχνει την αγάπη των Σεραφείμ και των Χερουβείμ και όλων των Αγίων, και όλη την ουράνια δόξα που Τον περιβάλλει, ακόμα και τότε, διδαγμένη από την πείρα, θα λέει: «Εσύ ,Κύριε, μου δείχνεις τη δόξα Σου γιατί αγαπάς το πλάσμα Σου. Σε μένα, όμως ,δώσε δάκρυα κατανύξεως και δύναμη να Σε ευχαριστώ. Σε Σένα βέβαια αρμόζει δόξα στον ουρανό και στη γη , σε εμένα όμως ,ταιριάζουν δάκρυα για τις αμαρτίες μου». Αλλιώς είναι αδύνατον να διατηρήσεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία δίνει δωρεάν ο Κύριος από ευσπλαγχνία.

Μια τελευταία φορά - π.Ευσέβιου Βίττη



Μιά τελευταία φορά.

Σαράντα μέρες ἀπό τό Πάσχα. Τριάντα ἐννιά γιά τήν ἀκρίβεια. Κάθομαι καί σκέφτομαι, πώς περνάει ὁ καιρός...Πότε ἦταν Μεγάλοβδομάδα, πότε ξημέρωσε Μεγάλο Σάββατο, πότε εἲπαμε τό " Χριστός Ἀνέστη" γιά πρώτη φορά. Καί μετά ξανά μετά τά κεφάλια μέσα...

Νά ξημερώνει, νά βραδιάζει καί οἱ ὑποχρεώσεις νά διαδέχονται ἡ μιά τήν ἂλλη, καί οἱ δουλειές νά μήν σταματοῦν. Νά μήν μπορεῖς νά πάρεις ἀνάσα. Ἓνα μόνιμο τρέξιμο. Ἀπάνθρωπο. 

Θυμᾶμαι κάποια στιγμή, ἂκουσα κάποιον νά λέει, "πώς ἡ ζωή εἶναι ἓνας διαρκής ἀγώνας, μέ μικρές στιγμές χαλάρωσης ἀνάμεσα". Εἶχε πολύ δίκιο τελικά...Αὐτό εἶναι ζωή. Ἓνας διαρκής ἀγώνας. Φοβᾶμαι καμιά φορά, μήν περάσει ἡ ζωή μου ὂλη, καί δέν ἒχω πάρει χαμπάρι, γιά ποιόν λόγο ζῶ. Τόν πραγματικό σκοπό της... Σαράντα μέρες ἀπό τό Πάσχα. Τριάντα έννιά γιά τήν ἀκρίβεια. Γιά μιά τελευταία φορά γιά φέτος... Χριστός Ἀνέστη! 

Ἀρχιμ. Εὐσέβιος Βίττης

Ἐλευθεριάδης Γ. Ἐλευθέριος, Ψυχολόγος

Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει



Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του.

Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλο. 

Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. 

Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται.

Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.

Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική.

Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω...

Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει.

Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές… και θεραπεύει τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει.

Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος.

Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί.

Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά. 

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του Αγίου Παϊσίου του αγιορείτου.

Η αδύναμη δύναμη των δαιμόνων

Ἀπό τή δική μας ἐμπειρία, ἀλλά καί ἀπό τίς διηγήσεις τῶν Γερόντων, βλέπουμε ὅτι οἱ δαίμονες δέν ἔχουν σήμερα τήν ἴδια δύναμη πού εἶχαν ἄλλοτε, ὅταν ξεσποῦσαν μέ ἀγριότητα ἐναντίον τῶν παλαιῶν ἐρημιτῶν καί κοινοβιατῶν πατέρων.

Τώρα δέν μᾶς ἀντιμάχονται φανερά, παίρνοντας φρικιαστικές μορφές, ἀλλά μᾶς ἐπιτίθενται ἀόρατα καί μᾶς προξενοῦν μεγαλύτερη ζημιά.

Πρέπει, ὡστόσο, νά γνωρίζουμε ὅτι δέν ἔχουν ὅλοι οἱ δαίμονες οὔτε τήν ἴδια δόναμη οὔτε τήν ἴδια ἀγριότητα οὔτε καί τήν ἴδια κακία.

Οἱ ἀρχάριοι καί ἀδύναμοι ἄνθρωποι πολεμοῦνται ἀπό τους πιό ἀδύναμους δαίμονες. Ὅταν, ὅμως, οἱ ἀθλητές τοῦ Χριστοῦ θριαμβεύσουν ἐναντίον τῶν πρώτων αὐτῶν ἀντιπάλων τους, θά βρεθοῦν σταδιακά ἀντιμέτωποι μέ πιό σκληρές ἐχθρικές δυνάμεις.

Ὁ Χριστός, πάντως, ὡς ὁ πιό ἑπιεικής διαιτητής καί ἐπόπτης αὐτῶν τῶν ἀγώνων, συγκρατεῖ τήν ἰσορροπία ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καί τους ἀντιπάλους μας,ἀναχαιτίζει τήν ὑπερβολική ὁρμή τῶν ἐχθρικῶν ἐφόδων τους καί, ἐπιπλέον, «μαζί μέ τόν πειρασμό» μᾶς χαρίζει «καί τή δύναμη, ὥστε νά μπορέσουμε νά τόνἀντιμετωπίσουμε νικηφόρα καί ὁριστικά» (πρβλ. Α’ Κορ. 10:13).

Ἄν δέν εἴχαμε αὐτή τή θεϊκή βοήθεια, τότε ἀσφαλῶς οἱ δαίμονες θά μᾶς καταπόντιζαν.

Τά πονηρά πνεύματα, βέβαια, μᾶς ὑποκινοῦν στό κακό, ἀλλά δέν μᾶςἐξαναγκάζουν καί νά τό πράξουμε. Ἄν μποροῦσαν νά μᾶς ἐξαναγκάσουν, τότε δέν θά ὑπῆρχε ἄνθρωπος πού νά μήν ἁμάρτανε μέ κάθε εἴδους ἁμαρτία.

Ἀλλά,ὅπως αὐτοί ἔχουν τή δυνατότητα νά μᾶς βάζουν σέ πειρασμούς, ἔτσι κι ἐμεῖςἔχουμε τή δύναμη καί τήν ἐλευθερία νά μήν τούς δεχόμαστε.

Εἶναι, λοιπόν,ἀπόλυτα σίγουρο ὅτι οἱ δαίμονες δέν ἔχουν καμιά δύναμη πάνω μας, παρά μόνοὅταν τούς παραδώσουμε τό θέλημά μας.

Ἐπίσης, τά πονηρά πνεύματα δέν ἔχουν τήν ἐλευθερία νά κάνουν τό κακόἀπεριόριστα καί σέ ὁποιονδήποτε θελήσουν. Ἡ περίπτωση τοῦ Ἰώβ εἶναι μιάὁλοφάνερη ἀπόδειξη:

Ὁ ἐχθρός δέν τόλμησε νά πειράξει τόν Ἰώβ περισσότεροἀπό ὅσο τοῦ ἐπέτρεψε ἡ θεία οἰκονομία.

Τό ἴδιο ἐπιβεβαιώνεται καί μέ ὅσαἔλεγαν οἱ δαίμονες στόν Χριστό, ὅταν Ἐκεῖνος τούς ἔδιωχνε ἀπό τόν δαιμονισμένο τῶν Γεργεσηνῶν: «Ἄν εἶναι νά μᾶς διώξεις, ἄφησέ μας νά πᾶμε στό κοπάδι τῶν χοίρων» (Ματθ. 8:31).

Ἀφοῦ λοιπόν τότε, χωρίς τή θεία παραχώρηση, δέν μποροῦσαν νά εἰσέλθουν οὔτε στούς βρωμερούς χοίρους, πῶς νά πιστέψουμε ὅτι μποροῦν νά μποῦν μέ τή θέλησή τους σ’ ἕναν ἀνθρωπο, πλασμένο «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ;

Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος μᾶς προτρέπει: «Ἀντισταθεῖτε στόν διάβολο, κι αὐτός θά φύγει μακριά σας» (Ἰακ. 4:7).

«Τέσσερα πράγματα υπάρχουν, που αν ένα απ΄αυτά έχει ο άνθρωπος, ούτε να μετανοήσει μπορεί, ούτε ο Θεός να δεχθεί την προσευχή του είναι δυνατόν»



«Η ζωή είναι γεμάτη μεταβολές. Κι αν δεν μπορούμε να γίνουμε κύριοι των πραγμάτων, ας γίνουμε κύριοι της αρετής», λέει ο θείος Χρυσόστομος.

Ο ίδιος, λέει, ότι πολλοί είναι οι τρόποι και οι δρόμοι της μετάνοιας. 
Είναι το να......αναγνωρίσουμε ότι αμαρτάνουμε, 
το να μην μνησικακούμε με τους εχθρούς, 
το να συγκρατούμε την οργή μας, 
το να συγχωρούμε τα αμαρτήματα ο ένας του άλλους, 
το να προσεύχεται κανείς με θέρμη και με ακρίβεια, 
το να κάνει ελεημοσύνη και να έχει ταπεινοφροσύνη.

Ο δε Ιωσήφ ο Βρυέννιος λέει: «Τέσσερα πράγματα υπάρχουν, που αν ένα απ΄ αυτά έχει ο άνθρωπος, ούτε να μετανοήσει μπορεί, ούτε ο Θεός να δεχθεί την προσευχή του είναι δυνατόν: 
α) αν υπερηφανεύεται, 
β) αν δεν έχει αγάπη, 
γ) αν κρίνει τον αμαρτωλό, 
δ) αν μνησικακεί εναντίον κάποιου

Κόκκος πάνω στην πέτρα είναι η προσευχή του μνησίκακου (Λόγος θ΄ περί Τριάδος)»

simeiakairwn.wordpress.com