.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἡ Πνευματικὴ καὶ νοερὴ Κοινωνία, δηλαδή, πῶς κοινωνεῖται νοερὰ καὶ πνευματικὰ ὁ Χριστός



Ἂν καὶ μυστηριακὰ δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὸν Κύριό μας περισσότερο ἀπὸ μία φορὰ τὴν ἡμέρα, ὅμως πνευματικὰ καὶ νοερὰ μποροῦμε νὰ τὸν δεχώμαστε κάθε ὥρα καὶ κάθε στιγὴ διὰ μέσου της ἐργασίας ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν ἐντολῶν καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν θεία προσευχὴ καὶ μάλιστα τὴν νοερά (1).

Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος βρίσκεται κρυμμένος μέσα στὶς ἁγίες του ἐντολές, καὶ ὅποιος κάνει μία ἀρετὴ ἢ ἐντολή, δέχεται ἀμέσως μέσα στὴν ψυχή του καὶ τὸν Κύριο ποὺ εἶναι κρυμμένος μέσα σ᾿ αὐτές, ὁ ὁποῖος ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ κατοικήσῃ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα του μέσα σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ φυλάξη τὶς ἐντολές του λέγοντας: «Ἐὰν κάποιος μὲ ἀγαπᾷ θὰ τηρήσῃ καὶ τὸν λόγο μου, καὶ ὁ Πατέρας μου θὰ τὸν ἀγαπήσῃ καὶ θὰ ἔλθουμε πρὸς αὐτὸν καὶ θὰ κατοικήσουμε σὲ αὐτόν» (Ἰω. 14,23)(2).

Ἡ κοινωνία αὐτὴ καὶ ἡ ἕνωσις δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀφαιρεθῇ ἀπὸ κανένα κτίσμα παρὰ μόνον ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία μας ἢ ἀπὸ κάποιο ἄλλο σφάλμα μας. Καὶ μερικὲς φορὲς αὐτὴ ἡ Κοινωνία εἶναι τόσο καρποφόρα καὶ τόσο εὐάρεστη στὸν Θεό, ὅσο ἴσως δὲν εἶναι πολλὲς ἄλλες μυστηριώδεις κοινωνίες ἀπὸ τὴν ἔλλειψι ἐκείνων ποὺ τὶς δέχονται. Λοιπόν, ὅσες φορὲς ἔχεις τὴν διάθεσι καὶ ἑτοιμασθῇς γιὰ μία παρόμοια κοινωνία, θὰ βρῇς πρόθυμο καὶ ἕτοιμο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, μόνος του νὰ σὲ τρέφῃ πνευματικὰ μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια.

Γιὰ νὰ ἑτοιμασθῇς λοιπὸν γιὰ τὴν νοερὴ αὐτὴ κοινωνία, κάνε ὡς ἑξῆς: Στρέψε τὸ νοῦ σου στὸν Θεὸ καὶ βλέποντας μὲ ἕνα σύντομο βλέμμα ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὶς ἁμαρτίες σου καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸν Θεό, λυπήσου γιὰ τὴν βλάβη ποὺ τοῦ προξένησες καὶ μὲ κάθε ταπείνωσι καὶ πίστι παρακάλεσέ τον νὰ καταδεχθῇ νὰ ἔλθῃ στὴν ταπεινή σου ψυχὴ μὲ νέα χάρι γιὰ νὰ τὴν ἰατρεύσῃ καὶ νὰ τὴν δυναμώσῃ κατὰ τῶν ἐχθρῶν.

Ἢ ὅταν πρόκειται νὰ ἀσκηθῇς καὶ νὰ σκληραγωγηθῇς ἐναντίον κάποιας ἐπιθυμίας σου ἢ γιὰ νὰ κάνῃς κάποια νέα πρᾶξι ἀρετῆς ἢ γιὰ νὰ φυλάξῃς κάποια ἐντολή, κάνε ὅλο αὐτὸ μὲ σκοπὸ νὰ ἑτοιμάσῃς τὴν καρδιά σου γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ πάντα σοῦ τὴν ζητεῖ. Καὶ κατόπιν στρέφοντας τὴν προσοχή σου σ᾿ Αὐτόν, φώναξέ τον μὲ ἐπιθυμία μεγάλη νὰ ἔλθη μὲ τὴν χάρι του νὰ σὲ ἰατρεύσῃ καὶ νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, γιὰ νὰ ἔχῃ αὐτὸς μόνος τὴν καρδιά σου στὴν ἐξουσία του.

Ἢ καὶ θυμούμενος τὶς προσευχὲς τῆς κοινωνίας τῶν μυστηρίων, ποὺ προαναφέρθηκαν, πὲς μὲ καρδιὰ ποὺ εἶναι ἀναμμένη: «Πότε, Κύριέ μου, νὰ σὲ δεχθῶ ἄλλη μία φορά; Πότε; Πότε; κ.λπ.». Καὶ ἂν θελήσῃς νὰ κοινωνήσῃς πνευματικὰ μὲ ἀκόμη καλύτερο τρόπο, διεύθυνε καὶ βάλε ἀπὸ τὸ προηγούμενο βράδυ ὅλες τὶς σκληραγωγίες καὶ τὶς πράξεις τῶν ἀρετῶν καὶ κάθε καλὸ ἔργο ποὺ σκέπτεσαι νὰ κάνῃς στὸ σκοπὸ αὐτό, δηλαδὴ στὸ νὰ δεχθῇς πνευματικὰ τὸν Κύριό σου. Καὶ τὸ πρωὶ καθὼς θὰ ξημερώνῃ, σκέψου, τί καλό! Τί εὐτυχία! Τί μακαριότητα ὑπάρχει στὴν ψυχὴ ἐκείνη ποὺ ἐπάξια μεταλαμβάνει μυστηριακὰ τὸ πανάγιο Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας! Διότι μὲ αὐτὸ ἀποκτοῦνται πάλι οἱ ἀρετὲς ποὺ ἔχουν χαθεῖ, καὶ πάλι ἡ ψυχὴ ἐπιστρέφει στὴν προηγούμενη ὡραιότητά της καὶ γίνεται μέτοχος αὐτὴ τῶν μισθῶν τοῦ πάθους τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (κοινωνοῦνται εἰς αὐτὴν οἱ καρποὶ καὶ οἱ μισθοὶ τοῦ πάθους τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ). 

Καὶ ἀπὸ τὴν μυστηριώδη κοινωνία πέρασε στὴν μυστικὴ κοινωνία καὶ σκεπτόμενος ὅτι νοερὰ τὰ ἴδια ἀγαθὰ ἀπολαμβάνεις μὲ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία, φρόντισε νὰ ἀνάψης τὴν καρδιά σου μιὰ μεγάλη ἐπιθυμία νὰ τὸν δεχθῇς νοερὰ καὶ πνευματικὰ καὶ ἀφοῦ χορτάσῃς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία αὐτὴ γύρισε πρὸς τὸν Κύριό σου καὶ πές: «Ἐπειδή, Κύριέ μου, δὲν μπορῶ μυστηριωδῶς νὰ σὲ δεχθῶ τὴν ἡμέρα αὐτή, κάνε ἐσύ, ποὺ εἶσαι ἡ ἀγαθότητα καὶ ἡ ἄκτιστη δύναμις, νὰ σὲ δεχθῶ ἐπάξια τώρα πνευματικὰ καὶ κάθε ὥρα καὶ κάθε ἡμέρα δίνοντάς μου νέα δύναμι καὶ χάρι ἐναντίον ὅλων μου τῶν ἐχθρῶν, καὶ μάλιστα ἐναντίον ἐκείνου τοῦ πάθους τοῦ ἐχθροῦ στὸ ὁποῖο ἐναντιώνομαι καὶ κάνω πόλεμο μὲ τὴν βοήθειά σου (3).

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

1. Διότι ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετὲς μὲ τὴν ὁμοιότητα ποὺ ἔχουν πρὸς τὸν Θεὸ κάνουν τὸν ἐνάρετο ἄνθρωπο ἱκανὸ στὸ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Θεό, δὲν τὸν ἑνώνουν ὅμως. Ἡ Νοερὰ ὅμως προσευχὴ ἔχει τέτοια δύναμι καὶ νὰ ἑνώνῃ μὲ τὸν Θεὸ (βλέπε καὶ στό με´ κεφάλαιο). Καὶ κατὰ κάποιον τρόπο οἱ ἄλλες ἀρετὲς μοιάζουν μὲ τὰ ὄργανα ποὺ ἰσιάζουν καὶ προσαρμόζουν δυὸ σανίδια, ἐνῷ ἡ προσευχὴ παρομοιάζει μὲ τὴν κόλλα, ποὺ ἑνώνει αὐτὰ τὰ ταιριαστὰ σανίδια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ μέγας Γρηγόριος ἐπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης εἶπε ὅτι «ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς ἱερουργεῖ τὴν ἀνάτασι καὶ ἕνωσι τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, διότι εἶναι σύνδεσμος τῶν λογικῶν κτισμάτων μὲ τὸν κτίστη» (Φιλοκαλία).

2. Ἀπὸ τὸ ρητὸ αὐτὸ ὁ ἅγιος Μάξιμος συμπεραίνει ὅτι ὅποιος ἐργάζεται τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, δὲν δέχεται μόνο τὸν Κύριο στὴν ψυχή του, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὸν δέχεται καὶ τὸν Πατέρα ποὺ εἶναι μαζί του καὶ τὸ ἀχώριστο ἀπὸ αὐτὸν Ἅγιο Πνεῦμα. Γενιὰ δέχεται μέσα του ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ γίνεται κατοικία της (κεφ. οα´ τῆς β´ ἑκατοεντ.).

3. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι θέλουν πολὺ συχνὰ καὶ δὲν μποροῦν νὰ δεχθοῦν τὴν μυστηριώδη Θεία Κοινωνία, δηλαδὴ νὰ μεταλαμβάνουν τὸν Χριστὸ ποὺ βρίσκεται μέσα στὰ Μυστήρια, ἢ διότι βρίσκονται σὲ τόπο ἔρημο ὅπου δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἱερεῖς οὔτε θυσιαστήριο καὶ ἐκκλησία: ἢ βρίσκονται στὸν κόσμο ἐμποδίζονται ὅμως ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς ὄχι γιὰ κανένα τους σφάλμα, ἀλλὰ γιὰ τὴν διεστραμμένη καὶ πονηρὴ συνήθεια ποὺ ἐπικρατεῖ, αὐτοὶ λέγω, ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦν καὶ θέλουν νὰ δεχθοῦν μυστηριακὰ τὸν Χριστὸ μέσα τους, ἀλλὰ γιὰ ὅσα λέχθηκαν καὶ γιὰ ἄλλους λόγους δὲν μποροῦν, ἂς δέχωνται τὸ Χριστὸ μέσα τους νοερὰ καὶ πνευματικά, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος ὁ Καβάσιλας στὴν ἑρμηνεία τῆς Λειτουργίας (κεφ. μβ´), διότι ὁ Χριστὸς ποὺ βρίσκεται στὰ μυστήρια νοερὰ καὶ χωρὶς νὰ φαίνεται καὶ ἀόρατα τοὺς μεταδίδει τὸν ἁγιασμὸ τῶν μυστηρίων μὲ τὸν τρόπο ποὺ γνωρίζει ὁ ἴδιος.

Να γιατί, οι σύγχρονοι Επίσκοποι και Ιερείς σφάλλουν θανάσιμα!

Γιὰ νὰ μὴν ξεχνοῦν οἱ παλαιότεροι,
καὶ γιὰ νὰ μαθαίνουν οἱ νεώτεροι!

Σὲ ἐκτεταμένη παράβαση τοῦ ὑψίστου λειτουργήματος τους βρίσκονται οἱ ἱερωμένοι,συμπαρασύροντας στὴν προδοσία τῆς Πίστεως τοὺς λαϊκοὺς ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν ἀδιαμαρτύρητα

Κανὼν ΜΣΤ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 



«Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».

Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰἀποστρέφωνται τοὺς αἱρετικούς (σσ. τοὺς χωρισμένους ἀπὸ τὴν Μίαν Ἐκκλησίαν καὶ καταδικασμένους), καὶ τὰς τῶν αἱρετικῶν τελετάς. Μᾶλλον δὲ αὐτοί, οἱ αἱρετικοὶ δηλ., πρέπει νὰἐλέγχωνται καὶ νὰ νουθετῶνται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους, μήπως ἤθελαν καταλάβουν καὶ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν πλάνην των. Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι, ὅποιος Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἤθελεν ἀποδεχθῆ ὡς ὀρθὸν καὶ ἀληθινὸν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ἢ τὴν παρ’ αὐτῶν προσαγομένην θυσίαν, ὁ τοιοῦτοςπροστάζομεν νὰ καθαιρεθῇ. Ἐπειδὴ ποίαν συμφωνίαν ἔχει ὁ Χριστὸς μὲ τὸν διάβολον; ἢ ποίαν μερίδα ἔχει ὁ πιστὸς μὲ τὸν ἄπιστον;
Διότι ἐκεῖνοι ὁποῦ δέχονται τὰ παρὰ τῶν αἱρετικῶν,
ἢ τὰ ὅμοια φρονήματα ἐκείνων ἔχουσι καὶ αὐτοί, ἢ τὸ ὀλιγώτερον δὲν ἔχουσι προθυμίαν νὰ ἐλευθερώνουν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κακοδοξίαν των.
Οἱ γὰρ συνευδοκοῦντες εἰς τὰς ἐκείνων τελετάς, πῶς δύνανται νὰ ἐλέγξουσιν αὐτοὺς διὰ νὰ παραιτήσουν τὴν κακόδοξον καὶ πεπλανημένην αἵρεσιν;».

Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι ο Χριστός είναι εδώ

Να γνωρίζεις ότι πολλές φορές θα αισθανθείς τον εαυτό σου να ενοχλείται και να λείπει από μέσα του αυτή η αγία ειρήνη και γλυκιά μοναξιά και αγαπητή ελευθερία, και μερικές φορές μπορεί να σηκωθεί από τις κινήσεις της καρδιάς σου μία σκόνη, που θα σε ενοχλήσει στην πορεία που πρόκειται να εκτελέσεις.

Και αυτό σου το παραχωρεί ο Θεός για μεγαλύτερο καλό σου. Θυμήσου ότι αυτός είναι ο πόλεμος από τον οποίον οι άγιοι έλαβαν τα στεφάνια των μεγάλων μισθών. Σε όλα εκείνα που σε συγχίζουν πρέπει να πεις: «Κύριέ μου, βλέπεις εδώ τον δούλο σου, ας γίνει σε μένα το θέλημά σου. Γνωρίζω και το ομολογώ ότι η αλήθεια των λόγων σου παραμένει πάντοτε σταθερή και οι υποσχέσεις σου είναι αψευδείς και σ’ αυτές ελπίζω. Εγώ παραμένω μόνον για σένα». Ευτυχισμένη, βέβαια, είναι η ψυχή εκείνη που προσφέρεται με τον τρόπο αυτό στον Κύριό της, κάθε φορά που ενοχληθεί ή συγχισθεί.
Και αν παραμείνει ο πόλεμος αυτός και δεν μπορέσεις έτσι γρήγορα, όπως θέλεις να ενώσεις το θέλημά σου με το θέλημα του Θεού, μην δειλιάσεις γι’ αυτό ούτε να λυπηθείς.
Αλλά συνέχισε να προσφέρεις τον εαυτό σου και να προσκυνάς και θα νικήσεις. 
Ρίξε μία ματιά και στον κήπο που ήταν ο Χριστός σου και που τον αποστρεφόταν η ανθρωπότητα λέγοντας: «Πατέρα, αν είναι δυνατό, ας παρέλθει το ποτήριο αυτό από εμένα». Αλλά αμέσως διέταξε να βάλει την ψυχή του σε μοναξιά και με ένα θέλημα απλό και ελεύθερο έλεγε με πολύ βαθειά ταπείνωση: «αλλά όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως Εσύ» (Ματθ. 26,39).
Όταν βρίσκεσαι σε κάποια δυσκολία, μην υποχωρήσεις καθόλου, αν δεν υψώσεις πρώτα τα μάτια σου στο Χριστό, πάνω στο σταυρό, και θα δεις τυπωμένο εκεί με μεγάλα γράμματα ότι κι εσύ πρόκειται να οδηγηθείς στην θλίψη εκείνη και τον τύπο αυτόν αντέγραψέ τον με τα έργα στον εαυτό σου, και όταν καμμιά φορά ενοχληθείς από την αγάπη του εαυτού σου, μην δειλιάσεις, ούτε να χωρισθείς από το σταυρό, αλλά τρέξε σε προσευχή και δείξε υπομονή στην ταπείνωση, μέχρις ότου νικήσεις την θέλησή σου και θελήσεις να γίνει σε σένα το θέλημα του Θεού.
Και αφού αναχωρήσεις από την προσευχή, συγκεντρώνοντας μόνον τον καρπόν αυτόν, να σταθείς χαρούμενος. Αλλά αν δεν έφθασε σ’ αυτό η ψυχή σου, ακόμη παραμένει νηστική και χωρίς την τροφή της. Αγωνίζου ώστε να μην κατοικήσει στην ψυχή σου κανένα άλλο πράγμα, ούτε για λίγο χρονικό διάστημα, παρά μόνον ο Θεός.
Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι για κανένα πράγμα, ούτε να παρατηρείς τις πονηριές και τα κακά παραδείγματα των άλλων, αλλά ας είσαι σαν ένα μικρό παιδί, που δεν υποφέρει από καμμία από τις πικρίες αυτές, αλλά τα ξεπερνά όλα χωρίς καμμία βλάβη.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Οι Χριστιανοί πρέπουν να αποφεύγουν πάντας τους αιρετικούς ωσάν πανούκλα..."!!! --Όσοι "ευσεβείς" κοινωνούν μαζί τους κολλούν την "πανούκλα" και μας την μεταδίδουν!



«Ἀκράτητον, λέγει, εἶναι τὸ κακὸν καὶ πλέον ἰατρείαν δὲν δέχεται· ἐπειδὴ οἱ τῶν αἱρετικῶν λόγοι βλάπτουσι καὶ διαφθείρουσι τὸ περισσότερον μέρος τῆς εὐσεβείας, ὡσὰν ἡ γάγγραινα καὶ εἶναι ἀδιόρθωτοι· γάγγραινα δὲ εἶναι ἕνα πάθος καὶ μία πληγή, ὅπου προξενεῖ σαπήλαν εἰς τὸ σῶμα..., καὶ κατατρώγει τὰ ὑγιεινὰ μέρη τοῦ σώματος». Καὶ «τῶν αἱρετικῶν ἡ κακοδοξία, πάντοτε πηγαίνει εἰς τὸ χειρότερον καὶ γίνεται μεγαλυτέρα πληγή... Διὰ τοῦτο πρέπουν νὰ ἀποφεύγουν οἱ Χριστιανοὶ τούτους καὶ πάντας τοὺς αἱρετικοὺς ὡσὰν λοιμοὺς καὶ πανούκλας, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ μὲ αὐτούς... ἀπωλεσθοῦν· διὰ τοῦτο παραγγέλει ὁ Σολομών· “ἔκβαλε ἐκ συνεδρίου λοιμόν”…, καὶ ὁ Δαβὶδ ὁ πατήρ του, μακαρίζει ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον, ὁποῦ δὲν ἐκάθισε μαζὶ μὲ τοὺς λοιμούς· “μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐπὶ καθέδρα λοιμῶν οὐκ ἐκάθισε” (Ψαλμ. α΄ 1)».

Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι ο Χριστός είναι εδώ



Να γνωρίζεις ότι πολλές φορές θα αισθανθείς τον εαυτό σου να ενοχλείται και να λείπει από μέσα του αυτή η αγία ειρήνη και γλυκιά μοναξιά και αγαπητή ελευθερία, και μερικές φορές μπορεί να σηκωθεί από τις κινήσεις της καρδιάς σου μία σκόνη, που θα σε ενοχλήσει στην πορεία που πρόκειται να.. εκτελέσεις.

Και αυτό σου το παραχωρεί ο Θεός για μεγαλύτερο καλό σου. Θυμήσου ότι αυτός είναι ο πόλεμος από τον οποίον οι άγιοι έλαβαν τα στεφάνια των μεγάλων μισθών. Σε όλα εκείνα που σε συγχίζουν πρέπει να πείς: «Κύριέ μου, βλέπεις εδώ τον δούλο σου, ας γίνει σε μένα το θέλημά σου.

Γνωρίζω και το ομολογώ ότι η αλήθεια των λόγων σου παραμένει πάντοτε σταθερή και οι υποσχέσεις σου είναι αψευδείς και σ αυτές ελπίζω. Εγώ παραμένω μόνον για σένα». Ευτυχισμένη, βέβαια, είναι η ψυχή εκείνη που προσφέρεται με τον τρόπο αυτό στον Κύριό της, κάθε φορά που ενοχληθεί ή συγχισθεί. Και αν παραμείνει ο πόλεμος αυτός και δεν μπορέσεις έτσι γρήγορα, όπως θέλεις να ενώσεις το θέλημά σου με το θέλημα του Θεού, μην δειλιάσεις γι αυτό ούτε να λυπηθείς.

Αλλά συνέχισε να προσφέρεις τον εαυτό σου και να προσκυνάς και θα νικήσεις. Ρίξε μία ματιά και στον κήπο που ήταν ο Χριστός σου και που τον αποστρεφόταν η ανθρωπότητα λέγοντας: «Πατέρα, αν είναι δυνατό, ας παρέλθει το ποτήριο αυτό από εμένα». Αλλά αμέσως διέταξε να βάλει την ψυχή του σε μοναξιά και με ένα θέλημα απλό και ελεύθερο έλεγε με πολύ βαθειά ταπείνωση: «αλλά όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως Εσύ» (Ματθ. 26,39).

Όταν βρίσκεσαι σε κάποια δυσκολία, μην υποχωρήσεις καθόλου, αν δεν υψώσεις πρώτα τα μάτια σου στο Χριστό, πάνω στο σταυρό, και θα δεις τυπωμένο εκεί με μεγάλα γράμματα ότι κι εσύ πρόκειται να οδηγηθείς στην θλίψη εκείνη και τον τύπο αυτόν αντέγραψέ τον με τα έργα στον εαυτό σου, και όταν καμμιά φορά ενοχληθείς από την αγάπη του εαυτού σου, μην δειλιάσεις, ούτε να χωρισθείς από το σταυρό, αλλά τρέξε σε προσευχή και δείξε υπομονή στην ταπείνωση, μέχρις ότου νικήσεις την θέλησή σου και θελήσεις να γίνει σε σένα το θέλημα του Θεού.

Και αφού αναχωρήσεις από την προσευχή, συγκεντρώνοντας μόνον τον καρπόν αυτόν, να σταθείς χαρούμενος. Αλλά αν δεν έφθασε σ αυτό η ψυχή σου, ακόμη παραμένει νηστική και χωρίς την τροφή της. Αγωνίζου ώστε να μην κατοικήσει στην ψυχή σου κανένα άλλο πράγμα, ούτε για λίγο χρονικό διάστημα, παρά μόνον ο Θεός.

Μή λυπάσαι και μην πικραίνεσαι για κανένα πράγα, ούτε να παρατηρείς τις πονηριές και τα κακά παραδείγματα των άλλων, αλλά ας είσαι σαν ένα μικρό παιδί, που δεν υποφέρει από καμμία από τις πικρίες αυτές, αλλά τα ξεπερνά όλα χωρίς καμμία βλάβη.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης


Οἱ Χριστιανοί δαιμονίζονται...!! Καί χορεύει ὁ διάβολος μέ δέκα μανδύλια καί μαζί μέ αὐτόν χορεύει ὅλο τό πλῆθος τῶν δαιμόνων...!!



''..Στ’ ἀλήθεια, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, ὅτι τότε οἱ Χριστιανοί δαιμονίζονται ὅλοι, διότι χορεύουν, παίζουν, τραγουδοῦν ἀσυνείδητα, μέχρι καί αὐτοί οἱ πλέον γέροντες. Καί, ὅποιος δέν χορέψει ἤ δέν τραγουδήσει, θεωρεῖται τρελλός, διότι οἱ ἄνδρες φοροῦν γυναικεία φορέματα καί οἱ γυναῖκες ἀνδρικά· διότι ντύνεται ὁ καθένας μέ διαφορετικά ροῦχα καί μάσκες, τίς κοινῶς ἀποκαλούμενες μουτσοῦνες· τότε δέν ἔχει διαφορά ἡ ἡμέρα ἀπό τήν νύκτα· διότι ἐπίσης μέ τήν ἡμέρα καί ὅλη ἡ νύκτα ξοδεύεται σέ χορούς καί μασκαριλίκια· τότε δέν διαφέρουν οἱ λαϊκοί ἀπό τούς κληρικούς καί τούς ἱερωμένους· διότι ὅλοι ἐξ ἴσου ἀτακτοῦν·

τότε, γιά νά πῶ ἔτσι, πανηγυρίζει ἡ ἀσέλγεια· γιορτάζει ἡ ἀκολασία· εὐφραίνεται ἡ μέθη· ἀγάλλεται ἡ τρυφή καί ἡ ἀσωτεία·χορεύει ὁ διάβολος μέ δέκα μανδύλια καί μαζί μέ αὐτόν χορεύει ὅλο τό πλῆθος τῶν δαιμόνων· διότι τό κέρδος, πού κάνουν μόνο στίς ἀποκριές, δέν μποροῦν νά τό ἀποκτήσουν σέ ὁλόκληρο τόν χρόνο. Λυπᾶται δέ ἡ ἀρετή· στενοχωριέται ἡ σωφροσύνη· ὀδύρεται ἡ χριστιανική σεμνότητα καί ἡ εὐταξία· διώχνεται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ὁ φόβος τῆς κολάσεως καί τῆς κρίσεως· πενθεῖ ὁ Χριστός καί θρηνοῦν ὅλοι οἱ ἄγγελοι καί οἱ δίκαιοι...''

«Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν», Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Λόγος Β’,

Προσευχή στον Ιησού Χριστό

Ἰησοῦ, πού εἶσαι ἡ καταπληκτική καί ὑπερκαλή ὡραιότης, σέ δοξολογῶ, γιατί ἔχεις συγχρόνως θέληση καί δύναμη εὐεργετική.

Ἰησοῦ, πού εἶσαι ἡ ἀληθινή ὁδός, ἡ πεντακάθαρη ἀλήθεια καί ἡ εὐτυχισμένη ζωή, σ’ εὐχαριστῶ γιατί μέ ὁδήγησες στό φῶς τῶν θείων καί ζωοπάροχων λόγων σου.

Ἰησοῦ, πού ἀνοίγεις τήν καρδιά σου σ’ αὐτούς πού χτυποῦν, μέ λύπη μου σού λέω ὅτι ποτέ δέν ἄνοιξα τήν καρδιά μου νά μπεῖς μέσα.

Ἰησοῦ, πού καθάρισες μ’ ἕνα σου λόγο τούς δέκα λεπρούς, σού λέω ὅτι καί ἐγώ εἶμαι λεπρός καί ἔχω ἀνάγκη νά καθαριστῶ, ξεχωριστά μάλιστα ἀπ’ τά κρυφά ἁμαρτήματά μου.

Ἰησοῦ, ἐσύ πού τήν ἁμαρτωλή γυναίκα τή μετέπλασες σέ ἁγνή παρθένο, προφύλαξε μέ ἀπό τό ἁμάρτημα αὐτό.
Ἰησοῦ, πού βαφτίστηκες στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, δός μου δάκρυα μετανοίας γιά νά πλύνω τίς ἁμαρτίες μου.

Ἰησοῦ, πού εἶσαι ἡ ζωοποιός καί γλυκύτατη ζεστασιά, ζέστανε μέ τόν ψυχρανθέντα. 

Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου

Τι σημαίνει ομολογία πίστεως, ποιες είναι οι απαράβατες (προϋπο)θέσεις;



Γιὰ ὅλους μας καὶ ἰδιαιτέρως γιὰ ὅσους παρακάμπτουν
 ἢ ἀλλοιώνουν διὰ τῆς "Οἰκονομίας" τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες 
ἢ προτεσταντίζουν ὑποτιμώντας τους .

Τι σημαίνει ομολογία πίστεως, ποιες είναι οι απαράβατες (προϋπο)θέσεις που πρέπει να έχει κατά νου ένας ορθόδοξος χριστιανός;

Παραθέτουμε κείμενο του Αγίου Νικοδήμου που απαντά με σαφήνεια στην ερώτηση αυτή:

Πρώτα-πρώτα, λοιπόν, ομολογούμε και κηρύττουμε και αποδεχόμαστε τα δώδεκα άρθρα πού Βρίσκονται στο κοινό Σύμβολο της Πίστεως, δηλαδή αυτά πού περιέχονται στο «Πιστεύω εις ένα Θεόν», τα οποία καθημερινά τα διαβάζουμε και ό καθένας μόνος του και από κοινού, και στα κελλιά μας και στις άγιες εκκλησίες του Θεού, στις όποιες θα τύχει να παρευρεθούμε. Διότι ακούμε τον θείο Χρυσόστομο να λέγει: «Είναι δόγματα πού κατέβηκαν από τον Ουρανό οι φρικτοί κανόνες πού βρίσκονται στο Σύμβολο» (στην Ομιλία Μ΄ στην Α΄ προς Κορινθίους).

Δεύτερο, ομολογούμε και ενστερνιζόμαστε όλα τα αλλά δόγματα, όσα ή Καθολική και Ανατολική Αγία Εκκλησία του Χριστού ομολογεί και κηρύττει. Τόσο αυτά πού αφορούν την υψηλή και Τριαδική θεολογία, δηλαδή τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, των οποίων ή Θεότητα είναι μία, σύμφωνα με τον Ε΄ Κανόνα της δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, όσο και αυτά πού έχουν σχέση με την βαθιά και ένσαρκη Οικονομία του Θεού Λόγου. Και για να πω αυτό πού λέει ό Μέγας Βασίλειος: «Πιστεύουμε σύμφωνα με όσα ομολογήσαμε ατό βάπτισμα μας και φρονούμε σύμφωνα με’ όσα έχουμε πιστεύσει» (στον Α΄ Ασκητικό Λόγο).

Τρίτο, ομολογούμε και αποδεχόμαστε με ευσεβές φρόνημα τα επτά θεία και ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία είναι: Το άγιο Βάπτισμα, το άγιο Μύρο, ή θεία Ευχαριστία, ή Ιεροσύνη, ο νόμιμος Γάμος, ή Μετάνοια και το Ευχέλαιο. Και αυτά τα τιμούμε και τα σεβόμαστε με κάθε πίστη και ευλάβεια, ως αναγκαίους συντελεστές στη σωτηρία της ψυχής μας· και αποδεχόμαστε την χάρη και τον αγιασμό αυτών των Μυστηρίων, σύμφωνα με το (ιεροτελεστικό) τυπικό πού τηρείται και διαφυλάσσεται στην Ανατολική (Ορθόδοξη) του Χριστού Εκκλησία.

Τέταρτο, κρατάμε τις αποστολικές παραδόσεις, πού διδαχθήκαμε είτε προφορικά είτε με’ Επιστολή των θείων και ιερών Αποστόλων και μένουμε (σταθεροί) σ’ αυτά πού μάθαμε και επιβεβαιώσαμε, όπως ο απόστολος Παύλος παραγγέλλει σ’ εμάς και σ’ όλους τους χριστιανούς και στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή και στην Β’ προς Θεσσαλονικείς και στην Β΄ προς Τιμόθεο.

Πέμπτο, μαζί με τις παραδόσεις των αποστόλων κρατούμε και αποδεχόμαστε και τις παραδόσεις της Εκκλησίας, δηλαδή αυτές που ορίσθηκαν από τους διαδόχους των αποστόλων -ήταν φρόνημα του κακόδοξου Μοντανού, ό όποιος άκμασε κατά τον δεύτερο αιώνα, το να αθετεί τις παραδόσεις και τις συνήθειες της Εκκλησίας, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, βιβλίο Ε΄, κεφ. ΙΕ΄ της Εκκλησιαστικής Ιστορίας-, γιατί τα δόγματα και οι παραδόσεις της Εκκλησίας δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους· μη κάτι τέτοιο! Άλλα μάλλον το ένα είναι συστατικό του άλλου. Γιατί, αφενός τα δόγματα της Πίστεως συνιστούν (συγκροτούν) τις παραδόσεις της Εκκλησίας· και αφετέρου οι παραδόσεις της Εκκλησίας θεμελιώνονται επάνω στα δόγματα της Πίστεως. Έτσι και τα δύο μαζί έχουν την ίδια σπουδαιότητα για την ευσέβεια (των πιστών). 

Γι’ αυτό και ο μέγας Βασίλειος είπε ότι «αυτά τα δύο έχουν την ίδια ισχύ για την ευσέβεια» (Κανόνας 91ος). Γιατί, όπως οι μεγάλες πέτρες στέκονται με τις μικρές, και οι δύο μαζί συγκροτούν την οικοδομή -επειδή αν θελήσει κανείς να γκρεμίσει τις μικρές, γκρεμίζει ταυτόχρονα και τις μεγάλες-, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και τα δόγματα της Πίστεως στέκονται μαζί με τις παραδόσεις της Εκκλησίας· και αν θελήσει κανείς να αθετήσει τις παραδόσεις της Εκκλησίας, αθετεί μαζί και τα δόγματα της Πίστεως. Για αυτό είπε πάλι ο Μέγας Βασίλειος: «Γιατί αν επιχειρούσαμε να εγκαταλείψουμε τις άγραφες συνήθειες, επειδή τάχα δεν έχουν μεγάλη σπουδαιότητα, χωρίς να το είχαμε αντιληφθεί θα ζημιώναμε στα πιο σημαντικά σημεία το Ευαγγέλιο· και μάλλον θα καταντούσαμε το κήρυγμα (του Ευαγγελίου) απλό όνομα (Κανόνας 91ος).

Έκτο, κρατούμε και αποδεχόμαστε όλους τους ιερούς κανόνες των πανευφήμων αποστόλων, των επτά Οικουμενικών Συνόδων, των τοπικών Συνόδων και των κατά μέρος αγίων και θεοφόρων πατέρων, πού επικυρώθηκαν από την Έκτη Οικουμενική Σύνοδο στον β΄ κανόνα της και από την Έβδομη στον α΄ κανόνα της. Και μαζί με τους κανόνες αποδεχόμαστε και τα πρακτικά των ίδιων αγίων Συνόδων, γιατί και τα δύο αυτά έχουν την ίδια εγκυρότητα.

Έβδομο, και για να ολοκληρώσουμε, όλα όσα αποδέχεται και ομολογεί ή Αγία, Καθολική, Αποστολική και Ανατολική Εκκλησία του Χριστού, ή κοινή και πνευματική μας μητέρα, αυτά και εμείς αποδεχόμαστε και ομολογούμε μαζί της. Και όσα αυτή αποστρέφεται και αποκηρύττει, αυτά παρόμοια κι εμείς τα αποκηρύττουμε και τα αποστρεφόμαστε μαζί της σαν παιδιά της και ειλικρινή και γνήσια.

(από ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ «ΦΙΛΟΙ ΙΕΡΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΟΥ ΆΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ).

Ω γλυκυτάτη, και πράγμα και όνομα, Μαριάμ, τι πάθος είναι τούτο...



Ω γλυκυτάτη, και πράγμα και όνομα, Μαριάμ, τι πάθος είναι τούτο, όπου αισθάνομαι εις τον εαυτόν μου; 
Εγώ δεν ημπορώ να χορτάσω τους επαίνους των μεγαλείων σου! 
Όσον γαρ περισσότερον τα επαινώ, τόσον περισσότερον τα ορέγομαι, και ο πόθος μου επ' άπειρον προβαίνει, και η επιθυμία μου ακόρεστος γίνεται, διό και πάλιν επιθυμώ να τα επαινέσω. 

Τοσούτον είναι θαυμαστά τα μεγαλεία σου Θεοτόκε, ώστε όπου όλοι, οι περί τας λογικάς τέχνας και επιστήμας καταγινόμενοι, θεωρούντες νοερώς ταύτα εφιλοτιμήθησαν, ο καθ' ένας εξ' αυτών να σε επαινέση με τα της τέχνης και επιστήμης του ίδια.
Και οι μεν Γραμματικοί σε ονομάζουν, μετά του Υιού σου, Άλφα και Ωμέγα, αρχήν των του Θεού θαυμάτων και τέλος των αυτού διδαγμάτων, οι δε λογικευόμενοι σε καλούν μέσον όρον των ιδικών τους συλλογισμών. Διότι, καθώς εν εκάστω συλλογισμώ αποδεικνύεται εν καθ' ετέρου δι ετέρου, τοιουτοτρόπως και δια μέσου σού απεδείχθη το εν, ήτοι ο υπερούσιος Λόγος και Θεός, καθ' ετέρου, ήτοι μετά της ανθρωπίνης φύσεως, και εν πρόσωπον και μία υπόστασις μετ' αυτής εχρημάτισεν. 

Οι ρήτορες εσένα ονομάζουν πολυσύνδετον ζωντανόν και έμψυχον επίλογον και ανακεφαλαίωσιν όλων των αρετών και χαρισμάτων, όσα εμοιράσθησαν εις όλα τα κατά μέρος κτίσματα, ουράνια και επίγεια. 

Οι Αριθμητικοί εσένα λέγουν ότι πλουτείς την κατ' αυτούς αναλογίαν· διότι, ον λόγον και σχέσιν έχει ο ουράνιος Πατήρ προς τον Χριστόν, τον αυτόν έχεις και συ, η επίγειος Μήτηρ, προς τον αυτόν Χριστόν. 
Εσένα οι Γεωμέτραι νοούν κύκλον ευρυχωρότατον· επειδή εχώρησας εν τη αγιωτάτη κοιλία σου όλον το τρίγωνον, ήγουν αυτήν την υπερούσιον και αχώρητον Τριάδα, με το να έγινες Μήτηρ μιας των αυτής Αγίων Υποστάσεων, αλλά και κέντρον οι αυτοί σε ονομάζουν, εν ω στήσας τον διαβήτην του ο νοητός ευκλείδης και αριστοτέχνης Λόγος, εγύρισε παγκάλλιστα όλην την περιφέρειαν της ενσάρκου Οικονομίας του. 
Εσένα καλούν οι Μουσικοί και Ιεροψάλται, τώρα άκρον και μέγα Μαθηματάριον και Οικηματάριον, τώρα δις δια πασών συμφωνίαν και πάγχορδον αρμονίαν τε και επταφωνίαν, και τώρα σε παρομοιάζουν με την εναρμόνιον λύραν, επειδή με το μέσον της μιας εκ των τριών θεϋπόστατων χορδών, την οποίαν εβάστασας εν τη κοιλία και ταις αχράντοις χερσί σου,
εμελώδησας ένα μέλος, όπου εγλύκανεν όλα τα ουράνια, άμα και τα επίγεια. 

Εσένα οι Αστρονόμοι, τώρα μεν, σφαίραν πολύαστρον ονομάζουν, καθώς γαρ εκείνη είναι πεπυκνωμένη με τα αμέτρητα άστρα, έτσι και συ είσαι πεπυκνωμένη με τα αναρίθμητα φωταυγή χαρίσματα του αγίου Πνεύματος, τώρα δε, Σελήνην αργυροειδή και ολόφωτον, καθώς γαρ η Σελήνη, πανσέληνος ούσα, γεμίζει και πλουτίζει τα δεκτικά σώματα των εκείνης απορροιών, έτσι και συ γεμίζεις και πλουτίζεις τους Ορθοδόξους με τας ποικιλλοτρόπους απορροίας των θεομητορικών σου χαρίτων. Και τώρα, Πλειάδα σε ονομάζουν, ήτοι Πούλιαν, διότι, καθώς η Πούλια φυλάττει αχώριστον τον σύνδεσμον και την ένωσιν, είτε των επτά αστέρων της, κατά τους παλαιούς, είτε των τεσσαράκοντα κατά τους νεώτερους Αστρονόμους, και μάλιστα τον Γαλιλαίον, δια του τηλεσκοπίου θεωρήσαντα τούτους, έτσι και συ φυλάττεις συνδεδεμένους εν τη αγάπη πάντας τους προς σε ευλαβείς Ορθοδόξους και φαίνεσαι ωσάν μια φιλόστοργος όρνις, συναγμένα έχουσα τα νοσσία σου. 

Και οι μεν Ηθικοί, εσένα φημίζουν άριστον μετά Θεόν αγαθόν και πληρεστάτην ευδαιμονίαν, οι δε Οπτικοί, εσένα γνωματεύουν θαυμάσιον τηλεσκόπιον, δια μέσου του οποίου απεκαλύφθη η προαιώνιος και κεκρυμένη βουλή του Θεού και ημείς οι χριστιανοί, ακριβέστερον ορώμεν, δι' αυτού, τα πόρρω όντα και απόκρυφα του Θεού μυστήρια. 

Εσένα οι Μηχανικοί υποθέτουν υπομόχλιον ενεργητικώτατον, επάνω εις το οποίον ο μηχανικώτατος Αρχιμήδης και μέγας αρχιτέκτων Θεός, επιστηρίξας τον ιδικόν του μοχλόν, εκίνησεν όχι μόνον όλην την γήν, αλλά και όλον τον ουρανόν και, ούτω, μετέστησεν αυτά από την φθορά εις την αφθαρσίαν και από την τροπήν εις την ατερψίαν. 

Οι δε Φυσικοί θαύμα θαυμάτων υπερφυές σε ονομάζουν, ακολουθούντες γαρ εις τους φυσικούς των κανόνας και νόμους, δεν δύνανται να νοήσουν το ιδικόν σου Μυστήριον, πώς δηλαδή διέμεινας Παρθένος εν τω τόκω και μετά τόκον! 
Πώς σώμα δια σώματος χωρεί, χωρίς καμμίαν διαφθοράν! 
Πώς ο Θεός σαρξ γίνεται και πώς περατούται το άπειρον! Άπερ κατά φυσικόν λόγον πάντη υπάρχει αδύνατα. 

Οι Μεταφυσικοί, εσένα νοούν αφηρημένην και θεωρητικήν αλήθειαν, θείον σκοπόν και τελειότητα τελειοτήτων. 

Εσένα οι των θείων Γραφών έμπειροι αποκαλούν ακροστιχίδα πάντων των Προφητών· πίνακα των δύο διαθηκών υπόθεσιν των Αποστόλων, ύλην των πατέρων και Διδασκάλων, στερέωμα των Μαρτύρων, παρηγορίαν των Οσίων, της νοεράς προσευχής διδάσκαλον, της ταπεινώσεως εισηγήτριαν, της αγάπης της διπλής παράδειγμα έμψυχον, ίνδαλμα παρόμοιον της αρχικής ωραιότητος, θαύμα των Αγγέλων, άγαλμα της φύσεως, ανδριάντα θεόγλυπτον, Θεού αμίμητον μίμημα, ύλην παναρμόνιον του λόγου της σωματώσεως, φανέρωσιν των της θείας ακαταληψίας βυθών, εργαστήριον της ενώσεως των συνελθουσών επί Χριστού φύσεων, και, δια να είπω το τελευταίον και έσχατον, εσένα Θεοτόκε οι θεολόγοι ονομάζουν Μεθόριον Κτίστου και κτίσεως, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ, ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Θεόν μετά Θεόν και της Αγίας Τριάδος τα δευτερεία έχουσαν..

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Από την "Ερμηνεία εις την ενάτην
Ωδήν της Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας"

Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης - Περὶ ἡδονῆς

Η ΦΕΥΓΩΝ ΦΕΥΓΕ, Η ΕΜΠΑΙΖΩΝ ΕΜΠΑΙΖΕ 
ΤΟΝ ΜΑΤΑΙΟΝ ΚΑΙ ΑΠΑΤΕΩΝΑ ΚΟΣΜΟΝ…

Δὲν ὑπάρχουν ἰσχυρότεροι μαγνῆτες καὶ θελκτικότεροι ἐξουσιαστὲς καὶ ποθεινότερες ἁλυσίδες γιὰ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὶς ἡδονὲς τῶν πέντε αἰσθήσεων. Πόσο ἀρεστὲς καὶ πόσο βλαβερὲς εἶναι! Καὶ ὁ καλύτερος ρήτορας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ παρουσιάσει ποτὲ τὴν κακία τους καὶ τὴν βλάβη ποὺ προξενοῦν στὴν ψυχή. Ἂν ὁ διάβολός μας ἔδινε τὸ φαρμάκι του μὲ κάποιο πικρὸ βότανο, δὲν θὰ τὸ πίναμε. Ἐπειδὴ ὅμως μας τὸ δίνει μὲ τὸ μέλι τῶν ἡδονῶν, τὸ παίρνουμε εὐχάριστα.
Ἀπὸ τὶς ἡδονές, οἱ σαρκικὲς – δηλαδὴ ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ πάθη – τυφλώνουν τὴν καρδιὰ καὶ κολλᾶνε τὴν καρδιά μας στὰ παρόντα πράγματα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἁμαρτία, γι’ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐμπόδια της σωτηρίας μας. 
Καὶ ἀληθεύει ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ἕνας ἅγιος, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βρέφη, λίγοι μόνο φτάνουν στὸν παράδεισο, ἐξαιτίας τῶν σαρκικῶν ἁμαρτημάτων...
Ἄλλες μορφὲς ἡδονῶν εἶναι ὁ πολὺς ὕπνος, τὰ καλὰ φαγητά, τὰ ὡραῖα φορέματα, τὰ μαλακὰ στρώματα καὶ γενικὰ ὅλες οἱ ἱκανοποιήσεις τῶν αἰσθήσεων.
Οἱ ἄνθρωποι τῶν ἡδονῶν, ἀφοῦ χορτάσουν τὸν ὕπνο καὶ τὴν ἀνάπαυση, τρέχουν στὰ συμπόσια καὶ στὰ ξεφαντώματα, στὰ τραγούδια τὰ ἄσεμνα, στὶς κακὲς συναναστροφές, στὶς κωμῳδίες καὶ στὰ πανηγύρια. Γενικά, δὲν ἀφήνουν ποτὲ νὰ τοὺς ξεφύγει καμία εὐκαιρία ἀπολαύσεως. Κι ἐνῷ ἡ ζωὴ τοὺς εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀσωτίες καὶ ματαιότητες, αὐτὴ τὴν θεωροῦν καλὴ καὶ ἀθῴα.
Ἂν μάλιστα κατακρίνει τὴν πολιτεία τους, τὸν κατηγοροῦν σὰν ἄξεστο καὶ χωριάτη, καὶ λένε πὼς θέλει νὰ μεταβάλλει τὶς πόλεις σὲ ἐρήμους καὶ τοὺς κοσμικοὺς σὲ καλόγερους. Αὐτὰ ὅμως τὰ λένε γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν. «Μετὰ γὰρ κιθάρας καὶ ψαλτηρίου καὶ τυμπάνων καὶ αὐλῶν τὸν οἶνον πίνουσι, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι», κατὰ τὸν προφήτη (Ἡσ.5:12). Τὸ μόνο ποὺ γνωρίζουν καλά, εἶναι νὰ ξοδεύουν τὸν καιρό τους σὲ ξεφαντώματα. Ἀπὸ τὸ κρεβάτι πηγαίνουν στὸ τραπέζι, ἀπὸ τὸ τραπέζι στὶς παρέες, ἀπὸ τὶς παρέες στὰ σεργιάνια, καὶ γίνεται ἡ ζωή τους σὰν μία ἁλυσίδα, ὅπου ἡ μία ἀπόλαυση εἶναι δεμένη μὲ τὴν ἄλλη, ὅπως οἱ κρίκοι μεταξύ τους.
Τὸ πανάγιο Πνεῦμα δὲν μᾶς λέει ὅτι ὅποιος κυνηγάει τὶς κοσμικὲς ἡδονὲς γκρεμίζεται ἀμέσως στὸν Ἅδη. Ἀλλὰ τί λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ Δαβίδ; Ὅτι κατεβαίνει στὸν ᾅδη, πλησιάζει δηλαδὴ σιγά-σιγά: «πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς ᾅδου» (Ψαλμ.113:25). Γιατί ἡ μαλθακὴ καὶ ἡδονικὴ ζωὴ ποὺ ζεῖ, τὸν προετοιμάζει ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ γιὰ τὴν ἀπώλεια.
Οἱ τρυφὲς καὶ οἱ ἡδονὲς φθείρουν καὶ ἀδυνατίζουν καὶ τοὺς πιὸ δυνατούς. 
Γι’ αὐτὸ μερικοὶ καταντοῦν σὲ τέτοια ἀδυναμία, ποὺ καὶ ὁ ἴσκιος ἀκόμα τῶν πειρασμῶν εἶναι ἀρκετὸς γιὰ νὰ τοὺς ρίξει. Κι ἀφοῦ, ἐξομολογηθοῦν, μὲ τὸν πρῶτο πειρασμὸ ξεχνοῦν τὴν καλή τους ἀπόφαση νὰ μὴν ξαναμαρτήσουν, καὶ πέφτουν ἀμέσως πάλι στὴν ἁμαρτία.
Λοιπόν, μὲ τὸ νὰ λὲς ὅτι δὲν εἶναι ἁμαρτίες ὁ πολὺς ὕπνος καὶ τὰ φαγοπότια καὶ οἱ διασκεδάσεις καὶ τὰ ξεφαντώματα, προσπαθεῖς ἁπλὰ νὰ δικαιολογηθεῖς. 
Γιατί μπορεῖ αὐτὰ καθεαυτὰ νὰ μὴν εἶναι ἁμαρτίες, ἀλλὰ προετοιμάζουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ σ’ ἐμποδίζουν νὰ γευθεῖς τὰ πνευματικὰ ἀγαθά του Θεοῦ. Καὶ θὰ πάθεις κάτι ἀνάλογο, μ’ ἐκεῖνο ποὺ ἔπαθε ὁ Σολομῶν: Νομίζοντας πὼς μποροῦσε ν’ ἀπολαμβάνει χωρὶς κίνδυνο τὶς ἡδονές, κατάντησε στὴν εἰδωλολατρία. Καὶ μ’ ἐκεῖνο ποὺ ἔπαθαν οἱ Σοδομῖτες: Γιὰ νὰ τρῶνε καὶ νὰ πίνουν μὲ τρυφὲς καὶ ξεφαντώματα, ἔφτασαν νὰ πέσουν σὲ παρὰ φύση πάθη καὶ ἀσέλγειες. Πολὺ σωστὰ εἶπε ὁ Τερτυλλιανός, ὅτι οἱ χριστιανοὶ πρέπει ν’ ἀποφεύγουν τὶς τρυφές, γιατί αὐτὲς ἀδυνατίζουν τὴν πίστη καὶ τὴν ἀρετή τους.
Ἡ χαυνότητα καὶ ἡ ἀδυναμία, ποὺ προξενοῦνται στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὶς ἡδονές, δὲν ταιριάζουν στὸν προορισμό μας, ποὺ εἶναι νὰ μοιάσουμε στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος, ὁ Θεός μας «προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ» (Ρώμ. 8:29). Καὶ ὁ Χριστός, γιὰ νὰ φτάσει στὴν δόξα, πέρασε στὴν ἐπίγεια ζωὴ Τοῦ μέσα στὴν φτώχεια, τὴ θλίψη καὶ τὴν καταφρόνηση. Οἱ τρυφηλοὶ ἄνθρωποι ὅμως φοβοῦνται τὴ σκληραγωγία καὶ τὴν μετάνοια. Μήπως βρῆκαν ἄλλο Εὐαγγέλιο ἢ μήπως κατέβηκε γι’ αὐτοὺς κανένας ἄλλος Χριστός, ποὺ νὰ τοὺς ὑπόσχεται ἀνέσεις, ὡραία ἐνδύματα, ἀπολαύσεις, διασκεδάσεις καὶ δόξες; Ξεχνοῦν ὅτι «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἠμᾶς εἰσελθεὶν εἰς τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14:22), καὶ ὅτι «στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν» (Ματθ. 7:14)
Ἄκου καὶ τοῦτο τὸ ὠφέλιμο: Κάποτε ἕνας εὐγενὴς καὶ πλούσιος ἄρχοντας, παραδομένος στὶς ἡδονές, ἄκουσε πολλὰ γιὰ τὴν ἀρετὴ ἑνὸς πνευματικοῦ ἀνθρώπου, καὶ πῆγε νὰ τὸν συμβουλευθεῖ. Ὁ πνευματικὸς ἐκεῖνος ἄνδρας τοῦ εἶπε τοῦτα μόνο: 'Ὁ Χριστὸς ἦταν φτωχός, ἐνῷ ἐσὺ πλούσιος. Ὁ Χριστὸς ἦταν νηστικὸς , ἐνῷ ἐσὺ χορτασμένος. 
Ὁ Χριστὸς ἦταν σχεδὸν γυμνός, ἐνῷ ἐσὺ καλὰ ντυμένος. Ὁ Χριστὸς ὑπέμεινε θλίψεις καὶ πάθη, ἐνῷ ἐσὺ ἀπολαμβάνεις τρυφές, ἀναπαύσεις καὶ μαλακὰ στρώματα'. Ὅταν τ’ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἄρχοντας, ἦρθε σὲ κατάνυξη, μετανόησε, ζήτησε μὲ δάκρυα συγνώμη ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ ἔκανε, καὶ ἀποφάσισε νὰ ζήσει πιὰ μὲ μετάνοια.
Κατάλαβε καλά, πὼς ὅποιος ἔχει ἀνάπαυση σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, δὲν θὰ γευθεῖ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Αὐτὸ τονίζει καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «Ὁ ἔχων ἀνάπαυσιν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, τὴν αἰώνιον ἀνάπαυσιν μὴ ἐλπιζέτω λαβεῖν· ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν οὐκ ἐστὶ τῶν ἀναπαυομένων ἐνθάδε, ἀλλ’ ἐκείνων ἐστὶ τῶν ἐν θλίψει πολλῇ καὶ στεναχωρίᾳ διαγόντων τὸν βίο τοῦτον»(λόγ. περὶ παρθενίας). Πρόσεξε λοιπὸν μὴν ἀκούσεις τότε τὸ φοβερὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου» (Λουκ. 16:25).
Τέλος πάντων, μάθε πὼς ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δὲν κερδίζεται μὲ τὴν ἀργία καὶ τὴν ἄνεση, ἀλλὰ μὲ τὸν κόπο καὶ τὴν βία, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιαστὲς ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11:12).

http://alopsis.gr/alopsis/hdonh.htm

Δεν πρέπει να εμπιστευώμαστε, ούτε να δίνουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας



Τὸ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι τὸν ἑαυτόν σου, ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, εἶναι τόσο ἀναγκαῖο σε αὐτὸν τὸν πόλεμο, ποὺ χωρὶς αὐτό, νὰ εἶσαι βέβαιος, ὅτι, ὄχι μόνον δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πετύχεις τὴ νίκη ποὺ ἐπιθυμεῖς, ἀλλ᾿ οὔτε κἂν νὰ ἀντισταθεῖς στὸ παραμικρὸ καὶ αὐτό, ἂς τυπωθεῖ καλὰ στὸ νοῦ σου.

Γιατὶ, ἐμεῖς πράγματι, ὄντας φυσικὰ διεφθαρμένοι ἀπὸ τὴ φύσι μας ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ, ἔχουμε σὲ μεγάλη ὑπόληψι τὸν ἑαυτό μας, ἡ ὁποία ἂν καὶ δὲν εἶναι ἀλήθεια, παρὰ ἕνα ψέμα καὶ τίποτα ἄλλο, ἐμεῖς ὅμως, νομίζουμε μὲ μία ἀπατηλὴ ἐντύπωση, πὼς εἴμαστε κάποιοι. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐλάττωμα, ποὺ πολὺ δύσκολα ἀναγνωρίζεται, καὶ ποὺ δὲν ἀρέσει στὸ Θεό, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς μία γνῶσι χωρὶς δόλο γι᾿ αὐτὴ τὴν βεβαιότατη ἀλήθεια.

Δηλαδή, νὰ ξέρουμε, ὅτι κάθε χάρι καὶ ἀρετὴ ποὺ ἔχουμε, προέρχεται ἀπὸ αὐτὸν μόνο, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ καὶ ὅτι, ἀπὸ μᾶς, δὲν μπορεῖ νὰ προέλθη κανένα καλό, οὔτε κανένας καλὸς λογισμός, ποὺ νὰ τοῦ ἀρέσῃ. Ἂν καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγκαιότατη ἀλήθεια (δηλαδή, τὸ νὰ μὴ πιστεύουμε στὸν ἑαυτόν μας) εἶναι ἔργο τοῦ θεϊκοῦ του χεριοῦ, ποὺ συνηθίζει νὰ τὸ δίνη στοὺς ἀγαπημένους του 
φίλους, πότε μὲ ἐμπνεύσεις καὶ φωτισμούς, πότε μὲ σκληρὰ μαστιγώματα καὶ θλίψεις, πότε μὲ βίαιους καὶ σχεδὸν ἀνίκητους πειρασμούς, καὶ πότε μὲ ἄλλα μέσα, ποὺ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε· μὲ ὅλα αὐτά, θέλει νὰ γίνεται καὶ ἀπὸ μέρους μας ἐκεῖνο, ποὺ ἀνήκει, καὶ εἶναι δυνατὸν σὲ μᾶς. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἀδελφέ μου, σοῦ σημειώνω ἐδῶ τέσσερεις τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους μπορεῖς, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νὰ πετύχης αὐτὴ τὴν ἀμφιβολία τοῦ ἑαυτοῦ σου, δηλαδή, τὸ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι ποτὲ τὸν ἑαυτό σου...

Ὁ α´ εἶναι τὸ νὰ γνωρίσῃς τὴν μηδαμινότητά σου καὶ νὰ σκεφθῇς, ὅτι ἀπὸ μόνος σου δὲν μπορεῖς νὰ κάνῃς κανένα καλό, γιὰ τὸ ὁποῖο νὰ γίνῃς ἄξιος της βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Ὁ β´ τὸ νὰ ζητῇς γι᾿ αὐτὸ πολλὲς φορὲς βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ θερμὲς καὶ ταπεινὲς δεήσεις, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι χάρισμα δικό Του· καὶ ἂν θέλῃς νὰ τὸ πάρης, πρέπει πρῶτα νὰ σκεφθῇς τὸν ἑαυτό σου, ὄχι μόνο γυμνὸ ἀπὸ αὐτὴ τὴ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ σου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ πάντα ἀδύνατο νὰ τὴν ἀπόκτησεις· ἔπειτα, νὰ μιλᾷς μὲ οἰκειότητα πολλὲς φορὲς μπροστὰ στὴ μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ, καὶ πιστεύω σταθερά, ἐξ αἰτίας τοῦ πελάγους τῆς εὐσπλαγχνίας του, θὰ σοῦ τὴν δώσῃ, ὅταν αὐτὸς γνωρίσῃ, μὴν ἀμφιβάλλῃς καθόλου, ὅτι θὰ τὴν ἀπολαύσεις.

Ὁ γ´ τρόπος, εἶναι τὸ νὰ συνηθίσῃς νὰ φοβᾶσαι πάντα τὸν ἑαυτό σου· νὰ φοβᾶσαι τοὺς ἀναρίθμητους ἐχθρούς, στοὺς ὁποίους, δὲν εἶσαι δυνατὸς νὰ κάνῃς οὔτε τὴν παραμικρὴ ἀντίστασι, νὰ φοβᾶσαι τὴ πολὺ δυνατή τους συνήθεια στὸ νὰ πολεμοῦν τὶς πανουργίες, τὰ στρατηγήματά τους, τὶς μεταμορφώσεις τους σὲ ἀγγέλους φωτός· τὰ ἀναρίθμητα τεχνάσματα καὶ παγίδες, ποὺ σοῦ στήνουν κρυφὰ στὸν ἴδιο τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς.

Ὁ δ´ τρόπος εἶναι, ὅταν πέσῃς σὲ κανένα ἐλάττωμα νὰ σκεφθῇς καθαρὰ τὴν ἀπόλυτη ἀδυναμία σου· ἐπειδή, γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ παραχώρησε ὁ Θεὸς νὰ πέσῃς, γιὰ νὰ μάθης καλύτερα τὴν ἀσθένεια σου (11)καὶ ἔτσι νὰ μάθης, ὄχι μόνο νὰ περιφρονῇς ἐσὺ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό σου σὰν ἕνα τίποτα, ἀλλὰ καὶ νὰ θέλῃς νὰ σὲ καταφρονοῦν καὶ οἱ ἄλλοι σὰν τέτοιου εἴδους ἀσθενῆ. Γιατὶ χωρὶς αὐτὴ τὴν θέλησι, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐνάρετη δυσπιστία τοῦ ἑαυτοῦ σου, ἡ ὁποία ἔχει τὸ θεμέλιό της στὴν ἀληθινὴ ταπείνωσι καὶ στὴν προλεγόμενη ἔμπρακτη γνῶσι τῆς δοκιμῆς.

Ὁπότε, καθ᾿ ἕνας βλέπει πόσο ἀπαραίτητο εἶναι σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸ οὐράνιο φῶς, τὸ νὰ γνωρίσῃ τὸν ἑαυτό του, τὴν ὁποία γνῶσι συνηθίζει νὰ τὴν δίνη ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ στοὺς ὑπερήφανους καὶ προληπτικούς, μέσα ἀπὸ τὶς πτώσεις, ἀφίνοντάς τους δηλαδὴ μὲ δίκαιο τρόπο νὰ πέφτουν σὲ κανένα ἐλάττωμα (ἀπὸ τὸ ὁποῖο νομίζουν πὼς ἠμποροῦν νὰ φυλαχτοῦν) γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀδυναμία τους, καὶ νὰ μὴ ἐπιστεύωνται πλέον στὸν ἑαυτόν τους καθόλου.

Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ μέσο, τὸ τόσο ἄθλιο καὶ ἀναγκαστικό, δὲν συνηθίζει νὰ τὸ μεταχειρίζεται πάντοτε ὁ Θεός, παρά, ὅταν τὰ ἄλλα μέσα, τὰ πιὸ ἐλεύθερα, ὅπως εἴπαμε, δὲν προξενοῦν στὸν ἄνθρωπο αὐτὴ τὴν ἐπίγνωσι τοῦ ἑαυτοῦ του· γιατὶ τότε παραχωρεῖ νὰ πέσῃ ὁ ἄνθρωπος σὲ σφάλματα τόσο μεγαλύτερα ἢ μικρότερα, ὅσο εἶναι μεγαλύτερη ἢ μικρότερη καὶ ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ ὑπόληψις, ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του· ὥστε, ὅπου δὲν ὑπάρχει καμία ἀπολύτως ὑπόληψις, καθὼς συνέβη στὴν Παρθένο Μαρία, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει παρομοίως οὔτε καὶ καμία πτῶσις· λοιπόν, ὅταν ἐσὺ πέσεις, τρέξε ἀμέσως μὲ τὸν λογισμὸ στὴ ταπεινὴ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ σου, καὶ μὲ ἐπίμονη προσευχὴ ζήτησε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ σοῦ δώσῃ τὸ ἀληθινὸ φῶς, γιὰ νὰ γνωρίσῃς τὴν μηδαμινότητά σου καὶ νὰ μὴν δείχνῃς ἐμπιστοσύνη καθόλου στὸν ἑαυτόν σου, ἐὰν θέλῃς νὰ μὴ πέσῃς πάλι καὶ μάλιστα σὲ μεγαλύτερη βλάβη καὶ φθορά.

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης
Ἀόρατος Πόλεμος

Τι πρέπει να κάνουμε, όταν είμαστε πληγωμένοι…

Όταν βρίσκεσαι πληγωμένος, επειδή έπεσες σε κάποιο αμάρτημα λόγω αδυναμίας σου ή καμιά φορά με τη θέλησή σου μη δειλιάσεις· ούτε να ταραχθείς γι’ αυτό, αλλά αφού επιστρέψεις αμέσως στον Θεό, μίλησε έτσι: «Βλέπε, Κύριέ μου· έκανα τέτοια πράγματα, σαν τέτοιος που είμαι· ούτε ήταν δυνατό να περίμενες και τίποτε άλλο από εμένα τον τόσο κακοπροαίρετο και αδύνατο, παρά ξεπεσμό και γκρέμισμα».

Και ευχαρίστησέ τον και αγάπησέ τον περισσότερο παρά ποτέ, θαυμάζοντας την τόσο μεγάλη ευσπλαχνία του, διότι μολονότι λυπήθηκε από σένα, πάλι σου δίνει το δεξί του χέρι και σε βοηθάει, για να μη ξαναπέσεις στην αμαρτία· τελευταία, πες με μεγάλο θάρρος στη μεγάλη ευσπλαχνία του: «Εσύ, Κύριέ μου, συγχώρησέ με και μην επιτρέψεις στο εξής να ζω χωρισμένος από σένα, ούτε να απομακρυνθώ ποτέ, ούτε να σε λυπήσω πλέον»...

Και κάνοντας έτσι, μη σκεφτείς αν σε συγχώρεσε, διότι αυτό δεν είναι τίποτε άλλο, παρά υπερηφάνεια, ενόχληση του νου, χάσιμο του καιρού και απάτη του διαβόλου, χρωματισμένη με διάφορες καλές προφάσεις. Γι’ αυτό, αφήνοντας τον εαυτό σου ελεύθερο στα ελεήμονα χέρια του Θεού, ακολούθησε την άσκησή σου, σαν να μην είχες πέσει. Και αν συμβεί εξ’ αιτίας της αδυναμίας σου να αμαρτήσεις πολλές φορές την ημέρα, κάνε αυτό που σου είπα όλες τις φορές, όχι με μικρότερη ελπίδα στον Θεό. Και κατηγορώντας περισσότερο τον εαυτό σου και μισώντας την αμαρτία περισσότερο, αγωνίσου να ζεις με μεγαλύτερη προφύλαξη.

Αυτή η εκγύμναση δεν αρέσει στον διάβολο· γιατί βλέπει πως αρέσει πολύ στον Θεό, επειδή και μένει ντροπιασμένος ο αντίπαλος, βλέποντας ότι νικήθηκε από εκείνον, που αυτός είχε πριν νικήσει. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί διαφορετικούς τρόπους για να μας εμποδίσει, να μην το κάνουμε. Και πολλές φορές πετυχαίνει το σκοπό του εξ’ αιτίας της αμέλειάς μας και της μικρής φροντίδας που έχουμε στον εαυτό μας.[…]

Ο τρόπος λοιπόν, για να αποκτήσεις την ειρήνη, είναι ο εξής· να ξεχάσεις τελείως την πτώση και την αμαρτία σου και να παραδοθείς στη σκέψη της μεγάλης αγαθότητας του Θεού· και ότι, αυτός μένει πολύ πρόθυμος και επιθυμεί να συγχωρέσει κάθε αμαρτία, όσο και αν είναι βαριά, προσκαλώντας τον αμαρτωλό με διάφορους τρόπους και μέσα από διάφορους δρόμους, για να έλθει σε συναίσθηση και να ενωθεί μαζί του σε αυτήν τη ζωή με την χάρι του· στην δε άλλη να τον αγιάσει με τη δόξα του και να τον κάνει αιώνια μακάριο. Κατόπιν, όταν έλθει η ώρα της εξομολογήσεως, την οποία σε προτρέπω να κάνεις πολύ συχνά, θυμήσου όλες σου τις αμαρτίες, και με νέο πόνο και λύπη, φανέρωσέ τες όλες στον Πνευματικό σου και κάνε με προθυμία τον κανόνα που θα σου ορίσει.

(Από τον “Αόρατο Πόλεμο” του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου)

(Πηγή ηλ. κειμένου: xfd.gr)

Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι ο Χριστός είναι εδώ

Να γνωρίζεις ότι πολλές φορές θα αισθανθείς τον εαυτό σου να ενοχλείται και να λείπει από μέσα του αυτή η αγία ειρήνη και γλυκιά μοναξιά και αγαπητή ελευθερία, και μερικές φορές μπορεί να σηκωθεί από τις κινήσεις της καρδιάς σου μία σκόνη, που θα σε ενοχλήσει στην πορεία που πρόκειται να εκτελέσεις...
Και αυτό σου το παραχωρεί ο Θεός για μεγαλύτερο καλό σου. Θυμήσου ότι αυτός είναι ο πόλεμος από τον οποίον οι άγιοι έλαβαν τα στεφάνια των μεγάλων μισθών. Σε όλα εκείνα που σε συγχίζουν πρέπει να πείς: «Κύριέ μου, βλέπεις εδώ τον δούλο σου, ας γίνει σε μένα το θέλημά σου.
Γνωρίζω και το ομολογώ ότι η αλήθεια των λόγων σου παραμένει πάντοτε σταθερή και οι υποσχέσεις σου είναι αψευδείς και σ αυτές ελπίζω. Εγώ παραμένω μόνον για σένα». Ευτυχισμένη, βέβαια, είναι η ψυχή εκείνη που προσφέρεται με τον τρόπο αυτό στον Κύριό της, κάθε φορά που ενοχληθεί ή συγχισθεί. Και αν παραμείνει ο πόλεμος αυτός και δεν μπορέσεις έτσι γρήγορα, όπως θέλεις να ενώσεις το θέλημά σου με το θέλημα του Θεού, μην δειλιάσεις γι αυτό ούτε να λυπηθείς.
Αλλά συνέχισε να προσφέρεις τον εαυτό σου και να προσκυνάς και θα νικήσεις. 
Ρίξε μία ματιά και στον κήπο που ήταν ο Χριστός σου και που τον αποστρεφόταν η ανθρωπότητα λέγοντας: «Πατέρα, αν είναι δυνατό, ας παρέλθει το ποτήριο αυτό από εμένα». Αλλά αμέσως διέταξε να βάλει την ψυχή του σε μοναξιά και με ένα θέλημα απλό και ελεύθερο έλεγε με πολύ βαθειά ταπείνωση: «αλλά όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως Εσύ» (Ματθ. 26,39).
Όταν βρίσκεσαι σε κάποια δυσκολία, μην υποχωρήσεις καθόλου, αν δεν υψώσεις πρώτα τα μάτια σου στο Χριστό, πάνω στο σταυρό, και θα δεις τυπωμένο εκεί με μεγάλα γράμματα ότι κι εσύ πρόκειται να οδηγηθείς στην θλίψη εκείνη και τον τύπο αυτόν αντέγραψέ τον με τα έργα στον εαυτό σου, και όταν καμμιά φορά ενοχληθείς από την αγάπη του εαυτού σου, μην δειλιάσεις, ούτε να χωρισθείς από το σταυρό, αλλά τρέξε σε προσευχή και δείξε υπομονή στην ταπείνωση, μέχρις ότου νικήσεις την θέλησή σου και θελήσεις να γίνει σε σένα το θέλημα του Θεού.
Και αφού αναχωρήσεις από την προσευχή, συγκεντρώνοντας μόνον τον καρπόν αυτόν, να σταθείς χαρούμενος. Αλλά αν δεν έφθασε σ αυτό η ψυχή σου, ακόμη παραμένει νηστική και χωρίς την τροφή της. Αγωνίζου ώστε να μην κατοικήσει στην ψυχή σου κανένα άλλο πράγμα, ούτε για λίγο χρονικό διάστημα, παρά μόνον ο Θεός.
Μή λυπάσαι και μην πικραίνεσαι για κανένα πράγα, ούτε να παρατηρείς τις πονηριές και τα κακά παραδείγματα των άλλων, αλλά ας είσαι σαν ένα μικρό παιδί, που δεν υποφέρει από καμμία από τις πικρίες αυτές, αλλά τα ξεπερνά όλα χωρίς καμμία βλάβη.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Ἡ Κυρία Θεοτόκος



Μέ κάθε δίκαιο χαιρόταν καί χαιρόταν καί μέ τό παρπάνω ἡ Ἁγία Τριάδα πρίν ἀπό τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων, σύμφωνα μέ τή θεαρχική Της ἰδέα, τήν ἀειπάρθενο Μαριάμ. 

Γιατί εἶναι γνώμη μερικῶν θεολόγων, ὅτι ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ὅλα τά ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων γκρεμίζονταν ἀπό τούς οὐρανούς καί γίνονταν δαίμονες, ἄν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος ἐγίνοντο κακοί καί πήγαιναν στην κόλασι χωρίς νά γλυτώσει κανείς, ἄν ὅλα τά κτίσματα οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα, ἀποστατοῦσαν ἀπό τόν Θεό καί ἔβγαιναν ἀπό τήν τάξι του καί πήγαιναν στήν ἀνυπαρξία, παρ’ ὅλα αὐτά ὅλες αὐτές οἱ κακίες τῶν κτισμάτων συγκρινόμενες μέ τό πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δέν μποροῦσαν νά λυπήσουν τόν Θεό, διότι μόνο ἡ Κυρία Θεοτόκος μποροῦσε νά Τόν εὐχαριστήση ὡς πρός ὅλα καί γιά ὅλα, καί νά μήν Τόν αφήσει νά λυπηθῆ τόσο πολύ γιά τόν χαμό καί τήν ἀπώλεια τῶν τόσων κτισμάτων Του, ὅσο θά τόν ἔκαμνε νά χαίρεται ὑπερβολικά γιά τήν ἴδια Της, διότι μόνον Αὐτή χωρίς καμμία σύγκρισι Τόν ἀγάπησε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, διότι Αὐτή περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον ὑπάκουσε στό θέλημά Του, διότι μόνον Αὐτή μπόρεσε καί ἔγινε ἱκανή νά δεχθῆ ὅλα ἐκεῖνα τά φυσικά, ὑπερφυσικά καί προαιρετικά χαρίσματα πού ὁ Θεός διαμοίρασε σέ ὅλη τήν κτίση . Καί μέ ἕνα λόγο, γιατί Αὐτή ἔγινε ἕνας ἄλλος Δεύτερος Κόσμος ἀσύγκριτα΄καλύτερος ἀπό ὅλον τόν αἰσθητό καί νοητό κόσμο καί ἀρκετός καί μόνος Του νά δοξάζη αἰώνια τόν Ποιητή ἀπό τήν καλλονή καί ποικιλία τῶν χαρισμάτων του περισσότερο ἀπό ὅλη τήν δημιουργία τοῦ σύμπαντος. Ἀπό αὐτά λοιπόν βγαίνει τό συμπέρασμα ὅτι, ἐπειδή καί ὁ Θεός προώρισε τήν Θεοτόκο σύμφωνα μέ τήν παροαιώνια εὐδοκία Του, πού εἶναι ὄχι ἑπόμενο καί κατ’ ἐπακολούθηση θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό προηγούμενο καί τό κύριο θέλημα Αὐτοῦ, ὅπως τό ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (λογ. Α΄ εἰς τά Φῶτα καί λόγος εἰς τήν Χριστοῦ Γέννησιν). Ἀπό αὐτά λοιπόν βγαίνει λέγω τό συμπέρασμα ὅτι, ὅπως γίνεται τό περιβόλι γιά νά φυτευθῆ τό δένδρο καί πάλι τό δένδρο φυτεύεται γιά τόν καρπό, ἔτσι καί ὅλος ὁ αἰσθητός καί νοητός κόσμος ἔγινε γιά τόν σκοπό αὐτό, δηλαδή γιά τήν Κυρία Θεοτόκο, καί πάλι ἡ Κυρία Θεοτόκος ἔγινε γιά τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καί ἔτσι ἐξεπληρώθη ἡ ἀρχαία βουλή καί ὁ πρῶτος σκοπός τοῦ Θεοῦ, μέ τό ὅτι ἀνακεφαλαιώθηκαν ὅλα ἐν Χριστῷ καί ἑνώθηκε ἡ κτίσις μέ τόν Κτίστη, ὄχι φυσικά, ὄχι προαιρετικά καί κατά χάριν, ἀλλά κατά τήν ὑπόστασι. Αὐτός εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμός τῆς ἑνώσεως μετά ἀπό τόν ὁποῖον ἄλλος ἀνώτερος οὔτε βρέθηκε, οὔτε καί θά βρεθῆ.

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου

Το θάρρος του Θεού



Θέλεις να ξέρεις, άνθρωπε, 
πότε είναι στεριωμένες οι αποφάσεις σου; 
Όταν δεν έχεις κανένα θάρρος στον εαυτό σου 
και όταν είναι όλες θεμελιωμένες με ταπείνωση 
στην ελπίδα και το θάρρος του Θεού. 

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Ομιλία περί Ευχαριστίας



Ο μιμητής του Ιώβ, ο θείος Χρυσόστομος, εσυνήθιζε πάντοτε να λέγη το αξιομνημόνευτον αυτό απόφθεγμα, σε κάθε περίσταση. «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Δεν θα παύσω να το επαναλαμβάνω πάντοτε, για όλα όσα μου συμβαίνουν». Το ίδιο εσυνήθιζε να λέγη και ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς σε κάθε υπόθεση, μιμούμενος τον θείον Χρυσόστομον, ο οποίος με την εύλαλον γλώσσα του προσθέτει: Ας ευχαριστούμε λοιπόν για όλα, για ό,τι και αν συμβή, αυτό είναι ευχαριστία. Διότι το να το κάνης αυτό όταν όλα πηγαίνουν ομαλά, δεν είναι σπουδαίον, επειδή σε αυτό ωθεί η ιδία η φύσις των πραγμάτων. Εάν όμως ευχαριστούμε ενώ ευρισκόμεθα στο βάθος των κακών, αυτό είναι θαυμαστόν. Πράγματι, όταν εμείς ευχαριστούμε για εκείνα τα οποία άλλοι βλασφημούν και αποθαρρύνονται, κοίτα πόση η φιλοσοφία! Πρώτον, εύφρανες τον Θεόν. 
Δεύτερον, εντρόπιασες τον διάβολο. Τρίτον, αυτό που συνέβη το απέδειξες μηδαμινό. Δηλαδή συγχρόνως και εσύ ευχαριστείς, και ο Θεός απομακρύνει την λύπη, και ο διάβολος υποχωρεί.
Τίποτε αγιώτερον δεν υπάρχει από την γλώσσα, που μέσα στα κακά ευχαριστεί τον Θεόν. Όντως δεν υστερεί σε τίποτε από την γλώσσα του μάρτυρος. Στεφανώνεται και αυτή ομοίως με εκείνον. Διότι και αυτή έναν δήμιον έχει ενώπιόν της, ο οποίος την αναγκάζει να αρνηθή τον Θεόν δια της βλασφημίας. Τον διάβολον έχει, ο οποίος με δημίους λογισμούς την σχίζει σε λωρίδες, και την σκοτίζει με την λύπη. Αν λοιπόν κάποιος υπομείνη τα βάσανα και ευχαριστήση, έλαβε στέφανον μαρτυρίου.
Λέγει και ο μέγας Βασίλειος: είναι αισχρόν όταν μεν τα πράγματα έρχονται ευνοϊκά να ευλογούμε τον Θεόν, στα δε στενόχωρα και επίπονα να σιωπούμε. 
Αλλά τότε πρέπει και περισσότερο να τον ευχαριστούμε, γνωρίζοντας ότι «oν αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν oν παραδέχεται…».
Τι λέγω; Όχι μόνο πρέπει κανείς να ευχαριστή τον Θεό για τις θλίψεις και τους πειρασμούς της παρούσης ζωής, αλλά πρέπει να τον ευχαριστή ακόμη και για την μέλλουσαν κόλασιν. Επειδή και η κόλασις είναι συμφέρον και ωφέλιμο για τους κολαζομένους. Γιατί; 
Επειδή η κόλασις είναι εμπόδιον της αμαρτίας και του κακού, γι’ αυτό ονομάζεται και κόλασις, επειδή κολάζει, και εμποδίζει το κακόν. Αν δεν υπήρχε κόλασις, η αμαρτία και το κακό, θα επεκτείνετο σε άπειρον διάστημα και ποτέ δεν θα ελάμβανε τέλος. Γι’ αυτό και ο σοφώτατος Μάρκος ο Εφέσου είπε τούτον τον παράδοξον μεν στην ακοήν, όμως αληθινόν λόγον και βέβαιον, ότι δηλαδή συμφέρει στους κολαζομένους να κολάζωνται. 
Όθεν και ο όσιος Θεόκτιστος ο Στουδίτης, σε ένα τροπάριο εις τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν λέγει επί λέξει: «Και εν τη κολάσει ευχαριστώ», διότι η κόλασις δεν είναι κακόν καθ’ εαυτό, ή μάλλον είναι και καλόν. Αφ’ ενός μεν διότι εμποδίζει και συστέλλει την αμαρτίαν και δεν την αφήνει να ενεργή επ’ άπειρον, όπως είπαμε, αφ’ ετέρου δε διότι η κόλασις είναι ποινή και παίδευσις του κακού, και με αυτήν εκπληρώνεται η δικαιοσύνη του Θεού. 
Όθεν, αν και η κόλασις δεν είναι προηγούμενον θέλημα του Θεού, είναι όμως επόμενον θέλημά του, σύμφωνα με τους ιερούς θεολόγους. Μόνη δε η αμαρτία είναι αυτή καθ’ εαυτήν κακό, και ούτε κατά προηγούμενον θέλημα του Θεού γίνεται, ούτε κατά επόμενον, αλλά κατά μοχθηράν γνώμην του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και ο θείος Χρυσόστομος παραγγέλλει στους χριστιανούς τα ακόλουθα: «Αυτό να είναι το έργο σας, να ευχαριστήτε στις προσευχές και για τις φανερές και για τις αφανείς ευεργεσίες, και για όσες ήταν σύμφωνες με το θέλημά σας και για όσες όχι. Και για την βασιλεία των ουρανών και για την γέεννα του πυρός, και στην θλίψη και στην άνεση. Έτσι συνηθίζουν να προσεύχωνται οι Άγιοι, και για τις κοινές ευεργεσίες να ευχαριστούν. Γνωρίζω εγώ κάποιον άγιον άνδρα ο οποίος προσεύχεται με αυτόν τον τρόπο. Δεν έλεγε τίποτε πριν από αυτά τα λόγια, αλλά ότι: ευχαριστούμε Κύριε για όλες τις ευεργεσίες που έδειξες σε μας τους αναξίους από την πρώτην ημέρα μέχρι σήμερα. 
Γι’ αυτές που γνωρίζουμε και γι’ αυτές που δεν γνωρίζουμε, για τις φανερές, για τις αφανείς, για όσες έγιναν με έργο, για όσες με λόγο, για όσες έγιναν με την θέλησή μας και για όσες όχι, για όλες όσες έχουν γίνει σ’ εμάς τους αναξίους. Για τις θλίψεις, για τις ανέσεις, για την γέενα του πυρός, για την κόλαση, για την Βασιλείαν των Ουρανών».
Ο δε άγιος Ισαάκ είπεν ότι όποιος ευχαριστεί, παρακινεί τον ευεργέτην του να του δίδη περισσότερες ευεργεσίες: «η ευχαριστία του λαμβάνοντος ερεθίζει τον δίδοντα να δώση δωρήματα μεγαλύτερα από τα προηγούμενα». Και πάλιν ο ίδιος ο θείος Ισαάκ λέγει: «όποιος δεν ευχαριστεί για τα μικρότερα, και στα μεγαλύτερα είναι ψεύστης και άδικος». 
Και επίσης: «αυτό που οδηγεί τα χαρίσματα του Θεού προς τον άνθρωπον είναι η καρδία η κινουμένη προς ευχαριστίαν αδιάλειπτον».
Γίνε λοιπόν, άνθρωπε, ευχάριστος στον Θεόν για το κάθε τι, «ευλόγει αυτόν εν παντί καιρώ, η αίνεσις αυτού ας είναι δια παντός εν τω στόματί σου». Εάν υγιαίνης, δώρον του Θεού είναι η υγεία. Εάν ασθενής, η ασθένεια του σώματος είναι σωτηρία της ψυχής. Μη λείπη λοιπόν ποτέ από το στόμα σας η δοξολογία του Θεού. Εν παντί ευχαριστείτε τον Θεόν, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
(18ος – 19ος αι., Ερμηνεία εις τας ΙΔ΄ επιστολάς του Απ. Παύλου (Κολασ. δ΄ 15, σελ. 412). Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 417 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Ψευδοποιμένες και ψευδαπόστολοι: Ο διάβολος, μετασχηματιζόμενος σε άγγελος φωτός, πλανά ακόμα και πιστούς και μοναχούς, που έχουν να επιδείξουν ζωή αγιότητος και θαυμαστών κατορθωμάτων!



Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου:
Ἑρμηνεία εἰς τὴν Β΄ Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή

Ἀναλύοντας ὁ ἅγιος Νικόδημος τὴν πρὸς Δευτέρα πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου, μᾶς ἐπισημαίνει μερικὰ σημαντικὰ πράγματα.
Στὴν πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή, λοιπόν, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιὰ κάποιους Χριστιανούς,οἱ ὁποῖοι "κήρυτταν Χριστό", ἀστοχοῦσαν δέ, ὄχι σὲ ὕψιστα Δογματικά-ἐκκλησιολογικὰ θέματα Πίστεως, ἀλλὰ σὲ κατώτερα θέματα. Κι ὅμως, τοὺς ὀνομάζει"ψευδαποστόλους"!
Τοῦτο παρατηρεῖται καὶ στὴν ἐποχή μας, ποὺ ὁ δηλητηριώδης "ἰὸς" τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μᾶς ἔχει μολύνει, ἄλλον περισσότερο καὶ ἄλλον ὀλιγότερο. Καὶ ὅπως ἡ Γραφὴ μᾶς λέγει, ὁ Διάβολος στὰ ἔσχατα κυρίως χρόνια, θὰ μολύνει καὶ τοὺς ἐκλεκτούς! Διότι, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μετασχηματίζεται σὲ "ἄγγελος φωτός"! Μερικὰ τέτοια περιστατικὰ μᾶς παρουσιάζει ἐδῶ ὁ ἅγιος Νικόδημος· ἀνθρώπων θεοσεβῶν, καὶ μάλιστα μοναχῶν, τοὺς ὁποίους ὁ διάβολος προσπάθησε νὰ πλανήσει καὶ πολλοὺς ἀπ' αὐτοὺς τοὺς πλάνησε.
Καὶ ἕνας λόγος ποὺ κάποιοι πλανῶνται, εἶναι ὅτι ἐπιδεικνύουν τὶς ἀρετές τους!
Καὶ πῶς οἱ πιστοὶ θὰ καταλάβουν, ἂν κάποιος περιέπεσε σὲ πνεῦμα πλάνης; Ἀπὸ τὰ ἔργα του. Εἰδικὰ σήμερα, σὲ ἐποχὴ δράσεως τῶν μεγαλύτερων αἱρετικῶν τῆς ἱστορίας, τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ πραγματικὰ πιστοί, εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπηρετοῦν καθ' οἱονδήποτε τρόπο τὴν Παναίρεση ἢ νὰ κοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς.


Η διδασκαλία του Αγίου Νικοδήμου περί της αιρέσεως του παπσιμού



Ο Όσιος Πατήρ ημών Νικόδημος ο Αγιορείτης ο Νάξιος, ο εξαίρετος και σοφώτατος αυτός Μοναχός, ο οποίος υπήρξε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας υψηλό υπόδειγμα μοναχικής αγιότητος και κορωνίδα της μορφωτικής συμβολής και της πολυποικίλου και ευρυτάτης συγγραφικής επιδόσεως του ορθοδόξου μοναχισμού, γεννήθηκε στη νήσο Νάξο των Κυκλάδων το 1749. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικόλαος Καλλιβούρτσης.

Έχοντας εκ νεαράς ηλικίας την μεγάλη κλίση προς τον μοναχικό βίο, αφού εκπαιδεύθηκε καταλλήλως από οσίους άνδρες, κατέληξε στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή του Διονυσίου, όπου εκάρη Μοναχός και έλαβε το όνομα Νικόδημος. 

Εκεί επεδόθη στη συγγραφή παμπόλλων θαυμασίων και ψυχοφελεστάτων συγγραμμάτων. Αφού έζησε βίο θεάρεστο, εξεδήμησε εις Κύριον την 14ην Ιουλίου 1809.

Η πληθώρα των έργων, που συνέγραψε και εξέδωσε, τον κατατάσσει μεταξύ των πολυγραφωτάτων διδασκάλων της Ορθοδόξου Θεολογίας και ηθικής, όπως επίσης και της εκκλησιαστικής υμνολογίας, της αγιολογίας και του κανονικού δικαίου.

Τα πολυπληθή έργα του συνετέλεσαν και συντελούν πάντοτε σε ψυχική ωφέλεια, σε ηθική τόνωση και σε πνευματική μεταρσίωση˙ σε κατάνυξη προς μίμηση Χριστού και προς επιστροφή και μετάνοια˙ σε πνευματική άσκηση για τελειοποίηση˙ σε πραγματικά πνευματικά γυμνάσματα, ώστε να ακολουθήσουμε τον δρόμο της πνευματικής δράσεως προς άνοδο.

Τα έργα του εν συνόψει είναι τα εξής:

α) «Φιλοκαλία», β) «Ευεργετινός», γ) «Περί συνεχούς Μεταλήψεως», δ) «Αλφαβηταλφάβητος», ε) «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», στ) «Άπαντα Συμεών του Νέου Θεολόγου», ζ) «Εξομολογητάριον», η) «Αόρατος Πόλεμος», θ) «Νέον Μαρτυρολόγιον», ι) «Πνευματικά Γυμνάσματα», ια) «Νέον Εκλόγιον», ιβ)«Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά τα σωζόμενα», ιγ) «Πηδάλιον», ιδ) «Εγκώμια Επιταφίου», ιε) «Νέον Θεοτοκάριον», ιστ) «Χρηστοήθεια των Χριστιανών», ιζ) «Ευχολόγιον», ιη)«Ερμηνεία των Καθολικών Επιστολών», ιθ)«Ερμηνεία των Επιστολών του Αποστόλου Παύλου», κ) «Ερμηνεία ε[ις τούς ΡΝ΄ Ψαλμούς του προφητάνακτος Δαβίδ», κα) «Κήπος Χαρίτων», κβ) «Βίβλος Βαρσανουφίου», κγ) «Υπομνήματα Αγίων Ανδρών Αγιορειτών», κδ) «Νέος Συναξαριστής», κε) «Ομολογία της εαυτού Πίστεως», κστ) «Εορτοδρόμιον», κζ) «Νέα Κλίμαξ» κ.α.[1]

Ο Όσιος Πατήρ ημών Νικόδημος αναγνωρίσθηκε επισήμως τον Ιανουάριο του 1995 κατατασσόμενος στη χορεία των Οσίων υπό της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου, η οποία προσηκόντως εξετίμησε «την πάγκοινον αγιορειτικήν ομολογίαν περί της έργω μεμαρτυρημένης και εκ των συγγραφών αυτού βεβαιωμένης βαθείας πίστεως, πλήρους ταπεινώσεως και αξιομιμήτου βιοτής» και εντάχθηκε στο Συναξάριο των Αγίων και Οσίων ανδρών της Εκκλησίας, όπως πολλοί άλλοι νεομάρτυρες και Όσιοι.

Η Εκκλησία ανέδειξε πολλούς νέους Αγίους και για να έχουμε πλήρη επίγνωση της εννοίας, η οποία αποδίδεται στη λέξη «νέοι Άγιοι», τονίζουμε ότι μόνο χρονολογικώς κατατάσσουμε τους Αγίους σε «παλαιούς» και «νέους»˙ «παλαιοί» ονομάζονται οι Άγιοι, που μαρτύρησαν από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια μέχρι πριν την Τουρκοκρατία, (1ος - α΄μισό 15ου αιώ.) ενώ «νέοι» ονομάζονται οι Άγιοι, που μαρτύρησαν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας (β΄ μισό 15ου αιώ.) και επέκεινα. Με την έννοια, όμως, της διαβαθμίσεως η Εκκλησία διδάσκει ότι οι Άγιοι όλων των εποχών είναι ίσοι απέναντι του Θεού και κατατάσσονται στους ουρανίους χορούς των Αποστόλων ή Μαρτύρων ή Προφητών ή Ιεραρχών ή Οσίων ή Δικαίων ανάλογα με την πίστη και τη ζωή τους. 
Αλλά, επειδή κάποιοι ενίοτε δεν παραδέχονται ότι υπάρχουν άγιοι πάντοτε στον κόσμο είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε τα εξής :

Άγιοι καθίστανται όσοι ζουν Χάριτι Θεού κατά Θεόν, όσοι, δηλαδή, εν ζωή πολιτεύονται με Ορθοδοξία και Ορθοπραξία και μετά θάνατον αφθαρτίζονται, μυροβλύζουν και θαυματουργούν. Καθόλου δεν έχουν τεθεί χρονικά όρια για την εμφάνιση των Αγίων, γιατί το ίδιο το Πνεύμα το Άγιον δεν έχει όρια ως Θεός και γιατί οι Άγιοι αποτελούν τον καρπό της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος και την επιβεβαίωσή Του. Αφού το Πνεύμα το Άγιον δεν έπαυσε να υπάρχει, αλλά θα παραμένει «έως της συντελείας του αιώνος», κατ’ αντιστοιχίαν ούτε οι Άγιοι έπαυσαν να υπάρχουν, αλλά υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντοτε. Η Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική, Ορθόδοξος Εκκλησία είναι μία «μηχανή» - ας μας επιτραπεί ο όρος - παραγωγής Αγίων. Στην Ορθόδοξο Εκκλησία τους Αγίους τους αναδεικνύει ο Θεός και η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, σε αντίθεση με την αίρεση του Παπισμού, όπου εκεί τους ανακηρύττει ένας κτιστός, ατελής, υπερήφανος και αμετανόητος άνθρωπος, ο αιρετικός Πάπας[2].

Ο Όσιος Νικόδημος, ως Πατήρ της Εκκλησίας και ως κατεξοχήν φορεύς του θεολογικού πνεύματος, δεν έλεγε τίποτα δικό του, τόσο επί των δογματικών ζητημάτων όσο και επί των πνευματικών. Δεν έπρεπε και δεν μπορούσε να πει δικά του πράγματα. Του αρκούσε η οικείωση του απεράντου θεολογικού θησαυρού και η βίωση της ζωής των θείων Πατέρων. Αφού απέμαξε πολλές γνώσεις από τους Πατερικούς θησαυρούς και εναρμόνισε την αγία ζωή του με αυτή των Πατέρων, διδάχθηκε κι αυτός από το ίδιο Πνεύμα, από το οποίο διδάχθηκαν και οι Πατέρες. Έγινε διδακτός Θεού και αυθεντικός Θεολόγος, δηλαδή θεόπτης και έπασχε τα θεία. Τότε οι γνώσεις έγιναν κτήμα του και ο νους του δεν είχε περιθώρια να παράγει κάτι νέο, αφ’ ενός μεν διότι έβλεπε και κατανοούσε το ασφαλές, το έγκυρο και το αλάνθαστο της Πατερικής σοφίας, αφού αυτή αποτελεί αγιοπνευματικό καρπό, αφ’ ετέρου δε εξαιτίας της άκρας και υψοποιού ταπεινώσεώς του. Έτσι, συνετώς και ταπεινώς φρονών, καταφεύγει διαρκώς στους Πατέρες και με τον τρόπο αυτό τα έργα του αποτελούν την συμπύκνωση των προγενεστέρων Πατέρων.

Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, επικαλούμενος πάντοτε τους Πατέρες, ενώ αυτός ήταν όλος εκτός κόσμου και εντός της θεωρίας του Θεού.

Μεγίστη, επίσης, υπήρξε η συμβολή του και στην πνευματική ανόρθωση του Γένους στην κρίσιμη τότε εποχή της Τουρκοκρατίας, αφού αναδείχθηκε ο μοναδικός εκλαϊκευτής της Ορθοδόξου Θεολογίας σε όλους τους επιμέρους τομείς της˙ ασκητική, θεωρητική, μυστική, λειτουργική, ηθική, φιλολογία, υμνολογία, δογματική, Κανονικό Δίκαιο και εξομολογητική[3]. 

Δικαίως, λοιπόν, τιμάται ο Όσιος Πατήρ ημών Νικόδημος, όπως οι μεγάλοι Άγιοι της αρχαίας Εκκλησίας και αποτελεί, όπως εκείνοι, καύχημα της Ορθοδοξίας. Δείγμα της ευαρεστήσεως του Αγίου Τριαδικού Θεού προς το πρόσωπό του είναι και η αφθαρσία της Τιμίας Κάρας του, η οποία βρίσκεται αποτεθησαυρισμένη στο κελλί των Σκουρταίων στις Καρυαίς του Αγίου Όρους.

Ας μας επιτραπεί στη συνέχεια να αντλήσουμε σήμερα λίγο «ύδωρ ζων» από την αγιοπνευματική πηγή του Οσίου Νικοδήμου και να λάβουμε μία γεύση αυτής της άνωθεν κατερχομένης σοφίας, αναφερόμενοι συνοπτικά σ’ ένα πολύ επίκαιρο και καυτό θέμα ˙ «Η αίρεση του παπισμού κατά τον Όσιο Νικόδημο», δεδομένου ότι στις αποκαλυπτικές και έσχατες αυτές ημέρες, που ζούμε, η Αγία Ορθοδοξία, ακόμη κι εδώ στην αγιοτόκο και ηρωοτόκο Ορθόδοξη Ελλάδα μας, υφίσταται καίρια πλήγματα από την παναίρεση του Οικουμενισμού, ο οποίος προωθείται από Ορθοδόξους λαϊκούς θεολόγους και από Ορθοδόξους κληρικούς, ιερείς, αρχιμανδρίτες, επισκόπους, αρχιεπισκόπους και πατριάρχες, οι οποίοι κανονικά πρέπει να ονομάζονται οικουμενιστές και οι οποίοι θέλουν να υποτάξουν την Ορθοδοξία στην αίρεση του Παπισμού. Γι’ αυτό και τελευταία γίνεται πολύς λόγος για την «ένωση των Εκκλησιών» χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι τεράστιες και ανυπέρβλητες δογματικές διαφορές, αν και ο όρος αυτός είναι θεολογικά αδόκιμος, αφού η Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική, Ορθόδοξος Εκκλησία ποτέ δεν διασπάσθηκε, για να ενωθεί τώρα, αλλά οι Παπικοί και όλοι οι αιρετικοί, παραχαράττοντας την άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστη, αποσχίσθηκαν από την Ορθόδοξο Εκκλησία και τοποθέτησαν τον εαυτό τους εκτός αυτής και βεβαίως δεν αποτελούν Εκκλησίες, αλλά αιρετικές παρασυναγωγές.

Ποιά είναι, λοιπόν, η θέση του Οσίου Νικοδήμου έναντι του Παπισμού και των Λατίνων ή Φράγκων;

Ο Όσιος Νικόδημος, πρωταγωνιστής του κινήματος των Κολλυβάδων, ανανέωσε την θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά μαζί με τους άλλους Αγίους Κολλυβάδες (Άγιο Αθανάσιο Πάριο και Άγιο Μακάριο Κορίνθου) τον 180 αιώ., μόνο και μόνο για να μη περάσει ο επικινδύνως εισαγόμενος τότε δυτικός Διαφωτισμός ή μάλλον σκοταδισμός και εργάσθηκε για να αποτραπούν εξ ίσου τόσο οι εξισλαμισμοί όσο και οι εκλατινισμοί. Ο μακαριστός Αγιορείτης Γέροντας, μεγάλος θεολόγος και ομολογητής των καιρών μας, μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης στην κλασική και μοναδική για την πληρότητά της μονογραφία «Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης˙ ο βίος και τα έργα του», γράφει σχετικώς: «Ο Άγιος Πατήρ γινώσκων και εξ ιδίας πείρας εκ της κατ’ ανάγκην αναστροφής του εν Νάξω, ποίον κίνδυνον διέτρεχον οι Ορθόδοξοι εκ του προσυλητισμού των, γράφει ταύτα : ‘...οι Ορθόδοξοι εκείνοι όπου συναναστρέφονται με τους Λατίνους και ακούουν τας ψευδολογίας των και τα άλλα απατηλά τους λόγια, δύνανται να ωφεληθούν μεγάλως εις αυτήν την πίστιν και την ευσέβειαν, το κεφάλαιον των καλών, από τον ενταύθα βίον του θείου Μελετίου του Ομολογητού, διατί θέλουν καταλάβει εξ αυτού, πόσον μισητή και βλάσφημος είναι η τούτων αίρεσις, ώστε οπού ο ίδιος ο Θεός έδειξεν εις έλεγχον αυτών και κατηγορίαν μεγάλα και αναντίρρητα θαύματα, τα οποία ο φιλευσεβής αναγνώστης πρέπει να αναγινώσκη, διά να γνωρίζη το φως της ιδικής μας Ορθοδοξίας και το σκότος της εκείνων κακοδόξου αιρέσεως...»[4].

Σε άλλο σημείο παραθέτει ο μακαριστός μοναχός Θεόκλητος γράμμα του Οσίου Νικοδήμου προς τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, που εφησύχαζε τότε στην Ι. Μ. Ιβήρων, σχετικά με την επιθυμία Λατίνου μοναχού να γίνει Ορθόδοξος, το οποίο έχει ως εξής : «Παναγιώτατε, Θειότατε και προσκυνητέ μου Αυθέντα και Δέσποτα και Οικουμενικέ Πατριάρχα. Ο του παρόντος διακομιστής, καταγόμενος εκ της Ουγγαρίας και βαπτισμένος ή μάλλον ειπείν, καταβαπτισμένος ων και μεμολυσμένος τω των Λατίνων μολύσματι, προσέρχεται δι’ εμού τη Παναγία Υμών Κορυφή, ζητών θερμώς, όπως βαπτισθή τω της καθ’ ημάς Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας ορθοδόξω βαπτίσματι. Παρακαλούμεν ουν αυτός και εγώ την χριστομίμητον και αποστολικήν καρδίαν υμών, ίνα διά διστίχου σας επιταγής αποστείλητε τον ρηθέντα αμόναχον και αμύητον μοναχόν, προς τον τη του Παντοκράτορος Μονή Βλάχον Παπα-Γρηγόριον τον πνευματικόν, ίνα εκείνος ως ομογενής και ομόγλωσσος μυήση και αναγεννήση αυτόν διά του καθ’ ημάς βαπτίσματος, όπως και αυτός και εγώ εκτενέστερον δεώμεθα του Θεού, ίνα μετά των άλλων σωτηριωδών καταθυμίων και πλοός αισίου απολαύση και προς τον Οικουμενικόν Αυτής θρόνον κατευοδωθείη και δράση του αγαθού μιμήματα εις κοινήν παντός του χριστεπωνύμου λαού ωφέλειαν. Ης και τας ευχάς εξαιτούμενος, μένω κηρυττόμενος. Ελάχιστος υμών δούλος, Νικόδημος»[5].

Βλέπουμε, λοιπόν, πώς αντιμετωπίζει ο Όσιος Νικόδημος «την μισητήν και βλάσφημον αίρεσιν των Λατίνων» και πώς αποκαλεί το βάπτισμα των Λατίνων μόλυσμα και μεμολυσμένους όσοι βαπτίσθηκαν μ’αυτό;

Για να μην υπάρχει πάντως καμμία αμφιβολία για το τί πίστευε ο Όσιος Νικόδημος για τους Λατίνους και για το βάπτισμά τους, μεταφέρουμε εδώ όσα σχετικά λέγει στο Πηδάλιο: «Όλη τούτη η θεωρία, όπου έως τώρα εκάμαμεν εδώ, δεν είναι περιττή, μάλιστα είναι αναγκαιοτάτη, απλώς μεν διά κάθε καιρόν, μάλιστα δε την σήμερον διά την μεγάλην λογοτριβήν και αμφισβήτησιν, όπου γίνεται διά το των Λατίνων βάπτισμα, όχι μοναχά αναμεταξύ ημών και των Λατίνων, αλλά και μεταξύ ημών και των Λατινοφρόνων. Λοιπόν, ακολουθούντες εις τα ειρημένα, επειδή ο τύπος του αποστολικού κανόνος το απαιτεί, λέγομεν ότι το των Λατίνων βάπτισμα είναι ψευδώνυμον βάπτισμα και διά τούτο, ούτε κατά τον λόγον της ακριβείας είναι δεκτόν, ούτε κατά τον λόγον της οικονομίας. Δεν είναι δεκτόν κατά τον λόγον της ακριβείας, α΄ διατί είναι αιρετικοί. Ότι δε οι Λατίνοι είναι αιρετικοί, δεν είναι καμμία χρεία επί του παρόντος να κάμωμεν καμμίαν απόδειξιν. Αυτό γάρ τούτο, όπου τόσον μίσος και τόσην αποστροφήν έχομεν ήδη τόσους αιώνας προς αυτούς είναι μία φανερά απόδειξις, ότι ως αιρετικούς τους βδελυττόμεθα, ότι λογής δηλαδή και τους Αρειανούς, ή Σαβελλιανούς, ή πνευματομάχους Μακεδονιανούς... β΄ οι Λατίνοι είναι αβάπτιστοι, διατί δεν φυλάττουσι τας τρεις καταδύσεις εις τον βαπτιζόμενον, καθώς άνωθεν η Ορθόδοξος Εκκλησία παρά των Αγίων Αποστόλων παρέλαβεν». 

Από αυτήν την τοποθέτηση προκύπτει ότι στην Ορθόδοξη Παράδοση τους αιρετικούς δεν τους τιμούμε και ότι ο πάπας και οι Λατίνοι είναι αβάπτιστοι και επομένως όχι μόνο κάποια εκκλησία δεν εκπροσωπούν, αλλά πρέπει να τους βάλλουμε στην τάξη των κατηχουμένων. Άρα χωρίς βάπτισμα ούτε Ιερωσύνη μπορούν να έχουν, ούτε αποστολική διαδοχή και ούτε να αποτελούν «αδελφή εκκλησία», όπως προσπαθούν να μας παραπλανήσουν μερικοί μεγαλόσχημοι οικουμενιστές.

Επισφραγιστική των ανωτέρω είναι και η κατωτέρω θέση του Οσίου Νικοδήμου, με την οποία αποσαφηνίζει τη στάση των ορθοδόξων έναντι των παπικών, όπως την βρίσκουμε στο «Εορτοδρόμιον», όπου ο Όσιος ερμηνεύει τον ιαμβικό κανόνα της Πεντηκοστής: «Τα κακόδοξα φρονήματα και τα παράνομα έθη των Λατίνων και των άλλων αιρετικών πρέπει να μισώμεν και να αποστρεφόμεθα˙ ει τι δε ευρίσκεται εν αυτοίς ορθώς έχον και υπό των Κανόνων των Ιερών Συνόδων βεβαιούμενον, τούτο δεν πρέπει να μισώμεν»[6]. 

Επίσης, βασικές και πάγιες θέσεις του Οσίου Νικοδήμου περί της αιρέσεως του Παπισμού είναι και οι εξής : Η ιερωσύνη τους λογίζεται ως μιαροσύνη και τα μυστήριά τους είναι κοινά και άμοιρα αγιαστικής Χάριτος, άρα άκυρα. Η προσθήκη της αιρέσεως του Filioque, δηλ. η και εκ του Υιού εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος είναι παράνομη και υπό ανάθεμα, και αποτελεί το πρώτο και έσχατο των κακών και το προκαταρκτικότατο αίτιο του σχίσματος. Όσον αφορά το Πάσχα οι Λατίνοι είναι σχισματικοί, επειδή εκαινοτόμησαν το πασχάλιο και το καλαντάριο και γι’ αυτό χωρίσθηκαν από την Εκκλησία. Τα πρωτεία και πρεσβεία του Ρώμης και το ειδικό προνόμιο εξουσίας στην καθόλου Εκκλησία, δηλ. το μοναρχικό και αναμάρτητο αξίωμα, δεν στηρίζονται πουθενά, παρά μόνο σε μύθους και θρύλους, όπως το θρυλούμενο θέσπισμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τον Σίλβεστρο Ρώμης (ψευδοκωνσταντίνειες-ψευδοϊσιδώριες δωρεές.

Ο Όσιος αποκαλεί τον Πάπα Δίκερο Γίγα της Ρώμης, και μίξη άμικτη και τέρας αλλόκοτο την συγκέντρωση στο πρόσωπό του τόσο της κοσμικής όσο και της πνευματικής εξουσίας. Οι ιδιότητες του Πάπα ως εσχάτου κριτού της Εκκλησίας, ως αυθεντίας, ως μονάρχου, ως εκκλήτου όλης της οικουμένης, ως αναμαρτήτου και ως άκρου αρχιερέως είναι ψευδεπίπλαστες φαντασιοπληξίες και εδράζονται μόνο στην οφρύ και το γαυρίαμα του Πάπα. Η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου αντιβαίνει στην ίδια την πράξη του Χριστού, που ευλόγησε τον γάμο, όσο και στα λεγόμενα του Αποστόλου Παύλου και των Ιερών Κανόνων. Η κατάντια των Παπικών και του Πάπα αποδεικνύεται και από την εξωτερική τους εμφάνιση, οι οποίοι, κουρεμένοι και ξυρισμένοι, μοιάζουν με καλούς γαμπρούς με την διαφορά ότι φορούν πετραχήλι και ωμόφορο, ενώ η παπαλήθρα, δηλ. η στρογγυλοειδής κουρά των τριχών της κορυφής της κεφαλής τους, παρομοιάζεται με πορνικό στέφανο. Η κατασκευή αγαλμάτων αντίκειται στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο και η ευχή αγιασμού, που διαβάζεται στις εικόνες είναι νεωτερικής παπικής και όχι ορθοδόξου προελεύσεως. Ο δίκερως Πάπας της Ρώμης πράττει αντίχριστα, όταν τυπώνει κάτω στο πόδι του τον Ζωοποιό Σταυρό και τον δίνει στους προσερχομένους να τον ασπάζονται. 

Οι Λατίνοι τρώνε πνικτά ή θηριάλωτα ή θνησιμαία και κρέας με αίμα και το χείριστο, μόνο αίμα, ενώ οι μοναχοί τους κρεωφαγούν. Οι Παπιστές σφάλλουν, επίσης, και σε λειτουργικά θέματα, όταν λειτουργούν δύο φορές την ίδια ημέρα, όταν χρησιμοποιούν άζυμα, όταν δεν θερμαίνουν το ζέον, όταν κοινωνούν τους πιστούς τους μόνο από το Σώμα του Χριστού, αλλά και όταν ισχυρίζονται ότι τα Τίμια Δώρα μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού με τα ιδρυτικά λόγια του Χριστού και όχι με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Σφάλλουν, ακόμη, υποστηρίζοντας την ήδη γενομένη απόλαυση των αγαθών και κακών και αδίκως κατηγορούν την Ορθόδοξη Εκκλησία ότι είναι στείρα αγίων μετά το σχίσμα.

Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατεθεί ένα περιστατικό σχετικά με τους αγώνες του Οσίου κατά των αιρετικών, όπως αυτό διασώζεται στο βίο του.
Καλέστηκε κάποτε ο Όσιος από την Ιερά Κοινότητα για να συζητήσει δογματικά θέματα με παπικούς, οι οποίοι είχαν έλθει γι’ αυτόν τον σκοπό στο Άγιον Όρος. Όπως πάντοτε, όμως, ο Όσιος ήταν ρακένδυτος και φορούσε τσαρούχια. Οι παπικοί προσεβλήθησαν και διαμαρτυρήθηκαν. Αφού δόθηκαν εξηγήσεις, άρχισε η συζήτηση. Οι παπικοί, κλονισθέντες από τον πλούτο και την δύναμη των λόγων του, ρώτησαν εάν υπάρχουν κι άλλοι στον Άθω όμοιοι με τον συνομιλητή τους. Και ο Όσιος Πατήρ τούς έδωσε την εξής απάντηση : «Είναι πλήθος, κι εγώ είμαι ο τελευταίος»[7].

Τέλος, κρίνεται πολύ αναγκαίο να παρατεθεί και η γνώμη του Οσίου Νικοδήμου σχετικά με το θέμα της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων, ως αρνητική απάντηση στους υποστηρικτές αυτής. Σημειώνει, λοιπόν, ο Όσιος : «Φυλαχθείτε ακόμη, αδελφοί, και από τον λογισμό αυτόν, που βάζει σε κάποιους ο διάβολος και τους λέει ˙ εσύ είσαι αγράμματος και αμαθής και δεν καταλαβαίνεις εκείνα που λέγονται στην Εκκλησία. Και λοιπόν γιατί να πας στην Εκκλησία; Σας αποκρίνεται, αδελφοί, ένας αββάς στο «Γεροντικό» και σας λέει ότι αν και εσείς δεν καταλαβαίνετε εκείνα που λέγονται στην Εκκλησία, όμως ο διάβολος τα καταλαβαίνει και γι’ αυτό τρομάζει και φοβάται και φεύγει από σας. Αφήνω να λέω ότι και εσείς, αν και δεν καταλαβαίνετε όλα τα λόγια, που λέγονται στην Εκκλησία, αλλ’ όμως πολλά λόγια απ’ αυτά τα καταλαβαίνετε και με εκείνα ωφελείσθε. Προσθέτω δε κι αυτό, ότι αν εσείς συχνά πηγαίνετε στην Εκκλησία και ακούτε τα θεία λόγια, η συνέχεια εκείνη έχει να σας κάνει με τον καιρόν να καταλαβαίνετε εκείνα, που προηγουμένως δεν καταλαβαίνατε, όπως λέει ο Χρυσόστομος, διότι ο Θεός, βλέποντας την προθυμία σας, ανοίγει το νου σας και τον φωτίζει στο να τα καταλαβαίνει»[8]. 

Σήμερα, λοιπόν, που εορτάζουμε πανηγυρικώς την μνήμη αυτού του στύλου της Ορθοδοξίας, ας μιμηθούμε την σταθερά και ακλόνητο πίστη του Οσίου στα παραδεδομένα δόγματα της Ορθοδοξίας, ας είμαστε πλήρεις γνώστες των Ορθοδόξων δογμάτων, ασυμβίβαστοι σε κάθε νόθευση και παραχάραξή τους από τον οποιονδήποτε, έτσι ώστε, ακολουθώντας την πλούσια δογματική, λειτουργική, ασκητική, ησυχαστική, νηπτική, πατερική και ιεροκανονική θεολογία και παράδοση της Εκκλησίας μας, να έχουμε καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού, πρεσβείαις του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Πρεσβ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Νέου Φαλήρου Πειραιώς
Εν Πειραιεί 3-7-2012

[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ερμηνεία εις τας ΙΔ΄ επιστολάς του Αποστόλου Παύλου, τ. Α΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 1989, σσ. 25-26.
[2] Του ιδίου, Πνευματικά Γυμνάσματα, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/νίκη 2004, σσ. 4-5.
[3] ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ, Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης˙ ο βίος και τα έργα του, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1990, σσ. 17-19.
[4] Ό.π., σ. 234. 
[5] ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ, Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης˙ ο βίος και τα έργα του, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1990, σ. 286. 
[6] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Εορτοδρόμιον ήτοι ερμηνεία εις τους ασματικούς κανόνας των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, τ. Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 1987, σ. 220.
[7] Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου στη σειρά Βίοι Αγίων, Αθήνα 1993, σσ. 19-20.
[8] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Χρηστοήθεια των Χριστιανών˙ Λόγος ΙΒ’, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1999, σ.305.