.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

ΛΑΒΕ ΘΑΡΡΟΣ ΚΑΙ ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΝ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟΝ

Πλασθήκαμε, ἀγαπητοί μας ἀκροαταί, πλασθήκαμε διὰ τὴν χαράν, τὴν αἰωνία χαράν. Καὶ ὅμως σήμερον ἀντὶ χαρᾶς βασιλεύει εἰς τὸν κόσμον ἡ θλῖψις. Τῆς θλίψεως τὰ μαῦρα σύννεφα τὸ ἕν κατόπιν τοῦ ἄλλου συσωρεύονται ἀπειλητικὰ εἰς τὸν ὁρίζοντα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ κάθε ἄνθρωπος, εἰς οἱονδήποτε σημεῖον τῆς ὑφηλίου καὶ ἐὰν κατοικῇ, ὑποφέρει. 
Ὑποφέρει Ἀνατολὴ καὶ Δύσις, Βορρᾶς καὶ Νότος. Ὑποφέρει ἡ ἀνθρωπότης ! 
Τί καὶ ἐὰν γελοῦν καὶ διασκεδάζουν οἱ ἄνθρωποι;
Τί καὶ ἐὰν ἀνοίγουν τὰ ραδιόφωνά των διὰ νὰ ἀκούσουν μουσικὰς ἐκπομπάς, τραγούδια εὐχάριστα, χορῳδίας καὶ συναυλίας διασήμων συνθετῶν; 
Τί καὶ ἐὰν εἰς κάθε γωνίαν τῶν μεγαλοπόλεων ἔχουν ἀνοίξει ποικίλα κέντρα ψυχαγωγίας μὲ ρεκλάμες, ποὺ ὑπόσχονται νὰ δώσουν εἰς τοὺς πολυπληθεῖς πελάτες των τὴν χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη; 
Θλῖψις, θλiψις μεγάλη, τεραστίων διαστάσεων, ὁμοιάζουσα μὲ τὴν θλῖψιν ἐκείνην περὶ τῆs ὁποίας ἐπροφήτευσεν ὁ Κύριος εἰπών: «ἔσται τότε θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾿ἀρχῆς κόσμου» (Ματθ. ΚΔ΄ 21), ἐπλημμύρισε τὴν γῆν. 
Κάτω ἀπὸ τὴν φαινομενικὴν γαλήνην τῶν διεθνῶν σχέσεων μαίνεται ἡ τρικυμία. Κάτω ἀπὸ τοὺς τυπικοὺς χαιρετισμοὺς καὶ τὰς φιλοφρονήσεις, ἀπὸ τὰ πλαστὰ μειδιάματα καὶ τὰς ψευδεῖς διαχύσεις τῶν ἀνθρώπων κρύπτεται ἡ θλῖψις ἡ μεγάλη, ἀκούεται ὁ βόγγος, ὁ θρῆνος καὶ ὁ κοπετὸς τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Ἀρκεῖ νὰ εὑρεθῇ δι’ ὁλίγα λεπτὰ μόνος του ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐμέσως ἡ θλῖψις ἐνθρονίζεται εἰς τὴν καρδίαν του.
Οἱ πάντες θλιβόμεθα! Ὁμοιάζομεν μὲ ἠθοποιόν, ὁ ὁποῖος ἐνῷ ἔχει πένθος εἰς οἰκίαν του εἶνε, ἐν τούτοις ὑποχρεωμένος νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸ θέατρον καὶ νὰ παίξῃ ρόλον γελωτοποιοῦ. Γελᾷ ὁ ἄθλιος καὶ κάμνει καὶ τοὺς ἄλλους νὰ γελοῦν, ἀλλὰ μόλις κλείσῃ ἡ σκηνὴ καὶ ὁ ἠθοποιὸς ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ δῃ ἐν μέσῳ αὐτῆς τὸ φέρετρον ἀρχίζει νὰ κλαίῃ. Νὰ κλαίῃ αὐτὸς ποὺ πρὸ ὀλίγου ἐπάνω εἰς τὴν σκηνὴν ἐγέλα καὶ ἐφαίνετο ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. 
Ἀλλὰ κάτι παρόμοιον συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους. Εἰς τὸ μέγα θέατρον ποὺ λέγεται ζωὴ παίζουν ρόλον ἠθοποιοῦ. Ἄλλοι εἶνε καὶ ἄλλοι φαίνονται. Ἄς γελοῦν, ἄς διασκεδάζουν, ἄς φαίνονται ὅτι πλέουν εἰς πελάγη χαρᾶς. Αὐτὴ δὲν εἶνε ἡ πραγματικὴ εἰκὼν τῆς ψυχικῆς των καταστάσεως.
Ὄχι! 
Εἰς τὸ βάθος τοῦ ψυχικοῦ κόσμου τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων παίζεται δρᾶμα, δρᾶμα ποὺ οὔτε ὁ Σαίξπηρ μὲ τὴν δαιμονίαν τέχνην του θὰ ἠδύνατο νὰ περιγράψῃ. Διότι τίς δύναται ν’ ἀνοίξῃ τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων τοῦ 20ου αἰῶνος καὶ νὰ περιγράψῃ τὴν θύελλαν τῆς καρδίας των, τὰς παταγώδεις διαψεύσεις τῶν ἀπατηλῶν των ἐλπίδων, τὰς οἰκτρὰς ἀποτυχίας τῶν ἐγωϊστικῶν των σχεδίων, τὰς ἐγκαταλείψεις καὶ αἰσχρὰς προδοσίας τῶν φίλων των, τὰς, ἀνιάτους ἀσθενείας καὶ τοὺς τραγικοὺς θανάτους προσφιλῶν των προσώπων, τὰς βαθείας ἀπογοητεύσεις διὰ τὰ τεράστια σφάλματα τοῦ παρελθόντος, τὰς τρομερὰς ἀγωνίας διὰ τὸ ἄγνωστον μέλλον, τὰ ἀλλεπάλληλα ποτήρια πικρίας διὰ τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία βασιλεύει εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἀτόμων, τῶν κοινωνιῶν καὶ τῶν λαῶν, τὰς φροντίδας, τὰς μερίμνας καὶ ἐπὶ πᾶσι τὴν κορωνίδα τῶν θλίψεων, τὴν τύψιν τῆς συνειδήσεως διὰ τὴν παράβασιν τῶν γραπτῶν καὶ ἀγράφων Νόμων τῆς Θεότητος, τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἄλλοτε κατεπάτησεν ὁ ἄνθρωπος τόσον ὅσον σήμερον; 
Αὐτὰ τὰ είδη τῆς θλίψεως ἀποτελοῦν μαῦρον κομβολόγιον, τὴν βαρεῖαν ἅλυσιν ποὺ σύρει ὡς δοῦλος τῶν κατέργων ὁ ἄνθρωπος ὁπουδήποτε καὶ ἄν μεταβῇ. Καὶ πονεῖ ὁ ἄνθρωπος. Καὶ ὑποφέρει. Καὶ ἀναστενάζει καὶ οὐδαμοῦ τῆς γῆς δύναται νὰ εὕρῃ τὴν λύτρωσιν, τὴν ἀνάπαυσιν.

Ἀλλ’ ὦ ἄνθρωποι, λάβετε θάρρος! Ἐν μέσῳ τῶν μυρίων φροντίδων σας, τῶν μυρίων θλίψεών σας, τῶν μυρίων ἐγκλημάτων σας καὶ τιμωριῶν σας ἀκούεται κάποια φωνή! Ὤ! 
Ἡ φωνὴ αὐτή. Ἀπευθύνεται πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ἐσὲ καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὸν κόσμον. 
Τίνος εἶνε ἡ φωνή; 
Εἶνε ἡ στοργικὴ φωνὴ ΕΝΟΣ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀγαπᾷ περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι ἡμεῖς οἱ ίδιοι ἀγαπῶμεν τὸν ἑαυτόν μας. Ἐάν, φίλοι ἀκροαταί, σᾶς ἔλεγα ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ ἀκούσετε ἀπὸ τὸ ράδιον τὴν φωνὴν τοῦ πλέον ἀγαπητοῦ σας προσώπου ποὺ ἔχετε ἐδῶ εἰς τὸν κόσμον, ἀσφαλῶς θὰ ἐδίδετε ἐξαιρετικὴν προσοχήν, θὰ ἐντείνατε τὴν ἀκοήν σας, θὰ ἠθέλατε νὰ ἐξαφανισθοῦν ὅλα τὰ τυχὸν παράσιτα ποὺ παρεμποδίζουν τὴν εὐκρινῆ μετάδοσιν τῆς φωνῆς τοῦ ἀγαπητοῦ σας προσώπου! 
Καὶ τώρα, πῶς φίλοι μου θὰ ἀδιαφορήσετε νὰ ἀκούσετε τὴν φωνὴν Ἐκείνου, ὅστις σᾶς ἀγαπᾷ ἀπείρως περισσότερον ἀπὸ τὴν μητέρα σας; 
Ἀπομακρύνατε ἀπὸ τὸν ψυχικόν σας κόσμον τὰ παράσιτα, τὰς σκέψεις δηλαδὴ τῆς ἀμφιβολίας καὶ τῆς ἀπιστίας, καὶ τότε θὰ φθάσῃ μέχρι τῶν μυχίων τῆς καρδίας σας, μέχρι τῶν ὤτων τῆς μυστικῆς σας ἀκοῆς, εὐκρινῶς ἡ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γλυκυτάτη φωνὴ τοῦ Λυτρωτοῦ. Καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ λέγει:

«ΔΕΥΤΕ ΠΡΟΣ ΜΕ ΠΑΝΤΕΣ 
ΟΙ ΚΟΠΙΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΕΦΟΡΤΙΣΜΕΝΟΙ, 
ΚΑΓΩ ΑΝΑΠΑΥΣΩ ΥΜΑΣ»

Αὐτὴ εἶνε ἡ ἐπίσημος πρόσκλησις, πρόσκλησις ἡ ὁποία περικλείει τὴν πολύτιμον ὑπόσχεσιν πρὸς πάντα ἄνθρωπον, εἰς οἱονδήποτε τόπον καὶ χρόνον καὶ ἐὰν ζῇ. Ἄνθρωπε ―λέγει ἡ φωνὴ τοῦ Λυτρωτοῦ― ὅσον καὶ ἐὰν ὑποφέρῃς, ὅσαδήποτε καὶ ἐὰν εἶνε τὰ βάρη σου, κάτω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀναστενάζει, ἐγὼ ἔχω τὴν δύναμιν νὰ σ’ ἀπαλλάξω, νὰ θραύσω ὅλα τὰ δεσμά σου, καὶ ἐνῷ τώρα βαρὺς ὡς σφαῖρα μολύβδου φέρεσαι πρὸς τὸν πυθμένα τοῦ ὀλέθρου, ἐγὼ θὰ σοῦ δώσω πτερά, θὰ γίνῃς ἐλαφρότερος ἀετοῦ, θὰ πετάξῃς πρὸς τὰ ἄνω, θὰ διαγράψῃς φωτεινοὺς κύκλους… Ταῦτα πάντα, τέκνον μου, θὰ ἔχῃς εἰς τὴν ζωήν σου, ἀρκεῖ νὰ εἰπῃς μὲ ὅλην τὴν καρδίαν σου:
«Κύριε Σὲ πιστεύω! 
Ὁ κόσμος μὲ ἠπάτησε οἰκτρά. Τώρα ἀκούω τὴν φωνήν Σου καὶ ἔρχομαι πρὸς Σὲ διὰ ν’ ἀναπαυθῶ».

«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Ποιός θὰ μπορέση νὰ αἰσθανθῇ καὶ ἐννοήσῃ ὅλον τὸ βάθος τῶν νοημάτων ποὺ περιέχει ἡ ἀνεκτίμητος αὐτὴ πρόσκλησις τοῦ Κυρίου;…

«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Ο ΚΥΡΙΟΣ
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
Απόσπαμα ομιλίας που εκφωνήθηκε απο το Ραδιοφωνικό
Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων το 1949 και περιέχετε
στο βιβλίο «ΕΚ ΤΟΥ ΑΝΕΣΠΕΡΟΥ ΦΩΤΟΣ»