.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΙΣ



Το υπερκράτος, η υπεροικονομία, η υπερθρησκεία δεν θα υπηρετούν τον Χριστό και τον άνθρωπο, ως εικόνα του Θεού, αλλά τον αντίχριστο και όσους προσκυνήσουν τον αντίχριστο.
Πολλοί σήμερα μιλούν για παγκοσμιοποίηση. Ενώ κάποιοι ολίγοι την σχεδιάζουν και την προετοιμάζουν. Παγκοσμιοποίηση στην οικονομία, στην δημιουργία ενός υπερκράτους, στην θρησκεία.
Η παγκοσμιοποίησις φαίνεται να είναι και ο στόχος του κινήματος της «Νέας Εποχής» που αποβλέπει στην αντικατάσταση του Χριστού από τον αντίχριστο. Η βασιλεία του αντιχρίστου, κατά τους νεοεποχίτας, θα αρχίσει με την γ΄ χιλιετία μ. Χ. Ο Ι.Χ.Θ.Υ.Σ (Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ) θα αντικατασταθεί με τον Υδροχόο (σύμβολο του αντιχρίστου).
Η παγκοσμιοποίησις δεν θα είναι εφικτή, εάν οι και θρησκείες δεν παραιτηθούν από την αξίωσή τους, ότι έχουν την απόλυτη Αλήθεια, και εάν δεν δεχθούν να προχωρήσουν σε μια υπερθρησκεία, ένα μίγμα θρησκειών.
Έτσι βλέπουμε το πρωτοφανές γεγονός Χριστιανοί, Ιουδαίοι, Μουσουλμάνοι, Βουδισταί, Ειδωλολάτραι, να συμπροσεύχονται για την ειρήνη και να προσχωρούν σε διαθρησκειακούς διαλόγους, στους οποίους υπερτονίζεται ότι (οι μονοθεϊστικές θρησκείες) έχουμε ένα κοινό Θεό.
Σ΄ αυτούς τους διαλόγους οι συμμετέχοντες χριστιανοί, και δυστυχώς και ορθόδοξοι κληρικοί και λαϊκοί, δεν ομολογούν τον Τριαδικό Θεό και τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού.
Με πολύ λύπη διαβάσαμε, ότι τελευταία στην Ρουμανία έλαβε χώρα πανθρησκειακή συγκέντρωση και προσευχή υπέρ της ειρήνης με την συμμετοχή και ορθοδόξων Πατριαρχών και Αρχιεπισκόπων. Δεν συμμετείχαν, ευτυχώς, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και αι Εκκλησίαι Ιεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας, Γεωργίας, Ελλάδος και Πολωνίας.
Σχεδιάζεται λοιπόν μια παγκοσμιοποίησις όχι μόνο χωρίς Χριστό αλλά και κατά του Χριστού.
Το υπερκράτος, η υπεροικονομία, η υπερθρησκεία δεν θα υπηρετούν τον Χριστό και τον άνθρωπο, ως εικόνα του Θεού, αλλά τον αντίχριστο και όσους προσκυνήσουν τον αντίχριστο.
Σ΄ αυτήν τη παγκοσμιοποίηση οι διάφοροι θεσμοί θα αφαιρούν τις ελευθερίες των ανθρώπων προκειμένου οι άνθρωποι να γίνουν πιόνια στα χέρια των ισχυρών της γης.
Κάτι τέτοιο άρχισε να γίνεται και στην πατρίδα μας, όπου θεσμοί έξωθεν ερχόμενοι επιβάλλονται στον λαό μας. Όλοι θα ελέγχονται με παγκόσμιο φακέλωμα. Ανησυχήσαμε για τη Συνθήκη του Σένγκεν, επειδή την είδαμε σαν πρόδρομο του παγκόσμιου φακελώματος.
Το ότι οι ανησυχίες μας δεν είναι ανυπόστατες αποδεικνύει το γεγονός, ότι βάσει της Συνθήκης αυτής οι Ορθόδοξοι Βαλκάνιοι αδελφοί μας δυσκολεύονται να έλθουν στη πατρίδα μας. Λειτουργεί δηλαδή η συνθήκη και εις βάρος της Ορθοδοξίας.
Ως χριστιανοί αρνούμεθα να δεχθούμε και να συμπράξουμε σε παγκοσμιοποιήσεις τύπου «Νέας Εποχής».
Η αληθινή παγκοσμιοποίησις άρχισε με τη Σάρκωση του Θεού Λόγου, που προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και ένωσε «τα πριν διεστώτα» και ανέστησε «παγγενή τον Αδάμ». Ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινά παγκόσμιος άνθρωπος. Και τούτο διότι «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε» εν Αυτώ(Γαλ. 3,28).
Κάθε χριστιανός που ενώνεται με τον Χριστό και που ο Χριστός ζει εν αυτώ και αυτός εν τω Χριστώ, γίνεται επίσης παγκόσμιος χριστιανός. Αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους αδιακρίτως φύλου, γλώσσης, θρησκείας, εθνικότητος. Γίνεται ένας καθολικός άνθρωπος, μικρόκοσμος και συγχρόνως μακρόκοσμος, γιατί περιέχει μέσα του όχι μόνο όλη την ανθρωπότητα αλλά και όλη την κτίση.
Πώς είναι δυνατόν ένας θεωμένος χριστιανός να μην είναι ένας παγκόσμιος και καθολικός άνθρωπος ;
Τέτοιοι παγκόσμιοι άνθρωποι ήσαν οι άγιοι Απόστολοι, οι παλαιοί και νέοι Μάρτυρες, οι Ασκηταί, οι εν τω κόσμω άνθρωποι της αγάπης και της θυσίας.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι παγκόσμιος, γιατί θυσιάστηκε για όλο τον κόσμο.
Ο αντίχριστος και οι οπαδοί του σφετερίζονται τον τίτλο του παγκοσμίου. Και τούτο γιατί δεν θυσιάζονται για τους ανθρώπους, αλλά θυσιάζουν τους ανθρώπους εν ονόματι κάποιας ιδεολογίας και παγκοσμιοποιήσεως.
Κατά τους χρόνους της ελεύσεως του Κυρίου η Ρώμη είχε επιτύχει κάποια παγκοσμιοποίηση, την «Pax Romana». Όμως αυτή βασιζόταν στην διάκριση ελευθέρων και δούλων, εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων και προϋπέθετε τη λατρεία των ειδώλων και του Ρωμαίου Αυτοκράτορος, στο πρόσωπο του οποίου οι χριστιανοί έβλεπαν τον πρόδρομο του αντιχρίστου.
Μεταξύ εκείνης και της σημερινής παγκοσμιοποιήσεως υπάρχουν πολλά τα κοινά.
Όπως ψάλλει ο Εκκλησία μας κατά τον Εσπερινό των Χριστουγέννων :
«Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ πολυαρχία τῶν ἀνθρώπων ἐπαύσατο, καὶ σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς Ἁγνῆς, ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται. Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον, αἱ πόλεις γεγένηνται· καὶ εἰς μίαν Δεσποτείαν Θεότητος, τὰ Ἔθνη ἐπίστευσαν. Ἀπεγράφησαν οἱ λαοί, τῷ δόγματι τοῦ Καίσαρος, ἐπεγράφημεν οἱ πιστοί, ὀνόματι Θεότητος, σοῦ τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ ἡμῶν. Μέγα σου τὸ ἔλεος, δόξα σοι».
Κάθε χωρίς Χριστόν μοναρχία και παγκοσμιοποίησις ημπορεί να καταργεί την πολυαρχία των ανθρώπων. Αλλά την πολυθεΐα των ειδώλων, της λογής – λογής ειδωλοποιήσεις ψευδών θεών και ιδεολογιών, μόνον ο ενανθρωπήσας εκ της Αγνής Χριστός καταργεί.
Απεγράφησαν τότε οι λαοί «τω δόγματι του Καίσαρος» και απογράφονται σήμερα στις διάφορες κρατικές και υπερκρατικές εξουσίες.
Όμως οι χριστιανοί δεν αρκούνται σ΄ αυτήν την απογραφή. Γιατί είναι ανθρωποκεντρική που κάποτε γίνεται και δαιμονική.
Ζητούν να απογραφούν και επιγραφούν στο όνομα του Θεανθρώπου Χριστού. Ζητούμε παγκοσμιοποίηση θεανθρώπινη, παγκοσμιοποίηση στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.
Εκεί είναι η ελπίδα μας και γι΄ αυτήν ο αγώνας μας.
Ως χριστιανοί δεν προσκυνούμε υπερανθρώπους, ιδεολογίες, είδωλα, ψευδοσωτήρες.
Προσκυνούμε μόνον τον εν Βηθλεέμ τεχθέντα Κύριον Ιησούν Χριστόν. Τον ταπεινόν Ιησούν. Αυτόν που μας ελύτρωσε με τον Σταυρόν και την Ανάστασή Του. Και τον ικετεύουμε να δώσει πλουσία την Χάρι Του στο λαό Του, και σε μας να μη παρασυρθούμε από τους ψευδοπροφήτες, αλλά να μείνουμε πιστοί στο όνομά Του άχρι θανάτου.

Χριστούγεννα 1998

ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ Ι. Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, 
π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΨΑΝΗ

«ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ», τευχ. 3, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1998, σσ. 5-6.

Ποια είναι η μόνη λύση στο αδιέξοδό μας;



Διανύουμε μία ἰδιαίτερα δύσκολη περίοδο. Πολλοί ἀνησυχοῦν γιά τήν οἰκονομική ὕφεση καί κρίσι. Θεωροῦμε ὅμως ὅτι πιό ἀνησυχητική εἶναι ἡ πνευματική κρίσι καί ἡ προσπάθεια κάποιων παραγόντων νά ἀποχριστιανίσουν καί ἀποορθοδοξοποιήσουν τόν λαό μας. Ἡ Εὐρ. Ἕνωσις φαίνεται ὅτι συμβάλλει μέ τίς ὁδηγίες της πρός τήν κατεύθυνσι αὐτή. Οἱ δομές, πού προετοιμάζουν τόν ἐρχομό τῆς «Νέας Ἐποχῆς», εἶναι ἐπίσης ἐπικίνδυνες, γιατί ἀποπροσωποποιοῦν τά ἀνθρώπινα πρόσωπα καί μεταβάλλουν τήν κοινωνία σέ μάζα. Θεσμοί ὅπως τό ἠλεκτρονικό φακέλωμα, ἡ κατάργησις τοῦ θρησκεύματος ἀπό τίς ταυτότητες τῶν Ἑλλήνων, ὁ σταδιακός περιορισμός τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στά σχολεῖα, ἡ σχεδιαζόμενη ἐπαχθὴς καί ἀσφυκτική γιά τήν λειτουργία της φορολόγησις τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐνορχηστρωμένη πολεμική τῶν Μ.Μ.Ε. κατά τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συστηματική προσπάθεια νά διαλυθῆ ἡ Ὀρθόδοξος ἑλληνική οἰκογένεια, συνιστοῦν μέτρα ἀποδομήσεως τῶν ἑλληνορθόδοξων θεμελίων του Ἔθνους μας.
Προσβλέπομε στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου ὡς τήν λύση τοῦ ἀδιεξόδου μας. Ὅσο ἀπομακρυνόμεθα ἀπό τόν Χριστό, αἰχμαλωτιζόμεθα ἀπό τήν φιλαυτία, πού κατά τούς Ἁγίους Πατέρας εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν. Τά προφητικά λόγια του Ἀποστόλου Παύλου μᾶς συγκλονίζουν: «ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροί χαλεποί· ἔσονται γάρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἤ φιλόθεοι, ἔχοντες μόρφωσιν εὐσέβειας, τήν δέ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι» (Β΄ Τιμ. γ΄ 2–5).
Ὁ Κύριος, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ἀντί τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε Σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας» (Ἑβρ. ιβ΄ 2) καί ἔγινε «ὑπέρ ἡμῶν κατάρα» (Γαλ. γ΄ 13), γιά νά μᾶς ἐλευθερώση ἀπό τήν κατάρα τοῦ νόμου, δηλαδή ἀπό κάθε μορφή αὐτοδικαιώσεως, καί ἀπό τήν φιλαυτία.
Ἀτενίζομε στόν Σταυρό πάσχοντα τόν ἀναμάρτητο Κύριο καί διδασκόμεθα τήν χριστοήθεια, τήν ἀντικατάστασι τῆς φιλαυτίας ἀπό τό θυσιαστικό καί ἀγαπητικό ἦθος.
Πόσο πιό ὡραία θά ἦταν ἡ κοινωνία μας καί ἡ ζωή μας, ἐάν μέ πνεῦμα μετανοίας ἀγωνιζώμεθα κατά τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ καί τῆς φιλαυτίας;
Στό πρόσωπο τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ βλέπομε πῶς μέ τήν πίστι καί τήν μετάνοια σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Στόν ἐξ ἀριστερῶν ληστή βλέπομε τόν ἄνθρωπο, πού, λόγω τῆς ἀπιστίας του, στερεῖται τήν σωτηρία, πού προσφέρει ὁ Σταυρωθεὶς Ἰησοῦς.
Ὁ Σεβασμιώτατος πρ. Ἐρζεγοβίνης Ἀθανάσιος Γιέφτιτς, παραλληλίζει τούς δύο ληστὰς μέ δύο συγχρόνους φιλοσόφους, τόν Ντοστογιέφσκυ καί τόν Σάρτρ: «Διὰ τήν ἄρνησιν τοῦ Θεοῦ ὁ Ντοστογιέφσκυ ἤξερε ὄχι ὀλιγώτερον τοῦ Σάρτρ, ἐκεῖνα ὅμως, πού ἤξερε ὁ Ντοστογιέφσκυ ὁ Σάρτρ δέν ἤθελε νά τά γνωρίση. Εἰς τήν ἑωσφορικήν ὑπερηφάνειάν του καί τόν ἐγωκεντρισμόν του (τοῦτο λέγεται δαιμονική “φιλαυτία” κατά τούς Πατέρας) ὁ Σάρτρ δέν ἤθελε νά ἀναζητήση τήν σωτηρίαν του ὡς ἀνθρώπου εἰς τόν Θεάνθρωπον Χριστόν! Καί ἐδῶ πάλιν ἰσχύει δι’ αὐτόν ἡ προσωπική μαρτυρία καί ὁμολογία τοῦ Ντοστογιέφσκυ: Ὅσοι ἀρνοῦνται τόν Χριστόν, μέ αὐτό βεβαιώνουν μόνον ὅτι δέν τόν ἐγνώρισαν κἄν» («Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί ὁ μηδενισμός τῶν συγχρόνων ὑπαρξιστῶν», περιοδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τ. 617,σ. 208–209).
Ὁ Ἐσταυρωμένος ἀναμένει πάντοτε, καί μάλιστα ἐφέτος, πού περνᾶμε αὐτήν τήν πνευματική κρίσι καί τήν λαίλαπα τοῦ ἀθεϊσμοῦ, τήν μετάνοιά μας. Ἀρχόντων καί ἀρχομένων, κλήρου, λαοῦ καί μοναχῶν.
Δέν ἐξέλιπαν βέβαια ἀπό τόν λαό μας οἱ ταπεινές ψυχές, πού μετανοοῦν, πού προσεύχονται, πού ἀγαπητικά προσφέρονται στόν συνάνθρωπο. Αὐτοί εἶναι οἱ γνήσιοι μαθηταί τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου.
Φωτίζει καί παρηγορεῖ τήν ζωή μας ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁ ἀνεξάντλητος ποταμός, πού ἀρδεύει καί ζωογονεῖ «τήν πόλιν τοῦ Θεοῦ» (πρβλ. Ψαλμ. με΄ 5), δηλ. τήν Ἐκκλησία. Ὅπως ψάλλομε:
«Ἡ ζωηφόρος Σου πλευρά, ὡς ἐξ’ Ἐδέμ πηγή ἀναβλύζουσα, τήν Ἐκκλησίαν Σου, Χριστέ, ὡς λογικόν ποτίζει Παράδεισον, ἐντεῦθεν μερίζουσα,ὡς εἰς ἀρχάς εἰς τέσσαρα Εὐαγγέλια τόν κόσμον ἀρδεύουσα, τήν κτίσιν εὐφραίνουσα καί τά Ἔθνη πιστῶς διδάσκουσα, προσκυνεῖν τήν βασιλείαν Σου».(Μακαρισμοί Μεγάλης Παρασκευῆς)
Τήν Σταύρωσι τοῦ Κυρίου καί τήν τριήμερο Ταφή Του ἀκολουθεῖ ἡ ζωηφόρος Ἀνάστασίς Του.
Ὅσο κι ἄν εἶναι σκοτεινός ὁ κόσμος μας, πού ἐσταύρωσε τόν Θεόν, σ’ αὐτόν τόν κόσμο μποροῦμε νά χαροῦμε, γιατί ὁ Σταυρωθεὶς καί Ταφεὶς Κύριος ἐνίκησε τόν θάνατο καί ἀνεστήθη τριήμερος ἐκ τῶν νεκρῶν «συναναστήσας παγγενῆ τόν Ἀδάμ» (Ἀναστάσιμος κανών, ὠδή στ΄).
«Δεῦτε λάβετε», λοιπόν, «φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν, τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν» (Ὄρθρος Πάσχα).
Τόν τελικό λόγο στόν κόσμο μας δέν ἔχει ἡ ἁμαρτία,ἡ ἀπιστία, ὁ θάνατος, ὁ διάβολος, ἀλλά ὁ νικητής ὅλων αὐτῶν, Ἰησοῦς Χριστός, ὁ «Κύριος της δόξης» (Α΄ Κοριν. β΄ 8).
Ἔτσι οἱ Χριστιανοί προσπαθοῦμε νά συσταυρωθοῦμε μέ τόν Χριστό, γιά νά συναναστηθοῦμε μαζί Του καί νά περιπατήσουμε «ἐν καινότητι ζωῆς» (Ρωμ. στ΄ 4).
Μποροῦμε νά ἔχωμε χαρά, γιατί στόν κόσμο δέν ἐνίκησε ἡ ἁμαρτία καί ἡ φιλαυτία, ἀλλά ἡ ἀγάπη τοῦ ταπεινοῦ Ἰησοῦ. Καί ἀκόμη, γιατί καί σήμερα μπορεῖ ἡ ζωή μας νά πληρωθῆ μέ τό Φῶς καί τήν Χαρά τῆς Ἁγίας Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, παρά τίς δυσκολίες καί τούς πειρασμούς, πού ἀντιμετωπίζομε. Γι’ αὐτό καί ἐμεῖς θέλομε ἡ ζωή μας νά κινῆται μεταξύ του Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεώς Του.
Μέ τήν πίστι αὐτή σᾶς χαιρετοῦμε ἐν Χριστῷ Σταυρωθέντι καί Ἀναστάντι καί ἐπαναλαμβάνομε μαζί σας τόν ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας:
«Τόν Σταυρόν Σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα, καί τήν Ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν»
(Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως).
Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!

Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης †8/6/2014

Αἱρέσεις - Οἰκουμενισμός. Οἱ διαθρησκειακὲς ἐκδηλώσεις καὶ ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας



Ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία μας δὲν αὐτοσχεδιάζουμε οὔτε ἀκολουθοῦμε τὸν λογισμό μας, ἀλλὰ «ἐπόμεθα τοῖς θείοις Πατράσιν» (Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος), ὅπως καὶ ἐκεῖνοι ἤποντο τοῖς ἁγίοις Ἀποστόλοις καὶ Προφήταις.
Θὰ πρέπη λοιπὸν καὶ στὸ θέμα τῶν διαθρησκειακῶν σχέσεων καὶ ἐκδηλώσεων νὰ ἀκολουθοῦμε τοὺς Προφήτας, τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρας. Ὅπως διδάσκει καὶ ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ Βρυέννιος: « Ἀμήχανον ἄλλως τὴν ἀλήθειαν γνῶναι ἢ θεολογίας ἅπτεσθαι μὴ τοῖς ἁγίοις ἑπόμενον».
Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν ἦταν κήρυγμα ἀνενδότου καὶ ἀνυποχωρήτου ἀγῶνος κατὰ κάθε μορφῆς ἀναμίξεως ἢ θρησκευτικοῦ συγχρωτισμοῦ μὲ τοὺς περιβάλλοντας τότε τὸν Ἰσραὴλ εἰδωλολατρικοὺς λαούς. Καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ προφήτου Ἠλία, τοῦ ὁποίου κατ᾿ αὐτὰς ἑορτάζουμε τὴν μνήμη, φθάνει νὰ μᾶς πείση γιὰ τὴν ἀλήθεια αὐτή.
Ἀνένδοτοι ἐπίσης ἦσαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὄχι μόνον κατὰ τῶν εἰδωλολατρικῶν θρησκειῶν ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ ἀρνουμένου τὸν Χριστὸν ὡς Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα καὶ μοναδικὸν Σωτῆρα τῶν ἀνθρώπων Ἰουδαϊσμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος κηρύττει: «Πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτο ἐστὶ τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καὶ ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη» (Α´ Ἰωάν. 4, 2-3).
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐπίστευαν ὡς γνωστὸν ἀκραδάντως ὅτι μόνον ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς σώζει τὸν ἄνθρωπο, ὅτι κάθε παραχώρησις πρὸς τὶς ἄλλες θρησκεῖες ἢ αἱρέσεις ἀποτελεῖ ἄρνησι καὶ προδοσία τοῦ Χριστοῦ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀκυρώνει τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Λόγῳ τῆς πίστεως αὐτῆς οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐτέλεσαν μεγάλους ἀγώνας κατὰ τῆς εἰδωλολατρίας καὶ κατὰ τῶν λεγομένων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν, τὶς ὁποῖες θεωροῦσαν ἐξίσου ἐπικίνδυνες μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ ὡς «μία κεκαλυμμένη ἀσέβεια ποὺ εὐκόλως δύναται νὰ ἀπατήση τὸν νοῦν» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης).
Ἐτέλεσαν ἐπίσης μεγάλους ἀγώνας κατὰ τῶν αἱρετικῶν παραχαράξεων τῆς ὀρθῆς Πίστεως καὶ ὑπέστησαν χάριν τῆς Ἀληθείας διωγμούς, φυλακίσεις, ἐξορίες, βασανιστήρια καὶ πικροὺς θανάτους. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μακαρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς Ὁμολογηταὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ ἰσοστάσιοι μὲ τοὺς ἁγίους Μάρτυρας, παλαιοὺς καὶ νέους.
Μελετώντας τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ποὺ ἦρθαν σὲ ἐπαφὴ καὶ συζητήσεις μὲ τοὺς Μουσουλμάνους, ὅπως ὁ ἅγιος Φώτιος καὶ ὁ μαθητής του Κωνσταντῖνος (μετέπειτα ἅγιος Κύριλλος, ἀπόστολος τῶν Σλάβων), ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἱερὸς Γεννάδιος ὁ Σχολάριος, διαπιστώνουμε ὅτι ἐνῶ ἡ μουσουλμανικὴ πλημμυρίδα ἀπειλοῦσε τὸ Βυζάντιο, οἱ θεοφόροι αὐτοὶ ἄνδρες στὶς συζητήσεις τους μὲ τοὺς μουσουλμάνους ἐτόνιζαν ὅτι ἀληθὴς Θεὸς εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός, ὅτι μόνος Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶναι ψευδοπροφήτης.
Τὶς ἀλήθειες αὐτὲς ὑπεστήριξαν γιὰ νὰ μὴν ἀθετήσουν τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ καὶ φανοῦν ἔνοχοι ἀρνήσεώς Του, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀγάπης πρὸς τοὺς μουσουλμάνους μήπως τυχὸν πιστεύσουν στὸν Χριστὸ καὶ σωθοῦν.
Στοὺς συγχρόνους διαλόγους δίδεται δυστυχῶς ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ θέμα τῆς Πίστεως εἶναι δευτερεῦον ἢ καὶ μπορεῖ τελείως νὰ παρασιωπᾶται, προκειμένου νὰ ἐπιτύχουμε πρακτικοὺς σκοπούς, ὅπως εἶναι ἡ συνεργασία γιὰ τὴν εἰρήνη ἢ τὴν οἰκολογία.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες τονίζουν ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἀληθινὴ καὶ ζῶσα πίστις, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ὁμολογῆται ὁ Τριαδικὸς Θεὸς καὶ ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. «Θρησκείαν οἶδα καὶ τῶν δαιμόνων σέβας. Ἡ δ´ εὐσέβεια, προσκύνησις τῆς Τριάδος», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (ποίημα ΛΔ´). 
Μάλιστα ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης στὴν « Ἐπιστολὴν στηρικτικήν» γράφει πρὸς τοὺς ὑποδουλωθέντας Χριστιανοὺς τὶς παραμονὲς τῆς πτώσεως τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ «πρὸ πάντων ἀναγκαιότερον φυλάσσειν αὐτοῦ καθαρὰν καὶ ἀκλινῆ τὴν ὁμολογίαν. 
Χωρὶς γὰρ τούτου τὰ πάντα εἰσὶ νεκρά... Οὕτω χωρὶς τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως οὐδὲν ὄφελος ἔσται...» καὶ «ὃ δοκεῖ ἐνεργεῖν (χωρὶς τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ) τοῦ πονηροῦ ἐστι ἐξαπάτη καὶ τῆς πλάνης ὑπάρχει καρπός». Καὶ ἀκόμη «οὐδὲ ἀγαθὰ εἰσὶν ἃ δοκεῖ ποιεῖν ὁ ἄπιστος ἀγαθά, πονηρία δὲ μᾶλλον καὶ εἰς Θεοῦ παραλύπησιν» (Ἅγ. Συμεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Ἔργα Θεολογικά, Ἀνάλεκτα Βλατάδων, 1981, σελ. 113).
Ἡ πίστις καὶ ὁμολογία τῶν ἁγίων Πατέρων περὶ τῆς μοναδικότητος τῆς σωτηρίας διὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἑνὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀπηχεῖ τὴν διδασκαλία τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου: « Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ» (Ἰω. ιδ´, 6) καὶ «ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ σκορπίζει» (Λουκ. ια´, 23).
Θὰ πρέπη νὰ ληφθῆ σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψιν ποιοὶ καὶ γιὰ ποιοὺς λόγους προωθοῦν τὶς πανθρησκειακὲς ἐκδηλώσεις:
α) Ἡ Ὑπερδύναμις ποὺ στοχεύει στὴν κατάκτησι τοῦ κόσμου καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ κρατᾶ τοὺς λαοὺς ὑποτεταγμένους καὶ χωρὶς θρησκευτικοὺς καὶ ἄλλους ἀνταγωνισμούς.
β) Τὸ Βατικανὸ ποὺ δι᾿ αὐτῶν προβάλλει τὸν Πάπα ὡς κορυφὴ ὄχι μόνον ὅλων τῶν Χριστιανῶν ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν. Αὐτὸ φάνηκε καὶ στὴν τελευταία ἐκδήλωσι τῆς Ἀσσίζης.
γ) Ἡ Νέα Ἐποχὴ ποὺ στοχεύει στὴν πανθρησκεία καὶ στὴν παγκοσμιοποίησι.
Στὴν προώθησι πανθρησκειακῶν ἐκδηλώσεων συντελεῖ καὶ ὁ πλουραλισμὸς ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ἐκκοσμικευμένο σύγχρονο ἄνθρωπο. Ὁ πλουραλισμὸς ἀπαγορεύει σὲ κάθε πίστι νὰ διεκδικήση τὸ πλήρωμα τῆς Ἀληθείας καὶ νὰ ἰσχυρισθῆ ὅτι εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς σωτηρίας. Σωστὰ παρατηρήθηκε ὅτι μόνο γιὰ τὴ δική του ἰδεολογία δὲν ἐπιτρέπει ὁ πλουραλισμὸς κάποια ἀμφισβήτησι ἢ σχετικοποίησι.
Τὸ πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ ἐξέφραζε ὁ Πρόεδρος τῶν Η.Π.Α. Ἀϊζενχάουερ: «εἶναι χρήσιμο νὰ πιστεύης σὲ κάποια θρησκεία, δὲν ἔχει σημασία σὲ ποιὰ θρησκεία».
Ἡ πρόκλησις γιὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες νὰ ἀποδείξουν τὸν Χριστιανισμὸ χρήσιμο καὶ ἀποτελεσματικὸ γιὰ τὸν ἐκκοσμικευμένο σύγχρονο ἄνθρωπο εἶναι προφανής. Ἔτσι κινδυνεύουμε νὰ συμβιβασθοῦμε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου καὶ νὰ θυσιάσουμε τὴν πιστότητά μας πρὸς τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν ἁγία πατερική μας παράδοσι, ὁπότε καὶ ὁ κατήφορός μας θὰ εἶναι συνεχής.
Αὐτὸ ἔπαθαν οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ προτεστάντες.
Ὁ εὐσεβὴς ἀλλὰ δοκιμασμένος λαός μας ἔχει ἀνάγκη νὰ τὸν στηρίξουμε στὴν πατροπαράδοτο εὐσέβεια. Πολλὰ γύρω του τὸν ἐπηρεάζουν ἀρνητικά. Οἱ Χριστιανοί μας κινδυνεύουν ἀπὸ τὸ διαδιδόμενο γενικότερα συγκρητιστικὸ πνεῦμα. 
Ἂς μὴν τοὺς προκαλοῦμε σύγχυσι καὶ ἂς μὴ συντελοῦμε στὴν ἄμβλυνσι τῆς δογματικῆς τους εὐαισθησίας μὲ τὶς διαθρησκειακὲς ἐκδηλώσεις, ἀλλὰ ἂς τοὺς βοηθήσουμε νὰ πιστεύουν ἀκράδαντα ὅτι: «Οὗτος (ὁ Χριστός) ἐστὶν ὁ λίθος ὁ ἐξουθενωθεὶς ὑφ᾿ ὑμῶν τῶν οἰκοδομούντων (τῶν ἀρχόντων τοῦ Ἰσραήλ) ὁ γενόμενος εἰς κεφαλὴν γωνίας καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομα ἐστὶν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις, ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ´, 12).
Ἀντὶ ἐπιλόγου καὶ συμπεράσματος θὰ παραθέσω τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζουν κάθε Ὀρθόδοξο Ποιμένα: «Τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, ἧς ἤκουσα παρὰ τῶν θείων λογίων, ἣν ἐδιδάχθην παρὰ τῶν ἁγίων πατέρων, ἣν ἐδίδαξα κατὰ πάντα καιρὸν ὁμοίως, οὐ συμμορφούμενος τοῖς καιροῖς, καὶ διδάσκων οὐ παύσομαι, μεθ᾿ ἧς ἐγεννήθην καὶ ᾗ συναπέρχομαι» (Λόγος ΛΓ´, Πρὸς Ἀρειανοὺς καὶ εἰς ἑαυτόν).

Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης †8/6/2014
Περιοδικὸ «Παρακαταθήκη», τ.28

Να μένουμε στην Πίστη των Αγίων Πατέρων



Ἡμεῖς οἱ εὐτελεῖς δέν εἴμεθα ἁγιώτεροι οὔτε ἐξυπνότεροι ἀπό τούς μεγάλους Πατέρες μας, τόν Ἅγιον Φώτιον, Τόν Ἅγιον Γρηγόριον τόν Παλαμᾶν, τόν Ἅγιον Κοσμᾶν τόν Αἰτωλόν, τόν Ἅγιον Νικόδημον τόν Ἁγιορείτην, διά νά ἀλλάξωμεν τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας καί νά ὁμολογήσωμεν ἑτέραν πίστιν, συμβιβάζοντες τά ἀσυμβίβαστα.
Ποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς, διά νά ἀντικαταστήσωμεν τά αἰώνια κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας, μέ τά ἰδικά μας κριτήρια; Μήπως ἔχομεν τήν ἁγιότητα ἤ τήν σοφίαν ἤ τήν ἄσκησιν ἤ τό μαρτύριον τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, μαρτύρων, ὁμολογητῶν τῆς πίστεως μας, ὥστε νά ἔχωμεν το δικαίωμα νά κρίνωμεν διαφορετικά ἀπό αὐτούς;
Ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Λόσκι: "Τό γεγονός ὅτι οἱ πνευματικοί ἀγῶνες τοῦ παρελθόντος φαίνεται νά μήν ἐκτιμῶνται ἐνίοτε ἤ ἀκόμη, νά ἀναπτύσσωνται μέ κάποιαν περιφρόνησιν ὐπό ὡρισμένων συγχρόνων ὀρθοδόξων θεολόγων, τοῦτο δέν προσάγει εὐνοϊκήν μαρτυρίαν περί τῆς δογματικῆς αὐτῶν συνειδήσεως καί τῆς αἰσθήσεως τῆς ζώσης παραδόσεως εἰς τούς θεολόγους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νά ἀρνηθοῦν τούς πατέρας των".

Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ 
Ἐκδόσεις: "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Κυριακή Προσευχή



Ἡ ἁγία Ὀρθόδοξος πίστις μας δὲν εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἰδεολογίες ἢ τὶς φιλοσοφίες ἢ ἀκόμη καὶ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ὁ Θεὸς τὸν Ὀρθοδόξων δὲν εἶναι ὁ θεὸς τῶν φιλοσόφων, δηλαδὴ μία ἰδέα ἢ μία ὑψίστη ἀπρόσωπη ἀρχὴ ἢ μία θρησκευτικὴ ἀξία, στὴν ὁποία ἀναγόμαστε ἀρχίζοντας ἀπὸ τὶς κατώτερες ἀξίες.
Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε σὲ Θεὸ προσωπικό, τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸς ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό Του σὲ ἐμᾶς διὰ τοῦ δευτέρου προσώπου Του, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σαρκώνεται, κηρύσσει τὸ Εὐαγγέλιο, θαυματουργεῖ, σταυρώνεται, ἀνίσταται ἐκ τῶν νεκρῶν, ἀναλαμβάνεται στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀποστέλλει τὸν Παράκλητο, γιὰ νὰ μᾶς ἑνώση μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ νὰ ἀποκαταστήση τὴν διαταραχθεῖσα σχέσι μαζί Του. Νὰ μᾶς φέρη σὲ προσωπικὴ συνάντησι, κοινωνία, καὶ ἕνωσι μὲ τὸν Θεό.
Ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι προσωπικός, δὲν μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε ἔξω ἀπὸ τὴν ἀγαπητικὴ μαζί Του σχέσι ποὺ καλλιεργεῖ ἡ προσευχή. Ἂν ὁ Θεὸς ἦταν ἰδέα, θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν γνωρίσουμε μὲ λογικὲς ἀποδείξεις. Προσεύχου καὶ ἀγάπα τὸν Θεὸ γιὰ νὰ τὸν γνωρίσης, μποροῦμε νὰ ποῦμε σὲ κάποιον ποὺ ψάχνει γιὰ τὸν Θεό.

Διά τῆς προσευχῆς ὁ ἀπρόσιτος Θεὸς γίνεται σὲ μᾶς προσιτός. Ὁ ἄγνωστος Θεὸς γίνεται γνωστός. Ὁ ξένος Θεὸς γίνεται οἰκεῖος καὶ φίλος.
Αὐτὸν τὸν δρόμο μᾶς ὑπέδειξε ὁ θεάνθρωπος Κύριός μας. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς προσευχόταν συχνὰ“ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ”.
Μᾶς δίδαξε ἀκόμη ὅτι πρέπει νὰ προσευχώμεθα μὲ ταπείνωσι, ἀμνησικακία, ὑπομονή. Μᾶς ἄφησε δὲ καὶ τύπον, ὑπόδειγμα προσευχῆς τὴν γνωστὴ σὲ ὅλους τους χριστιανοὺς “Κυριακὴ Προσευχή”, τὸ “Πάτερ ἡμῶν”.
Ἡ ἀξία τῆς προσευχὴ αὐτῆς εἶναι ἀνθρωπίνως ἀνεκτίμητος:
Πρῶτον, διότι εἶναι θεοπαράδοτος.
Δεύτερον, διότι μὲ αὐτὴν προσευχήθηκαν καὶ ἁγιάστηκαν ἡ Παναγία μας, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ ὅσιοι Πατέρες, οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ ὅλων τῶν αἰώνων.
Τρίτον, διότι συνοψίζει ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὅλα τὰ δόγματα τῆς Πίστεώς μας.
Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο: “Ἡ προσευχὴ αὐτὴ περιέχει αἴτηση ὅλων ὅσα προξένησε μὲ τὴν κένωσή Του κατὰ τὴν σάρκωση ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ διδάσκει νὰ ἐπιδιώκουμε ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μόνον ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας, μέσω τῆς φυσικῆς μεσιτείας τοῦ Υἱοῦ, χορηγεῖ ἀληθινὰ μὲ τὸ “Ἅγιο Πνεῦμα”. Εἶναι δὲ τὰ δῶρα αὐτὰ ἑπτά: “Θεολογία, υἱοθεσία διὰ τῆς Χάριτος, ἰσοτιμία πρὸς τοὺς ἀγγέλους, μετοχὴ στὴν αἰώνιο ζωή, ἀποκατάστασις τῆς φύσεως ποὺ στρέφεται ἀπαθῶς στὸν ἑαυτό της, κατάλυσις τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, καὶ κατάργησις τῆς τυραννίας τοῦ πονηροῦ ποὺ κυριάρχησε πάνω μας μὲ ἀπάτη”1. Εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Στὶς ἀκολουθίες τοῦ ἡμερονυκτίου ἀπαγγέλλεται 16 φορές, κατὰ δὲ τὴν Μέγ. Τεσσαρακοστὴ 22 φορές.
Εἶναι ἀκόμη τρόπον τινὰ καὶ μία σύνοψις τῆς Θείας Λειτουργίας.
Ἄς ἐντρυφήσωμε στὰ θεία καὶ σωτήρια νοήματά της, μὲ χειραγωγοὺς τοὺς ἁγίους Πατέρας μας, ὥστε νὰ τὴν προσευχώμεθα μὲ περισσότερο πόθο καὶ ἐπίγνωσι.
Πάτερ
Ἡ Κυριακὴ προσευχὴ ἀρχίζει μὲ αὐτὴ τὴν ἐπίκλησι. Μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος νὰ ὀνομάζουμε τὸν Θεὸ Πατέρα.
Πατέρα, γιατί εἶναι ὁ δημιουργὸς καὶ πλάστης μας. Ὁ χορηγός τοῦ εἶναι, τῆς ζωῆς.
Πατέρα, γιατί γιὰ μᾶς τούς χριστιανοὺς εἶναι καὶ ὁ χορηγός του εὖ εἶναι, τῆς υἱοθεσίας, τὴν ὁποία μᾶς ἐχάρισε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πρὸ Χριστοῦ, λόγω τῆς ἀποστασίας μας ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα μας, εἴμεθα ὄχι μόνο χωρισμένοι ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἐχθροί Του. Ὁ κατὰ φύσιν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατρὸς μὲ τὴν ἐνανθρώπησί του καὶ τὸν σταυρικό Του θάνατο μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν Θεὸ-Πατέρα καὶ μᾶς ἔκανε κατὰ χάριν παιδιά Του. Τὴν χάρι τῆς υἱοθεσίας ἐλάβαμε μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ἔτσι ἐγίναμε καὶ ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ὁ «πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς».
Εἶναι λοιπὸν Πατέρας, γιατί μᾶς δίδει τὴν ζωὴ· καὶ ὄχι μόνο τὴν ζωή, ἀλλὰ ἐν Χριστῷ τὴν ζωή Του.
Καὶ ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: “Ὁ γὰρ Πατέρα εἰπών τὸν Θεόν, καὶ ἁμαρτημάτων ἄφεσιν καὶ κολάσεως ἀναίρεσιν καὶ υἱοθεσίαν καὶ κληρονομίαν καὶ ἀδελφότητα τὴν πρὸς τὸν Μονογενῆ καὶ Πνεύματος χορηγίαν, διὰ τῆς μίας ταύτης ὡμολόγησε προσηγορίας”2. Προσφωνοῦντες τὸν πανάγιον Θεὸν καὶ παντοδύναμον Δημιουργόν τοῦ παντὸς “Πατέρα”, ὁμολογοῦμε ὅσα ἔκανε γιὰ μᾶς τὰ ἀνάξια παιδιά Του, καὶ μάλιστα διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἔτσι ἡ ἐπίκλησις “Πάτερ” μᾶς ἀνάγει στὸ τριαδικό τοῦ Θεοῦ.
Γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: “Πρεπόντως ὁ Κύριος διδάσκει ἀμέσως ν’ ἀρχίσουν (οἱ προσευχόμενοι) ἀπὸ τὴν θεολογία· ἐπίσης εἰσάγει τὰ ὄντα, Αὐτὸς ποὺ εἶναι κατὰ τὴν οὐσία αἴτιος τῶν ὄντων. Γιατί τὰ λόγια τῆς προσευχῆς περιέχουν φανέρωση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατέρα, καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Πατέρα, γιὰ νὰ μάθομε εὐθὺς ἐξαρχῆς νὰ σεβόμαστε τὴν ἐν Μονάδι Τριάδα καὶ νὰ τὴν προσκυνοῦμε. Ἐπειδὴ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα, μὲ οὐσιώδη ὑπόσταση, εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός. Καὶ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα, μὲ οὐσιώδη ὑπόσταση, εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα”3.
Ἡ ἄπειρη ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία Του μᾶς ἐπιτρέπει καὶ προτρέπει νὰ τὸν ὀνομάζουμε πατέρα μας.
Ἰλιγγιᾶ ὁ νοῦς τοῦ εὐσεβοῦς ἀνθρώπου.
«Ποιὸς θὰ μοῦ δώσει πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς κατὰ τὸ ψαλμικό, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ ὑψωθῶ ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ αἰσθητά, τὰ ἀλλοιούμενα καὶ μεταβαλλόμενα, στὸν Ἀμετάβλητο καὶ Ἀναλλοίωτο καὶ μὲ κατάσταση τῆς ψυχῆς ἄτρεπτη καὶ ἀκλινῆ νὰ Τὸν οἰκειωθῶ πρῶτα μὲ τὴν προαίρεσί μου καὶ ἔπειτα νὰ Τὸν ἐπικαλεσθῶ μὲ τὴν πολὺ οἰκεία ἐπίκλησι καὶ νὰ εἰπῶ: «Πατέρα». Τί ψυχὴ πρέπει νὰ ἔχει αὐτὸς πού ἔτσι θὰ ὁμιλήση στὸν Θεό; Πόση παρρησία; Ποιὰ συνείδησι;”4. Μεγάλο καὶ ἀνεκτίμητο τὸ δῶρο. Ὅσες φορὲς θελήσουμε, μποροῦμε νὰ ἀπευθυνθοῦμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν ὀνομάσουμε Πατέρα μας. Καὶ ἀκόμη, ὅταν ὁ χριστιανὸς ἀξιωθῆ καὶ λάβη αἰσθητῶς τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε καὶ αἰσθάνεται καρδιακὰ τὴν πατρότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν υἱότητα τὴν ἰδική του. Αἰσθάνεται υἱικὴ καὶ τρυφερὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα. Αἰσθάνεται ὡς φιλοπάτωρ υἱὸς φιλοστόργου Πατρός.
Τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κράζει στὴν καρδιὰ μας ἀββᾶ ὁ Πατήρ, δηλαδὴ Πατερούλη, Πατερούλη, δημιουργώντας αὐτὴ τὴν τρυφερὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. “Ότι δὲ ἐστὲ υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον: ἀββᾶ ὁ πατήρ”.
Κατ’ εἰκόνα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς μποροῦμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ γινώμεθα ἀληθινοὶ πατέρες, πνευματικοὶ ἢ σαρκικοί. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει ὅτι δὲν ὀνομάζουμε τὸν Θεὸν Πατέρα κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἀνθρώπων πατέρων, ἀλλὰ τοὺς ἀνθρώπους πατέρας κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός, “ἐξ οὗ, κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον, πᾶσα πατριὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς ὀνομάζεται”5.Ἂν οἱ ἐπίγειοι πατέρες ἀντανακλοῦν τὴν χάρι καὶ τὴν εὐλογία τοῦ οὐρανίου Πατρός, τότε εἶναι καὶ ἀληθινοὶ πατέρες. Χωρὶς αὐτὴ τὴν χάρι δὲν εἶναι ἀληθινοὶ καὶ γνήσιοι πατέρες καὶ δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν κάτι οὐσιαστικὸ στὰ παιδιά τους. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα, δὲν μποροῦν νὰ γίνουν γνήσιοι καὶ σωστοὶ πατέρες.
Πόσοι ἄνθρωποι δὲν ὑποφέρουν σήμερα γιατί δὲν γνώρισαν ἕνα ἀληθινὸ καὶ στοργικὸ πατέρα;
Ἑτερόδοξος χριστιανός, ποὺ προσῆλθε στὴν Ὀρθοδοξία, εἶπε ὅτι ἔγινε ὀρθόδοξος γιατί μόνο στὴν Ὀρθοδοξία βρῆκε πνευματικοὺς πατέρας, χάρισμα ποὺ χάθηκε στὸν δυτικὸ χριστιανισμό.
Θυμοῦμαι τὴν περίπτωση τοῦ Ρουμάνου συγγραφέως Βιργκὶλ Γκεωργκίου πού, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος, στὸ πρόσωπο τοῦ πτωχοῦ ἀλλὰ ἁγίου ἱερέως πατέρα του εἶδε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ ὅραμα δὲν τὸν ἄφησε ποτὲ νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸ διάστημα τῆς πολυκυμάντου ζωῆς του.
Προσφωνώντας τὸν Θεό, Πατέρα, ἀναγνωρίζουμε τὴν πατρική Του πρόνοια γιά μᾶς. Δὲν εἴμαστε ὀρφανοί. Δὲν βρισκόμαστε στὴν ζωὴ γιατί ἔτσι τὸ θέλει κάποια τύχη ἢ τυφλὴ εἱμαρμένη. Εἴμαστε πλάσματα τῆς ἀγάπης Του καὶ βρισκόμαστε συνεχῶς κάτω ἀπὸ τὴν πατρική Του παρακολούθησι καὶ φροντίδα. Ἀκόμη καὶ πίσω ἀπὸ τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς βρίσκεται ἡ παιδαγωγοῦσα καὶ θεραπεύουσα ἀγάπη Του.
Τὴν πατρικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: “Καὶ πρῶτον ἔχομεν χρέος νὰ ἀγαποῦμεν τὸν Θεόν μας, διατὶ μᾶς ἐχάρισε τόσην γῆν μεγάλην, εὐρύχωρον, ἐδῶ πρόσκαιρα νὰ κατοικοῦμεν, τόσες χιλιάδες-μυριάδες χόρτα, φυτά, βρύσες, ποταμούς, πηγάδια, θάλασσα, ψάρια, ἀέρα, ἡμέρα, νύκτα, φωτιά, οὐρανόν, ἄστρα, ἥλιον, φεγγάρι. Ὅλα αὐτὰ διὰ ποιὸν τὰ ἔκαμε; διά τ’ ἐμᾶς. Τί μᾶς ἐχρεωστοῦσε; τίποτε. Ὅλα χάρισμα. Μᾶς ἔκαμεν ἀνθρώπους καὶ δὲν μᾶς ἔκανε ζῶα, μᾶς ἔκαμεν εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους χριστιανοὺς καὶ ὄχι ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικούς. Καὶ μὲ ὅλον ὁπού ἁμαρτάνομεν χιλιάδες φορὲς τὴν ὥραν, μᾶς εὐσπλαχνίζεται χιλιάδες φορὲς τὴν ὥραν, μᾶς εὐσπλαχνίζεται ὡσὰν πατέρας καὶ δὲν μᾶς θανατώνει νὰ μᾶς βάλη εἰς τὴν Κόλασιν, ἀλλὰ καρτερεῖ τὴν μετάνοιάν μας μὲ τὰς ἀγκάλας του ἀνοικτάς, πότε νὰ μετανοήσωμεν, νὰ παύσωμεν ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ νὰ κάνωμεν τὰ καλά, νὰ ἐξομολογηθοῦμεν, νὰ διορθωθοῦμεν, νὰ μᾶς ἀγκαλιάση, νὰ μᾶς φιλήση, νὰ μᾶς βάλη εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαιρώμασθε πάντοτε. Τώρα τέτοιον γλυκύτατον Θεὸν καὶ τέτοιον γλυκύτατον αὐθέντην καὶ δεσπότην δὲν πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ τὸν ἀγαποῦμεν καί, ἂν τύχη ἀνάγκη, νὰ χύσωμεν καὶ τὸ αἷμα μας χιλιάδες φορὲς διὰ τὴν ἀγάπην του, καθὼς τὸ ἔχυσεν καὶ ἐκεῖνος διὰ τὴν ἀγάπη μας;6.
Συναίσθημα λοιπὸν ἀσφαλείας, ποὺ διώχνει κάθε ἀνασφάλεια καὶ ἄγχος, πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐν πίστει ἐπίκλησι τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα μας.
Μεγάλη ἡ τιμὴ νὰ ὀνομάζουμε τὸν Θεὸ Πατέρα μας, ἀλλὰ καὶ μεγάλη ἡ εὐθύνη ποὺ προκύπτει γιά μᾶς, ποὺ πρέπει νὰ ζοῦμε ζωὴ ἀντάξια τοῦ οὐράνιου Πατέρα μας. Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας: “Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστὶ” (Λουκ. 6, 36). “Έσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστιν” (Ματθ. 5, 48).
Γράφει σχετικὰ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: “Διὰ τοῦτο ὁ Κύριός μας παραγγέλλει τί λογῆς νὰ προσευχώμεθα πρὸς τὸν κατὰ χάριν Πατέρα μας, διὰ νὰ φυλαττώμεθα πάντοτε ὑποκάτω εἰς τὴν χάριν τῆς υἱοθεσίας ἕως τέλους· εἰς τὸ νὰ εἴμεθα δηλαδὴ τέκνα Θεοῦ ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἀναγέννησιν καὶ τὸ Βάπτισμα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐργασίαν καὶ πράξιν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος ὁπού δὲν κάμνει ἔργα πνευματικὰ ἄξια τῆς ἄνωθεν ἀναγεννήσεως, ἀλλὰ σατανικά, ὁ τοιοῦτος δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ὀνομάζη Πατέρα τὸν Θεόν, ἀλλὰ τὸν ἐναντίον Διάβολον κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου μας: “Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ Διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν” (Ἰωάν. 8, 44)· ἤγουν, ἐσεῖς εἶσθε γεννημένοι κατὰ τὴν κακίαν ἀπὸ τὸν πατέρα σας τὸν Διάβολον, καὶ τὰς κακάς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς σας ἀγαπᾶτε νὰ κάμνετε. Μᾶς προστάζει δὲ νὰ τὸν ὀνομάζωμεν Πατέρα μας, ἕνα μέν, διὰ νὰ μᾶς πληροφορήση πὼς ἐγεννήθημεν κατὰ ἀλήθειαν τέκνα Θεοῦ μὲ τὴν ἀναγέννησιν τοῦ θείου Βαπτίσματος· ἄλλο δέ, ὅτι πρέπει νὰ φυλάττωμεν καὶ τὰ σημάδια, ἤγουν τὰς ἀρετάς τοῦ Πατρός μας, ἐντρεπόμενοι τρόπον τινὰ τὴν συγγένειαν ὁπού ἔχομεν μὲ αὐτόν”7. Ἠμῶν
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Κύριός μας διδάσκει νὰ προσφωνοῦμε τὸν Θεὸ ὄχι μόνο Πατέρα, ἀλλὰ Πάτερ ἡμῶν. Πατέρα μας. Ὄχι Πατέρα μου. Ἔτσι μᾶς ἀποτρέπει ἀπὸ μία ἐγωιστικὴ σχέσι μὲ τὸν Θεό. Ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ ἐμεῖς, ὄχι ὁ Θεὸς καὶ ἐγώ. Ἔτσι ἡ καρδιὰ μας ἀνοίγει γιὰ ὅλους τούς συνανθρώπους μας ποὺ εἶναι, λόγω τῆς κοινῆς καταγωγῆς μας ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, κατὰ φύσιν ἀδελφοί μας. Καὶ πρὸς ὅλους τούς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς πού, λόγω τῆς κοινῆς πίστεώς μας καὶ κοινῆς γεννήσεώς μας ἀπὸ τὴν ἴδια πνευματικὴ κοιλία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἁγία κολυμβήθρα, εἶναι ἐπιπλέον καὶ κατὰ χάριν καὶ κατὰ πνεῦμα ἀδελφοί μας.
Πῶς μπορεῖς νὰ ἔχης τὸν Θεὸ Πατέρα χωρὶς νὰ δέχεσαι τοὺς συνανθρώπους σου καὶ μάλιστα τοὺς ὁμοπίστους σου ὡς ἀδελφούς;
«Μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος, γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, νὰ προσευχώμεθα γιὰ ὅλους, νὰ ἀναφέρουμε τὶς δεήσεις γιὰ τὸ κοινὸ σῶμα καὶ καθόλου νὰ μὴ ἐπιδιώκουμε τὸ ἀτομικό μας συμφέρον, ἀλλὰ σὲ κάθε περίπτωσι τὸ τοῦ πλησίον. Ἔτσι καὶ τὴν ἔχθρα ἀφαιρεῖ καὶ τὴν ἀφροσύνη καταστέλλει, καὶ τὸν φθόνο ἐκβάλλει, καὶ τὴν μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν τὴν ἀγάπη εἰσάγει, καὶ τὴν ἀνωμαλία ἐξορίζει τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καὶ δείχνει ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὁμοτιμία τοῦ βασιλέως πρὸς τὸν πτωχό, ἀφοῦ στὰ μέγιστα καὶ ἀναγκαιότατα μετέχουμε ὅλοι.
Μὲ τὸ νὰ δεχθῆ νὰ κληθῆ πατέρας ὅλων ἐχάρισε σὲ ὅλους τὴν ἴδια εὐγενικὴ καταγωγὴ καὶ ἄρα καὶ ὁμοτιμία. Ἔτσι ὅλοι εἴμαστε ἑνωμένοι καὶ κανεὶς δὲν ἔχει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἄλλο, οὔτε ὁ πλούσιος ἀπὸ τὸν πτωχό, οὔτε ὁ κύριος ἀπὸ τὸν δοῦλο, οὔτε ὁ ἄρχων ἀπὸ τὸν ἀρχόμενο, οὔτε ὁ βασιλεὺς ἀπὸ τὸν στρατιώτη, οὔτε ὁ φιλόσοφος ἀπὸ τὸν βάρβαρο, οὔτε ὁ σοφὸς ἀπὸ τὸν ἀγράμματο»8.
Ὅπως θὰ ἰδοῦμε περαιτέρω, καὶ τὰ λοιπὰ αἰτήματα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς μᾶς βοηθοῦν νὰ ξεπεράσουμε τὸν νοσηρὸ ἀτομικισμὸ καὶ ἐγωκεντρισμό μας, τὴν φιλαυτία, καὶ νὰ ἀνοιχθοῦμε καὶ προσφερθοῦμε στὸν Θεὸ Πατέρα καὶ στοὺς ἀδελφούς μας. Νὰ ἀποκτήσουμε δηλαδὴ τὴν φιλοθεΐα, ποὺ εἶναι ἀναπόσπαστα συνδεδεμένη μὲ τὴν φιλανθρωπία-φιλαδελφία.
Ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς
Ὁ Πανάγιος Θεὸς εἶναι Πατέρας μας, ἀλλὰ καὶ ὁ μόνος ἐν τοῖς οὐρανοῖς Πατέρας. Διευκρινίζει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: “Τὸ δὲ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ὅταν εἴπη, οὐκ ἐκεῖ τὸν Θεὸν συγκλείων τοῦτο φύσιν, ἀλλὰ τῆς γῆς ἀπάγων τὸν εὐχόμενον καὶ τοῖς ὑψηλοῖς προσηλῶν χωρίοις καὶ ταῖς ἄνω διατριβαῖς”9. Δὲν περιορίζει δηλαδὴ τὸν Θεὸ στὸν οὐρανὸ ἀλλὰ ὑψώνει ἀπὸ τὴν γῆ τὸν προσευχόμενο καὶ τὸν προσηλώνει στοὺς ἀνώτερους χώρους καὶ τὶς ἄνω κατοικίες.
Τὴν ἁγιότητα λοιπὸν τοῦ Θεοῦ Πατρὸς δηλώνει τὸ “ἐν οὐρανοῖς” καὶ ὄχι τὸν τόπο τοῦ πανταχοῦ παρόντος Θεοῦ.
Ἔτσι θεολογεῖ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης: “Διότι ἡ διάστασις ἀνάμεσα στὸ θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο δὲν εἶναι τοπική, ὥστε νὰ χρειαστοῦμε κάποιο τέχνασμα ἢ κάποια ἐπινόησι, γιὰ νὰ μεταφέρουμε τὸ βαρὺ καὶ παχυλὸ καὶ χωμάτινο τοῦτο σαρκίο στὴν ἀσώματο καὶ νοερὰ διαγωγή. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ἀρετὴ εἶναι νοητῶς χωρισμένη ἀπὸ τὸ κακό, στὴν προαίρεσι μόνο τοῦ ἀνθρώπου ἀποκεῖται τὸ νὰ εἶναι σὲ ἐκεῖνο, πρὸς τὸ ὁποῖο κλίνει μὲ τὴν ἐπιθυμία του”10.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς δίδει τὴν πρακτικὴ καὶ ἠθικὴ συνέπεια τῆς φράσεως αὐτῆς: “Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Πατέρας μας εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ βλέπωμεν μὲ τὸν νοῦν μας εἰς τὸν οὐρανόν, ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἡ πατρίδα μας, ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄχι κάτω εἰς τὴν γῆν ὡσὰν τοὺς χοίρους, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν γλυκύτατόν μας Σωτήρα καὶ Δεσπότην καὶ εἰς τὰ οὐράνια κάλλη τοῦ Παραδείσου. Ὄχι μόνον εἰς καιρὸν προσευχῆς, ἀλλὰ παντοτεινά καὶ εἰς κάθε καιρὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν νοῦν μας εἰς τὸν οὐρανόν, διὰ νὰ μὴ σκορπίζεται ἐδῶ κάτω εἰς τὰ φθαρτὰ καὶ πρόσκαιρα πράγματα”11.
Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου
Εἶναι τὸ πρῶτο αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς. Τὸ “ἁγιασθήτω” σημαίνει “δοξασθήτω”, κατὰ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο.
Δὲν ἔχει ἀσφαλῶς ὁ ἄκτιστος Θεὸς τὴν ἀνάγκη νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ κτιστά του πλάσματα. Θέλει ὅμως νὰ τὸν δοξάζουμε, γιατί αὐτὸ ὠφελεῖ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους.
Μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ δοξάζουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ δόξα ψευδῆ, ποὺ δὲν μᾶς ἀνήκει. Ἡ φιλοδοξία εἶναι γέννημα τῆς φιλαυτίας.
Δοξάζοντας τὸν Θεὸ τοποθετούμεθα σωστὰ στὸν κόσμο, ἀναγνωρίζοντας τὸν Θεὸ ὡς ἄξιο δόξης, γιατί αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργός, ὁ Πατέρας, ὁ Πανάγιος, ὁ Λυτρωτής, ἡ Ἀρχὴ καὶ τὸ Τέλος, τὸ Κέντρο τοῦ κόσμου. Ἐνῶ ἐμεῖς εἴμεθα πλάσματά Του, ποὺ ὑπάρχουμε καὶ ζοῦμε γιατί ἐκεῖνος τὸ θέλει.
Δοξάζοντας τὸν ἑαυτό σου ἐξαπατᾶσαι. Δοξάζοντας τὸν Θεὸ ἀναγνωρίζεις τὴν φύσι σου, τὸν προορισμό σου, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ κόσμου, δὲν εἶσαι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἁγιότητος, δὲν εἶσαι ἀπὸ μόνος σου ἄπειρος καὶ ἀθάνατος. Μὲ ἄλλα λόγια δέχεσαι τὰ ὅριά σου.
Ὅταν οἱ ἄνθρωποι δοξάζουν τὸν ἑαυτό τους δὲν μποροῦν νὰ δοξάσουν τὸν Θεό. Αὐτὸ ἔπαθαν οἱ πρωτόπλαστοι. Αὐτὸ ἔπαθαν οἱ διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁμιλεῖ ὁ Κύριος στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο: “Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρ’ ἀλλήλων λαμβάνοντες καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;” (Ἰω. 5, 44). Αὐτὸ παθαίνει καὶ ἡ σύγχρονη οὐμανιστική μας φιλοσοφία, ποὺ θέλει τὸν ἄνθρωπο κέντρο τοῦ κόσμου. Τὴν στάσι τοῦ οὐμανιστοῦ ἀνθρώπου συνοψίζει ὁ Γάλλος ἄθεος συγγραφεὺς Ζ. Π. Σάρτρ, ὅταν λέγη πρὸς τὸν Θεό: “Ὅταν ὑπάρχης Σύ, δὲν μπορῶ νὰ ὑπάρχω ἐγώ. Ἢ Σὺ ἢ ἐγώ”.
Καὶ ὅμως ὁ ἄνθρωπος τότε ἀληθινὰ δοξάζεται, ὅταν δοξάζη τὸν Θεό, ὅταν μέσα στὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ γίνη ὄχι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸν Θεό, ὄχι ψευδοθεός, ἀλλὰ Θεὸς κατὰ Χάριν, ἄναρχος, καὶ ἀτελεύτητος, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ.
Οἱ πρόσφατες πολιτικὲς ἐξελίξεις στὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη ἔδειξαν γιὰ μία ἀκόμη φορά πώς, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀρνοῦνται νὰ δοξάσουν τὸν Θεό, θεοποιοῦν κάποιον ἄνθρωπο ποὺ τὸν δοξάζουν ὡς θεό. Τὰ εἴδωλα ὅμως πέφτουν καὶ οἱ ἀρνούμενοι νὰ δοξάσουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ βρίσκονται στὸ χάος.
Καὶ ἀκόμη, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀρνεῖται νὰ δοξάση τὸν Θεό, στὸ τέλος ἀντὶ δόξης περιβάλλεται τὴν ἀθλιότητα ἀκατονόμαστων παθῶν καὶ κακιῶν.
Οἱ χριστιανοὶ μποροῦν νὰ συντελέσουν στὸ νὰ δοξάζεται ὁ Θεός, ὅταν ζοῦν ζωὴ ἁγία. Ἂς θυμηθοῦμε τὰ λόγια του Κυρίου: “Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς” (Ματθ. 5, 16).
Ἀντίθετα ὅταν δὲν ἔχουμε πολιτεία ἀντάξια τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖον πιστεύουμε, “βλασφημεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι’ ὑμᾶς ἐν τοῖς ἔθνεσι” (Ρωμ. 2, 24). Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ εὐχὴ “ἁγιασθήτω τὸ ὄνομα σου” σημαίνει τελικά, κατὰ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο: “καταξίωσον… οὕτως ἡμᾶς βιοῦν καθαρῶς, ὡς δι’ ἡμῶν ἄπαντας σὲ δοξάζειν”12. Κατὰ τὸν ἴδιο Ἅγιο, εἶναι δεῖγμα τελείας φιλοσοφίας τὸ νὰ δίδουμε σὲ ὅλους τὸ παράδειγμα ἀκηλίδωτου βίου, ὥστε κάθε ἕνας ποὺ μᾶς βλέπει νὰ ἀναπέμπη στὸν Κύριο τὴν δοξολογία γι’ αὐτὸ.
Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δοξάζεται, ὅταν οἱ χριστιανοὶ ἀδιάλειπτα, καρδιακὰ καὶ νοερὰ κράζουν: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν”. Ἐλέχθη ἤδη ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ ἐπίκλησις τοῦ Θείου ὀνόματος ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται, δοξάζεται καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας.
Ἐπὶ τῇ εὐκαιρία θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω τὴν ἄποψη ὅτι ἡ εὐχὴ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν”, εἶναι σύνοψις τῆς Κυριακῆς προσευχῆς. Ἡ ἐπίκλησις καὶ τὰ τρία πρῶτα αἰτήματα συνοψίζονται στὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ”, ἐνῶ τὰ τρία τελευταῖα στὸ “ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν”.
Ἔτσι ἡ εὐχὴ ἐκφράζει τὸ πνεῦμα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς, καὶ ἀκόμη προετοιμάζει τὸν εὐχόμενο νὰ λέγη μὲ περισσότερο ζῆλο καὶ πνευματικὴ αἴσθησι τὸ “Πάτερ ἡμῶν”.
Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου
Ὅταν ὁ Θεὸς βασιλεύη στὸν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερώνεται, εἰρηνεύει, ἀναπαύεται, ἁγιάζεται. Ὅταν δὲν βασιλεύη ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκτεθειμένος στὴν τυραννία τοῦ διαβόλου ποὺ τὸν ὑποδουλώνει στὰ πάθη, στὴν φιλαυτία καὶ τὸν φέρνει στὴν ἀνία, στὸ κενό, στὴν πλῆξι, στὴν μοναξιά, κάνοντας τὴν ζωὴ του κόλασι.
Ὁ σημερινὸς κόσμος ποὺ ἀρνεῖται τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, βασανίζεται ἀπὸ φρικτὲς δαιμονικὲς καταστάσεις, ὅπως τὴν μαγεία, τὶς δεισιδαιμονίες, τὰ ναρκωτικά, τὴν τρομοκρατία, τὰ ἐγκλήματα, τὴν διάλυσι τῆς οἰκογενείας.
Μᾶς διδάσκει λοιπὸν ὁ Κύριος νὰ ζητοῦμε νὰ ἔλθη ἡ Βασιλεία του, ποὺ κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: “Ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύσις αὐτοθελήτως ἐσκλαβώθη εἰς τὸν ἀνθρωποκτόνον Διάβολον, διὰ τοῦτο μᾶς προστάζει ὁ Κύριός μας νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν νὰ μᾶς ἐλευθερώση ἀπὸ τὴν πικράν τυραννίαν τοῦ Διαβόλου. Ἀλλεοτρόπως δὲ τοῦτο δὲν γίνεται πάρεξ ἐὰν ἔλθη ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἰς ἡμᾶς, ἤγουν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, διὰ νὰ ἀποδιώξη ἀπὸ λόγου μας τὸν τύραννον ἐχθρὸν καὶ νὰ βασιλεύση εἰς ἡμᾶς… Διά τοῦτο πρέπει νὰ λέγωμεν κατὰ τὸν θεῖον Μάξιμον: «Ἐλθέτω τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον, ὅπως καθαρίση ἡμᾶς ὁλικῶς ψυχὴ τε καὶ σώματι»· ἤγουν, ἂς ἔλθη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, διὰ νὰ μᾶς καθαρίση τελείως καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν, διὰ νὰ γίνωμεν κατοικία ἀξία εἰς τὸ νὰ ὑποδεχθῶμεν ὅλην τὴν Ἁγίαν Τριάδα διὰ νὰ βασιλεύση εἰς τὸ ἑξῆς ὁ Θεὸς εἰς ἡμᾶς, ἤγουν εἰς τὰς καρδίας μας, καθὼς εἶναι γεγραμμένον: “ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν” (Λουκ. 17, 21)13.
Μᾶς λέγει ἡ Γένεσις ὅτι κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ κόσμου σκότος ἐκάλυπτε τὴν ἄβυσσο καὶ Πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω του ὕδατος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔδιωξε τὰ σκοτάδια καὶ ἐμορφοποίησε τὸ χάος. Σκότος καὶ χάος βασιλεύει καὶ στὸ ἐσωτερικό τοῦ ἀνθρώπου. Μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφήση τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ κατοικήση μέσα του, καθαρίζεται ἀπὸ τὰ πάθη, φωτίζεται, βρίσκει τὴν ἐσωτερική του ἰσορροπία καὶ ἑνότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν προσευχὴ πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ “Βασιλεῦ οὐράνιε”, ποὺ εἶναι ἐπέκτασις τοῦ “ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου”, λέμε: “ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος καὶ σῶσον ἀγαθὲ τὰς ψυχάς ἡμῶν”.
Γράφει σχετικὰ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης: “Ἂν λοιπὸν ζητήσουμε νὰ ἔρθει σ’ ἐμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, αὐτὰ νὰ ἱκετεύσομε τὸν Θεὸ μὲ ὅλη τὴ δύναμή μας: Ν’ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴ φθορά, νὰ ἐλευθερωθῶ ἀπὸ τὸ θάνατο, νὰ μοῦ χαλαρωθοῦν τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, νὰ μὴ βασιλεύει ἐπάνω μου ὁ θάνατος, ν’ ἀδρανήσει πιὰ ἡ ἐναντίον μου τυραννικὴ ἐξουσία τῆς κακίας, νὰ μὴ μὲ νικήσει ὁ ἐχθρὸς οὔτε νὰ μ’ αἰχμαλωτίσει μὲ τὴν ἁμαρτία΄ ἀλλὰ ἂς ἔρθει σ’ ἐμένα ἡ βασιλεία σου, γιὰ νὰ ἀποχωρήσουν ἀπὸ μένα ἢ καλύτερα νὰ ἀποχωρήσουν στὸ μὴ ὂν τὰ πάθη ποὺ κυριαρχοῦν τώρα καὶ βασιλεύουν”14
Εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μία ἐξωτερικὴ τακτοποίησις τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἡ ἐνοίκησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς καρδιές μας, ποὺ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεταμόρφωσι τοῦ κόσμου μέσω τῶν μεταμορφωμένων ἀνθρώπων.
Γι’ αὐτὸ ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν κατάκτησι τοῦ κόσμου, ὅπως ὁ δυτικὸς χριστιανισμός, ἀλλὰ τὴν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσί του. Καὶ ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμὸς δὲν εἶναι ἀκτιβιστικὸς -τῶν ἔργων-, ἀλλὰ ἡσυχαστικός, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς θεωρίας, μέσω τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καὶ μεταμορφώνεται σὲ καινὴ κτίσι.
Ἡ μετοχὴ τῶν Ἁγίων στὸ ἄκτιστο φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, μετοχὴ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στὴν δόξα του καὶ στὴν λαμπρότητά του.
Γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς
Τὸ ἐγωιστικὸ θέλημα ἐχώρισε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν ἐξώρισε ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ ἔγινε αἰτία ὅλων τῶν κακῶν. Ἂν δὲν ἀπαρνηθῆ ὁ ἄνθρωπος τὸ ἐγωιστικό του θέλημα καὶ δὲν υἱοθετήση τὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευθῆ ἀπὸ τὴν βαρειὰ ἀρρώστια τῆς φιλαυτίας καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ.
Τὴν ἀνυπακοὴ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Κυρίου ἦλθε νὰ διορθώση ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, καὶ ἡ νέα Εὔα, ἡ Θεοτόκος, μὲ τὴν τελεία ὑπακοή Τους.
Ὁ Χριστὸς ἔγινε ὑπήκοος στὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς Του μέχρι θανάτου καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου. Κατὰ τὴν ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ ὁ Κύριος παρεδόθη τελείως στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός: “Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὒχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σὺ” (Ματθ. 26, 39).
Μᾶς ἄνοιξε ἔτσι τὸν κλειστὸ μέχρι τώρα δρόμο πρὸς τὸν Θεὸ διὰ τῆς ὑπακοῆς Του καὶ ἔγινε ὁ πνευματικὸς γενάρχης τῆς γενεᾶς τῶν ὑπηκόων τέκνων τοῦ Θεοῦ.
Κάθε χριστιανὸς ποὺ ἀποτάσσεται πρὸ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος τὸν διάβολο καὶ συντάσσεται μὲ τὸν Χριστό, ὑπόσχεται νὰ εἰσέλθη στὴν ὑπακοὴ τοῦ Χριστοῦ.
Τὴν χάρι νὰ κάνουμε ἐμεῖς καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Κυρίου ζητοῦμε μὲ τὸ αἴτημα αὐτό. Ζητοῦμε δὲ νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁλοκληρωτικά, ὅπως γίνεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους, ποὺ κάνουν τελεία ὑπακοὴ στὸν Θεό. Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: “οὕτω καὶ ἡμᾶς καταξίωσον τοὺς ἀνθρώπους μὴ ἐξ ἡμισείας τὸ θέλημά σου ποιεῖν, ἀλλὰ πάντα καθάπερ θέλεις πληροῦν”. Καὶ προσθέτει: “Καὶ πάλιν τὴν ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης πρόνοιαν ἕκαστον ἡμῶν τῶν προσευχομένων ἀναδέχεσθαι ἐπέταξεν. Οὐδὲ γὰρ εἶπε, γενηθήτω τὸ θέλημά σου ἐν ἐμοί, ἢ ἐν ἡμῖν· ἀλλά, πανταχοῦ τῆς γῆς, ὥστε λυθῆναι τὴν πλάνην καὶ φυτευθῆναι τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐκβληθῆναι κακίαν ἅπασαν καὶ ἐπανελθεῖν ἀρετήν, καὶ μηδὲν ταύτην διαφέρειν λοιπὸν τὸν οὐρανὸν τῆς γῆς. Εἰ γὰρ τοῦτο γένοιτο, φησίν, οὐδὲν διοίσει τὰ κάτω τῶν ἄνω, εἰ καὶ τῇ φύσει διέστηκεν, ἀγγέλοις ἐτέροις τῆς γῆς ἡμῖν ἐπιδεικνυμένοις”15.
Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἐκήρυττε καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς νὰ ζοῦν τὴν τέλεια χριστιανικὴ ζωή, ὥστε πρὶν μεταστοῦν στὴν αἰώνια ζωὴ νὰ ζοῦν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Νὰ γίνη ἡ γῆ οὐρανός.
Οἱ ἄνθρωποι τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ἢ ἀπὸ φόβο νὰ μὴ κολαστοῦν, ἢ γιὰ νὰ λάβουν ἀμοιβὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ἢ ἀπὸ καθαρὴ καὶ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Στὴν πρώτη περίπτωση ἐνεργοῦν σὰν δοῦλοι, στὴν δεύτερη σὰν μισθωτοὶ καὶ στὴν τρίτη σὰν υἱοί. Πρὸς αὐτὸ τὸ τελευταῖο πρέπει νὰ τείνουμε ὅλοι. Νὰ κάνουμε τὸ θεῖο θέλημα ἀπὸ καθαρὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ὡς υἱοί Του. Αὐτὸ εἶναι δεῖγμα τελειότητας. Ἔτσι κάνουν καὶ ἅγιοι ἄγγελοι στὸν οὐρανό.
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος κάνει τὸ δικό του θέλημα, δὲν μπορεῖ νὰ βρῆ ἀληθινὴ ἐσωτερικὴ ἀναύπασι. Ὅταν ὅμως κάνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, συμφιλιώνεται μὲ τὸν Θεὸ καὶ εἰρηνεύει. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἄνωθεν εἰρήνη ποὺ ζητοῦμε στὴ Θεία Λειτουργία.
Μέσα στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ κρύβεται ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅποιος τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό.
Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη κάνουμε ὅλα τὰ διαταχθέντα, θὰ αἰσθανόμαστε ὡς “ἀχρεῖοι δοῦλοι”, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, γιατί δὲν σωζόμαστε ἀπὸ τὰ καλά μας ἔργα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἡ φαρισαϊκὴ αὐτοδικαίωσι (ἠθικισμὸς) δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὸ ταπεινὸ ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἦθος. Ὅπως ἐδίδαξε καὶ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, τὰ καλά μας ἔργα ἀποτελοῦν προϋπόθεσι γιὰ νὰ λάβουμε τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ καρπὸ της ποτὲ ὅμως δὲν μποροῦν νὰ ἀποτελοῦν τὸν σκοπὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι πάντα ἡ ἀπόκτησις τῆς θείας Χάριτος.
Ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατὰ βάθος ἐκφράζουν τὴν περιεκτικὴ ἀρετὴ τῆς ἀγάπης, ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία, τὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης ποὺ ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν ἐγωισμό. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐγωισμοῦ εἶναι ψευδοελευθερία. Οἱ χριστιανοὶ διαλέγοντας τὴν ὑπακοή τους πρὸς τὸν Θεὸ διαλέγουν τὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης, ποὺ προϋποθέτει τὸ σταύρωμα καὶ τὴν θυσία τοῦ ἐγωισμοῦ μας.
Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μέσα ἀπὸ τὸν ἀγώνα καὶ τὴν ἐμπειρία τους: “Ἡ ὑπακοὴ ζωή, ἡ ἀνυπακοὴ θάνατος”.
Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον
Κατὰ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο, ὅσον ἀφορᾶ τὴν πολιτεία, τὸ ἦθος, ὁ Κύριος ἐπιτάσσει νὰ ζητοῦμε ἀγγελικὴ διαγωγὴ καὶ νὰ ἐκπληρώνουμε ὅτι οἱ ἄγγελοι ἐκπληρώνουν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐμεῖς ὡς ἄνθρωποι φέρουμε σάρκα, μᾶς ἐδίδαξε νὰ ζητοῦμε καὶ τὰ ἀναγκαία γιὰ τὸ σῶμα. Νὰ μὴ ζητοῦμε τὴν πολυτέλεια καὶ τὴν τρυφή, ἀλλὰ τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον (δηλαδὴ τὰ βασικὰ καὶ ἀπαραίτητα), καὶ μάλιστα “σήμερον”, χωρὶς ἀγωνιώδη μέριμνα, “ὥστε μὴ περαιτέρω συντρίβειν ἑαυτοὺς τῇ φροντίδι τῆς ἐπιούσης ἡμέρας”16. Μὲ τὸ αἴτημα αὐτὸ ζητοῦμε, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας, ὄχι μόνο τὸν ὑλικὸ ἄρτο, ἀλλὰ κυρίως τὸν πνευματικὸ Ἄρτο, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς προσφέρεται σὲ μᾶς μὲ τὸ λόγο Του καὶ μὲ τὸ Σῶμα καὶ μὲ τὸ Αἷμα Του. Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται αὐτὴ ἡ προσφορά.
Στὸ πρῶτο μέρος τῆς Θείας Λειτουργίας, τὸ διδακτικό, προσφέρεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς στίχους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὰ Ἀντίφωνα καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὸ Ἀποστολικὸ καὶ τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Στὸν Ἅγιον Ὅρος ψάλλονται καὶ οἱ μακαρισμοί.
Στὸ δεύτερο μέρος τῆς Θείας Λειτουργίας μετέχουμε στὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ καὶ κοινωνοῦμε τὸ σταυρωθὲν καὶ ἀναστᾶν Σῶμα Του. Γι’ αὐτὸ καὶ πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας ἀπαγγέλλουμε τὴν Προσευχὴ αὐτή, ἀφοῦ προηγηθῆ ἡ ἐκφώνησις “καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα, μετὰ παρρησίας ἀκατακρίτως τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι Σὲ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα, καὶ λέγειν”.
Ἔτσι ἡ προσευχὴ αὐτὴ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν Θεία Εὐχαριστία καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν εὐχαριστιακὴ χρῆσι τοῦ κόσμου. Ζητώντας ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ ἀγαθά, Τὸν ἀναγνωρίζουμε ὡς τὸν μόνο χορηγὸ κάθε καλοῦ, καὶ ὅλα τὰ δῶρα τῆς ζωῆς τὰ ἀναγνωρίζουμε ὡς δικά Του δῶρα.
Αὐτὸ μᾶς βοηθεῖ νὰ ἔχουμε ταπείνωσι, εὐγνωμοσύνη καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. “Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ”, “Ἄξιον καὶ δίκαιον”, “Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι… τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων… ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν”.
Μᾶς βοηθεῖ ἀκόμη νὰ ἀντιπροσφέρουμε στὸν Θεὸ τὰ δῶρα Του: “Τὰ σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα”.
Τώρα μποροῦμε νὰ τηροῦμε τὴν σωστὴ στάσι ἀπέναντι τῶν δώρων τοῦ Θεοῦ, ἀνθρώπων καὶ πραγμάτων, ποὺ ἐπειδὴ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ τὰ περιφρονοῦμε ἢ νὰ τὰ ἀτιμάζουμε ἢ νὰ τὰ ἐκμεταλλευώμεθα. Ἔτσι μποροῦμε νὰ κάνουμε τὴν σωστὴ εὐχαριστιακὴ χρῆσι τοῦ κόσμου ἀποφεύγοντας τὴν πνευματικῶς καταστροφικὴ κατάχρησι ἢ παράχρησι. Ἂν εἴχαμε υἱοθετήσει τὸν εὐχαριστιακὸ τρόπο ζωῆς, θὰ σεβώμαστε τὴν κτίσι ποὺ μᾶς περιβάλλει καὶ δὲν θὰ εἴχαμε φθάσει στὴν σημερινὴ φοβερὴ οἰκολογικὴ καταστροφή.
Ἂς προσέξουμε καὶ τοῦτο. Ὁ σύγχρονος καταναλωτικὸς τρόπος ζωῆς ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεσι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ. Δὲν εἶναι εὐχαριστιακός, ἀλλὰ ἀχαριστιακός. Δὲν εἶναι φιλάδελφος, ἀλλὰ ἐγωιστικὸς καὶ ἀτομικιστικός. Δὲν ἀγαπᾶ τὴν λιτότητα, τὸν ἐπιούσιο, ἀλλὰ ἐπιδιώκει τὴν ἀλόγιστη σπατάλη καὶ πολυτέλεια. Ὅλοι ὅμως γνωρίζουμε ὅτι ἡ ὑπερκαταναλωτικὴ κοινωνία μας τελικὰ γίνεται ὁ τάφος μας καὶ ἡ αἰτία πολλῶν ἀδικιῶν καὶ κοινωνικῶν κακῶν.
Εἶναι ἀκόμη ἀξιοπρόσεκτο ὅτι δὲν ζητοῦμε τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως καὶ στὰ προηγούμενα αἰτήματα, ἀλλὰ γιὰ ὅλους μας. Δὲν μπορεῖς νὰ ξεχάσεις τοὺς ἀδελφούς σου, ὅταν ζητᾶς ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά.
Στὸ “ἡμῶν” καὶ στὸ “ἡμῖν” τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ βασίζεται ἡ ὀρθόδοξος κοινωνιολογία, φιλανθρωπία καὶ φιλαδελφία. Μᾶς θυμίζει τὸν πολλαπλασιασμὸ ἀπὸ τὸν Κύριο τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων στὴν ἔρημο γιὰ νὰ χορτάση ὅλος ὁ λαός. Ὅπως καὶ τὴν κοινοκτημοσύνη τῶν πρώτων χριστιανῶν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῶν συγχρόνων μοναστικῶν κοινοβίων.
Ἐδῶ ἀκόμη βασίζεται καὶ ἡ ὀρθόδοξος ἱεραποστολή. Πῶς μποροῦμε νὰ μὴ πονέσουμε καὶ νὰ μὴν ἐνδιαφερθοῦμε γιὰ τὴν μετάδοσι τοῦ οὐρανίου Ἄρτου σ’ αὐτοὺς πού λιμοκτονοῦν πνευματικά;
Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζῆ ἐγωκεντρικά, δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρήση τὸν συνάνθρωπό του. Ὁ θιγόμενος ἐγωισμός του δὲν τοῦ τὸ ἐπιτρέπει. Ὅταν ὅμως ἀποφασίση διὰ τῆς μετανοίας νὰ ζήση θεοκεντρικά, τότε συγχωρεῖ ὅσους τὸν ἐστενοχώρησαν, ἀδίκησαν καὶ ἔβλαψαν.
Ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν μνησικακία θέλει ἀγώνα, γιατί ὁ ἐγωισμὸς δυναστεύει τὸν ἔσω ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριός μας ἐδίδαξε νὰ ζητοῦμε τὴν συγχώρησί μας ἀπὸ τὸν Θεό, ὑπὸ τὸν ὄρο ὅτι καὶ ἐμεῖς θὰ συγχωροῦμε τοὺς πταίοντας σέ μᾶς.
Θὰ μποροῦσε, λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, νὰ μᾶς συγχωρῆ ὁ Κύριος χωρὶς νὰ ἀπαιτῆ προηγουμένως νὰ συγχωροῦμε ἐμεῖς τοὺς συνανθρώπους μας. “Αλλ’ ὅμως καὶ οὕτω τὴν αὐτοῦ φιλανθρωπίαν ἐπιδείκνυται…, ἀλλὰ βούλεταί σε καὶ ἐντεῦθεν εὐεργετεῖσθαι, μυρίας σοι πανταχόθεν παρέχων ἡμερότητος καὶ φιλανθρωπίας ἀφορμάς καὶ τὸ ἐν σοί θηριῶδες ἐκβάλλων καὶ τὸν θυμὸν σβεννὺς καὶ πανταχόθεν σὲ συγκολλῶν τῷ μέλει τῷ σῷ”17.
Πράγματι μὲ τὴν μνησικακία καὶ ἐχθρότητα χωρίζεσαι ἀπὸ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ εἶναι δικό σου μέλος, ἀφοῦ ἀμφότεροι εἶσθε μέλη Χριστοῦ καὶ ἄρα ἀλλήλων μέλη. Μὲ τὴν ἄφεσι καὶ τὴν συμφιλίωσι ἐπανασυνδέεσαι καὶ συγκολλᾶσαι μὲ τὸ δικό σου μέλος. Πῶς μπορεῖς ἀλήθεια νὰ ἀναπαύεσαι, ὅταν κάποιο μέλος σου εἶναι ἀποκολλημένο ἀπὸ τὸ σῶμα σου; Μόνο ἂν δὲν εἶσαι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἢ ἂν εἶσαι νεκρὸ μέλος Του δὲν θὰ αἰσθάνεσαι καὶ τὸν ἀδελφό σου ὡς ἰδικό σου μέλος.
Ὁ χριστιανὸς ποὺ ζῆ θεοκεντρικά, ζῆ κατὰ μίμησιν τοῦ οὐράνιου Πατρός. Ἀφοῦ συγχωρεῖ ὁ Θεός, συγχωρεῖ καὶ αὐτός. Πῶς θὰ μποροῦσε ἄλλωστε νὰ ζητᾶ ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν ἰδικὴ του συγχώρησι, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ συγχωρῆ τὰ ἐλαφρότερα παραπτώματα τοῦ συνδούλου του; Θὰ ὡμοίαζε πρὸς τὸν πονηρὸ δοῦλο τῆς γνωστῆς παραβολῆς πού, ἐνῶ ὁ εὔσπλαχνος Κύριος του ἐχάρισε ἕνα τεράστιο χρέος, αὐτὸς δὲν ἐχάριζε στὸν συνδουλὸ του ἐλάχιστο ποσό.
Μᾶς βοηθεῖ τὸ αἴτημα αὐτὸ ἀκόμη νὰ διατηροῦμε ταπεινὸ φρόνημα, γιατί μᾶς ὑπενθυμίζει ὄχι μόνο τὴν προσωπική μας ἁμαρτωλότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, στὴν ὁποία εὔστοχα ἀναφέρεται ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Ἂς μετρήσομε λοιπὸν ἀρχίζοντας ἀπὸ δῶ τὰ πλημμελήματα τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὸ Θεό.
Κατὰ πρῶτον ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ἔνοχος τιμωρίας στὸν Θεό, γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ δημιουργό του κι αὐτομόλησε στὶς τάξεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀφοῦ ἔγινε δραπέτης κι ἀποστάτης ἀπὸ τὸν φυσικὸ Κύριό του.
Δεύτερο, γιατί ἀντάλλαξε τὴν αὐτεξούσια ἐλευθερία του μὲ τὴν ὀλέθρια δουλεία τῆς ἁμαρτίας καὶ προτίμησε, ἀντὶ νὰ εἶναι κοντὰ στὸν Θεό, νὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὴ δύναμι τῆς καταστροφῆς.
Ἀλλὰ ἀπὸ ποιὸ κακὸ θὰ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ δεύτερο τὸ νὰ μὴ βλέπει τὴν ὀμορφιὰ τοῦ δημιουργοῦ, ἀλλὰ νὰ στρέψει τὸ πρόσωπό του στὴν ἀσχήμια τῆς ἁμαρτίας;
Ἀλλὰ καὶ ἡ περιφρόνηση τῶν θεϊκῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ προτίμηση πρὸς τὰ δολώματα τοῦ πονηροῦ σὲ ποιὸ βαθμὸ τιμωρίας μπορεῖ νὰ ταχθεῖ;
Ἐπίσης ἡ καταστροφὴ τῆς εἰκόνας καὶ ὁ ἀφανισμὸς τῆς σφραγίδας, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὴν ἀρχικὴ δημιουργία μας, καὶ ἡ ἀπώλεια τῆς δραχμῆς καὶ ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸ πατρικὸ τραπέζι καὶ ὁ ἐθισμὸς στὸν βρωμερὸ βίο τῶν χοίρων καὶ ἡ κατασπατάληση τοῦ πολύτιμου πλούτου καὶ ὅσα ἄλλα παρόμοια πλημμελήματα μποροῦμε νὰ βροῦμε στὴ Γραφὴ καὶ νὰ σκεφθοῦμε μὲ τὸ νοῦ μας, ποιὸς λόγος μπορεῖ νὰ τ’ ἀριθμήσει;
Ἐπειδὴ λοιπὸν σὲ τέτοια πλημμελήματα εἶναι ἔνοχο τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ πρέπει νὰ ἐκτίσει τιμωρία, γι’ αὐτὸ νομίζω μᾶς παιδαγωγεῖ ὁ Λόγος μὲ τὰ λόγια τῆς προσευχῆς, νὰ μὴ δείχνομε καθόλου θάρρος κατὰ τὴ συνομιλία μας μὲ τὸν Θεό, ἐπειδὴ ἔχομε τάχα καθαρὴ συνείδηση, ἀκόμα κι ἂν εἶναι κάποιος ὅσο γίνεται περισσότερο ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πλημμελήματα»18 .
Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ
Καὶ μὴ ἐπιτρέψης, Κύριε, νὰ πέσωμε σὲ πειρασμό, ἀλλὰ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸν πονηρό.
Δύο εἰδῶν εἶναι οἱ πειρασμοὶ κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο. Οἱ ἐνήδονοι καὶ οἱ ἐνόδυνοι. Αὐτοὶ ποὺ φέρουν ἡδονὴ καὶ αὐτοὶ ποὺ φέρουν ὀδύνη. Οἱ πρῶτοι εἶναι ἑκούσιοι καὶ γεννοῦν τὰ πάθη. Οἱ δεύτεροι εἶναι ἀκούσιοι καὶ διώχνουν τὰ πάθη. Τοὺς ἑκούσιους πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε. Τοὺς ἀκούσιους νὰ μὴ ἐπιδιώκουμε καὶ νὰ ἀπευχώμεθα, διότι εἴμεθα ἀδύνατοι καὶ μπορεῖ νὰ ὑποκύψουμε· ἀλλ’ ὅταν ἔλθουν, νὰ τοὺς ὑπομένουμε μὲ γενναιότητα ὡς “καθαρτήριον” τῆς ψυχῆς.
Ἀναφερόμενος στὸ θέμα τῶν ὀδυνηρῶν πειρασμῶν ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης παρατηρεῖ: “Ὁ Θεὸς λοιπὸν κινούμενος εἰς συμπάθειαν τῆς ταλαιπωρίας καὶ παρανόμου κλίσεώς μας, παραχωρεῖ νὰ μᾶς ἔρχονται οἱ πειρασμοί, καὶ κάποτε νὰ εἶναι πολὺ φρικτοὶ καὶ φοβεροί, κατὰ διαφόρους τρόπους, διὰ νὰ ταπεινούμεθα καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὸν ἑαυτόν μας, ἀγκαλὰ καὶ μᾶς φαίνονται πὼς εἶναι ἀνωφελεῖς· καὶ ἐδῶ δείχνει ἐν ταυτῷ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν σοφίαν τοῦ· ἐπειδὴ μὲ ἐκεῖνο ποὺ φαίνεται εἰς ἡμᾶς πλέον βλαπτικόν, περισσότερον μᾶς ὠφελεῖ· ἐπειδὴ ταπεινούμεθα περισσότερον· τὸ ὁποῖον εἶναι πλέον χρειαζόμενον ἀπὸ ὅλα εἰς τὴν ψυχὴν μας”.
Διδάσκοντάς μας ὁ Κύριος νὰ μὴ ἐπιδιώκουμε τούς πειρασμούς, λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, μᾶς ἐκπαιδεύει νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀδυναμία μας, καὶ ἔτσι καταστέλλει τὸ “φύσημα”, τὴν οἴησι, τὴν ὑπερηφάνεια. Ὅταν ὅμως ἔρχωνται οἱ πειρασμοὶ χωρὶς ἐμεῖς νὰ τοὺς ζητοῦμε, τότε πρέπει νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουμε μὲ γενναιότητα, “ἵνα καὶ τὸ γενναῖον ἀντιδειξώμεθα καὶ τὸ ἀκενόδοξον”.
Παρατηρεῖ ἀκόμη ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ὅτι ὁ Κύριος δὲν λέγει ἀπὸ τῶν “πονηρῶν”, δηλαδὴ πονηρῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ “πονηροῦ”, δηλαδὴ τοῦ διαβόλου, γιὰ νὰ μᾶς διδάξη νὰ μὴ αἰτιώμεθα καὶ μνησικακοῦμε κατὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ μᾶς στεναχωροῦν, ἀλλὰ κατὰ τοῦ διαβόλου ποὺ τοὺς ὑποκινεῖ. Καλεῖ δὲ τὸν διάβολο πονηρό, “κελεύων ἡμᾶς ἄσπονδον πρὸς αὐτὸν ἔχειν πόλεμον”, καὶ ἀκόμη γιὰ νὰ δείξη ὅτι ἡ πονηρία δὲν εἶναι φυσικὴ κατάστασις, ἀλλὰ ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς προαιρέσεως.
Ὅτι Σοῦ ἐστὶν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα
Εἶναι φυσικὸ νὰ τελειώνη ἡ Προσευχὴ μὲ τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν παράκλησι νὰ ρυσθοῦμε ἀπὸ τὸν πονηρό. Τὸν τελευταῖο λόγο στὸν κόσμο ἔχει ὁ παντοδύναμος Θεός, ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, καὶ ὄχι ὁ διάβολος ποὺ κατὰ παραχώρησιν φαίνεται πολλὲς φορὲς νὰ κινῆ τὰ νήματα τῆς ἱστορίας. Ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ φέρη ἀναστάτωσι, νὰ ἐπικρατεῖ προσωρινὰ στὸν κόσμο μὲ τὰ ὄργανά του, ἀλλὰ τελικὰ θὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου.
Ἡ ἐξουσία τοῦ Ἀντιχρίστου εἶναι προσωρινή. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Αἰώνιος Κύριος καὶ Βασιλεύς. Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν.
Γι’ αὐτὸ καὶ μόνο στὸν Τριαδικὸ Θεὸ ἀνήκει ἡ δόξα.
Παρατηρεῖ πάλιν τὸ χρυσοῦν στόμα τῆς Ἐκκλησίας: “Ἀφοῦ λοιπὸν μᾶς ἔφερε σὲ κατάστασι ἀγωνίας μὲ τὴν ἀνάμνησι τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἔκοψε ἀπὸ τὴν ρίζα ὅλη τὴν ραθυμία μας, πάλι μᾶς ἐνθαρρύνει καὶ ἀναπτερώνει τὸ φρόνημά μας θυμίζοντάς μας τὸν Βασιλέα, τοῦ ὁποίου εἴμαστε ὑπήκοοι, καὶ φανερώνοντας τὸν δυνατώτερο ἀπὸ ὅλους λέγει «Σοῦ γὰρ ἐστὶν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα». Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ἡ βασιλεία εἶναι δική του, κανεὶς δὲν πρέπει νὰ φοβᾶται, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ τοῦ ἀντιστέκεται καὶ νὰ μοιράζεται τὴν ἐξουσία μαζί του»19.

* * *

Ὅσο ἡ ἀδυναμία καὶ ὁ περιορισμένος χρόνος ἐπέτρεψε, ἐμβαθύναμε στὰ θεία λόγια της Κυριακῆς Προσευχῆς.
Ἡ ψυχὴ μας πληροῦται εὐχαριστίας πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Κύριο ποὺ μᾶς παρέδωσε τὴν ἁγία αὐτὴ προσευχή, δύναμι, φῶς καὶ παρηγορία στὸν δρόμο τῆς ζωῆς μας.
Ὅλα τὰ αἰτήματα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς μᾶς βοηθοῦν νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν φιλαυτία μας, νὰ μὴ ζοῦμε ἐγωιστικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ γιὰ τὸν Θεό μας καὶ τὸν συνάνθρωπό μας. Ὅσο ἀδειάζουμε ἀπὸ τὴν φιλαυτία μας, τόσο εἰσέρχεται μέσα μας ὁ Θεός.
Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ πῶ ἕνα τολμηρὸ λόγο ὄχι ἀπὸ προσωπικὴ πείρα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πείρα τῶν Ἁγίων καὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους: Ἂν ἀδειάσουμε τελείως ἀπὸ τὴν φιλαυτία καὶ τὸν ἐγωισμό μας, ὅλος ὁ Θεὸς θὰ ἔλθη μέσα μας. Τὸ λέγει ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: “Ἐὰν τις ἀγαπᾶ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν”. Τότε ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ χαρῆ τὴν πιὸ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ ἀνάπαυσι, ἐκείνη τὴν χαρὰ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του καὶ ποὺ οὐδεὶς δύναται νὰ ἄρη ἀπ’ αὐτοῦ…
Ὅσοι ἀρνοῦνται τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Προσευχή Του, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅσοι ζοῦν ἐγωκεντρικὰ καὶ φίλαυτα, λέγουν μία ἄλλη προσευχή:
- Δὲν λέγουν: “Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοίς”, ἀλλὰ λέγουν: Ἐαυτέ μου, ἐσένα ἔχω γιὰ Θεὸ ἐπὶ τῆς γῆς.
- Δὲν λέγουν: “Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου”, ἀλλά: ἐλθέτω ἡ βασιλεία μου.
- Δὲν λέγουν: “Γεννηθήτω τὸ θέλημα Σου”, ἀλλά: γεννηθήτω τὸ θέλημά μου.
- Δὲν λέγουν: “Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον”, ἀλλά: τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ μὲ σπατάλη καὶ πολυτέλεια ἐγὼ ἐξασφαλίζω γιὰ τὸν ἑαυτό μου.
- Δὲν λέγουν: “Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν”, ἀλλά: δὲν ζητῶ ἀπὸ κανένα συγχώρησι, οὔτε συγχωρῶ κανένα.
- Δὲν λέγουν: “Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηρού”, ἀλλά: ζητῶ ὅλες τὶς θεμιτὲς καὶ ἀθέμιτες ἡδονὲς καὶ μισῶ κάθε λυπηρό.
- Δὲν λέγουν: “Ὅτι Σοῦ ἐστὶν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα”, ἀλλά: ὅτι μοῦ ἐστὶν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα.
Ὄχι μόνο οἱ ἀρνηταὶ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ συμβαίνει νὰ ἔχωμε κάποτε πειρασμοὺς καὶ πτώσεις σ’ αὐτὴ τὴν ἐγωκεντρική, ἀτομικιστικὴ καὶ διαβολικὴ ζωή.
Αὐτὸς ὁ ἐγωκεντρισμὸς εἶναι ποὺ κάνει σήμερα τὴν ζωὴ μας ἀδιέξοδο.
Ἡ κρίσις ποὺ περνᾶ σήμερα ἡ πατρίδα μας στὴν πολιτική, στὴν παιδεία, στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις, στὴν οἰκονομία, ἐδῶ νομίζω ὅτι ὀφείλεται.
Ἀρνηθήκαμε τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ πνεῦμα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς.
Ἂν δὲν ὑπάρξη μετάνοια ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων, δὲν βλέπω λύση τοῦ ἀδιεξόδου.
Κανένα κόμμα καὶ καμμία ἰδεολογία δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει.
Θὰ ὑπάρξη λύσις καὶ φῶς, ἐὰν θελήσουμε οἱ νεοέλληνες νὰ ξαναποῦμε ταπεινὰ καὶ ἁπλὰ τὸ “Πάτερ ἡμῶν” καὶ ἀκόμη ἂν θελήσουμε νὰ προσαρμόσουμε τὴν πορεία μας στὸ πνεῦμα τῆς προσευχῆς αὐτῆς.
Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν θελήσουν νὰ τὸ κάνουν οἱ πολλοί, ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ τὸ κάνουμε ἐμεῖς, ὁ πιστὸς καὶ ἐκκλησιαζόμενος λαός. Γιατί δὲν εἶναι μικρὸς ὁ κίνδυνος νὰ παρασυρώμεθα καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ τοῦ ἀθεϊστικοῦ ἀτομικισμοῦ, ποὺ μᾶς περισφίγγει, καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε νὰ ἀντικαθιστοῦμε τὴν φιλοθεΐα καὶ φιλανθρωπία μὲ τὴν φιλαυτία.
Αὐτὸς εἶναι ἕνας μεγάλος πειρασμός, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ εἰποῦμε: “Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ, ὅτι Σοῦ ἐστὶν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν”.

Γέροντος Γεωργίου Καψάνη
Καθηγουμένου (πρώην) Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου
Αγίου Όρους

Σημειώσεις:
1. (Ἑρμηνεία στὸ «Πάτερ ἡμῶν», Φιλοκαλία, ἔκδ. «Περιβόλι τῆς Παναγίας», τόμ. 2ος, σελ. 253).
2. (Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, ὁμιλ. 19, Ε.Π.Ε., τόμ. 9ος, σελ. 668).
3. (Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, ὁμιλ. 19, Ε.Π.Ε., τόμ. 9ος, σελ. 668).
4. (Εἰς τὴν Προσευχήν, Λόγος 2ος, Ε.Π.Ε. τόμ. 8ος, σελ. 43).
5. (Λόγος 2ος κατὰ Γρηγορᾶ, παρ. 69).
6. . (Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχές, Ι. Μενούνου, Ἀθήνα 1979, σελ. 121).
7. (Περὶ συνεχοῦς Μεταλήψεως, Ἀθῆναι 1887, σελ. 24).
8. . (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 669).
9. (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 668)
10. (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 51).
11. (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 28).
12. (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 672).
13. (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 35-36).
14. (Εἰς τὴν Προσευχήν, Λόγος 3ος, ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 69).
15. (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 674).
16. (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 672).
17. (ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 680).
18. . (Ἅγ. Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τὴν Προσευχήν, Λόγος 5ος, ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 107).
19. (Ἅγ. Χρυσοστόμου, ἒνθ’ ἀνωτ. σελ. 683).

Ο σκοπός της ζωής μας και οι προϋποθέσεις για την επίτευξή του


Εἶναι πολὺ τολμηρὸ νὰ ὁμιλεῖ κάποιος γιὰ τὴν θέωση, ὅταν δὲν τὴν ἔχει γευθεῖ. Τολμήσαμε ὅμως τὰ ὑπὲρ δύναμιν θαρροῦντες εἰς τὰ ἐλέη τοῦμεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ νὰ μὴ κρύψουμε ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς ἀδελφούς μας τὸν ὕψιστο καὶ τελικὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας, γιὰ τὸν ὁποῖο πλασθήκαμε.

Προϋποθέσεις γιὰ τὴν θέωσι

Λέγουν βέβαια οἱ ἅγιοι Πάτερες ὅτι μέσα στὴνἘκκλησία μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴν θέωση.Ὅμως ἡ θέωσις εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐπιτυγχάνουμε ἐμεῖς μόνοι μας. Φυσικὰ πρέπει νὰ θέλουμε, νὰ ἀγωνιζόμαστε καὶ νὰ προετοιμαζόμαστε, γιὰ νὰ εἴμαστε ἄξιοι, ἱκανοὶ καὶ δεκτικοὶ νὰ δεχθοῦμε καὶ νὰ φυλάσσουμε τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεὸς δὲν θέλει τίποτε νὰ κάνη σ᾿ ἐμᾶς χωρὶς τὴν ἐλευθερία μας. Πλὴν ὅμως ἡ θέωσις εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες λέγουν ὅτι ἐμεῖς μὲν πάσχουμε τὴν θέωση, ὁ Θεὸς δὲ ἐνεργεῖ τὴν θέωση.

Διακρίνουμε δὲ ὁρισμένες ἀπαραίτητες προϋποθέσεις στὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν θέωση.

α) Ἡ ταπείνωσις

Πρώτη κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας προϋπόθεση γιὰ τὴν θέωση εἶναι ἡ ταπείνωσις. Χωρὶς τὴν εὐλογημένη ταπείνωση ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τεθῆ στὴν τροχιὰ τῆς θεώσεως, νὰ δεχθεῖ τὴν θεία Χάρι, νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό. Καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀναγνωρίσει ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς του εἶναι ἡ θέωσις, χρειάζεται ταπείνωσις. Γιατὶ πῶς χωρὶς ταπείνωση θὰ ἀναγνωρίσεις ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς σου εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, εἶναι στὸ Θεό;
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἐγωκεντρικά,ἀνθρωποκεντρικά, αὐτόνομα, τοποθετεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς κέντρο καὶ σκοπὸ τῆς ζωῆς του. Πιστεύει ὅτι μπορεῖ νὰ αὐτοτελειωθῆ, νὰ αὐτοορισθῆ, νὰ αὐτοθεωθῆ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλωστε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, τῆς σύγχρονης πολιτικῆς. Νὰ κάνουμε ἕνα κόσμο ἔστω καλύτερο, δικαιότερο, ἀλλὰ αὐτόνομα. Ἕνα κόσμο ποὺ θὰ ἔχει κέντρο τὸν ἄνθρωπο χωρὶς ἀναφορὰ στὸν Θεό, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πηγὴ κάθε καλοῦ. Αὐτὸ τὸ λάθος ἔκανε κι ὁ Ἀδάμ, ποὺ πίστεψε πὼς μόνο μὲ τὶς δικές του δυνάμεις μποροῦσε νὰ γίνει Θεός, νὰ ὁλοκληρωθεῖ. Τὸ λάθος τοῦ Ἀδὰμ κάνουν ὅλοι οἱ οὐμανισμοὶ ὅλων τῶν αἰώνων. Δὲν θεωροῦν ἀπαραίτητη τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅλα τὰ ὀρθόδοξα εἶναι θεανθρωποκεντρικά, ἔχουν κέντρο τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Ὅλα τὰ μὴ ὀρθόδοξα, Προτεσταντισμός, Παπισμός, Μασονισμός, Χιλιασμός, ἀθεϊσμός, ὅ,τι ἄλλο ἐκτὸςὈρθοδοξίας, αὐτὸν τὸν κοινὸ παρονομαστῆ ἔχουν: Κέντρο εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Σὲ μᾶς κέντρο εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι εὔκολο νὰ γίνει κανεὶς αἱρετικός, χιλιαστής, μασόνος, ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ γίνει ΧριστιανὸςὈρθόδοξος. Γιὰ νὰ γίνεις Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος, πρέπει νὰ δεχθεῖς ὅτι κέντρο τοῦ κόσμου δὲν εἶσαι ἐσὺ ἀλλὰ ὁ Χριστός.
Ἄρα ἡ ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἡ ταπείνωσις, νὰ ἀναγνωρίσουμε δηλαδὴ ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, εἶναι στὸν Πατέρα μας, τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό μας.
Χρειάζεται ἀκόμη ταπείνωσις, γιὰ νὰ δοῦμε ὅτι εἴμαστε ἄρρωστοι, ὅτι εἴμαστε ἐμπαθεῖς, γεμάτοι ἀδυναμίες καὶ πάθη.
Κι αὐτὸς πάλι ποὺ ἀρχίζει τὴν πορεία τῆς θεώσεως, πρέπει νὰ ἔχη διαρκῆ τὴν ταπείνωση, γιὰ νὰ διατηρεῖται συνεχῶς στὴν πορεία αὐτή. Διότι ἂν δεχθεῖ τὸν λογισμὸ ὅτι μὲ τὶς δικές του δυνάμεις τὰ καταφέρνει καλὰ καὶ προχωρεῖ, τότε εἰσέρχεται μέσα του ἡ ὑπερηφάνεια. Χάνει ὅ,τι κέρδισε καὶ χρειάζεται νὰ ἀρχίσει πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή, νὰ ταπεινωθεῖ, νὰ δεῖ τὴν ἀδυναμία του, τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένειά του καὶ νὰ μὴ βασίζεται στὸν ἑαυτό του. Χρειάζεται νὰ βασίζεται στὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βρίσκεται συνεχῶς στὴν πορεία τῆς θεώσεως.
Γι᾿ αὐτὸ στοὺς βίους τῶν Ἁγίων μᾶς κάνει ἐντύπωση ἡ μεγάλη ταπείνωσή τους. Ἐνῶ ἦταν κοντὰ στὸν Θεό, ἔλαμπαν μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, ἦταν θαυματουργοί, μυροβλύτες, τὴν ἴδια στιγμὴ ἐπίστευαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους ὅτι ἦταν πολὺ χαμηλά, πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι ἦταν οἱ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ταπείνωσή τους ἦταν ποὺ τοὺς ἔκανε θεοὺς κατὰ Χάριν.

β) Ἡ ἄσκησις

Μᾶς λέγουν ἐπίσης οἱ Πατέρες ὅτι ἡ θέωσις ἔχει στάδια. Ἀρχίζει ἀπὸ τὰ χαμηλότερα καὶ προχωρεῖ πρὸς τὰ ὑψηλότερα. Ἔχοντας τὴν ταπείνωση, ἀρχίζουμε μὲ μετάνοια καὶ πολλὴ ὑπομονὴ τὸν καθημερινό μας ἐν Χριστῷ ἀγώνα, τὴν ἄσκηση τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη. Λέγουν δὲ οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅτι μέσα στὶς ἐντολές Του κρύβεται ὁ ἴδιοςὁ Θεός, κι ὅταν ὁ Χριστιανὸς ἀπὸ ἀγάπη καὶ πίστη στὸν Χριστὸ τὶς τηρεῖ, τότε ἑνώνεται μαζί Του.
Αὐτὸ κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο τῆς θεώσεως, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται καὶ"πράξις". Εἶναι ἡ πρακτικὴ ἀγωγή, ἡ ἀρχὴ τοῦ δρόμου πρὸς τὴν θέωση.
Φυσικὰ αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο, διότι ὁ ἀγώνας γιὰ νὰ ξεριζωθοῦν τὰ πάθη ἀπὸ μέσα μας εἶναι μεγάλος. Χρειάζεται κόπος πολύς, ὥστε σιγὰ-σιγὰ ὁ χέρσος ἐσωτερικός μας ἀγρὸς νὰ καθαρίζεται ἀπὸ τὰ ἀγκάθια καὶ τὶς πέτρες τῶν παθῶν καὶ νὰ καλλιεργεῖται πνευματικά, ὥστε νὰμπορεῖ νὰ πέφτει ὁ σπόρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ καρποφορεῖ. Ἀπαιτεῖται μεγάλη καὶ συνεχὴς βία στὸν ἑαυτό μας γιὰ ὅλα αὐτά. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ οἱ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν». (Ματθ. ια´ 12). Καὶ πάλι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν: «Δῶσε αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα», δηλαδὴ δὲν μπορεῖς νὰ λάβεις τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἂν δὲν δώσεις τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς σου στὸν ἀγώνα γιὰ νὰ καθαριστεῖς ἀπὸ τὰ πάθη, νὰ μετανοήσεις πραγματικὰ καὶ σὲ βάθος, καὶ νὰ ἀποκτήσεις τὶς ἀρετές.
Ὅλες δὲ οἱ ἀρετὲς εἶναι ὄψεις τῆς μίας καὶ μεγάλης ἀρετῆς, τῆς ἀρετῆς τῆς ἀγάπης. Ὅταν ὁ Χριστιανὸς ἀποκτήσει τὴν ἀγάπη, ἔχει ὅλες τὶς ἀρετές. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐκδιώκει ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τὴν αἰτία ὅλων τῶν κακιῶν καὶ ὅλων τῶν παθῶν, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι ἡ φιλαυτία. Ὅλα τὰ κακὰ μέσα μας πηγάζουν ἀπὸ τὴν φιλαυτία, ποὺ εἶναι ἡ ἀρρωστημένη ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὴν ἄσκηση. Χωρὶς ἄσκηση δὲν ὑπάρχει πνευματικὴ ζωή, οὔτε ἀγώνας, οὔτε προκοπή. Ὑπακοῦμε, νηστεύουμε, ἀγρυπνοῦμε, κοπιάζουμε μὲ μετάνοιες, ὀρθοστασίες, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ καθαριζόμαστε ἀπὸ τὰ πάθη μας. Ἂν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παύση νὰ εἶναι ἀσκητική, παύει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος. Παύει νὰ βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ πάθη του καὶ νὰ γίνεται θεὸς κατὰ Χάριν.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀναπτύσσουν μεγάλη καὶ βαθειὰ ἀνθρωπολογικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ψυχὴ διακρίνεται στὸ λογιστικὸ καὶ παθητικὸ μέρος. Τὸ παθητικὸ πάλι περιέχει τὸ θυμοειδὲς καὶ τὸ ἐπιθυμητικό. Στὸ λογιστικὸ περιέχονται οἱ λογικὲς ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ οἱ λογισμοί, οἱ σκέψεις. Τὸ θυμοειδὲς εἶναι τὰ θετικὰ ἢ ἀρνητικὰ συναισθήματα, ἡ ἀγάπη, τὸ μίσος. Τὸ ἐπιθυμητικὸ εἶναι οἱ καλὲς ἐπιθυμίες τῶν ἀρετῶν καὶ οἱ κακὲς ἐπιθυμίες τῶν ἡδονῶν, τῶν ἀπολαύσεων, ἡ φιλοχρηματία, ἡ κοιλιοδουλία, ἡ σαρκολατρεία, τὰ σαρκικὰ πάθη. Ἂν αὐτὰ τὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς, τὸ λογιστικό, τὸ θυμοειδὲς καὶ τὸ ἐπιθυμητικό, δὲν καθαρισθοῦν, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ μέσα του τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ θεωθεῖ. Τὸ λογιστικὸ καθαρίζεται μὲ τὴν νήψι, ποὺ εἶναι ἡ συνεχὴς τήρησις τοῦ νοὸς ἀπὸ τοὺς λογισμούς, μὲ τὸ νὰ κρατεῖ δηλαδὴ τοὺς καλοὺς λογισμοὺς καὶ νὰ ἀποδιώχνη τοὺς κακούς. Τὸ θυμοειδὲς πάλι καθαρίζεται μὲ τὴν ἀγάπη. Καὶ τὸ ἐπιθυμητικό, τέλος, καθαρίζεται μὲ τὴν ἐγκράτεια. Ὅλα αὐτὰ πάντως ἀπὸ κοινοῦ καθαρίζονται καὶ ἁγιάζονται μὲτὴν προσευχή.

γ) Τὰ ἅγια Μυστήρια καὶ ἡ προσευχὴ

Ὁ Χριστὸς ἐγκαθίσταται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴν ἱερὰ ἐξομολόγηση, τὴν Θεία Εὐχαριστία. Στοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανοὺς ποὺ εἶναι ἐν κοινωνίᾳ Χριστοῦ, ὁ Θεός, ἡ Χάρις Του, εἶναι μέσα τους, στὴν καρδιά τους, διότι εἶναι βαπτισμένοι, χρισμένοι, ἐξομολογημένοι, κοινωνημένοι.
Τὰ πάθη ὅμως καλύπτουν τὴν θεία Χάρι, ὅπως ἡ στάχτη τὴν σπίθα. Μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ ἡ καρδιὰ καθαρίζεται ἀπὸ τὰ πάθη, ἡ σπίθα τῆς θείας Χάριτος ἀναζωπυροῦται καὶ ὁ πιστὸς αἰσθάνεται τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά του, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του.
Κάθε προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας βοηθεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Ἰδιαιτέρως ὅμως βοηθεῖ ἡ λεγόμενη μονολόγιστος εὐχὴ ἢ νοερὰ προσευχὴ ἢ καρδιακὴ προσευχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Αὐτὴ ἡ προσευχή, ποὺ ἀνέκαθεν παραδίδεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔχει τὸ ἑξῆς πλεονέκτημα: ἐπειδὴ εἶναι μονολόγιστος, δηλαδὴ μόνο μία πρότασις, μᾶς βοηθεῖ νὰ συγκεντρώνουμε εὔκολα τὸν νοῦ μας. Συγκεντρώνοντας τὸν νοῦ μας τὸν βυθίζουμε στὴν καρδιὰ καὶ προσέχουμε ἐκεῖ νὰ μὴ ἀπασχολεῖται μὲ ἄλλα πράγματα καὶ νοήματα, οὔτε καλά, οὔτε κακά, ἀλλὰ μόνο μὲ τὸν Θεό.
Ἡ ἄσκησις στὴν καρδιακὴ αὐτὴ προσευχή, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ σὺν τῷ χρόνῳ συνεχής, εἶναι ὁλόκληρη ἐπιστήμη, τέχνη ἱερά, ποὺ Ἅγιοι τῆς Πίστεώς μας λεπτομερῶς περιγράφουν στὰ ἱερά τους συγγράμματα, ὅπως καὶ σὲ μία μεγάλη συλλογὴ πατερικῶν κειμένων, τὴν "Φιλοκαλία".
Βοηθεῖ καὶ χαροποιεῖ λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο ἡ προσευχὴ αὐτή. Κι ὅταν προχωρήσει ὁ Χριστιανὸς στὴν προσευχὴ αὐτή, καὶ ταυτοχρόνως ἡ ζωή του εἶναι σύμφωνη μὲ τὶς ἅγιες ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶτῆς Ἐκκλησίας, τότε ἀξιώνεται νὰ λάβει ἐμπειρία τῆς θείας Χάριτος. Ἀρχίζει νὰ γεύεται τὴν γλυκύτητα τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, νὰ γνωρίζει ἐκ πείρας τὸ «γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι Χρηστὸς ὁΚύριος» (Ψαλμ. λγ´ 9). Γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἰδέα, κάτι ποὺ τὸ σκεπτόμαστε μόνο ἢγιὰ τὸ ὁποῖο συζητοῦμε ἢ διαβάζουμε, ἀλλὰ εἶναι Πρόσωπο, μὲ τὸ Ὁποῖο ἐρχόμαστε σὲ ζωντανὴ καὶ προσωπικὴ κοινωνία, κάτι ποὺ τὸ ζοῦμε, τοῦ Ὁποίου λαμβάνουμε ἐμπειρία.
Τότε βλέπουμε τί μεγάλη καὶ ἄρρητη καὶ ἀνέκφραστη εὐτυχία εἶναι νὰ ἔχουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας καὶ νὰ εἴμαστε Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί.
Πολὺ βοηθεῖ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ εἶναι στὸν κόσμο, μέσα στὶς διάφορες μέριμνες καὶ ἀπασχολήσεις τῆς κάθε ἡμέρας, νὰ βρίσκουν τουλάχιστον λίγα λεπτὰ ἡσυχίας γιὰ νὰ ἀσκοῦνται σ᾿ αὐτὴν τὴν προσευχή.
Τοὺς ἁγιάζουν βέβαια κι ὅλες οἱ κατὰ Θεὸν ἐργασίες καὶ καθήκοντα, ὅταν γίνονται ταπεινὰ καὶ μὲ ἀγάπη. Ὅμως χρειάζεται καὶ ἡ προσευχή. Σ᾿ ἕνα ἥσυχο δωμάτιο (εἶναι καλὸ ἴσως μετὰ ἀπὸ κάποια μελέτη πνευματικὴ ἢ ἀφοῦ ἀνάψουν τὸ καντήλι ἐμπρὸς στὶς εἰκόνες καὶ θυμιάσουν), ὅσο γίνεται μακρυὰ ἀπὸ θορύβους καὶ ἀπασχολήσεις, καὶ ἀφοῦ ἡσυχάσουν ἀπὸ ἄλλες σκέψεις καὶ λογισμούς, νὰ βυθίζουν τὸν νοῦ τους στὴν καρδιὰ λέγοντας τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸνἁμαρτωλὸν (ἢ τὴν ἁμαρτωλήν)». Πόση εἰρήνη καὶ δύναμη ἀντλοῦν οἱ ψυχὲς μ᾿ αὐτὴν τὴν κατὰ Θεὸν ἡσυχία! Πόσο τὶς ἐνισχύει καὶ στὶς ὑπόλοιπες ὧρες τῆς ἡμέρας νὰ διατηροῦνται εἰρηνικές, χωρὶς νεῦρα καὶ ἔνταση καὶ ἄγχος, ἀλλὰ νὰ ἔχουν ὅλες τὶς δυνάμεις τους σὲ ἁρμονία καὶ ἑνότητα!
Μερικοὶ ἀναζητοῦν λίγη ψυχικὴ ἡσυχία μὲ τεχνητὰ μέσα σὲ ἄλλους χώρους, πλανεμένους καὶ δαιμονικούς, ὅπως στὶς ἀνατολικὲς λεγόμενες θρησκεῖες. Προσπαθοῦν νὰ εὕρουν κάποια ἡσυχία μὲ ἐξωτερικὲς ἀσκήσεις, διαλογισμό, κ.λπ., γιὰ νὰ ἐπιτύχουν κάποια ἰσορροπία ψυχῆς καὶ σώματος. Τὸ λάθος εἶναι ὅτι σ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ λησμονήσει τὶς διάφορες σκέψεις καὶ τὸν ὑλικὸ κόσμο, οὔτε οὐσιαστικὰ δὲν κάνει διάλογο μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ μονόλογο μὲ τὸν ἑαυτό του. Καταλήγει δηλαδὴ πάλι στὸν ἀνθρωποκεντρικὸ καὶ ἀποτυγχάνει.

Γέροντας Γεώργιος Καψάνης

"Ἡ θέωσις, ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου"
τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου,
Προηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου ΓρηγορίουἉγίου Ὄρους
ΜΕ ΠΑΡΡΗΣΙΑ…